Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Το χιόνι του Μαΐου δεν είναι παραξενιά του καιρού αλλά προειδοποίηση

 


Κάθε φορά που η χώρα ζει ένα ακραίο καιρικό επεισόδιο, η δημόσια συζήτηση ακολουθεί σχεδόν την ίδια διαδρομή. Πρώτα έρχεται η έκπληξη. Μετά τα βίντεο, οι εικόνες, τα «δείτε τι έγινε», τα «πρωτοφανές», τα «δεν το έχουμε ξαναδεί». Και ύστερα, σχεδόν πάντα, έρχεται η λήθη. Το φαινόμενο περνά, η επικαιρότητα αλλάζει σελίδα και εμείς επιστρέφουμε στη βολική ψευδαίσθηση ότι ζούμε απλώς μερικές «παράξενες μέρες». Όμως το χιόνι του Μαΐου δεν είναι απλώς μια παράξενη μέρα. Είναι ένα ακόμη χτύπημα στην πόρτα μιας κοινωνίας που επιμένει να μην ακούει.

Γιατί αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Όχι μόνο το ίδιο το φαινόμενο, αλλά ο τρόπος που το ερμηνεύουμε. Στην Ελλάδα, όταν μιλάμε για κλιματική κρίση, σκεφτόμαστε σχεδόν αυτόματα καύσωνες, πυρκαγιές, άντε και λίγη λειψυδρία. Έχουμε χτίσει ένα φτωχό, μονοδιάστατο λεξιλόγιο για κάτι που είναι πολύ πιο σύνθετο, πολύ πιο βίαιο και πολύ πιο απρόβλεπτο. Η κλιματική κρίση δεν είναι μόνο η άνοδος της θερμοκρασίας. Είναι η διάλυση της εποχικής ισορροπίας. Είναι η αίσθηση ότι ο χειμώνας, η άνοιξη και το καλοκαίρι δεν διαδέχονται πια το ένα το άλλο με κάποιον αναγνωρίσιμο τρόπο, αλλά συγκρούονται μέσα στο ίδιο ημερολόγιο. Οι πρώτες μέρες του φετινού Μαΐου, με χιονοπτώσεις σε ορεινά τμήματα και με ασυνήθιστα χαμηλές θερμοκρασίες για την εποχή, ήταν ακριβώς ένα τέτοιο σήμα.

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Αγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης: “Εάν ήρθες για να πεθάνεις, …μείνε” – π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου.

 


Μια φορά ήταν στο καΐκι – νεαρός ήμουν τότες – ένας γέροντας με τον υποτακτικό του. Δύσκολος ο καιρός. Το κύμα μας σκέπαζε. Ο αέρας δυνατός.
«Θα πεθάνουμε», φώναξε τρομαγμένα ο υποτακτικός. «Θα πεθάνουμε, γέροντα».
Ο γέροντας, χωρίς να ταραχθεί και χωρίς να αποσπασθεί από την προσευχή του, απάντησε:
«Μα, γι’ αυτό ήρθαμε εδώ, παιδί μου, για να πεθάνουμε…».
Δεν το ξεχνάω. Εάν ήρθες για να ζήσεις, φύγε. Εάν ήρθες, να πούμε, για να πεθάνεις, μείνε. Όταν έρχεσαι εδώ, έχεις βάρος. Είναι το βάρος του κόσμου. Όσο αγωνίζεσαι, μειώνεται το βάρος, ελαφραίνει η ψυχή. Ο κόσμος σε φορτώνει, τρόπον τινά. Ο Χριστός σε ξεφορτώνει. Το λέει. Δεν το λέει; «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Άμα έρθεις εδώ και μου κουβαλήσεις όλον τον κόσμο, τί να το κάνω; Ο κόσμος δε χωρά στην πόρτα του Αγίου Όρους. Είδες τις πορτούλες εδώ; Όλες στενές και χαμηλές είναι. Είναι πολύ μικρός ο κόσμος για να χωρέσει το μεγαλείο του Θεού. Όποιος θελήσει να φέρει τον κόσμο εδώ, μένει κι αυτός απ’ έξω. Θα μου πεις, πώς φέρνω τον κόσμο εδώ; Σαν το μικρόβιο τρυπώνει στο θέλημα, καλύπτεται με τη διάθεσή σου, κρύβεται κάτω από τις αισθήσεις σου. Γι’ αυτό με την υπακοή καθαρίζεις το θέλημα, με την ταπείνωση θεραπεύεις τη διάθεση και με την άσκηση ελευθερώνεις τις αισθήσεις.
Αυτός είναι ο αγώνας του μοναχού. Όταν έρχεσαι εδώ με απόφαση να μείνεις, βιώνεις μέσα σου μια σύγκρουση κοσμικών και πνευματικών φρονημάτων. Εδώ είναι το στρατόπεδο του πνεύματος. Συμμαχείς με το πνεύμα. Εάν είσαι μοναχός με κοσμικά, τρόπον τινά, φρονήματα, θα έχεις και πολλά προβλήματα. Εάν αγωνιστείς, ο κόσμος κάνει τις επιθέσεις. Να, έρχεται και σε σκουντά με το λογισμό κι εσύ είσαι νεκρός, ακίνητος. Έρχεται να παίξει μαζί σου σαν τη γάτα με το ποντίκι. Αφού παίξει πρώτα, μετά θα σε πνίξει. Πόσες φορές δεν μας πλημμυρίζει ένας λογισμός και μας πνίγει. Ήρθε; Ακίνητος εσύ. Μία θα πειράξει, δύο θα ενοχλήσει, μετά θα φύγει. Εδώ ήρθαμε να πεθάνουμε, όπως είπε ο γέροντας στον υποτακτικό, στη βάρκα. Να είσαι τυφλός στα σαρκικά, για να δεις τα πνευματικά. Κουφός στα κοσμικά, για να ακούσεις τα θεϊκά. Αναίσθητος στα υλικά, για να έχεις την αίσθηση της επίσκεψης της Χάριτος. Νέκρωση. Ναι, νέκρωση δια της υπομονής, της προσευχής, της υπακοής, της εγκράτειας, της ταπείνωσης, της μετάνοιας.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Στο “κεφάλι” της νεκρής Νατάσας, ή περί μεταμοσχεύσεων – Νικολάου Μητροπ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής.

