Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2018

Για τις έμφυλες ταυτότητες και τις τροπές τους



Α. Η μετατόπιση του ενδιαφέροντος της αριστεράς από τις πολιτικές αναδιανομής στις πολιτικές αναγνώρισης, τα αίτια της και οι δύο προσεγγίσεις του φεμινιστικού κινήματος.

Στη δεκαετία του ’90, με τον μαρξισμό να θεωρείται νεκρό γράμμα, η αριστερά διεθνώς ακολούθησε τη λεγόμενη «πολιτισμική στροφή». Άρχισε να εστιάζει λιγότερο στη διεκδίκηση οικονομικής ισότητας και αναδιανομής πλούτου και αγαθών και περισσότερο στην υπεράσπιση των αξιών και των συμφερόντων περιθωριακών ομάδων (εθνικών μειονοτήτων, μεταναστών, ομοφυλοφίλων κ.λ.π.). Η στρατηγική της αριστεράς μετατοπίσθηκε, έτσι, από την ανάπτυξη αλληλεγγύης στους κόλπους μεγάλων συλλογικοτήτων, όπως η εργατική τάξη, στην υπεράσπιση ολοένα και μικρότερων κοινωνικών υποσυνόλων, που αντιμετωπίζουν περιθωριοποίηση με μοναδικούς και εξειδικευμένους τρόπους.

Πράγματι, ήδη από την δεκαετία του ’80, ή αριστερά βίωνε μιαν υπαρξιακή κρίση. Με την ανάδυση στην Κίνα, μετά το 1978, μιας καπιταλιστικής οικονομίας και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, το 1991, η μαρξιστική αριστερά καταποντίσθηκε, ενώ οι σοσιαλδημοκράτες κατέστησαν γρήγορα ουρά του επελαύνοντος νεοφιλελευθερισμού. Η μετατόπιση του εκκρεμούς από τις πολιτικές αναδιάταξης ταξικών συσχετισμών, στις πολιτικές αναγνώρισης της ταυτότητας των διαφόρων περιθωριακών ομάδων, πρόβαλε ως ελκυστική διέξοδος. Στόχος ήταν, από εδώ και εμπρός, ένας κόσμος «φιλικός στη διαφορά και την ποικιλία», στον οποίο η αφομοίωση από τις πολιτισμικές νόρμες της πλειοψηφίας, δεν απαιτείται πλέον, ως τίμημα, για να εξασφαλισθεί η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός των πάσης φύσεως «μειονοτήτων».

Στα πλαίσια αυτά, οι σχέσεις των φύλων αντιμετωπίζονταν παλαιότερα, ως ζήτημα, που αφορούσε την πολιτική οικονομία και την ανάγκη να

μετασχηματισθεί ριζικά ο καταμερισμός εργασίας, μεταξύ ανδρών και γυναικών. Από την δεκαετία του ‘90 όμως ο φεμινισμός άρχισε να αποβλέπει σε λιγότερο υλιστικούς στόχους. Μια μερίδα φεμινίστριες και φεμινιστές διεκδικούσε την αναγνώριση και τον σεβασμό της γυναικείας ταυτότητας. Ενώ μια άλλη μερίδα επεδίωξε να αποδομήσει αυτό καθαυτό το δίπολο άνδρας / γυναίκα.

Η πρώτη από τις δύο αυτές προσεγγίσεις τείνει στην πράξη να πραγμοποιεί τη θηλυκότητα, να ανακυκλώνει τα στερεότυπα των φύλων και να προωθεί φατριαστικές κατευθύνσεις στις σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, αμφισβητώντας την αναντίλεκτη συμπληρωματικότητα μεταξύ των δύο φύλων. Η προσέγγιση αυτή, αποδίδοντας σταθερό και διαχρονικό περιεχόμενο στις έννοιες «άνδρας» και «γυναίκα», τείνει, με λίγα λόγια, προς την ουσιοκρατία.

