Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

“Η Ρωμιοσύνη υπάρχει και θα υπάρχει πάντα”


Η Ρωμιοσύνη είναι μια ιδέα που αγκαλιάζει την ιστορία της ελληνικότητας, όπως την διέπλασαν οι Έλληνες μέσα από τους αιώνες. Υπάρχουν αρνητικές και θετικές πλευρές αυτής της πορείας όπως αναδύονται από την ιστορία των αιώνων. Επομένως δεν με εντυπωσιάζουν αυτές οι δραματικές αλλαγές που χαρακτηρίζουν την ελληνική κοινωνία στη  σύγχρονη εποχή. Κι’ αυτό γιατί η Ρωμιοσύνη για μένα υπάρχει και θα υπάρχει πάντα, αδιάφορα αν στην επιφάνεια της ζωής μας επικρατούν δυνάμεις που ανήκουν στο χάος. Κι’ αυτό γιατί η αρμονία υπάρχει στα βάθη του λαού μας, έτοιμη να μας λούσει με το φως της στην κατάλληλη ιστορική στιγμή. Και δεν κατοικεί μόνο στο βάθος του λαού μας, αλλά βρίσκεται κι ανάμεσά μας. Φτάνει κανείς να θελήσει να τη δει. Δηλαδή να δει όλα τα επιτεύγματα των σύγχρονων Ελλήνων με τη ζωή και το έργο τους έμειναν πιστοί στη Ρωμιοσύνη.

          Μίκης Θεοδωράκης, Εφημ. “Πρώτο Θέμα”

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Ο ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ

Την Ε΄ εβδομάδα των Νηστειών  κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας, ψάλλουμε την Ακολουθία του Μεγάλου Κανόνος. Πράγματι το επίθετο Μέγας, εκτός από το νόημα του περιεχομένου, μπορεί να δικαιολογήσει και την έκταση του Κανόνος αυτού. Τα τροπάρια του φτάνουν τα διακόσια πενήντα!

          Ποιητής του Μ. Κανόνος είναι ο άγιος Ανδρέας, ο Ιεροσολυμίτης, Αρχιεπίσκοπος Κρήτης.

          Ο Μ. Κανόνας είναι ένα λειτουργικό ποίημα σπάνιας τέχνης, με πλούσια λυρικά στοιχεία, που αποπνέει το άρωμα της πνευματικής ευωδίας και προκαλεί βαθιά κατάνυξη  στην ψυχή ακόμη  και του πιο σκληρόκαρδου ανθρώπου.

          Στην αρχή, ο άγιος Ανδρέας, με πολλή ταπείνωση, δείχνει την απορία του, από ποιο παράπτωμά του ν’ αρχίσει τα θρηνητικά τροπάρια που θα ψάλλει: “πόθεν άρξομαι θρηνείν τας του αθλίου  μου βίου πράξεις;”

          Όλος ο Μ. Κανόνας είναι ποτάμι κλαυθμού και δακρύων και πηγάζει από την Αγ. Γραφή. Από εκεί εμπνέεται ο Άγιος Ανδρέας. Χρησιμοποιεί όλες σχεδόν τις ιστορίες της Π. και τη Κ. Διαθήκης, απ’ τον Αδάμ και την Εύα μέχρι τους Αποστόλους, που να μην την συγκρίνει με την ζωή της ψυχής του: άλλοτε για τις καλές πράξεις των προσώπων της Αγ. Γραφής, κατηγορεί την ψυχή του από πραγματική ταπείνωση, πως δεν τις ακολούθησε, και προτρέπει με ωραίο τρόπο σε κάθε ψυχή , να μιμηθεί τα καλά έργα των αγίων. Και άλλοτε, στις κακές που αναφέρονται στην Αγ. Γραφή, κακίζει και ταλανίζει την ψυχή του, που τις ακολούθησε , και μας συμβουλεύει, με πολλή θέρμη, ν’ αποφύγουμε το κακό και να επιστρέψουμε στο Θεό, πράγμα που γίνεται με δάκρυα και μετάνοια έμπρακτη.

          Θάπρεπε ο κάθε χριστιανός να έχει στο σπίτι του ένα βιβλίο με το Μεγάλο Κανόνα, και να διαβάζει λίγες στροφές πότε-πότε, ιδίως τώρα τη Μ. Σαρακοστή και να διαβάζει συχνά εκείνο το ωραιότατο κοντάκιό του: “ψυχή μου, ψυχή μου. Ανάστα τι καθεύδεις;....

          Π. Β. Πάσχου. “Έρως Ορθοδοξίας”

Ὁ πνευματικὸς δὲν ταυτίζεται μὲ τὸν Ψυχοθεραπευτή διότι δὲν παρέχει θεραπεία ὁ Πνευματικὸς ὡς ἄνθρωπος ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Θεός

Αγαπητὲ Κύριε Ψυχολόγε - Ψυχοθεραπευτή. Φαίνεται ὅτι σήμερα πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ μάλιστα χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι σᾶς ἐπισκέπτονται καὶ ζητοῦν τὴν βοήθειά σας. Ἐγώ, δὲν θὰ ἐξετάσω ἐδῶ τούς λόγους ποὺ τοὺς ὠθοῦν νὰ τὸ κάνουν, ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ καταθέσω τὸν προβληματισμό μου σχετικὰ μὲ τὶς δικές σας συμβουλές, ἀφοῦ δὲν τὶς περιορίζετε στὸν καναπὲ ἢ στὴν πολυθρόνα τῶν ἀσθενῶν σας ἀλλὰ τὶς δημοσιεύετε. Πιστεύω ὅτι τρία εἶναι τὰ βασικὰ σημεῖα ποὺ κυριαρχοῦν στὴν ψυχολογική σας σκέψη καὶ σᾶς ὠθοῦν νὰ τὴ δημοσιεύσετε.

1ον. Κατηγορεῖτε γενικὰ ὁλόκληρο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἐπειδὴ ἀπορρίπτει τὴν ψυχοθεραπεία λέγοντας ὅτι:

«Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ διατηροῦν τυπικὴ σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ τηροῦν τὰ...

θρησκευτικά τους καθήκοντα πιστεύουν πὼς αὐτὸ ἀρκεῖ γιὰ νὰ ἔχουν ἰσορροπημένη ψυχικὴ καὶ σχεσιακὴ ζωή. Συνήθως συμβαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Ἔντονα νευρωτικὰ κίνητρα καὶ καθηλώσεις λανθάνουν ἀνεξιχνίαστα πίσω ἀπὸ τὴν θρησκευτικότητα, τὴ δαιμονοποίηση καὶ τὴν ἀπαξίωση τῆς ψυχοθεραπείας ἀπὸ τοὺς χριστιανούς.

Πράγματι, σὲ μία ἄλλη κοινωνία, προνεωτερικῶν καὶ ἁπλῶν στὸν νοῦ καὶ τὴ βίωση τῆς ζωῆς ἀνθρώπων, ἡ πρόγευση τοῦ Χριστοῦ ὡς βασικὴ ἐμπειρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς μετοχῆς καὶ ζωῆς ἴσως νὰ ἦταν ὑπεραρκετὴ κι ἐπαρκῆς προϋπόθεση ὑπαρξιακῆς εὐρυθμίας καὶ σχεσιακῆς ἰσορροπίας. Ὅμως σήμερα, δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς, ζοῦμε σὲ μία ἄλλη κοινωνία, μὲ ὑπερπληθώρα ἄχρηστων γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ ἀνασταλτικῶν γιὰ τὴ συγκέντρωση τοῦ νοῦ πληροφοριῶν καὶ δεδομένων. Ἀπ’ ὅτι φαίνεται, οἱ πνευματικοὶ ταγοὶ καὶ ἡγέτες, ἐπειδὴ (μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις) ἀποτελοῦν ἀσθενὲς κομμάτι τῆς συλλογικῆς ψυχοπνευματικῆς ἀταξίας καὶ ἄγνοιας, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ τὰ βροῦν οὔτε μεταξύ τους, οὔτε μέσα τους. Τὸ γεγονὸς πὼς ἀκολουθοῦν μηχαντιστικὰ «μπούσουλες» καὶ «τυφλοσοῦρτες» δὲν εἶναι ἐχέγγυο τῆς ψυχικῆς τους καθαρότητας κι εὐκρίνειας. Ἰδιαίτερα ἐκεῖνοι ἔχουν ἀνάγκη νὰ ψυχοθεραπευτοῦν πρὶν ἀναλάβουν τὴν εὐθύνη νὰ ὁδηγοῦν ἀνθρώπους μὲ ψυχικὰ μπερδέματα καὶ ἀσαφῆ πνευματικὸ προσανατολισμό.

Ἡψυχοπνευματικὴ συγκρότηση καὶ μετοχὴ στὴν ἀλήθεια προϋποθέτει ἀτομικὴ δέσμευση στὴ σὲ βάθος αὐτογνωστικὴ ἐργασία, καὶ μόνο ἐφόσον καὶ ὅταν ἀποκτήσει κανεὶς ἐπίγνωση τῶν βασικῶν του ψυχικῶν συμπλεγμάτων κι ἐμποδίων θὰ ἔχει μεγαλύτερες πιθανότητες νὰ ἀξιοποιήσει τὴ σχέση του μὲ ἕναν ἔγκριτο πνευματικό, ἀφοῦ τότε μόνο θὰ ἔχει διαθέσιμα τὰ κριτήρια γιὰ νὰ ἐπιλέξει σωστὰ καὶ ταυτόχρονα νὰ χρησιμοποιήσει μὲ εὐκρίνεια τοὺς κανόνες καὶ τὸ σκεπτικό τῆς πατερικῆς σοφίας καὶ τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας, χωρὶς νὰ «καταποθεῖ» ἀπ’ αὐτό.»

2ον. Ὡς ἄλλη Σίβυλλα, ἑλληνιστὶ Ἠροφίλη γιὰ νὰ θυμηθῶ τὸν Παυσανία, χρησιμοποιεῖτε γλώσσα σκληρὴ γιὰ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀσθενεῖς χριστιανοὺς ποὺ θεωροῦν τὸν ἑαυτὸ τους καλὸ καὶ ὡς ἄλλος προφήτης τοῦ Ἰσραὴλ τοὺς ἀποκαλύπτετε τὰ ἐπερχόμενα δεινά, ἂν δὲν σταματήσουν ν’ ἀποφεύγουν τὴν ψυχοθεραπεία. Ἀποφαίνεσθε ὅτι:

«Μία σημαντικὴ μερίδα ὅσων αὐτο-ἀναγνωρίζονται ὡς ἐνεργεία «χριστιανοί», συμπεριλαμβανομένων πολλῶν κληρικῶν, ὑποτιμοῦν καὶ ἀντιτάσσονται στὴν ψυχοθεραπεία, στὴν ψυχολογία καὶ στοὺς ψυχολόγους. Προσωπικὰ κι ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐνοχλοῦμαι ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸ ἦθος, τὴ «γνώση» καὶ τοὺς τρόπους ἀρκετῶν ψυχοθεραπευτικῶν σχολῶν, «συναδέλφων» καὶ τῆς «ψυχολογιστικῆς» νοοτροπίας τῶν διαφόρων θιασωτῶν τῆς ψυχοθεραπευτικῆς «ἰδεολογίας» καὶ πρακτικῆς.Οἱ λόγοι ὅμως ποὺ οἱ «γιαλαντζὶ» χριστιανοὶ ἐνοχλοῦνται ἀπὸ τὴν ψυχοθεραπεία εἶναι ἐντελῶς διαφορετικοὶ ἀπὸ τοὺς δικούς μου. Οἱ λόγοι ποὺ εἶναι πολέμιοι τῶν ψυχοθεραπευτῶν εἶναι οἱ ἑξῆς:

1) Ἡ ὑγιὴς ψυχοθεραπεία προκαλεῖ καὶ προσκαλεῖ τὴν αὐτεπίγνωση. Ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ ἀποφεύγουν μὲ «κάθε θυσία» οἱ «γιαλαντζὶ» χριστιανοί.

2) Ἡ ἐπίγνωση τῶν βαθύτερων ψυχολογικῶν κινήτρων ποὺ καθορίζουν τὶς σκέψεις καὶ τὴ συμπεριφορὰ μας εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς στόχους τῆς ψυχοθεραπείας. Ἀντίθετα, οἱ «χριστιανοὶ» ποὺ γεμίζουν τὶς Ἐκκλησίες καὶ κάνουν ἀμέτρητες μετάνοιες καὶ λατρεύουν ὄχι τὸν Χριστὸ ἀλλὰ τὴν εὐλάβειά τους, ἔγιναν ὀπαδοὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀκριβῶς γιὰ νὰ ἀναπαύσουν τὴν ἔγνοια τῆς ἀσυνείδητης ἐνοχῆς τους στὸ μαξιλαράκι τῆς ἀνάγκης τους γιὰ αὐτοδικαίωση…

3) Ὁ βασικὸς στόχος τῆς ψυχοθεραπείας εἶναι ἡ αὐτοαποδοχὴ (μέσα ἀπὸ τὴ γνώση τῶν ἀληθινῶν ψυχικῶν ποιοτήτων τοῦ θεραπευόμενου) καὶ τὸ ἄνοιγμα τῆς ψυχῆς του σὲ μεγαλύτερη ποικιλία ὑπαρξιακῶν ἐπιλογῶν ἐλευθερίας…

4) Ἡ ψυχοθεραπεία προϋποθέτει τὴν ἀνάγκη καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ ὑποψηφίου θεραπευόμενου νὰ μπεῖ σὲ οὐσιαστικὴ σχέση μὲ τὸν ψυχοθεραπευτή του – σὲ μικρότερο ἢ σὲ μεγαλύτερο βαθμό… Ὁ «καλὸς χριστιανὸς» φοβᾶται τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις καὶ εἰδικότερα αὐτὲς ποὺ ἔχουν τὴ δυναμικὴ νὰ ἀνατρέψουν καίρια τὴν καλή του ψευδο-αὐτοεικόνα.

5) Ἡ ψυχοθεραπεία ὄχι μόνο ἐπιτρέπει, ἀλλὰ καὶ προάγει τὴν ἀμφισβήτηση καὶ τὴν ἀνατροπή. Ἀντίθετα, ὁ «καλὸς χριστιανὸς» ὑπαρξιακὰ σφιχταγκαλιασμένος μὲ τὴ διαστρεβλωμένη καὶ βολικὴ (γιὰ τὸν συγκεκαλυμμένο ἐγωισμὸ του) «ὑπακοή», ἀρνεῖται νὰ ἀμφιβάλλει, ὑποτασσόμενος σὲ ἕνα δικό του, ἐσωτερικευμένο σύστημα ψυχαναγκασμοῦ, ποὺ τὸν ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν προσωπικὴ εὐθύνη τῶν ἐπιλογῶν του.

…Γιὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ, στὸ ἀντιληπτικὸ σχῆμα τοῦ «καλοῦ χριστιανοῦ», ὅπως ἐγὼ προσωπικὰ τὸ κατανοῶ, ἀναγνωρίζω συχνὰ δικά μου ἀνεπιθύμητα προσωπεῖα, ποὺ δὲν προάγουν στὴ ζωή μου τὴν αὐθεντικὴ ἀναζήτηση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.»

