Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Αντιαιρετικά: Η Ιερή Παράδοση (β΄)

Επειδή η Αγία Γραφή είναι  μέρος της Ιεράς Παραδόσεως, γι’ αυτό μόνο με τη βοήθεια της δεύτερης μπορούμε να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε σωστά την πρώτη. Ήδη ο απόστολος Πέτρος μιλάει για τον κίνδυνο παρερμηνείας της Γραφής, επειδή υπάρχουν μερικά δυσνόητα χωρία τα οποία μερικοί προσπαθούν  να τα ερμηνεύσουν αυθαιρέτως, “προς ιδίαν αυτών απώλειαν”.
          Στην ίδια ακριβώς πλάνη για την οποία μιλάει ο θεοφώτιστος Απόστολος πέφτουν οι σύγχρονοι αιρετικοί οι οποίοι προσπαθούν χωρίς το Άγιο Πνεύμα, χωρίς δηλαδή την Ιερά Παράδοση να ερμηνεύσουν την Αγία Γραφή.
          Στην πραγματικότητα όσοι απορρίπτουν την Παράδοση βλασφημούν στο Άγιο Πνεύμα του οποίου διαρκής ενέργεια στην Εκκλησία είναι αυτή. Η Ιερά Παράδοση είναι η ίδια η ζωή της Εκκλησίας, ο τρόπος αυτής της ζωής, ο τρόπος με τον οποίο η εκκλησιαστική κοινότητα ζει την παρουσία του Θεού. Η Παράδοση των Απόστολων, η Παράδοση των μετέπειτα Πατέρων και διδασκάλων της Εκκλησίας δεν είναι διαφορετικά και αντίθετα πράγματα μεταξύ τους, αλλά η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος το οποίο από την ημέρα της Πεντηκοστής οδηγεί απλανώς την Εκκλησία.
 γ.

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Λειτουργικά στιγμιότυπα " Η Θεία Λειτουργία"


Επάνω στη γη κάθε μέρα γίνεται ένα έργο: το πιο μεγάλο, το πιο σπουδαίο και το πιο ιερό έργο που μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι. Είναι η θ.

 Λειτουργία, η συνέχιση του μυστικού δείπνου που έκανε ο Χριστός με τους

μαθητές του. Οι άνθρωποι μπορούν να κάμουν πολλά και σπουδαία έργα, μα τίποτε περισσότερο και πιο σημαντικό από τη θ. Λειτουργία. Αυτό είναι ένα και μοναδικό προνόμιο που έδωσε ο Θεός στους ανθρώπους, γιατί ούτε οι άγγελοι μπορούν να τελέσουν την θ. Λειτουργία. Στην θ. Λειτουργία οι άγγελοι συνεργάζονται με τους ανθρώπους.

          Λειτουργία θα πει δημόσιο έργο δηλαδή έργο για το λαό, το λαό του Θεού. Η Εκκλησία προσεύχεται για όλο τον κόσμο, αλλά τελεί τη θ. Λειτουργία μόνο για τους πιστούς. “Υπέρ των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών”. Η Εκκλησία είναι ο λαός του Θεού, και επομένως η θ. Λειτουργία, σαν δημόσιο έργο, γίνεται για το λαό του Θεού από τον ίδιο το λαό. Γιατί δεν λειτουργούν μόνοι τους ούτε μυστικά οι ιερείς της Εκκλησίας, αλλά κάθε φορά ο λαός του Θεού με τους ιερείς του τελούν τη θ. Λειτουργία. Όταν λέμε λαός του Θεού, δεν εννοούμε χωριστά τους λαϊκούς και κληρικούς, αλλά και τους λαϊκούς και τους κληρικούς. Όλοι μαζί και λαϊκοί και κληρικοί είμαστε ο λαός του Θεού.

          Δεν είναι εύκολο να πούμε τι είναι η Εκκλησία, το καταλαβαίνουμε όμως και το ζούμε αυτό το πράγμα, όταν τελούμε τη θ. Λειτουργία. Όταν είμαστε μέσα στο ναό και γίνεται η θ. Λειτουργία, εμείς δεν παρακολουθούμε απλώς σαν θεατές ό, τι γίνεται, αλλά είμαστε όλοι εμείς που λειτουργούμε. Εμείς είμαστε ο λαός του Θεού, κι εμείς τελούμε τη θ. Λειτουργία, με τους λειτουργούς της Εκκλησίας, που με τη χειροτονία έχουν τη χάρη της ιερωσύνης. Γι’ αυτό όλες οι ευχές κι όλοι οι ύμνοι της θ. Λειτουργίας είναι γραμμένοι έτσι που φαίνεται πως δεν λειτουργεί μόνος ο ιερέας, αλλά όλοι οι χριστιανοί που είναι μέσα το ναό. “Του Κυρίου δεηθώμεν” λέγει ο διάκονος και  “Πρόσχωμεν”, και το λέει για όλο το λαό, γιατί όλοι είμαστε η Εκκλησία κι όλοι μαζί τελούμε τη θ. Λειτουργία.

 γ.

