Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2018

Τι λένε οι Άγιοι Πατέρες "Υπέρ των αμαρτωλών"


ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΛΑΛΙΑ
Εύκολος ο δρόμος της κατακρίσεως, που τον ακούμε όλοι στην καθημερινή ζωή μας. Κι’ ωμός είναι από τα πιο μεγάλα αμαρτήματα. Όλοι οι Άγιοι μας διδάσκουν με την ζωή και τα έργα τους να αποφεύγουμε την καταλαλιά, γιατί μας απομακρύνει από τον Θεό και μας καταδικάζει από τώρα. Γι’ αυτό και το Ευαγγέλιο μας φωνάζει δυνατά: “Συ τις ει ο κρίνων αλλότριον ικέτην; Τω ιδίω Κυρίω στήκει ή πίπτει. Σταθήσεται δε. Δυνατός γαρ έστιν ο Θεός, στήσαι αυτόν. Δηλαδή, ποίος είσαι εσύ, που κρίνεις, ξένον δούλον, μας λέγει. Οι άνθρωποι δεν είναι δικοί του δούλοι αλλά του Θεού. Γι’ αυτό ας προσέξουμε να μη κατακρίνουμε κανέναν, αλλά να αφήνουμε την κρίσιν στον Θεό. Εμείς καλύτερα να κατανοήσουμε τι είναι η κατάκρισις ή καταλαλιά, όπως την εξηγεί ο Άγιος Ιωάννης ο Κολοβός, με τα εξής:
- “Κάποιος ερώτησε τον Αββά Ιωάννη τον Κολοβό : “Πως γίνεται Αββά μου, ενώ η ψυχή μου έχει τόσες πληγές, η ίδια, δεν ντρέπεται να κατακρίνει τον πλησίον της”; Και ο Γέροντας του απάντησε με μια παραβολή για την καταλαλιά.
          -Ήταν ένας άνθρωπος, φτωχός, είπε, και είχε δική του γυναίκα. Είδε όμως και μια άλλη όμορφη γυναίκα και την πήρε κι αυτή. Ήταν όμως πολύ φτωχός και δεν μπορούσε να τις ντύσει και τις είχε και τις δύο γυμνές. Μια μέρα, που γινόταν πανηγύρι σε μια γειτονική περιοχή, τον παρακάλεσαν να τις πάρει μαζί του. Κι εκείνος δέχτηκε. Τις έβαλε και τις δύο μέσα σε ένα μεγάλο κοφίνι και πήγε στο πανηγύρι.
          Τι μεσημέρι, που έπεσε πολλή ζέστη οι πανηγυριώτες αποσύρθηκαν για  να ησυχάσουν λίγο. Τότε η μια από τις δύο γυναίκες σήκωσε λίγο το κεφάλι της απ’ το κοφίνι  και μη βλέποντας κανέναν ολόγυρα , πήδηξε έξω κι εκεί, που ήταν τα σκουπίδια, μάζεψε διάφορα παλιόπανα, τα έφτιαξε γρήγορα σαν πρόχειρο φόρεμα, το ζώστηκε κι άρχισε να περπατά χωρίς να ντρέπεται. Η άλλη γυναίκα όμως, καθισμένη γυμνή μέσα στο κοφίνι, έλεγε: “Κοιτάξτε αυτή η ξετσίπωτη, δεν ντρέπεται να περπατά γυμνή”. Αυτό στενοχωρησε τον άνδρα της και με θυμό της είπε: “Μα τι λόγια είναι αυτά, που λες; Την κατηγορείς, που γυρίζει με κουρέλια. Αυτή τουλάχιστον σκεπάζει την ασχημοσύνη της. Ενώ εσύ, όντας ολόγυμνη δεν ντρέπεσαι να μιλάς μ’ αυτόν τον τρόπο; Κάτι ανάλογο είναι η καταλαλιά”.
          Π. Μ. Σωτήρχος

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΕΟΡΤΗ


Την προσεχή ΤΕΤΑΡΤΗ, 19 Δεκεμβρίου 2018 και ώρα 6. μ. μ. , στην αίθουσα εκδηλώσεων του πνευματικού μας κέντρου θα πραγματοποιηθεί Χριστουγεννιάτικη
εκδήλωση.
Κατ’ αυτήν θα ομιλήσει επίκαιρα ο πρωτ. Γερασιμάγγελος Στανίτσας με θέμα;
  
“ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ” 
Θα επακολουθήσει προβολή εορταστικού περιεχομένου και την όλη εκδήλωση θα
πλαισιώσει βυζαντινή χορωδία με επίκαιρους ύμνους.  
ΕΚ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ

Ἀπὸ τὸ μπὰρ καὶ τὸ ποτὸ στὸ... Χριστὸ καὶ τὴ Θεία Κοινωνία! Ὁ «κλειδαρὰς» παπάς, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος καὶ οἱ τρεῖς «κολλητοὶ» φίλοι.



