Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2019

Σχετικά μέ τό νά μήν ἀπελπιζόμαστε (Ἅγιος Ἀμφιλόχιος Ἐπίσκοπος Ἰκονίου)




Κάποιος ἀδελφός νικήθηκε ἀπό τό πάθος τῆς πορνείας καί ἔκανε τήν ἁμαρτία καθημερινά., ἀλλά καί καθημερινά ζητοῦσε ἔλεος ἀπό τόν Κύριό του μέ δάκρυα καί προσευχές. Ἐνεργώντας λοιπόν ἔτσι, τόν ξεγελοῦσε ἡ κακή συνήθεια, καί ἔκανε τήν ἁμαρτία· ἔπειτα πάλι, μετά τήν ἁμαρτία, πήγαινε στήν ἐκκλησία, καί βλέποντας τήν ἱερή καί σεβάσμια εἰκόνα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔπεφτε μπροστά της μέ πικρά δάκρυα καί ἔλεγε: «Σπλαχνίσου με, Κύριε, καί πάρε ἀπό ἐπάνω μου αὐτόν τόν ὕπουλο πειρασμό, γιατί μέ ταλαιπωρεῖ φοβερά καί μέ τραυματίζει μέ τίς πικρές ἡδονές. Δέν ἔχω πρόσωπο, Κύριε, νά ἀντικρύσω καί νά δῶ τήν ἁγία εἰκόνα σου καί τήν ὑπέρλαμπρη μορφή τοῦ προσώπου σου, ὥστε νά γλυκαθεῖ ἡ καρδιά μου».
Τέτοια ἔλεγε, καί ὅταν ἔβγαινε ἀπό τήν ἐκκλησία ἔπεφτε πάλι στόν βοῦρκο. Ὅμως καί πάλι δέν ἀπελπιζόταν γιά τή σωτηρία του, ἀλλά ἀπό τήν ἁμαρτία ξαναγύριζε στήν ἐκκλησία καί ἔλεγε τά παρόμοια πρός τόν φιλάνθρωπο Κύριο καί Θεό: «Ἐσένα, Κύριε, βάζω ἐγγυητή, ὅτι ἀπό ἐδῶ καί πέρα δέν θά ξανακάνω αὐτή τήν ἁμαρτία· μόνο, ἀγαθέ, συγχώρησέ μου ὅσες ἁμαρτίες σοῦ ἔκανα ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τώρα». Καί ἀφοῦ ἔδινε αὐτές τίς φοβερές ὑποσχέσεις, πάλι γύριζε στή βαριά ἁμαρτία του. Καί ἔβλεπε κανείς τή γλυκύτατη φιλανθρωπία καί τήν ἄπειρη ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ νά ἀνέχεται καθημερινά καί νά ὑπομένει τήν ἀδιόρθωτη καί βαριά παράβαση καί τήν ἀχαριστία τοῦ ἀδελφοῦ καί νά θέλει ἀπό πολλή εὐσπλαχνία τή μετάνοιά του καί τήν ὁριστική ἐπιστροφή του. Γιατί αὐτό δέν γινόταν γιά ἕνα, δύο ἤ τρία χρόνια, ἀλλά γιά δέκα καί περισσότερο.Βλέπετε ἀδελφοί, τήν ἄμετρη ἀνοχή καί τήν ἄπειρη φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου; Πῶς κάθε φορὰ δείχνει μακροθυμία καί καλοσύνη, ὑπομένοντας τίς βαριές ἀνομίες καί ἁμαρτίες μας; Γιατί αὐτό πού συγκλονίζει καί προκαλεῖ θαυμασμό σχετικά μέ τήν πλούσια εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅτι ὁ ἀδελφός, ἐνῶ ὑποσχόταν καί συμφωνοῦσε νά μήν ξανακάνει τήν ἁμαρτία, ἀποδεικνυόταν ψεύτης.
Μία μέρα λοιπόν, καθώς γινόταν αὐτό, ὁ ἀδερφός, ἀφοῦ ἔκανε τήν ἁμαρτία, πῆγε τρέχοντας στήν ἐκκλησία, θρηνώντας καί στενάζοντας καί κλαίγοντας καί βιάζοντας τὴν εὐσπλαχνία τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ νά τόν λυπηθεῖ καί νά τόν γλυτώσει ἀπό τόν βοῦρκο τῆς ἀσωτείας. Καθώς λοιπόν ὁ ἀδελφός παρακαλοῦσε τόν φιλάνθρωπο Θεό, ὁ ἀρχέκακος διάβολος, ἡ καταστροφή τῶν ψυχῶν μας, εἶδε ὅτι τίποτε δέν κάνει, ἀλλά ὅσο αὐτός ἔραβε μέ τήν ἁμαρτία, ὁ ἀδελφός τά ξήλωνε μέ τή μετάνοια. Μέ θράσος λοιπόν τοῦ παρουσιάστηκε φανερά καί, στρέφοντας τό πρόσωπό του πρός τή σεβάσμια εἰκόνα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, κραύγαζε καί ἔλεγε: «Τί θά γίνει μ’ ἐμᾶς τούς δύο, Ἰησοῦ Χριστέ; Ἡ ἄπειρη συμπάθειά σου μέ νικᾶ καί μέ ρίχνει κάτω, καθώς δέχεσαι αὐτόν τόν πόρνο, τόν ἄσωτο, πού κάθε μέρα σοῦ λέει ψέματα καί δέν λογαριάζει τήν ἐξουσία σου. Γιατί λοιπόν δέν τόν καῖς, ἀλλά μακροθυμεῖς καί τόν ἀνέχεσαι; Ἐσύ πρόκειται νά δικάσεις τοῦς μοιχούς καί τούς πόρνους καί νά ἐξολοθρεύσεις ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς. Πράγματι, δέν εἶσαι δίκαιος κριτής, ἀλλά ὅπου νομίσει ἡ ἐξουσία σου, κρίνεις ἄδικα καί παραβλέπεις. Ἐμένα, γιά τή μικρή παράβαση τῆς ὑπερηφάνειας, μέ ἔριξες ἀπό τόν οὐρανό κάτω· καί αὐτός εἶναι ψεύτης καί πόρνος καί ἄσωτος, καί ἐπειδή πέφτει μπροστά σου, τοῦ χαρίζεις ἀτάραχος τήν εὐμένειά σου. Γιατί λοιπόν σέ λένε δίκαιο κριτή; Ὅπως βλέπω, καί ἐσύ χαρίζεσαι σέ πρόσωπα ἀπό τήν πολλή σου ἀγαθότητα καί παραβλέπεις τό δίκαιο». Καί αὐτά ὁ διάβολος τά ἔλεγε πνιγμένος ἀπό τήν πολλή πίκρα του καί βγάζοντας φλόγες καί καπνό ἀπό τά ρουθούνια του.