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Αντιαιρετικά: Η Ιερή Παράδοση (α΄)

Ο Χριστός, όπως έχουμε πει, δεν έγραψε κανένα βιβλίο, αλλά έστειλε στην Εκκλησία τον Παράκλητο, το Άγιο Πνεύμα, για να την οδηγεί εις “πάσαν την αλήθειαν”. Αυτό τώρα που ονομάζουμε Ιερή Παράδοση, δεν είναι ανθρώπινες διδασκαλίες, όπως ισχυρίζονται οι αιρετικοί, αλλά η αδιάλειπτη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία. Η Ιερή Παράδοση, ως η αιώνια και αμετάβλητη παραμονή του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία, είναι το βαθύτερο θεμέλιο της υπάρξεώς της. Η Παράδοση περιλαμβάνει εις εαυτήν όλη τη ζωή της Εκκλησίας. Η Αγία Γραφή δεν είναι κάτι ξεχωριστό από την Παράδοση, αλλά μια απ’ τις μορφές της. Σύμφωνα άλλωστε με το λόγο της Γραφής, η διακονία της Καινής Διαθήκης είναι διακονία του Πνεύματος “εγγεγραμμένη ου μέλανι, αλλά Πνεύματι Θεού ζώντος, ουκ εν πλαξί λιθίνοις, αλλά πλαξί καρδίαις σαρκίναις”. Η Αγία Γραφή λοιπόν δεν είναι βαθυτέρα  ή σπουδαιοτέρα της Ι. Παραδόσεως, αλλά μια από τις μορφές της.
  γ.

Ψήφισμα κληρικών Ι.Μ. Πατρών για την ονομασία των Σκοπίων (ΦΩΤΟ)


Ψήφισμα τῶν Κληρικῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν γιά τό θέμα τῆς ὀνομασίας τῶν Σκοπίων, κατά τήν Γενική Ἱερατική Σύναξη τῆς 15ης Ἰανουαρίου 2018.

Ἃπας ὁ Ἱερός Κλῆρος τῆς Ἱερᾶς καί Ἀποστολικῆς Μητροπόλεως Πατρῶν, συναχθήκαμε σήμερα, Δευτέρα, 15.1.2018, στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου τῶν Πατρῶν καί μετά τήν Θεία Λειτουργία τήν ὁποία ἐτέλεσε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ.κ. Χρυσόστομος καί τήν ἐπιμνημόσυνη δέηση ὑπέρ ἀναπαύσεως πάντων τῶν ὑπέρ τῆς πίστεως καί τῆς Πατρίδος εὐκλεῶς ἀγωνισαμένων καί πεσόντων, ἰδίᾳ δέ τῶν ὑπέρ τῆς Ἑλληνικοτάτης Μακεδονίας καί μετά τήν ἐμπεριστατωμένες εἰσηγήσεις, τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν κ.κ. Χρυσοστόμου καί τοῦ Γεωργίου Νεκταρίου Λόη, Καθηγητοῦ(ΣΕΠ) τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀνοικτοῦ Πανεπιστημίου καί τόν χαιρετισμό τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Κερνίτσης κ. Χρυσάνθου, συσκεφθήκαμε καί συζητήσαμε περί τοῦ θέματος τῆς ὀνοματοδοσίας τῆς γείτονος χώρας τῶν Σκοπίων καί ἀπεφασίσαμε τά παρακάτω:

· Παρακολουθοῦμε μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον τά γεγονότα τά ὁποῖα ἐξελίσσονται στόν γεωγραφικό χῶρο τῶν Βαλκανίων καί ἰδιαιτέρως ὅσα σχετίζονται μέ τήν Πατρίδα μας.

· Ὡς Ἐκκλησία δέν εἶναι δυνατόν νά μήν ἐκφράζωμε τήν ἀνησυχία μας γιά τά ὅσα βλέπουν τό φῶς τῆς δημοσιότητας ἐσχάτως καί ἑτοιμάζονται πρός συζήτηση στό Ἑλληνικό Κοινοβούλιο, σχέσιν ἔχοντα μέ τήν ὀνοματοδοσία τοῦ κρατιδίου τῶν Σκοπίων.

· Ἔχομε καθῆκον ἱερό καί χρέος ἅγιο ἔναντι τῆς ἱστορίας καί τῶν αἱμάτων καί τῶν θυσιῶν τῶν Ἡρώων καί προασπιστῶν τῶν δικαίων τῆς Πατρίδος μας, κυρίως στόν αἱματοβαμμένο χῶρο τῆς Μακεδονίας, νά ἀγωνισθοῦμε ὥστε οὐδείς νά σφετερισθῇ τά δίκαιά μας καί τά ἱερά καί ὅσιά μας, εἴτε αὐτά ἔχουν σχέση μέ τήν γῆ μας, εἴτε μέ τήν πνευματική μας κληρονομιά, ἐν προκειμένῳ δέ μέ τό ὄνομα τῆς Μακεδονίας μας.

· Ὡς Ἕλληνες Πολίτες καί ὡς Λειτουργοί τῆς Ὀρθοδόξου Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία διαχρονικά ἀπεδείχθη ἡ κιβωτός καί σώτειρα τοῦ Γένους, διακηρύσσομε τήν ἀλήθεια, τήν ἱστορικῶς μαρτυρημένη καί μαρτυρικῶς ἐπιβεβαιωμένη, ὅτι:

- Ἡ Μακεδονία εἶναι μία.

- Ἡ Μακεδονία εἶναι μόνο Ἑλληνική.