Πώς καὶ πὼς περιμένω ρὲ φίλε νὰ φθάσουν τὰ Χριστούγεννα!
Μὴν μοῦ πεῖς πὼς ξαφνικὰ ἔγινες καλὸς Χριστιανός, γιατί θὰ τρελαθῶ…
Ὄχι, ὄχι μακρυὰ ἀπὸ μένα αὐτὲς οἱ ἀνοησίες. Στὸ λέω γιὰ νὰ προετοιμαζόμαστε γιὰ καμιὰ ἐπιπλέον οἰνοποσία.
Καλὰ καὶ περιμένεις τὰ Χριστούγεννα; Ποιὸς μᾶς ἐμποδίζει νὰ τὸ ρίξουμε ἀπὸ τώρα λίγο ἔξω!
Δὲν ξέρω ρὲ φίλε ἀλλὰ τὴν οἰνοποσία τὸ διάστημα τῶν Χριστουγέννων τὴν νιώθω πιὸ εὐχάριστα, σὰν νὰ εἶναι πιὸ γευστικὸ τὸ ποτό! Μὲ τραβάει περισσότερο τὸ μπαράκι.
Τώρα ποὺ τὸ λὲς καὶ ἐγὼ ἔτσι νιώθω. Περίεργα πράγματα. Ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες αὐξάνεται ἡ θλίψη καὶ μέσα στὴ σκέψη μου διογκώνονται ὅλα τὰ προβλήματα.
Χειμώνας φίλε μου. Καταχνιὰ κρύο, ἐρημιά! Ἡ φύση εἶναι ποὺ μᾶς τὰ δημιουργεῖ γιατί καὶ ἐγὼ τὰ ἴδια περνάω. Νὰ γιατί τρελαίνομαι γιὰ καλοκαίρι…
Θυμᾶσαι Νίκο τὸν Ἀποστόλη;
-Ποιὸν αὐτὸν ποὺ ξέκοψε ἀπὸ τὴν παρέα μας καὶ δὲν μάθαμε ποτὲ τὸ γιατί;
– Ναὶ αὐτόν. Τὸν εἶδα προχθὲς παντελῶς ἀλλαγμένο. Τὸν εἶχα δεῖ καὶ πέρυσι τὰ Χριστούγεννα καὶ εἶχα παραξενευτεῖ. Ὁ ἄνθρωπος λὲς καὶ ἔπαιρνε ληγμένα φάρμακα. Ἔλαμπε ὁλόκληρος. Χαμογελοῦσε. Φοὺλ εὐτυχία, σοῦ λέω.
Τί μοῦ λές; Κέρδισε κανένα λαχεῖο ἢ πῆρε καμιὰ βαρβάτη κληρονομιά καί ἔριξε πέτρα!
Ὄχι ρὲ Νίκο! Ἀκολούθησε, ὅπως μοῦ εἶπε ἕνα ἀπόγευμα τὴν γυναίκα του γιατί νόμιζε ὅτι τὸν ἀπατάει.
Καὶ τί ἀποκάλυψε;
– Ἡ γυναίκα του πήγαινε σὲ μία συγκέντρωση ποὺ ἔκανε ἕνας παπάς, μία φορὰ τὴν ἑβδομάδα. Μιλοῦσαν γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ συναφῆ μὲ τὴν πίστη. Ὁ Ἀποστόλης νόμιζε ἀρχικὰ ὅτι ἡ γυναίκα του ἐκεῖ συναντιέται μὲ τὸ «φίλο» της καὶ κάθισε πίσω ἀπὸ μία κολόνα γιὰ νὰ δεῖ τί συμβαίνει.
Καὶ τί ἀνακάλυψε πές μου, μὴν μὲ κρατᾶς σὲ ἀγωνία.
Τίποτε τὸ σπουδαῖο. Κάτι ἀλλόκοτά μοῦ εἶπε. Πιθανὸν νὰ μὲ κορόιδευε καὶ δὲν ἔδωσα σημασία.
Τί ἀλλόκοτα, θὰ μὲ τρελάνεις!
Νὰ ἀπὸ ὅτι θυμᾶμαι ἔλεγε πὼς ὁ παπὰς ἐξιστοροῦσε μία ἱστορία γιὰ κάποιον ποὺ ξέπεσε ἀπὸ τὴν πίστη καὶ βασανίζεται. Καὶ πὼς ὄχι μόνο βασανίζεται ὁ ἴδιος ἀλλὰ πληγώνει καὶ τὴν οἰκογένειά του, σπαταλώντας τὰ χρήματά του σὲ ἀνούσια πράγματα, ὅπως ἡ οἰνοποσία. Αὐτὸς νόμιζε πὼς τὰ ἔλεγε γι’ αὐτόν. Εἶπε κι ἄλλα πράγματα ὁ παπὰς ποὺ συγκλόνισαν τὸν Ἀποστόλη.
Καὶ τελικά…
Ἡ κατάληξη ἦταν νὰ ζητήσει ἀπὸ τὴ γυναίκα του νὰ τοῦ κλείσει ἕνα ραντεβοὺ μὲ τὸν παπά.
Τί τὸν ἤθελε;
Ἤθελε νὰ διερευνήσει ἂν τοῦ εἶχε πεῖ κάτι ἡ γυναίκα του καὶ τὸν ἀναγνώρισε μόλις τὸν εἶδε καὶ γιὰ νὰ μὴν τὸν κάνει ρόμπα μιλοῦσε σὲ τρίτο πρόσωπο.
Κλείστηκε τὸ ραντεβού;
Ναί, πῆγε.
Καὶ τί τοῦ εἶπε ὁ παπάς;
Κατ’ ἀρχὴν διαπίστωσε πὼς δὲν τὸν γνώριζε. Μίλησαν ἀρκετὴ ὥρα. Καὶ μοῦ εἶπε, τὸ ἀλλόκοτο. Ὅτι δῆθεν ὁ παπὰς αὐτὸς ξεκλείδωσε τὴν καρδιά του μὲ τὴν εἰλικρίνεια καὶ τὴν καλοσύνη του. Καὶ ὄχι μόνο τὴν ξεκλείδωσε ἀλλὰ ἐπιπλέον τοῦ «ἔβγαλε» πράγματα ἀπὸ μέσα του ποὺ τὸν βάραιναν χρόνια. Κι αὐτὰ τὸν ὁδηγοῦσαν στὴν ἀσυδοσία καὶ οἰνοποσία.
– Πέτυχε μᾶλλον σὲ «κλειδαρὰ» παπά!
– Δὲν ξέρω ἂν ἦταν «κλειδαρὰς» πρὶν γίνει παπάς. Τὸ μόνο ποὺ ξέρω εἶναι ὅτι ὁ Ἀποστόλης ἔγινε ἀπὸ τότε ἄλλος ἄνθρωπος. Ἀκόμη καὶ στὸ μαγαζὶ του ὅλα πᾶνε ρολόι.
Ρὲ Μῆτσο μοῦ ἦρθε μία ἰδέα. Δὲν παίρνεις τηλέφωνο τὸν Ἀποστόλη νὰ μᾶς πάει στὸν παπά. Εἶμαι πολὺ περίεργος νὰ μάθω τί τοῦ εἶπε καὶ τὸν γύρισε 180 μοῖρες. Λὲς ὁ παπὰς νὰ διακινεῖ κανένα χάπι εὐτυχίας. Νὰ τὸ πληρώσουμε ἅμα εἶναι κάτι τέτοιο γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὰ ἄγχη καὶ τὸ βάρος τῶν ἡμερῶν. Γιατί τὸ ποτὸ φίλε ἐγὼ δὲν τὰ ἀφήνω. Θὰ μὲ συντροφεύει μέχρι ποὺ νὰ κλείσω τὰ μάτια μου…
Πλάκα κάνεις; Τί χάπι εὐτυχίας νὰ πουλᾶ ρὲ Νίκο ὁ παπάς. Θὲς καὶ τὰ λὲς ἢ ἦταν μπόμπα τὸ οὐίσκι καὶ σὲ βάρεσε στὸ «δόξα πατρί»!
Ὄχι δὲν εἶμαι ζαλισμένος. Μοῦ κίνησες ἁπλὰ τὴν περιέργεια ἀπ’ ὅσα μοῦ εἶπες. Τηλεφώνησε τώρα στὸν Ἀποστόλη. Εἶχες πάντα καλύτερη σχέση ἀπὸ ἐμένα. Ἐμεῖς ποτὲ δὲν τὰ βρίσκαμε λόγω καὶ τοῦ ποδοσφαίρου. Ὀλυμπιακὸς ἐγὼ , ΑΕΚ ἐκεῖνος καταλαβαίνεις.
Ξαφνιάστηκε ὁ Ἀποστόλης ὄχι τόσο ἀπὸ τὸ τηλεφώνημα τοῦ πάλαι ποτὲ φίλου του, ὅσο κυρίως ἀπὸ τὸ αἴτημα τοῦ Νίκου νὰ τοὺς πάει στὸν παπά. Ἀρχικὰ δίστασε γιατί πίστεψε πὼς ἦταν πιωμένοι καὶ τοῦ ἔκαναν πλάκα. Κατάλαβε ὅμως στὴ συνέχεια ὅτι δὲν εἶχαν πιεῖ καὶ τὸ ἔλεγαν σοβαρά. Καὶ πάλι ὅμως ἦταν διστακτικός. Γι’ αὐτὸ τοὺς εἶπε ὅτι θὰ τὸ κανονίσει, ἐπιχειρώντας διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ νὰ τοὺς ἀποφύγει…
Πέρασαν λίγες ἡμέρες ἀπὸ τὸ τηλεφώνημα ὅταν ἕνα πρωὶ ὁ Ἀποστόλης καθὼς ἦταν στὸ μαγαζί του, βλέπει τὸ Νίκο καὶ τὸν Μῆτσο, τὰ πάλαι ποτὲ φιλαράκια του νὰ μπαίνουν μέσα.
Τοὺς ὑποδέχθηκε μὲ ἕνα πλατὺ χαμόγελο καὶ τοὺς πρόσφερε καφέ. Ὁ Μῆτσος εἶχε ξαναπεράσει ἀπὸ τὸ μαγαζὶ καὶ εἶχε ψωνίσει ἐνῶ ὁ Νίκος πρώτη φορὰ ἐρχόταν. Ἡ συζήτηση ἀρχικὰ περιστράφηκε γιὰ τὴν οἰκονομικὴ καὶ πολιτικὴ κατάσταση. Μίλησαν καὶ γιὰ τὰ ἐθνικὰ θέματα…
-Μῆτσο δὲν ἀφήνουμε τὸν ἄνθρωπο νὰ δουλέψει καὶ τὸν ἀπασχολοῦμε μὲ ἀνούσιες συζητήσεις. Πὲς στὸν Ἀποστόλη τὸ λόγο τῆς ἐπίσκεψης καὶ ἄσε τὰ ὑπόλοιπα.
Ἐντάξει Νίκο, δίκαιο ἔχεις. Ἀποστόλη σοῦ ζητήσαμε κάτι. Νὰ μᾶς πᾶς σ’ αὐτὸν τὸν παπὰ καὶ ἐσὺ τὸ ξέχασες. Σὲ παρακαλοῦμε νὰ τὸ κάνεις γιατί μετὰ τὸ τηλεφώνημα ἐκεῖνο τό βράδυ ἔγιναν κάτι περίεργα πράγματα ποὺ πιθανὸν νὰ σχετίζονται…
-Τί ἔγινε ρὲ παιδιά;
Ὁ Νίκος κοίταξε τὸν Μῆτσο καὶ εἶπε:
-Μῆτσο νὰ τὰ πῶ ἐγὼ ἢ ἐσύ;
Πὲς τα ἐσὺ Νίκο εἶσαι καλύτερος στὸ λόγο.
– Ἐκεῖνο τὸ βράδυ Ἀπόστολε πού σοῦ τηλεφωνήσαμε φύγαμε σχετικὰ νωρὶς ἀπὸ τὸ μαγαζί. Μπήκαμε στὸ αὐτοκίνητο καὶ καθὼς πήγαμε νὰ ξεκινήσουμε χτύπησε τὸ τζάμι τοῦ συνοδηγοῦ ἕνας καλόγερος. Παιδιὰ μπορεῖτε νὰ μὲ πᾶτε λίγο πιὸ κάτω γιατί δὲν βρίσκω ταξί. Εὐχαρίστως τοῦ εἴπαμε καὶ ἀλληλοκοιταχθήκαμε ἔχοντας ζωγραφισμένη στὸ πρόσωπό μας τὴν ἀπορία τί δουλειὰ εἶχε ὁ παπὰς μέσα στὰ ἄγρια μεσάνυχτα. Λὲς καὶ διάβασε τὴ σκέψη μας ἐκεῖνος καί μᾶς εἶπε: «Θὰ ἀναρωτιέστε Νικόλαε καὶ Δημήτριε τί κάνει τέτοια ὥρα ἕνας καλόγερος στὸ δρόμο»! Φαντάσου Ἀπόστολε, ὁ καλόγερος αὐτὸς ἤξερε καὶ τὰ ὀνόματά μας. Κόντευε νὰ μοῦ φύγει τὸ τιμόνι ἀπὸ τὸ χέρι. Πάθαμε σόκ.
