Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανακοινώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανακοινώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

Ιερά Σύνοδος: ''Ανοιχτές οι Εκκλησίες για κατ’ ίδιαν προσευχή και λιτή τέλεση Θείας Λειτουργίας''



Συνήλθε εκτάκτως σήμερα, 16 Μαρτίου 2020 η Διαρκής Ιερά Σύνοδος (Δ.Ι.Σ.) της Εκκλησίας της Ελλάδος της 163ης Συνοδικής Περιόδου, υπό την προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου προκειμένου να επανεκτιμήσει τις αποφάσεις Της εξαιτίας της εκθετικής αυξήσεως των κρουσμάτων του κορωνοΐού. Στην Συνεδρία παρέστησαν και οι Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες των 11 Ιερών Μητροπόλεων της Αττικής.

Η Δ.Ι.Σ. και οι Σεβασμιώτατοι ενημερώθηκαν για τους κινδύνους διασποράς του κορωνοϊού από τον κ. Σωτήριο Τσιόδρα, Καθηγητή Λοιμωξιολογίας και εκπρόσωπο του Υπουργείου Υγείας, ο οποίος προσκλήθηκε υπό του Μακαριωτάτου Προέδρου προς τον σκοπό αυτό.

Μετά την ενημέρωση ακολούθησε εκτενής διαλογική συζήτηση. Κατοπιν της συζητήσεως η Δ.Ι.Σ. απεφάσισε:

1. Οι Ιεροί Ναοί να παραμείνουν ανοικτοί για κατ’ ιδίαν προσευχή των πιστών.

2. Παρακαλεί τους πάντες και ιδιαιτέρως τους ηλικιωμένους ανθρώπους και όσους ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες πληθυσμού να παραμένουν στις οικίες τους, προκειμένου να αποφευχθεί ο συγχρωτισμός τους με άλλους συνανθρώπους τους. Ο καθένας πρέπει να αισθάνεται σαν να είναι φορέας του συγκεκριμένου ιού, τον οποίο οφείλει να μην μεταδώσει στον  διπλανό του, και ως εκ τούτου πρέπει να προφυλάξει τους συνανθρώπους του και τον εαυτό του.

Με αίσθημα ποιμαντικής ευθύνης λοιπόν υποδεικνύει την λιτή τέλεση της Θείας Λειτουργίας από την ερχόμενη Κυριακή (22.3.2020) μέχρι του Σαββάτου του Λαζάρου (11.4.2020), από 7:00 έως 8:00 π.μ., ως και κατά την εορτή του Ευαγγελισμού.

3. Αναβάλλονται προσωρινώς όλες οι καθημερινές Ιερές Ακολουθίες και όλα τα προγραμματισμένα Μυστήρια Βαπτίσεως και Γάμου, εν περιπτώσει δε ανάγκης η τέλεση των ανωτέρω Μυστηρίων θα πραγματοποιείται με την παρουσία αποκλειστικώς και μόνο των γονέων, του αναδόχου και του παρανύμφου.

4. Οι κηδείες θα πραγματοποιούνται εντός του Ιερού Ναού με την παρουσία μόνον του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του κεκοιμημένου. Καθ’ όμοιο τρόπο θα τελούνται και τα μνημόσυνα μόνον επί του τάφου των κεκοιμημένων.

5. Στις Ιερές Μονές θα τελούνται οι προβλεπόμενες Ιερές Ακολουθίες υπό των Μοναστικών Αδελφότητων άνευ της συμμετοχής προσκυνητών.

6. Υιοθετεί όλα τα μέτρα, που λαμβάνει άμεσα η Ελληνική Πολιτεία για την αντιμετώπιση διασποράς του ιού και το ίδιο θα πράξει σε ο,τιδήποτε άλλο υποδειχθεί σε σχέση προς την πορεία εξέλιξης του ιού κατά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα.

7. Συνιστά ηρεμία, αυτοσυγκράτηση, εμπιστοσύνη στις Υγειονομικές Αρχές και στην Κυβέρνηση και προτρέπει στην αποφυγή δημιουργίας αισθήματος πανικού και ανασφάλειας. Τονίζει δε και πάλι ότι υποχρέωση όλων είναι η συμμόρφωση στους κανόνες υγιεινής και στις εντολές των αρμοδίων υπηρεσιών Δημοσίας Υγείας σύμφωνα και με τις προηγούμενες Εγκυκλίους της Ιεράς Συνόδου.

8. Εκτιμά την διακριτικότητα με την οποία η Πολιτεία εκφράζει τον σεβασμό της προς το θρησκευτικό αίσθημα των πιστών της Εκκλησίας μας. Δηλώνει επίσης ότι εάν η εξέλιξη στο επόμενο χρονικό διάστημα οδηγήσει τις αρμόδιες αρχές στην απόφαση για την λήψη επί πλέον εκτάκτων μέτρων, θα επανέλθει προκειμένου να εξετασθεί και πάλι το θέμα.

Οι αποφάσεις αυτές της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου είναι αποτέλεσμα της κενωτικής και αγαπητικής διαθέσεως της Εκκλησίας μας και της βουλήσεώς Της να αγκαλιάσει το σύνολο των ανθρώπων που κατοικούν στην Πατρίδα μας.

Προτρέπει τους χριστιανούς μας κάθε βράδυ από τις 10:00 μέχρι τις 10:15 να προσεύχονται μαζί μας στα σπίτια τους υπέρ της καταπαύσεως του πειρασμού και της νόσου και υπέρ της ενισχύσεως του θυσιαστικού έργου των ιατρών, του νοσηλευτικού προσωπικού και των επιστημόνων – ερευνητών, τους οποίους και ευγνωμόνως ευχαριστεί και ευλογεί.

Ήδη στα Μοναστήριά μας έχει σημάνει συναγερμός αδιάλειπτης προσευχής.

Ευχή όλων μας είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να παράσχει ανάπαυση στους ήδη κεκοιμημένους αδελφούς μας από τον θανατηφόρο αυτό ιό και την εξ ύψους παρηγορία στους πενθούντες συγγενείς τους, δεόμεθα δε για την θεραπεία και ταχεία ανάρρωση των νοσούντων και πλήρη εξάλειψη της φοβεράς αυτής δοκιμασίας.

Εκ της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΙΕΡΑΣ ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΣ 2016

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΤΡΩΝ
ΙΕΡΟΣ ΕΝΟΡΙΑΚΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ

ΔΙΗΜΕΡΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΑΝΗΓΥΡΗΣ

4ης και 5ης Δεκεμβρίου, μνήμη Μεγαλομάρτυρος

ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ ΚΑΙ ΣΑΒΒΑ του ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΥ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΙΕΡΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ

ΣΑΒΒΑΤΟ ΕΣΠΕΡΑΣ: Ώρα 6 μ. μ. Μέγας πανηγυρικός Αρχιερατικός Εσπερινός μετ’ αρτοκλασίας και θείου κηρύγματος χοροστατούντος του θεοφιλεστάτου επισκόπου Κερνίτσης κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ.



ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ: Ώρα 10-1 μ. μ. Μεσονύκτια Θ. Λειτουργία κατά την οποία θα ιερουργήσει και ομιλήσει ο πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Πολύκαρπος Τσιμιτσός, προϊστάμενος Ι. Ν. Αγ. Φωτεινής Πατρών

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ: Ώρα 7-10 π. μ. Πανηγυρική Θ. Λειτουργία κατά την οποία θα ιερουργήσει και ομιλήσει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης ημών κ. κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΣΠΕΡΑΣ: Ώρα 5, 30 μ. μ. Μέγας Εσπερινός μετ’ αρτοκλασίας και ι. Παρακλήσεως.

ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΡΩΙ: ΟΣΙΟΥ ΣΑΒΒΑ ΤΟΥ ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΥ Ώρα 7-10 π. μ. Θ. Λειτουργία κατά την οποία θα ιερουργήσει και ομιλήσει ο πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Γερβάσιος Παρακεντές, ιεροκήρυκας της Ι. Μ. Πατρών.





ΕΚ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Αρχιεπίσκοπος βάζει στη θέση του τον Ν. Φίλη

«Η υπόθεση της Εκκλησίας είναι υπόθεση του λαού και όχι ενός υπουργού» προειδοποιεί ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος σε επιστολή που απευθύνει στον υπουργό Παιδείας κ. Ν. Φίλη.

Αφήνοντας πίσω προσχήματα και… διπλωματικές ευγένειες ο Αρχιεπίσκοπος με πολύ σκληρή γλώσσα βάζει στη θέση του τον Ν. Φίλη για τις απόψεις που εξέφρασε σχετικά με το ρόλο της Εκκλησίας την περίοδο της επταετίας.

«Η ὑπόθεση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὑπόθεση ἑνός Λαοῦ καί ὄχι βεβαίως ἑνός ‘Υπουργοῦ, ὅταν μάλιστα παραθεωροῦνται θεμελιώδεις συνταγματικές διατάξεις (ἄρθρο 13) καί διατάξεις τοῦ ἐκτελεστικοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος (ἄρθρο 2, ν. 590/1977)» επισημαίνει.

«Ὁ ἐπίσημος ρόλος τῆς Ἐκκλησίας στήν περίοδο τῆς Δικτατορίας ἦταν συνεπής καί ἀδιάβλητος γιά τήν ἀποστολή της, γι’ αὐτό ἀποκλείει πλήρως τίς ὁποιεσδήποτε ἰδεοληπτικές ἑρμηνεῖες τῶν ὁποιωνδήποτε ἐπικριτῶν ἤ πολεμίων της» σημειώνει ο Αρχιεπίσκοπος.

Ο Αρχιεπίσκοπος σημειώνει πως αν οι πλασματικές επικρίσεις που θεωρούν ότι η Εκκλησία συνεργάστηκε με τη δικτατορία τότε:

1. γιατί ἐκθρονίστηκε αὐθαιρέτως, παρανόμως καί ἀντικανονικῶς ὁ σθεναρῶς ἀρνηθείς νά παραιτηθῇ γηραιός Ἀρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος;

2. γιατί ἀπαγορεύθηκε ἡ συνέλευση τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί γιατί συγκροτήθηκε μία ὀλιγομελής «ἀριστίνδην» Σύνοδος ἐκλεκτῶν της Ἀρχιερέων τόσο γιά τήν ἐκλογή νέου Ἀρχιεπισκόπου, ὅσο καί γιά τή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀντί τῆς Ἱεραρχίας;

3. γιατί ἐκδιδόταν ἀνά ἑξάμηνο μία νέα νομοθετική παράταση γιά τήν ἀπαγόρευση τῆς συνελεύσεως τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας μέχρι τό 1970;

4. γιατί σέ ὁλόκληρη τήν ἑπταετία ἀπαγορεύθηκε ὁποιοσδήποτε διορισμός ἔστω καί ἑνός θεολόγου στή Μέση Ἐκπαίδευση;

5. γιατί δέν συνδέθηκε τό πλασματικό σύνθημα «Ἑλλάς Ἑλλήνων Χριστιανῶν» μέ τίς θεσμικές ἐκφράσεις μιᾶς πρόθυμης σέ συνεργασία, ὅπως ὑποστηρίζουν σκοπίμως οἱ ἐπικριτές της, ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας;».
εκκλ

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Συμπληρώθηκαν 10 χρόνια από την ανακομιδή. Παραμένει άφθαρτο και ευωδιάζον το λείψανο του Γέροντος Βησσαρίωνος


Δέκα χρόνια έχουν περάσει από την ανακομιδή του Γέροντος Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτου (2006-2016) και το «σημείο του ουρανού» κατά την έκφραση της Ιεράς Συνόδου, εξακολουθεί να υφίσταται και να καταυγάζει τις ψυχές των πιστών.
Παρά την σφοδρή πολεμική των αντιλεγόντων, παρά τα ανυπόστατα ψεύδη, παρά τις έντονες φημολογίες, ότι αποσυντίθεται, ο Θεός εξακολουθεί να κρατεί άφθαρτο και ευωδιάζον το άγιο σώμα του ταπεινού και ελεήμονος Ιερομονάχου Βησσαρίωνος ως την πιο μεγάλη μαρτυρία της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος και της υποσχέσεως του Κυρίου ότι «τους δοξάζοντάς με δοξάσω». Ο Ιερός Χρυσόστομος για την δόξα αυτή γράφει: «Δόξα γαρ ανθρώπου ευλάβεια, επιείκεια, ελεημοσύνη, πραότης, ταπεινοφροσύνη, ειρήνη, δικαιοσύνη, αγάπη ανυπόκριτος. Ταύτα πάντα δόξα ανθρώπου». (ΒΕΠ, τ.96, σ.302). Αυτού του είδους την δόξα είχε ο Γέροντας από την παρούσα ζωή.
Ο αείμνηστος Πάνος Γιαμαρέλος, τον οποίο επέλεξε η θεία Πρόνοια να εξετάσει ως Ιατροδικαστής το ιερό Λείψανο και να γνωματεύσει ως άτεγκτος υπηρέτης της αληθείας έχει γράψει στην έκθεσή του: «Πρόκειται περί δυσεξηγήτου φαινομένου, το οποίον μόνον ο επερχόμενος χρόνος θα διερμηνεύσει οπωσδήποτε αλαθήτως». Και από τηλεοράσεως δημοσίως διεκήρυξε: «Εάν περάσουν δύο ή τρία χρόνια και το λείψανο παραμένει ως έχει, να πάρουν όλοι οι Έλληνες λαμπάδες και να έλθουν εδώ να τον προσκυνήσουν, διότι είναι άγιος».
Όσο περνούν τα χρόνια περισσότερο ριζώνει στην συνείδηση της Εκκλησίας η αγιότητα του Γέροντος Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτου.
Είναι ένας εκ των τελευταίων Αγίων Πορφυρίου, Παϊσίου, Ιακώβου, Φιλοθέου, Αμφιλοχίου και ο μοναδικός με αφθαρσία του σώματός του.
Με την απόφασή της η Εκκλησία μας απέδειξε, ότι γνωρίζει να παραμερίζει τα φληναφήματα των φωνασκούντων και να αποδίδει τους αγίους στο λαό. Οι χιλιάδες των προσκυνητών της Ιεράς Μονής Αγάθωνος που τιμούν και σέβονται τον άγιο γέροντα Βησσαρίωνα περιμένουν την απόφαση της Ιεράς Συνόδου για την αγιοκατάταξή του. Και περί του θέματος αυτού τον τελευταίο λόγο έχει ο Θεός. «Τα του Θεού αφ΄ εαυτών έρχονται, σου τον καιρόν μη ειδότος» συμβουλεύει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος.
Η Ιερά Μητρόπολις Φθιώτιδος θα εορτάσει την δεκαετή επέτειο με Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στην Ιερά Μονή Αγάθωνος την Πέμπτη 3 Μαρτίου και με εις Διάκονον Χειροτονία του αδελφού της Μονής Μοναχού Ιερεμίου.
Επίσης το Σάββατο 12 Μαρτίου και ώρα 6μ.μ. στο Αμφιθέατρο του Πνευματικού Διοικητικού Κέντρου της Ιεράς Μητροπόλεως θα πραγματοποιηθεί ομιλία από τον Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Αγάθωνος Αρχιμ. Δαμασκηνό και προβολή ταινίας με τα γεγονότα του έτους 2006, όταν έγινε η ανακομιδή.
Καλούμε τους τιμώντας την μνήμη του Αγίου Γέροντος να συμμετάσχουν στις εορταστικές εκδηλώσεις.


Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Ο Αρχιεπίσκοπος για Πρόσφυγες, Ισλάμ, Μεγάλη Σύνοδο και Θρησκευτικά


Ακολουθεί η εισήγηση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, κατά την έκτακτη Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας την Τρίτη 8 Μαρτίου.