- Τό ὄνομά της ἀνήκει μόνο σ' αὐτή καί σέ κανένα ἄλλον.

· Δέν εἶναι δυνατόν νά καπηλευθοῦν κάποιοι τό ὄνομα «Μακεδονία» ἤ παράγωγο αὐτοῦ καί δέν εἶναι δυνατόν νά τό χαρίσωμε αὐτό τό ὂνομα, σέ ὁποιονδήποτε.

· Παράλληλα ὑπάρχει τό θέμα τῆς σχισματικῆς αὐτοαποκαλούμενης « Ἐκκλησίας τῆς Μακεδονίας», ἡ ὁποία καί ἀπό οὐδεμίαν ἂλλη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζεται.

Ὁ κίνδυνος νά διασαλευθῇ γενικώτερα ἡ ἰσορροπία στήν περιοχή καί ὡς πρός τά Ἐκκλησιαστικά ζητήματα εἶναι πλέον ὁρατός, ὡς «καί ὁ κίνδυνος τῆς πιθανότητας μετακυλίσεως τοῦ προβλήματος τῆς ὀνομασίας τοῦ γειτονικοῦ Κράτους, ἀπό τό πολιτικό στό ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο καί τήν ἐπιβίωση ἑνός ἰδιότυπου ἀλυτρωτισμοῦ στή γείτονα χώρα μέσῳ τοῦ τίτλου τῆς σχισματικῆς Ἐκκλησίας τῶν Σκοπίων». (Γράμμα Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρός τόν Πρωθυπουργό κ. Τσίπρα)

· Εἲμεθα στό πλευρό τῶν Ἀρχιερέων τῆς Μακεδονίας, οἱ ὁποῖοι ὡς Ἕλληνες Ἱεράρχες, διάδοχοι τῶν Ἐθνομαρτύρων Ἱεραρχῶν καί φύλακες τοῦ τόπου τόν ὁποῖον τόν ἐπότισαν μέ τό αἶμα τους οἱ Ἕλληνες Μακεδονομάχοι ἐκφράζουν μέ παρρησίᾳ τήν θέση τους ὑπέρ τῶν ἀπαραχαράκτων δικαίων τῆς Μακεδονίας.

· Ἐκφράζομε τήν εὐαρέσκειά μας πρός τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερώνυμο καί τά Μέλη τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, γιά τίς θέσεις ὡς πρός τό ἐν λόγῳ ζήτημα καί γιά τήν ἀπόφαση πού ἔλαβαν σχετικά μέ τό μείζονος σημασίας αὐτό θέμα.

· Μέ ἰκανοποίηση ἀκούσαμε ἀπό τόν Ἐξοχώτατο Πρόεδρο τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας κ. Προκόπιο Παυλόπουλο κατά τά Ἐγκαίνια τῆς «Στέγης Γραμμάτων Κωστῆς Παλαμᾶς», στήν Πάτρα, τά ὅσα εἶπε περί τοῦ «Μακεδονικοῦ» ζητήματος καί μάλιστα τήν τοποθέτησή του «περί ἀποφυγῆς ὀνομάτων ἀνιστορήτων, τά ὁποῖα ἀποπνέουν ἀλυτρωτισμό».

· Σεβόμεθα τήν ἱστορία χιλιάδων χρόνων, ὑποκλινόμεθα σ' αὐτήν καί θεωροῦμε ἐθνική μειοδοσία ὁποιαδήποτε ὀνομασία γιά τά Σκόπια, ἡ ὁποία θά περιέχῃ τήν λέξη «Μακεδονία».

· Ὑπενθυμίζομε ὃτι ὁ ἡγέτης τῶν Σκοπίων Γκλιγκόροφ εἶχε ὑποστηρίξει δημοσίως τό ἒτος 1992 στόν τηλεοπτικό Σταθμό ΑΝΤ1, ὃτι «Ἐμεῖς εἲμαστε Σλαῦοι, δέν ἒχομε καμμία σχέση μέ τήν Μακεδονία καί τόν Μέγα Ἀλέξανδρο, ὃπως καί μέ τήν Ἑλληνική ἱστορία.

· Εἶναι νωπά τά δάκρυα τοῦ ἀειμνήστου Κωνσταντίνου Καραμανλῆ, ὁ ὁποῖος ἔλεγε: «Πιστεύομε ὅτι οἱ σύμμαχοι καί συνεταῖροι μας θά καταλάβουν ἐπιτέλους ὅτι δέν ὑπάρχει παρά μία Μακεδονία καί ἡ Μακεδονία αὐτή εἶναι Ἑλληνική».

Ἀλλά καί ἐκεῖνα τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, ὁ ὁποῖος διεκήρυττε ἀπό τήν Ἒδεσσα λίγο πρίν ἀσθενήση: "Εὑρισκόμεθα στόν Χῶρο τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας, ὁ ὁποῖος εἶναι ποτισμένος ἀπό τά αἵματα Ἡρώων καί Μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν καί τήν ζωή τους ἀκόμη, γιά νά εἴμαστε ἐμεῖς ἐλεύθεροι. Καί κάποιοι ἀπό μᾶς νά κάθωνται ἀναπαυτικά στήν πολυθρόνα τους σήμερα γιά νά προετοιμάζουν τήν ἱστορική λήθη, ὥστε νά μή θυμᾶται κανείς ἀπό τήν νέα γενεά, πού ὀφείλομε τήν ἐλευθερία μας καί τήν ἀνεξαρτησία μας...».