-Καὶ ἐγὼ παιδιὰ τὸ ἴδιο θὰ πάθαινα. Τί σᾶς εἶπε;
-Μᾶς ζήτησε νὰ μὴν πᾶμε κόντρα στὸν Χριστὸ καὶ στὴν Παναγία μας. Νὰ μὴν βλασφημοῦμε. Νὰ κοιτᾶμε τὶς οἰκογένειές μας. Νὰ πᾶμε νὰ ἐξομολογηθοῦμε σύντομα. Νὰ νηστέψουμε καὶ νὰ κοινωνήσουμε ἀνήμερα τὰ Χριστούγεννα. Ἤξερε τὰ πάντα γιά μᾶς, τὶς γυναῖκες μας, τὰ παιδιά μας. Εἶχε τόσο γλυκὸ λόγο ποὺ θὰ ἄντεχα νὰ ὁδηγῶ μέχρι καὶ τὰ πεθερικά μου στὴ Γερμανία γιὰ νὰ τὸν ἀκούω. Οὔτε κἄν τολμήσαμε νὰ τὸν ρωτήσουμε πῶς γνωρίζει τόσα πολλὰ γιὰ τὴ ζωή μας. Τὸ μόνο ποὺ κατάφερε νὰ πεῖ ὁ Μῆτσος ἦταν νὰ τὸν ρωτήσει πῶς τὸν λένε καὶ σὲ ποιὰ ἐκκλησία λειτουργεῖ. Κι ἐκεῖνος εἶπε χαμογελώντας: «Νὰ ἐδῶ παρακάτω εἶναι τὸ σπίτι μου καὶ ἡ Ἐκκλησιά μου. Σταματήσαμε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Ἄνοιξε τὴν πόρτα τοῦ αὐτοκινήτου καὶ κατευθύνθηκε στὴν κεντρικὴ πόρτα τῆς ἐκκλησίας. Εἰσῆλθε μέσα χωρὶς νὰ ἀνοίξει τὴν εἴσοδο. Ἀλληλο-κοιταχθήκαμε μὲ τὸ Μῆτσο γεμάτοι ἀπορία. Νόμιζα ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ὀνειρεύτηκα. Ἀλλὰ τὸ περίεργο εἶναι ὅτι καὶ ὁ Μῆτσος εἶδε ἀκριβῶς τὸ ἴδιο ὄνειρο. Ξέχασα νὰ σοῦ πῶ ὅτι μόλις βγῆκε ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο μυρίσαμε καὶ οἱ δύο ἕνα ἄρωμα…
-Εὐωδία θὰ ἦταν.
-Μὴν διακόπτεις ρὲ Ἀποστόλη τὸν Νίκο. Ἄστον νὰ σοῦ τὰ πεῖ.
Πὲς το καὶ εὐωδία. Μέχρι νὰ πᾶμε σπίτια μας τὸ μυρίζαμε ἔντονα μετὰ ἐξαφανίστηκε. Τὸ ἑπόμενο πρωὶ τηλεφωνήθηκα μὲ τὸν Μῆτσο καὶ τοῦ πρότεινα νὰ πᾶμε νὰ βροῦμε τὸν παπὰ καὶ νὰ ἐξομολογηθοῦμε. Πήγαμε στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου. Ἀνάψαμε ἕνα κεράκι καὶ πήγαμε νὰ προσκυνήσουμε τὶς εἰκόνες. Τότε εἴδαμε τὸν παπὰ ποὺ μᾶς συνάντησε νὰ ἀπεικονίζεται σὲ φωτογραφία ποὺ ἔγραφε ἅγιος Νεκτάριος. Ἦταν μία γυναίκα στὸ ναό, μᾶλλον καντηλανάφτισσα καὶ τὴν ρωτήσαμε ἐὰν γνωρίζει τὸν παπὰ-Νεκτάριο, τὸν παπὰ ποὺ μοιάζει μὲ τὴν εἰκόνα. Κι ἐκείνη ἔκπληκτη μᾶς ἀπάντησε πὼς στὸ ναὸ ὑπηρετοῦν δύο ἱερεῖς ὁ πατὴρ Κωνσταντῖνος καὶ ὁ πατὴρ Γεώργιος. Παπὰ Νεκτάριος δὲν ὑπῆρχε. Τέσσερις ἡμέρες τώρα σπάζουμε τὸ κεφάλι μας γιὰ τὸ ποιὸς ἦταν ὁ παπάς.
-Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἦταν. Ἀφοῦ σᾶς τὸ εἶπε ξεκάθαρα. Θέλει καὶ συζήτηση τό πρᾶγμα.
-Ὁ Νίκος ξέχασε νὰ σοῦ πεῖ καὶ τὸ πιὸ σημαντικό. Ἀπὸ τότε πού σοῦ τηλεφωνήσαμε κόψαμε τὸ ποτὸ τελείως. Ἔχεις ἐσὺ καμιὰ περαιτέρω ἐξήγηση γιατί θὰ τρελαθοῦμε. Ἐγὼ τὸ εἶπα στὴ γυναίκα μου καὶ ἐκείνη ἔβαλε τὰ γέλια, λέγοντάς μου νὰ προσέχω νὰ ἀποφεύγω νὰ πίνω «μπόμπες» (ἀλλοιωμένα ποτά)!
– Δὲν ὑπάρχει παιδιὰ καμιὰ ἀμφιβολία ὅτι ὁ παπὰς ἦταν ὁ Ἅγιος Νεκτάριος. Στὸ ναὸ ἐκεῖνο λειτουργάει ὁ παπὰς πού σοῦ ἔλεγα Μῆτσο, ὁ παπὰ Γιώργης. Ἐκεῖ πάει ἡ γυναίκα μου ἐδῶ καὶ δύο χρόνια καὶ ἐκεῖ πάω καὶ ἐγὼ ἕνα χρόνο τώρα. Κάτσε νὰ πάρω τὸν παπὰ –Γιώργη καὶ νὰ τοῦ ποῦμε ὅλα αὐτὰ ποὺ σᾶς συνέβησαν. Σήμερα εἶναι Πέμπτη καὶ νομίζω εἶναι στὸ ναὸ ἀπὸ τὸ πρωί.
Ὁ Ἀποστόλης τηλεφώνησε στὸν παπὰ-Γιώργη καὶ ἔκλεισαν ραντεβοὺ γιὰ τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας.
Ὁ Ἀποστόλης καὶ οἱ δύο παλιοὶ συνδαιτημόνες του στὸ ποτὸ ἐξιστόρησαν μὲ κάθε λεπτομέρεια στὸν παπὰ –Γιώργη τί εἶχε συμβεῖ. Ὁ γέροντας ἱερέας τοὺς ἄκουγε μὲ προσοχή. Ἦταν ἐμφανῶς συγκινημένος καὶ μὲ δυσκολία κρατοῦσε τὰ δάκρυά του.
-Θυμᾶσαι Ἀπόστολε πέρυσι παραμονὲς Χριστουγέννων τί κουβεντιάζαμε.
-Ὄχι γέροντα, πού νὰ θυμᾶμαι;
-Μοῦ μίλησες μὲ πόνο γιὰ τὸ Δημήτρη καὶ τὸ Νικόλαο καὶ μοῦ ζήτησες νὰ τοὺς μνημονεύω στὴν πρόθεση.
-Τώρα ποὺ τὸ λὲς παππούλη τὸ θυμᾶμαι. Τότε ἄναψα καὶ ἐγὼ ἕνα κεράκι στὸν ἅγιο Νεκτάριο καὶ τὸν παρακάλεσα νὰ κόψουν μαχαίρι τὸ ποτὸ καὶ νὰ γιορτάσουν Χριστούγεννα μὲ τὶς οἰκογένειές τους. Πού καὶ ποὺ προσευχόμουν γι’ αὐτούς. Κολλητοὶ ἀπὸ παιδιὰ ἤμασταν…
-Ἐ ὁ ἅγιός μας, δὲν τοὺς ξέχασε. Παρακολουθοῦσε τὰ βήματά τους καὶ μόλις εἶδε τὴ διάθεση τῆς καρδιᾶς τους νὰ ἀναζητᾶ –ἔστω καὶ μέσα ἀπὸ σένα- νὰ ἀνακαλύψουν τὴν αἰτία τῆς εὐτυχίας σου, τὸν γλυκύτατο Ἰησοῦ Χριστὸ τότε τοὺς φανερώθηκε. Παιδιά μου αὔριο θὰ γιορτάσουμε τὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα. Θὰ ἤθελα νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἀναφερθῶ στὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονὸς πρὸς οἰκοδομή τῶν πιστῶν, χωρὶς φυσικὰ νὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματά σας.
-Γέροντα θὰ ἔλθω καὶ ἐγὼ στὸ ναὸ ἀλλὰ ὄχι μόνος. Θὰ ἔρθω μὲ τὸν Μῆτσο καὶ τὸν Νίκο, ἂν φυσικὰ θέλουν.
Τὸ ρωτᾶς κιόλας ρὲ Ἀπόστολε. Φυσικὰ καὶ θὰ ἔρθουμε.
Οἱ τρεῖς τους συναντήθηκαν μισὴ ὥρα πρὶν χτυπήσει ὁ παπὰς γιὰ τὸν ὄρθρο. Ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἀνοικτὴ ἀφοῦ ὁ παπὰ-Γιώργης συνήθιζε νὰ πηγαίνει στὸ ναὸ γύρω στὶς 5 π. μ. γιὰ νὰ προλάβει νὰ διαβάσει τὰ ὀνόματα στὴν Ἁγία Πρόθεση. Περιέργως ἡ Ἐκκλησία ἂν καὶ ἦταν Παρασκευὴ εἶχε πολὺ κόσμο. Ὁ παπὰ Γιώργης στὸ κήρυγμα ἀναφέρθηκε στὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου κλαίγοντας. Ὁ Δημήτρης μισή ὥρα μετὰ πέρασε γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωὴ του τὴν πόρτα τοῦ Ἐξομολογητηρίου. Δύο ὧρες μιλοῦσε μὲ τὸν παπὰ –Γιώργη. Ἀμέσως μετὰ εἰσῆλθε στὸ μυστήριο τῆς Μετανοίας καὶ ὁ Νικόλαος. Κι ἐκεῖνος ἔμεινε πολὺ χρόνο.
Ἦταν ἀργὰ τὸ μεσημέρι ὅταν οἱ δύο φίλοι, μὲ χαμογελαστὰ πρόσωπα πῆγαν στὸ μαγαζὶ τοῦ Ἀποστόλη. Ἔκλαιγαν καὶ οἱ τρεῖς τους σάν τὰ μωρὰ παιδιά. Τὰ Χριστούγεννα ἐκεῖνα οἱ τρεῖς φίλοι μὲ τὶς οἰκογένειες τους γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἐκκλησιάστηκαν στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου καὶ ἐν συνέχεια συγκεντρώθηκαν στὸ σπίτι τοῦ Νικόλαου, γιὰ τὸ χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Ἔνιωθαν χαρούμενοι καὶ εὐτυχισμένοι γιατί μέσα τους ἄρχισε νὰ φωτίζει τὸ ἄστρο τῆς Βηθλεὲμ καὶ ἡ καρδιὰ τοὺς εἶχε μετατραπεῖ σὲ Φάτνη, στὴν ὁποία γεννήθηκε ὁ Χριστός. –
http://orthodoxathemata.blogspot.com/2018/12/blog-post_51.html#more