Σεβασμιώτατοι άγιοι αδελφοί,

Χάριτι Θεού, αναμένοντες την είσοδό μας στην περίοδο της μετανοίας, της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, συνερχόμεθα σήμερον, στην έκτακτη αυτή σύγκληση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Κάθε φορά που μας δίδεται αυτή η ευκαιρία της συμμετοχής μας στο ανώτατο όργανο διοικήσεως της Εκκλησίας μας, έχουμε να αντιμετωπίσουμε και διαφορετικές προκλήσεις, προβλήματα, ιδιαιτερότητες, κρίσεις και αντιδράσεις, προσπαθώντας ταυτόχρονα να καταθέσουμε τη σύγχρονη μαρτυρία της Ορθοδόξου πίστεώς μας σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Η πατρίδα μας σήμερα αντιμετωπίζει πέρα από την πολυετή οικονομική κρίση, που έχει ήδη εξουθενώσει τον λαό μας, μία διαφορετικής φύσεως παρουσιαζόμενη πρόκληση• το προσφυγικό και μεταναστευτικό πρόβλημα. Οι πολεμικές συρράξεις, οι εμφύλιες διαμάχες, τα συμφέροντα των οικονομικά ισχυρών, η φτώχεια και η συνεχώς αυξανόμενη κοινωνική αδικία που συμβαίνουν στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου και όχι μόνον, ωθεί εκατομμύρια συνανθρώπους μας σ’ένα ταξίδι αβεβαιότητος, πολλές φορές με κατάληξη τον τραγικό θάνατο.

Οι θάλασσές μας μετατράπηκαν σε υδάτινους τάφους. Τα νησιά μας και ο λαός μας επέδειξαν και συνεχίζουν να επιδεικνύουν ηρωϊσμό και αυτοθυσία για να επουλώσουν τις χαίνουσες πληγές αυτών των απελπισμένων ανθρώπων. Έκαναν πράξη την εντολή του Χριστού «αγαπάτε αλλήλους» και οι Σεβασμιώτατοι άγιοι αδελφοί, συστρατευόμενοι με τον κλήρο και τον λαό δίνουν ισχυρή μαρτυρία αγάπης και αλληλεγγύης. Σάς ευχαριστώ μέσα από τήν καρδιά μου γι’ αυτό, και προσεύχομαι ο Θεός να μας δίνει δύναμη να συνεχίσουμε τον καλό αγώνα. Θα ήθελα όμως, από την θέση αυτή, νά καταδικάσω τους δουλέμπορους, να καταδικάσω κάθε άνθρωπο που εκμεταλλεύεται τον πόνο και την αγωνία αυτών των ανθρώπων κάθε ενέργεια απαξίωσης του ανθρωπίνου προσώπου και να απευθύνω έκκληση ενότητος, έκκληση συνέσεως, έκκληση διατηρήσεως της ειρήνης, κυρίως προς τους ευρωπαίους ηγέτες, πρός όλους όσους πιστεύουν στις αρχές και αξίες των ιδρυτών της ευρωπαϊκής πορείας και ενώσεως.

Η πατρίδα μας πρόσφερε, πλήρωσε και μετανόησε. Καιρός είναι τώρα να προσφέρουν και οι ευρωπαίοι εταίροι μας, να επιδείξουν αλληλεγγύη και να συλλογισθούν το μέλλον της γηραιάς ηπείρου. Δεν φοβόμαστε το Ισλάμ. Όσους παρερμηνεύουν το Ισλάμ απορρίπτουμε. Εκείνους που έχοντας ως αφετηρία διαφορετικές ερμηνείες του Ισλάμ, προκαλούν θρησκευτικούς φανατισμούς και εξυπηρετούν αλλότριες επιδιώξεις. Ο γνωστός Γερμανός θρησκειολόγος Rudolf Otto είπε πριν από 80 χρόνια: «Όταν οι θρησκείες ξεκινούν τον πόλεμο, τότε ξεκινά το τέλος του πολιτισμού».

Επιβάλλεται λοιπόν να επικρατήσει η ειρήνη, να επιδειχθεί σύνεση και να καθιερώσουμε τη συνεργασία όλων των πλευρών που σήμερα αντιμάχονται. Έχουμε χρέος να στηρίξουμε τον δοκιμαζόμενο άνθρωπο, να προσφέρουμε αμέριστη αγάπη και συμπαράσταση στο κόσμο. Έχουμε ωστόσο και υποχρέωση να κρατήσουμε ξεκάθαρες τις κόκκινες γραμμές που δεν θα θέτουν σε κίνδυνο την ταυτότητά μας, την παράδοσή μας, την εθνική και εδαφική μας ακεραιότητα, την Ορθοδοξία και τον Ελληνοχριστιανικό πολιτισμό μας. Γνωρίζω, πως, σας κούρασα αδελφοί μου, θεωρώ όμως πως είναι ώρα να πούμε ξεκάθαρες αλήθειες και ζητώ τη συμπαράστασή σας προς την επίτευξη αυτού του σκοπού. Δεν πρέπει να αφήσουμε σε κανέναν να χρησιμοποιήσει την Εκκλησία μας για αλλότριους σκοπούς, και θα ήθελα για ακόμη μία φορά να επαναβεβαιώσω την διάθεση της Εκκλησίας της Ελλάδος να συνεργασθεί με την Πολιτεία και όλους τους κοινωνικούς φορείς για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της προσφυγικής κρίσεως.

Έχουμε να συζητήσουμε τα εξής θέματα

α ) «Περί της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου»,

β) «Περί της Διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών εν τη στοιχειώδη και Μέσην Εκπαίδευσιν»,

γ) «Τροποποίηση δύο κανονισμών και λήψη αποφάσεων».

Ευχαριστούμε τούς αγαπητούς αδελφούς μας Ηλείας κ. Γερμανόν, Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεον και Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης κ. Εφραίμ που ανέλαβαν τον φόρτο των Εισηγήσεων. Στη συνέχεια θα προβούμε στη πλήρωση της Ιεράς Μητροπόλεως Καρπενησίου, κατόπιν της παραιτήσεως του Σεβασμιωτάτου αγίου πρ. Καρπενησίου κ. Νικολάου, τον οποίον και ευχαριστούμε δημοσίως για την πολυετή προσφορά του στην Εκκλησία, για τον πνευματικό του λόγο και για την ουσιαστική του συμβολή στην οργάνωση της τοπικής του Εκκλησίας. Αναφορικά με το κρίσιμο θέμα της Πανορθοδόξου Συνόδου θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο για τον αγώνα που έδωσε ούτως ώστε να πραγματοποιηθεί τον προσεχή Ιούνιο, στην Κρήτη, το ιστορικό αυτό εκκλησιαστικό γεγονός και να υπογραμμίσω την μεγάλη σημασία της μαρτυρίας της Ορθοδόξου ενότητος προς τον λοιπό χριστιανικό κόσμο. Είναι ιδιαιτέρως σημαντικό να δώσουμε την κοινή αυτή μαρτυρία μέσα από τις τοπικές αδελφές Εκκλησίες και οι αδελφοί Προκαθήμενοι να μοιραστούμε το κοινό ποτήριο της ζωής, διατρανώνοντας την ευχαριστιακή μας ταυτότητα και διακονία, και να απευθύνουμε μήνυμα ζωής και ελπίδος προς τους εγγύς και τους μακράν.

Από την άλλη θα εξετάσουμε το ζήτημα του μαθήματος των θρησκευτικών.

Κρίσιμο και σημαντικό θέμα για το ήθος των παιδιών μας, την εσωτερική τους καλλιέργεια και την γνώση του πλούτου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.Πολλά έχουν διατυπωθεί για το μέλλον του μαθήματος. Καταθέτω λίγες σκέψεις που πιστεύω θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε την ουσία του προβλήματος.Αυτό άλλωστε θα πράξει και ο Σεβ.Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος και τον ευχαριστώ. Φρονώ ότι πρέπει να ξεκαθαρίσουμε την υποχρεωτικότητα του μαθήματος, την τήρηση των ωρών διδασκαλίας στο τρέχον πρόγραμμα και τον Ορθόδοξο χαρακτήρα του.Όλα τα άλλα μπορούν και πρέπει να συζητηθούν, δεδομένων των νέων προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε, τα τρία όμως παραπάνω σημεία πρέπει να είναι η αρχή και η βάση κάθε διαλόγου με το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων. Περαίνοντας, Σεβ. άγιοι αδελφοί, επιτρέψτε μου να ευχηθώ να εισέλθουμε υγιείς προς την πορείαν της μετανοίας της μεγάλης Τεσσαρακοστής, να εορτάσουμε την Ανάσταση του Κυρίου μας και να δώσει ο Θεός καλλίτερες ημέρες για την πατρίδα μας.

Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας, θα συνεχίσει να επαγρυπνεί, να προσεύχεται και να δίδει την ορθή μαρτυρία του Λόγου της αληθείας, του μηνύματος της ειρήνης, της εν Χριστώ αγάπης και της καταλλαγής.

Σας ευχαριστώ!

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Εισήγηση του Οικουμενικού Πατριάρχη στη Σύναξη των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών


ΕΙΣΗΓΗΣΙΣ
ΤΗΣ  Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
κ. κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΥΝΑΞΙΝ ΤΩΝ ΠΡΟΚΑΘΗΜΕΝΩΝ
ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

(Γενεύη, 22 Ιανουαρίου 2016)