Ἐμεῖς ὡς Ἓλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί καί Λειτουργοί τῶν Μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, στήν Ἀποστολική Μητρόπολη τῶν Πατρῶν καί πνευματικά ἒκγονα τοῦ Ἐθνεγέρτου Ἱεράρχου Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανοῦ καί ἂλλων προασπιστῶν τῶν Ἱερῶν καί Ὁσίων τοῦ Γένους μας Κληρικῶν καί Λαϊκῶν, κοντά στά ὃσα ἀναφέραμε παραπάνω προσθέτομε.

Πιστεύομε ὅτι θά καταννοήσουν οἱ τωρινοί Κυβερνῆτες τῆς Ἑλλάδος, πιό εἶναι τό χρέος τους ἔναντι τῆς Πατρίδος μας, καί τῆς ἱστορίας μας. Ἒχομε δι' ἐλπίδος ὃτι θά ἀκούσουν τόν πόνο τῆς ψυχῆς καί τήν φωνή ἑκατομμυρίων Ἑλλήνων πού ἀγαποῦν μέ ζέση ψυχῆς τήν Πατρίδα καί δέν θά ὑιοθετήσουν καμμία λύση, ἡ ὁποία θά ἀδικῆ τήν χώρα μας.

Γιατί ὅπως εἶπε ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς, πού γεννήθηκε στήν Πάτρα, στό ἀνακαινισμένο σπίτι τοῦ ὁποίου πραγματοποιήθησαν, τά ἐγκαίνια τῆς "Στέγης Γραμμάτων Κωστῆς Παλαμᾶς" μόλις προχθές Σάββατο, ἀπό τόν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας. «Χρωστᾶμε σέ ὅσους ἤλθαν πέρασαν, θὰ'ρθοῦν καί θὰ περάσουν. Κριτὲς θὰ μᾶς δικάσουν οἱ ἀγέννητοι, οἱ νεκροί».





Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Τα όρια της πνευματικής ζωής


“Ας καταλάβουμε πόσο κοντά μας είναι ο Θεός και ότι καμμιά ιδέα και κανένας λογισμός δεν του ξεφεύγει. Είναι σωστό λοιπόν να μη λιποτακτούμε από το θέλημά Του. Ας εναντιωθούμε σε ανθρώπους άφρονες και ανοήτους, που σηκώνουν το κεφάλι και καυχώνται με αλαζονικά λόγια, παρά στον Θεό.
Τον Κύριο Ιησού Χριστό, που το αίμα του δόθηκε για μας, ας ντραπούμε με φόβο, τους ανωτέρους μας ας σεβαστούμε, τους πρεσβυτέρους ας τιμήσουμε, τους νέους ας τους μορφώσουμε με τη μόρφωση του φόβου του Θεού, τις γυναίκες μας ας τις κρατήσουμε στον καλό δρόμο. Ας έχουν πάνω τους το αξιαγάπητο ήθος της αγνότητος, ας δείχνουν ακέραια την πραεία διάθεσί τους, την η ιερότητα της γλώσσας τους, ας τη φανερώσουν με τη σιωπή, την αγάπη τους ας μη την αποχαλινώνουν προς τα εδώ ή προς τα εκεί, αλλά να την παρέχουν οσίως σε όλους όσοι μεταλαβαίνουν την εν Χριστώ παιδεία. Ας μαθαίνουν πόσο δυνατή είναι η ταπεινοφροσύνη μπροστά στον Θεό, πόσα δικαιώματα έχει από τον Θεό η αγνή αγάπη, πόσο ωραίος και μεγάλος και σωτήριος για όσους βιώνουν κατά Θεόν οσίως με καθαρή διάνοια είναι ο φόβος Του. Διότι ερευνά τη νοήματα και τις ενθυμήσεις. Η πνοή Του είναι μέσα μας και όταν θέλει, μας τα παίρνει πίσω”.

Κλήμεντος Επισκόπου Ρώμης, Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή
( πρωτοχριστιανικό κείμενο σε μετάφραση)

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Κυριακή μετά τα Φώτα -Οι τρεις πειρασμοί του Χριστού


Με τη βάπτισή Του ο Χριστός στον Ιορδάνη ανακηρύχθηκε  επίσημα Μεσσίας δηλαδή χρισμένος βασιλιάς.

          Τι είδους βασιλιάς ήταν ο Χριστός;

          Στο ερώτημα αυτό απαντούν οι ιεροί ευαγγελιστές μέσα από την περιπέτεια που είχε ο Χριστός στην έρημο των τριών πειρασμών.

          Μετά τη βάπτισή Του ο Ιησούς οδηγήθηκε από το πνεύμα του Θεού στην έρημο. Σ’ αυτόν τον τόπο έζησε ο Χριστός σαράντα μέρες με νηστεία και προσευχή, χωρίς να φάει τίποτε.

          Μετά όμως πείνασε. Τότε παρουσιάσθηκε το πνεύμα του πειρασμού και του είπε:

          “Αν είσαι γιος του Θεού, πες αυτές οι πέτρες να γίνουν ψωμί”.