 


Είναι μερικές στιγμές που η εσωτερική πάλη, τα λεπτά διλήμματα, η μικρή απόσταση ανάμεσα στη σωστή επιλογή και το λάθος, κυριολεκτικά υπογραμμίζουν την ανθρώπινη αδυναμία, ενώ ταυτόχρονα τονίζουν και το ανθρώπινο μεγαλείο. Εκεί συναντάται η δυνατότητα για κάτι μεγάλο και καλό, με την ανθρώπινη αβεβαιότητα για κάτι σίγουρο και κοινά αποδεκτό. Εκεί διασταυρώνεται η ιδιοφυϊα της φυσικής αγάπης, με τη συστολή του πνευματικού σεβασμού. Και είναι τόσο σφιχταγκαλιασμένα αυτά, όπως η ψυχή με το σώμα, όπως η σκέψη με τον νου. Εκεί φαίνεται ο άνθρωπος ως σιωπή και λόγος, ως μυστήριο και αποκάλυψη, ως πτώση και ανάσταση. Εκεί υφαίνεται η πλοκή του ελέους του Θεού με νήματα λεπτά, δυσδιάκριτα στην ανθρώπινή λογική και διαφαίνεται η εκπληκτική εύνοιά Του, με τρόπους «ξένους», μη συνήθεις προς την ανθρώπινη φύση.

Ένα τέτοιο σημείο μπροστά στο οποίο στέκεται ο άνθρωπος με θαυμασμό αλλά και τεράστια δυσκολία, είναι το κεφάλαιο των μεταμοσχεύσεων. Τι φοβερό, αλήθεια, επίτευγμα να μπορούν η ιατρική επιστήμη και τεχνολογία σήμερα να μεταφυτεύουν όργανα από τον έναν άνθρωπο στον άλλο! Να πείθουν τον οργανισμό να δέχεται σαν δικό του το ξένο όργανο! Τι ευκαιρία, με τον μεγαλοφυή αυτόν τρόπο, να δίνουν ζωή σε άλλως τελειωμένους βιολογικά συνανθρώπους μας!
Αλλά και τι κρίσεις δεν δημιουργεί! Πώς είναι δυνατόν κομμάτι της υποστάσεως ενός ανθρώπου, ο νεφρός, το δέρμα, το έντερο, αλλά και το συκώτι ή η καρδιά, να αποτελεί στο μέσο της διαδρομής του κομμάτι κάποιου άλλου ανθρώπου, μέρος της προσωπικής του έκφρασης; Πώς είναι δυνατόν να μεταφυτεύονται από τον έναν στον άλλο συνολικά επτά ή οκτώ όργανα μαζί, νεφροί, ήπαρ, νησίδες παγκρέατος, λεπτό και παχύ έντερο, στομάχι, να αλλάζει κατά κάποιον τρόπο το σώμα και να παραμένει η ταυτότητα του προσώπου αναλλοίωτη! Πόσο δεμένο με την πνευματική υπόστασή μας είναι το σώμα; Είναι τελικά σεβασμός ή ασέβεια αυτό που γίνεται; Είναι ευλογία ή θράσος; Μήπως έχουμε ξεπεράσει ανεπίτρεπτα το όριο της ανθρώπινης ιερότητος; Μήπως, δίνοντας βιολογική ζωή με τόσο παρεμβατικούς τρόπους σε λίγους συνανθρώπους μας, στερούμε από βασικά στοιχεία πνευματικής ζωής τον άνθρωπο στο σύνολό του; Μήπως προφασιζόμενοι την αγάπη, τροφοδοτούμαστε με θράσος, έπαρση, ανεξέλεγκτα συμφέροντα, μεροληπτικές αποφάσεις;