Μακαριώτατοι και πεφιλημένοι εν Κυρίω Αδελφοί, Προκαθήμενοι των κατά τόπους Αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών και σεβάσμιοι εκπρόσωποι των κωλυθέντων μετασχείν εις την παρούσαν Σύναξιν αδελφών Προκαθημένων, μετά των τιμίων συνοδειών Υμών.
Ως εύ παρέστητε εν τω ιερώ τούτω χώρω της καθ’ ημάς Αγιωτάτης Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, τω Κέντρω τούτω τω αφιερωμένω εις την διακονίαν της πανορθοδόξου ενότητος, το οποίον εφιλοξένησε και φιλοξενεί ήδη επί δεκαετίας πληθύν διορθοδόξων και πανορθοδόξων συναντήσεων, δι’ ων σφυρηλατείται και προάγεται η ενότης της Αγιωτάτης Ορθοδόξου Εκκλησίας. Από καρδίας ευχόμεθα όπως η διαμονή Υμών ενταύθα είναι δι’ έκαστον εξ Υμών κατά πάντα ικανοποιητική και ευχάριστος, το δε έργον ημών καθοδηγούμενον από την πνοήν του Παρακλήτου αποφέρη καρπούς πλουσίους εις αγάπην και οικοδομήν του σώματος της Εκκλησίας εις δόξαν Θεού.
Ως γνωστόν, η παρούσα Σύναξις ημών επρόκειτο να πραγματοποιηθή εν τη έδρα ημών, αλλ’ έκτακτοι αντικειμενικαί περιστάσεις, εμποδίζουσαί τινας εκ των αδελφών όπως μεταβώσιν εκεί, επέβαλον την μετάθεσιν του τόπου της συναντήσεως ημών ενταύθα. Ευχαριστούμεν πάντας Υμάς διά την κατανόησιν της ανάγκης της αλλαγής ταύτης, και διά την πρόθυμον έλευσιν Υμών ενταύθα προς πραγμάτωσιν του ιερού σκοπού της παρούσης Συνάξεως.
Όντως, πάσα Σύναξις επί το αυτό ημών των εμπεπιστευμένων υπό της χάριτος και του ελέους του Θεού την ηγεσίαν της Αγιωτάτης Εκκλησίας Αυτού είναι ιερά. Η παρούσα όμως Σύναξις κέκτηται όλως ιδιαζόντως τον χαρακτήρα τούτον, διότι συνδέεται προς την θεμελιώδη εκκλησιολογικήν αρχήν της συνοδικότητος της Εκκλησίας, έχουσα ως κύριον αντικείμενον αυτής την προετοιμασίαν της μελλούσης ίνα συνέλθη, συν Θεώ, Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Αγιωτάτης Ορθοδόξου Εκκλησίας ημών. Συνήχθημεν, όθεν, εδώ, διά να επιτελέσωμεν καθήκον όντως ιερόν, και διά τούτο έχομεν όλως ιδιαιτέρως ανάγκην της ενισχύσεως και του φωτισμού του Παρακλήτου, αλλά και της εκ μέρους ενός εκάστου εξ ημών αγαθής προαιρέσεως, μακράν οιωνδήποτε άλλων σκοπιμοτήτων, όπως συντελέσωμεν διά των αποφάσεων ημών εις την πραγμάτωσιν της ήδη εξαγγελθείσης υφ’ ημών Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Διότι εις ημάς ανέθηκεν η Θεία Πρόνοια το μέγα χρέος και προνόμιον όπως δώσωμεν σάρκα και οστά εις το όραμα των μακαριστών προκατόχων ημών, οι οποίοι προ πεντήκοντα και πλέον ετών συνέλαβον την ιδέαν της συγκλήσεως της Συνόδου ταύτης. Εις ημάς ανήκει πλέον η μεγάλη ευθύνη όπως συντάμωμεν τον χρόνον, τον ήδη κατά πολύ συνεσταλμένον, και άνευ περαιτέρω χρονοτριβής μετατρέψωμεν το όραμα εις πραγματικότητα. Τούτο ήδη, εκτός των αοιδίμων προκατόχων ημών, αναμένει και ο πιστός λαός του Θεού, αλλά και αυτοί ούτοι οι έξω των κανονικών τειχών της ημετέρας Εκκλησίας χριστιανοί, διό και πάσα περαιτέρω τυχόν αναβολή της πραγματώσεως της Συνόδου μόνον τους εχθρούς της Εκκλησίας ημών και τον χαιρέκακον Αντικείμενον θέλει ικανοποιήσει.
Η Σύναξις ημών αύτη κέκτηται όλως ιδιαιτέραν σπουδαιότητα διά τον λόγον ότι καλείται να διευθετήση ζητήματα και πτυχάς της τε υπολειπομένης προετοιμασίας και της όλης λειτουργίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Προς τούτο επιθυμούμεν να υπομνήσωμεν εις την Υμετέραν αγάπην ωρισμένας εκ των βασικών αρχών, τας οποίας ημείς αυτοί δι’ επισήμων αποφάσεων ημών απεδέχθημεν και εθεσπίσαμεν, και τας οποίας, ως είναι φυσικόν, υποχρεούμεθα να σεβασθώμεν και τηρήσωμεν μέχρι τέλους.
Επί της θεματολογίας
Ως γνωστόν, η θεματολογία της Συνόδου καθωρίσθη διά πανορθοδόξου αποφάσεως της Α’ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1976), περιλαμβάνει δε τα εξής δέκα θέματα κατά την εις τα Πρακτικά της Διασκέψεως σειράν:
α) Ορθόδοξος Διασπορά.
β)   Το Αυτοκέφαλον και ο τρόπος ανακηρύξεως αυτού.
γ) Το Αυτόνομον και ο τρόπος ανακηρύξεως αυτού.
δ) Τα Δίπτυχα.
ε)   Το ζήτημα κοινού ημερολογίου.
ς)   Κωλύματα γάμου.
ζ)   Αναπροσαρμογή των περί νηστείας εκκλησιαστικών διατάξεων.
η) Σχέσεις Ορθοδόξων Εκκλησιών προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον.
θ) Ορθοδοξία και Οικουμενική Κίνησις.
ι)    Συμβολή των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών εις την επικράτησιν των χριστιανικών ιδεωδών της ειρήνης, της ελευθερίας, της αδελφοσύνης και της αγάπης μεταξύ των λαών και άρσιν των φυλετικών και λοιπών διακρίσεων.
Κατά τον ισχύοντα Κανονισμόν, έκαστον των ως άνω θεμάτων, θα έδει να διέλθη το στάδιον της προπαρασκευής διά της εξετάσεως αυτού υπό Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής, ήτις θα συνέλθη κατ’ επανάληψιν έως ότου επιτύχει την ομόφωνον διατύπωσιν του σχετικού κειμένου, το οποίον εν συνεχεία θα έδει να τύχη της εγκρίσεως Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως διά να παραπεμφθή τελικώς άνευ ετέρουεις την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον. Εκ των ως άνω θεμάτων τα οκτώ διήλθον ήδη το στάδιον της προπαρασκευής και εγκρίσεως αυτών υπό Προσυνοδικών Πανορθοδόξων Διασκέψεων, ενώ τα δύο εξ αυτών, τα αφορώντα εις το Αυτοκέφαλον και τα Δίπτυχα δεν έτυχον ομοφώνου αποδοχής κατά τας επανειλημμένας συναντήσεις της Προπαρασκευαστικής Επιτροπής ώστε να τύχουν τελικώς εγκρίσεως υπό τινος Προσυνοδικής Διασκέψεως και αποτελέσουν ούτω θέματα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
Εν όψει της ουτωσί διαμορφωθείσης καταστάσεως ευρέθημεν προ του διλήμματος η να αναβάλωμεν την πραγματοποίησιν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου έως ού επέλθη συμφωνία και επί των δύο τούτων θεμάτων η να χωρήσωμεν εις την σύγκλησιν αυτής αρκούμενοι εις τα οκτώ θέματα. Επί του ερωτήματος τούτου υπήρξε πανορθόδοξος απόφασις όπως χωρήσωμεν εις την σύγκλησιν της Συνόδου αρκούμενοι εις τα οκτώ θέματα άτινα έτυχον ομοφώνου εγκρίσεως υπό Προσυνοδικών Διασκέψεων. Κατόπιν τούτου, η Σύναξις ημών κατά Μάρτιον του έτους 2014 ομοφώνως απεφάσισεν όπως συγκληθή η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος εντός του έτους 2016 αφού προηγουμένως Ειδική Διορθόδοξος Επιτροπή προβή μέχρι του Πάσχα του έτους 2015 εις τας ακολούθους ενεργείας:
α)  αναθεωρήση (revise) τα υπό της Γ’ Προσυνοδικής Διασκέψεως συμφωνηθέντα Κείμενα περί των θεμάτων: Ορθοδοξία και Οικουμενική Κίνησις. Σχέσεις Ορθοδόξων Εκκλησιών προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον˙ και, Συμβολή των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών εις επικράτησιν της ειρήνης κ.λπ.
β)   επιμεληθή (edit) των κειμένων της Β’ Προσυνοδικής Διασκέψεως περί: Προσαρμογής των περί νηστείας εκκλησιαστικών Διατάξεων˙Κωλυμάτων γάμου˙ και Κοινού ημερολογίου.
γ)  Ει δυνατόν («τυγχάνει ευκταίον») συζητηθούν και τα θέματα του Αυτοκεφάλου και των Διπτύχων υπό της Προπαρασκευαστικής Επιτροπής προς επίτευξιν επ’ αυτών ομοφωνίας.
Η εν λόγω Ειδική Επιτροπή επετέλεσε το έργον αυτής εντός της δοθείσης εις αυτήν προθεσμίας ως προς τα σημεία (α) και (β), εργασθείσα μέχρι της προτεραίας της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος του 2015, μη δυνηθείσα λόγω ελλείψεως χρόνου να εκπληρώση την εκφρασθείσαν ευχήν της Συνάξεως περί του σημείου (γ).
Κατόπιν τούτου, παρέμειναν ως θέματα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου τα αρχικώς συμφωνηθέντα οκτώ τοιαύτα, τα οποία έτυχον της υπό του Κανονισμού προβλεπομένης εγκρίσεως υπό Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως.
Εν τω μεταξύ χρόνω και παρά τα ομοφώνως αποφασισθέντα Εκκλησίαι τινές εξέφρασαν την επιθυμίαν η και αξίωσιν όπως η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος αναβληθή μέχρις ότου συζητηθούν και τύχουν ομοφώνου αποδοχής τόσον τα θέματα του Αυτοκεφάλου και των Διπτύχων, όσον και τα μη τυχόντα ομοφώνου τροποποιήσεως υπό της ανωτέρω μνημονευθείσης Ειδικής Επιτροπής Κείμενα της Β’ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1982) περί Κωλυμάτων γάμου και Κοινού ημερολογίου. Ως προς τα τελευταία δύο θέματα δεν δυνάμεθα ειμή να εκφράσωμεν την έκπληξιν ημών εκ της ως άνω αξιώσεως, δοθέντος ότι η απόφασις της Συνάξεως ημών του έτους 2014 ουδόλως προέβλεπε ριζικήν αναθεώρησιν (revision) των κειμένων τούτων, αλλ’ απλήν «επιμέλειαν» (editing) αυτών υπό της Ειδικής Επιτροπής, διό και ορθώς ο προεδρεύων αυτής δεν επέτρεψε ριζικήν τινα αναθεώρησιν αυτών, διότι τούτο θα απετέλει παράβασιν η υπέρβασιν της δοθείσης τη Επιτροπή υπό της Συνάξεως ημών εντολής. Η περί αναθεωρήσεως των εν λόγω κειμένων αξίωσις ωρισμένων Εκκλησιών θα απήτει σαφώς νέαν ομόφωνον απόφασιν της Συνάξεως των Προκαθημένων, διάφορον της ληφθείσης εν έτει 2014 τοιαύτης περί απλής επιμελείας των εν λόγω κειμένων, ήτις επιμέλεια, ως εκ της φύσεως αυτής, δεν θα ηδύνατο να θίξη τον πυρήνα του περιεχομένου των κειμένων τούτων.
Ευρισκόμεθα, λοιπόν, αδελφοί, προ του διλήμματος, το οποίον θέτουν ενώπιον ημών Εκκλησίαι τινές, η να εμμείνωμεν εις την ληφθείσαν εν έτει 2014 κοινήν απόφασιν ημών περί συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου μετά των οκτώ θεμάτων, τα οποία έτυχον ήδη ομοφώνου πανορθοδόξου εγκρίσεως, η να αναβάλωμεν την σύγκλησιν της Συνόδου μέχρις ότου επέλθη πανορθόδοξος συμφωνία και επί των θεμάτων τουΑυτοκεφάλου, των Διπτύχων και των περί Γάμου και Ημερολογίου κειμένων. Εάν επιλέξωμεν το τελευταίον, θα χρειασθώμεν σειράν όλην συναντήσεων της Προπαρασκευαστικής Επιτροπής, η οποία κατά τον ισχύοντα Κανονισμόν προετοιμασίας της Συνόδου δέον να καταλήξη εις την ομόφωνον έγκρισιν των σχετικών κειμένων, τα οποία θα υποβληθούν εις νέαν Προσυνοδικήν Διάσκεψιν προς τελικήν έγκρισιν. Τούτων δοθέντων θα παραμένη άγνωστον εάν και πότε θα συγκληθή η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, μη αποκλειομένης εν τέλει της ματαιώσεως αυτής. Η ευθύνη ημών είναι όντως μεγίστη δι’ ο, τι ήθελε συμβή και οφείλομεν να την αναλογισθώμεν πριν η προτιμήσωμεν το καλλίτερον έναντι του καλού και το μείζον έναντι του αναγκαίου, υπαναχωρούντες εκ της αρχικής κοινής ημών αποφάσεως. Η καθ’ ημάς Αγιωτάτη Εκκλησία δηλοί ότι αδυνατεί να αναλάβη την ιστορικήν ευθύνην της αναβολής της συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και τον ως εκ ταύτης κίνδυνον ματαιώσεως αυτής.
Επί των υπολοίπων θεμάτων
α) Το Σχέδιον του Κανονισμού λειτουργίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου
Ως γνωστόν, η συνελθούσα προσφάτως εν Αθήναις Ειδική Επιτροπή προς σύνταξιν σχεδίου Κανονισμού λειτουργίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου δεν κατώρθωσε να ολοκληρώση το έργον αυτής εγκρίνασα τελικώς μόλις τέσσαρα εκ των δεκαέξ προταθέντων άρθρων, όπερ σημαίνει ότι δέον να εξευρεθή τρόπος ολοκληρώσεως του έργου τούτου, ει δυνατόν κατά την διάρκειαν της παρούσης Συνάξεως, δι’ ειδικής επιτροπής, εκ των σπλάγχνων ημών, μετά της σαφούς εντολής προς αυτήν όπως ολοκληρώση το έργον της εντός των ημερών και υποβάλη αυτό εις την ολομέλειάν μας ενταύθα προς έγκρισιν, ώστε να μη χρειασθή νέα Σύναξις Προκαθημένων προς έγκρισιν του Κανονισμού.
β) Το θέμα της προσκλήσεως παρατηρητών εις την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον
Το θέμα τούτο πρόκειται ημίν προς απόφασιν κατά την παρούσαν Σύναξιν ημών υπό την διττήν αυτού μορφήν, ήτοι της προσκλήσεως παρατηρητών τόσον εκ των εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας κληρικών, μοναχών και λαϊκών, όσον και εξ άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, ιδία εξ εκείνων εξ αυτών, μετά των οποίων ευρισκόμεθα εν θεολογικώ διαλόγω. Κατά την γνώμην ημών, αμφότεραι αι κατηγορίαι αύται δέον να κληθούν όπως παραστούν εις τας εργασίας της Συνόδου, βεβαίως άνευ δικαιώματος λόγου η ψήφου, δοθέντος ότι η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος ενδιαφέρει κατά τρόπον άμεσον και ζωτικόν τόσον τους Ορθοδόξους λαϊκούς, κληρικούς και μοναχούς, όσον και τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον. Σημειωτέον, ότι και κατά τας εργασίας της Β’ Συνόδου του Βατικανού η ημετέρα Εκκλησία εκλήθη να αποστείλη και απέστειλε παρατηρητάς.
Εφ’ όσον υπάρξει συμφωνία επί της αρχής της προσκλήσεως τοιούτων παρατηρητών, δέον όπως προβώμεν εις τον καθορισμόν του τρόπου εκπροσωπήσεως αυτών, του αριθμού και της τοποθετήσεως αυτών εν τω χώρω της Συνόδου, ως και επί παντός άλλου σχετικού προς το θέμα αυτό ζητήματος.
γ) Το θέμα της αυθεντίας της Συνόδου δέον επίσης να απασχολήση την παρούσαν Σύναξιν. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος θέλει πραγματοποιηθή εις μίαν εποχήν, κατά την οποίαν οι θεσμοί γενικώς διέρχονται κρίσιν αυθεντίας, αμφισβητούμενοι υπό του συγχρόνου ανθρώπου, τούτο δε τείνει να επηρεάση, δυστυχώς, και τον χώρον της Εκκλησίας. Συνοδικαί αποφάσεις, αι οποίαι άλλοτε εγένοντο σεβασταί υπό του κλήρου και του λαού ως φωνή Θεού («έδοξε γαρ τω Αγίω Πνεύματι και ημίν» {Πραξ. ιε’, 28}), σήμερον αμφισβητούνται υπό μερίδος πιστών, ενίοτε πριν η ληφθούν και ανακοινωθούν. Είναι γνωστόν ότι και η αποφασισθείσα ίνα συνέλθη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος αμφισβητείται υπό τινων «αγωνιστών της Ορθοδοξίας», αποκαλουμένη υπ’ αυτών «ληστρική» πριν η ακόμη συνέλθη. Ποίον κανονικόν κύρος θα έχουν αι αποφάσεις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και ποίας κανονικάς συνεπείας θα έχη η τυχόν ανυπακοή προς αυτάς; Φρονούμεν ότι τούτο δέον να διευκρινηθή υφ’ ημών προς αποφυγήν συγχύσεως παρά τω λαώ του Θεού και άλλων δυσαρέστων συνεπειών εν τω σώματι της Εκκλησίας.
δ) Τέλος, καθίσταται αναγκαίον όπως διευκρινηθή εν ζήτημα, το οποίον προέκυψε, καθ’ ημάς απροσδοκήτως, ήτοι το ερώτημα περί του ακριβούς νοήματος του όρου ομοφωνία (consensus), την οποίαν απεδέχθημεν ως τρόπον λήψεως αποφάσεων τόσον κατά την προετοιμασίαν όσον και κατά τας εργασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Επί του θέματος τούτου δέον να διευκρινηθώσι τα ακόλουθα ζητήματα:
Πρώτον, η έννοια της ομοφωνίας ως consensus, και όχι ως unanimity, έχει διεθνώς την έννοιαν ότι εάν μία η περισσότεραι αντιπροσωπίαι διαφωνήσουν προς μίαν συγκεκριμένην πρότασιν και διατυπώσουν ιδίαν τοιαύτην, δέον να καταβληθή προσπάθεια αποδοχής της υπό των αντιπροσωπιών τούτων γνώμης η προτάσεως, εις περίπτωσιν όμως κατά την οποίαν δεν επιτευχθή συναίνεσις (consensus) επί της αντιπροτάσεως, τότε η διαφωνία αύτη, εφ’ όσον οι διαφωνούντες επιμένουν, καταγράφεται αλλά δεν ακυρώνει την προς ην υπήρξεν η διαφωνία αρχικήν θέσιν, και οι διαφωνούντες υπογράφουν το αρχικόν κείμενον, καταγράφοντες, εάν θέλουν, την διαφωνίαν των. Εάν υπάρξη άρνησις υπογραφής του κειμένου, τούτο θα εσήμαινεν αρνησικυρίαν (veto), πράγμα το οποίον θα ωδήγει εις αδιέξοδον.
Δεύτερον ζήτημα, το οποίον δέον να διευκρινηθή, είναι εάν η ομοφωνία αναφέρεται εις τους παρόντας κατά τας εργασίας «ενός σώματος η απαιτή την φυσικήν παρουσίαν όλων των μελών του σώματος». Εάν αποδεχθώμεν το δεύτερον, τότε η τυχόν απουσία η ηθελημένη και σκόπιμος απουσία τινών εκ των μελών θα ωδήγει εις διάλυσιν τας εργασίας του σώματος επί επικλήσει της ελλείψεως ομοφωνίας. Το πρώτον εκ των ως άνω ζητημάτων προέκυψε κατά τας εργασίας της Ε’ Προσυνοδικής Διασκέψεως, καθ’ ην δύο αντιπροσωπίαι ηρνήθησαν να υπογράψουν κοινόν κείμενον, επί τω λόγω ότι αι θέσεις των Εκκλησιών των δεν έγιναν δεκταί υπό πάντων των μελών της Διασκέψεως, και ούτως ευρισκόμεθα προ αδιεξόδου ως προς την προετοιμασίαν της Συνόδου, εφ’ όσον εν εκ των βασικών κειμένων αυτής παραμένει ανυπόγραφον υπό τινων εκ των αντιπροσώπων.
Το δεύτερον ζήτημα ηγέρθη κατά την πρόσφατον συνάντησιν εν Αθήναις της Ειδικής Επιτροπής προς σύνταξιν σχεδίου Κανονισμού λειτουργίας της Συνόδου. Κατά την συνάντησιν ταύτην εζητήθη επιμόνως υπό τινων αντιπροσώπων όπως περιληφθή εις τον Κανονισμόν πρόβλεψις, καθ’ ην, εάν μία Εκκλησία δι’ οιονδήποτε λόγον αποχωρήση εκ των εργασιών της Συνόδου, τότε ο Πρόεδρος αυτής οφείλει να εξασφαλίση την παρουσίαν αυτής, διότι άλλως η Σύνοδος αδυνατεί να συνεχίση τας εργασίας αυτής (δηλαδή διαλύεται) λόγω μη υπάρξεως ομοφωνίας. Εκεί οδηγούμεθα όντως εάν θεωρήσωμεν την ομοφωνίαν ως εφαρμοζομένην όχι μόνον επί των παρόντων αλλά και επί των απόντων. Επιθυμούμεν να δηλώσωμεν ευθέως ότι η καθ’ ημάς Αγιωτάτη Εκκλησία και ημείς προσωπικώς αδυνατούμεν να εννοήσωμεν και αποδεχθώμεν την πραγματοποίησιν μιάς Συνόδου, η οποία θα τελή υπό την δαμόκλειον σπάθην της διαλύσεως αυτής, εάν μία η περισσότεραι Εκκλησίαι απεφάσιζον να αποχωρήσουν εξ αυτής. Μία τοιαύτη Σύνοδος, τελούσα υπό την απειλήν της διαλύσεως, είναι προτιμότερον να μη γίνη ποτέ.
Η παράδοσις της Εκκλησίας γνωρίζει εν τη εφαρμογή της συνοδικότητος πλείστα όσα παραδείγματα Συνόδων, και μάλιστα Οικουμενικών, κατά τας οποίας Εκκλησίαι τινές απουσίαζον, άλλοτε ακουσίως και άλλοτε ηθελημένως, εκ των εργασιών της Συνόδου, χωρίς τούτο να εμποδίση το παράπαν την λειτουργίαν αυτών. Πολλών Συνόδων αι αποφάσεις ανεγνωρίσθησαν εκ των υστέρων υπό των μη μετασχόντων εις αυτάς. Η εξάρτησις της ομοφωνίας εκ της φυσικής παρουσίας δεν έχει, καθ’ όσον γνωρίζομεν, ιστορικόν προηγούμενον.
Και επί του θέματος τούτου καλούμεθα αδελφικώς και εν αγάπη να διασκεφθώμεν.
Ταύτα τα θέματα εισηγούμεθα εις την αγάπην Σας, αδελφοί, ως αναμένοντα την διαβούλευσιν και απόφασιν ημών, ώστε να φθάσωμεν εις την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον εν ομογνωμία. Εκτός τούτων υπάρχουν και τινα πρακτικής φύσεως ζητήματα, τα οποία καλούμεθα να διευθετήσωμεν εν όψει της Συνόδου. Αναφέρομεν ενδεικτικώς τινα εξ αυτών.
α) Η διάρκεια της Συνόδου. Δεν γνωρίζομεν τι φρονείτε περί αυτού, αλλά κατά την γνώμην ημών, ο αριθμός, η έκτασις και η σπουδαιότης των θεμάτων θα καταστήσουν αναγκαίαν την διάρκειαν της Συνόδου επί δύο, τουλάχιστον, εβδομάδας, λαμβανομένων υπ’ όψιν και των λατρευτικών και άλλων εκδηλώσεων, αι οποίαι θα προστεθούν εις τας εργασίας αυτής.
β) Η αποφασισθείσα κατά την προηγουμένην Σύναξιν ημών διάταξις και ταξιθέτησις του Προέδρου και των Προκαθημένων θέλει δημιουργήσει τοπικήν απόστασιν μεταξύ αυτών και των μελών των αντιπροσωπιών αυτών, όπερ θα δυσχεραίνη την επικοινωνίαν μεταξύ των Προκαθημένων και των υπ’ αυτούς αντιπροσωπιών. Το πρακτικόν τούτο πρόβλημα χρήζει διευθετήσεως.
γ) Είναι ανάγκη συντόμως να δημιουργηθή η κοινή διορθόδοξος Γραμματεία της Συνόδου, η οποία, πλαισιώνουσα την ήδη υπάρχουσαν Γραμματείαν επί της Προπαρασκευής της Συνόδου, θα αναλάβη το δυσχερές, αλλά σημαντικώτατον έργον της προβολής της Συνόδου προς τε το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και προς τον εκτός αυτής κόσμον, δημοσιεύουσα και κυκλοφορούσα τα συμφωνηθέντα κείμενα, ώστε να ενωτισθή η Σύνοδος τας αντιδράσεις των πιστών και του κόσμου, και να λάβη αυτάς, κατά το δυνατόν, υπ’ όψιν εις το έργον αυτής. Tέλος,
δ) θα καταστή συντόμως αναγκαίον να αντιμετωπίσωμεν το πρακτικόν θέμα της οικονομικής δαπάνης της Συνόδου, η οποία ως εκ του μεγέθους αυτής θα υπερβή τας δυνατότητας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ως γνωρίζετε ήδη, καθ’ όλην την επί δεκαετίας προετοιμασίαν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου το Οικουμενικόν Πατριαρχείον επωμίζετο το βάρος της οικονομικής δαπάνης των πολλών και επανειλημμένων συνεδριών των Προπαρασκευαστικών Επιτροπών και των Προσυνοδικών Διασκέψεων, ως και των Συνάξεων των Προκαθημένων. Το έπραξε και πράττει τούτο εκ του υστερήματος αυτού λίαν ευχαρίστως. Ήδη όμως θα χρειασθή η κατά την δύναμιν εκάστης Εκκλησίας συνεισφορά εις κοινόν Ταμείον υπό διορθόδοξον έλεγχον προς αντιμετώπισιν των μεγάλων δαπανών, αι οποίαι θα απαιτηθούν δι’ εν τόσον μέγα εγχείρημα, ως η, συν Θεώ, συγκληθησομένη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος. Είμεθα βέβαιοι ότι κατανοούν τούτο πάσαι αι αδελφαί Εκκλησίαι, και θα συντρέξουν άπασαι κατά την εκάστης δύναμιν.
Προσφιλέστατοι και τιμιώτατοι εν Χριστώ αδελφοί,
Διεγράψαμεν εν συντομία τα κατά την ημετέραν γνώμην εκκρεμή ζητήματα, τα οποία αναμένουν την λύσιν αυτών υφ’ ημών των Προκαθημένων των αδελφών Εκκλησιών. Υμείς θα κρίνητε, εάν και ποία εξ αυτών τυγχάνουν αμέσου προτεραιότητος η εάν υπάρχουν και άλλα θέματα, τα οποία θα έδει να απασχολήσουν την παρούσαν Σύναξιν ημών. Αναμένομεν προς τούτο τας Υμετέρας παρατηρήσεις.
Όπισθεν των προτάσεων ημών υπάρχει η βεβαιότης ότι άπαντες μετά του αυτού ζήλου επιποθούμεν την σύγκλησιν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Αγιωτάτης Εκκλησίας ημών άνευ, επαναλαμβάνομεν, περαιτέρω χρονοτριβής, δοθέντος ότι «ο καιρός συνεσταλμένος εστί» (Α’ Κορ. ζ’, 29), καθότι πεντήκοντα και πλέον έτη καθυστερήσεως και αναβολής έχουν εκθέσει σοβαρώς την Εκκλησίαν ημών εις τα όμματα εχθρών και φίλων, ίνα μη είπωμεν και ενώπιον του Θεού και της Ιστορίας. Χωρήσωμεν, λοιπόν, ταχύ επί το προκείμενον ημίν έργον «αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν» (Εβρ. ιβ’, 2), Όστις, πρεσβείαις της Παναχράντου Αυτού Μητρός και πάντων των Αγίων, «ουκ αφήσει ημάς ορφανούς» (πρβλ. Ιωάν. ιδ’, 18), αλλά διά του Παρακλήτου θα ενώση ημάς επί το αυτό εν Συνόδω, ως ενώνει ήδη ημάς εν τω Σώματι και τω Αίματι Αυτού. «Τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστιν» (Λουκ. ιη’, 27).