3ον μᾶς λέτε ὡς θεολόγος (;), χριστιανὸς μύστης (;) ὅτι: «ἡ Ἀλήθεια, εἴτε τὸ πιστεύεις εἴτε ὄχι, εἶναι πρόσωπο. Εἶναι ὁ Χριστὸς ποὺ γεννιέται καὶ ἀνασταίνεται μέσα στὸ ἀέναο τώρα. Θὰ γιεννιέται ξανὰ καὶ ξανά, μέχρι νὰ ἔρθει αὐτὴ ἡ στιγμὴ ποὺ ἡ Ἀλήθεια θὰ βιωθεῖ τόσο ἀδιαμφισβήτητα καὶ βαθιὰ μέσα μας, ὥστε ἡ ὑποκειμενική της ἐκδοχὴ νὰ συμπέσει ἀναπόφευκτα μὲ τὴν ὑπερπροσωπική, «ἀντικειμενική» της διάσταση».

Ἂς δοῦμε ἀναλυτικότερα τὴ σκέψη σας:

Α. Κατ’ ἀρχὴν κάνετε ἕνα βασικὸ καὶ σημαντικότατο κατὰ τὴν γνώμη μου μεθοδολογικὸ λάθος στὴν ψυχαναλυτική σας σκέψη. Παίρνετε μία συγκεκριμένη ψυχολογικὴ ὁμάδα, αὐτὴ τὴν ὁποία ταυτίζουμε στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα μὲ τὸν Φαρισαϊσμὸ καὶ ὁμαδὸν ἀναφέρεστε σὲ ὅλους τούς χριστιανούς. Ξεκινᾶτε δῆθεν μὲ ἕνα ἀποστασιοποιημένο καὶ ἀντικειμενικὸ «πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ διατηροῦν τυπικὴ σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία…», ἀλλὰ πολὺ γρήγορα αὐτὸ γενικεύεται, γιατί οὐσιαστικὰ πιστεύετε ὅτι σ’ αὐτὴ τὴν κατηγορία ἀνήκουν ὅλοι οἱ χριστιανοί: «ἔντονα νευρωτικὰ κίνητρα καὶ καθηλώσεις λανθάνουν ἀνεξιχνίαστα πίσω ἀπὸ τὴν θρησκευτικότητα, τὴ δαιμονοποίηση καὶ τὴν ἀπαξίωση τῆς ψυχοθεραπείας ἀπὸ τοὺς χριστιανούς». Συνεχίζετε τὶς γενικεύσεις καὶ στὸν κλῆρο ἀφήνοντας ἀπ’ ἔξω ἐνδεχομένως κάποιους γνωστούς σας: «οἱ πνευματικοὶ ταγοὶ καὶ ἡγέτες, ἐπειδὴ (μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις) ἀποτελοῦν ἀσθενὲς κομμάτι τῆς συλλογικῆς ψυχοπνευματικῆς ἀταξίας καὶ ἄγνοιας». Τὸ ἴδιο φαινόμενο παρουσιάζεται καὶ στὸ δεύτερο παράδειγμα: «μία σημαντικὴ μερίδα ὅσων αὐτο-ἀναγνωρίζονται ὡς ἐνεργεία «χριστιανοί», συμπεριλαμβανομένων πολλῶν κληρικῶν».

Ἀναρωτιέμαι εἰλικρινά, πόση καὶ τί εἴδους ψυχολογικὴ ἔρευνα ἔχετε κάνει στὸν Ἑλληνικὸ κλῆρο γιὰ νὰ διαπιστώνετε -καὶ νὰ δημοσιεύετε- τέτοιου μεγέθους, δηλαδὴ καθολικὴ ψυχοπνευματικὴ ἀταξία καὶ ἄγνοια. Δικαίωμά σας εἶναι βέβαια νὰ μὴ πιστεύετε στὸ Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ σ’ ἐκεῖνο τῆς Μετανοίας δηλαδὴ τῆς ἐξομολόγησης, ἀλλὰ εἶναι λάθος νὰ θεωρεῖτε «μπούσουλα» καὶ «τυφλοσούρτη» αὐτὸ τὸ ὁποῖο θὰ πεῖ ἢ θὰ ρωτήσει ὁ Ὀρθόδοξος Πνευματικὸς τὸν ἐξομολογούμενο. Τὰ γενικὰ πλαίσια ποὺ θέτουν τὰ λίγα βιβλία ἐξομολογητικῆς ποὺ ὑπάρχουν δὲν μποροῦν σὲ καμία περίπτωση νὰ θεωρηθοῦν, ὅπως γιὰ παράδειγμα στὴν ψυχολογία, θεωρητικοὶ μέθοδοι ἐξομολόγησης. Μήπως λοιπὸν ἀναφέρεστε στὶς περιγραφὲς τῶν ἀσθενῶν σας;

Κατανοῶ τὴν ἄγνοιά σας σχετικὰ μὲ τὸ βίωμα ποὺ λέγεται Μυστήριο τῆς Μετανοίας, ἀλλὰ ὡς ἐπιστήμων διδάκτωρ Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου θὰ ἔπρεπε, πρὶν βγάλετε τέτοιου εἴδους ἀφορισμούς, νὰ εἴσαστε πιὸ προσεκτικὸς καὶ συγχρόνως πιὸ μεθοδικὸς στὰ γνωστικά σας δεδομένα καὶ νὰ μὴ παρασύρεστε ψυχολογικὰ ἀπὸ τὶς ἐσωτερικές σας παρορμήσεις, ὅπως γιὰ παράδειγμα τὴν ἀπέχθειά σας πρὸς τοὺς πνευματικοὺς καὶ τὴν ἐξομολόγηση. Θὰ σᾶς θυμίσω ἐδῶ, ὅτι τὸ Μυστήριο τῆς Μετανοίας μὲ τὴν προσωπικὴ ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτημάτων τοῦ πιστοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελεῖ ἕνα ἀνθρωποκεντρικὸ γεγονός, ἔτσι δηλαδὴ ὅπως τὸ ἐκλαμβάνετε ἐσεῖς, ἀλλὰ θεοκεντρικό. Κανένας τυφλοσούρτης δὲν θὰ κάνει τὸν πιστὸ νὰ μετανοήσει γιὰ τὰ παραπτώματά του περισσότερο ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος, ὡς ἐλεύθερο πρόσωπο ἔχει πρόθεση νὰ δεῖ καὶ νὰ ὁμολογήσει.

Ἐπιπλέον, στὰ μάτια τοῦ πιστοῦ ὁ πνευματικὸς δὲν ταυτίζεται μὲ τὸν Ψυχοθεραπευτή, ὅπως ἐνδεχομένως τὸ βλέπετε ἐσεῖς, διότι ὁ πιστὸς γνωρίζει πολὺ καλά, ὅτι τὴν θεραπεία δὲν τοῦ τὴν παρέχει ὁ Πνευματικὸς ὡς ἄνθρωπος ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ὁ πνευματικὸς παρίσταται ὡς εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ παραπεμπτικότητα τῆς εἰκόνας ἰσχύει τόσο στὴν ἴδια τὴν εἰκόνα ὅσο καὶ στὸν ἱερὸ κλῆρο τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν τιμοῦμε τὸ ξύλο καὶ τὰ χρώματα στὴν εἰκόνα, ὅταν τὴν ἀσπαζόμαστε, ἀλλὰ τὸ πρόσωπο ποὺ εἰκονίζεται πάνω σ’ αὐτήν. Δὲν ἀσπαζόμαστε τὸ χέρι τοῦ ἱερέα ἀπὸ μία φιλοφρόνηση στὸ πρόσωπό του, ἀλλὰ σ’ αὐτὸ ποὺ παραπέμπει τὸ ράσο καὶ ὁ ἱερέας, δηλαδὴ στὸν ἐπίσκοπο ὁ ὁποῖος βρίσκεται εἰς τόπον καὶ θέση Χριστοῦ. 

Μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει ἀνθρωποκεντρισμὸς ἀλλὰ ὅλα ἔχουν θεοκεντρικὴ βάση καὶ πιὸ συγκεκριμένα Χριστολογική. Σᾶς θυμίζω ὅτι στὴν ἐξομολόγηση ἀκοῦμε τὴν εὐχὴ ποὺ λέει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ποιμὴν καὶ ἀμνέ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ὁ τὸ δάνειον χαρισάμενος τοῖς δυσὶ χρεωφειλέταις, καὶ τῇ ἁμαρτωλῷ δοὺς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν αὐτῆς. Αὐτός, Δέσποτα ἄνες, ἅφες, συγχώρησον τὰς ἁμαρτίας, τὰς ἀνομίας, τὰ πλημμελήματα, τὰ ἑκούσια καὶ τὰ ἀκούσια, τὰ ἐν ἀγνοία, τὰ ἐν παραβάσει καὶ παρακοὴ γιγνόμενα παρὰ τοῦ δούλου σου τούτου…» Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἀκούει τὰ παραπτώματα ποὺ ἐλεύθερα κατονομάζω καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δίνει τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν. 

Στὰ λόγια της εὐχῆς διευκρινίζεται καὶ μία ἄλλη παρανόησή σας. Πιστεύετε, ὅτι «ἡ ψυχοπνευματικὴ συγκρότηση καὶ μετοχὴ στὴν ἀλήθεια προϋποθέτει ἀτομικὴ δέσμευση στὴ σὲ βάθος αὐτογνωστικὴ ἐργασία», δηλαδὴ γιὰ νὰ μετέχουμε στὴν ἀλήθεια καὶ ν’ ἀποκτήσουμε ψυχοπνευματικὴ συγκρότηση αὐτὸ θὰ τὸ πετύχουμε γνωρίζοντας σὲ βάθος τὸν ἑαυτό μας. Λέτε, πῶς, ἂν γνωρίσουμετὰ ψυχικά μας συμπλέγματα θὰ ἔχουμε περισσότερες πιθανότητες νὰ ἀξιοποιήσουμε τὴν σχέση μᾶς μ’ ἕναν πνευματικό. Ἐδῶ σαφῶς συγχέετε τὸν πνευματικὸ μὲ τὸν Γκουρού. Αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑπάρχει ψῆγμα μετάνοιας, εἶναι νὰ ὁμολογήσουμε τὰ λάθη μας, τὶς ἀστοχίες μας μπροστὰ στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τὶς ἐγωϊστικὲς καὶ ἀτομιστικὲς ἐκεῖνες πράξεις ποὺ μᾶς δημιουργοῦν ἐμπόδια στὴν ἕνωσή μας μέσα στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία.

Στὴν ἀλήθεια –ποὺ γιὰ τὸν πιστὸ εἶναι ὁ Χριστὸς- δὲν ὁδηγεῖται ὁ χριστιανὸς ἀπὸ τὸν Γκουροῦ - πνευματικὸ ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πίστη του στὸν Χριστό, ἀπὸ τὴν μετοχή του στὸ Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐσεῖς βλέπετε τὸν Πνευματικὸ αὐτόνομα, σὰν ἕνα ψυχολογικὸ ἄτομο, σχεδὸν ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονὸς δηλαδὴ τὴν Θεία Εὐχαριστία. Ὅμως, προηγεῖται ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ, (γιατί μέσα ἐκεῖ βρίσκεται καὶ ὁ πνευματικὸς καὶ ὁ πιστὸς) καὶ ἕπεται ἡ ἐξομολόγηση καὶ ἡ ὅποια αὐτογνωστικὴ ἐργασία. 

Ἑπομένως, τὸ ζητούμενο γιὰ τὸν πιστὸ δὲν εἶναι ἡ ἀτομικὴ ἀλήθειά του, ἡ ψυχολογική του σύσταση ἀλλὰ ὁ σύνδεσμός του, ἡ ἐπανένωσή του μέσα στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, διότι ἡ ἁμαρτία, ὡς πράξη ἐλεύθερου προσώπου, εἶναι τὸ ἐμπόδιο ἕνωσής μας μὲ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ κι ὄχι τὰ ψυχικά μας συμπλέγματα. Αὐτὰ πάντα θὰ ὑπάρχουν, φτάνει νὰ μὴ γίνονται αἰτία ἁμαρτιῶν δηλαδὴ πράξεων διαίρεσης μεταξύ μας καὶ μὲ τὸ Θεό. Ἐσεῖς ἀναφέρεστε στὴν ἐξομολόγηση σὰν ἕναν ἀτομικὸ δρόμο αὐτογνωσίας μὲ σκοπὸ τὴν καλυτέρευση τοῦ ψυχολογικοῦ ἀτόμου. Βλέπετε ἐπίσης τὴν πίστη σὰν ἕνα ψυχολογικὸ ὑποκατάστατο κι ὄχι σὰν ἕναν βασικὸ ἄξονα ὑπέρβασης τῶν ψυχολογικῶν καταστάσεων.

Ἡ αὐτογνωσία μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἡμερομηνία λήξης. Μέχρι τὸ τέλος ὁ πιστὸς αὐτοελέγχεται καὶ μετανοεῖ, ὅσο ἅγιος κι ἂν εἶναι. Καὶ ὅσο πιὸ ἅγιος γίνεται, τόσο περισσότερο μετανοεῖ καὶ αὐτοελέγχεται. Ἡ εὐχὴ μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὁ Κύριος συγχωρεῖ καὶ τὰ ἐν ἀγνοία ἁμαρτήματά μας, γνωρίζοντας ὅτι πολλὰ εἶναι αὐτὰ ποὺ δὲν τὰ γνωρίζουμε κι ἴσως νὰ μὴ τὰ γνωρίσουμε μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς μας. Ἀρκεῖ ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καὶ ὅσα ἡ ἴδια ἡ ψυχή μας σὲ κάθε περίοδο καὶ κατάσταση ἀναγνωρίζει ὡς ἀτοπήματα. Εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοποθετεῖ ἐκτὸς τῶν ἄλλων τὴν Παραβολὴ τοῦ Τελώνη καὶ τοῦ Φαρισαίου μέσα στὸν ἐτήσιο ἐορτολογικὸ της κύκλο ὥστε ὁ πιστὸς νὰ τὴν ἀκούει καὶ νὰ τὴν ἐνστερνίζεται μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του;

Β. Δυστυχῶς σήμερα ἀκόμα καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἄνθρωποι (κλῆρος καὶ λαὸς) ἔχουν μπερδευτεῖ βλέποντας ἱερεῖς - ψυχιάτρους καὶ ψυχολόγους καὶ πιστεύουν ὅτι ὅλα (ψυχολογία, ψυχοθεραπεία, ψυχιατρικὴ) εἶναι ἴδια καὶ δὲν ἔρχονται σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν πίστη. Ἐπὶ πλέον, ἡ ἀρχὴ ποὺ ἔγινε ἀπὸ τὸ 2000 καὶ μετὰ διείσδυσης τῶν ψυχολόγων - ψυχιάτρων καὶ ἐπίσημα μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἔχει πλέον ἑδραιώσει τὴν παραπάνω σύγχυση. Ἀνοίγεται ἐδῶ ἕνα μεγάλο κεφάλαιο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἀναλυθεῖ λόγω τῆς ἔκτασής του στὴν παροῦσα ἀναφορά. Θὰ δώσουμε στὸ σημεῖο αὐτὸ μόνο μερικὲς βασικὲς διευκρινίσεις:

1ον. Ὁ πιστὸς χριστιανὸς δέχεται τοὺς ἰατροὺς τοῦ σώματος ἔχοντας τὴν πεποίθηση ὅτι καὶ αὐτοὶ ἀντλοῦν τὴν θεραπευτική τους γνώση ἀπὸ τὸ Θεό. Κάθε εἴδους θεραπεία δὲν μπορεῖ νὰ προέλθει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ἰατρὸ ἀλλὰ ἀπὸ τὸν μοναδικὸ ἰατρὸ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός μας, τὸν δημιουργό τοῦ ἀνθρώπου, τὸν Κύριό μας. (Βλέπε τὴν περίπτωση τῆς αἱμορροοῦσας.) Μέσα στοὺς ἰατροὺς τοῦ σώματος συγκαταλέγονται καὶ οἱ νευρολόγοι, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονταν παλαιότερα καὶ ὡς ψυχίατροι. [Ἀναφέρει τὸ ἐγκυκλοπαιδικὸ Λεξικὸ τοῦ Ἐλευθερουδάκη (1931): ψυχίατρος: ὁ ἰατρὸς νευρολόγος, εἰδικῶς περὶ τὰς ψυχοπαθείας ἢ φρενικᾶς νόσους ἀσχολούμενος, φρενολόγος.]