          Ο πειρασμός αυτός έγινε στην πιο κατάλληλη στιγμή: την ώρα που ο Χριστός πεινούσε.

          Και ο Κύριος απαντά: ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ψωμί, αλλά τρέφεται και με κάθε λόγο που βγαίνει απ’ το στόμα του Θεού.

          Ποιο είναι το νόημα αυτού του πειρασμού;

          Ο Χριστός αρνείται να κάνει τις πέτρες ψωμί. Γιατί αν άκουγε τα λόγια του διαβόλου κι έκανε τις πέτρες ψωμί και το μοίραζε  άφθονο στους ανθρώπους και έδινε αυτή την ικανότητα στους αποστόλους και αυτοί στους διαδόχους των μέχρι σήμερα, ο κόσμος θα ελευθερώνονταν από ένα μεγάλο πρόβλημα: το πρόβλημα της πείνας.

          Αλλά ο Χριστός δεν θέλει να λύσει θαυματουργικά το πρόβλημα του ψωμιού. Δεν υπόσχεται κανένα υλικό παράδεισο. Αυτό μπορούν να το λύσουν οι άνθρωποι, όταν αξιοποιήσουν σωστά την καλλιέργεια τη γης και με την αγάπη και την αλληλεγγύη μεταξύ τους.

          Ο Χριστός δεν θέλησε να μοιράσει ψωμί στους ανθρώπους, για να μην τον ακολουθούν από ανάγκη και συμφέρον, γιατί μια τέτοια πίστη δεν θα είχε καμία αξία.

          Θυμηθείτε τι έγινε με την ευλογία των πέντε άρτων στην έρημο που χόρτασαν πέντε χιλιάδες άνθρωποι! Τότε μερικοί είπαν: Αυτός μοιράζει ψωμί! Είναι ο πιο κατάλληλος για να γίνει βασιλιάς μας. Όταν το κατάλαβε αυτό ο Χριστός έφυγε από μπροστά τους, γιατί δεν ήθελε αν τον ακολουθούν οι άνθρωποι από συμφέρον.

          Αλλά το πονηρό πνεύμα δεν υποχωρεί. Παραλαμβάνει τον Χριστό και το φέρνει στην Ιερουσαλήμ και τον βάζει να σταθεί στο πιο ψηλό μέρος της στέγης και του λέει:

          Αν είσαι υιός του Θεού, πέσε κάτω και δεν θα πάθεις τίποτε. Θα σε σηκώσουν οι άγγελοι στα χέρια τους.

          Και ο Χριστός απαντά: Μην βάζεις σε δοκιμασία Κύριο τον Θεό σου.

          Όπως βλέπουμε ο Ιησούς αρνείται να κάνει ένα εντυπωσιακό θαύμα, να πέσει κάτω από το Ναό. Το πονηρό πνεύμα μετά από τρία χρόνια θα επαναλάβει τον ίδιο πειρασμό. Εκεί πάνω στο Σταυρό οι Φαρισαίοι θα του πουν: Αν είσαι γιος του Θεού κατέβα από το Σταυρό. Αλλά και πάλι ο Χριστός θ’ αρνηθεί να κάνει ένα τέτοιο θαύμα. Γιατί; Διότι όταν οι άνθρωποι βλέπουν να γίνονται τέτοια καταπληκτικά πράγματα  νιώθουν θαυμασμό και φόβο.         Ο Χριστός όμως δεν θέλει οι άνθρωποι να πιστεύουν σ’ Αυτόν από φόβο η θαυμασμό. Αυτά τα επεδίωκαν οι βασιλιάδες για να υποδουλώσουν τους ανθρώπους. Ο Χριστός θέλει να Τον πιστεύουν όχι από φόβο, αλλά ελεύθερα και με την καρδιά τους

          Στη συνέχεια ο Σατανάς  φέρνει το Χριστό σ’ σένα ψηλό βουνό και του δείχνει όλα τα βασίλεια του κόσμου και του λέει:

          Όλα αυτά θα σου τα δώσω, αν πέσεις και με προσκυνήσεις.

          Και ο Ιησούς του λέει: φύγε από μπροστά μου Σατανά. Η Γραφή λέει: να προσκυνήσεις μόνο τον Κύριο το Θεό σου. Αυτόν μόνο να λατρεύεις.

          Και όταν τελείωσε και ο τρίτος πειρασμός άφησε το Χριστό το πονηρό πνεύμα και ήλθαν οι άγγελοι αν τον διακονήσουν.

          Όπως είδαμε ο Χριστός να προσκυνήσει το Σατανά και να γίνει κυρίαρχος του κόσμου. Ο πειρασμός αυτός είναι ο πειρασμός της εξουσίας.

          Αξίζει να προσέξουμε πως ο διάβολος δεν αποτρέπει το Χριστό από την μεσσιανική Του αποστολή, από κάποια εξουσία. Αλλά καλείται από τον Σατανά να γίνει Μεσσίας του διαβόλου και ν’ ασκήσει την εξουσία αυτή πάνω σε όλους  τους λαούς της γης στο όνομα του.

          Ο Χριστός αρνήθηκε, γιατί μια τέτοια εξουσία που βασίζεται στη βία, το μίσος, και την τυραννία την απορρίπτει, γιατί δεν ήρθε στον κόσμο ως εξουσιαστής Μεσσίας, αλλά ήρθε να μας  μάθει ν’ αγαπάμε και να  δώσει τη ζωή Του για το καλό και τη σωτηρία του κόσμου.