«Χαίρετε, λοιπόν, αδελφοί, εν Κυρίω και ο Θεός της αγάπης και της ειρήνης έσται μεθ’ ημών» (πρβλ. Β’ Κορ. ιγ’, 11). Αμήν!

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Η θέση της Ιεράς Συνόδου για το μάθημα των Θρησκευτικών


Aθήνα 13 Iανουαρίου 2016

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Συνήλθε σήμερα Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016, στη δεύτερη Συνεδρία της για τον μήνα Ιανουάριο, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την Προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου.

Κατά τη χθεσινή και τη σημερινή Συνεδρία:

Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος επικύρωσε τα Πρακτικά της Εξουσιοδοτήσεως.Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος συνήλθε στην απογευματινή Συνεδρίασή Της την 12.1.2016 από κοινού με τους Κοσμήτορες και Προέδρους Τμημάτων των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης και εκπροσώπους επιστημονικών συλλόγων Θεολόγων, για να συζητήσουν το θέμα της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών στη Μέση Εκπαίδευση.
Στη Συνεδρίαση εισηγήθηκε το θέμα ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος, ο οποίος επικέντρωσε το ενδιαφέρον στο περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών, παρουσίασε τα δύο Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (το ισχύον και το νέο προτεινόμενο Πρόγραμμα), και κατέληξε σε συνθετική πρόταση, ώστε να επικεντρωθεί η προσπάθεια περαιτέρω εμπλουτισμού του τρέχοντος Προγράμματος Σπουδών και επ’ αυτού να γίνουν προσθήκες σε επιστημονική βάση, χρησιμοποιώντας χρήσιμα στοιχεία του νέου Αναλυτικού Προγράμματος Σπουδών. Οι παριστάμενοι εκπρόσωποι Θεολογικών Σχολών επαίνεσαν την εισήγηση ως συγκροτημένη και αναλυτική.
Στη σημερινή Συνεδρίαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου έγινε ευρύτατη συζήτηση μεταξύ των Συνοδικών Αρχιερέων επί της πρότασης του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου και η Ιερά Σύνοδος την αποδέχθηκε και κατέληξε στα εξής:
Η διαδιδόμενη άποψη ότι τα βιβλία του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι κατηχητικά και ομολογιακά είναι εσφαλμένη έως και παραπλανητική. Ο χαρακτήρας των σύγχρονων βιβλίων στην χώρα μας είναι γνωσιολογικός και πολιτιστικός με θρησκειολογική αναφορά. Ήδη η διδασκόμενη ύλη είναι σημαντικά εμπλουτισμένη στις τάξεις του Λυκείου με γνωστικό υλικό για άλλα θρησκεύματα και δόγματα και με ευκαιρίες προβληματισμού για τις θρησκευτικές και ηθικές διαστάσεις σύγχρονων προβλημάτων.
Το γεγονός ότι το ισχύον πρόγραμμα σπουδών κυριαρχείται από την παροχή γνώσεων γύρω από την ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση του τόπου δεν το μετατρέπει από μάθημα θρησκευτικής μόρφωσης σε διαδικασία προσηλυτισμού των μη ορθοδόξων μαθητών ή κατηχήσεως των ορθοδόξων μαθητών, ούτε απευθύνεται αποκλειστικά στους τελευταίους. Κατ’ ανάγκην η διδακτέα ύλη πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν τα τοπικά, ιστορικά, θρησκευτικά και πληθυσμιακά συμφραζόμενα της ελληνικής σχολικής τάξης και τον στόχο της ομαλής ένταξης του μαθητή στην ελληνική κοινωνία, που κατά πλειοψηφία ασπάζεται το Ορθόδοξο Χριστιανικό δόγμα. Ισχυρισμοί περί δήθεν ομολογιακού χαρακτήρος εκκινούν από αρνητική προϊδέαση για το μάθημα και τον ρόλο των εκπαιδευτικών, επιστημόνων θεολόγων, ως φορέων δήθεν θρησκευτικού μισσιοναρισμού στο ελληνικό σχολείο.
Παλαιές και πρόσφατες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων, που ερμηνεύουν το Σύνταγμα, αποφαίνονται ομόφωνα υπέρ της υποχρεωτικής διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών με κύρια βάση την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση και με δικαίωμα απαλλαγής για όσους δεν είναι ορθόδοξοι χριστιανοί. Παράλληλα, όπως έχει εξηγήσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να διέπεται από τις αρχές της αντικειμενικότητας και του πλουραλισμού, οι οποίες δεν παραβιάζονται μόνο και μόνο επειδή το μάθημα αναφέρεται κατά κύριο λόγο στην κυρίαρχη θρησκευτική παράδοση του οικείου κράτους.
Η παρέλευση μερικών ετών από τότε που εγράφησαν τα βιβλία που διδάσκονται στην Μέση Εκπαίδευση δικαιολογεί την επικαιροποίησή τους. Παραμένοντας στην ίδια μεθοδολογία του ισχύοντος Προγράμματος Σπουδών όσον αφορά στην ιστορική οργάνωση της ύλης, είναι δυνατόν να υπάρξουν προσθήκες, οι οποίες διευρύνουν το θρησκειολογικό, ιδεολογικό και πολιτιστικό πεδίο της ύλης με σκοπό την επαύξηση της μορφωτικής αξίας και συμβολής του στην εκπαίδευση των νέων. Προτείνεται αυτές οι προσθήκες να γίνουν στο τέλος κάθε βιβλίου, ώστε οι μαθητές, των οποίων η πλειοψηφία ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά και όσοι μη ορθόδοξοι μαθητές επιθυμούν να αποκτήσουν σφαιρικές γνώσεις για την θρησκευτική και πολιτιστική παράδοση του τόπου μας, να αποκτήσουν συγκροτημένη εικόνα.
Στην εποχή μας που ισχυροποιούνται φονταμενταλιστικές απόψεις άλλων θρησκειών, αντικοινωνικές τάσεις παραθρησκευτικών φαινομένων και επικίνδυνων σεκτών, η διδασκαλία της Ορθοδόξου Θεολογίας, που διακρίνεται για την αγάπη, ανεκτικότητα, ειρηνική διάθεση και είναι απηλλαγμένη από φονταμενταλισμούς και ρατσισμούς, θα βοηθήσει αρκούντως και στην κοινωνική συνοχή. Στο θέμα αυτό δεν πρέπει να επικρατούν οι αγκυλώσεις και προκαταλήψεις του παρελθόντος, διότι το σχολείο και η σχολική κοινότητα δεν είναι χώρος επιβεβαίωσης καμίας πολιτικής συνθηματολογίας, τα σχολικά μαθήματα δεν μπορούν να διαχωρίζονται σε «προοδευτικά» και «συντηρητικά», ούτε επιτρέπεται η διεξαγωγή οποιουδήποτε ατύπου δημοψηφίσματος φρονημάτων στην πλάτη των μαθητών, όπως επιχειρήθηκε με τις υποσχέσεις περί αναιτιολόγητης απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών. Η Ιερά Σύνοδος υιοθέτησε την πρόταση του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου, η οποία έχει ως εξής: «Η πρότασή μου, λοιπόν, είναι να επικεντρωθεί το ενδιαφέρον στο τρέχον Πρόγραμμα Σπουδών με την δική του θεματική μεθοδολογία, στο οποίο όμως να γίνουν μερικές βελτιώσεις, εντάσσοντάς το στα σύγχρονα παιδευτικά δεδομένα, οπότε να εισαχθούν σε κάθε βιβλίο –όχι σε κάθε μάθημα– μερικά κεφάλαια θρησκειολογικά, ανάλογα με την θεματολογία του βιβλίου, αφού όμως δοθεί προτεραιότητα στην ορθόδοξη παράδοση, την οποία ακολουθεί η πλειοψηφία των ελλήνων πολιτών, αλλά και να χρησιμοποιηθούν ως εφαρμογές και τα καλά στοιχεία του Νέου Προγράμματος Σπουδών».
Η Ιερά Σύνοδος προσκάλεσε τα Μέλη της Επιτροπής Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων, τους Σεβ. Μητροπολίτες Περιστερίου κ. Χρυσόστομο, Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο και Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο προκειμένου να ενημερωθεί για την σύγκληση των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών που θα πραγματοποιηθεί στη Γενεύη από τις 21 έως τις 28 Ιανουαρίου 2016, καθώς και για τα θέματα που πρόκειται να συζητηθούν. Αποφασίστηκε να εκπροσωπήσει τον Μακαριώτατο στην εν λόγω σύγκληση ο Σεβ. Μητροπολίτης Ηλείας κ. Γερμανός συνοδευόμενος από τους Σεβ. Μητροπολίτες Περιστερίου κ. Χρυσόστομο και Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο.