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

Άγιος Ελευθέριος ο Ιερομάρτυρας




Ἐλευθέριος, ὡς ἀδουλόνους φύσει,
Σπάθας θεωρῶν, οὐκ ἐδουλοῦτο πλάνῃ.
Δῖον Ἐλευθέριον δεκάτῃ πέφνε φάσγανα πέμπτῃ.

Βιογραφία
Ο Άγιος Ελευθέριος γεννήθηκε τον 2o αιώνα μ. Χ. στην Ελλάδα (κατά άλλους στην Ρώμη) από πλούσιους γονείς. Τότε αυτοκράτορας ήταν ο Κόμμοδος και ο Σεπτίνος Σεβήρος. Ορφανός από πατέρα, ανατράφηκε σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου από την ευσεβέστατη και φιλάνθρωπη μητέρα του, Ανθία (της Ευανθίας γόνος, στιχηρό Εσπερινού) (βλέπε ίδια ημέρα) η οποία έγινε χριστιανή ακούοντας το κήρυγμα από μαθητές του Απ. Παύλου.
Διακαής πόθος της Ανθίας ήταν να επισκεφτεί τη Ρώμη, που τα χώματά της είχαν βαφτεί με το αίμα των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Κάποτε, λοιπόν, αποφάσισε και πήγε. Μαζί πήρε και το νεαρό γιό της Ελευθέριο. Ο επίσκοπος Ρώμης Ανίκητος (βλέπε 17 Απριλίου), όταν είδε τον Ελευθέριο εκτιμώντας την πολλή νοημοσύνη του, τη θερμή πίστη και το αγνό ήθος του, τον έλαβε υπό την προστασία του.
Σε ηλικία 15 ετών χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο Ρώμης Ανίκητο, διάκονος και έπειτα από τρία χρόνια χειροτονήθηκε ιερέας. Από τη θέση αυτή ο Ελευθέριος αγωνίστηκε με ζήλο για τη διδαχή του ποιμνίου του, και σε έργα φιλανθρωπίας. Αργότερα και σε ηλικία είκοσι ετών, με κοινή ψήφο κλήρου και λαού έγινε επίσκοπος Ιλλυρικού, σημερινής Αλβανίας με έδρα την Αυλώνα.
Μα χειροτονήθηκε τόσο μικρός; Στο ερώτημα δίνει απάντηση ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.... Γράφει σε υποσημείωση του Συναξαριστού του: «Ας μη θαυμάζει κανείς ότι αυτός ο άγιος χειροτονήθηκε σε ηλικία αντίθετη με τους ιερούς κανόνες της 6ης Οικ. Συνόδου και της τοπικής Συνόδου της Νεοκαισαρείας, οι οποίοι ορίζουν ότι ο διάκονος χειροτονείται στη ηλικία των 25 χρόνων, ο πρεσβύτερος στα 30 και ο επίσκοπος πάνω από 30. Αυτό έγινε γιατί ο άγιος Ελευθέριος έζησε πριν ακόμη γίνουν οι παραπάνω κανόνες, οι οποίοι έγιναν αργότερα».
Η χειροτονία του αγίου Ελευθερίου, όπως γράφει κάποιος βιογράφος του, έγινε «κατ’ οικονομίαν» Θεού, λόγω των μεγάλων αρετών και της σοφίας του με την οποία προσείλκυε στον Χριστό τους ειδωλολάτρες. Η γλυκύτητα του λόγου του, που επιβεβαιωνόταν με τα πολλά θαύματα του, έκανε αυτούς που βρίσκονταν στην πλάνη να ασπαστούν την χριστιανική αλήθεια.
Η φήμη της αρετής του Αγίου Ελευθερίου ήταν τόσο μεγάλη που έφτασε μέχρι τη Βρεττανία. Έτσι, ο βασιλιάς της, Λούκιος, έγραψε επιστολή στον Ελευθέριο και του δήλωνε ότι αυτός και ο λαός του επιθυμούσαν να γίνουν χριστιανοί. Ο Ελευθέριος αμέσως ανταποκρίθηκε, στέλνοντας δύο εκπαιδευμένους στην πίστη άνδρες, που κατήχησαν και βάπτισαν χριστιανούς τον Λούκιο με το λαό του.
Όταν ο Σεπτίμιος Σεβήρος πληροφορήθηκε την χριστιανική δράση του Ελευθερίου διέταξε την σύλληψή του. Έπειτα από πολλά βασανιστήρια ο Ελευθέριος οδηγήθηκε από τους ειδωλολάτρες στην αρένα της Ρώμης. Τα άγρια ζώα όμως δεν τον άγγιξαν, γι’ αυτό και αποκεφαλίσθηκε μαζί με την μητέρα του.
Έτσι ο Άγιος Ελευθέριος πέρασε «εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ» (Προς Ρωμαίους, η' 21). Δηλαδή στην ελευθερία της ένδοξης κατάστασης των παιδιών του Θεού.
Η Σύναξή του τελείται στο μαρτύριο αυτού, πλησίον του Ξηρολόφου.
Ο Άγιος Ελευθέριος θεωρείται βοηθός των εγκύων γυναικών. Τους δίνει «καλή λευτεριά». Πολλές γυναίκες επικαλούνται τη βοήθεια του και ακουμπούν το εικονισματάκι του αγίου πάνω τους. Η αντίληψη αυτή αναφέρεται και σ’ ένα προσόμοιο στιχηρό της εορτής. «Τῶν ἐπιτόκων γυναίων Πάτερ κηδόμενος, ἐλευθερίαν δίδως, τῷ Ναῷ σου φοιτώσαις....», δηλαδή, Φροντίζεις Πάτερ τις έγκυες γυναίκες που καταφεύγουν στο ναό σου δίνοντας του ελευθερία....

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον λόγον.
Φερωνύμῳ σου κλήσει καλλωπιζόμενος, ἐλευθερίαν παρέχεις καὶ ἀπολύτρωσιν, τοῖς προσκάμνουσι δεινῶς, ποικίλας θλίψεσιν, Ἐλευθέριε σοφέ, ἱερῶν καλλονή, Μαρτύρων ἡ ὡραιότης· διὸ μὴ παύσῃ βραβεύων, ἀναψυχὴν τοῖς σὲ γαιρέρουσι.