Ἀφοῦ τά εἶπε αὐτά ὁ διάβολος, σώπασε· καί ἀμέσως ἀκούστηκε μία φωνή σάν ἀπό τό ἅγιο βῆμα νά λέει: «Παμπόνηρε καί ὀλέθριε δράκοντα, δέν χόρτασε ἡ κακία σου πού κατάπιες ὅλο τόν κόσμο, ἀλλά καί αὐτόν πού κατέφυγε στό ἄπειρο ἔλεος τῆς εὐσπλαχνίας μου πασχίζεις νά τόν ἁρπάξεις καί νά τόν καταπιεῖς; Ἔχεις νά παρουσιάσεις ἁμαρτήματα τόσα ποὺ νά ζυγίζουν βαρύτερα ἀπό τό πολύτιμο αἷμα ποὺ ἔχυσα γι’ αὐτόν ἐπάνω στόν σταυρό; Μάθε ὅτι ἡ σταύρωση καί ὁ θάνατός μου συγχώρησαν τίς ἁμαρτίες του. Καί ἐσύ βέβαια, ὅταν αὐτός πηγαίνει στήν ἁμαρτία, δέν τόν διώχνεις, ἀλλά τόν δέχεσαι μέ χαρά καί δέν τόν ἀποστρέφεσαι, οὔτε τόν ἐμποδίζεις, γιατί ἐλπίζεις νά τόν κερδίσεις. Ἐγώ λοπόν, πού εἶμαι τέτοιος σπλαχνικός καί φιλάνθρωπος, πού ἔδωσα ἐντολή στόν κορυφαῖο μου ἀπόστολο Πέτρο νά συγχωρεῖ ὥς ἑβδομήντα φορές τό ἑπτά αὐτόν πού ἁμαρτάνει καθημερινά, ἄραγε δέν θά συγχωρήσω καί δέν θά τόν σπλαχνιστῶ; Ναί, σοῦ λέω· καί ἐπειδή καταφεύγει σ’ ἐμένα, δέν θά τόν ἀποστραφῶ, ὥσπου νά τόν πάρω δικό μου· γιατί ἐγώ γιά τούς ἁμαρτωλούς σταυρώθηκα καί γι’ αὐτούς ἅπλωσα τά ἄχραντα χέρια μου, ἔτσι ὥστε ὅποιος θέλει νά σωθεῖ, νά καταφεύγει σ’ ἐμένα καί σώζεται. Κανέναν δέν ἀποστρέφομαι οὔτε διώχνω· ἀκόμη καί μύριες φορές τή μέρα νά ἁμαρτήσει κάποιος καί μύριες φορές νά ἔρθει σ’ ἐμένα, δέν θά φύγει λυπημένος. Γιατί δέν ἦρθα νά καλέσω σέ μετάνοια τούς ἐνάρετους ἀλλά τούς ἁμαρτωλούς».
Μόλις ἀκούστηκαν αὐτά τά λόγια, ὁ διάβολος ἔμεινε στή θέση του τρέμοντας, χωρίς νά μπορεῖ νά φύγει. Καί ἀκούστηκε πάλι ἡ φωνή: « Ἄκουσε, ἀπατεώνα, καί σχετικά μέ αὐτό πού εἶπες, ὅτι δηλαδή εἶμαι ἄδικος. Γιατί ἐγώ εἶμαι δίκαιος σέ ὅλους, καί σέ ὅποια κατάσταση βρῶ κάποιον, σύμφωνα μέ αὐτή τόν κρίνω. Δές, λοιπόν· αὐτόν τόν βρῆκα τώρα σέ μετάνοια καί ἐπιστροφή, πεσμένο μπροστά στά πόδια μου καί νικητή σου. Θά τόν πάρω λοιπόν καί θά σώσω τήν ψυχή του, ἐπειδή δέν ἀπελπίστηκε γιά τή σωτηρία του. Καί ἐσύ, βλέποντας τήν τιμή πού τοῦ κάνω, νά σουβλιστεῖς ἀπό τόν φθόνο σου καί νά καταντροπιαστεῖς».Καί ὅπως ἦταν ὁ ἀδελφός πεσμένος μπρούμυτα καί θρηνοῦσε, παρέδωσε τήν ψυχή του· καί ἀμέσως ἦρθε ὀργή μεγάλη σάν φωτιά καί ἔπεσε ἐπάνω στόν σατανᾶ καί τόν κατέκαιγε. Ἀπό αὐτό λοιπόν ἄς μάθουμε, ἀδελφοί, τήν ἄμετρη εὐσπλαχνία καί φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καί πόσο καλό Κύριο ἔχουμε, καί ποτέ νά μήν ἀπελπιστοῦμε ἤ νά ἀμελήσουμε τή σωτηρία μας.
Κάποιος ἄλλος πάλι πού μετανόησε μετά τήν ἁμαρτία ἀποσύρθηκε στήν ἡσυχία· συνέβη ὅμως τότε νά χτυπήσει σέ πέτρα καί νά πληγωθεῖ στό πόδι, καί τόσο αἷμα νά τρέξει ἀπό τήν πληγή, ὥστε νά ξεψυχήσει ἀπό τόν αἱμοραγία. Ἦρθαν λοιπόν οἱ δαίμονες θέλοντας νά πάρουν τήν ψυχή του· καί τούς λένε οἱ ἄγγελοι: «Κοιτάξτε στήν πέτρα καί δεῖτε τό αἷμα του πού ἔχυσε γιά τόν Κύριο». Καί μέ αὐτό πού εἶπαν οἱ ἄγγελοι, ἀφέθηκε ἐλεύθερη ἡ ψυχή.
Σέ κάποιον ἀδερφό πού ἔπεσε σέ ἁμαρτία, παρουσιάστηκε ὁ σατανᾶς καί εἶπε: «Δέν εἶσαι χριστιανός». Ὁ ἀδελφός τοῦ ἀποκρίθηκε: «ὅποιος καί νά εἶμαι, πάντως εἶμαι καλύτερός σου». Ὁ σατανᾶς εἶπε πάλι: «Σοῦ λέω, θά πᾶς στήν κόλαση». Καί ὁ ἀδελφός τοῦ ἀπάντησε: «Δέν εἶσαι ἐσύ κριτής μου οὔτε ὁ Θεός μου». Ἔτσι ὁ σατανᾶς ἔφυγε ἄπρακτος, ἐνῶ ὁ ἀδελφός ἔδειξε εἰλικρινῆ μετάνοια στόν Θεό καί ἔγινε ἄξιος.
Ἕνας ἀδελφός ποὺ εἶχε κυριευθεῖ ἀπό λύπη, ρώτησε κάποιον γέροντα: «Τί νά κάνω; Οἱ λογισμοί μου λένε ὅτι ἄδικα ἀπαρνήθηκα τόν κόσμο καί ὅτι δέν μπορῶ νά σωθῶ». Καί ὁ γέροντας ἀποκρίθηκε: «Ἀκόμη καί ἄν δέν μποροῦμε νά μποῦμε στή Γῆ τῆς ἐπαγγελίας, μᾶς συμφέρει νά ἀφήσουμε τά κόκκαλά μας στήν ἔρημο παρά νά γυρίσουμε πίσω στή Αἴγυπτο».