Επίσης η Δ.Ι.Σ. ασχολήθηκε με τρέχοντα υπηρεσιακά θέματα.


Εκ της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

Παραιτήθηκε ο Μητροπολίτης Τρίκκης Αλέξιος


Σύμφωνα με πληροφορίες του trikalavoice.gr  ο Μητροπολίτης Τρίκκης & Σταγών κ. Αλέξιος παραιτήθηκε υπέρ του Πρωτοσυγκέλλου Χρυσοστόμου Νάση. 9 Οκτωβρίου οι εκλογές.
Όπως αναφέρουν κύκλοι της Αρχιεπισκοπής στο trikalavoice.gr  την Παρασκευή συγκαλείται εκτάκτως για το θέμα της παραίτησης του Μητροπολίτη Τρίκκης & Σταγών κ. Αλεξίου η Διαρκής Ιερά Σύνοδος προκειμένου να την κάνει αποδεκτή και αμέσως μετά, στις 9 Οκτωβρίου θα ακολουθήσει η εκλογή του νέου Μητροπολίτη. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές ο άγιος Τρίκκης παραιτείται υποδεικνύοντας ως διάδοχό του τον σημερινό Πρωτοσύγκελλο της Μητροπόλεως Τρίκκης & Σταγών, Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Νάση.

Ο Μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών κ. Αλέξιος (κατά κόσμο Θεόδωρος Μιχαλόπουλος), γεννήθηκε το 1932 στον Πειραιά. Σπούδασε Θεολογία στην Αθήνα. Χειροτονήθηκε το 1954 Διάκονος και το 1961 Πρεσβύτερος. Διετέλεσε καθηγητής στην Εκκλ. Σχολή Ξάνθης και παράλληλα Ιεροκήρυκας στην Ι. Μ. Ξάνθης. Εξελέγη το 1976 Τιτουλάριος Επίσκοπος Διαυλείας. Το 1981 εξελέγη Μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Εισηγητική ομιλία Οικουμενικού Πατριάρχη στη Σύναξη Ιεραρχών του Θρόνου


Ε Ι Σ Η Γ Η Σ Ι Σ
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ
κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΥΝΑΞΙΝ ΤΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ
(29 Αὐγούστου 2015)

* * *

Ἱερώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

«Ἰδοὺ δὴ τί καλὸν ἢ τί τερπνὸν ἀλλ᾿ ἢ τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπὶ τὸ αὐτό;» (Ψαλμ. 132). Ἡ ἐρώτησις αὕτη τοῦ ἱεροῦ Ψαλμῳδοῦ ἔρχεται εἰς τὴν σκέψιν μας καθὼς ἀτενίζομεν τὰ προσφιλῆ πρόσωπά σας κατὰ τὴν παροῦσαν Σύναξιν ἡμῶν τῶν ἐχόντων τὸ μέγα προνόμιον καὶ τὴν ὑψίστην καὶ πολυεύθυνον τιμὴν νὰ διακονῶμεν τὸν πανίερον, ἱστορικὸν καὶ μαρτυρικὸν τοῦτον Θρόνον ὡς ἀρχιερεῖς αὐτοῦ, διαδεχθέντες εἰς τὸν κλῆρον τῆς ἐπισκοπῆς σειρὰν μακρὰν προκατόχων, ἐν οἷς πλῆθος ὅλον ἁγίων ἀνδρῶν στερεωσάντων τὴν Ἐκκλησίαν διὰ τοῦ κόπου, τῶν ἱδρώτων καὶ ἐνίοτε τοῦ αἵματος αὐτῶν. Κύριος ὁ Θεὸς δῴη αὐτοῖς ἀνάπαυσιν καὶ ζωὴν αἰώνιον ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν ἁγίων Του.
Δόξαν καὶ αἶνον ἀναπέμπομεν τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ ἡμῶν, διότι ἠξίωσεν ἡμᾶς τῆς μεγάλης δωρεᾶς ὅπως συνέλθωμεν ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου, ἔχοντες Αὐτόν, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Ἰδίου (Ματθ. ιη΄ 20), παρόντα ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν καὶ τὴν ἀγάπην Αὐτοῦ συνέχουσαν ἡμᾶς (Β’ Κορ. ε΄ 14), «σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμω τῆς εἰρήνης» (Ἐφ. δ΄ 3), μαρτυροῦντες καὶ ἐπιβεβαιοῦντες ὅτι «ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν» (Α’ Κορ. ι΄ 17), μία Ἐκκλησία, «καίπερ καθ᾿ ὅλης τῆς οἰκουμένης ἕως περάτων τῆς γῆς διεσπαρμένη» (Εἰρηναίου, Ἔλεγχος Ψευδωνύμου Γνώσεως Α’, 10, 1).
Εὐχαριστοῦμεν ἀπὸ καρδίας πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ἐξ ὑμῶν, διότι προθύμως ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὴν ἡμετέραν πρόσκλησιν ἐσπεύσατε νὰ ἔλθητε ἐνταῦθα ἀπὸ ἐγγὺς καὶ ἀπὸ μακρὰν διαδηλοῦντες οὕτω τὴν ἀγάπην καὶ ἀφοσίωσιν ὑμῶν πρὸς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν καὶ τὸν Θρόνον τοῦτον, τοῦ ὁποίου τὸν σταυρόν, ὡς ἄλλοι συν-Κυρηναῖοι μετὰ τοῦ Πατριάρχου αἴρετε, ἐφ᾿ ᾧ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐτάχθη. Πλήρεις χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως ὑποδεχόμεθα ὑμᾶς εἰς τὰς αὐλὰς τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας εὐχόμενοι αἰσίαν καὶ ἐν παντὶ εὐχάριστον τὴν παραμονὴν ὑμῶν εἰς τὴν ἱστορικὴν Πόλιν ταύτην, τὴν μεγάλην πνευματικὴν τροφὸν τοῦ Γένους μας καὶ τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ.