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

Διαφορές δαιμονικού και Θεϊκού φωτός (Στοιχεία διάκρισης)


π. Ιωάννη Ρωμανίδη
Στην πολύμορφη αυτή πολεμική του διαβόλου πρέπει να μάθει ο άνθρωπος να διακρίνει τους απλούς λογισμούς από τους σύνθετους λογισμούς, την ενέργεια του Θεού από τις δαιμονικές ενέργειες, την εμφάνιση του Φωτός του Θεού από το φως του διαβόλου.
«Ένα πράγμα, το οποίο μπορεί κανείς από Ορθοδόξου απόψεως να το θεωρεί δαιμονικό, από μιας άλλης απόψεως μπορεί να θεωρείται ότι είναι υγιεινό. Αυτό το οποίο, για την Ορθόδοξη θεολογία, μπορεί να θεωρείται ότι είναι από τον διάβολο, για την «Απογευματινή», «Ελευθεροτυπία» μπορεί να θεωρείται ότι είναι για το καλό του ανθρώπου.
Το πρόβλημα για τον Ορθόδοξο είναι το κριτήριο, τι θα είναι;».
«Και κυρίως, πρέπει να μάθει κανείς να διακρίνει από τις ενέργειες του διαβόλου, για να μπορεί να διακρίνει ποια ενέργεια που τον επηρεάζει είναι από τον Θεό και ποια ενέργεια είναι από τα λοιπά κτίσματα και, κυρίως, από τον διάβολο.
Και αυτή η ικανότητα της διακρίσεως μεταξύ κτιστών και άκτιστων ενεργειών είναι το θεμέλιο του χαρίσματος της διακρίσεως των πνευμάτων. Να διακρίνει κανείς μεταξύ των ενεργειών του πονηρού πνεύματος και του Αγίου Πνεύματος».
Μερικές φορές ο διάβολος «μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός» (Β΄ Κορινθίους ια’, 14). Το δαιμονικό φως είναι διαφορετικό από το Φως του Θεού.
«Το άκτιστο Φως ποτέ δεν είναι έξωθεν. Είναι πάντοτε έσωθεν. Το δαιμόνιο είναι έξωθεν, το φως του διαβόλου είναι έξωθεν. Όταν ο διάβολος αποκαλύπτει φως στον άνθρωπο, είναι έξωθεν».
«Όταν εμφανίζεται ο διάβολος στον άνθρωπο, εμφανίζεται δια της συζυγίας, ποτέ δια της κράσεως. Δεν μπορεί να υπάρξει κράση μεταξύ του κτιστού φωτός του διαβόλου και του ανθρώπου.
Γι’ αυτό και ο διάβολος όταν εμφανίζεται, εμφανίζεται πάντοτε και με σχήμα και με χρώμα και πάντοτε είναι έξω από τον άνθρωπο. Είναι φως παρυφιστάμενο, λένε οι Πατέρες. Παρυφίσταται, δηλαδή, το φως του διαβόλου. Ενώ όταν είναι το άκτιστο Φως, είναι ασχημάτιστο, ανείδεο, χωρίς χρώμα, χωρίς μορφή κλπ. Και θεάται δια της κράσεως.
Οπότε, ο θεούμενος βρίσκεται μέσα στο Φως και όλο το περιβάλλον του είναι μέσα στο Φως. Και το Φως φέγγει από παντού και είναι διαβρωτικό το Φως. Ενώ το φως του διαβόλου είναι περιορισμένο σε τόπο και έχει και χρώμα».
Όποιος έχει το χάρισμα της διακρίσεως, μπορεί αμέσως να αντιληφθεί την πλάνη και να μη πλανηθεί. Γι’ αυτό στην πατερική γλώσσα οι Θεούμενοι χαρακτηρίζονται απλανείς, που σημαίνει δεν παραπλανώνται.
Στην πνευματική αυτή πορεία σημαντικό ρόλο παίζει ο διακριτικός Πνευματικός Πατέρας. Άλλωστε, ο Πνευματικός Πατέρας πρέπει να είναι θεολόγος, με την χαρισματική έννοια του όρου, αφού θεολογία είναι η γνώση του Θεού και, οποίος αποκτά αυτήν την γνώση, μπορεί να διακρίνει «τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστίν» (Α’ Ιω. δ’, 1).
«Ο Πνευματικός Πατέρας, για να έχει νοερά προσευχή σημαίνει ότι έχει το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων και ξέρει ακριβώς τις μεθοδείες του διαβόλου χωρίς καμία αμφιβολία, τις ενέργειες του διαβόλου με καταπληκτική ακρίβεια. Αυτός είναι ο Πνευματικός Πατέρας. Άλλα αυτή είναι η Ορθόδοξη θεολογία. Επομένως, αυτό σημαίνει ότι ο Πνευματικός Πατέρας αναποφεύκτως είναι Ορθόδοξος, δεν μπορεί παρά να είναι Ορθόδοξος.
Βέβαια, πρέπει να είναι ο Πνευματικός οδηγός, όχι στοχαστής γύρω από αυτά τα θέματα, αλλά να ξέρει με ακρίβεια τα θέματα αυτά, με ακρίβεια να οδηγεί τα πνευματικά τέκνα. Εάν στοχάζεται, τότε και ο ίδιος είναι χαμένος, θα χαθούν και οι οπαδοί του. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Εξ επόψεως πατερικής αυτή είναι η αρετή, γι’ αυτό και η αίρεση οδηγεί τον άνθρωπο στην Κόλαση».

Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.
yiorgosthalassis.blogspot.com

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

Ο Χριστός η μόνη σωτηρία μας



“....ημείς εν ονόματι Κυρίου Θεού ημών ανέστημεν και ανωρθώθημεν.....και μεγαλυνθησόμεθα” (Ψαλμ. 19,8)

          Οι ειδήσεις και τα γεγονότα μας δημιουργούν θλίψη και οδύνη για την ορθόδοξη πατρίδα μας. Πολλοί ΄Ελληνες  έχουν φτωχύνει και είναι χρεωμένοι, δεν μπορούν να διαβιώσουν αξιοπρεπώς. Οι Έλληνες συρρικνώνονται και ελαττώνονται. Οι εκτρώσεις δυστυχώς εκτελούνται νόμιμα κατά χιλιάδες. Αλλοιώνεται η Ιστορία και περιφρονείται η Πατρίδα. Χαρίζουμε με την υπογραφή μας την Ελληνική Μακεδονία σε λαό, που ανήκει σε Σλαβική φυλή.
          Αλλοιώνουν τα ορθόδοξα χριστιανικά μαθήματα, περιφρονούν την πίστη και βλασφημούν.
Μουσικό ξένο συγκρότημα με σατανική μουσική προβαίνει σε βέβηλη πράξη σε ελληνικό χώρο. Μετά από εκκωφαντική μουσική πετούν την εξέδρα φωτεινό Σταυρό και τον ποδοπατούν με μανία και συνέχεια καίνε επιδεικτικά την Ελληνική σημαία, ενώ χιλιάδες νέοι Έλληνες επευφημούν και χειροκροτούν!
          Φονική φωτιά στο Μάτι Αττικής με εκατόμβη θυμάτων.
          Και πολλά άλλα άσχημα που τα ζούμε. Αναρχία, φόβος και ανασφάλεια.
          Eλπίδα σωτηρίας μόνον ο Χριστός με την Εκκλησία Του. Μετάνοια, προσευχή. Γνωρίζει ο Θεός να βγάζει από το “πικρό γλυκύ”. Αναδεικνύει Αγίους και συνετούς για να οδηγήσουν το σκάφος σε ήρεμο λιμάνι “ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσευσεν η χάρις” . Τα εθνικά και χριστιανικά γεγονότα αυτό μαρτυρούν. Ο Χριστός εγεννήθη σε εποχή ακαταστασίας. Η Εκκλησία θεμελιώθηκε σε εποχή αθεΐας, η ελευθερία είναι δώρο των πιστών ηρώων και του 1821 και το 1912-1913 και το 1940.
          Δεν υπάρχει άλλος δρόμος λυτρώσεως. Η δική μας πνευματική πρόοδος συμβάλλει στην σωτηρία της Πατρίδος. “Ημείς εν ονόματι Κυρίου θεού ημών ανέστημεν και ανωρθώθημεν και μεγαλυνθησόμεθα”.

          π. Γ.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

Άρρηκτος ο δεσμός Έθνους και Εκκλησίας



Μέσα στην γενικότερη κρίση που μαστίζει την κοινωνία μας και η οποία τείνει να ισοπεδώσει τα πάντα, τίθενται διάφορα ζητήματα αλλά και υλοποιούνται ανενδοίαστα αποφάσεις που κύριο στόχο έχουν να αλλοτριώσουν τα φρόνημα του ορθόδοξου ελληνικού λαού. Στην αιφνιδιαστική λοιπόν εφαρμογή του νέου προγράμματος διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία έρχεται να προστεθεί η εμμονή του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων στον χωρισμό του κράτους με την Εκκλησία, λέγοντας ότι πρέπει να διευκρινισθούν οι ρόλοι κράτους και Εκκλησίας.