Ἄλλος ἀδελφός ρώτησε τόν ἴδιο γέροντα: «Πάτερ, τί ἐννοεῖ ὁ προφήτης ὅταν λέει: ‘‘ Δέν ὑπάρχει γι’ αὐτό σωτηρία ἀπό τόν Θεό του’’;» καί ὁ γέροντας εἶπε: «Ἐννοεῖ τούς λογισμούς τῆς ἀπελπισίας πού σπέρνονται ἀπό τούς δαίμονες σέ αὐτόν πού ἁμάρτησε καί τοῦ λένε• ‘‘Δέν ὑπάρχει πιά γιά σένα σωτηρία ἀπό τόν Θεό’’, καί προσπαθοῦν νά τόν γκρεμίσουν στήν ἀπελπισία. Αὐτούς πρέπει κανείς νά τούς ἀντιμάχεται λέγοντας• ‘‘ Καταφύγιό μου εἶναι ὁ Κύριος, καί αὐτός θά ἐλευθερώσει ἀπό τήν παγίδα τά πόδια μου’’».
Κάποιος ἀπό τούς πατέρες διηγήθηκε ὅτι στήν Θεσσαλονίκη ὑπῆρχε ἕνα ἀσκητήριο παρθένων. Μία ἀπό αὐτές, ἀπό ἐνέργεια τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, ἔφυγε ἀπό τό μοναστήρι καί ἔπεσε σέ πορνεία, καί ἔμεινε στό πάθος αὐτό ἀρκετό καιρό. Κάποτε ὅμως, μέ τή βοήθεια τοῦ φιλάνθρωπου Θεοῦ, μετανόησε καί γύρισε στό κοινόβιό της. Καί φτάνοντας μπροστά στήν πύλη, ἔπεσε νεκρή.Ὁ θάνατός της ἀποκαλύφθηκε σέ κάποιον ἅγιο, ὁ ὁποῖος εἶδε τούς ἁγίους ἀγγέλους πού ἦρθαν νά πάρουν τήν ψυχή της, καί δαίμονες πού τούς ἀκολουθοῦσαν. Στόν διάλογο πού ἔγινε μεταξύ τους, οἱ ἅγιοι ἄγγελοι ἔλεγαν ὅτι γύρισε μέ μετάνοια. Οἱ δαίμονες πάλι ἀντέλεγαν: «Τόσο καιρό εἶναι ὑποδουλωμένη σ’ ἐμᾶς καί εἶναι δική μας· ἄλλωστε δέν πρόλαβε οὔτε νά μπεῖ στό κοινόβιο, καί πῶς λέτε ὅτι μετανόησε;» καί εἶπαν οἱ ἄγγελοι: «Ἀπό τή στιγμή πού εἶδε ὁ Θεός τήν πρόθεσή της νά ἔχει κλίση στόν σκοπό αὐτό, δέχτηκε τή μετάνοιά της· καί ἡ μετάνοια βέβαια ἦταν στήν ἐξουσία της, λόγω τοῦ σκοποῦ πού ἔβαλε, ἡ ζωή της ὅμως ἦταν στήν ἐξουσία τοῦ Κυρίου τοῦ σύμπαντος». Μέ τά λόγια αὐτά ντροπιάστηκαν οἱ δαίμονες καί ἔφυγαν. Καί αὐτός πού εἶδε τήν ἀποκάλυψη, τή διηγήθηκε στούς παρόντες.
Ὁ ἀββάς Ἁλώνιος εἶπε ὅτι, ἄν θέλει ὁ ἄνθρωπος, μπορεῖ ἀπό τό πρωί ὥς τό βράδι νά φτάσει σέ θεῖα μέτρα.
Ἕνας ἀδελφός ρώτησε τόν ἀββᾶ Μωυσῆ: «Ἔστω ὅτι κάποιος δέρνει τόν δοῦλο του γιά κάποιο σφάλμα ποὺ ἔκανε· τί θά πεῖ ὁ δοῦλος;». Ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας: «Ἄν εἶναι δοῦλος καλός, θά πεῖ· ‘‘Σπλαχνίσου με ἔσφαλα’’». «Δέν λέει τίποτε ἄλλο;» ξαναρώτησε ὁ ἀδελφός. «Τίποτε», ἀπάντησε ὁ γέροντας· «γιατί ἀπό τή στιγμή πού θά ἀναγνωρίσει τό σφάλμα του καί θά πεῖ ὅτι ἔσφαλε, ἀμέσως τόν σπλαχνίζεται ὁ κύριος του».
Κάποιος ἀδελφός εἶπε στόν ἀββᾶ Ποιμένα: «Ἄν πέσω σέ ἀξιοδάκρυτο παράπτωμα, μέ κατατρώει ὁ λογισμός μου καί μέ κατηγορεῖ πού ἔπεσα». Ὁ γέροντας ἀπάντησε: «Ἄν, τήν ὥρα πού ἄνθρωπος πέσει σέ σφάλμα, πεῖ ‘‘ἁμάρτησα’’, ἀμέσως παύει ὁ λογισμός».