Εἰς τὴν παροῦσαν Σύναξιν ἐκλήθησαν νὰ συμμετάσχουν πάντες οἱ φέροντες τὸ ἐπισκοπικὸν ἀξίωμα Ἱεράρχαι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ὡς συναποτελοῦντες τὸ ἱερὸν σῶμα τῆς Ἱεραρχίας αὐτοῦ, ἀνεξαρτήτως τῶν διοικητικῶν διαβαθμίσεων ἐν τῇ κανονικῇ διαρθρώσει του. Ὡς εἶναι γνωστόν, κατὰ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησιολογίαν, πάντες οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ἴσοι ἐξ ἐπόψεως μυστηριακῆς χάριτος, ἡ δὲ διάκρισις καὶ διαβάθμισις αὐτῶν κατὰ τὴν διοίκησιν οὐδόλως ἐπηρεάζει τὴν ἰσότητα ταύτην. Ἡ παροῦσα Σύναξις, μὴ ἔχουσα διοικητικὸν χαρακτῆρα, ἀποτελεῖ τὸν φυσικὸν χῶρον πάντων τῶν ἐπισκόπων τοῦ Θρόνου, τοὺς ὁποίους καὶ ὑποδεχόμεθα μετὰ πλείστης χαρᾶς.
Μετὰ πολλῆς χαρᾶς ὡσαύτως ὑποδεχόμεθα εἰς τὴν παροῦσαν Σύναξιν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς ἀρχιερεῖς τοὺς διαποιμαίνοντας τὰς ἐν Ἑλλάδι ἐπαρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου εὐχαριστοῦντες αὐτοὺς διὰ τὴν πρόθυμον ἀνταπόκρισίν των εἰς τὴν πρόσκλησιν ἡμῶν. Ὡς γνωστόν, οἱ Ἱεράρχαι οὗτοι διὰ τῆς Πατριαρχικῆς καὶ Συνοδικῆς Πράξεως τοῦ ἔτους 1928 ἔχουν διοικητικῶς τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς ἁγιωτάτης ἀδελφῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας καὶ ἀποτελοῦν ἰσότιμα μέλη, καθ᾿ ὅσον αἱ ἐπαρχίαι τῶν λεγομένων «Νέων Χωρῶν», τὰς ὁποίας οὗτοι διαποιμαίνουν, διοικοῦνται ἐπιτροπικῶς ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας ταύτης βάσει τῆς ἐν λόγῳ Πράξεως. Ἡ συμμετοχὴ αὐτῶν εἰς τὴν παροῦσαν Σύναξιν οὐδόλως προσκρούει εἰς τὰς προβλέψεις τῆς μνημονευθείσης Πράξεως, δοθέντος ὅτι ἡ Σύναξις αὕτη, ὡς ἤδη ἐσημειώθη, δὲν ἔχει διοικητικὸν χαρακτῆρα, οὔτε καλεῖται νὰ λάβῃ ἀποφάσεις διοικητικῆς φύσεως, ἐνῷ οἱ ἐν λόγῳ Μητροπολῖται οὐδέποτε ἔπαυσαν νὰ ἀποτελοῦν, καὶ κατὰ τὴν ἐπίσημον ἀναγνώρισιν τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μέλη τῆς Ἱεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ὡς διαποιμαίνοντες ἐπαρχίας τοῦ Θρόνου τούτου.
Ὑποδεχόμενοι καὶ τούτους τοὺς ἀδελφοὺς ἀρχιερεῖς ἐν πολλῇ ἀγάπῃ καὶ τιμῇ δραττόμεθα τῆς εὐκαιρίας ὅπως ἀποστείλωμεν δι᾿ αὐτῶν πρὸς τὸν εὐσεβῆ καὶ πιστὸν λαὸν τῶν ἐπαρχιῶν των ὁλόθυμον τὴν Πατριαρχικὴν ἡμῶν εὐλογίαν εὐχαριστοῦντες αὐτὸν διὰ τὴν ἀφοσίωσίν του πρὸς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν, τὴν ὁποίαν ἀφοσίωσιν καὶ ἐπιδεικνύουν ἐνθέρμως κατὰ τὰς ἐκεῖ κατὰ καιροὺς ἐπισκέψεις ἡμῶν. Εἴη Κύριος ὁ Θεὸς βοηθὸς καὶ σκεπαστὴς αὐτῶν ἐν πᾶσιν.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,
Τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν, συνοδικῇ διαγνώμῃ ληφθεῖσαν, ὅπως συγκαλέσωμεν τήν παροῦσαν Σύναξιν ὑπηγόρευσαν πολλοὶ καὶ ἐπιτακτικοὶ λόγοι. Καὶ πρώτιστα πάντων τὸ ὅτι «ἀπορφανισθέντες ἀφ᾿ ὑμῶν πρὸς καιρὸν ὥρας, προσώπῳ οὐ καρδίᾳ, περισσοτέρως ἐσπουδάσαμεν τὸ πρόσωπον ὑμῶν ἰδεῖν ἐν πολλῇ ἐπιθυμίᾳ» (Α΄ Θεσ. β΄ 17). Εἰς μίαν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν περισσεύει ἡ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἐπικοινωνία διὰ τοῦ διαδικτύου καὶ ἄλλων μέσων τῆς συγχρόνου τεχνολογίας, ἡ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον κοινωνία τῶν ἀνθρώπων τείνει νὰ ἀτροφήσῃ. Εἶναι δὲ αὕτη ὅ,τι πολυτιμότερον καὶ ἱερώτερον διαθέτομεν ὡς κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ πλασθέντες, ἡ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον κοινωνία, ἄνευ τῆς ὁποίας ἡ ζωὴ ἡμῶν καθίσταται κόλασις. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν ἅγιον Μακάριον τὸν Αἰγύπτιον διήγησις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐρωτήσας ὁ ἅγιος εὑρεθὲν καθ᾿ ὁδὸν κρανίον ἀνῆκον εἰς ἀρχιερέα τῶν εἰδώλων πῶς εἶναι ἡ ἐν τῇ κολάσει κατάστασις ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν: «οὐκ ἔστι πρόσωπον πρὸς πρόσωπον θεάσασθαί τινα, ἀλλὰ τὸ πρόσωπον ἑκάστου πρὸς τὸν ἑτέρου νῶτον κεκόλληται˙ ὡς οὖν εὔχῃ ὑπὲρ ἡμῶν, ἐκ μέρους τις θεωρεῖ τὸ πρόσωπον τοῦ ἑτέρου» (Μακαρίου Αἰγυπτίου, Ἀποφθέγματα P.G. 34, 257).
Οὐδέν, συνεπῶς, δύναται νά ὑποκαταστήσῃ τὴν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον κοινωνίαν, οὔτε ἡ δι᾿ ἀλληλογραφίας οὔτε ἡ διὰ τηλεφώνου ἤ ἄλλου μέσου, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ τείνουσα σήμερον νὰ ὑποκαταστήσῃ τὰ πάντα ψηφιακὴ λεγομένη διὰ τοῦ διαδικτύου ἐπικοινωνία, ἡ ὁποία ψευδαίσθησιν μόνον προσωπικῆς κοινωνίας παρέχει ἐπιτείνουσα ἐν πολλοῖς τὴν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἀπόστασιν καὶ ἀποξένωσιν. Δὲν εἶναι τυχαῖον οὔτε ἀσήμαντον τὸ ὅτι καὶ ἡ μετὰ τοῦ Θεοῦ κοινωνία συμπληροῦται μόνον ὅταν λάβῃ τὴν προσωπικὴν αὐτῆς μορφὴν ἐν τῇ Βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ: «βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 12).
Ἡ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον αὕτη κοινωνία ὑπῆρξε τὸ πρῶτον κίνητρον τῆς παρούσης Συνάξεως. Δεύτερος καὶ ἐξ ἴσου σημαντικὸς λόγος τῆς συγκλήσεως αὐτῆς ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη ἐνημερώσεως ὑμῶν περὶ τοῦ ἐπιτελουμένου ἔργου ἐν τῷ Κέντρῳ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὑπάρχει βεβαίως πληθὺς μέσων ἐνημερώσεως εἰς τὰς ἡμέρας μας, ἀλλ᾿ αὕτη ἐνίοτε, ἵνα μὴ εἴπωμεν ἐν πολλοῖς, ἀποτελεῖ ἐν τῇ οὐσίᾳ παραπληροφόρησιν, ὑποκινουμένη ὑπὸ πολλῶν ἐμφανῶν καὶ ἀφανῶν σκοπιμοτήτων, οὐχὶ σπανίως ἐχθρικῶν πρὸς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ἡ τοιαύτη παραπληροφόρησις ἀπαντᾷ κυρίως ἐν τῷ διαδικτύῳ καὶ προξενεῖ σύγχυσιν, ἐνίοτε δὲ καὶ σκανδαλισμόν, εἰς τοὺς ἀποδέκτας αὐτῆς, τόσον ἐκ τοῦ ποιμνίου ὑμῶν ὅσον καὶ εἰς ὑμᾶς αὐτούς, τοὺς ὑπευθύνους ποιμένας. Ἀποτελεῖ, συνεπῶς, ἀνάγκην ἡ ὑπεύθυνος ὑπὸ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας ἐνημέρωσις ὑμῶν, διὰ νὰ ἐνημερωθῇ ἐν συνεχείᾳ καὶ δι᾿ ὑμῶν ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὥστε μετ᾿ ἐμπιστοσύνης νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τοὺς κοπιῶντας καὶ μοχθοῦντας πνευματικοὺς αὐτοῦ ταγούς, τοὺς ἀόκνως ἐργαζομένους διὰ τὴν πλοήγησιν τοῦ σκάφους τῆς Ἐκκλησίας ἐν μέσῳ πολλάκις ἀντιξόων καιρικῶν συνθηκῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἱερᾶς αὐτοῦ ἀποστολῆς ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ.
Αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας βιοῖ καὶ δρᾷ ὁ ἱερὸς οὗτος θεσμός, εἶναι εἰς πάντας ὑμᾶς γνωσταί. Ἡ συρρίκνωσις τῆς ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Πατριαρχείου ὁμογενείας, ὀφειλομένη εἰς τὰς γνωστὰς ἱστορικὰς συγκυρίας, προβληματίζει, ὡς εἶναι φυσικόν, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ἀλλ᾿ ἡ ἀθρόα προσέλευσις προσκυνητῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, μαρτυροῦσα τὴν πρὸς τὸν ἱερὸν θεσμὸν ἀφοσίωσιν τῶν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς τέκνων αὐτοῦ, ἀναπληροῖ τὰ ἐλλείποντα καὶ ζωογονεῖ ἐκ νέου τοὺς ἄλλοτε σφύζοντας ὑπὸ λαοῦ ἱερούς του χώρους. Δραττόμεθα τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ἵνα εὐχαριστήσωμεν καὶ συγχαρῶμεν πάντας τοὺς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀδελφοὺς ἱεράρχας, οἵτινες ἐνθαρρύνουν ἢ ὀργανώνουν τὰς προσκυνηματικὰς ταύτας ἐπισκέψεις, οὐχὶ σπανίως ἡγούμενοι οἱ ἴδιοι τούτων, καλλιεργοῦντες οὕτω καὶ ἀναδεικνύοντες τὴν ἔμφυτον εἰς τὰς ψυχὰς τοῦ ποιμνίου των ἀφοσίωσιν πρὸς τὴν Μητέρα Ἐκκλησίαν.
Λίαν εὐχάριστον καὶ σημαντικὸν διὰ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον γεγονὸς ἀποτελεῖ ἡ δυνατότης οὐχὶ μόνον ἐπισκέψεως, ἀλλὰ καὶ τελέσεως τῆς θείας λατρείας καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς θείας Εὐχαριστίας εἰς χώρους, ἔνθα οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἐλάτρευον τὸν Θεόν, ἐν Καππαδοκίᾳ, Πόντῳ, Ἀνατολικῇ Θρᾴκῃ καὶ Μικρᾷ Ἀσίᾳ, ἀδείᾳ τῶν ἑκασταχοῦ τοπικῶν ἀρχῶν. Ἡ ἡμετέρα Μετριότης ἐπισκέπτεται καὶ τελεῖ τὴν Θείαν Λειτουργίαν τακτικῶς εἰς τὰς περιοχὰς αὐτάς, μόλις δὲ προσφάτως εἴχομεν τὴν συγκινητικὴν ἐμπειρίαν νὰ τελέσωμεν καὶ πάλιν τὴν Θείαν Λειτουργίαν ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἰς τὸν μαρτυρικὸν χῶρον τῆς Τραπεζοῦντος τῇ συμμετοχῇ πολλῶν πιστῶν ἐξ Ἑλλάδος, καὶ ὄχι μόνον, ἐπὶ δὲ τῇ ἀποδόσει τῆς ἑορτῆς ταύτης καὶ ἐν τοῖς ἐρειπίοις τῆς ἱστορικῆς Μονῆς Παναγίας Φανερωμένης ἐν τῇ Κυζικηνῇ Χερσονήσῳ, ἡ ἐφέστιος εἰκὼν τῆς ὁποίας μετὰ τὴν καταστροφὴν τεθησαύρισται ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ ἡμῶν Ναῷ. Τὸ αὐτὸ πράττουν καὶ ἄλλοι ἐμπερίστατοι ἀδελφοὶ ἱεράρχαι τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων τῶν περιοχῶν αὐτῶν.
Ἀλλ᾿ ἡ ἀποστολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου δὲν ἐξαντλεῖται εἰς τὸ χρέος αὐτοῦ, ὅπως διατηρῇ ζῶσαν τὴν ἣν παρέλαβε παρὰ τῶν πατέρων ἁγιαστικὴν καὶ ποιμαντικὴν παρουσίαν του ἐν τῷ κανονικῷ αὐτοῦ κλίματι. Ἡ Θεία Πρόνοια καὶ ἡ Ἱστορία ἐπέθηκαν ἐπὶ τῶν ὤμων του τὴν μείζονα εὐθύνην ὅπως διασφαλίζῃ τὴν ἑνότητα συνόλου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ μεταφέρῃ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν νοοτροπίαν αὐτῆς εἰς τὸν ἄνθρωπον κάθε ἐποχῆς. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὑπῆρξε πάντοτε φορεὺς καὶ διαμορφωτὴς πνευματικῶν καὶ πολιτισμικῶν ἀξιῶν, καὶ ἡ φωνή του ἐξακολουθεῖ νὰ ἀκούηται μετὰ προσοχῆς εὐρύτερον καὶ ἐκτὸς τοῦ στενοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ χώρου.
Πιστὸν εἰς τὸ χρέος του τοῦτο ἔναντι συνόλου τῆς ἀνθρωπότητος τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἀνέλαβε πρωτοβουλίας μείζονος καὶ εὐρυτέρας σημασίας διὰ τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον, ὡς εἶναι ἡ προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος, τὸ ὁποῖον σήμερον διατρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον ἐξ αἰτίας τῆς ἀλογίστου καὶ ἐγωϊστικῆς συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Οὕτω, ἐν ἔτει ἤδη 1989, πρῶτον παγκοσμίως μεταξὺ ὅλων τῶν θρησκευτικῶν ἱδρυμάτων, τὸ ἡμέτερον Πατριαρχεῖον δι᾿ ἐγκυκλίου τοῦ ἀοιδίμου προκατόχου ἡμῶν Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Δημητρίου, ἐπεσήμανε τὴν κρισιμότητα τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος καὶ τὴν ἀνάγκην ὅπως ἡ Ἐκκλησία συμβάλῃ διὰ τῶν πνευματικῶν καὶ θεολογικῶν αὐτῆς δυνάμεων εἰς τὴν διαμόρφωσιν συνειδήσεως καὶ συμπεριφορᾶς σεβασμοῦ πρὸς τὴν δημιουργίαν τοῦ Θεοῦ, τὴν δοθεῖσαν εἰς τὸν ἄνθρωπον «ἐργάζεσθαι αὐτὴν καὶ φυλάσσειν» (Γεν. Β΄ 15), καθιέρωσε δὲ διὰ Συνοδικῆς Ἐγκυκλίου τὴν 1ην Σεπτεμβρίου, ἀρχὴν τῆς Ἰνδίκτου καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, ὡς ἡμέραν προσευχῶν διὰ τὴν προστασίαν τῆς δημιουργίας.
Τὴν πρωτοβουλίαν ταύτην τοῦ μακαριστοῦ Πατριάρχου Δημητρίου ἐσυνέχισε καὶ ἀνέπτυξε περαιτέρω ἡ ἡμετέρα Μετριότης διὰ σειρᾶς ὅλης ἐνεργειῶν, ὡς ἡ ὀργάνωσις διεθνῶν ἐπιστημονικῶν συμποσίων μεταξὺ θρησκευτικῶν ἡγετῶν καὶ εἰδικῶν ἐπιστημόνων πρὸς ἐπίλυσιν συγκεκριμένων οἰκολογικῶν προβλημάτων, ὡς καὶ δι᾿ ἄλλων δραστηριοτήτων, ὅπερ ἀνέδειξε τὸ ἡμέτερον Πατριαρχεῖον πρωτοπόρον παγκοσμίως εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν ἑνὸς προβλήματος, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀναγνωρίζεται ὡς τὸ πλέον, ἴσως, σοβαρὸν καὶ ἐπεῖγον πρόβλημα τῆς ἀνθρωπότητος, ὡς μαρτυρεῖ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τῆς ἀνθρωπότητος ἀναπτύσσει σήμερον πρωτοβουλίας ἐπειγούσης ἀντιμετωπίσεως αὐτοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Γαλλίας διοργανουμένη κατὰ τὸν προσεχῆ Δεκέμβριον διεθνὴς Διάσκεψις ἐν Παρισίοις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκλήθη ἵνα μετάσχῃ καὶ ἡ ἡμετέρα Μετριότης. Σημειωτέον ὅτι καὶ ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζουσα ἤδη τὴν κρισιμότητα τοῦ ζητήματος συμμετέχει εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτὴν διὰ τῆς ἐκδόσεως προσφάτως εἰδικῆς Παπικῆς ἐγκυκλίου, κατὰ τὴν ἐπίσημον παρουσίασιν τῆς ὁποίας ἐκλήθη διὰ πρώτην φορὰν ὡς μόνος θεολογικὸς σχολιαστὴς ἱεράρχης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου.

Οὕτω, διὰ τῶν ταπεινῶν καὶ περιωρισμένων αὐτοῦ δυνάμεων τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἀναδεικνύεται καὶ σήμερον πρωτοπόρον εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν κρισίμων προβλημάτων τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήνουν ἀδιάφορον τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ σπουδαιότης τοῦ γεγονότος τούτου διὰ τὸ κῦρος καὶ τὴν διεθνῆ ἀναγνώρισιν τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ μόλις εἶναι ἀνάγκη νὰ τονισθῇ. Δόξα τῷ ἁγίῳ Θεῷ καὶ τούτου ἕνεκα!
Ἕτερος τομεύς, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἀνέπτυξε πρωτοβουλίας καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ διαδραματίζῃ ἡγετικὸν ρόλον εἶναι ἐκεῖνος τῆς καταλλαγῆς μεταξὺ τῶν χριστιανῶν καὶ τῶν θρησκειῶν. Ὁ τομεὺς οὗτος τῶν πρωτοβουλιῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὑφίσταται ὑπό τινων κύκλων ἐπ᾿ ἐσχάτων ἐκστρατείαν διαβολῆς καὶ κατασυκοφαντήσεως ὡς δῆθεν προδοτικὸς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Ἀλλ᾿ ἡ καταλλαγὴ τῶν ἀνθρώπων μετ᾿ ἀλλήλων καὶ μετὰ τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ αὐτὸν τοῦτον τὸν σκοπὸν τῆς Σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου καὶ τῆς σταυρικῆς Αὐτοῦ θυσίας (Ρωμ. ε΄ 10, Β΄ Κορ. ε΄ 19), ἡ δὲ ἁγία ἡμῶν Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐ παύεται δεομένη «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως». Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὑπῆρξε πρωτοπόρον εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς συγχρόνου Οἰκουμενικῆς Κινήσεως διὰ τῶν Ἐγκυκλίων Ἰωακεὶμ τοῦ Γ΄ τὸ 1902 καὶ τῆς Συνόδου τοῦ Πατριαρχείου τὸ 1920 καὶ οὐδένα λόγον ἔχει νὰ λυπῆται δι᾿ αὐτό.
Ἡ συμμετοχὴ ἡμῶν εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν, εἴτε ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν θεολογικῶν διαλόγων, εἴτε διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς διαχριστιανικοὺς ὀργανισμούς, κατ᾿ οὐδένα λόγον προσκρούει εἰς τὴν πίστιν ἡμῶν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, τὴν ὁποίαν ὁμολογοῦμεν εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως ἡμῶν, ἐν οὐδεμιᾷ δὲ περιπτώσει ὑποδηλοῖ ἢ συνεπάγεται ἀπάρνησιν ἢ νόθευσιν τῶν δογμάτων τῆς πίστεως ἡμῶν ἤ, ὡς κακοβούλως διαδίδουν τινές, εἰς «συγκρητισμόν» καὶ δημιουργίαν ὑπερ-εκκλησίας. Ἀντιθέτως, διὰ τῆς συμμετοχῆς ἡμῶν εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν καὶ ἰδίᾳ διὰ τῶν θεολογικῶν διαλόγων δίδεται ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ καταδεικνύεται ἡ ὑπεροχὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν ὁποίαν ἔχει ἐμφανῶς αὐξηθῆ εἰς τὴν ἐποχήν μας ἐν τῇ Δύσει ἀκριβῶς λόγῳ τῆς προβολῆς αὐτῆς διὰ τῆς συμμετοχῆς ταύτης. «Ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ», κατὰ τὴν Ἀποστολικὴν προτροπήν (Ἐφ. δ΄ 15), οὐδὲν ἔχομεν νὰ ζημιωθῶμεν.
Ἡ μετὰ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν καταλλαγὴ ἡμῶν καθίσταται ἰδιαιτέρως ἐπιτακτικὴ ἐν τῷ χώρῳ τῆς λεγομένης Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς, ἔνθα διαβιοῖ μέγα μέρος τοῦ ποιμνίου τοῦ ἡμετέρου Πατριαρχείου. Εἰς πλείστας Μητροπόλεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν Εὐρώπῃ καὶ Ἀμερικῇ αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῶν ἐκεῖ διαβιούντων Ρωμαιοκαθολικῶν καὶ Προτεσταντῶν εἶναι καὶ πρέπει νὰ παραμείνουν ἁρμονικαί, ὀφείλομεν δὲ νὰ συγχαρῶμεν τοὺς ἀδελφοὺς ἱεράρχας τῶν περιοχῶν τούτων διὰ τὴν συμβολήν των εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ προαγωγὴν τῶν καλῶν τούτων σχέσεων, ἐκ τῶν ὁποίων πολλὰ ὠφελεῖται τὸ ποίμνιον αὐτῶν. Χάρις εἰς τὰς σχέσεις ταύτας ἐξασφαλίζονται διὰ τὸ Ὀρθόδοξον ποίμνιον οἱ ἀπαραίτητοι χῶροι λατρείας καὶ ἐξυπηρετοῦνται ζωτικαὶ ἀνάγκαι διαβιώσεως αὐτοῦ. Θὰ ἀπετέλει ἔνδειξιν ἀχαριστίας ἐκ μέρους ἡμῶν, ἐὰν δὲν ἀνεγνωρίζομεν τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἀνυπόκριτον ἀγάπην, μετὰ τῶν ὁποίων περιβάλλουν τὸ ποίμνιον ἡμῶν οἱ ἀνήκοντες εἰς ἄλλας Ἐκκλησίας καὶ Ὁμολογίας ἀδελφοὶ χριστιανοὶ καὶ ἂν δὲν ἀνταπεδίδομεν καὶ ἡμεῖς πρὸς αὐτοὺς τὰ αὐτὰ αἰσθήματα καὶ τὴν αὐτὴν συμπεριφοράν.

Ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν πάντες ὅτι ἡ ἐποχὴ τῶν ἀμιγῶν θρησκευτικῶς κοινωνιῶν καὶ ἐθνῶν παρέρχεται ἤδη, καὶ οἱ λαοὶ καλοῦνται νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν ἑτερότητα ὡς συστατικὸν στοιχεῖον τῶν κοινωνιῶν των, ἐὰν δὲν θέλουν νὰ ὁδηγηθοῦν εἰς συγκρούσεις καὶ ἀναταραχάς. Ἡ συνύπαρξις καὶ συμβίωσις τῶν Ὀρθοδόξων μετὰ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν ἀποτελεῖ ἤδη ἀναπότρεπτον πραγματικότητα εἰς τὸν χῶρον τῆς Διασπορᾶς ἐξαπλουμένη ταχέως καὶ ἐντὸς τῶν ἄλλοτε ἀμιγῶς Ὀρθοδόξων ἐθνῶν καὶ κοινωνιῶν καὶ ὑποχρεοῦσα τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν νὰ προσαρμόσῃ διὰ τῆς οἰκονομίας τὴν ὅλην ποιμαντικὴν αὐτῆς ζωήν. Οὕτως, ἐπὶ παραδείγματι, ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεικτῶν γάμων ἀποτελεῖ πλέον πραγματικότητα, ἡ ὁποία ὑποχρεώνει τὴν Ἐκκλησίαν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν μετὰ τῶν ἑτεροδόξων κοινὴν προσευχὴν καὶ λατρείαν, ὅπερ καὶ ἐφαρμόζει ἤδη εἰς πάσας τὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας. Τοῦτο οὐδόλως ἀποτελεῖ ἐκτροπὴν ἐκ τοῦ θεμελιώδους στοιχείου διαχωρισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων ἐκ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν, συνισταμένου εἰς τὴν ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ κοινωνίαν, ἥτις προϋποθέτει πλήρη συμφωνίαν ἐν τῇ πίστει τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου οὐδεμία οἰκονομία χωρεῖ.
Πάντων τούτων θεωρουμένων τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καλλιεργεῖ τὰς ἀγαθὰς σχέσεις αὐτοῦ μετὰ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν εἰς πάντα τὰ ἐπίπεδα ἀπὸ τῆς μικροτέρας ἐνορίας καὶ ἐπισκοπῆς μέχρι καὶ τῆς ἀνωτάτης ἡγεσίας αὐτοῦ. Οὕτως, ἡ ἡμετέρα Μετριότης ὑποδέχεται μετὰ χαρᾶς, ἀγάπης καὶ τιμῆς πάντας τοὺς ἀντιπροσώπους ἢ καὶ ἀρχηγοὺς τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν καὶ ἀνταποδίδει αὐτὰς φιλοφρόνως, ὡς ἁρμόζει εἰς πεπολιτισμένην καὶ δὴ καὶ χριστιανικὴν συμπεριφοράν. Τοῦτο ἰσχύει ὅλως ἰδιαιτέρως εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν χριστιανικὴν κοινότητα καὶ οἱ μετὰ τῆς ὁποίας ἱστορικοὶ δεσμοὶ πλήρους κοινωνίας ἐν τῇ πίστει καὶ τοῖς Μυστηρίοις ἐπὶ μίαν ὅλην χιλιετίαν δὲν παύουν νὰ ἀποτελοῦν κοινὸν κτῆμα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ ἐπανεύρωμεν καὶ ἀνοικοδομήσωμεν τήν, ὡς μὴ ὤφελεν, ἀπολεσθεῖσαν πλήρη κοινωνίαν. Ἐπὶ τῷ τέλει τούτῳ διεξάγεται ὁ πανορθοδόξως ἀποφασισθεὶς ἐπίσημος θεολογικὸς διάλογος, περὶ τῆς πορείας τοῦ ὁποίου θὰ ἐνημερώσῃ τὸ ἱερὸν σῶμα ὁ Ὀρθόδοξος συμπρόεδρος αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀνταλλάσσονται ἐπισκέψεις ἐπὶ τοῦ ἀνωτάτου ἐπιπέδου, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβεβαιοῦται ἡ θέλησις ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν, ὅπως ἐν ἀγάπῃ καὶ ἀληθείᾳ χωρήσουν εἰς τὴν πλήρη μετ᾿ ἀλλήλων κοινωνίαν. Οὕτως, ἐκτὸς τῆς εἰθισμένης ἀνταλλαγῆς ἐπισκέψεων ἐπισήμων Ἀντιπροσωπειῶν κατὰ τὰς Θρονικὰς Ἑορτὰς ἑκατέρας τῶν Ἐκκλησιῶν, ἡ ἡμετέρα Μετριότης παρέστη προσωπικῶς εἰς τὴν ἐνθρόνισιν τοῦ νέου Πάπα Φραγκίσκου ἐν Ρώμῃ πρὸ διετίας, συνηντήθη μετ᾿ αὐτοῦ εἰς Ἱεροσόλυμα ἐπὶ τῇ συμπληρώσει πεντήκοντα ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς συναντήσεως ἐκεῖ τοῦ ἀοιδίμου προκατόχου ἡμῶν Πατριάρχου Ἀθηναγόρου μετὰ τοῦ Πάπα Παύλου Ϛ΄, ἐδέχθημεν δὲ τὴν ἐπίσημον ἐπίσκεψιν τοῦ νῦν Πάπα εἰς τὴν ἕδραν ἡμῶν κατὰ τὴν Θρονικὴν Ἑορτὴν τοῦ ἡμετέρου Πατριαρχείου τὸν παρελθόντα Νοέμβριον.
Αἱ συναντήσεις αὗται καὶ αἱ ὑπογραφεῖσαι κατ᾿ αὐτὰς Κοιναὶ Δηλώσεις, εὗρον εὐρεῖαν ἀπήχησιν ἀνὰ τὸν κόσμον καὶ ἀνέδειξαν τὴν παρουσίαν καὶ τὴν σπουδαιότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διεθνῶς. Οὕτω, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀντὶ νὰ ἀπομονοῦνται προβάλλονται καὶ γίνονται γνωστὰ ἀνὰ τὸν κόσμον ἐπ᾿ ὠφελείᾳ ἑαυτῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ Γένους ἡμῶν.
Τὸ πνεῦμα τοῦτο τῆς καταλλαγῆς καὶ συμβολῆς εἰς τὴν εἰρηνικὴν συμβίωσιν τῶν ἀνθρώπων, τὸ ὁποῖον ἀπορρέει ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ χαρακτηρίζει κατ᾿ ἐξοχὴν τὴν ἁγίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἡμῶν, ὡδήγησε τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον εἰς τὸ νὰ ἐπεκτείνῃ πέραν τοῦ χριστιανικοῦ χώρου τὴν προσπάθειαν τοῦ διαλόγου. Οὕτως, ἀπὸ ἐτῶν ἤδη ἡγεῖται τοῦ Διαθρησκειακοῦ Διαλόγου μεταξὺ Χριστιανῶν, Ἰουδαίων καὶ τοῦ Ἰσλάμ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται οὐχὶ τόσον ἡ ἐξέτασις τῶν θεολογικῶν διαφορῶν, ὅσον ἡ καλλιέργεια καὶ προώθησις τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν προσωπικῶς ἐτονίσαμεν πρὸ ἐτῶν εἰς τὰ πλαίσια τῆς διαθρησκειακῆς συναντήσεως τοῦ Βοσπόρου, ὅτι «ὁ πόλεμος ἐν ὀνόματι τῆς θρησκείας ἀποτελεῖ πόλεμον κατὰ τῆς θρησκείας». Καὶ ἓν μόνον βλέμμα εἰς τὴν κρατοῦσαν ἐν τῷ κόσμῳ σήμερον κατάστασιν ἀρκεῖ διὰ νὰ πείσῃ πόσον ἀληθὴς καὶ πόσον ἐπίκαιρος εἶναι ὁ λόγος οὗτος. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον δίδει καὶ ἐν τῷ χώρῳ τούτῳ τὴν μαρτυρίαν του. Ἀλλ᾿ ὡς ἤδη ὑπῃνίχθημεν, ἡ θεία Πρόνοια ἐπέθεσεν ἐπὶ τῶν ὤμων τοῦ ἱεροῦ τούτου θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον χάριτι Θεοῦ πάντες ἡμεῖς διακονοῦμεν, καὶ μίαν ἄλλην βαρεῖαν εὐθύνην, ἐκείνην τῆς διασφαλίσεως τῆς ἑνότητος τῆς ὅλης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὸ πρωτεῖον τιμῆς, τὸ ὁποῖον οἱ ἱεροὶ Κανόνες τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀνεγνώρισαν εἰς τὸν ἐπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὑποχρεοῦται καὶ σήμερον νὰ ἐκπληρώσῃ ἐπ᾿ ἀγαθῷ συνόλου τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς εὐθύνης αὐτοῦ διὰ τὴν κανονικὴν τάξιν καὶ ἑνότητα συνόλου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τό Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον γίνεται ἀποδέκτης προσφυγῶν πρὸς ἐπίλυσιν ζητημάτων ἀναφυομένων εἰς τὰς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μετ᾿ ἀλλήλων ἢ ἐνίοτε καὶ ἐντός τινων ἐξ αὐτῶν, τὰς ὁποίας καὶ διὰ καταλλήλων ἐνεργειῶν ἐπιλύει, ὡς συνέβη πρὸ ἐτῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Βουλγαρίας, ἐν τῷ Πατριαρχείῳ Ἱεροσολύμων καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Κύπρου, ἢ προσφάτως κατὰ τὴν μεταξὺ τῶν Πατριαρχείων Ἱεροσολύμων καὶ Ρουμανίας διένεξιν.
Ἀτυχῶς καὶ ὡς μὴ ὤφελε τὰ τοιαῦτα ζητήματα δὲν παύουν διαρκῶς νὰ ἀναφύωνται, καὶ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον διὰ τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Διορθοδόξων Ζητημάτων καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου προσπαθεῖ νὰ ἐξεύρῃ τὰς καταλλήλους λύσεις. Ὡς ἔχετε ἀσφαλῶς πληροφορηθῆ, ἀνεφύη κατ᾿ αὐτὰς σοβαρὰ διένεξις μεταξὺ τῶν πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων ὡς πρὸς τὴν κανονικὴν δικαιοδοσίαν ἐν τῷ ἐμιράτῳ τοῦ Κατάρ, πρὸς ἐπίλυσιν τῆς ὁποίας ἐργαζόμεθα ἐντόνως, παραμένει δὲ ἀνοικτὸν καὶ τὸ ἐσωτερικὸν θέμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας Τσεχίας καὶ Σλοβακίας, τῆς ὁποίας ἡ κανονικότης ἀμφισβητεῖται τόσον ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ταύτης ὅσον καὶ ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ πολλῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Διὰ ταῦτα καὶ ἄλλα παρόμοια ζητήματα, ὡς ἡ ἐν Οὐκρανίᾳ κρατοῦσα διαίρεσις τοῦ ἐκεῖ Ὀρθοδόξου ποιμνίου, τὸ ἡμέτερον Πατριαρχεῖον δέχεται προσφυγὰς καὶ μεριμνᾷ διὰ τὴν ἐπίλυσίν των. Ἐκ παραλλήλου ἀναπτύσσει πρωτοβουλίας πρὸς στενοτέραν συνεργασίαν καὶ σύσφιγξιν τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὥστε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία νὰ ἀποκτήσῃ ἑνιαίαν φωνὴν καὶ νὰ καλλιεργηθῇ ἐν αὐτῇ ἡ συνείδησις ὅτι παρὰ τὸ ὅτι κατὰ τὴν κανονικὴν αὐτῆς διάρθρωσιν συνίσταται ἐκ πολλῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν δὲν παύει νὰ εἶναι μία Ἐκκλησία, ἐκφραζομένη "ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ".  Οὕτως, ἀπὸ τοῦ πρώτου ἤδη ἔτους τῆς Πατριαρχίας ἡμῶν προέβημεν εἰς τὴν σύγκλησιν διὰ πρώτην φορὰν Συνάξεων τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρὸς ἀνταλλαγὴν ἀπόψεων ἐπὶ τρεχόντων ἐν τῷ κόσμῳ ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καλεῖται νὰ ἀρθρώσῃ ἑνιαῖον λόγον. Μέχρι στιγμῆς ἐπραγματοποιήθησαν πέντε τοιαῦται Συνάξεις, ἅπασαι ἐνταῦθα ἐν τῷ ἱερῷ Κέντρῳ πλὴν τῆς ἐν Πάτμῳ καὶ τῆς ἐν ἔτει 2000, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐπ᾿ εὐκαιρίᾳ τῶν ἐκεῖ ἑορτασμῶν ἐπὶ τῇ εἰσόδῳ εἰς τὴν νέαν χιλιετίαν. Ἅπασαι αἱ Συνάξεις αὗται ἐπραγματοποιήθησαν εἰς λίαν ἀδελφικὸν κλῖμα ἐξαπολύσασαι Κοινὰ Μηνύματα, τὰ ὁποῖα εἶχον εὐρεῖαν ἀπήχησιν. Κατὰ τὴν τελευταίαν τοιαύτην Σύναξιν τῶν Προκαθημένων, τὴν ὁποίαν συνεκαλέσαμεν ἐνταῦθα κατὰ μῆνα Μάρτιον τοῦ παρελθόντος ἔτους 2014, ἐλήφθη τῇ προτάσει ἡμῶν μία ὄντως ἱστορικὴ ἀπόφασις: ἡ σύγκλησις ἐνταῦθα κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος 2016 τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ σημασία καὶ σπουδαιότης τοῦ γεγονότος τούτου μόλις εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπογραμμισθῇ. Ἤδη ἀπὸ τοῦ 1923 τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐμελέτα τὴν σύγκλησιν Πανορθοδόξου Συνόδου ἐν ἔτει 1925 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἐπέτειον τῆς μνήμης τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου μὴ δυνηθὲν νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ ἔνεκα τῶν γνωστῶν ἱστορικῶν συγκυριῶν.
Τὴν προσπάθειαν ἐπανέλαβε τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐν ἔτει 1930, ὅτε καὶ συνῆλθε πρὸς τοῦτο ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Πανορθόδοξος Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις τῆς Συνόδου λόγῳ τῆς διεθνοῦς καταστάσεως. Τὸ θέμα ἐπανῆλθε κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, ὅτε καί ἀπεφασίσθη πανορθοδόξως ἡ σύγκλησις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ὡρίσθη ὁ τρόπος προπαρασκευῆς αὐτῆς. Παρὰ τὸ ὅτι ἡ προπαρασκευὴ αὕτη ἐξεκίνησεν ἀμέσως, ἡ ὁλοκλήρωσις αὐτῆς διὰ διαφόρους λόγους καθυστέρησεν ἀνεπιτρέπτως ἐπὶ πέντε περίπου δεκαετίας λόγῳ ἐνδορθοδόξων προβλημάτων.
Περὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς προπαρασκευῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου θέλει ἐνημερώσει τὸ ἱερὸν τοῦτο σῶμα ὁ Ἱερώτατος Μητροπολίτης Περγάμου, Πρόεδρος τῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Διορθοδόξων Ζητημάτων καὶ πρόεδρος τῶν Διορθοδόξων Προπαρασκευαστικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τῶν Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων. Ἡμεῖς θὰ περιορισθῶμεν εἰς γενικωτέρας τινὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου θέματος. Ἐν πρώτοις ὀφείλομεν νὰ ἐπισημάνωμεν τὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου συγκλήσεως τῆς Συνόδου. Ἡ μακρὰ καθυστέρησις τῆς πραγματοποιήσεώς της ἔχει ἤδη ἐκθέσει σοβαρῶς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἔναντι τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ κόσμου καὶ πέραν τούτου, μέχρι σημείου νὰ ἐντρεπώμεθα κυριολεκτικῶς, ὅταν ἐρωτώμεθα πότε ἐπὶ τέλους θὰ συνέλθῃ ἡ ἐξαγγελθεῖσα Σύνοδος. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τονίζει καὶ διδάσκει εἰς τὴν Ἐκκλησιολογίαν της τὴν συνοδικότητα, ἀλλ᾿ ἐν τῇ πράξει δὲν ἐφαρμόζει αὐτὴν εἰς οἰκουμενικὸν ἐπίπεδον παρέχουσα τὴν εἰκόνα συνομοσπονδίας Ἐκκλησιῶν ἀντὶ ἐκείνης τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Πᾶσα περαιτέρω ἀναβολὴ συγκλήσεως τῆς Συνόδου ἐκθέτει τὴν Ἐκκλησίαν ἡμῶν οὐχὶ μόνον εἰς τὰ ὄμματα τῶν μὴ Ὀρθοδόξων, ἀλλὰ καὶ ἔναντι τῶν ἰδίων αὐτῆς ἐκκλησιολογικῶν ἀρχῶν καὶ πιστευμάτων. Εἰς τὸν καλοπροαίρετον ἀντίλογον, ὁ ὁποῖος ἀκούεται, ὅτι ἡ προετοιμασία τῆς Συνόδου θὰ ἔδει νὰ εἶναι πληρεστέρα καὶ νὰ περιλαμβάνῃ θέματα περισσότερον φλέγοντα καὶ ἐπίκαιρα, ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι τὸ μεῖζον καὶ προέχον εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ πραγματοποίησις τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἀπαρχὴν καὶ ἄλλων Συνόδων, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐξετασθοῦν τὰ πλέον φλέγοντα καὶ ἐπίκαιρα ζητήματα. Τὸ καλλίτερον εἶναι ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ, κατὰ τὴν γνωστὴν ρῆσιν, καὶ θὰ ἦτο κρῖμα ἐπιζητοῦντες τὸ τέλειον νὰ ἀπολέσωμεν τὸ ἀναγκαῖον.
Δευτέρα παρατήρησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι ἡ διευκρίνησις περὶ τῆς φύσεως τῆς συγκαλουμένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Κατὰ τὴν ἐπιλογὴν τῆς ὀνομασίας τῆς Συνόδου ταύτης ὑπὸ τῆς Α΄ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως ἀπεφεύχθη συνειδητῶς ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτῆς ὡς Οἰκουμενικῆς Συνόδου διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν καλοῦνται ὡς μέλη αὐτῆς οἱ ἐκ τῆς Δύσεως χριστιανοί, ὡς συνέβαινε πάντοτε ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἐκκλησίᾳ κατὰ τὴν σύγκλησιν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ αὐθεντία τῆς Συνόδου ταύτης ἐκτείνεται, συνεπῶς, μόνον εἰς τὸν χῶρον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, χωρὶς τοῦτο νὰ σημαίνῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ αὕτη ἀποφάσεις ἀναφερομένας εἰς τὰς σχέσεις τῆς Ὀροδοξίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικόν κόσμον.
Τέλος, θὰ ἦτο παράλειψις ἐὰν δὲν ἐπεσημαίνομεν πρὸς τὸ ἱερὸν τοῦτο σῶμα τὰς δυσκολίας τὰς ὁποίας ἀντιμετωπίζει τὸ ὅλον ἐγχείρημα τῆς πραγματοποιήσεως τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Αἱ πλεῖσται καὶ σοβαρώτεραι ἐκ τῶν δυσκολιῶν τούτων προέρχονται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι εἰς πολλὰς ἒκ τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν ἔχει, ἀτυχῶς, διεισδύσει τὸ πνεῦμα τοῦ ἐθνικισμοῦ, ἐνίοτε δὲ καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ καταδικασθέντος ὡς αἱρέσεως ἐθνοφυλετισμοῦ, τό ὁποῖον μετατρέπει τὴν Ἐκκλησίαν εἰς θεραπαινίδα κρατικῶν πολιτικῶν ἐπιδιώξεων.
Οὕτω, τινὲς τῶν ἀδελφῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τελοῦσαι ἐν στενῇ συνεργασίᾳ μετὰ τῶν Κυβερνήσεων τοῦ τόπου των καὶ ἀπολαμβάνουσαι ἄφθονον τὴν οἰκονομικήν των ὑποστήριξιν, προσπαθοῦν διὰ παντὸς μέσου, περιλαμβανομένης καὶ τῆς προετοιμαζομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, νὰ προωθήσουν πολιτικῆς φύσεως συμφέροντα καὶ σχεδιασμούς, ἐπιφέρουσαι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ρήγματα εἰς τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ὡς ὑπερεθνικὴ Ἐκκλησία ἀντιπαλεύει πρὸς τὰς τοιαύτας τάσεις, διότι θέτει ὑπεράνω ὅλων τὴν ἑνότητα καὶ τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας, ἀντιμετωπίζον ἐν τῇ διακονίᾳ ταύτῃ οὐχὶ σπανίως προσπαθείας, φανερὰς ἠ ἀφανεῖς, ὑπονομεύσεως τοῦ ρόλου του ὡς πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας καί ἐγγυητοῦ τῆς ἑνότητος αὐτῆς.
Ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί,
Διὰ τῶν ἀνωτέρω ἠθελήσαμεν νὰ λάβητε γνῶσιν, ἔστω καὶ ἀκροθιγῶς, τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐπιτελεῖται ἐν τῷ ἱερῷ Κέντρῳ εἰς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς, ἥτις ἀνετέθη ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας εἰς τὴν Πρωτόθρονον ταύτην Ἐκκλησίαν, τὴν ὁποίαν πάντες ἡμεῖς ἔχομεν τὸ μέγα προνόμιον νὰ διακονῶμεν. Τὸ πολυεύθυνον καὶ πολυεπίπεδον τοῦτο ἔργον διεξάγεται ἐπιτυχῶς παρὰ τὰ περιωρισμένα εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέσα καὶ τὸν συρρικνωθέντα μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς λειτουργίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης ἀριθμὸν τῶν στελεχῶν αὐτοῦ, χάρις εἰς τὴν ἐργατικότητα καὶ ἀφοσίωσιν τοῦ διοικητικοῦ καὶ λοιποῦ προσωπικοῦ τῶν Πατριαρχείων, πρὸς τὸ ὁποῖον ἐκφράζομεν καὶ αὖθις τὴν εὐαρέσκειαν τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας καὶ ἡμῶν προσωπικῶς. Ἰδιαιτέρως ἐπιθυμοῦμεν νὰ μνημονεύσωμεν τὴν συμβολὴν τῶν ἁγίων ἀδελφῶν τῶν ἑκάστοτε συγκροτούντων τὴν περὶ ἡμᾶς Ἁγίαν καὶ Ἱερὰν Σύνοδον, ἥτις μετὰ τοῦ Πατριάρχου ἐποπτεύει τὴν ὅλην πορείαν τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας λαμβάνουσα τὰς ἀπαραιτήτους καὶ οὐχὶ πάντοτε εὐχερεῖς ἀποφάσεις. Αἰσθανόμεθα ἰδιαιτέραν ἱκανοποίησιν καὶ δοξάζομεν τὸν δωρεοδότην Κύριον, διότι ἐπὶ τῆς Πατριαρχίας ἡμῶν ἐπανῆλθε τὸ καθεστὼς τῆς ἐκ περιτροπῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου πάντων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Μητροπολιτῶν τοῦ Θρόνου, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς νὰ ἀσκοῦν τὸ ἐκ τῶν ἱερῶν Κανόνων ἀπορρέον δικαίωμα καὶ χρέος των, καὶ σφυρηλατεῖ ἔτι μᾶλλον τοὺς μεταξὺ τοῦ ἱεροῦ Κέντρου καὶ τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Θρόνου δεσμούς.