          Αυτός ο πειρασμός ανακεφαλαιώνει την τραγική ιστορία του ανθρώπου, μια ιστορία πολέμων και βιαιοτήτων, αρπαγών και διεκδικήσεων. Μια εξουσία που ασκείται όχι εν ονόματι της αλήθειας  του Θεού, αλλά εν ονόματι του ψεύδους και του διαβόλου.

          Ο Χριστός δίνει το μέτρο και το νόημα της ηγεσίας. Η εξουσία συνδέεται όχι με την καταδυνάστευση, αλλά με την διακονία και την προσφορά.

          Με αυτές τις αρχές ο Χριστός ξεκινά το έργο Του και συντελείται κάτι θαυμαστό. Ο λαός που βρίσκονταν στο σκοτάδι και την απειλή του θανάτου, είδε ν’ ανατέλλει μέγα και λαμπρό φως. Και το φως αυτό είναι η χάρη του Θεού.

          Ο Χριστός προσκαλεί σε μετάνοια και αλλαγή τον άνθρωπο, γιατί η Βασιλεία του Θεού δεν είναι ένα μακρινό όραμα, αλλά μια πραγματικότητα που είναι ορατή στο πρόσωπο του Μεσσία Χριστού και βιώνεται μέσα στη Θεία Ευχαριστία και την Εκκλησία.

          Ας παρακαλούμε το Θεό να φωτίζει το σκότος του νου μας, γιατί όταν φωτιστεί ο νους μας, τότε γινόμαστε ολοκληρωμένοι άνθρωποι και φωτεινά παιδιά της Εκκλησίας.
   π. γ.στ.

«Ἕνας Νομπελίστας διδάσκει...»


Τὸ φετινὸ Νομπὲλ Χημείας πῆραν ἀπὸ κοινοῦ ὁ Jacques Dubochet (Ίάκωβος Ντυμποσέ) μαζὶ μὲ τὸν Joachim Frank (Ἰωακεὶμ Φράνκ) καὶ τὸν Richard Henderson (Ριχάρδο Χέντερσον) γιὰ τὴ συνεισφορά τους στὴν ἀνάπτυξη κρυοηλεκτρονικῆς μικροσκοπίας γιὰ τὸν προσδιορισμὸ δομῆς ὑψηλῆς ἀνάλυσης βιομορίων (...). Ὁ πρῶτος ἐξ αὐτῶν εἶναι Ἑλβετὸς βιοφυσικός, διαπρεπὴς ἐρευνητὴς καὶ ὁμότιμος καθηγητὴς Βιοφυσικῆς στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Λωζάννης στὴν Ἑλ­βετία.

Περισσότερη ὅμως αἴσθηση ἔκανε ἡ ἁπλότητα μὲ τὴν ὁποία συνέχισε νὰ ζεῖ ἀμέσως μετὰ τὴν εἴδηση τῆς βράβευσής του. Μολονότι τὸ βραβεῖο ἀποτελεῖ κορυφαία διάκριση καὶ ἰσοδυναμεῖ μὲ ὕψιστη ἀναγνώριση καὶ φήμη, τὴν ἑπομένη τῆς ἀνακοίνωσης πρωί-πρωὶ ὁ Jacques Dubochet βρισκόταν σὲ πανεπιστημιακὴ αἴθουσα, περιμένοντας τοὺς φοιτητὲς γιὰ μιὰ διάλεξη στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Λωζάννης. Χαλαρὸς καὶ χαμογελαστός (...) περίμενε νὰ προσέλθουν ὅλοι γιὰ νὰ ξεκινήσει.

Τὸ ἴδιο χαλαρός, χαρούμενος καὶ ταπεινὸς ἦταν καὶ ὅταν μετὰ τὴν ὁμιλία του μίλησε μὲ δημοσιογράφους. Μίλησε γιὰ τὴν καριέρα του, τὶς ἀνακαλύψεις καὶ τὰ συναισθήματά του στὸ Πανεπιστήμιο, τὸ ὁποῖο χαρακτήρισε “ἕνα θαυμάσιο μέρος”. Ἀναγνώρισε ἀκόμη τὴ συνεισφορὰ τῶν συναδέλφων του, ποὺ κατέστησαν ἐφικτὴ τὴ βράβευσή του: “Σὲ μιὰ στιγμὴ ὅπως αὐτή, τὸ συναίσθημα ποὺ ἐπικρατεῖ εἶναι ἡ μεγάλη εὐγνωμοσύνη”, ξεκαθάρισε. “Ἕνα ἐπιστημονικὸ βραβεῖο εἶναι ἕνα διφορούμενο πράγμα. Προωθεῖ ἕνα ἄτομο, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιβραβεύει μιὰ συλλογικὴ προσπάθεια. Σὲ ὅλο αὐτὸ δὲν ἤμουν μόνος μου”, συνέχισε. Κατονόμασε ἀκόμη διάφορους ἐρευνητές, ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο τῆς Βέρνης ἕως τὸ Caltek (Κάλτεκ) στὴν Καλιφόρνια, στοὺς “ὤμους” τῶν ὁποίων στηρίχθηκαν οἱ ἀνακαλύψεις του. Συμπλήρωσε ἐπίσης ὅτι ἡ οἰκογένεια ἦταν τὸ ἴδιο σημαντικὴ γι᾿ αὐτόν (...)» («Pemptousia.gr» 12-10-2017).