Η άλλη προσέγγιση, η λεγόμενη νομιναλιστική, θεωρεί ότι οι κατηγορίες αυτές είναι προϊόν ιστορικών διαδικασιών. Ότι δηλαδή δεν απηχούν μια αιώνια και αναλλοίωτη ανθρώπινη φύση και ότι κατά συνέπεια, πρόκειται για «επικίνδυνους μύθους», που πρέπει να αποδομηθούν. Όσοι ασπάζονται τη νομιναλιστική προσέγγιση, αντιμετωπίζουν τις έμφυλες ταυτότητες, ως ρευστές και ασταθείς, και αποβλέπουν στην αμφισβήτηση της «ετεροσεξουαλικής ηγεμονίας». Ισχυρίζονται δε, ότι ο καπιταλισμός και η αναπαραγωγή του, προϋποθέτουν την ετεροσεξουαλικότητα.

Η ετεροσεξουαλική κανονιστικότητα, που ρυθμίζει τις έμφυλες σχέσεις, δεν είναι όμως μέρος της οικονομικής δομής του σύγχρονου καπιταλισμού. Οι οικονομικές δομές στον ύστερο καπιταλισμό, είναι αποσυνδεδεμένες σε μεγάλο βαθμό από τους δεσμούς συγγένειας. Ο καπιταλισμός ούτε έχει ανάγκη ούτε επωφελείται από την ετεροσεξουαλικότητα. Εξάλλου, οι κύριοι αντίπαλοι των ομοφυλόφιλων, δεν είναι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις, αλλά κάποιοι από τους συντηρητικούς. Στην πραγματικότητα, αρκετές πολυεθνικές έχουν υιοθετήσει φιλικές προς τους ομοφυλόφιλους πολιτικές.

Β. Το αντιθετικό δίπολο άνδρας/ γυναίκα και τα όρια της αποδόμησής του.

Εκείνοι, που φθάνουν στο σημείο να ισχυρίζονται, ότι οι αγώνες των ομοφυλόφιλων απειλούν τον καπιταλισμό, παραθέτουν και άλλα επιχειρήματα, πέραν της υποτιθέμενης εξάρτησης της αναπαραγωγής του από την ετεροσεξουαλικότητα. Στον πυρήνα κάποιων απ’ αυτά, βρίσκεται η αποδομητική αντιουσιοκρατική θεωρία του Γάλλου φιλοσόφου Ζακ Ντεριντά.

Κατ’ αυτόν, κάθε αντιθετικό δίπολο, για παράδειγμα το διμερές άνδρας/γυναίκα, έχει εξαιρέσεις. Οι εξαιρέσεις αυτές, όπως η ομοφυλοφιλία ή η αμφισεξουαλικότητα, στην περίπτωση του διπόλου άντρας-γυναίκα, μακράν του να επιβεβαιώνουν το ετεροσεξουαλικό καθεστώς, έχουν την τάση να το τορπιλίζουν και να το «ανατινάσσουν». Κι αυτό, γιατί η εξαίρεση, ο «σκανδαλώδης» παράγων, δεν κείται απλώς εκτός ή πέραν του διπόλου, αλλά και «μέσα» του, ως εγγενής τάση, έστω και ασθενής. Για να έχει ισχύ το διμερές άνδρας/γυναίκα, πρέπει λέει να «καταπιέσει την εξαίρεση». Ο «σκανδαλώδης» παράγων, η ομοφυλοφιλία π.χ,, είναι «στην πραγματικότητα», μέρος της γένεσης και της δομής του διμερούς, το οποίο τον αποπέμπει. Πρέπει να τονισθεί, πάντως, ότι ο ίδιος ο Ντεριντά, δεν ισχυρίσθηκε ποτέ, ότι με την αποδόμησή του ένα διμερές, παύει και να υφίσταται. Τόνισε απλώς, ότι αποδομούμενο καθίσταται ασταθές.