Και όταν το μόσχευμα προέρχεται από εγκεφαλικά νεκρό, από νεκρό που… ζει, από νεκρό που αναπνέει, από νεκρό που δεν φαίνεται νεκρός, αλλά ονομάζεται νεκρός από τους γιατρούς, τους νόμους, τις κοινωνίες, δεν παραβιάζουμε την ιερότητα του μυστηρίου του θανάτου, που μας υπερβαίνει ως γεγονός, με αλαζονικές εξαγγελίες που πνευματικά μας μειώνουν; Πώς πάλι μπορούμε, τη στιγμή που παλεύουμε κάποιος να μείνει κοντά μας όσο γίνεται περισσότερο, την ίδια στιγμή με σπουδή και ελπίδα για κάποιον άλλον, να του παίρνουμε τα όργανα, αφήνοντας η χαρά μας για τη ζωή του λήπτη να εξαφανίζει τον πόνο μας για τον θάνατο του δότη;
Αλλά και αυτού που εμείς τον κάναμε να φαίνεται πως ζει, είναι το μηχανικό ανεβοκατέβασμα του στήθους του αναπνοή; Είναι ο χτύπος της καρδιάς του ένδειξη λειτουργίας της; Μήπως έχει τελειώσει η συμπόρευση της ψυχής με το σώμα του κι εμείς στενόψυχα το ταλαιπωρούμε δίχως ελπίδα, δίχως προοπτική, δίχως λόγο; Με συνοδό μόνο το φόβο, τους γεμάτους σχολαστικότητα προβληματισμούς, την υπερβολή της εξάρτησης από την προσωρινότητα και την αμεσότητα αυτού του κόσμου;

Χτυπάει το τηλέφωνο. Από την άλλη μεριά η Διευθύνουσα του Γενικού Κρατικού. Γρήγορα μπαίνει στο θέμα. Μία κοπέλα δεκαεννέα ετών, η Νατάσα, έκανε κατακλυσμιαία εγκεφαλική αιμορραγία και διαγνώστηκε εγκεφαλικά νεκρή. Δυστυχώς, έγιναν και οι προβλεπόμενες επαναληπτικές διαγνωστικές δοκιμασίες και όλα επιβεβαιώνουν την οριστική νέκρωση του εγκεφάλου. Στο Ωνάσειο ένα νέο παλληκάρι περιμένει απεγνωσμένα μια καρδιά. Στις λίστες για νεφρικές ή ηπατικές μεταμοσχεύσεις κοντά στα χίλια άτομα. Το δίλημμα είναι μεγάλο: ή σε λίγες ώρες η αποσύνθεση των οργάνων της Νατάσας ή για χρόνια το δώρο της ζωής σε εννέα περίπου συνανθρώπους μας.
Οι αρμόδιοι προσπάθησαν διστακτικά να μιλήσουν για τη δυνατότητα δωρεάς οργάνων στους γονείς. Πώς όμως να φορτώσουν στον αβάσταχτο πόνο τους, ένα πρόσθετο ασήκωτο δίλημμα; Πώς να προσθέσουν στη ζάλη τους την πίεση για μια άμεση απόφαση που απαιτεί γνώση, ψυχραιμία, ψυχικό σθένος, χρόνο, ξεκάθαρη συνείδηση. Ποιός είναι αυτός που γνωρίζει τις σωστές και σίγουρες απαντήσεις στα ερωτήματα που εγείρονται για να βοηθήσει;
Μέσα στην όλη έντονη αυτήν ατμόσφαιρα, οι γονείς ζητούν την γνώμη της Εκκλησίας. Έτσι δικαιολογείται το τηλεφώνημα της Διευθύνουσας σε μένα.