          Για το ελληνικό Έθνος το κράτος και η Εκκλησία είναι άρρηκτα δεμένα. Σε όλες τις κρίσιμες περιόδους του Ελληνισμού, όταν οι ξένοι κατακτητές απειλούσαν να αφανίσουν την ελληνική συνείδηση, η Εκκλησία ήταν αυτή που κρατούσε την συνοχή του Έθνους καθώς ηγούνταν στους αγώνες του λαού, ανύψωνε το εθνικό φρόνημα, στήριζε οικονομικά και ηθικά τους αγωνιστές, δίδασκε την ελληνική γλώσσα και παιδεία στα ελληνόπουλα, αναπλήρωνε με λίγα λόγια την ανυπαρξία του κράτους.

          Οποιαδήποτε άλλη τοποθέτηση είναι ένα ακόμα βήμα προς την απώλεια της εθνικής μας  μνήμης. Είναι αυτονόητο ότι ο κάθε θεσμός έχει τον δικό του λόγο. Και η Εκκλησία, ως φιλόστοργη μάνα, έχει πολύ σπουδαίο ρόλο να επιτελέσει μέσα την κοινωνία, ανοίγοντας την ζεστή αγκαλιά της για να δεχτεί τον πονεμένο, τον θλιμμένο, τη χήρα και το ορφανό, τον απογοητευμένο και να τους δώσει ελπίδα, αισιοδοξία , θάρρος. Να δώσει τον Χριστό, που είναι ο νικητής του θανάτου.

          “Οι  πολίτες δημιουργούν την Πολιτεία, αλλά η Εκκλησία “γεννάει” τους πολίτες”, είπε ο Αρχιεπίσκοπος σε πρόσφατη ομιλία του. Η Εκκλησία είναι αυτή που διασφαλίζει την συνοχή, την ομοψυχία, την ενότητα, την ειρήνη μεταξύ των πολιτών, ρόλος που συνδράμει και βοηθάει καθοριστικά τον ρόλο της Πολιτείας. Επιτέλους, ας σοβαρευτούμε. Η χώρα μας έχει τόσους πολλούς εξωτερικούς εχθρούς, που δεν χρειάζεται και εσωτερικούς.

          “Αγία ΛΥΔΙΑ”,, τ. 524

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

Ψήγματα από τους ασκητικούς λόγους του Αββά Ισσάκ του Σύρου



Όποιος συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του, είναι ανώτερος εκείνου που ανασταίνει νεκρούς!... Όποιος στενάζει μια ώρα για την ψυχή του είναι ανώτερος εκείνου που ωφελεί όλο τον κόσμο με τη διδασκαλία του!... Όποιος ακολουθεί πίσω από  το Χριστό πενθώντας είναι  ανώτερος αυτού που επαινείται στην εκκλησία από το λαό!...
          Δεν κατοικεί το Πνεύμα του Θεού σ’ εκείνους που ζουν με ανάπαυση, αλλά το πνεύμα του διαβόλου. Οι γνήσιοι δούλοι του Θεού ζουν με θλίψεις και στενοχώριες, ο δε κόσμος με τρυφή και αναπαύσεις. Αυτοί μεν κλαίουν, ο δε κόσμος γελά. Αυτοί στενάζουν, ο κόσμος χαίρει. Αυτοί νηστεύουν, ο κόσμος τρυφά...
          Η αρετή, δηλαδή η φύλαξη των εντολών το Χριστού, ακολουθείται από λύπη, που οφείλεται στις θλίψεις και πειρασμούς από φθόνο των δαιμόνων. Με την υπομονή φθάνουμε στην ταπείνωση και εν συνεχεία απολαμβάνουμε τη χάρη του Θεού...

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Όταν το Πάσχα πέφτει ... Νοέμβριο!