Αντίθετα με τον Ντεριντά, οι εκλαϊκευτές του στα δυτικά πανεπιστήμια, ισχυρίζονται, ότι οι εξαιρέσεις διαθέτουν ένα εκρηκτικό δυναμικό, ικανό να σαρώσει τα πάντα. Λεγεώνες ολόκληρες πανεπιστημιακών (ιδίως στις ΗΠΑ) κάνουν καριέρα, εκθέτοντας τις «σεξιστικές προκαταλήψεις» όλης της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, φιλοσοφίας και θεολογίας, διαδίδοντας την «πολιτισμική κατασκευή» του φύλου.

Πάντως, τα όρια του αποδομητικού «κνησμού», αποκαλύπτονται, αν πέσουν λίγο οι τόνοι και αποδραματοποιηθεί η όλη κατάσταση. Το διμερές άνδρας /

γυναίκα μπορεί μεν να μην είναι καθολικής εμβέλειας, αλλά παραμένει κανονιστικό και κατά κάποιο τρόπο φυσικό. Υπάρχουν περιπτώσεις, που δεν υπάγονται και δεν εμπίπτουν στο δίπολο, αλλά το ίδιο το δίπολο παραμένει, όχι μόνον αναπόφευκτο, όπως παραδέχεται και ο Ντεριντά, αλλά και ευσταθές. Το διμερές του φύλου είναι, οπωσδήποτε, ευσταθές και ασφαλές. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν μεν, αλλά δεν είναι απειλητικές και ούτε κατ’ ανάγκην απειλούμενες.

Ο Ντεριντά φαίνεται να απαιτεί μεγάλη καθαρότητα εννοιών. Δεν είναι όμως οι εξαιρέσεις, που οδηγούν στην αποδόμηση των εννοιών, αλλά η επιδίωξη απόλυτης «διαύγειας». Ο Ντεριντά είναι, εν τέλει, ένας απογοητευμένος δογματικός, όπως άλλωστε, όλοι σχεδόν οι σκεπτικιστές. Απαιτεί οι έννοιες και οι διακρίσεις να έχουν, οπωσδήποτε, καθολικό πλάτος. Όταν στη συνέχεια, ανακαλύπτει εξαιρέσεις, θεωρεί αυτές τις έννοιες και τις διακρίσεις ύποπτες και έωλες.

Συμπερασματικά:

Αντί να εξαίρουμε και να αναδεικνύουμε τις εξαιρέσεις, με έντονα και ζωηρά χρώματα, όπως συνηθίζουν να κάνουν οι προοδευτικοί, ή να τις καταπιέζουμε και να τις περιθωριοποιούμε, όπως κάνουν ορισμένοι συντηρητικοί, πρέπει κατ’ αρχήν, να τις προσεγγίζουμε με σύνεση και φιλάνθρωπα αισθήματα.

Γ. Η επιτελεστικότητα και το μπατλερικό παράδοξο.

Μια νέα επιχειρηματολογία, που μεταξύ των άλλων, εμβαθύνει και προεκτείνει τα προηγηθέντα, προσπαθεί να στηρίξει την άποψη, ότι το φύλο δεν είναι αντιθετικό δίπολο, αλλά ένα «ευρύ φάσμα», υποτιθέμενων, ρευστών και κατασκευασμένων «έμφυλων ταυτοτήτων». Κατά την άποψη αυτή, η διαδικασία διαμόρφωσης της έμφυλης ταυτότητας, δεν είναι ένα ελεύθερο παιχνίδι, αλλά ένα γίγνεσθαι, το οποίο κυριαρχείται από την ηγεμονία συγκεκριμένων έμφυλων προτύπων.