Σε λίγη ώρα βρίσκομαι σε ένα γραφείο με τους γονείς, τον διευθυντή της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας, έναν γιατρό και την προϊσταμένη. Η ένταση εμφανής. Αρχικά σύντομη σιωπή. Παίρνω εγώ την πρωτοβουλία να σπάσω την αμηχανία.
-Γιατρέ, τί ακριβώς έχει η Νατάσα; ρωτώ.
-Είναι, δυστυχώς, εγκεφαλικά νεκρή, απαντά ξερά, όχι από σκληρότητα αλλά από ψυχολογική αμηχανία και δυσκολία.
-Γιατί λέτε «εγκεφαλικά νεκρή» και όχι «νεκρή»; Μήπως κάπως ζει;
-Ζουν κάποια όργανα της υποστηριζόμενα μηχανικά και έχει νεκρωθεί, ο εγκέφαλος από την αιμορραγία, συνεχίζει.
-Αυτό τί ακριβώς σημαίνει; Ξαναρωτώ.
-Σημαίνει ότι δεν αισθάνεται, δεν καταλαβαίνει, δεν πονάει, και το χειρότερο δεν μπορεί πλέον να επανέλθει. Αν της κόψουμε το πόδι με ένα πριόνι δεν θα αντιδράσει. Αν ρίξουμε επάνω της μία ισχυρή δέσμη φωτός μέσα στο σκοτάδι τα μάτια της δεν θα καταλάβουν τη διαφορά. Ο εγκέφαλός της έχει ήδη αρχίσει να αυτολύεται. Ό,τι λειτουργεί, λειτουργεί με τη βοήθεια των μηχανημάτων και μόνο. Μάλιστα σε λίγο και τα υπόλοιπα όργανά της σταδιακά θα καταστραφούν παρά ταύτα. Εγώ θα έλεγα ότι είναι νεκρή.
-Λέτε «εγώ θα έλεγα» και όχι ότι «είναι νεκρή»; Αυτό δεν δείχνει ασάφεια;
-Η ασάφεια προκύπτει από τη μηχανική εικόνα της ότι αναπνέει, η καρδιά της χτυπάει.
-Και είστε τόσο σίγουρος, γιατρέ, ότι δεν μπορεί να επανέλθει; Συνέχισα να ρωτώ.
-Δυστυχώς, είμαστε σίγουροι, διότι υπάρχουν έξι tests που πρέπει να το αποδείξουν και να ισχύουν όλα μαζί και μάλιστα είμαστε υποχρεωμένοι και να επαναλάβουμε μετά από λίγες ώρες τη διάγνωσή μας, ώστε να μπορέσουμε να την επιβεβαιώσουμε. Ποτέ δεν έχει επανέλθει κάποιος που σωστά διαγνώστηκε εγκεφαλικά νεκρός.
Μας διακόπτει κάπως η μητέρα λέγοντας:
-Δηλαδή τώρα μόνο ένα θαύμα.
-Ναι! μόνο θαύμα, απαντά αμήχανα ο γιατρός, συντηρώντας όμως έτσι κάποιες λάθος ελπίδες.
Ακολουθεί σιωπή, την οποία σε λίγο διακόπτω με παρέμβασή μου.
-Γιατρέ, τι θαύμα; Ανάσταση νεκρού η θεραπεία ασθενούς;
-Ανάσταση νεκρού, απαντά ο γιατρός, σαφώς ανακουφισμένος για τη δυνατότητα εξόδου από το αδιέξοδο που προηγουμένως είχε ο ίδιος προκαλέσει.
Νέα αμηχανία και σιωπή.
-Θα θέλατε να διαβάσουμε μια ευχούλα στο παιδί; Ρωτώ κάπως δειλά.
-Βεβαίως, πάτερ, απαντούν με μια φωνή οι δύστυχοι γονείς.
Προφανώς, διατηρούν ακόμη ελπίδες, σκέφτηκα. Και πώς να μην τις διατηρούν; Όταν βλέπουν το παιδί τους να αναπνέει, έστω και μηχανικά, όταν ακούν τους χτύπους της καρδιάς του, όταν το ασπάζονται και είναι ακόμη ζεστό, όταν δεν διαφέρει καθόλου η εικόνα του από αυτήν του κώματος, τότε εύκολα κανείς λειτουργεί στη λογική του «μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος», του «μήπως γίνει θαύμα», του «λίγο ακόμα», των πάσης φύσεως δικαιολογιών. Είναι τόσο φυσικό: τον γιατρό τον εμπιστευόμαστε περισσότερο, όταν δίνει ελπίδες θεραπείας, παρά όταν τις εξαφανίζει.