Κάποιας νέας, πού λεγόταν Ταϊσία, πέθαναν οἱ γονεῖς καί ἔμεινε ὀρφανή. Αὐτή τότε μετέτρεψε τό σπίτι της σέ ξενώνα τῶν πατέρων τῆς Σκήτης καί γιά πολύ καιρό τούς δεχόταν καί τούς φιλοξενοῦσε. Ὅταν ὅμως ξόδεψε ὅσα εἶχε, ἄρχισε νά στερεῖται. Τήν πλησίασαν τότε ἄνθρωποι διεστραμμένοι καί τήν ἔβγαλαν ἀπό τόν καλό δρόμο. Καί ζοῦσε πλέον ἁμαρτωλά,. Ἔτσι πού κατάντησε καί στήν πορνεία.
Ὅταν τό ἔμαθαν οἱ πατέρες, λυπήθηκαν πάρα πολύ καί κάλεσαν τόν ἀββᾶ Ἰωάννη τόν Κολοβό καί τοῦ εἶπαν: «Ἀκούσαμε γιά τήν τάδε ἀδελφή ὅτι ζεῖ στήν ἁμαρτία. Αὐτή, ὅταν μποροῦσε, εἶχε δείξει ἀγάπη σ’ ἐμᾶς· ἄς τή βοηθήσουμε καί ἐμεῖς τώρα, ὅπως μποροῦμε. Κάνε λοιπόν τόν κόπο νά πᾶς σέ αὐτήν καί μέ σοφία πού σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, φρόντισε γιά τή διόρθωσή της».Πῆγε λοιπόν ὁ γέροντας σέ αὐτήν, καί εἶπε στή γριά πού φύλαγε στήν πόρτα: «Πές στήν κυρία σου ὅτι ἦρθα». Ἐκείνη τόν ἔδιωξε λέγοντας: «Ἐσεῖς παλιά τῆς τά φάγατε ὅλα καί τώρα εἶναι φτωχή». Ὁ γέροντας ἐπέμενε: «Πές της, καί θά δεῖ πολύ καλό ἀπό ἐμένα». Ἀνέβηκε λοιπόν ἡ γριά καί ἀνέφερε στή νέα γιά τόν γέροντα. Ἀκούγοντάς την ἐκείνη εἶπε: «Αὐτοί οἱ μοναχοί ὅλο γυρίζουν κατά τήν Ἐρυθρά Θάλασσα καί βρίσκουν μαργαριτάρια». Στολίστηκε λοιπόν, κάθισε στό κρεβάτι καί εἶπε στή θυρωρό: «Φέρε τον ἐδῶ».
Ὅταν μπῆκε ὁ ἀββάς Ἰωάννης, κάθισε κοντά της καί, κοιτώντας την στό πρόσωπο, τῆς εἶπε: «Τί σέ ἔκανε νά ἀπορρίψεις τόν Ἰησοῦ, ὥστε νά φτάσεις σέ αὐτή τήν κατάσταση;» Αὐτή, ἀκούγοντας τά λόγια του, πάγωσε· καί ὁ γέροντας, σκύβοντας τό κεφάλι, ἄρχισε νά κλαίει πικρά. «Ἀββᾶ, γιατί κλαῖς;» τόν ρώτησε. Αὐτός σήκωσε λίγο τό κεφάλι του, καί σκύβοντας πάλι εἶπε: «Βλέπω τόν σατανᾶ νά χορεύει στό πρόσωπό σου, καί πῶς νά μήν κλάψω;» «Ὑπάρχει μετάνοια, ἀββᾶ;» ρώτησε ἡ κόρη. «Ναί», τῆς εἶπε ὁ γέροντας. Καί ἐκείνη πρόσθεσε: «Πάρε με, ὅπου νομίζεις». «Πᾶμε», εἶπε ὁ γέροντας, καί αὐτή ἀμέσως σηκώθηκε νά τόν ἀκολουθήσει. Ὁ γέροντας παρατήρησε ὅτι δέν ἄφησε καμιά παραγγελία γιά τό σπίτι της καί θαύμασε.Κοντεύοντας στήν ἔρημο, τούς πρόλαβε τό βράδυ. Καί ὁ γέροντας τῆς ἑτοίμασε ἕνα μικρό προσκέφαλο, τό σταύρωσε καί τῆς εἶπε νά κοιμηθεῖ ἐκεῖ. Ἔκανε ἔπειτα καί γιά τόν ἑαυτό του πιό πέρα καί ἀφοῦ τελείωσε τίς προσευχές του πλαγίασε καί αὐτός.
Τά μεσάνυχτα ξύπνησε καί βλέπει κάτι σάν δρόμο ἀπό φῶς νά ξεκινᾶ ἀπό αὐτήν καί νά καταλήγει στόν οὐρανό, καί εἶδε τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ νά ἀνεβάζουν τήν ψυχή της. Σηκώθηκε, πλησίασε καί τή σκούντηξε μέ τό πόδι. Ὅταν κατάλαβε ὅτι ἦταν νεκρή, γονάτισε μέ τό πρόσωπο στή γῆ καί παρακαλοῦσε τόν Θεό. Καί ἄκουσε μία φωνή νά τοῦ λέει ὅτι ἡ μία ὥρα τῆς μετανοίας της ἔγινε δεκτή περισσότερο ἀπό τή μετάνοια πολλῶν ἄλλων, πού διαρκεῖ πολύν καιρό ἀλλά δέν ἔχει θέρμη.
αγιαζωνη