Η Τζούντιθ Μπάτλερ, η σημαντικότερη θεωρητικός του μεταμοντέρνου φεμινισμού και των «σπουδών φύλου», υποστηρίζει, ότι δεν υπάρχει ένας προγλωσσικός εσωτερικός πυρήνας, ή μια «ουσία», δεν υπάρχει ένας εμπρόθετος δράστης, που εν γνώσει του «κάνει» το φύλο του. Το φύλο είναι ένα δρώμενο, είναι πάντα ένα πράττειν, αν και όχι το πράττειν ενός υποκειμένου που προηγείται της πράξης.

Πώς είναι δυνατόν όμως να υπάρχει μια πράξη χωρίς πράττοντα; Η Μπάτλερ διακρίνει ανάμεσα σε επιτέλεση (performance) και σε επιτελεστικότητα (performativity). Όπου «επιτέλεση», είναι μία επαναλαμβανόμενη θεατρική παράσταση, που προϋποθέτει έναν ηθοποιό, έναν πράττοντα, που «μαθαίνει» τον ρόλο που τον συγκροτεί. Ενώ «επιτελεστικότητα», είναι μία διαδικασία, η οποία δεν προϋποθέτει ένα αυτεξούσιο και αυτόβουλο υποκείμενο, αν και μερικές φορές στα γραπτά της, οι δύο όροι μοιάζουν να συγχέονται.

Κατά την Μπάτλερ οι έμφυλες ταυτότητες κατασκευάζονται και συγκροτούνται, εν τέλει, από την γλώσσα. Δεν υπάρχει κανένα εγώ εκτός γλώσσας. Το υποκείμενο είναι μια «γλωσσική δομή» υπό συνεχή διαμόρφωση. Έπεται όλων αυτών, ότι η γυναίκα είναι ένας όρος σε εξέλιξη, σε συνεχές γίγνεσθαι. Είναι μια κατασκευή, που δεν έχει αρχή και τέλος. Ακόμη κι αν το φύλο, μοιάζει να παγιώνεται, η παγίωση αυτή είναι ευάλωτη και ασταθής. Οπότε δεν υπάρχει καμία αναγκαία σχέση, ανάμεσα στο σώμα κάποιου, το βιολογικό του φύλο, και στο κοινωνικό του φύλο, το πολιτισμικά και κοινωνικά διαμορφούμενο φύλο. Η ίδια η διάκριση ανάμεσα στο βιολογικό και το κοινωνικό φύλο, αρχίζει να φαίνεται όλο και πιο αυθαίρετη, καθώς κατά την Μπάτλερ, το σώμα γίνεται αντιληπτό και βιώνεται μόνο υπό τους όρους και τις προδιαγραφές του κοινωνικού φύλου.

Η Μπάτλερ υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι η έμφυλη ταυτότητα φαίνεται να αποτελεί την εσωτερίκευση μιας απαγόρευσης, ενός ταμπού, που αποδεικνύεται καθοριστικό. Η απαγόρευση αυτή, κατά την Μπάτλερ, είναι το «ταμπού κατά της ομοφυλοφιλίας», το οποίο «προηγείται» του «ταμπού κατά της ετεροφυλοφιλικής

αιμομιξίας». Η πρωταρχική επιθυμία του παιδιού στρέφεται, υποτίθεται, πάντα προς τον γονέα του ίδιου φύλου. Η ετεροφυλοφιλία θεμελιώνεται, λοιπόν, σε μία «πρωταρχική» ομοφυλοφιλική επιθυμία. Πουθενά, ωστόσο, δεν αναφέρονται οι παρατηρήσεις ή οι πηγές, που «δικαιολογούν» τον ισχυρισμό αυτόν της Μπάτλερ.