Προχωρούμε νευρικά στον διάδρομο, χωρίς να συνομιλούμε. Σαν να περιμένουμε την τελική απάντηση. Στο μεταξύ σκεφτόμουν τι προσευχή να διαβάσω. Υπέρ υγείας; Ούτε το πιστεύω ούτε και είμαι βέβαιος ότι δεν έχει πεθάνει. Νοιώθω πώς μάλλον πέθανε και απλά της φουσκώνουμε και ξεφουσκώνουμε τα πνευμόνια με τεχνητό αναπνευστήρα, προσφέροντας σε αυτήν αέρα και σε μας παρατεινόμενη τυραννία. Είναι στιγμές που η ίδια επιστήμη και τεχνολογία που χαρίζει ζωή, η ίδια οδηγεί και σε βασανιστικά αδιέξοδα. Να διαβάσω την ευχή εις ψυχορραγούντα; Με δεν ταιριάζει, δεν δείχνει ζόρι και δυσκολία, δεν ψυχορραγεί. Να διαβάσω τρισάγιο; Ούτε γι’ αυτό είμαι σίγουρος ούτε πάλι είναι έτοιμοι οι συγγενείς.
Φτάνουμε στο κρεβάτι. Η Νατάσα πρησμένη, παραμορφωμένη, αναπνέει βαριά με τον αναπνευστήρα, η μητέρα πέφτει πάνω στο ανήμπορο να ανταποκριθεί στο όποιο ερέθισμα ανέκφραστο σώμα της δύστυχης κόρης της, ο πατέρας γονατιστός στο πάτωμα, ο γιατρός – ένας εξαιρετικός άνθρωπος – τόσο εξοικειωμένος από ανάλογα περιστατικά, χωρίς όμως καθόλου κατεστραμμένο τον κόσμο των ευαισθησιών του, παρακολουθεί εμφανώς συγκινημένος. Γύρω – γύρω εικονούλες. Όλοι, ο καθένας με τον διαφορετικό αλλά άγνωστο σε μένα τρόπο τους, περιμένουν να διαβάσω την ευχή. Εγώ διαλέγω μια ευχή από το Ευχολόγιο και στη μέση κάνω τροποποιήσεις αυτοσχεδιάζοντας. Ούτε τον Θεό να κοροϊδέψω μπορώ, ούτε και τον εαυτό μου, ούτε πάλι και την ελπίδα των γονέων εγώ να πνίξω. Ζητούμε από τον Θεό να σκεπάσει τη ζωή της Νατάσας, να τη συνοδεύει στην κρίση που περνά και να χαρίζει σε μας αφ’ ενός μεν δύναμη να δεχθούμε το θέλημά Του, αφ’ ετέρου δε φωτισμό να ξεπεράσουμε τα διλήμματά μας με ταπείνωση, σεβασμό και πίστη.

Κάνω την απόλυση και βγάζω το πετραχήλι μου. η μητέρα ψύχραιμη στρέφεται στον άνδρα της λέγοντας:
-Νομίζω να δώσουμε τα όργανα.
-Ίσως με τον τρόπο αυτόν, και τη ζωή της κάπως να παρατείνουμε και αγάπη και ζωή σε κάποιους να δώσουμε. Εγώ έτσι αισθάνομαι, πάτερ.
Με μουσκεμένα τα μάτια, δείχνει και ο πατέρας να συναινεί. Και μόνον η απόφαση τους μεταμορφώνει, τους δυναμώνει, τους δίνει κάτι το ηρωικό στην έκφραση. Τώρα ο πόθος τους να ζήσει το παιδί τους μεταμορφώνεται σε αγωνιώδη επιθυμία να ζήσουν κάποιοι άλλοι.

Τους χαιρέτησα και έφυγα. Έφυγα συγκλονισμένος, όχι τόσο από την απόφαση των γονέων, όσο από την ένταση της ανθρώπινης φύσης. Εγώ δεν είχα καμία ευθύνη για την απόφασή τους. Δεν είχα συνεισφέρει σε αυτήν ούτε θετικά ούτε αρνητικά. Την πήραν μόνοι τους. Απλά, ήμουν παρών σε μια εξαιρετικά δύσκολη στιγμή.

Σε λίγες μέρες, μου ζήτησαν να έλθουν να με συναντήσουν. Τους δέχτηκα με πολλή χαρά. Άνθρωποι πονεμένοι, ευγενείς, αξιοπρεπείς, με λεπτή και ευαίσθητη συνείδηση. Έκλαιγαν ασταμάτητα. Τους ενοχλούσε όμως πολύ που τελικά δεν μπόρεσαν να προσφέρουν τα όργανα του παιδιού τους. Αυτό θα τους ανακούφιζε κάπως, όπως ομολογούσαν. Δυστυχώς, τα όργανα δεν ήταν μεταμοσχεύσιμα. Είχαν καθυστερήσει να αποφασίσουν. Λίγη ώρα μετά τις πρώτες σχετικές εξετάσεις και διαπιστώσεις ούτε και τα μηχανήματα μπορούσαν να επιβάλουν λειτουργία στα ταλαιπωρημένα όργανα της Νατάσας. Οι δύο γονείς είχαν κρίση συνειδήσεως: ελέγχονταν μήπως τελικά η προσκόλληση στο παιδί τους στέρησε τη ζωή και από τους άλλους που θα μπορούσαν, αν αυτοί έπαιρναν έγκαιρα την απόφαση, να ζήσουν. Θα ήθελαν πολύ η καρδιά, οι νεφροί, το ήπαρ, του παιδιού τους να λειτουργούσαν ακόμη, έστω στα σώματα άλλων συνανθρώπων μας. τα ίδια όργανα να συντηρούσαν στην επίγεια πορεία τους άλλες ψυχές.