Kυριακή πρωί, ώρα εφτάμιση.
Η ειδοποίηση από το κινητό τού θύμισε ότι έπρεπε να σηκωθεί. Η ζεστασιά της κουβέρτας δεν τον βοηθούσε. Πάτησε την αναβολή και γύρισε πλευρό. Δεν κατάλαβε πότε πέρασαν δέκα λεπτά. Το κινητό ξαναχτύπησε. Σηκώθηκε εκνευρισμένος.
Οι γονείς έλειπαν, είχαν πάει στο χωριό τους. Τους υποσχέθηκε ότι θα πήγαινε σήμερα στο μνημόσυνο ενός γείτονα, εκπροσωπώντας όλη την οικογένεια. Τα βαριέται αυτά τα τυπικά, τα δήθεν, τα «είναι υποχρέωσή μας να πάμε», αλλά τώρα δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Ντύθηκε βιαστικά και μπήκε στο αυτοκίνητο. Το μνημόσυνο θα γινόταν σε μια εκκλησία των νοτίων προαστίων. Στους λεφτάδες. Δεν είχε ιδέα από αυτές τις γειτονιές. Έβαλε σε λειτουργία το GPS και ακολούθησε τις οδηγίες της εικονικής συνοδηγού του.
Έφτασε γύρω στις οκτώμισι έξω από το ναό, ακριβώς στην ώρα που έλεγε το αγγελτήριο. Υπολόγιζε να ξεμπερδέψει κατά τις εννιά.
Μπήκε, άναψε ένα κερί και ρώτησε τον κύριο που καθόταν πίσω από το παγκάρι «Τι ώρα θα τελειώσει;». Τον κοίταξε απορημένος εκείνος. «Κατά τις δέκα συνήθως τελειώνει η Λειτουργία. Έχουμε και μνημόσυνο σήμερα ... Υπολογίστε γύρω στις δέκα και μισή». Την πάτησε! Θα πρέπει τώρα να περιμένει δυο ώρες.
Σκέφτηκε προς στιγμήν να γυρίσει πίσω. Προχώρησε εκνευρισμένος και στάθηκε δίπλα σε μια κολώνα στο πίσω μέρος του ναού. Χάζεψε κάμποση ώρα τον κόσμο που έμπαινε, ύστερα κοίταξε έναν – έναν τους Αγίους που ήταν ζωγραφισμένοι στον απέναντι τοίχο. Μετά κοίταξε στα κλεφτά το κινητό του, μα ντράπηκε να μπει στο ίντερνετ. Πέρασε η ώρα.
Κάποια στιγμή βγήκε ο παπάς στην Ωραία Πύλη και οι ψαλτάδες σταμάτησαν. «Ωραία, θα ξεκινήσει το μνημόσυνο» σκέφτηκε. Έκανε λάθος. Ο παπάς άρχισε να εξηγεί το Ευαγγέλιο. Με ήρεμη φωνή. Ήταν όμως, τόσο ήσυχα που ακουγόταν ως πίσω.
Με απλά λόγια μίλησε για την περικοπή και μετά ήρθε στο σήμερα. Χωρίς ξύλινη γλώσσα, χωρίς αρχαιοπρεπείς εκφράσεις, βερμπαλισμούς και ηθικολογίες. Τέντωσε το κεφάλι του δεξιά – αριστερά για να τον δει πιο καλά. Τον έκοψε γύρω στα σαρανταφεύγα. Τα μάτια του καρφωμένα στη γη. Η φυσιογνωμία του ήρεμη.
Χωρίς να το πολυκαταλάβει, παρακολουθούσε με προσοχή κάθε του λέξη, κάθε του φράση. Ο παπάς τελείωσε με ένα περιστατικό από την τρέχουσα επικαιρότητα και έκλεισε το ολιγόλεπτο κήρυγμα με τους στίχους του αγαπημένου του ποιητή! Αυτό το τελευταίο δεν το περίμενε με τίποτα. Του άρεσαν πολύ αυτοί οι στίχοι. Ήταν το μότο του. «Ο τύπος είναι από το δικό μας club!» σκέφτηκε με ενθουσιασμό.
Από κείνη την ώρα δεν πήρε τα μάτια του από πάνω του. Κουνούσε το κεφάλι του πότε δεξιά και πότε αριστερά για να τον έχει πάντα μέσα στο πλάνο. «Ὁ εὐλογῶν τοὺς εὐλογοῦντας σε Κύριε ...». Ο παπάς είχε στραφεί τώρα στην εικόνα του Χριστού και το βλέμμα του ήταν αλλού, πέρα και πάνω από τον κόσμο γύρω του.
Σε λίγα λεπτά ξεκίνησε η ακολουθία του μνημοσύνου. Ο παπάς τόνιζε μια – μια κάθε λέξη, λες και το έλεγε για πρώτη φορά, λες και ήταν συγγενής του ο γείτονάς τους. Κι ύστερα λίγο πριν το Δι’ εὐχῶν είπε με δυο φράσεις για το πώς και το γιατί γίνονται τα μνημόσυνα.
Ο περισσότερος κόσμος κινήθηκε προς την έξοδο για να πάρει αντίδωρο και κόλλυβα. Κάποιοι πήγαν προς την Ωραία Πύλη για να πάρουν αντίδωρο από το χέρι του ιερέα. Τους ακολούθησε μηχανικά, τελευταίος στη σειρά. Έφτασε διστακτικά. Ο παπάς τον κοίταξε και τα μάτια του ξεχείλιζαν αγάπη. Πήρε το αντίδωρο και στάθηκε αμήχανος. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και είπε διστακτικά «Μπορώ να σας μιλήσω;». «Περίμενε, να καταλύσω και τα λέμε» του είπε χαμογελαστά ο παπάς.
Κανόνισαν να τα πούνε την άλλη μέρα το απόγευμα. Όλη η Κυριακή πέρασε με την προσμονή της Δευτέρας. Ξεκίνησε νωρίς. Για να φτάσει πιο γρήγορα πήρε την μοτοσυκλέτα. Έφτασε μισή ώρα νωρίτερα. Κλείδωσε τη μηχανή και κατέβηκε πέντε σκαλιά. Βρέθηκε στην ημιυπόγεια αίθουσα του ναού. Στο βάθος δεξιά ήταν μια τζαμένια πόρτα που έγραφε «εξομολογητήριο».
Δεν είχε σκοπό να εξομολογηθεί. Ήθελε να μιλήσει μόνο. Είχε πολλά χρόνια να βρει άνθρωπο πρόθυμο να τον ακούσει. Όλοι γύρω είναι έτοιμοι να πούνε τη γνώμη τους, να δώσουν συμβουλές, μα μόλις τους πεις δυο πράγματα που σε απασχολούν, βιάζονται να κατεβάσουν ρολά.
Περίμενε γύρω στο μισάωρο όταν μπήκε μέσα μια νεαρή κυρία. «Τον παππούλη περιμένετε;» του είπε ευγενικά. «Ναι» της είπε, χωρίς να την κοιτάξει. «Πήρε τηλέφωνο και ζητά συγγνώμη. Η πρεσβυτέρα μπήκε στο Μαιευτήριο πριν από λίγο. Πάρτε το τηλέφωνό του να συνεννοηθείτε» συνέχισε εκείνη. «Ευχαριστώ» μουρμούρισε εκείνος. Βγήκε άκεφος από την υπόγεια αίθουσα, ανέβηκε τα σκαλάκια και το βλέμμα του έπεσε στο παρμπρίζ της μηχανής. «Να πάρει!» μουρμούρισε. Είχε αφήσει αφηρημένος τη μηχανή πάνω στη διάβαση πεζών και η Δημοτική Αστυνομία του έκοψε κλήση.
Γύρισε αρκετά εκνευρισμένος σπίτι. Δεν ήταν προληπτικός, αλλά μια η γέννα της παπαδιάς, μια η κλήση της Αστυνομίας, φοβόταν πως η συνάντηση με τον άγνωστο παπά «δεν τον ήθελε».
Κανόνισαν νέα συνάντηση σε δυο μέρες. Η ίωση όμως, που τον έπιασε ξαφνικά είχε ... αντίθετη γνώμη. Όλα κόντρα! Τελικά κατάφερε να πάει ύστερα από μια βδομάδα, με αρκετές αμφιβολίες και λιγότερη διάθεση από την πρώτη φορά.
Λίγο πριν φύγει από το σπίτι σκέφτηκε να βγάλει το μαύρο κρίκο που είχε στο δεξί αυτί. Άλλαξε αμέσως γνώμη. «Αν είναι να με δεχτεί, ας με δεχτεί έτσι όπως είμαι» είπε σιγανά και ανασήκωσε τα μανίκια. Ένα tattoo με δυο δράκους ξεπρόβαλλε κάτω από το ύφασμα της μπλούζας. Το είχε χτυπήσει ψηλά στο μπράτσο, ώστε να μπορεί να το κρύβει -μαζί με το σκουλαρίκι- από το περιβάλλον της δουλειάς του, ένα περιβάλλον comme il faut (καθώς πρέπει), για φιλόδοξους goldenboysσαν κι εκείνον.
«Συγγνώμη, χίλια συγγνώμη, σε ταλαιπώρησα!» είπε ο παππούλης. «Μα, δεν φταίτε σε κάτι. Μην ζητάτε συγγνώμη» του είπε. «Έτσι, αισθάνομαι» απάντησε αφοπλιστικά ο παππούλης. Δεν το συνέχισαν. Είχαν τόσα πολλά να πουν. Απορίες, αγωνίες, σκέψεις, όλα ανακατεμένα. Κι ο παππούλης άκουγε υπομονετικά, χωρίς να διακόπτει. Όταν μίλησε στο τέλος, τον ξάφνιασε. Ήξερε μουσικά ρεύματα, συγκροτήματα, ταινίες, πρόσωπα, ήταν για τα πάντα ενημερωμένος. Και δεν του φαινόταν. Πέρασε μία ώρα χωρίς να το καταλάβει. Κανόνισαν να τα πουν κι άλλη φορά την επόμενη βδομάδα.
Μέχρι να έλθει η επόμενη φορά προσπάθησε να κάνει μια έρευνα μέσω ... ίντερνετ. Γκούγκλαρε το όνομα του παππούλη. Έψαχνε κάθε στοιχείο, κάθε εικόνα που θα του έδιναν έστω και την παραμικρή λεπτομέρεια για το πρόσωπο που μπήκε ξαφνικά και απρόσμενα στη ζωή του. Μάταιος κόπος. Όλο αυτό το παράλληλο διαδικτυακό σύμπαν που έχει μπει δυναμικά στη ζωή μας και δίνει αμέτρητες πληροφορίες για το πώς ζει και κινείται ο καθένας, δεν μπορεί όχι μόνο να εντοπίσει αλλά ούτε να υποψιαστεί έστω και ίχνος εσωτερικής ζωής.
Η επόμενη συνάντηση έγινε μετά από είκοσι μέρες. Πάλι ήρθαν αναποδιές που του ’κοψαν το δρόμο προς τα νότια προάστια. Προσπάθησε να μην ενδώσει στη σκέψη ότι το σύμπαν συνωμοτούσε στο να μην πάει ξανά στον παππούλη. Όταν μπήκε στο εξομολογητήρι τον βρήκε με τρία χαριτωμένα παιδάκια να συζητούν με οικειότητα. «Πάμε μπαμπά, τα λέμε το βράδυ» είπε το μεγαλύτερο φεύγοντας.
«Τρία και ένα το νεογέννητο, τέσσερα παιδιά. Χαρά στο κουράγιο του ...» σκέφτηκε. Και συνέχισε μεγαλόφωνα «Πολύτεκνος ε; Να σας ζήσουν!». «Ευχαριστώ, αυτά είναι τα μικρότερα» είπε ο παππούλης και βλέποντας την έκπληξη στο πρόσωπο του συνομιλητή του διευκρίνισε «... μαζί με το νεογέννητο είναι δέκα».