Το γενικότερο πρόβλημα, που αντιμετωπίζει η μπατλερική προσέγγιση, πέραν του παντελώς αστήρικτου των ισχυρισμών της για μια πρωταρχική ομοφυλοφιλική επιθυμία, είναι το παράδοξο γεγονός που ήδη αναφέρθηκε: Ότι το υποκείμενο, που περιγράφει ως γλωσσική δομή υπό συνεχή διαμόρφωση, μοιάζει να είναι παγιδευμένο μέσα σ’ έναν έμφυλο εξουσιαστικό λόγο, τον οποίο δεν έχει καμία δύναμη να αποφύγει, να τροποποιήσει και πολύ περισσότερο να ανατρέψει. Στα πλαίσια αυτά η αισιοδοξία της, ότι η έμφυλη ταυτότητα, ως συνεχές γίγνεσθαι επιδέχεται παρεμβάσεις, ανασημασιοδοτήσεις και ανατροπές, έρχεται σε αντίφαση με την θέση της ότι η γλώσσα μας διαπλάθει καθοριστικά, σε σημείο να είμαστε ενεργούμενά της. Για να στηρίξει την αισιοδοξία της αυτή καταφεύγει σ’ έναν από μηχανής Θεό: ισχυρίζεται, δηλαδή,, ότι υπάρχει ελπίδα για ανατροπές, αφού υπάρχει ένα «πλεόνασμα» στον ψυχισμό, το οποίο δεν καθορίζεται ποτέ εντελώς, από τους νόμους που τον καθυποτάσσουν.

Όταν η Μπάτλερ κάνει λόγο για την διαμόρφωση του υποκειμένου, δίνει υπερβολική και μονοσήμαντη έμφαση στη γλώσσα και στον νόμο, μηδενίζοντας τη συμβολή της προσωπικής ενέργειας στο όλο εγχείρημα διάπλασης της προσωπικής ταυτότητας, της προσωπικότητας. Όταν πάλι ψάχνει ερείσματα, για ανατροπή παγιωμένων ταυτοτήτων, ανακαλύπτει από το πουθενά, ψυχικά πλεονάσματα απροσπέλαστα στη γλώσσα και τον νόμο.

Μοιάζει σαν το αυτεξούσιο και αυτόβουλο υποκείμενο – «Άτομο» της δυτικής παράδοσης, που στα πλαίσια του μεταμοντερνισμού της η Μπάτλερ το έβγαλε από την πόρτα, για να το ξαναβάλει πλησίστιο από το παράθυρο. Ο

εγκλωβισμός μεταξύ δομικισμού και ψυχολογισμού είναι η ουσία του μπατλερικού παράδοξου.

Η προσωπικότητα δεν είναι όμως, κάτι το αυστηρά ατομικό, ούτε κάτι το αποκλειστικά κοινωνιογενές. Διαμορφώνεται ως συμβολή προσωπικής και κοινωνικής ενέργειας. Είναι προϊόν συνέργιας δύο υποστατικών πηγών διαφορετικής τάξης: της προσωπικής και της κοινωνικής. Τόσο αλληλένδετη είναι μάλιστα η συμβολή των δύο ετερογενών ενεργειών, ώστε να είναι αδύνατον να διαχωρίσω, μέσα στην προσωπικότητά μου, αυτό που είναι, «δικό» μου, απ’ αυτό που είναι «ξένο». Το συναμφότερον ατομικού – συλλογικού και η διάδρασή τους, είναι θεμελιακό στοιχείο της προσωπικότητας. Όσον αφορά τώρα τον υποστατικό φορέα, που αποτελεί την πηγή της προσωπικής ενέργειας, το μόνο που μπορεί να ειπωθεί, είναι ότι προσεγγίζεται μόνο μέσω των ενεργειών του, που τον επισημαίνουν. Αν δεν υπήρχαν αυτές οι ενέργειες, ακόμη και η ίδια η ύπαρξη του θα μπορούσε να αμφισβητηθεί.