Ἡ νευρολογία σήμερα εἶναι εἰδικότητα τῆς ἰατρικῆς ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὴν διάγνωση καὶ ἀντιμετώπιση τῶν παθήσεων τοῦ νευρικοῦ συστήματος. Ἐτυμολογικὰ ἡ λέξη νευρολογία σημαίνει τὴν ἐπιστήμη ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὰ νεῦρα, ἐνῶ παράλληλα προϋποθέτει τὴν ὕπαρξη θεμελιωδῶν διαφορῶν μεταξὺ νευρολογικῶν μὲ σωματικὸ ὑπόβαθρο δημιουργίας καὶ ψυχιατρικῶν διαταραχῶν μὲ ψυχικὸ ὑπόβαθρο δημιουργίας, ἐνῶ καὶ οἱ δύο εἶναι διαταραχὲς τοῦ νευρικοῦ συστήματος. Πολλὲς νευρολογικὲς διαταραχὲς συνοδεύονται ἀπὸ ψυχιατρικὰ συμπτώματα καὶ ἀντιστρόφως.

2ον. Οἱ ψυχολόγοι, Ψυχοθεραπευτὲς ποὺ μπορεῖ νὰ προέρχονται ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἐπιστημονικὸ κλάδο καὶ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ψυχολογικὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἀτόμου, γιὰ ἐκεῖνον ποὺ πιστεύει στὸ Χριστὸ εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτοι. Στοὺς παραπάνω πρέπει νὰ συγκαταλέξει κανεὶς καὶ τοὺς ψυχιάτρους, διότι ἀντίθετα μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ἰατροὺς καὶ νευρολόγους, εἰδικεύονται στὴ σχέση ἰατροῦ-  ἀσθενῆ καὶ ἔχουν ἐκπαιδευτεῖ σὲ διάφορες ἐκτάσεις στὴ χρήση τῆς ψυχοθεραπείας καὶ σὲ ἄλλες θεραπευτικὲς ἐπικοινωνιακὲς τεχνικές. Εἶναι πολὺ καλοὶ καὶ ἀπαραίτητοι σὲ ἀνθρώπους ποὺ δὲν πιστεύουν καὶ δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ὄχι ὅμως καὶ γιὰ τοὺς πιστούς. Ἰατρὸς τῆς ψυχῆς γιὰ τὸν πιστὸ εἶναι ἀποκλειστικὰ ὁ Χριστὸς καὶ μέσο θεραπείας ἡ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Συνοψίζοντας τὰ παραπάνω θὰ χρησιμοποιήσουμε τὰ λόγια ἑνὸς διακεκριμένου πνευματικοῦ Πατρός, τοῦ μακαριστοῦ π. Δανιὴλ Γούβαλη ὁ ὁποῖος εἶχε μαθητεύσει πολλὰ χρόνια κοντὰ στὸν ἅγιο Πορφύριο τὸν Καυσοκαλυβίτη, ποὺ λέει: «Ὅταν ἔλθη ἕνας, ἂς ποῦμε στὸν ἱερέα, καὶ παίρνει ναρκωτικὰ κι ἔχει καὶ ψυχικὲς διαταραχές, ὁ ἄλλος εἶναι ἀλκοολικὸς κι ἔχει ψυχικὲς διαταραχές, ὁ ἄλλος ἔχει ἐπιληψία ἢ ὁ ἄλλος ἔχει σχιζοφρένεια, ἐπειδὴ ὅλα αὐτὰ ἔχουνε σχέσι καὶ μὲ τὸ νευρικὸ σύστημα, τότε θὰ πᾶνε στὸν γιατρό. Ὁ γιατρὸς αὐτὸς κανονικὰ δὲν πρέπει νὰ λέγεται ψυχίατρος, πρέπει νὰ λέγεται νευρολόγος. Ὑπάρχει κάποια πάθησι στὸν ἐγκέφαλο, στοὺς νευροδιαβιβαστὲς ποὺ λένε, παίρνουν κάτι ἀντίστοιχα φάρμακα καὶ τὰ πράγματα καταπραΰνονται καὶ ἠρεμοῦν καὶ πολλὲς φορὲς θεραπεύονται. Καὶ μὲ τὴν φώτισι τοῦ Θεοῦ πολλὲς φορὲς ἀνακαλύπτουν μερικὰ φάρμακα ποὺ εἶναι καλὰ γιὰ τὶς βλάβες τοῦ νευρικοῦ συστήματος. Αὐτοὺς τοὺς παραδεχόμαστε, δηλαδὴ τοὺς βιολογικοὺς ψυχιάτρους. Οἱ ἄλλοι εἶναι ἀπαράδεκτοι ἀπὸ ἐμᾶς».

Μετὰ τὶς διευκρινίσεις αὐτὲς ἐπανερχόμαστε στὴ μομφὴ πρὸς ὅλους τούς χριστιανοὺς ποὺ ἀπορρίπτουν τὴν ψυχοθεραπεία μὲ τὸ ἐπίθετο «γιαλαντζὶ» χριστιανοί. Εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνη ἡ ἀπόπειρα ἑρμηνείας ὅλων τῶν χριστιανῶν ὡς ψυχοπροβληματικὰ ἄτομα, «χριστιανοὶ ἐντὸς εἰσαγωγικῶν ποὺ γεμίζουν τὶς Ἐκκλησίες καὶ κάνουν ἀμέτρητες μετάνοιες καὶ λατρεύουν ὄχι τὸν Χριστὸ ἀλλὰ τὴν εὐλάβειά τους, ἔγιναν ὀπαδοὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀκριβῶς γιὰ νὰ ἀναπαύσουν τὴν ἔγνοια τῆς ἀσυνείδητης ἐνοχῆς τους στὸ μαξιλαράκι τῆς ἀνάγκης τους γιὰ αὐτοδικαίωση».

Ὅταν ἐσεῖς ὁ ἴδιος ἀπορρίπτετε συλλήβδην ἀρκετὲς ψυχοθεραπευτικὲς σχολές, «συναδέλφους» σας καὶ τὴν «ψυχολογιστικὴ» νοοτροπία τῶν διαφόρων θιασωτῶν τῆς ψυχοθεραπευτικῆς «ἰδεολογίας» καὶ πρακτικῆς, ἀπαιτεῖτε ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς νὰ δεχθοῦν τὴν ψυχανάλυση χωρὶς κανένα πειστικὸ λόγο. Δὲν μᾶς λέτε τὶς σχολὲς ποὺ ἐσεῖς ἐγκρίνετε, τοὺς ἀποδεκτοὺς ἀπὸ ἐσᾶς συναδέλφους, ποιὰ εἶναι ἡ ψυχοθεραπευτικὴ νοοτροπία ποὺ δὲν εἶναι ψυχολογιστικὴ καὶ τέλος, ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ψυχοθεραπευτικὴ πρακτικὴ πού δὲν ἔχει ἰδεολογία; Ἡ ἀπάντηση σὲ ὅλα τὰ παραπάνω δὲν ὑπάρχει γιατί ὅλα ἀποτελοῦν μία αὐτοαναφορά.

Τέλος, θεωρεῖτε ὅτι ἡ «ὑγιὴς ψυχοθεραπεία προκαλεῖ καὶ προσκαλεῖ τὴν αὐτεπίγνωση». Δὲν μᾶς λέτε ὅμως ποιὰ εἶναι ἡ ἄρρωστη ψυχοθεραπεία καὶ πῶς ἐμεῖς εἴμαστε σίγουροι ὅτι ἡ δική σας ψυχοθεραπεία δὲν εἶναι ἄρρωστη; Μήπως ἐπειδὴ ἐσεῖς ἀναλαμβάνετε νὰ παίξετε τὸν ρόλο τοῦ ἐξομολόγου, τοῦ πνευματικοῦ καθοδηγητῆ, τοῦ ψυχικοῦ θεραπευτῆ καὶ ἰσορροπιστὴ ὅλων ὅσων θέλουν νὰ γνωρίσουν τὴν αὐθεντικὴ ἀναζήτηση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ; Ὅμως, πόσο αὐθεντικὴ μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ χρήση ἑνὸς χριστιανικοῦ λεξιλογίου καὶ ἡ συχνὴ ἀναφορὰ στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἢ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὰ χείλη ἑνὸς ψυχολόγου - ψυχοθεραπευτῆ πού καταφέρεται ἐναντίον ὅλων τῶν χριστιανῶν, ὅπως εἴδαμε παραπάνω;

Γ. Ἂς δοῦμε ἐν συντομία καὶ τὴν ἀναφορά σας στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Λέτε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι πρόσωπο. Αὐτὸ σημαίνει δυνατότητα προσωπικῶν σχέσεων. Δὲν μᾶς παραπέμπετε ὅμως στὴν Ἐκκλησία ἢ ἔστω κάπου ἀλλοῦ, ἀλλὰ μᾶς μιλᾶτε γιὰ μία ἀέναη γέννηση καὶ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ποὺ θὰ γίνει κάποια στιγμὴ ἐντός μας. Ὁ Χριστὸς τῆς Ὀρθόδοξης πίστης μας ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ σαρκωθεῖ μετὰ τὴν ἀνάστασή του καὶ ἀνάληψή του ἔξω ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἰδιαίτερα τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Μόνο μέσα στὶς προσωπικὲς σχέσεις ποὺ δημιουργεῖ ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ γιεννιέται ἀέναα ὁ Χριστὸς κι ὄχι ὡς μία ἀτομικὴ ἰδέα, ἕνα θρησκευτικὸ συναίσθημα «βαθιὰ μέσα μας».

Μέσα ἀπὸ τὴν προσωπικὴ σχέση τοῦ πιστοῦ μὲ τὸν ἐπίσκοπό του καὶ κατ’ ἐπέκταση μὲ τὸν ἱερέα διὰ τῆς ἐξομολογήσεως, ποὺ σκοπὸ ἔχει τὴν θεία Μετάληψη καὶ ὄχι μία αὐτογνωστικὴ ἐργασία μὲ σκοπὸ τὴν ἀτομικὴ αὐτοαποκάλυψη τῆς Ἀλήθειας - Χριστός, ἐπιτυγχάνεται ἡ συσωμάτωσή μας μὲ τὸν Χριστὸ ὡς πρόσωπο. Καὶ αὐτὸ διαρκεῖ γιὰ ὁλόκληρη τὴ ζωή μας κι ὄχι γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα. Ἔξω ἀπὸ τὶς ἐκκλησιαστικὲς σχέσεις ὁ Χριστὸς παραμένει μία ἀτομικὴ ἰδέα, μία φιλοσοφία, μία φιλολογικὴ ἀναφορά. Ὅσο γιὰ τὴν ἰδέα μιᾶς ὑπερπροσωπικῆς ἀντικειμενικῆς διάστασης τῆς Ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ αὐτὴ μᾶς βγάζει ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Ὀρθόδοξης πίστης. Κάτι πάνω ἀπὸ τὸ πρόσωπο γίνεται ἀπρόσωπο, γίνεται μία ἀνίδεη πραγματικότητα, ἕνα εἶδος νιρβάνας. Τὸ ἀπρόσωπο, μία θεϊκὴ οὐσία, σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, δὲν σχετίζεται διόλου μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, ἀντίθετα εἶναι πολὺ οἰκεία στὴν ἰνδουϊστικὴ φιλοσοφία.

Πρέπει νὰ ἐπισημάνω ἐδῶ, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου, ὅπως μᾶς τὸ δείχνει ἡ βυζαντινὴ εἰκόνα, ὅπως τὸ ἀκοῦμε στὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου καὶ στὸ μέλλος τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, δὲν ὑπερβαίνεται ποτέ, ἀφοῦ καὶ στὰ ἔσχατα θὰ βλέπουμε τὸν Θεὸ πρόσωπο πρὸς πρόσωπο, θὰ βλέπουμε τὴν θέα τοῦ προσώπου του καὶ θ’ ἀπευθύνουμε τὴν ἱκεσία μας πρὸς τὸν Θεό, ὅπως περιγράφει τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως, τοὺς δούλους ἐκείνους ἐνώπιόν του θρόνου τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀρνίου, οἱ ὁποῖοι θὰ Τὸν λατρεύουν καὶ θὰ βλέπουν τὸ πρόσωπό Του καὶ δὲν θὰ ὑπάρχει τότε νύχτα οὔτε ἀνάγκη φωτισμοῦ καὶ ἡλιακοῦ φωτός, «ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς φωτιεῖ αὐτούς, καὶ βασιλεύσουσιν εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων».

Ὁλοκληρώνοντας τὴν ἀναφορά μου στὰ λόγια σας, κύριε Ψυχολόγε - Ψυχοθεραπευτὰ ἦρθαν στὴ μνήμη μου τὰ λόγια τοῦ μεγάλου δασκάλου Ἰωάννη Θεοδωρακόπουλου ὁ ὁποῖος ἔγραφε -τόσο ἐπίκαιρα- τὸ 1974 στὰ μαθήματα τῆς Ψυχολογίας: «Τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι κανεὶς ἐξοικειωμένος μὲ τὰ πλεῖστα ψυχικὰ γεγονότα ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωή, γίνεται συχνὰ αἰτία ὥστε πολλοὶ στρέφουν τὴν προσοχὴ τους περισσότερο στὸ ἀνώμαλο καὶ τὸ παθολογικὸ καὶ νομίζουν ὅτι αὐτὸ τὸ εἶδος τῶν ψυχικῶν γεγονότων εἶναι τὸ σπουδαιότερο στὴν ψυχολογία. Στὴν πραγματικότητα ὅμως ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα τοῦ ἀνωμάλου, τοῦ παθολογικοῦ γεγονότος, εἶναι ἀδύνατη, ἐφ’ ὅσον τὸ κανονικὸ καὶ τὸ ὁμαλὸ δὲν ἔχει μελετηθεῖ καὶ γνωσθεῖ ἐπαρκῶς. Ἡ ἔλλειψη γοητείας ποὺ παρουσιάζουν τὰ ὁμαλὰ καὶ κανονικὰ ψυχικὰ φαινόμενα, δὲν ὁδηγεῖ μόνον στὴν ὑπερεκτίμηση τοῦ ἀνώμαλου καὶ μὴ κανονικοῦ, ἀλλὰ γίνεται αἰτία ὥστε νὰ δημιουργοῦνται συχνὰ περίεργες, δῆθεν ‘πρωτότυπες’ θεωρίες γιὰ τὸ ὁμαλὸ ψυχικὸ Εἶναι. Τοῦτο παρασύρει συχνὰ πολλοὺς ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ψυχολογία σὲ πρόχειρους καὶ τολμηροὺς ἰσχυρισμούς. Ἐδῶ ἔχει τὴ ρίζα τοῦ ὁ ψυχολογικὸς ἐρασιτεχνισμός».