Ἡ παραπάνω εἴδηση μὲ πλήρη τίτλο «Ἕνας Νομπελίστας διδάσκει ταπείνωση καὶ συναδελφοσύνη» ἦταν μιὰ εὐχάριστη «νότα» μέσα στὸν κυκεώνα τῶν δυσάρεστων εἰδήσεων ποὺ κατακλύζουν καθημερινὰ τὰ ΜΜΕ. Ὑποκλινόμαστε μὲ σεβασμὸ καὶ ἐκτίμηση στὸν κορυφαῖο ἐπιστήμονα γιὰ τὴ συμβολή του στὴν πρόοδο τῆς Βιοφυσικῆς, ἀλλὰ ἀκόμη περισσότερο γιὰ τὴν ἀνωτερότητα τοῦ ἤθους του, μὲ τὴν ὁποία γίνεται ἄφωνος δάσκαλος σὲ πολλὲς καλοπροαίρετες ψυχές. Τὸ παράδειγμα τοῦ καθηγητοῦ Dubochet πιστοποιεῖ ὅτι τὸ μεγαλεῖο μὲ τὸ ὁποῖο προίκισε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο, διασφαλίζεται μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη, ὅπως τὴν προβάλλει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.

Περιοδικό "Ὁ Σωτήρ"

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Ανήκω στον Χριστό!

Κάποιος Ρωμαίος αυτοκράτορας είχε ένα ελάφι, που το αγαπούσε υπερβολικά. Για να είναι βέβαιος ότι κανείς δεν θα το ακουμπούσε, πέρασε στο λαιμό του μια χρυσή επιγραφή που έλεγε: “Μην με αγγίζεις. Ανήκω στον Καίσαρα”.
          Με τη βάπτισή μας κι εμείς φέρουμε πάνω μας τη σφραγίδα του Χριστού. Μην με πειράζεις! Λέμε στον εχθρό.
          Ανήκω στον Χριστό!
          Και σήμερα και όλα τα χρόνια!
          Και τώρα και για πάντα!


          “Προς τη ΝΙΚΗ”, τ. 815

Η ΔΙΣ δεν αποδέχεται τον όρο "Μακεδονία" ως συστατικό ονόματος άλλου Κράτους


Συνήλθε χθες και σήμερα η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος της 161ης Συνοδικής Περιόδου, για τον μήνα Ιανουάριο, υπό την προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου.

Κατά τη χθεσινή και σημερινή Συνεδρία:

Εξ αφορμής της έντονης διπλωματικής κινητικότητας που υπάρχει για το θέμα των Σκοπίων, και εν συνεχεία της από 15.12.2017 Ανακοίνωσής Της περί της σχισματικής Εκκλησίας των Σκοπίων η Δ.Ι.Σ. συμμεριζομένη την αγωνία των Ιεραρχών που διαποιμαίνουν τις Ιερές Μητροπόλεις στην περιοχή της Μακεδονίας, αλλά και του λαού, με Απόφασή Της υπενθυμίζει ότι η Εκκλησία έχει μαρτυρήσει με το λόγο και το αίμα κλήρου και λαού την ελληνικότητα της Μακεδονίας από αρχαιοτάτων χρόνων, γι’ αυτό και δεν μπορεί να αποδεχθεί την απονομή του όρου «Μακεδονία» ή παραγώγου του ως συστατικού ονόματος άλλου Κράτους, το οποίο θα έχει επιπτώσεις και στην ονομασία της σχισματικής αυτοαποκαλούμενης εκκλησίας της «Μακεδονίας». Αναμένει δε από την υπεύθυνη Ελληνική Κυβέρνηση, η οποία διαχειρίζεται το θέμα, να κατανοήσει την ανησυχία Της, που είναι και ανησυχία του οικουμενικού ελληνισμού.

Η Δ.Ι.Σ. αποφάσισε να συγκληθεί εκτάκτως η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος την Τετάρτη 7 και την Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου ε.έ.

Επίσης η Δ.Ι.Σ. αποφάσισε ομοφώνως να απονείμει το Μεγαλόσταυρο του Αποστόλου των Εθνών Παύλου στον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, κατά την πρώτη ημέρα της Συνεδριάσεως της Ιεραρχίας, δηλαδή την 7η Φεβρουαρίου, ημέρα της συμπληρώσεως 10 ετών από της Εκλογής του Μακαριωτάτου, ως Προκαθημένου της Ελλαδικής Εκκλησίας

Ακολούθως ενέκρινε τις προτάσεις: της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος περί διοργανώσεως της «Εβδομάδος Εξωτερικής Ιεραποστολής», κατά την περίοδο από 25ης Φεβρουαρίου έως και 3ης Μαρτίου ε.έ. και της Συνοδικής Επιτροπής επί της Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως και Επιμορφώσεως του Εφημεριακού Κλήρου επί του εορτασμού της εβδομάδος των Ιερατικών Κλήσεων την Γ’ Εβδομάδα των Νηστειών, από Δευτέρας 5ης Μαρτίου έως και της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως, 11ης Μαρτίου ε.έ.