«Τι; Δέκα;» πετάχτηκε εκείνος ξαφνιασμένος, αλλά ο παππούλης δεν έδωσε συνέχεια στην κουβέντα. Είπαν άλλα, πιο ... ενδιαφέροντα: για τη δουλειά του, για το μεταπτυχιακό που έκανε στην Αμερική, για διάφορα.
Έφυγε για το σπίτι, μα ο νους του ήταν κολλημένος στα δέκα παιδιά. «Εμ, έτσι εξηγείται πώς βρέθηκε ο παπάς στα νότια προάστια. Εκεί είναι τα φράγκα. Ένας αγιασμός για τη σύζυγο του βουλευτή που έχει μεταφυσικές ανησυχίες, ένα ευχέλαιο για τους υπέργηρους γονείς του τάδε βιομήχανου, άσε τις βαφτίσεις και τους γάμους ... Ποιος ξέρει πόσα θα βγάζει το μήνα... Όλα μαύρα!» σφηνώθηκε η σκέψη μέσα του και τον έκανε κομμάτια. Στη ζωή του είχε προδοθεί πολλές φορές από δήθεν ακέραιους ανθρώπους. Δεν ήθελε να την πάθει άλλη μια φορά. Όλη τη βδομάδα δεν μπόρεσε να ξεκολλήσει αυτή τη σκέψη από το μυαλό του. Μόνο όταν ήρθε η ώρα να ξαναπάει στην εκκλησία, βρήκε το κουράγιο να πει στον εαυτό του «Αυτά τα μάτια, τα καθαρά αποκλείεται να λένε ψέματα».
Αυτή τη φορά δεν κατευθύνθηκε στο γνωστό χώρο του εξομολογητηρίου. Βρέθηκε, καλεσμένος από τον παππούλη, σε μια νεανική συντροφιά, εκεί στο υπόγειο της εκκλησίας. Γύρω – γύρω κάθονταν καμιά εικοσαριά φοιτητές και νέοι επιστήμονες, αγόρια και κορίτσια και κάπου ανάμεσα ο παππούλης.
Πρώτη φορά βρέθηκε σε τέτοιο περιβάλλον. Του συστήθηκαν όλοι με αυθόρμητη ευγένεια και καλοσύνη, σαν να τον ήξεραν καιρό. Ύστερα ήρθε κι άλλη έκπληξη. Οι περισσότεροι ήταν σπουδαγμένοι. Κάποιοι μάλιστα με βαριά χαρτιά. Από ΜΙΤ και πάνω. Τώρα ήταν που ένιωσε τόσο, μα τόσο χαζός που κοκορευότανε στη γειτονιά του στο Γαλάτσι ότι ήταν διπλωματούχος του ΕΜΠ με μεταπτυχιακό στη ΝΥ. Αυτοί εδώ με το ζόρι έλεγαν τα τυπικά τους προσόντα. Έδειχναν όλοι ισότιμοι. Οι απόφοιτοι Λυκείου δίπλα στους αποφοίτους του Harvard. Κι ο παππούλης μέσα σε όλα. Όντας απόφοιτος Μαθηματικού και Θεολογικής, μιλούσε με τους πάντες για τα πάντα.
Αυτό όμως, που τον σόκαρε ήταν μια κουβέντα που έκαναν στο τέλος για κάποιον που είχε ανάγκη. Στην αρχή δεν καταλάβαινε τι έλεγαν, από τα συμφραζόμενα όμως, έπιασε ότι ο παππούλης δεν έπαιρνε μία από τυχερά! Αυτό το ήξεραν οι πάντες στην ενορία, χρόνια τώρα. Κι όταν κάποιος επέμενε πολύ, του έλεγε «Κράτα τα χρήματα κι όταν χρειαστούν, θα σου πω». Μόλις λοιπόν, εμφανιζόταν κάποια περίπτωση ταλαίπωρου ανθρώπου με οικονομικά προβλήματα, τσουπ!, ο παππούλης ειδοποιούσε τον κύριο και έτσι τα τυχερά γινόταν ελεημοσύνη. Κρυφή ελεημοσύνη, όχι με ντουντούκες ούτε με αποδείξεις για απαλλαγή από την εφορεία! Πόσο ντράπηκε που αδίκησε με το νου του τον παππούλη!
Και τότε, πώς μεγάλωνε δέκα παιδιά μόνο με το μισθό το δικό του και της παπαδιάς; Κι έδειχναν τόσο ευτυχισμένα τα μικρούλια που είχε δει. Σαν σκηνή από το Μικρό σπίτι στο λιβάδι ήταν. Την απορία του την έλυσε ο ίδιος ο παππούλης πολύ καιρό μετά, όταν σε κάποια συνάντηση τού είπε «Τα πάντα τα αφήνουμε στο Θεό. Εκείνος βρίσκει τη λύση. Μόνο που τη δίνει στο τελευταίο δέκατο του δευτερολέπτου. Την ώρα που αιωρούμαστε στο κενό, χωρίς φως στο τούνελ. Έτσι, για να δούμε καθαρά ότι ήταν δική Του παρέμβαση».
Ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του όταν μια κοπελιά τού είπε χαμογελαστά «Θα σε βλέπουμε τώρα που είσαι στη συντροφιά μας. Κοντά στον πνευματικό μας». Πήγε να της πει. Ο παππούλης ήταν δικός τους πνευματικός, όχι δικός του. «Όχι ακόμα!» διόρθωσε με το νου του. Γιατί πολλές φορές είχε βρεθεί ένα τσακ πριν από το πετραχήλι και έκανε πίσω. Ο παππούλης περίμενε όλο αυτόν τον καιρό υπομονετικά, χωρίς να τον πιέσει, χωρίς ούτε καν να υπαινιχτεί κάτι.
Γύρισε απότομα πίσω. «Πάτερ, να σας δω για λίγο;» είπε έντονα. Ο παππούλης τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και δεν μίλησε. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα. «Έλα» του έκανε νόημα. Μπήκαν στο εξομολογητήρι. Βγήκε μετά από εβδομήντα πέντε λεπτά. Τότε πρόσεξε ότι ο παππούλης έδειχνε πολύ κουρασμένος. Η ώρα ήταν 10:25. Από τη μια ένιωθε ενοχές που έφαγε πολύτιμο χρόνο από την ξεκούραση του παππούλη και την οικογένειά του. Από την άλλη, το φτερούγισμα που ένιωθε μέσα του τον έκανε να πετάει.
Προθυμοποιήθηκε να πάει τον παππούλη στο σπίτι του, ένα διαμέρισμα σε μια παλιά πολυκατοικία. Τότε έμαθε πως δεν οδηγούσε, αν και στα νιάτα του είχε ένα κάμπριο και δεν ήταν λίγες οι φορές που οι φίλοι του περίμεναν να τον δουν να κάνει σλάλομ στην παραλιακή.
Φτάνοντας στο σπίτι του -περασμένα μεσάνυχτα- ένιωθε τόσο έντονα τη γλυκιά επίγευση των συμβάντων της ημέρας. Ήταν τόσο δυνατά τα συναισθήματα, που περίμενε από τώρα την επόμενη φορά που θα πήγαινε για εξομολόγηση. «Άραγε κάπως έτσι να νιώθουν αυτοί που πρωτοταξιδεύουν με την παραμύθα και θέλουν να ξαναδοκιμάσουν;» σκέφτηκε και ντράπηκε μονομιάς με την παρομοίωση που σκάρωσε το μυαλό του.
Πήγε ξανά και ξανά στο γνωστό και αγαπημένο του υπόγειο της εκκλησιάς. Στην αρχή δειλά και άτσαλα εξιστορούσε τα παραπατήματα και τις στραβοτιμονιές. Με πολλές δικαιολογίες και με ακόμα περισσότερη ντροπή. Όσο περνούσε ο καιρός, έμπαινε πιο συνειδητά στο μυστήριο. Κι ο παππούλης έβλεπε τις πληγές που πυορραγούσαν και έπιανε το νυστέρι για να τις καθαρίσει. Με λεπτές, προσεκτικές κινήσεις. Και, τι απίστευτο! Αυτή η επέμβαση, η χωρίς αναισθητικό δεν τον πονούσε. Του ’δειχνε τις πληγές, χωρίς να τον ρίχνει στην απελπισία. Του έβγαζε το σάπιο μέρος και τον γέμιζε ελπίδα.
Ένα βράδυ, παραμονή του Αγίου Φιλίππου γινόταν αγρυπνία στο ναό. Είχε ετοιμαστεί να κοινωνήσει. Για πρώτη φορά, ύστερα από πολλά χρόνια. Κανένα φως δεν ήταν αναμμένο μέσα. Μόνο τα κεριά από τα μανουάλια και τα καντήλια έφεγγαν. Τα στασίδια κι οι καρέκλες ήταν γεμάτα από νέους, παιδιά, οικογένειες. Στο ψαλτήρι ήταν ένας από την παρέα του «κύκλου», έτσι έλεγαν τη συνάντησή τους. Βγήκε από το ναό στη μία και τέταρτο. Καβάλησε τη μηχανή, φόρεσε τα γάντια και το κράνος και χάθηκε στην παραλιακή. Ήταν τόσο όμορφη η νύχτα. Τα αστέρια από πάνω φώτιζαν σα μικρά καντηλάκια. Ο θαλασσινός αέρας τον χτυπούσε στο λαιμό και το θώρακα και ακουγόταν σα γλυκιά μελωδία. Άθελά του άρχισε να ψέλνει. Στην αρχή ψιθυριστά κι ύστερα πιο δυνατά. «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν ...».
Ανέβηκε τη Συγγρού και πριν φτάσει στη διασταύρωση με τη Βουλιαγμένης είδε από μακριά να ανάβει το πορτοκαλί. Έκοψε και περίμενε να ανάψει το πράσινο. Δίπλα του σταμάτησε ένα τζιπάκι. Μέσα χαχάνιζαν δυο ζευγάρια. Ήταν προφανές ότι γύριζαν από διασκέδαση. Κάποια στιγμή ο τύπος που ήταν στο τιμόνι τέντωσε το αυτί του και ... έπιασε τις ψαλμωδίες. Έκανε νόημα στους άλλους που κοίταζαν στην αρχή περίεργα και μετά ήταν έτοιμοι να ξεκαρδιστούν στα γέλια. Ο οδηγός τού φώναξε περιπαιχτικά «φέτος το Πάσχα πέφτει Νοέμβριο!». Ο συνεπιβάτης από το πίσω κάθισμα κατέβασε γρήγορα το τζάμι και είπε χασκογελώντας «και πού να σφίξουν οι ζέστες φίλε!». Τους κοίταξε ήρεμα. «Οι ασύμβατες ευθείες δεν συναντιούνται πουθενά στο χώρο, έτσι δε μάθαμε στη Γεωμετρία;» σκέφτηκε. «... Καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος!»
Το φανάρι άλλαξε χρώμα. Γκάζωσε και πήρε τη στροφή για το Σύνταγμα. Το κοντέρ έδειχνε 80 χλμ/ώρα. Η ψυχή του όμως, είχε σπριντάρει πιο πολύ. Προσπερνούσε και τον πιο γρήγορο οδηγό της Formula1, σε μια φωτοθύελλα χαράς και ειρήνης.