ΣΠΥΡΙΔΩΝ Ν. ΜΑΡΙΝΗΣ

Θεολόγος-Συγγραφέας
το βρηκα:Ρωμαικό οδοιπορικό

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Ο Στήβεν Ράνσιμαν για την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό


          Οι Έλληνες έχουν μια κληρονομιά για την οποία μπορούν να  αισθάνονται υπερήφανοι, μία κληρονομιά που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στις εναλλασσόμενες υλικές καταστάσεις. Στους σκοτεινότερους αιώνες της Ελληνικής Ιστορίας η Εκκλησία ήταν εκείνη η οποία, παρόλες τις πολλές δυσκολίες , τις πολλές απογοητεύσεις και αυτές ακόμη τις ταπεινώσεις, μπόρεσε όχι μόνο να προσφέρει πνευματική ανακούφιση, αλλά και να συντηρήσει και διατηρήσει τις παραδόσεις του Ελληνισμού. Οι μοντερνιστές έχουν συχνά υποτιμήσει τον ρόλο της υπογραμμίζοντας το κενό, το χάσμα που υπάρχει μεταξύ του αρχαίου και του χριστιανικού κόσμου. Αλά το χάσμα δεν ήταν αγεφύρωτο. Οι μεγάλοι Πατέρες τη Εκκλησίας διέσωσαν πολλά από τα πιο ωραία που είχε η αρχαία ελληνική σκέψη και το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και τα παρέδωσαν στην Εκκλησία ως αυτή την ημέρα. Ο εθνικισμός μπορεί να γίνει κακό πράγμα. Όμως ένα αίσθημα εθνικής ταυτότητος που να μη βασίζεται σε φιλόδοξο σωβινισμό αλλά σε μια μακριά παράδοση πολιτιστικών αξιών είναι ζήτημα για νόμιμη καύχηση και υπερηφάνεια

          “Η Δράση μας”, τ. 207

Παρέλασαν τα κατηχητικά σχολεία στη Σύρο!


Συγκινητικές στιγμές τόσο για τον Ελληνισμό όσο και την εκκλησία εκτυλίχθηκαν σήμερα το πρωί, ανήμερα της 25ης Μαρτίου στην Ερμούπολη της Σύρου με δύο Ιερείς να δίνουν το σωστό παράδειγμα, παρελαύνοντας, γεμίζοντας Εθνική Υπερηφάνεια όλους του Έλληνες και κυρίως τους Συριανούς. Πρωταγωνιστές αυτής της υπέροχης Πρωτοβουλίας, ο Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Γαβαλάς και ο Ιεροδιάκονος Λουκάς Βασάλος. Νέοι και Ιδιαίτερα αγαπητοί Ιερείς της Ιεράς Μητρόπολης Σύρου, οι οποίοι βρίσκονται δίπλα στην νεολαία αλλά και τους πιστούς, κερδίζοντας της εκτίμηση τους. Ο Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Γαβαλάς κρατώντας απο το χέρι δύο παιδιά του Κατηχητικού σχολείου της Ιεράς Μητρόπολης και ο Ιεροδιάκονος, ως σημαιοφόρος της Εσπερινού Γυμνασίου με τάξεις Λυκείου, καθώς η δίψα για μάθηση τον οδήγησε ξανά στα θρανία!

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Ομιλία κ.Ηλία Σκόνδρα στην ενορία της Αγ.Βαρβάρας


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΤΡΩΝ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Σ Η 

Την προσεχή Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017, επικειμένης της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος, στην αίθουσα εκδηλώσεων του πνευματικού μας κέντρου θα ομιλήσει ο καταξιωμένος ομιλητής

κ. ΗΛΙΑΣ ΣΚΟΝΔΡΑΣ

Φιλόλογος και τ. Λυκειάρχης με το επίκαιρο θέμα: 

“ΠΟΡΕΥΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΠΟΡΕΥΟΜΕΝΟΙ”

Παρακαλούμε για την παρουσία σας

ΩΡΑ: 6 μ. μ. 

ΕΚ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ

Σημεῖα καί... τέρατα του Σ.Καργάκου

Πληροφοροῦμαι ὅτι κάποιο «ἐπιστημονικό» ἐπιτελεῖο πού ἔχει ἕδρα τό ἁμαρτωλό ὑπουργεῖο ἀ-παιδείας καταρτίζει σχέδιο ἀποβολῆς τοῦ «Ἐπιταφίου» τοῦ Περικλῆ καί τῆς «Ἀντιγόνης» τοῦ Σοφοκλῆ. Ὁ κορυφαῖος Γερμανός ἑλληνιστής Βαῖρνερ Γιαῖγκερ, στό περιώνυμο ἔργο του «Paideia», χαρακτηρίζει τά ἔργα αὐτά Παρθενῶνες τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Τό νά θελήσουν κάποιοι ὀρνιθόνοες νά κατεδαφίσουν αὐτά τά μνημεῖα τοῦ λόγου, εἶναι σάν νά ὑψώνουν τό μεγαλύτερο μνημεῖο βλακείας. Δέν μέ ἐκπλήττει αὐτό. Δυστυχῶς στήν τωρινή Ἑλλάδα τά πάντα μειώνονται καί μόνον ἡ βλακεία αὐξάνεται. 
Ὅλες αὐτές οἱ εἰσηγήσεις συνιστοῦν θάνατο τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, θάνατο τοῦ ἐξανθρωπισμοῦ. Τά κείμενα αὐτά ἀνέβασαν τόν ἄνθρωπο στό ὕψος τοῦ ὀρθοῦ καί τοῦ ὀρθά νοοῦντος ὄντος. Φαίνεται ὅμως ὅτι κάποιοι σκοτεινοί κύκλοι ἀπεχθάνονται τήν ὄρθια στάση καί τήν ὀρθή σκέψη καί ἐπιχειροῦν νά ἐπαναφέρουν τή νέα γενιά ἀπό τή διποδία στήν τετραποδία. Ὁ ἐξοβελισμός τῆς «Ἀντιγόνης» καί τοῦ «Ἐπιταφίου» θά μᾶς κάνει καταγέλαστους παντοῦ, ἀκόμη καί στή χώρα τῶν Ζουλοῦ. Ὅλοι θά μᾶς περάσουν γιά... ζουρλούς! Ὁ σοφός Λάο Τσέ εἶχε πεῖ:...
«Ὅποιος θέλει νά πελεκήσει στή θέση τοῦ ἀρχιξυλοκόπου, τό πιό πιθανό εἶναι νά κόψει τό δικό του χέρι» (μτφρ. Ε.Α. Γιαρένη).
Ἄν ἐρχόταν σήμερα στή ζωή ὁ Ὅμηρος δέν θά ἔλεγε «Αἰδώς, Ἀργεῖοι», τώρα θά ἔλεγε «Αἰδώς, ἀχρεῖοι»!
το βρηκα:ρωμαϊκό οδοιπορικό

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ- Οσίου Ιωάννου της Κλίμακος


“Θείαν κλίμακα υποστηρίξας, την των λόγων σου,
 μέθοδον πάσι, μοναστών υφηγητής αναδέδειξαι, εκ πρακτικής
    Ιωάννη καθάρσεως προς θεωρίας ανάγων την έλαμψιν....”

Η μνήμη οσίου πατρός Ιωάννου, συγγραφέα  της Κλίμακος, φέρνει στη σκέψη μας τη λαμπρή ιστορία της Σιναϊτικής παράδοσης. Είναι αλήθεια, ότι η Ορθόδοξη πνευματικότητα  βρήκε την γνήσια έκφρασή της στο χώρο της μοναχικής άσκησης. Τα διάφορα μοναστικά κέντρα ήταν πόλοι έλξεως για πνευματικές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις και αποτελούν λαμπρά πνευματικά κέντρα της Ορθοδοξίας.        

          Η Μονή Σινά στην έρημο της Αραβίας έχει μια ξεχωριστή δική της ομορφιά μέσα στο σκληρό εκείνο τοπίο. Εκεί προφήτης και θεόπτης Μωυσής έλαβε τις δέκα εντολές και πολύ αργότερα ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έκτισε την παλαίφατη Μονή του Όρους Σινά. Από τότε μέχρι σήμερα αμέτρητες ψυχές βρήκαν τον Χριστό και σώθηκαν από την ματαιότητα του κόσμου και μας βοηθούν με το γνήσιο ασκητικό πνευματικό ήθος τους  να εισέλθουμε κι εμείς στην αιωνιότητα.

          Ο Όσιος Ιωάννης από ηλικία δεκαέξι ετών αφιερώθηκε στην μοναχική ζωή και έγινε δεκτός ως δόκιμο στο κοινόβιο της Μονής Σινά. Σε ηλικία δεκαεννέα ετών αναχώρησε στην τοποθεσία Θολάς και έζησε ως ερημίτης αυστηρή ζωή σαράντα ολόκληρα χρόνια. Όταν όμως εκλέχτηκε από τους αδελφούς της Μονής ως ηγούμενος υπακούει και γίνεται πνευματικός πατέρας της Σιναϊτικής αδελφότητας. Αργότερα αφήνει την πνευματική ευθύνη της Μονής και αποσύρεται στην απόλυτη ησυχία μέχρι το τέλος της ζωής του.

          Το περισπούδαστο έργο του “Κλίμαξ” το οποίο  έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα και είναι προσφιλές ανάγνωσμα όχι μόνο των μοναχών  αλλά και των πιστών, δείχνει καθαρά την αξεπέραστη πνευματική πνευματικότητα του Οσίου. Αποτελείται από τριάντα κεφάλαια ή βαθμίδες που αντιστοιχούν στα τριάντα χρόνια του Χριστού, είναι μια κλίμακα που ανεβάζει από τη γη στον ουρανό και στο τέλος φανερώνει  τον ίδιο τον Θεό.

          Μερικά κεφάλαια της “Κλίμακας” μπορούν να  γίνουν αιτία για μια γνωριμία με το υπέροχο αυτό πνευματικό βιβλίο. Τα θέματα αναφέρονται στη φυγή από  τον κόσμο, την υπακοή, τη μετάνοια, τη μνήμη θανάτου, το χαροποιό πένθος, την πραότητα, την καταλαλιά, την ακτημοσύνη, την προσευχή, τη διάκριση, τους λογισμούς, τη ησυχία, τη ελπίδα, την αγάπη και την πίστη.

          Ο Όσιος Ιωάννης της “Κλίμακος” είναι από τους πιο δυνατούς συγγραφείς. Έχει λόγο γνήσιο γιατί βγαίνει από το ζωντανό βίωμα της ασκητικής ζωής. Οι πολλές μεταφράσεις του έργου φανερώνουν τη δημοτικότητα και το μεγάλο αριθμό του αναγνωστικού κοινού που με αγάπη διάβαζαν. Ιδιαίτερη θέση κατέχει στην ασκητική και μυστική παράδοση της ορθόδοξης πνευματικότητας, αλλά και αποτελεί πηγή εμπνεύσεως για μεταγενέστερους συγγραφείς του είδους.

          Επειδή συνηθιζόταν  στα μοναστήρια να διαβάζεται την  Μ. Σαρακοστή η “Κλίμακα”, η Εκκλησία καθιέρωσε να αφιερώνεται η Δ΄ Κυριακή των Νηστειών στη μνήμη του αγίου Ιωάννου της “Κλίμακος”.

          Μεγάλη βέβαια πνευματική ωφέλεια μπορεί ν’ αποκομίσει και ένα κοσμικό μέλος της Εκκλησίας από το μεγαλείο της “Κλίμακος”.  Χαιρόμαστε ιδιαίτερα γιατί βλέπουμε ότι και σήμερα διαβάζεται με ζήλο και σ’ αυτό βοηθάει οπωσδήποτε η μετάφραση στη νέα ελληνική γλώσσα. Έτσι δίνεται στου νεοέλληνες η ευκαιρία να γευτούν από τον πνευματικό θησαυρό της ορθόδοξης πνευματικότητας.

25 Μαρτίου: Ευαγγελισμός της Θεοτόκου Μια θεολογική προσέγγιση



Ο ορθόδοξος λαός μας βιώνει με εξαιρετική κατάνυξη τις ιερές ακολουθίες εκείνες που είναι αφιερωμένες στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου.

          Οι ορθόδοξοι πιστοί αγαπάνε τη Θ. Λειτουργία και όλη  η ζωή τους  λειτουργείται στη χώρα της θ. Λατρείας. Αρέσκονται να παρακολουθούν και να συμμετέχουν, να καλλιεργούνται πνευματικά και να αγωνίζονται για τον αγιασμό και τη σωτηρία τους.

          Κεντρικά πρόσωπα του λειτουργικού χρόνου είναι ο Ιησούς Χριστός και η Θεοτόκος, γι’ αυτό έχουμε τις λεγόμενες Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές που δεσπόζουν στη θ. Λατρεία μας.

          Η Εκκλησία μας στο πρόσωπο της Θεοτόκου είδε μια αγία κόρη που γέννησε τον μονογενή Υιό του Θεού. Την ονόμασε νέα Εύα. Ο Χριστός είναι ο πρωτότοκος “πάσης κτίσεως” και εμείς κατά χάριν αδελφοί Του.

          Ο Θεός επέλεξε αυτή την ταπεινή κόρη της Ναζαρέτ να γίνει δοχείο της χάριτος με το υπερφυές μυστήριο του Ευαγγελισμού. Ο Ευαγγελισμός είναι ένα μέγιστο μυστήριο και ο άνθρωπος καλείται αυτό το ανερμήνευτο μυστήριο να το δεχτεί κάνοντας μια υπέρβαση της λογικής του και να βιώσει αυτό το θαύμα, όπου ο Θεός με τον ευαγγελισμό γίνεται άνθρωπος δι’ ημάς.

          Η ενανθρώπηση του Θεού φωτίζει το γεγονός του ευαγγελισμού μέσα από ενδιαφέρουσες διατυπώσεις. Η πρώτη έρχεται με τη φράση του Αγγέλου, “μη φοβού Μαριάμ”. Είναι χαρακτηριστικό πως κάθε φορά που ένα πρόσωπο που συμμετέχει στο μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου, η αλήθεια αυτή διατυπώνεται με τη φράση “μη φοβού”, ή μη εκθαβείσθαι”. Δηλαδή σε όλες τις παρεμβάσεις της παρουσίας του Θεού ο άνθρωπος καλείται να μην φοβάται, να ξεπεράσει κάθε δισταγμό και να εμπιστευθεί το μυστήριο και το θαύμα του Θεού.