Τι μεγάλο πράγμα που είναι η αγάπη! Να μπορείς να δώσεις ζωή από τον θάνατό σου! Ή από τον θάνατο του πολύ δικού σου ανθρώπου να δώσεις παράταση σε κάποιον άλλον που πιθανότατα δεν γνωρίζεις! Να μπορείς να μοιραστείς το σώμα σου με κάποιον συνάνθρωπό σου! Δίνοντας κομμάτια της υπόστασής σου, να προσφέρεις την αγάπη σου ως ζωή στον άγνωστο πλησίον σου, που αδυνατεί διαφορετικά να ζήσει! Είναι σαν φεύγοντας από αυτόν τον κόσμο να πετάς τη μηλωτή σου, όπως ο προφήτης Ηλίας στον Ελισαίο, προκειμένου ο Ελισαίος της αγάπης σου να συνεχίζει να αξιοποιεί τη χάρι της. «Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς εύρεν, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού».

Στις μεταμοσχεύσεις παλεύει ο σεβασμός στον δότη με το αγκάλιασμα του λήπτη: το δώρο της ζωής που δεν μας ανήκει με την προσφορά της αγάπης που σε όλους την οφείλουμε. Φαίνεται ότι το πρώτο είναι πολύ μεγάλο, που δικαιολογεί συστολή. Το δεύτερο όμως είναι το μείζον που οδηγεί στην ευλογία της συναίνεσης. Γι’ αυτό και το μεγαλύτερο προσωπικό δίλημμα δεν είναι αν πρέπει κανείς να γίνει δότης, αλλά αν πρέπει να δεχθεί να γίνει λήπτης.

Από το βιβλίο: «Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός». ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
Εκδόσεις: Σταμούλης. Αθήνα 2009.

Η/Υ επιμέλεια, Σοφίας Μερκούρη.

 

Τα ειδωλολατρικά έθιμα του πρωτομαγιάτικου στεφανιού και της φωτιάς του Κλήδονα – Αρχιμ. Αθανασίου Μυτιληναίου.

 