Η αδυναμία της Μπάτλερ να δεχθεί την διπλή πηγή της προσωπικότητας, προσωπική και κοινωνική ταυτόχρονα, την οδηγεί να κατανοεί την υποκειμενοποιητική διαδικασία ως, μονοσήμαντα καταπιεστική, με αποτέλεσμα το όλο εγχείρημά της να καταλήγει στην παθητική αποδοχή της υπάρχουσας κατάστασης, όπως υποστηρίζουν πολλές φεμινίστριες και φεμινιστές. Ο τρόπος, που η Μπάτλερ αναλύει την εξουσία και την εμπρόθετη δράση, οδηγεί, κατ’ αυτούς, σε περιορισμένης σημασίας ατομικιστικές «πράξεις αντίστασης», και σε «απονεύρωση» του φεμινιστικού κινήματος και των κινημάτων των ομοφυλόφυλων.

Υπάρχει τα τελευταία πενήντα χρόνια και ένα άλλο πρόβλημα, που αφορά όχι μόνο την Τζούντιθ Μπάτλερ και τους μεταμοντέρνους φεμινιστές, αλλά ακόμη κι αυτήν την σχεδόν παγκοίνως δεκτή ετεροσεξουαλικότητα. Γίνεται λόγος, για την ευρέως διαδεδομένη άποψη, ότι η σεξουαλικότητα (ετεροφυλόφιλη και ομοφυλόφιλη) είναι, υποτίθεται, ο «πυρήνας της προσωπικής ταυτότητας». Ότι η

σεξουαλική «πλευρά» της προσωπικότητας, είναι «καθοριστική», έναντι των μη σεξουαλικών «πλευρών της».

Ενώ, πιο συγκεκριμένα, ο άνθρωπος της βικτωριανής εποχής, δεν ήθελε να ξέρουν οι άλλοι, ότι είχε σεξουαλικές επιθυμίες, τα τελευταία τουλάχιστον πενήντα χρόνια, ο μεταμοντέρνος άνθρωπος αισχύνεται, αν τυχόν δεν έχει τέτοιες επιθυμίες. Η μάχη ενάντια στην απώθηση και την ίδια την απονέκρωση της σεξουαλικής επιθυμίας, βεβαίως κερδήθηκε από τον νεωτερικό άνθρωπο, αλλά νίκη αυτή έχει εξελιχθεί σε μία νέα μορφή σκλαβιάς. Ο βικτωριανός ήθελε να ερωτεύεται χωρίς σωματική επαφή. Ο μεταμοντέρνος θέλει να έχει «πολλαπλούς οργασμούς», χωρίς να ερωτεύεται. Χωρίς να δίνεται και να ρισκάρει...

Η έμμονη ιδέα με την σεξουαλικότητα και τις τροπές της, αποτελεί ένδειξη υποκειμένων αποξενωμένων και χωρίς γέφυρες και δεσμούς με τους άλλους ανθρώπους. Ο έρωτας όμως, που μπορεί να οδηγήσει σε ψυχική και σωματική κυοφορία, αποτελεί μία από τις βάσεις για την υπέρβαση του διαβρωτικού φαντασιακού ατομικισμού, που χαρακτηρίζει τη «νέα εποχή».

Ενός ατομικισμού, που το πρακτικό του αντίκρισμα είναι, ωστόσο, η αποσύνθεση της ατομικότητας, δεδομένου ότι η ατομικότητα καθαυτή είναι και κοινωνικό μέγεθος.

Δ. Οι κίνδυνοι του φατριασμού και οι εξαιρέσεις που διεκδικούν καθεστώς νέας κανονικότητας.

Μετά την παραπάνω παρέκβαση, κατά της αυτονομημένης και γι’ αυτό ανάπηρης σεξουαλικότητας, επανερχόμαστε στην αντιμετώπιση των έμφυλων ταυτοτήτων, ως «ρευστών» και «κατασκευασμένων», κατά τους θεωρητικούς του μεταμοντέρνου φεμινισμού.