          Επίσης ένα άλλο σημείο που μας βοηθάει να κατανοήσουμε το ανερμήνευτο γεγονός του ευαγγελισμού, είναι αυτό που επιβεβαιώνει ο Άγγελος, “΄τι ουκ αδυνατήσει παρά Θεού παν ρήμα”. Δηλαδή ό, τι είναι δύσκολο για τον άνθρωπο, είναι δυνατό για τον Θεό. Εδώ δεν χωρούν ορθολογιστικές αναλύσεις. Εδώ έχουμε κυριαρχούσα την αποκάλυψη του Θεού και όλα κατανοούνται με την βοήθεια της θεολογικής γλώσσας.

          Το ότι ο Χριστός γεννάται από μια Παρθένο κόρη θεωρείται αδύνατο για την ανθρώπινη λογική. Όμως το αδύνατο αυτό γεγονός για τον άνθρωπο ‘ουκ αδυνατήσει παρά τω Θεώ”. Και τούτο γιατί αν κανείς δεν πιστεύει στην παρουσία του Θεού στη ζωή μας, είναι επόμενο να δυσκολεύεται να αποδεχθεί και τ’ άλλα σωτηριολογικά γεγονότα που ακολουθούν. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μετατεθούμε από την ορθολογική αντίληψη των πραγμάτων και να ζούμε στη νέα πραγματικότητα του θαύματος, μιας άλλης λογικής.

          Μ’ αυτό θέλουμε να τονίσουμε, ότι το γεγονός της συλλήψεως του Υιού του Χριστού και η γέννησή Του εκ της Παρθένου δεν κατανοείτε μέσα στα πλαίσια της κοινής λογικής, αλλά με την γλώσσα της πίστεως και του θαύματος.

          Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε εκ πρώτης όψεως και την αντίδραση της Θεοτόκου στα λόγια του Αρχαγγέλου. Από ένα μέρος αδυνατεί να ερμηνεύσει το γεγονός και από το άλλο την αδυναμία της Θεοτόκου να κατανοήσει το περιεχόμενο της ευχάριστης είδησης. Συνεπώς η μόνη διέξοδος είναι να τη δεχθεί με ταπείνωση. “Ιδού η δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου”.

          Εδώ ακριβώς στην αποδοχή του μυστηρίου βρίσκεται και η λύση. Διότι το να μην κατανοούμε ένα γεγονός δεν σημαίνει, ότι το απορρίπτουμε κιόλας. Η Θεοτόκος προτιμά αντί να το ερμηνεύσει, να βιώσει την επέμβαση του Θεού στη ζωή της. Το ίδιο οφείλουμε να κάνουμε κι εμείς.

          Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, όπως και η ενανθρώπηση του Θεού, δεν είναι κάτι που είναι στο παρελθόν. Είναι και υπόθεση του παρόντος.

          Η Εκκλησία καλείται όχι απλά να πιστεύει στο μυστήριο της ενανθρώπησης, αλλά να σαρκώνει διαρκώς τον αιώνιο Λόγο του Θεού στη ζωή μας.

          Ο Ευαγγελισμός απαιτεί την κυοφορία του Θεού και στη δική μας καρδιά, όπου το θαύμα αυτό θα γίνει εμπειρία όλων μας.

25η Μαρτίου, ημέρα εθνικής παλιγγενεσίας Διαρκές οφειλόμενο χρέος

Η σημερινή μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, φέρνει μπροστά μας την ιερώτερη επέτειο της Ρωμηοσύνης. Πρόκειται για τον ξεσηκωμό του Γένους μας ενάντια στην πολύχρονη τυραννία που τόσο χρόνια σταύρωνε και ταπείνωνε το εξουθενωμένο λαό μας. Ξεσηκωμός του Γένους, αλλά και εθνικής παλιγγενεσίας.

          Πράγματι! Βρισκόμαστε μπροστά σε ιερές μνήμες μεγάλων και σπουδαίων γεγονότων που σημάδεψαν όχι μόνο την ελληνική, αλλά και την παγκόσμια  ιστορία.

          Όσο και να ψάξει κανείς θα δυσκολευθεί να βρει κανείς: Ζάλογγο, Μανιάκι, Αλαμάνα, Κούγκι, Αρκάδι και τόσα άλλα. Και πίσω από αυτά βρίσκονται μεγάλοι και σπουδαίοι άνθρωποι με πάθος για την ελευθερία και αξιοπρέπεια, έστω κι αν βρίσκονται δέσμιου εξωτερικά. Είναι γενναίοι και δυνατοί που εμπνέονται από το ασίγαστο πάθος του πολυτιμότερου αγαθού της ελευθερίας.

          Για το γεγονός αυτό έχουν γραφτεί πολλά από τότε μέχρι σήμερα σχετικά με το νόημα του ηρωικού  ξεσηκωμού και της θυσίας των προγόνων μας. Υπήρχαν όμως και άλλοι που τα είδαν διαφορετικά τα πράγματα επηρεασμένοι κάτω από ιδεολογικά κάτοπτρα.

          Ας είναι. Η ιστορία δικαιώνει τα πράγματα.

          Ενδεικτικά ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης αναφέρει:

                   “Για μας ήταν άλλο πράγμα ο πόλεμος

                             για την πίστη του Χριστού

                   και για την ψυχή του ανθρώπου

                             η καθισμένη στα γόνατα της Υπερμάχου Στρατηγού

                   που είχε στα μάτια ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμηοσύνης”.



          Για την πίστη, λοιπόν, του Χριστού και την ψυχή του ανθρώπου ήταν δηλαδή ο ξεσηκωμός του 1821. Και ο Θεός έβαλε την υπογραφή Του για ελευθερωθεί το Γένος από την τυραννία.

          Ως ελάχιστο μνημόσυνο για όσους συνετέλεσαν στο μεγάλο αυτό ξεσηκωμού αρμόζει ένα προσκλητήριο για να θυμόμαστε τη θυσία τους και  να νοιώθουμε αιώνια ευγνωμοσύνη, για ό,τι είμαστε σήμερα.

          Για τη μεγάλη αυτοί υπόθεση της ελευθερίας αγωνίστηκαν:

          Επιφανείς και αφανείς.

          Γνωστοί και άγνωστοι.

          Μανάδες και γιαγιάδες που λίκνισαν τα παιδιά τους και τα γαλούχησαν με το   όνειρο της λευτεριάς.

          Τους απροσκύνητους πατεράδες και παππούδες.

          Τα λεβεντοπαλλήκαρα  της κλεφτουριάς. Τζαβέλλες, Κολοκοτρωναίους, Καραισκάκηδες, Νικηταράδες, Ανδρούτσους, Μακρυγιάννηδες και τόσους άλλους.

          Τους θαλασσόλυκους Κανάρηδες, Τσαμαδούς, Μιαούληδες και Μπουμπουλίνες.

          Τους Φαναριώτες άρχοντες, Μουρούζηδες, Υψηλάντηδες, Μαυροκορδάτους και λοιπούς.

          Τους Δημογέροντες και τον απλό λαό των πόλεων, των χωριών και των μαρτυρικών νησιών μας.

          Τους Φιλικούς που ορκίζονταν στο Ευαγγέλιο να σώσουν την Πατρίδα.

          Τους πλούσιους που έδωσαν τα πάντα για τον ιερό αγώνα.    

          Τους φτωχούς που έθεσαν στη διάθεση του Γένους τον πλούτο της γενναίας τους ψυχής.

          Τους ταπεινούς καλόγερους και παπάδες, που στο μοναστήρι τους, την εκκλησιά τους, το Κρυφό Σχολειό τους, κράτησαν ζωντανή όχι μόνο την πίστη και τη γλώσσα του λαού μας, αλλά και την ίδια την ψυχή του Γένους.

          Τους θεοφώτιστους Διδάχους, που με κορυφαίο έναν Κοσμά Αιτωλό, κράτησαν άσβηστο το φως του Χριστού και της ένθεης παιδείας μέσα στο έρεβος της τουρκικής σκλαβιάς.

          Τους μαρτυρικούς Ιεράρχες και Πατριάρχες, που από τον πολύμουσο Άγιο Κύριλλο Λούκαρι ως τον Άγιο Γρηγόριο τον Ε΄ και τον Κύριλλο τον Στ΄, με το παράδειγμά τους, τη διδαχή τους και το αίμα του μαρτυρίου τους εφώτισαν το Γένος, επότισαν κι εκαλλιέργησαν το δένδρο της ελευθερίας του κι επλήρωσαν το βαρύ τίμημα της.

          Ποιόν να μνημονεύσει κανείς πρώτον και ποιον δεύτερον!

          Εθναπόστολοι και Εθνομάρτυρες, Νεομάρτυρες και Ιερομάρτυρες, Φωτιστές και πρωτοπόροι. Δάσκαλοι και κήρυκες. Μικροί και μεγάλοι. Τρανοί και άσημοι. Σφάγια ιερά όλοι στο βωμό του Έθνους.

          Ας είναι αθάνατη και αγέραστη η αγία μνήμη του 1821 και ας προσπαθήσουμε  να είμαστε εμείς οι νεοέλληνες αντάξιοι της ένδοξης Ρωμηοσύνης.

          Γ.

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

25η Μαρτίου- Η πνευματική διάσταση του Εικοσιένα


          Η Εκκλησία που στάθηκε τροφός και καταφύγιο του Γένους στα σκοτεινά χρόνια, κληρονόμος της βυζαντινής παρακαταθήκης, έδωσε στο Εικοσιένα όχι μόνον πλήθος αγωνιστών και μαρτύρων. Σφράγισε την Επανάσταση μ’ ένα πνεύμα πνευματικότητας και αγιωσύνης που την κάνει να ξεχωρίζει μέσα στην ιστορία και σφράγισε οριστικά την ταυτότητα Πίστεως και Πατρίδος στους Έλληνες. Δεν είναι τυχαίο ότι μόνον Ορθόδοξοι παίρνουν τα όπλα του 1821. Αυτή η ταυτότητα που προκαλεί μεγάλες συζητήσεις και σήμερα είναι αδιάρρηκτη για λόγους ιστορικούς. Ο Νέος Ελληνισμός συγκροτήθηκε τους τρεις τελευταίους βυζαντινούς αιώνες ακριβώς πάνω στην αντίθεση της Ορθοδοξίας με την επεκτατικότητα της παπικής λατινικής Δύσης και στη συνέχεια επί τουρκοκρατίας στην άμυνα προς τις προσπάθειες του προσηλυτισμού των παπικών μισσιοναρίων. Διάσταση του εθνικού και θρησκευτικού θεμελίου του νέου Ελληνισμού θα σήμαινε καταστροφή της ιδέας της εθνικής μας ταυτότητας που δεν είναι στοιχείο που εύκολα αλλάζει και ανασυντίθεται όπως κάποιοι αφελείς, αγράμματοι ή επικίνδυνοι ιδιοτελείς, υποστηρίζουν.

          Ο Φώτης Κόντογλου έγραφε ότι “η αληθινή Ορθοδοξία είναι πλούτος και ρίζα αθανασίας, είναι φυτρωμένη βαθειά στην καρδιά του λαού μας που όσο δεν ήθελε να τουρκέψει, άλλο τόσο δεν θέλει να φραγκέψει”. Ο ίδιος στα περίφημα κείμενά του “η αγιασμένη επανάσταση” και “Στολή αφθαρσίας”, χαρακτηρίζει την ελληνική επανάσταση ως την πιο πνευματική επανάσταση που έγινε στον κόσμο. Μία επανάσταση γίνεται συνήθως από υλικές αιτίες, όπως η σκλαβιά, η στέρηση, η κακοπέραση, τα βασανιστήρια, η περιφρόνηση που ωθούν τον επαναστάτη να χύσει το αίμα του για την ελευθερία. Αλλά αυτή η ελευθερία δεν εξαντλείται στην υλική ζωή. Αφορά κύρια την πνευματική ζωή. Οι λίγοι, σχεδόν άοπλοι ξυπόλητοι αντάρτες του Εικοσιένα λάτρευαν την Ελευθερία μ’ έναν τρόπο σπάνια αυθεντικό. Στην άδολη καρδιά τους έπνεε το Πνεύμα της Αληθείας.

Κ. Χαντζηαντωνίου, τόμος “Ελληνορθόδοξη Πορεία”

Το '21 και οι Συντελεστές του - Αμφισβητήσεις και επακριβώσεις



                                        Το '21 και οι Συντελεστές του

                                 Πρωτοπρ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός

[ Ελληνισμός Μαχόμενος, Eκδόσεις Τήνος, Αθήνα 1995 (απόσπασμα) ]

Αμφισβητήσεις και επακριβώσεις

Ένα από τα φοβερότερα ανοσιουργήματα στο χώρο της Ιστορίας-αυτόχρημα αναιρετικό της ιστορικής επιστήμης- είναι η ιδεολογική ερμηνεία και χρήση των ιστορικών δεδομένων. Τότε ο Ιστορικός δεν κάνει επιστήμη (απροκατάληπτη δηλαδή και ελεύθερη έρευνα), αλλά πολιτική. Ένα δε από τα ιστορικά γεγονότα, πρωταρχικής για τον Ελληνισμό σημασίας, που δεινοπαθεί ιδιαίτερα από την ιδεολογικοποιημένη ιστορία, είναι το 1821, ή Μεγάλη Επανάσταση του Ελληνικού Γένους/Έθνους και ο αληθινός χαρακτήρας της. Το '21 σηματοδοτεί την αρχή του Ελληνικού Κράτους και γι' αυτό όλες oι ιδεολογίες ζητούν να το παρουσιάσουν ως δικό τους, να σφετερισθούν τη δόξα του.Μια ομάδα ερευνητών προσεγγίζουν το '21 με ένα πνεύμα αμφισβητήσεως και διάθεση απορριπτική για κοινωνικές ομάδες, που καταλέγονται στους συντελεστές του. Γι' αυτούς το '21 είναι "σημείον αντιλεγόμενον (Λουκ.2,34) και ζητούν την απομύθευσή του, στα πλαίσια του γνωστού αιτήματος "να ξαναγραφεί η ιστορία". Διατυπώθηκαν μάλιστα θέσεις, που επαναλαμβάνονται αυτούσιες από τους συνεχιστές τους, ιδιαίτερα στο χώρο της παιδείας και της ανεύθυνης (υπάρχει και τέτοια) δημοσιογραφίας.

Κυρίως πολεμείται η θέση του "ανωτέρου" (λεγομένου) Κλήρου(1) στον Αγώνα και αμφισβητείται γενικότερα ο ρόλος του Ράσου σ' αυτόν. Επισημαίνονται προδοσίες, χαρακτηρίζονται προδότες, ελέγχονται συμπεριφορές, αμφισβητείται η προσφορά. Τα "επιχειρήματα" όμως περιορίζονται συνήθως σε ωραιολογίες και ανέρειστες γενικεύσεις ή γλωσσικά πυροτεχνήματα χωρίς τεκμηρίωση. Η ιδεολογικοποιημένη αυτή "ιστορική ερμηνεία" αναπαράγεται, συνεχώς, και παρασύρει τους αδύνατους και ανίκανους να επιχειρήσουν αυτοδιαπιστώσεις. Ιδιαίτερα δε στο χώρο της παιδείας το θύμα παρόμοιων ιδεολογημάτων ειναι η Νεολαία, που οδηγείται στην αμφισβήτηση και την άρνηση, πρίν ακόμη γνωρίσει την ιστορική αλήθεια.