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2019

Η δυσκολία μιας καλημέρας ,π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός



Η απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους φαίνεται από τη δυσκολία μιας καλημέρας. Αν διανοηθεί κάποιος να καλημερίσει το πρωί στον δρόμο ή στην αγορά κάποιον που δεν γνωρίζει, δεν είναι βέβαιο ότι θα λάβει απάντηση. Κάποιοι θα προσπεράσουν αδιάφορα , έχοντας τα ακουστικά του κινητού στ’ αυτιά τους. Άλλοι θα ξεστομίσουν με το ζόρι την δική τους  “καλημέρα” από τυπική ευγένεια και ίσως απορήσουν. Πολλοί θα αναρωτηθούν για το ποιος είναι αυτός και γιατί χαιρετά. Αρκετοί θα προχωρήσουν με παγερότητα, δείχνοντας  ότι δεν θέλουν καμία επαφή με αγνώστους. Λόγοι θα είναι αυτοί που θα ανταποδώσουν με εγκαρδιότητα και χαρά για την έκπληξη.

          Το ίδιο συμβαίνει και στον κοσμώ των παιδιών. Ακόμη και στο σχολείο, τα παιδιά δεν χαιρετούν τους συμμαθητές τους, αλλά μόνο τους φίλους τους  και αν.... Έχουν χάσει την τυπικότητα της ευγένειας έναντι των δασκάλων Κι των καθηγητών τους, σαν να φοβούνται την ανοιχτή ψυχή και το χαμόγελο και σαν να είναι σε έναν εντελώς δικό τους κόσμο, απορροφημένα από τις σκέψεις τους, από την νύστα, από την βαρεμάρα του επερχόμενου μαθήματος. Κόσμος χωρίς το αίσθημα της γειτονίας, του πλησιάσματος, της συνύπαρξης από χαρά και όχι από υποχρέωση.

          Και στους ναούς μας συμβαίνει το ίδιο. Ένα αίσθημα  εξωτερικής σοβαρότητας και σεβασμού στην ιερότητα του χώρου κάνει τις καρδιές κλειστές προς τον πλησίον. Πάμε στον ναό για να συναντήσουμε τον Θεό και να προσευχηθούμε. Λησμονούμε όμως ότι κληθήκαμε να συναντούμε  και την εικόνα του Θεού που είναι ο άλλος άνθρωπος. Και αν κατά την διάρκεια της ακολουθίας  έχουμε μια δικαιολογία, ότι στην Εκκλησία χρειάζεται ησυχία, στο τέλος της, όταν σπεύδουμε να πάρουμε αντίδωρο χωρίς να χαιρετούμε τους διπλανούς μας, εφόσον δεν του γνωρίζουμε, ποια δικαιολογία άραγε υπάρχει;

          Συνύπαρξη από υποχρέωση, μία από τις αρρώστιες των καιρών μας. Παρότι η μοντέρνα, πολυπολιτισμική κουλτούρα μας ομνύει στην ετερότητα και την συνύπαρξη ανθρώπων και λαών, με τονισμό του τι μας ενώνει και διαγραφή του τι μας χωρίζει, παλεύοντας για μία ταυτότητα ανέστη και άγευστη, δεν ενθαρρύνει την εγκαρδιότητα και την χαρά για την παρουσία του άλλου. Ατομοκεντρικούς μας θέλει. Για να μην “κινδυνεύουμε” να ανοιχτούμε.