Απόσπασμα απομαγνητοφωνημένης ομιλίας του μακαριστού γέροντος
στο Δ΄ Βασιλειών

[…] Στο Νότιο Βασίλειο βασιλεύς ήτο ο Άχαζ και ανέλαβε την βασιλείαν εις ηλικίαν 20 ετών. Και εβασίλευσε 16 όλα χρόνια. Αυτός όμως «οὐκ ἐποίησε τὸ εὐθὲς ἐν ὀφθαλμοῖς Κυρίου Θεοῦ αὐτοῦ πιστῶς, ὡς Δαυὶδ ὁ πατὴρ αὐτοῦ». Δηλαδή στάθηκε, μάλιστα σε σύγκριση με όλους προηγουμένους του, ο χειρότερος βασιλιάς της Ιουδαίας. Ο σκληρότερος, ο φοβερότερος, και ο πιο ειδωλολάτρης.
Ακούσατε λοιπόν λίγα λόγια γι’ αυτόν: «Καὶ ἐπορεύθη, ἐν ὁδῷ βασιλέων ᾿Ισραήλ, καί γε τὸν υἱὸν αὐτοῦ διῆγεν ἐν πυρὶ κατὰ τὰ βδελύγματα τῶν ἐθνῶν, ὧν ἐξῇρε Κύριος ἀπὸ προσώπου τῶν υἱῶν ᾿Ισραήλ». Τι έκανε, λέγει; Ακούστε τι έκανε: «Τὸν υἱὸν αὐτοῦ διῆγεν ἐν πυρὶ»! Εδώ υπάρχουνε δύο ερμηνείες. Και οι δυο ευσταθούν. Βεβαίως στον Ιερεμία συναντούμε το εξής -στο έβδομο κεφάλαιο, στίχος 31 και στο 19 κεφάλαιο, στίχος 5- συναντούμε το εξής, ότι αφού εισήχθη η λατρεία του Βάαλ, οι Εβραίοι εθυσίαζαν τα παιδιά τους στον Βάαλ. Ήτο φοβερή η λατρεία του Βάαλ. Φοβερή! Διότι επύρωναν το άγαλμά του, που ήταν μεταλλικό και στην αγκαλιά του έριπταν ζωντανά τα παιδιά τους! Και τα εθυσίαζαν, τα έκαιγαν τα παιδιά τους για να προσφέρουν θυσία εις τον θεόν, για να πάνε καλά οι δουλειές τους παρακάτω κλπ. κλπ. Και μάλιστα, συνήθως τα πρωτότοκα παιδιά τους και τα πιο καλύτερα παιδιά τους θυσίαζαν. Φοβερό πράγμα, φοβερό!
Υπήρχε όμως και μια άλλη περίπτωσις. Εδώ δεν μπορούμε να ξέρουμε εκείνο το «διῆγεν ἐν πυρί», τι ακριβώς συνέβη με τον Άχαζ· ότι περνούσε -το ρήμα διάγω θα πει περνάω- περνούσε το παιδί του στη φωτιά. Γι’ αυτό ομοίως ομιλεί η Αγία Γραφή και μάλιστα μετά βδελυγμίας. Τι είναι; Άναβαν φωτιές, κατά τα ειδωλολατρικά έθιμα και περνούσαν τα παιδιά τους πάνω από τις φωτιές, ώστε με τον τρόπον αυτόν τα παιδιά να είναι σιδερένια, γερά, να μην έχουν αρρώστιες … κι άλλα πολλά.
Θα μου πείτε: «Μα αυτό το κάνουμε κι εμείς!». Μάλιστα αγαπητοί μου, το κάνουμε και εμείς! Το ξέρετε αυτό ότι το κάνουμε και εμείς; Εγώ το ‘χω δει πολλές φορές. Πολλές φορές το ‘χω δει, για να μην πω ότι το ‘χω και υποστεί ίσως, σαν μικρός … ναι, ναι! Πώς το έχω υποστεί; Μέσα σ’ έναν κόσμο που κάνει πολλά, τα παιδιά πώς μπερδεύονται … -γίνονται θύματα αυτών των καταστάσεων. Ιδού πώς. Όπως ξέρετε την Πρωτομαγιά κάνουμε τον «Μάη». Ειδωλολατρικό έθιμο αυτό ε; Οι Χριστιανοί δεν κάνουνε «Μάηδες» έξω απ’ την πόρτα τους, ούτε βάζουνε πέταλα, ούτε σκόρδα, ούτε κρομμύδες. Οι Χριστιανοί δεν κάνουν τίποτε απ’ αυτά τα πράγματα. Ούτε δίχτυα ψαράδικα, ούτε καλάμι, τίποτα απ’ όλα αυτά, δεν βάζουν τίποτε απ’ όλα αυτά. Τ’ ακούτε, σας παρακαλώ; Αυτά κάναν οι Εβραίοι, αυτά τα βδελύγματα και ο Θεός τους σιχάθηκε και τους οδήγησε εκεί που τους οδήγησε- γιατί θα οδηγήσει και εμάς με τη σειρά μας, εκεί που θα μας οδηγήσει. Και το βλέπει κανείς πού πηγαίνει ο λαός μας…
Λοιπόν, οι Χριστιανοί τέτοια πράγματα δεν κάνουν. Εν τοιαύτη περιπτώσει, αυτόν τον «Μάη», δηλαδή αυτό το στεφάνι, το οποίον βάζουν στην πόρτα τους και το βάζουν ως «αποτρόπαιον του κακού», δηλαδή να φύγει το κακό, να διώξει – το στεφάνι τώρα ε! Το σκόρδο, η κρομμύδα! – να διώξει το κακό από το σπίτι, να μην μπει μέσα στο σπίτι! Κάπου εις την εορτή του Ιωάννου, τον Ιούνιο, κάπου εκεί, δεν είμαι σίγουρος ακριβώς … μου φαίνεται 24 Ιουνίου … μου φαίνεται εκείνη την ημέρα, τα στεφάνια αυτά τα βγάζουν από τις πόρτες, τα βάζουν όλα μαζί, η γειτονιά τώρα, το δίπλα σπίτι, το παραπέρα σπίτι, βάζουν τα στεφάνια όλα αυτά μαζί, βάζουν φωτιά και τα καίνε. Και πηδούν πάνω από την φωτιά. Δεν πηδούν; Δεν το ‘χετε δει αυτό να πηδούν; Πηδούν πάνω από τις φωτιές. Γιατί πηδούν; Πηδούν γι’ αυτόν τον λόγο. Βέβαια, αυτά μείνανε σαν απομεινάρια που πολλές φορές έχουμε χάσει το πραγματικό τους νόημα και την