Σε αντίθεση μ’ αυτούς, οι ακτιβιστές του φεμινιστικού κινήματος θεωρούν την ύπαρξη σταθερής γυναικείας ταυτότητας, προϋπόθεση της πολιτικής δράσης. Αν δεν υπάρχουν, κατ’ αυτούς, σταθερές ταυτότητες, πώς είναι δυνατόν να οργανωθεί μια ομάδα γυναικών ή ομοφυλόφιλων, έτσι ώστε «να αγωνισθεί για τα δικαιώματά της»;

Ο φεμινισμός και ευρύτερα τα κινήματα των περιθωριακών ομάδων, έφτασαν σε ένα αδιέξοδο, αφού ούτε χωρίς την έννοια της ταυτότητας μπορούν να κάνουν, ούτε να την ρίξουν εντελώς στα «αποδομητικά σκουπίδια».

Απ’ αυτήν την μεταμοντέρνα πόλωση μεταξύ ουσιοκρατίας και νομιναλισμού, πηγάζει συν τοις άλλοις, η ανησυχητική τάση, ιδίως στα πανεπιστήμια των ΗΠΑ, ομάδες και άτομα να χρησιμοποιούν την ιδιότητα του «θύματος», ως λόγο για να δαιμονοποιήσουν και να εκφοβίσουν, ομιλητές οι ιδέες, που αποκλίνουν από τις δικές τους. Και αντίθετα, να εξυψώσουν την δική τους ομάδα σε μία θέση απρόσβλητης ηθικής «ανωτερότητας». Οι συζητήσεις, που διεξάγονται στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, δεν είναι διαφωτιστικές, επειδή ως υπερπολιτικοποιημένες και εριστικές, αποβλέπουν περισσότερο στην κατίσχυση και πολύ λιγότερο στην αλήθεια.

Στα πλαίσια αυτά, ο φατριαστικός φεμινισμός, που αναζητεί συνεχώς θύτες και θύματα, ορίζει τους άνδρες, συλλήβδην, ως ενόχους και φαλλοκράτες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο προβάλλει ως ανεστραμμένος σεξισμός, με αποτέλεσμα να επανέρχονται στο προσκήνιο οι καταπιεστικές ιεραρχήσεις μεταξύ των φύλων. Αυτή τη φορά όμως ως «αποκατάσταση», υποτίθεται, της αξιοπρέπειας των γυναικών ή των δικαιωμάτων των σεξουαλικά αντιφρονούντων.

Αν το ζητούμενο είναι, λοιπόν, η αναγνώριση των άλλων ως ισότιμων ανθρώπινων προσώπων, τότε πρόκειται για ένα τύπο αναγνώρισης, που εξισώνει την υπό συζήτηση υποομάδα του κοινωνικού συνόλου με όλες τις άλλες. Αντίθετα, αν πρέπει να αποδοθεί μια ιδιαίτερη αξία σε μια ομάδα, με την έννοια

να της παραχωρηθεί, για παράδειγμα, μια προβεβλημένη θέση στο δημόσιο χώρο και ένα ειδικό κοινωνικό στάτους, τότε θα έχουμε να κάνουμε με μια φατριαστικού τύπου αναγνώριση. Στην περίπτωση αυτή δεν κατακερματίζεται μόνον το κοινωνικό σύνολο, ούτε απλώς εξάπτονται τα φατριαστικά μίση. Μέσα από τέτοιες διαδικασίες υπάρχει ο κίνδυνος, αυτό που ήταν εξαίρεση του κανόνα, η ομοφυλοφιλία για παράδειγμα, να επιδιώξει να καταστεί ο νέος κανόνας. Και όχι απλώς μια αποδεκτή ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητα.
antifono

Για τις έμφυλες ταυτότητες και τις τροπές τους

Α. Η μετατόπιση του ενδιαφέροντος της αριστεράς από τις πολιτικές αναδιανομής στις πολιτικές αναγνώρισης, τα αίτια της και οι...