Πάντα ταῦτα καὶ ὅσα εἰσέτι παρελείφθησαν, ἵνα μὴ μακρηγορήσωμεν ὑπερβαλλόντως, μαρτυροῦν ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, "ἡ τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα", δὲν ἔπαυσε σκέπουσα καὶ κατευθύνουσα τὸν ἱερὸν τοῦτον θεσμὸν εἰς ἐπιτέλεσιν τῆς ὑψηλῆς αὐτοῦ ἀποστολῆς, παρέχουσα ἡμῖν τὴν βεβαίαν ἐλπίδα ὅτι οὐδεμία ἀντίξοος δύναμις ἢ ἀνθρωπίνως τυχὸν δυσοίωνος πρόβλεψις δὲν θὰ ἰσχύσῃ νὰ ἀνακόψῃ ἢ παρεμποδίσῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς ταύτης. Διότι ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία, κατὰ τὸ Παύλειον, "οἶδε καὶ ταπεινοῦσθαι, οἶδε καί περισσεύειν∙ ἐν παντὶ καὶ ἐν πᾶσι μεμύηται καὶ χορτάζεσθαι καὶ πεινᾶν, καὶ περισσεύειν καὶ ὑστερεῖσθαι" (πρβλ. Φιλ. δ΄, 12-13). Πορευομένη διὰ μέσου τῶν αἰώνων ὡς ὁ Ἀπόστολος, "διὰ δόξης καὶ ἀτιμίας, διὰ δυσφημίας καὶ εὐφημίας" (Β΄ Κορ. ς΄, 8-9) γνωρίζει, ὡς ἐκεῖνος, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ "ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται" (Β΄ Κορ. ιβ΄, 9). Οἱ δέκα ἑπτὰ περίπου αἰῶνες τοῦ ἱστορικοῦ βίου της μαρτυροῦν καὶ ἐπιβεβαιοῦν τὸ τοῦ ψαλμῳδοῦ "Κύριος ἐμοὶ βοηθός, καὶ οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος" (Ψαλμ. 117, 6).
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,
Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ζῇ ἐν τῷ κόσμῳ (πρβλ. Ἰω. ιζ΄, 6). Τὰ προβλήματα τοῦ συγχρόνου κόσμου ἀποτελοῦν καὶ προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἀποτελοῦν προβλήματα τοῦ ποιμνίου της. Τὸ γνωρίζετε αὐτὸ ὅλως ἰδιαιτέρως ὅσοι ἐξ ὑμῶν ποιμαίνετε λαὸν εἰς τὰς ἐπαρχίας σας. Τὰ προβλήματα ταῦτα διαφέρουν ἀπὸ περιοχῆς εἰς περιοχήν, ἀλλὰ καθίστανται διαρκῶς καὶ περισσότερον κοινά. Αἱ παραδοσιακῶς χριστιανικαὶ κοινωνίαι ἐκκοσμικεύονται ραγδαίως, καὶ τοῦτο καθιστᾶ ἀναγκαίαν τὴν προσαρμογὴν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰς νέας κοινωνικὰς συνθήκας χωρὶς νὰ ἀλλοιωθῇ ὁ πυρὴν τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς ἅπαξ παραδοθείσης τοῖς ἁγίοις πίστεως (πρβλ. Ἰούδα 3-4). Ἡ ἁγία ἡμῶν Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διακρίνεται διὰ τὴν ἀφοσίωσιν αὐτῆς εἰς τὴν Παράδοσιν. Διὰ μέσου ὅμως τῶν αἰώνων ἀσκοῦσα τὴν καλῶς νοουμένην οἰκονομίαν ἐπέτυχε τὴν προσαρμογὴν εἰς τὰς ἑκάστοτε συνθήκας χωρὶς τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τοῦ πυρῆνος τοῦ Εὐαγγελίου. Μὲ ὁδηγὸν τὸ Κυριακόν "τὸ σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο, οὐχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ σάββατον" (πρβλ. Μάρκ. β΄, 27) καὶ ἐφαρμόζουσα τὸν ὄντως χρυσοῦν ἀκροτελεύτιον Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου [κανὼν 102] ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔθεσε τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον, τὴν εἰκόνα ταύτην τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὡς ὕψιστον κριτήριον εἰς τὰς ἑκάστοτε ἀποφάσεις της. Τοῦτο βεβαίως προϋποθέτει πνευματικὴν διάκρισιν καὶ διασφαλίζεται μόνον διὰ συνοδικῶν ἀποφάσεων. Διὸ καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ γνωμῶν μεταξὺ τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τοιούτων θεμάτων κρίνεται λίαν χρήσιμος καὶ ἀναγκαία. Ἡ παροῦσα Σύναξις ἔχει ὡς σκοπὸν νὰ προσφέρῃ εἰς ἡμᾶς καὶ τὴν δυνατότητα ταύτην.
Τέλος, ὀφείλομεν νὰ ἐπισημάνωμεν τὸ γεγονὸς ὅτι πέραν τῶν ἐκ τῆς ἐκκοσμικεύσεως τῶν κοινωνιῶν κινδύνων ἡ Ἐκκλησία σήμερον εὑρίσκεται ἀντιμέτωπος πρὸς γενικωτέρας ἀναταραχάς, αἱ ὁποῖαι εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἀπειλοῦν αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασίν της. Τοῦτο ἰσχύει ἰδιαιτέρως εἰς περιοχάς, ὅπου διαβιοῦν ἀπὸ αἰώνων καί Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι, πρὸς τὰς ὁποίας ἔχομεν διαρκῶς ἐστραμμένην τὴν σκέψιν καὶ τὰς προσευχάς μας. Πρὸ τοῦ κινδύνου τούτου ἓν μόνον ἀντίδοτον διαθέτομεν: τὸ κήρυγμα καὶ τὴν προσπάθειαν τῆς εἰρήνης καὶ καταλλαγῆς. Ὁ διάλογος τῆς καταλλαγῆς δὲν εἶναι σήμερον πολυτέλεια, εἶναι ζωτικὴ ἀνάγκη πρώτιστα δι᾿ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον δι᾿ ὅλων τῶν δυνάμεών του ἡγεῖται κάθε προσπαθείας καταλλαγῆς. Οἱ καιροὶ εἶναι κρίσιμοι καὶ ἡ εὐθύνη καὶ τὸ χρέος ἡμῶν ὡς Ἐκκλησίας τοῦ παθόντος ὑπὲρ τοῦ κόσμου Κυρίου καλοῦν πάντας ἡμᾶς εἰς τὴν ἐκπλήρωσίν του.
Ταύτας τὰς σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματα ἡμῶν ᾐσθάνθημεν τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκθέσωμεν εἰς τὴν ἀγάπην σας ὡς εἰσαγωγὴν εἰς τὸ ἔργον τῆς παρούσης Συνάξεως. Δι᾿ αὐτῶν ἠθελήσαμεν νὰ καταστήσωμεν ὑμᾶς κοινωνούς "τοῦ ἔργου τῆς πίστεως καὶ τοῦ κόπου τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὑπομονῆς τῆς ἐλπίδος" (Α΄ Θεσ. α΄, 3) τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἐνεπιστεύθη εἰς ἕνα ἑκαστον ἐξ ἡμῶν τὴν ὑψίστην τιμὴν καὶ εὐθύνην τῆς ἐπισκοπικῆς διακονίας. Προσβλέποντες μετὰ πολλῆς χαρᾶς εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν μεθ᾿ ὑμῶν τῶν ἀπασχολούντων πάντας ἡμᾶς προβληματισμῶν καὶ σκέψεων περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς εὐθύνης ταύτης, κηρύσσομεν τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνάξεως ἐναποθέτοντες αὐτὴν εἰς τὴν πνοὴν τοῦ Παρακλήτου.

"Λοιπόν, ἀδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρακαλεῖσθε, τὸ αὐτὸ φρονεῖτε, εἰρηνεύετε. Καὶ ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν" (Β΄Κορ. ιγ΄, 11-12).