Ανταποκρινόμενος στην παράκληση των οργανωτών αυτής της πανηγυρικής συνάξεως, θά προσπαθήσω να απαντήσω στα ερωτήματα:

Ποιά η συμβολή του Κλήρου στον Αγώνα;

Ωφέλησε ή έβλαψε το Γένος;

Ποιά ή συμμετοχή του γενικότερα στην ανάσταση του Γένους;

Στάθηκε στο πλευρό του ή αδιαφόρησε;

Μπορούμε να μιλούμε για αντίδραση ή αδιαφορία;

Θά προσεγγίσουμε τα ερωτήματα αυτά μέσα από τις ιστορικές μαρτυρίες, ελέγχοντας τη στάση του Κλήρου κατά την πορεία προς τον Αγώνα και κατά τη διεξαγωγή του. Σκοπός μας δεν ειναι μια (ανώφελη και προκλητική) απολογητική υπέρ του Κλήρου -τότε θά ίσχυε το αρχαίο: "το τας ιδίας ευεργεσίας υπομιμνήσκειν τινί ίδιον τω υβρίζειν"- αλλά η αντικειμενική, κατά το δυνατόν, ερμηνεία.



1. Το δiλημμα "συνύπαρξη ή αντίσταση" και η δυναμική του (2).

Μετά την άλωση (1453) το Γένος ολόκληρο διχάσθηκε στη στάση του απέναντι στον κατακτητή. Δύο τάσεις διαμορφώθηκαν: ο συμβιβασμός με τη νέα κατάσταση, κινούμενος ανάμεσα στη μοιρολατρία και την ελπίδα αποκαταστάσεως, ή η δυναμική αντίσταση με κάθε δυνατό μέσο. Την πρώτη τάση εκπροσωπούσαν oι αντιδυτικοί ή ανθενωτικοί, ενώ τη δεύτερη oι ενωτικοί και φιλοδυτικοί. H διάσταση ενωτικών-ανθενωτικών προυπήρχε φυσικά της αλώσεως, διότι oι δύο παρατάξεις διαμορφώθηκαν αμέσως μετά το τελικό σχίσμα Ανατολής-Δύσεως (1054). 'Η αντιλατινική-αντιφραγκική πλευρά ήταν η πολυπληθέστερη και ισχυρότερη, διότι την συντηρούσε η μόνιμη-απόδειξη το 1204 - φραγκική επιβουλή απέναντι στην Ορθόδοξη-Ρωμαίικη Ανατολή. Στους φιλοδυτικούς καταλέγονταν κυρίως διανοούμενοι και πολιτικοί. Οi πρώτοι, διότι ταυτίζονταν στις θεωρητικές αναζητήσεις τους με τους δυτικούς διανοουμένους (ενδοκοσμική εσχατολογία), ενώ οι δεύτεροι και διά λόγους σκοπιμότητας (προσδοκία βοήθειας). Με την αλληλοπεριχώρηση θεολογίας και πολιτικής, βασικό γνώρισμα της Ρωμανίας ("Βυζαντίου"), ή σύγκρουση των δύο παρατάξεων δεν έμεινε στο θεωρητικό επίπεδο, αλλ' επηρέασε όλο το φάσμα της ζωής.Συνείδηση των ανθενωτικών ήταν, ότι την Ορθόδοξη- Ρωμαίικη ταυτότητα (πού γιά το Γένος ήταν και εθνική) δεν την απειλούσαν τόσο oι Οθωμανοί, όσο oι Φράγκοι. Η πίστη, όχι ως θρησκευτική ιδεολογία, αλλ' ως θεραπευτική της υπάρξεως και μέθοδος θεώσεως-σωτηρίας, θα έχει πάντοτε στην ησυχαστική παράδοση και τα επηρεαζόμενα απ' αυτήν πλατειά λαϊκά στρώματα πρωταρχική σημασία.Αυτή τη συνείδηση κωδικοποιεί και επαναδιατυπώνει τον 18ο αιώνα ο μεγάλος απόστολος του δούλου Γένους, ο άγιος Κοσμάς Αιτωλός: "Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντά νά τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον, μέσαθεν από την Κόκκινην Μηλιάν καί του το εχάρισε; Ηξερεν ο Θεός, πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν, και (=ενώ) ο Τούρκος δέν μας βλάπτει. Ασπρα (=χρήματα) δώσ' του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Καί διά να μη κολασθούμεν, το έδωσε του Τούρκου, και τον έχει o Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη..."(3).

O άγιος Κοσμάς έδινε, έτσι, απάντηση στους δυτικόφρονες - ενωτικούς, χωρίς μάλιστα να μπορεί να κατηγορηθεί ως εχθρός του Λαού ή σκοταδιστής. Μόνο όσοι έχουν εμπειρία της ησυχαστικής παραδόσεως, που διασώζεται στις λαϊκές πρακτικές, μπορούν να κατανοήσουν τη δυναμική της πίστεως μέχρι τον 19ο αιώνα(4). Αντίθετα οι φιλενωτικοί ήσαν πάντα πρόθυμοι να μειοδοτήσουν στο θέμα της πίστεως (δεν ήσαν λίγοι εκείνοι που προσχώρησαν στον παπισμό), διότι τα κριτήριά τους ήταν προπάντων ενδοκοσμικά και καιρικά. Οι δεύτεροι έριχναν το βάρος στην εξωτερική ελευθερία. Παρ' όλα αυτά, πρέπει να λεχθεί, ότι μολονότι η πρώτη τάση διέσωσε την ταυτότητα του Γένους, η δεύτερη το κράτησε σε μόνιμο επαναστατικό βρασμό. Η αντίθεσή τους, χωρίς νά γίνεται από τότε αισθητό, λειτούργησε ως σύνθεση. Βέβαια, κατά τόν γνωστό ιστορικό Στήβεν Ράνσιμαν, οι ανθενωτικοί δικαιώθηκαν, διότι μ'αυτούς "διατηρήθηκε η ακεραιότητα της Εκκλησίας και με αυτήν και η ακεραιότητα του Ελληνικού λαού"(5).

Η πολιτική της συνυπάρξεως εκφραζόταν ως πολιτική κατευνασμού του κατακτητή και περιορισμένης συνεργασίας και την εγκαινίασε, κατ' ανάγκην, ο πρώτος Γενάρχης, οικουμενικός Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος (1454). Η στάση αυτή στόχευε στην περίσωση των δυνάμεων, που είχαν μείνει στο Γένος. Βέβαια, από το φρόνημα των προσώπων εξηρτάτο η φύση και η έκταση που θα έπαιρνε αυτή η "συνεργασία". Η στάση αυτή όμως δικαιωνόταν ιστορικά, διότι είχε εφαρμοσθεί ήδη από την αραβοκρατία (7ος αι.), άρα υπήρχε μακρά πείρα, και θεμελιωνόταν θεολογικά στο γνωστό παύλειο χωρίο της Προς Ρωμαίους (13,1: "Πάσα ψυχή εξουσίαις υπερεχούσαις υποτασσέσθω. Ου γαρ έστιυ εξουσία, ειμή από Θεού..."), σε συνδυασμό βέβαια με το επίσης αποστολικο: "πειθαρχείν δεί Θεώ μάλλον ή ανθρώποις" (Πραξ. 5, 29). Η υπακοή στα τυραννικά καθεστώτα, όχι στους τυράννους, έχει όρια ("εν οις εντολή του Θεού μη εμποδίζηται", κατά τον Μ. Βασίλειο, P.G. 31, 860) και δεν νοείται ορθόδοξα ως "ταύτιση", αλλά ως μέτρο καιρικό, όταν δεν υπάρχει άλλη (χριστιανικά δικαιωμένη) επιλογή.

Βέβαια, στο σημείo αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο λόγος εδώ αφορά στο Ράσο στο σύνολό του και όχι σε κάποια προσωπική επιλογή. Η Εκκλησία, σε κάθε εποχή, έχει την αποστολή της Μάνας. Να προφυλάσσει και νά σώζει το ποίμνιό της. Κάθε δυναμική στάση, που θα οδηγούσε σε αποτυχία και καταστροφή, θα καταλογιζόταν πάντα εναντίον της,(6). Η ανοχή και διαλλακτικότητα του Κλήρου δεν μπορεί να ερμηνεύεται συλλογικά ως ένοχος συμβιβασμός και εθελοδουλία, παρά μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες διακριβώνεται εσωτερική ταύτιση με τον κατακτητή. Αλλά τέτοιες περιπτώσεις ελεγχόμενης διαγωγής Κληρικών, υπήρξαν σπανιότατες. Τα εκκλησιαστικά κείμενα, ιδιαίτερα δε τα Πατριαρχικά, έχουν πάντα ανάγκη αποκρυπτογραφήσεως. Διότι σκοπός τους ήταν να παραπλανήσουν την Πύλη. Το Πατριαρχείο ως Εθναρχία, έπρεπε να φαίνεται πάντα άψογο απέναντι στην Πύλη, ανεξάρτητα από τις πραγματικές του διαθέσεις. Oι συχνές θανατικές εκτελέσεις Πατριαρχών και Μητροπολιτών αποδεικνύουν, πόσο μικρή ήταν η εμπιστοσύνη της Πύλης απέναντί τους και, συνεπώς, την ορθότητα της θέσεως αυτής.Η πολιτική όμως της συνυπάρξεως είχε και μια δυναμική διάσταση. Την πίστη στη δυνατότητα βαθμιαίας υποκαταστάσεως των Οθωμανών στη διακυβέρνηση του Κράτους και τη δημιουργία ενός "Οθωμανικού Κράτους του Ελληνικού Έθνους". Κατά την άποψη αυτή η ανάσταση του Ρωμαίικου (της Ρωμανίας/"Βυζαντίου") θα ερχόταν χωρίς επανάσταση, αλλά με τη βαθμιαία διάβρωση του κράτους και την αθόρυβη μεταλλαγή του. Η επανάσταση των Νεοτούρκων (1908) και η επικράτηση του εθνικιστικού φανατισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αποσκοπούσε ακριβώς στην επίσχεση των Ρωμηών (και των Αρμενίων) στη συνεχώς αυξανόμενη συμμετοχή τους στον κρατικό μηχανισμό. Και αυτό δικαιώνει τη φαναριώτικη πολιτική. Η πολιτική αυτή της πρόσκαιρης "συνεργασίας" μπόρεσε να βελτιώσει τη θέση του υπόδουλου Γένους, με την ανάπτυξη της αυτοδιοικήσεως στις κοινότητες και την ανάδειξη στελεχών μιας ελληνικής πολιτικής ηγεσίας.

Πρόσφατα διατυπώθηκε η άποψη, ότι ""η Εκκλησία εδραίωσε όλη της την επιρροή, ώστε να αποθαρρύνει τις εξεγέρσεις των Ορθοδόξων κατά της κυβέρνησης του Σουλτάνου(6α). Μολονότι η διάθεση του συγγραφέα είναι θετική απέναντι στην Ορθόδοξη Εθναρχία, η τοποθέτηση αυτή δεν επιβεβαιώνεται από τα πράγματα. Ο εκκλησιαστικός χώρος, σε όλο του το φάσμα, δεν έχει να δείξει μόνο εκπροσώπους της πολιτικής της περιορισμένης συνεργασίας, αλλά και στην πλευρά της δυναμικής αντιστάσεως. Αυτό είναι ενδεικτικό της ελευθερίας στο σώμα της Εκκλησίας, σε θέματα επιλογών τακτικής. Τον 16ο και 17ο αιώνα Πατριάρχες και Μητροπολίτες έλαβαν απροκάλυπτα μέρος σε εξεγέρσεις. Και δεν επρόκειτο μόνο για φιλοδυτικούς, παρασυρόμενους από τη δυτική προπαγάνδα, αφού και ένας ησυχαστής αγιορείτης, ο άγιος Μάξιμος ο "Γραικός" (l6ος αί.), επιδίωξε να υποκινήσει τους Ρώσους εναντίον των Τούρκων.

Διαπίστωση αδιάψευστη της έρευνας είναι, ότι δεν υπάρχει εξέγερση του υποδούλου Γένους, στην οποία δεν έπαιξαν ενεργό ρόλο Κληρικοί και Μοναχοί. Μια περιδιάβαση στην πολύτομη (και πολύτιμη) "Ιστορία του Νέου 'Ελληνισμού" του καθηγητού Αποστ. Βακαλόπουλου επιβεβαιώνει τη θέση αυτή. Και δεν ήσαν λίγα τα επαναστατικά κινήματα του δούλου Γένους(7). Περισσότερες από 70 είναι, κατά τον υπολογισμό μας, oι εξεγέρσεις και τα επαναστατικά κινήματα σ' όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη ανάλογες κινήσεις σε βενετοκρατούμενες περιοχές. Και σ' όλα πρωτοστατούν Κληρικοί κάθε βαθμού και Μοναχοί. Το Ράσο γίνεται ένα είδος επαναστατικού λαβάρου και σημαίας.

Βέβαια, τα αποτυχημένα αυτά επαναστατικά κινήματα επιτρέπουν και κάποιες άλλες σημαντικές διαπιστώσεις:

α) Το Γένος δεν συμβιβάσθηκε ποτέ με την κατάσταση της δουλείας και δεν έπαυσε να πιστεύει στη δυνατότητα αποκαταστάσεώς του.

β) Οι επανειλημμένες αποτυχίες των επαναστατικών αυτών κινημάτων δικαιολογούν, αλλά και ερμηνεύουν συνάμα, τους δισταγμούς των Ηγετών του Γένους το 1821, όταν μάλιστα το φόβο της νέας τραγικής αποτυχίας τον ενίσχυε η καταθλιπτική παρουσία της "'Ιεράς Συμμαχίας" (από το 1815).

γ) Αποδεικνύεται τελείως αβάσιμο το επιχείρημα, ότι ο Διαφωτισμός και ιδίως η Γαλλική Επανάσταση (1789) γέννησαν το '21(8), όταν το Γένος δεν παύει στιγμή να βρίσκεται σε επαναστατικό βρασμό. H Γαλλική Επανάσταση ήταν φυσικό να επιταχύνει τους ρυθμούς και να ενθαρρύνει την αστική τάξη, όχι όμως και να προκαλέσει τον Αγώνα του '21, ο οποίος δεν είναι παρά ένας σταθμός στη μακραίωνη φιλελεύθερη πορεία του Γένους μας.