          “Μια καλημέρα είναι αυτή, πες την κι ας πέσει χάμω”, λέει ένα παλιό τραγούδι. Για να την πούμε σημαίνει ότι η καρδιά μας έχει προσανατολιστεί στον πλησίον και όχι μόνο στο “εγώ”. Έχουμε μάθει να είμαστε ευγενικοί. Να δοξάζουμε τον Θεό για την νέα ημέρα που μας χάρισε και να θέλουμε να μοιραστούμε αυτήν τη χαρά της δοξολογίας. Και γι’ αυτό ας μην λησμονούμε να καλημερίσουμε με μια προσευχή τον Θεό, αλλά και να χαιρετίσουμε τους ανθρώπους  του σπιτιού μας, πριν ανοίξουμε την πόρτα για τις υποχρεώσεις μας. Να χαμογελάσουμε στον δρόμο και να καλημερίσουμε όσους μπορούμε. Να κοιτάξουμε στα μάτια τον άλλο. Να κάνουμε μια μικρή προσευχή γι’ αυτόν και τον κόσμο. Και στον ναό ακόμη, πριν πάρουμε την θέση μας για να “βυθιστούμε” στην προσευχή, να χαιρετίσουμε τον πλησίον. Το ίδιο και στο τέλος. Για να γίνει η Λειτουργία συνάντηση αγάπης!

          π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2019

Περί προσευχής

Ασφαλώς, πολλά έχουν γραφεί για την προσευχή, παλαιότερα και σύγχρονα, σημαντικά και επουσιώδη, θεωρητικά και πρακτικά, αλήθειες και ψέματα. Κι άλλα τόσα βιώθηκαν σε σιωπή στην προσωπική προσευχή.
Συνήθως κατανοούμε και «μας αγγίζουν» όσα έχουμε εμπειρία. Αν, δηλαδή, τα όσα διαβάζουμε ή ακούμε, τα έχουμε βιώσει. Η προσευχή, ως βίωμα, είναι γνωστή σε όλους τους πιστούς, σ’ όλο τον κόσμο, σ’ όλες τις Θρησκείες. Ακόμα και σ’ αυτούς που θεωρούν τον εαυτό τους «άθεο»˙ κάποια στιγμή αδυναμίας, ενδεχομένως, να καταφύγουν, με κάποια λόγια επίκλησης, στο Θεό ως ανώτερο απ’ αυτούς.
Βέβαια, στην «καθ’ ημάς Ανατολήν» η προσευχή δεν γίνεται μόνο όταν αισθανόμαστε αδύνατοι ή για να ζητήσουμε κάτι από τον Παντοδύναμο Θεό, αλλά και ως έκφραση μιας αγαπητικής σχέσης μαζί του ως προσωπικό Θεό. Ο Χριστός, ως Θεάνθρωπος, γίνεται το πρότυπό μας και σ’ αυτό το σημαντικό στοιχείο της ζωής μας. Ο ίδιος αναχωρούσε από τους μαθητές του ή τον όχλο, για να βρεθεί μόνος, να προσευχηθεί και να συναντήσει «κατ’ ιδίαν» τον Πατέρα του.
Η «μοναχική στιγμή» είναι απαραίτητη, κυρίως στην ταραγμένη εποχή μας με τους θορύβους και την πολυπραγμοσύνη. «Σχολάσατε και γνώτε ότι εγώ ειμί Κύριος». Στην ησυχία ο άνθρωπος γνωρίζει, συναντά, τον Κύριο και Θεό του και δημιουργεί την αγαπητική σχέση μαζί του.
Η ησυχία, ωστόσο, δεν νοείται μόνο από εξωτερικούς θορύβους, αλλά και από τους λογισμούς. Διαπιστώνουμε όμως ότι αυτοί έρχονται κυρίως όταν προσευχόμαστε! Τότε θα θυμηθούμε ό,τι μας απασχολεί, ό,τι θα πρέπει να κάνουμε, ό,τι θέματα μας συγχύζουν. Σ’ αυτήν την ώρα χρειάζεται να μην παραιτήσουμε την προσευχή ότι τάχα, «δεν προσευχόμαστε, δεν βγαίνει τίποτα, αφού αλλού τρέχει ο νους». Κι ακόμα, χρειάζεται να ξέρουμε ότι δεν συμβαίνει μόνο σε μας. Έτσι, ήρεμα και σταθερά επαναφέρουμε πάλιν και πολλάκις το νου στα λόγια της προσευχής.
Απ’ αυτή τη δύσκολη και ταραγμένη κατάσταση των λογισμών κατά την προσευχή, βγαίνει κάτι θετικό. Ο άγιος Σωφρόνιος του Essex αποκαλύπτει το νόημα αυτού του «ανιαρού φαινομένου»: «Δια της επικλήσεως του Θείου Ονόματος θέτουμε σε κίνηση κάθε τι που είναι κρυμμένο μέσα μας. Η προσευχή μοιάζει με δέσμη ακτίνων φωτός, που πέφτει στον σκοτεινό τόπο της εσωτερικής μας ζωής και αποκαλύπτει τα πάθη και τις προσκολλήσεις που κρύβονται μέσα μας».
Η προσευχή μπορεί ν’ αποβεί μέσο αυτογνωσίας, καθώς, κατά τον άγιο Σωφρόνιο, το Φως του Χριστού θα φωτίσει το σκοτάδι μας και θα φανεί η κατάντια μας, ανάλογα με τη μετάνοιά μας. Όπως και μέσο Θεογνωσίας, καθώς θα συναντούμε «πρόσωπο με πρόσωπο» το Θεό και θα τον γνωρίζουμε. Όπως, τελικά, και μέσο ετερογνωσίας, καθώς θα μας αποκαλύπτεται η ουσιαστική σχέση με τον πλησίον.
Να γιατί η προσευχή, για να έχει αποτελέσματα, χρειάζεται καθοδήγηση, μελέτη, μετάνοια και κυρίως αγώνα προσευχής.
www.isagiastriados.com