αληθινή τους διάσταση. Όμως ή το καταλαβαίνομε ή δεν το καταλαβαίνομε, κάνουμε μία ειδωλολατρική πράξη, που σαφώς λέγει ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη: «Δεν θα περνάς το παιδί σου, ούτε τον γιο σου, ούτε την κόρη σου, πάνω από τη φωτιά». Διότι εθεωρείτο η φωτιά σαν ένα καθαρτήριον πράγμα, που περνώντας από κει ο άνθρωπος φεύγουν κι οι αρρώστιες, φεύγουν κι όλα. Και μετά; Και μετά παίρνουν οι νοικοκυρές εκείνη την στάχτη και την πάνε στο τζάκι τους, μέσα στο σπίτι! Όλα αυτά, αγαπητοί, – ή δεν είναι έτσι; – είναι τα βδελύγματα που τα σιχαίνεται ο Θεός.
Όταν κάποτε από μία απειλή ότι θα ξαναπάει ο Ναβουχοδονόσωρ – δεν είναι στο βιβλίο των Βασιλειῶν – θα ξαναπάει ο Ναβουχοδονόσωρ στα Ιεροσόλυμα να τα καταστρέψει, διότι είχε σκοτώσει κάποιος με την συμμορία του εκείνον που είχε εγκαταστήσει διοικητήν ο Ναβουχοδονόσωρ, φοβήθηκαν οι Εβραίοι και… σου λέει: «Εδώ τώρα πια ο Ναβουχοδονόσωρ θα μας πετσοκόψει». Μάζεψαν τα πράγματά τους και σηκώθηκαν κι έφυγαν κατευθυνόμενοι προς Αίγυπτον. Τους ηκολούθησε και ο προφήτης Ιερεμίας, ο ταλαίπωρος και ταλαιπωρημένος αυτός προφήτης. Ο προφήτης που σε όλη του τη ζωή κλαίει, κλαίει, κλαίει… Ο προφήτης Ιερεμίας. Τους ακολουθεί. Κάποια στιγμή -εκεί δε χάνουμε και τα ίχνη του, δεν ξέρουμε παρακάτω τι απέγινε· πιθανότατα τον εσκότωσαν οι Εβραίοι τον προφήτη Ιερεμία, αφού πέρασε πολλά. Μέχρι και σε βόθρο τον βάλανε μέσα, να τον πνίξουν! Και ποιος; Ένας ιερεύς του Ναού, κατ’ εντολήν του βασιλέως.
Λοιπόν αγαπητοί, στον δρόμο τι αντελήφθη ο προφήτης Ιερεμίας; – Μια που θίγουμε αυτά τα βδελύγματα -: Αντελήφθη οι γυναίκες να κάνουν πίτες σε στρογγυλά ταψιά. Θα μου πείτε, τι απλούστερον το να ‘χουμε ένα σινί – πώς το λέτε – κι εκεί μέσα να κάνουμε πίτα στρογγυλή, στρογγυλό σινί. Αλλά το να κάνεις σε στρογγυλό σινί, δεν έχει καμία σημασία γιατί, τι θα πει τετράγωνο, τι θα πει τρίγωνο, τι θα πει στρογγυλό … δεν έχει καμία σημασία το σχήμα. Γι’ αυτές είχε σημασία. Ήταν προς τιμήν της Σελήνης, της θεάς Σελήνης. Δηλαδή προς τιμήν του φεγγαριού, που είναι στρογγυλό. Κι έκαναν την πίτα προς τιμήν της θεάς Σελήνης. Όταν το αντιλήφθηκε αυτό ο Ιερεμίας – που το ‘χανε πάρει οι Εβραίες από τους γύρω ειδωλολατρικούς λαούς – ανέβηκε πάνω σε μία πέτρα, σ’ ένα βράχο κι άρχισε να φωνάζει – τώρα φεύγουν ε; Φεύγουν αυτεξόριστοι για την Αίγυπτο, είναι σε κατάσταση δηλαδή πολύ άσχημη – και λέγει: «Μα επιτέλους δεν θα καταλάβετε ποτέ σας ότι εξαιτίας αυτών των βδελυγμάτων, δεν μπορούμε πουθενά να στεριώσουμε και μας κυνηγάει η οργή του Θεού;». Και τι απήντησαν – οι γυναίκες! Όχι οι άνδρες… – τι απήντησαν, ξέρετε; Ακούστε τι απήντησαν, το φοβερό. Γιατί η γυναίκα όταν πιστεύει, πιστεύει. Όταν όμως δεν πιστεύει, είναι φοβερή! Είναι φοβερή η γυναίκα όταν είναι άπιστη. Φοβερή, σκύλα σκέτη! Όταν δεν πιστεύει στον Θεό. Και τι απαντούν στον προφήτη Ιερεμία; «Είδαμε την προκοπή μας τόσα χρόνια που πιστεύαμε εις τον Θεόν, τον δικό σου. Λοιπόν, δεν έχουμε ανάγκη από τον Θεό σου. Θα λατρεύομε τη Σελήνη». Αυτό απήντησαν οι γυναίκες.
Εκεί, αγαπητοί μου, ιστορικά, τα ίχνη του Ιερεμίου χάνονται. Φαίνεται πως τον σκότωσαν. Αυτό ήτο το τέλος των προφητών όταν φώναζαν, φώναζαν στον λαό να απέχει από την ειδωλολατρία. Κι αυτή είναι η ιστορία πραγματικά της ειδωλολατρίας με τις επιπτώσεις της.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
απομαγνητοφώνηση και επιμέλεια:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
• Αρχιμ. Αθαν. Μυτιληναίου, απόσπασμα από την Ομιλία 13 στο Δ΄ Βασιλειών, κεφ. 16, εδάφια 2-3(από το 45.14΄ έως το 55.11΄). Η ομιλία εκφωνήθηκε στις 18-6-1980.
• www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/d_basileivn/d_basileivn_013.mp3
• https://www.youtube.com/watch?v=KVDrZKKWhl8