Η μεγάλη ανθενωτική-ησυχαστική παράταξη, στην οποία ανήκαν κατά κανόνα και oι Πατριάρχες και Μητροπολίτες, το εθναρχικό δηλαδή σώμα, έχει να επιδείξει και μια σημαντικότερη ακόμη αντίσταση, ανταποκρινόμενη μάλιστα απόλυτα στο πνεύμα της ορθοδόξου παραδόσεως. Είναι οι Νεομάρτυρες. Αυτοί προέβαλαν τη συνεπέστερη για την Ορθοδοξία και αποτελεσματικότερη για το Γένος αντίσταση, χωρίς μάλιστα Θυσίες άλλων, παρά μόνο του εαυτού τους(9). Διότι, μη ξεχνάμε, το πρόβλημα της εκχύσεως του αίματος των άλλων, ακόμη και σε περίπτωση "νόμιμης" άμυνας ή απελευθερωτικής εξεγέρσεως, στην ησυχαστική (αυθεντική δηλαδή) ορθόδοξη συνείδηση δεν βρίσκει εύκολα λύση. Οι Νεομάρτυρες ξαναζωντάνεψαν την αρχαία χριστιανική παράδοση του μαρτυρίου. Η ομολογία τους αποσκοπούσε στην έμπρακτη απόρριψη του κατακτητή και την άμεση επιβεβαίωση της υπεροχής της δικής τους πίστεως, που περιέκλειε συνάμα και τον εθνισμό τους. Σ' όλη τη μακρά δουλεία, απέναντι στους εξωμότες (εξισλαμισθέντες) ή και τους κρυπτοχριστιανούς, πού αληθινά ή όχι κατέφασκαν την ιδεολογία του κατακτητή, στέκονταν oι δημόσιοι καταφρονητές της, οι Νεομάρτυρες, μόνιμη παρηγορία και στήριγμα της συνειδήσεως των υποδούλων αδελφών τους. Οι Νεομάρτυρες ενσαρκώνουν μάλιστα πληρέστερα από τους Εθνομάρτυρες την ελληνορθόδοξη παράδοση, διότι διακρίνονται όχι μόνο για ηρωισμό, αλλά για την αγιότητα-πνευματικότητα, πού αποδεικνυόταν με τα θαύματα, που συνόδευαν το μαρτύριό τους. Κίνητρο τους δεν ήταν το μίσος, εναντίον των κατακτητών, αλλά η αγάπη για τον Χριστό και τους ανθρώπους, ακόμη και τους διώκτες τους.

Σε τελευταία όμως ανάλυση οι στρατιές των Νεομαρτύρων αποδεικνύουν τη συμμετοχή και του Ράσου στην αντίστασή τους, όπως και την ενότητα του Γένους εναντίον του Τυράννου. Oι Νεομάρτυρες προετοιμάζονταν για την ομολογία τους από τους Πνευματικούς-Γέροντες (ανάμεσά τους και Επίσκοποι). Οι βίοι και τα μαρτύρια των Νεομαρτύρων κυκλοφορούνταν και διαβάζονταν, είτε μεμονωμένα από τους πιστούς, είτε στις μνήμες τους ως συναξάρια. Και μόνο η καθιέρωση της τιμής της μνήμης των Νεομαρτύρων, αμέσως μετά τη θυσία τους, βεβαιώνει τη, σιωπηρή έστω (για ευνόητους λόγους), κατάφαση από μέρους του Εθναρχικού Κέντρου (του Οικουμενικού Πατριαρχείου) της θυσίας τους και αναγνώριση της σημασίας της για τη συνέχεια του Γένους.Σ' αυτήν όμως τη συνάφεια θα ήθελα να δηλώσω, ότι ακλόνητη πεποίθησή μου, θεμελιουμένη στη μελέτη τόσο της τάσεως για περιορισμένη συνεργασία με τον κατακτητή, όσο και εκείνης για αντίσταση, είναι η σύγκλιση τελικά, και των δύο προς ένα κοινό στόχο: την αποκατάσταση του Γένους. Η διαφορά εντοπιζόταν στον τρόπο θεωρήσεως του αιτήματος και στα χρησιμοποιούμενα μέσα, όχι όμως στη στοχοθεσία. Δεν είναι η μόνη περίπτωση παρόμοιων "διχασμών" του Γένους.

Η περίπτωση των Νεομαρτύρων όμως δείχνει πέρα από τα παραπάνω και τη σημασία των Μοναστηριών στους αγώνες για την ανάσταση του Γένους. Ο καθηγητής Απόστολος Βακαλόπουλος, ονομάζει αδίστακτα τα Μοναστήρια "προμαχώνες μπροστά στα κύματα του Μουσουλμανισμού"(10). Δεν ήσαν, πράγματι, μόνο κέντρα παιδείας ("κρυφά" σχολεία), καταφυγής και προστασίας των Ραγιάδων. Δεν ήσαν μόνο πνευματικές κολυμβήθρες για τον συνεχή αναβαπτισμό του Γένους στην παράδοσή του"(11). Ήσαν και αντιστασιακά-επαναστατικά κέντρα σε σημείο, που να μην υπάρχει εξέγερση ως το '21, στην οποία δεν πρωτοστατούν κάποιο ή κάποια Μοναστήρια, ως επίκεντρα της επαναστατικής δραστηριότητας, αλλά και χώροι, από τους οποίους ξεπηδούσαν επαναστάτες-πολεμιστές. Οι Μοναχοί μας, ποτέ δεν θεώρησαν αντίθετο προς τον πνευματικό τους αγώνα, τον αγώνα για την εθνική ελευθερία και τη θυσία τους γι' αυτήν.Αυτή τη στάση των Μοναστηριών στον Αγώνα ομολογεί και προσδιορίζει με το δικό του μοναδικό τρόπο ο Στρατηγός Μακρυγιάννης: "Τ' άγια τα μοναστήρια, οπού 'τρωγαν ψωμί oι δυστυχισμένοι [...] από τους κόπους των Πατέρων, των Καλογήρων. Δεν ήταν καπιτσίνοι δυτικοί, ήταν υπηρέτες των Μοναστηριών της Ορθοδοξίας. Δεν ήταν τεμπέληδες· δούλευαν και προσκυνούσαν (=λάτρευαν). Και εις τον αγώνα της πατρίδος σ' αυτά τα μοναστήρια γινόταν τα μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τα ολίγα αναγκαία του πολέμου, και εις τον πόλεμον θυσίαζαν και σκοτωνόταν αυτείνοι, οι 'περέτες των μοναστηριών και των εκκλησιών. Τριάντα είναι μόνον με μένα σκοτωμένοι έξω εις τους πολέμους και εις το Κάστρο, το Νιόκαστρο και εις την Αθήνα"(12).

Ο Μακρυγιάννης επικαλείται την προσωπική του εμπειρία, για να κατοχυρώσει τη συμμετοχή των Μοναστηριών στο μακρό αγώνα της ανεξαρτησίας. Με αφετηρία την καθαρά ορθόδοξη-ρωμαίικη συνείδησή του, νομίζω, ότι δεν τον παρερμηνεύουμε, αν την αναφορά του στο δυτικό μοναχισμό την ερμηνεύσουμε με βάση την εθνική προσφορά των Μοναχών μας. Η φράση "δεν ήταν καπιτσίνοι δυτικοί" για μας σημαίνει: δεν είχαν καμιά σχέση με τα δυτικά-μοναχικά τάγματα, που βρίσκονταν στην εξουσία του "τυράννου" (Πάπα ή Φράγκου Αυτοκράτορα). Ήταν στην υπηρεσία-διακονία του Γένους, στο οποίο και ανήκαν. Πόσοι όμως παρόντες σ' αυτόν εδώ το χώρο δεν έχετε τις προσωπικές σας εμπειρίες για τον εθνικό ρόλο των Μοναστηριών και των Μοναχών μας -ακόμη και των Μοναζουσών-στους νεώτερους αγώνες του Έθνους, όπως η αντίσταση 1941-44; Είναι μια προσφορά αδιάκοπη, ταπεινή και αθόρυβη, αληθινά μαρτυρική. Προσφορά πάνω απ' όλα αφατρίαστη και ακομμάτιστη, αληθινά εθνική. Τα Ελληνικά Μοναστήρια δεν συνδέθηκαν μόνο με τις εξεγέρσεις των χρόνων της δουλείας, αλλά από αυτά ξεπήδησαν και μεγάλες μορφές του '21(13), φωτεινοί Ηγέτες και φλογεροί Επαναστάτες.

2. Το Ράσο στην Επανάσταση του '21

Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά όλου του Ράσου στον πανεθνικό Αγώνα του '21 ήταν αδύνατη χωρίς μία πολύ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτή δεν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρική προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος. Αντίθετα, σχετιζόταν άμεσα με την γνήσια και αυθεντική αποκατάστασή του. Ας θυμηθούμε εδώ το βαθύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της "περιορισμένης συνεργασίας" με τον κατακτητή. Ήταν η ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιά έκταση και ευκλειά της. Αυτό εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγοντας συχνά: "αυτό μια μέρα θά γίνει ρωμαίικο". Αυτό εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, όταν έλεγε στο "Θούριό" του: "Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμηοί, αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή, για την ελευθερίαν νά ζώσωμεν σπαθί".

Μετά το κίνημα του Αλ. Υψηλάντη θα αλλάξει αυτός ο ρωμαίικος-οικουμενικός στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας(14). Από τη μεγαλοϊδεατική ιδεολογία του Γένους, θα ενταχθεί ο Αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνικοτήτων -καρπού της Γαλλικής Επαναστάσεως, στοχεύοντας όχι πια στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας, αλλά στη δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο θα "στριμωχνόταν" κυριολεκτικά (πρβλ. το 1922) το Ελληνικό Έθνος.Αυτό το πέρασμα από τη Ρωμαίικη Οικουμένη στο Ελληνικό κράτος ισοδυναμούσε με θάψιμο της Ρωμηοσύνης. Έτσι ο αγώνας του '21 εντάχθηκε στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Στις ευρωπαϊκές αυλές, όπως λ.χ. του Ναπολέοντος, καθορίσθηκε ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που δεν θα έχει πια ρωμαίικο-οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά στενά εθνικό και κατ' ουσίαν "αρχαιοελληνικό". Θα είναι επανάσταση των Ελλήνων του Ελλαδικού θέματος όχι μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλά και εναντίον της Ρωμαίικης Εθναρχίας, ως συνέχειας της "Ρωμαϊκής Βασιλείας" των "Βυζαντινών"(15). Το πραξικοπηματικό Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) είναι η απτή επιβεβαίωση αυτών των ξενόφερτων προσανατολισμών.

Η συμμετοχή, συνεπώς, του Ράσου -και μάλιστα του Οικουμενικού Πατριαρχείου- στον Αγώνα υπήρξε δείγμα υψηλής αυθυπερβάσεως και αυτοθυσίας, αφού ήταν πια φανερό, ότι ο Αγώνας είχε σαφώς αντιρωμαίικο και αντιεθναρχικό χαρακτήρα, στρεφόμενο και κατά του Πατριάρχου, ως Εθνάρχου των Ρωμηών(16).Η συμμετοχή δε αυτή ομολογείται από εκείνους, που την έζησαν σ' όλη τη διάρκεια του Αγώνα και ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν."Πλησίον εις τον Ιερέα -έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης- ήτον ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης καί τζομπάνης, ναύτης καί γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι"(17).Ο ιστορικός του 19ου αιώνα Χρ. Βυζάντιος σημειώνει: "Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επαναστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας(18).Ο εθνικός ιστορικός μας Κ.Παπαρρηγόπουλος ομολογεί: "...Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς όμως εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησεν περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν"(19)Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Επανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ.Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ι.Συκουτρής, ο Κ.Βοβολίνης, ο Ν.Τωμαδάκης, ο Απ.Βακαλόπουλος κ.α.(20) Υπάρχουν, βέβαια, και επικριτές του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν ή και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα. Τέτοιες θέσεις έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ο Γ. Κορδάτος (ιστορικός μαρξιστής), ο Γ. Σκαρίμπας (λογοτέχνης μαρξιστής, αλλ' όχι ιστορικός), ο Μάριος Πλωρίτης (φιλόλογος κριτικός, αλλ' όχι ιστορικός), ο Γ. Καρανικόλας (δημοσιογράφος, όχι ιστορικός) κ.ά.(21).

Oι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στερεότυπα από άλλους λιγότερο σημαντικούς καί άσχετους με την ιστορική έρευνα. Αρκεί να μελετήσει κανείς το "ΔΕΛΤΙΟΝ" της Ο.Λ.Μ.Ε.(22), για. να διαπιστώσει πώς αυτούσιες oι ιδεολογικές αυτές ερμηνείες για το '21 περνούν στο χώρο της παιδείας. Tο τραγικά απελπιστικό όμως είναι, ότι πολλές από τις παλαιότερες τοποθετήσεις έχουν πια ξεπερασθεί και στο χώρο της μαρξιστικής ιστορικής Σχολής, οπότε oι υποστηρικτές τους αποδεικνύονται "παλαιομοδίτες" στο χώρο του ιστορικού ερασιτεχνισμού. Νεώτεροι μαρξιστές ιστορικοί, έχουν αποκηρύξει την ερμηνευτική μέθοδο του Γ.Κορδάτου και απομακρυνθεί από την ιδεολογική προοπτική του. Επίσης έχουν απορρίψει την προπολεμική θεωρία του "λαϊκισμού (π.χ. Λεων. Στρίγκας). Έτσι, ο Π. Ρουσος δέχεται τήν επανάσταση του '21 ως εθνικοαπελευθερωτική και ομολογεί: "Σε σύγκριση με το εθνικό το κοινωνικό έρχεται στο υπόστρωμα"(23). Ανάλογα δέχονται ο καθηγ. Βασ. Φίλιας, ο Λεων. Στρίγκας, η Ελ. Αντωνιάδη-Μπιμπίκου κ.ά. (24).

Η επικρατούσα στο χώρο της μαρξιστικής σκέψης σήμερα θέση είναι, ότι η Επανάσταση του '21 είναι εθνικοαπελευθερωτική, με κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά μία, στην οποία έλαβαν μέρος oι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, κάθε μια με τις δικές της προϋποθέσεις και στοχοθεσία. Δεν έχει εκλείψει όμως τελείως η ιδεολογική προσέγγιση, που αναιρεί κάθε δυνατότητα ιστορικής-επιστημονικής κατανοήσεως και ερμηνείας.Ένα από τα επισημότερα θύματα της παρατεινόμενης αυτής ιδεολογικής αδιαλλαξίας είναι ο Μέγας Οικουμενικός Πατριάρχης του Αγώνα, Άγιος Γρηγόριος Ε'(25).Η ερμηνεία της στάσης του στον Αγώνα απαιτεί επαρκή γνώση της εποχής (ιστορικά, κοινωνιολογικά, πολιτικά, διπλωματικά) και τη χρήση ορθών κριτηρίων, συγχρόνων δηλαδή και όχι σημερινών (ιστορικός αναχρονισμός).Ο σοφός εκείνος Γενάρχης, πώς ήταν δυνατό να παραβλέψει τους αρνητικούς παράγοντες, που απειλούσαν κάθε επαναστατική σκέψη (Ιερά Συμμαχία, Τσάρος, προηγούμενες οικτρές αποτυχίες, π. χ. 1790);Γιατί να απαιτεί κανείς λιγότερη σύνεση από εκείνη τον Κοραή και του Καποδίστρια, που ήσαν τελείως αρνητικοί στα σχέδια εξεγέρσεως;

Και όμως, σε καμία παρακωλυτική ή αποτρεπτική ενέργεια δεν προέβη, η δε αλληλογραφία του είναι σαφώς θετική και φανερώνει την εσωτερική συμμετοχή του στα σχέδια της Φιλικής(26).Θα ερωτήσει, βέβαια, κανείς: και ο περιβόητος αφορισμός του κινήματος Υψηλάντου-Σούτσου; Δεν είναι σαφής αντίδραση του Γρηγορίου;Έτσι, άλλωστε, ερμηνεύεται ως σήμερα από την αρνητική κριτική. Μπορεί όμως να "ερμηνευθεί" ο αφορισμός χωρίς να ληφθεί υπόψη το κλίμα, μέσα στο οποίο έγινε; Και ποιο ήταν το κλίμα αυτό;

-Έκρηξη της οργής του Σουλτάνου (απόλυτου κυρίου πάνω σε κάθε υπήκοο)

-Άμεσος κίνδυνος γενικής σφαγής των Ρωμηών (ομολογία εκθέσεων των Ξένων της  Κων/πόλεως(27))

-Απερίγραπτες θηριωδίες, πού προοιώνιζαν τη συνέχεια

-Παύση από τον Σουλτάνο δύο Μ. Βεζίρηδων, με την κατηγορία της επιεικούς στάσεως έναντι των Ρωμηών

-Απαγχονισμός του Σεϊχουλισλάμη (Θρησκευτικού αρχηγού), κατηγορουμένου για απείθεια (δεν εξέδωσε φετφά για την σφαγή και εξόντωση των Ρωμηών(28))

-Εκτελέσεις Φαναριωτών (Μουζούρηδων και Μητροπολιτών) κ.λπ.(29).