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2019

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ



Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2019

          Ο Θεός να μας φωτίσει και να μας βοηθήσει, τώρα που είμαστε στην περίοδο της Τεσσαρακοστής των Χριστουγέννων, ώστε πράγματι να νηστέψουμε κατά το σώμα και κατά την ψυχή. Πράγματι να υποβληθούμε στον  λίγο κόπο στον οποίο μας βάζει η Εκκλησία, για να μπορέσουμε, με τη χάρη του Θεού, να πετάξουμε από πάνω μας τον παλαιό άνθρωπο, ώστε να ζήσει ο νέος εν Χριστώ Ιησού άνθρωπος, αυτός ο άνθρωπος για τον οποίο ο Κύριος πέθανε.

          Τι να ποθήσουμε περισσότερο! Όπως λέει ο άγιος Αθανάσιος: “Όσο βέβαιο είναι ότι ο Χριστός έγινε άνθρωπος, τόσο βέβαιο είναι ότι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει θεός”. Τι άλλο θέλεις, άνθρωπέ  μου! Ταπεινώσου, δέξου τον κανόνα που σου βάζει ο Θεός, σήκωσε λίγο τον ζυγό, ακολούθησε τον Κύριο, και θα σε βοηθήσει να βαδίσεις αυτόν τον δρόμο, να σταυρωθείς ως προς την αμαρτία και να αναστηθείς και να ζήσεις αιώνια.



          π. Σ. Κ.

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2019

Η Μητρική αυτοθυσία και οι Αυτοκτονίες


Κώστας Ζουρδός
Η ιστορία που θα διαβάσετε είναι μια ιστορία ποτισμένη με μητρικό φίλτρο, με πόνο, με απόγνωση αλλά πάνω από όλα με αισιοδοξία. Είναι η ιστορία μιας 18χρονης μανούλας που προτίμησε να μην ακολουθήσει αγωγή με χημειοθεραπείες, όταν έμαθε ότι έχει καρκίνο, προκειμένου το παιδί που κυοφορούσε να μην υποστεί κάποια βλάβη και να γεννηθεί υγιές. Η ίδια προτίμησε να πεθάνει...

Η Jenny Laine ήταν ένα χαρούμενο κορίτσι που απολάμβανε τη ζωή. Ερωτεύτηκε μικρή και διατήρησε τη σχέση που είχε μέχρι να παντρευτεί. Όταν έγινε 18, αποφάσισε να συζήσει με το φίλο της, στο ίδιο σπίτι αφού και οι δυο φοιτούσαν στο ίδιο πανεπιστήμιο. Η Jenny, όλο αυτό τον καιρό έπασχε από τρομερούς πονοκεφάλους, αλλά δεν είχε πει τίποτε σε κανένα. Πήγε και έκανε εξετάσεις και εκεί ο γιατρός της είπε ότι είναι έγκυος.
Επέστρεψε στο σπίτι πετώντας από τη χαρά της. Το ίδιο βράδυ αποφάσισε με τον μελλοντικό της άνδρα και πατέρα του παιδιού της να βγουν έξω να το γιορτάσουν. Η ζωή της άλλαξε προς το καλύτερο. Μέχρι και οι πονοκέφαλοι δεν ήταν τόσο έντονοι. Ύστερα από 2 μήνες σε ένα εστιατόριο που δειπνούσε ο πονοκέφαλος ξανάρθε. Δυνατότερος από ποτέ... Δεν άντεξε και λιποθύμησε. Στο νοσοκομείο οι γιατροί είπαν ότι χρειάζονται επιπλέον εξετάσεις για να εντοπίσουν το πρόβλημα. Οι μαγνητικές το αποκάλυψαν. Η Jenny, είχε όγκο τόσο στον εγκέφαλο, όσο και στη σπονδυλική στήλη.
Ο θεράπων ιατρός της είπε ότι πρέπει να ξεκινήσει χημειοθεραπείες το συντομότερο δυνατόν. “Και το μωρό μου; διατρέχει κίνδυνο; θα υποστεί τις παρενέργειες;” κατάφερε να ψελλίσει. Η απάντηση ήταν αποστομωτική: “ναι διατρέχει κίνδυνο, και πολύ πιθανόν οι παρενέργειες να είναι ανεπανόρθωτες. Θα πρέπει να το ρίξετε” της είπε ο γιατρός της.
Η 18χρονη μητέρα, δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά: “Γιατρέ δεν θα κάνω καμία θεραπεία. Ακόμη και με αυτές το ξέρετε πολύ καλά ότι στο τέλος δεν θα τα καταφέρω. Θα προχωρήσω κανονικά να γεννήσω. Ελπίζω μόνο να προλάβω...”
Μήνα με το μήνα η κατάσταση της χειροτέρευε. Οι γιατροί έκριναν ότι δεν θα τα κατάφερνε. Έπρεπε να πάρουν το παιδί. Εξάλλου είχε μπει ήδη στο μήνα της. Λίγο πριν τον τοκετό η jenny, δυσκολευόταν και να αναπνεύσει. Οι δυνάμεις της, την είχαν εγκαταλείψει. Ερχόταν και χανόταν, ήταν λες και ζούσε μόνο για να περιμένει να γεννήσει.
Όταν οι γιατροί της έφεραν τον γιο της στην αγκαλιά της, δεν μπορούσε καν να μιλήσει. Τον μύρισε βαθιά σαν να ήθελε να έχει για πάντα την μυρωδιά του και ύστερα έκλεισε τα μάτια και δάκρυσε. Έπειτα από 2 ημέρες και ενώ η νοσοκόμα της έφερνε το φαγητό της, την άγγιξε απαλά στο χέρι.
Η νοσοκόμα τα έχασε, νόμιζε ότι η Jenny κοιμόταν. Έσκυψε πάνω της και την άκουσε να ψιθυρίζει: “Φεύγω...το χρέος μου το έκανα...ελπίζω ο γιος μου να έχει καλύτερη τύχη... Ελπίζω να με θυμάται...”
Εκείνο το βράδυ η Jenny, ξεψύχησε. Ο γιος της τώρα μεγαλώνει με τη γιαγιά του, τη μητέρα της Jenny, αλλά και με τον μπαμπά του, που συνέχεια του μιλάει για εκείνη όταν τον βάζει για ύπνο. Η γιαγιά του μικρού Michael, λέει ότι μοιάζει στην κόρη της. Και όταν την ρωτούν για τη ιστορία της απαντάει αποστομωτικά: “Δεν είναι μια δραματική ιστορία. Είναι η ιστορία μιας μητέρας που θυσιάστηκε για το σπλάχνο της...’’
Παράλληλα στις μέρες μας και κυρίως τα δύο τελευταία χρόνια με βάση τα στοιχείο που μας δίνει η Ελληνική Αστυνομία αλλά και από τον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο οι αυτοκτονίες στην Ελλάδα ξεπερνούν τις 2500 χιλιάδες ( μαζί με τις απόπειρες ). Δεν θα εξετάσουμε τα αίτια και τις αφορμές που οδήγησαν τους συνανθρώπους μας να τερματίσουν τη ζωή τους ,σεβόμενη την μνήμη τους και τον πόνο των συγγενών τους. Όμως η ιστορία της Jenny μας φανερώνει περίτρανα πως η αγάπη ,η αυτοθυσία και ο σεβασμός στη ζωή μπορούν να νικήσουν όλα τα εμπόδια και να προσφέρουν μια καινούργια ζωή, δηλαδή μια αφετηρία για να αλλάξει ο κόσμος. Για κάθε άνθρωπο που φεύγει μέσα από τον τραγικό τρόπο των αυτοκτονιών έχουμε όλοι σημαντικό μερίδιο κοινωνικής και πνευματικής ευθύνης. Ας αγκαλιάσουμε τον άλλον, ας σκεφτούμε τον διπλανό και ας δώσουμε αγάπη απλόχερη από τα βάθη της καρδιάς μας. Όλοι μαζί θα ξεπεράσουμε τα εμπόδια. Όλοι μαζί να ξαναβρούμε την ανθρωπιά μας. Να κάνουμε τα χέρια αγκαλιά. Να γεμίσουμε την καρδιά μας με αγάπη για όλους. Αγάπη σαν της Jenny. Αγάπη θυσίας. Αγάπη ζωής…

Όσιος Στυλιανός ο Παφλαγόνας



Βιογραφία
Ο Όσιος Στυλιανός ήταν γιος πλουσίων γονέων (που μάλλον γεννήθηκε στην Παφλαγονία, χωρίς αυτό να είναι σίγουρο, διότι εκεί φυλασσόταν και ιερό λείψανο του), διδάχτηκε νωρίς απ' αυτούς να είναι εγκρατής και να θεωρεί το χρήμα μέσο για την ανακούφιση και περίθαλψη των φτωχών και των αρρώστων.
Αφού έτσι ανατράφηκε, και οι γονείς του πέθαναν, διαμοίρασε όλη την κληρονομιά του και πήγε σαν ασκητής στην έρημο. Εκεί γνωρίστηκε με άλλους ασκητές, που ζούσε μαζί τους με αδελφική αγάπη, χριστιανική συγκατάβαση και επιείκεια. Δεν λύπησε ποτέ κανένα, μεγάλη του χαρά μάλιστα, ήταν να επαναφέρει τη γαλήνη στις ταραγμένες ψυχές. Η φήμη της θαυμαστής ασκητικής του ζωής έφθασε μέχρι τις πόλεις, και πολλοί έτρεχαν να τον βρουν για να ζητήσουν απ' αυτόν τις πνευματικές του οδηγίες.
Ο όσιος Στυλιανός, παρά την ερημική ζωή του, έτρεφε στοργή και συμπάθεια προς τα παιδιά, που τόσο αγαπούσε και ο Κύριος. Αν, έλεγε, η ταπεινοφροσύνη αποτελεί θεμέλιο των αρετών, η παιδική ηλικία από τη φύση της είναι περισσότερο ενάρετη, απ' ότι οι μεγαλύτεροι των φιλοσόφων. Πολλές φορές οι γονείς έφεραν προς αυτόν τα παιδιά τους, και τότε η αγαλλίαση του οσίου ήταν πολύ μεγάλη. Ο Θεός βραβεύοντας το Ιερό αυτό αίσθημα του, προίκισε τον όσιο με το χάρισμα να θεραπεύει τα άρρωστα παιδιά και να καθίστα εύτεκνους άτεκνες γυναίκες.
Ο Όσιος Στυλιανός κοιμήθηκε πλήρης ήμερων αλλά και αρετών.