Ποιος μπορεί μετά από όλα αυτά να αρνηθεί, ότι ο αφορισμός ήταν πράξη ανάγκης και "στάχτη στα μάτια του Σουλτάνου"; (Νικοπόλεως Μελέτιος).

Αυτή ακριβώς ήταν και η ερμηνεία του άμεσα θιγομένου από τον αφορισμό, Αλ.Υψηλάντη:

"Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος υπό της Πόρτας, σας στέλλει αφοριστικά και Εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρήτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου"(30).Μόνο, λοιπόν, μετά από την γνώση όλων αυτών μπορεί να εκτιμηθεί σωστά και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου. Ο πρώτος Πατριάρχης της Ρωμηοσύνης εκτελέσθηκε ως "προδότης" του Σουλτάνου και όχι των Ρωμηών(31). Και εύλογα, αφού τυπικά ήταν ο δεύτερος μετά τον Σουλτάνο αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ενώ δε ο αφορισμός δεν είχε καμιά αρνητική απήχηση στον Εθνικό Αγώνα, αφού ήταν γνωστή η προέλευσή του, το "σχοινί του Πατριάρχη" ανέπτυξε μιαν ευεργετική δυναμική, διότι έγινε κινητήρια δύναμη στο αγωνιζόμενο Έθνος.Η ιδεολογικοποιημένη ερμηνεία δεν αφήνει όμως άθικτους και τους άλλους Αρχιερείς. Θέλοντας να μειώσουν τη διακεκριμένη συμμετοχή αρχιερέων, όπως λ.χ. ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ή ο Σαλώνων Ησαϊας, μιλούν για "εκατοντάδες αρχιερέων" (Σκαρίμπας), η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων (δήθεν) απέσχε και υπονόμευσε τον Αγώνα(32). Έχουν όμως έτσι τα πράγματα;

Oι Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου δεν ξεπερνούσαν τους 200, στις 171 συνολικά επαρχίες του.

Ο αριθμός δε αυτός περιλαμβάνει και τους Αρχιερείς των άλλων ρωμαίικων Πατριαρχείων, που ήταν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας(33). Ο Σπ.Τρικούπης, Θ. Φαρμακίδης κ.α,. δέχονται τον αριθμό 180, οι δε τιτουλάριοι Αρχιερείς δεν υπερέβαιυαν τους 20(34). Ποια ήταν, λοιπόν, η συμμετοχή αυτών των Αρχιερέων στη Φιλική Εταιρεία(35).Παρά τον αστικό χαρακτήρα της Φιλικής, oι πρωτεργάτες της δεν είχαν δυτική αντιφεουδαρχική συνείδηση, διότι στην "καθ' ημάς Ανατολήν" δεν υπήρχε φεουδαρχία φραγκικού τύπου (φυσική αριστοκρατία). Γι' αυτό ενώ στη Δύση ο Κλήρος, και μάλιστα οι Επίσκοποι, εθεωρούντο προέκταση της τάξεως των Ευγενών, η Φιλική στράφηκε εδώ στον Κλήρο και μάλιστα στις κεφαλές του. Αυτό επιβεβαιώνει και ο Κορδάτος: "0ί Φιλικοί [...] επεδίωξαν να δώσουν χαρακτήρα πανεθνικόν εις την ωργανωμένην επανάστασιν και δι' αυτό προσηλύτισαν και μερικούς Φαναριώτας και ανωτέρους Κληρικούς"(36). Το επίθετο ("μερικούς") απορρέει από το ιδεολογικό πρίσμα του Κορδάτου και δεν ανταποκρίνεται στο ελάχιστο στα πράγματα.Από το 1818 μυήθησαν στην Φ. Ε. όλοι σχεδόν oι αρχιερείς της Πελοποννήσου(37), κάτι που αναγκάζεται να το παραδεχθεί ο αγαθότερος Σκαρίμπας: " Η Φ. Ε. [...] στο κόλπο είχε μυήσει όλους σχεδόν τους Παλαιοελλαδίτες κοτσαμπάσηδες και προπαντός τούς δεσποτάδες"(38).

Η αλήθεια είναι, ότι ως Ρωμηοί oι ηγέτες της Φιλικής γνώριζαν την επιρροή των Αρχιερέων στο λαό. Μέσα στα έτη 1918-21 όλοι σχεδόν oι Αρχιερείς έγιναν μέλη της Φιλικής. Μαρτυρίες αδιαμφισβήτητες καλύπτουν 81 περιπτώσεις. Για έναν αριθμό απουσιάζουν μαρτυρίες, χωρίς όμως να μπορεί να υποστηριχθεί, ότι δεν είχαν μυηθεί και εκείνοι. Απουσιάζει όμως και κάθε μαρτυρία για προβολή αρνήσεως ή για υπονόμευση του έργου της Εταιρείας. Oι περισσότεροι ιστορικοί δέχονται, ότι oι Αρχιερείς υπήρξαν η σπονδυλική στήλη της Φιλικής και ο κύριος παράγων του έργου της λόγω του υψηλού κύρους τους στον Λαό(39). Αν οι Αρχιερείς εξ άλλου δεν περιέβαλλαν με την αγάπη τους τo έργο της Φιλικής, πολλά πράγματα μπορούσαν να ανατραπούν. Μια αναφορά, τέλος, στην ποσοστιαία σύνθεση της Φιλικής δίνει τα στοιχεία: Κληρικοί 9,5%, Αγρότες 6% καί Πρόκριτοι 11,7%(40).Ιδιαίτερα από την περιοχή της Ελλάδος αναφέρονται επώνυμα στις πηγές 73 αρχιερείς, που έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα. Σαρανταδύο Αρχιερείς υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους, βασανιστήρια, εξορίες κ.λπ. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε', Κύριλλος ΣΤ') και 45 Αρχιερείς (Μητροπολίτες) εκτελέσθηκαν ή έπεσαν σε μάχες. Κατά τον Γάλλο Πρόξενο Πουκεβίλ οι κληρικοί-θύματα του Αγώνα ανέρχονται συνολικά σε 6.000(41).



Υπάρχει όμως και το "εξ αντιθέτου" επιχείρημα.

H μαρτυρία των Τούρκων Ιστορικών για τη δράση του ελληνορθοδόξου Κλήρου στον Αγώνα του '21(42).

 Ετσι, ο Μώραλη Μελίκ Μπέη δέχεται ότι "τον λαόν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν oι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετά τούτων, oι έμποροι, οι πρόκριτοι, και κυρίως oι μητροπολίται και γενικως oι ανήκοντες εις τον κλήρον, δηλαδή oι πραγματικοί ηγέται του Εθνους"(43). Ο δε Ζανί Ζαντέ σημειώνει: "Τα σχέδια ετηρούντο μυστικά μεταξύ του Πατριάρχου, των Μητροπολιτών, των Παπάδων, των Δημογερόντων"(44).Διά να κλείσουμε το θέμα αυτό, θα προσθέσουμε, ότι ενίοτε τον 19ο αιώνα εγείρονταν αντιδράσεις όχι για την μη συμμετοχή των Κληρικών μας στον απελευθερωτικό Αγώνα, αλλά αντίθετα για τη συμμετοχή τους σ' αυτόν. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κεφαλλονίτη κοσμοκαλόγηρου και ησυχαστή Κοσμά Φλαμιάτου (1786- 1852)(45)

Κατά τον Φλαμιάτο η Αγγλία εκμεταλλεύθηκε τον Αγώνα του '21. Με την εμπλοκή του Κλήρου σ' αυτόν επεδίωξε "ίνα διεγείρη την παγκόσμιον, ει δυνατόν, περιφρόνησιν, μίσος, αποστροφήν και συνωμοσίαν κατά του Κλήρου, τόσον την εκ των Αρχών, όσον και την εκ του λαού. Δι' αυτόν τον σκοπόν προς τοις άλλοις εκίνησεν εμμέσως εις τους αρχηγούς της Φιλικής Εταιρείας και εισήχθησαν εν αυτω ο Οικουμενικός Πατριάρχης, πολλοί Επίσκοποι και άλλοι εκ του Κλήρου της Ανατολής, και εφάνησαν τινες εξ αυτών οπλοφορούντες εις το στάδιον του κατά των Οθωμανών πολέμου, φαινόμενον όλως μοναδικόν, αλλόκοτον και αποτρόπαιον, εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν..."(46).

Δεν θα ασχοληθούμε με την ορθότητα ή όχι των κρίσεων του Φλαμιάτου, που έχει το δικό του πρίσμα θεωρήσεως.

Το σκανδαλιστικό για ησυχαστές σαν τον Φλαμιάτο είναι η συμμετοχή του Κλήρου στις πολεμικές επιχειρήσεις ("οπλοφορία") και σε μια συνωμοτική Εταιρεία, όπως η Φιλική. Την τελευταία θεωρεί κατευθυνόμενη "εμμέσως" από την Αγγλία. Μάλλον, συνεπώς, αυτό προσκρούει στη συνείδησή του, ότι δηλαδή η Επανάσταση εξυπηρετούσε τους σκοπούς της Δύσεως. Σ' αυτό ακριβώς, πιστεύουμε, έγκειται η αντίθεσή του. Ότι ο Κλήρος της Ελλάδος, εν αγνοία του, εξυπηρέτησε σκοπούς αλλοτρίους και όχι τα όνειρα της Ρωμηοσύνης. Ο Φλαμιάτος γράφει στη δεκαετία του 1840, όταν πολλά πια έχουν αποσαφηνισθεί. Σημαντικό όμως είναι, ότι θεωρεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, σ' αντίθεση με τους σημερινούς επικριτές του. Για τους παραδοσιακούς ορθοδόξους όμως αυτό ήταν το σκάνδαλο και όχι το αντίθετο. O Γενάρχης της Ρωμηοσύνης να υποθάλπει κινήσεις, που στρέφονταν εναντίον της... Γι' αυτό μιλήσαμε παραπάνω για "θυσία" και "αυθυπέρβαση" του Ράσου. Η εθναρχική πολιτική εγκαταλείφθηκε για χάρη της ελευθερίας της Ελλάδος(47).Η Ρωμαίικη Εθναρχία θυσιάστηκε, εκούσια, για την ελευθερία της Ελλάδος. Ο Όθωνας στα 1833 θα πάρει για τους Έλληνες, πολιτικά και εκκλησιαστικά, τη θέση του Εθνάρχη Οικουμενικού Πατριάρχη. Η αγανάκτηση του Φλαμιάτου εστιάζεται, ακριβώς, στην αντίθετη κατεύθυνση από τις αιτιάσεις των επικριτών του Κλήρου.

Το Ράσο θυσίασε τα πάντα για την Ελλάδα και την εθνική αποκατάστασή της.

Συμπερασματικά:

Η συμμετοχή του Ράσου στους εθνικούς μας αγώνες δεν είναι ασφαλώς, ο μοναδικός λόγος της παρουσίας του Κλήρου στην κοινωνία μας. Κύρια αποστολή του Ράσου είναι το έργο του ιατρού στο "Πνευματικόν Ιατρείον" της Εκκλησίας για την πνευματική και υπαρκτική αποκατάσταση του ανθρώπου μέσα στο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να θεωρείται ως ένας συμβατικός θεσμός, κοινωνικού χαρακτήρα, μέσα στον υπόλοιπο κρατικό και εθνικό βίο, με σκοπό να σώζει απλώς την ιστορική διάσταση.Εν τούτοις η Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα η Ελλαδική, πρωτοστατεί σ' όλους τους απελευθερωτικούς μας αγώνες. Γιατί; Διότι τούτο απορρέει από την πίστη της για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Η Ορθοδοξία βλέπει την ελευθερία ως το φυσικό κλίμα αναπτύξεως και πραγματώσεως , του ανθρωπίνου προσώπου. Πραγματική δε ελευθερία είναι η δυνατότητα κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό και τούς συνανθρώπους του, σε βαθμό γνησιότητας, πληρότητας και αυθεντικότητας, έξω δηλαδή από κάθε αναγκαστικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία εντάσσεται στα πλαίσια του θελήματος του Θεού και είναι (και ως εθνική-κοινωνική) έννοια καθαρά θεολογική- εκκλησιαστική(48).

Ο Ορθόδοξος Κλήρος δεν μπορεί να μη συμμετάσχει στους εθνικούς-απελευθερωτικούς αγώνες, διότι το έργο του και στην περίοδο της ειρήνης είναι απελευθερωτικό. Αγώνας για την καταξίωση του Ρωμηού, ως απελευθέρωση από τα δεσμά της εσωτερικής δουλείας, της αμαρτίας(49).H εσωτερική δε δουλεία κατά κύριο λόγο επιφέρει και την εξωτερική. Διότι δουλεία δεν είναι, κυρίως, η αναγκαστική υποταγή, αλλά η εσωτερική υποταγή και ταύτιση με τον κατακτητή, η νέκρωση του πνεύματος αντιστάσεως και του ψυχικού δυναμισμού. Γι' αυτό και πιστεύουμε, ότι η σημαντικότερη προσφορά του Ράσου στο Έθνος μας δεν ήταν τόσο η συμμετοχή του Κλήρου στις ένοπλες εξεγέρσεις και συγκρούσεις, όσο η συμβολή του Ράσου στη συντήρηση του ελληνορθοδόξου φρονήματος του Γένους και της αγάπης του προς την ελευθερία.

Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν θα μπορούσε να υπάρξει Εικοσιένα.

“Η Ρωμιοσύνη υπάρχει και θα υπάρχει πάντα”

Η Ρωμιοσύνη είναι μια ιδέα που αγκαλιάζει την ιστορία της ελληνικότητας, όπως την διέπλασαν οι Έλληνες μέσα από τους αιώνες. Υπάρχουν ...