Τέλος, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος κατήρτισε τον Προκαταρκτικό Πίνακα υποψηφίων κληρικών προς εγγραφήν στον Κατάλογο των προς Αρχιερατείαν εκλογίμων, ενέκρινε αποσπάσεις κληρικών και ασχολήθηκε με τρέχοντα υπηρεσιακά ζητήματα

Εκ της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Το όνομα Μακεδονία είναι ελληνικό

Δη­μο­κρα­τί­α τοῦ Βαρ­δά­ρη (Vardarska Republika), Δη­μο­κρα­τί­α τῶν Σκο­πί­ων, Σλα­βώ­νι­κη Δη­μο­κρα­τί­α, Νό­τια Σερ­βί­α, Κά­τω Σερ­βί­α, Κά­τω Σλα­βί­α, Σλα­βί­α: Αὐ­τά εἶ­ναι τά ὀ­νό­μα­τα, ἕ­να ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α, ὅ­ποι­ο καί ἄν προ­τι­μή­σουν οἱ Σκο­πια­νοί, μπο­ρεῖ νά προσ­δι­ο­ρί­σει τήν πραγ­μα­τι­κή κα­τα­γω­γή τῶν Σλά­βων τοῦ κρα­τι­δί­ου τους. Τό ὄ­νο­μα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ πού ἐ­πι­δι­ώ­κουν εἶ­ναι κλο­πή ξέ­νου ὀ­νό­μα­τος. Τό ὄ­νο­μα εἶ­ναι Ἑλ­λη­νι­κό.
Ὡς τώ­ρα οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, ὄ­χι μό­νο ἀ­πό τούς ξέ­νους, ἰ­δί­ως Σλά­βους ἐ­πι­στή­μο­νες, ἀλ­λά καί ἀ­πό τούς Ἕλ­λη­νες, καί ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πό τούς Δι­πλω­μά­τες, τούς Νο­μι­κούς, πού δέν εἶ­ναι γλωσ­σο­λό­γοι ἤ ἱ­στο­ρι­κοί, ἀλ­λά καί ἀ­πό τούς δι­ά­φο­ρους ἐ­ρα­σι­τέ­χνες (πού κα­λοῦν­ται σέ τη­λε­ο­πτι­κές ἐμ­φα­νί­σεις ἤ σέ Σω­μα­τεῖ­α νά ὁ­μι­λοῦν ἐ­πί παν­τός ἐ­πι­στη­τοῦ), δέν ἦ­ταν ἐ­νη­με­ρω­μέ­νοι καί εἶ­χαν ἄ­γνοι­α γιά τό ποι­ό ἀ­κρι­βῶς πο­σο­στό ἀ­πό τήν πε­ρι­ο­χή τῆς Ἀρ­χαί­ας Μα­κε­δο­νί­ας βρέ­θη­κε στήν κυ­ρι­αρ­χί­α τῆς Ἑλ­λά­δας καί τῶν δύ­ο Βο­ρεί­ων γει­τό­νων της με­τά τούς Βαλ­κα­νι­κούς πο­λέ­μους τοῦ 1912–1913 καί τόν Α’ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο (1919). Ἡ γνώ­ση ὅ­τι μέ τή Συν­θή­κη τοῦ Βου­κου­ρε­στί­ου ἀ­πό τά τουρ­κο­κρα­τού­με­να ἐ­δά­φη στή Χερ­σό­νη­σο τοῦ Αἵ­μου μοι­ρά­στη­καν ἐ­δά­φη τῆς Ἀρ­χαί­ας Μα­κε­δο­νί­ας, τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς αὐ­τῆς πε­ρι­ο­χῆς ἀ­πό ἀρ­χαι­ο­τή­των χρό­νων, εἶ­ναι ἐ­σφαλ­μέ­νη.
Στή Συν­θή­κη τοῦ Βου­κου­ρε­στί­ου (1913) το­νί­ζει ἡ ἱ­στο­ρι­κός–κα­θη­γή­τρια τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἰ­ω­αν­νί­νων κ. Μα­ρί­α Μυ­στα­ζο­πού­λου–Πε­λε­κί­δου, στήν ἐρ­γα­σί­α της: Τό Μα­κε­δο­νι­κό ζή­τη­μα (μέ τρεῖς ἀλ­λε­πάλ­λη­λες ἐκ­δό­σεις), ἀ­πό τά τουρ­κο­κρα­τού­με­να ἐ­δά­φη τῆς πε­ρι­ο­χῆς αὐ­τῆς τῆς Βαλ­κα­νι­κῆς Χερ­σο­νή­σου δέν ἔ­γι­νε δι­α­νο­μή ἐ­δα­φῶν τῆς Ἀρ­χαί­ας Μα­κε­δο­νί­ας, ἀλ­λά ἐ­δα­φῶν τῶν τουρ­κι­κῶν βι­λα­ε­τί­ων, ὅ­πως τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, τοῦ Μο­να­στη­ρί­ου καί τοῦ Κοσ­σό­βου (ἤ Σκο­πί­ων). Που­θε­νά στό κεί­με­νο τῆς Συν­θή­κης αὐ­τῆς δέ γί­νε­ται λό­γος γιά δι­α­νο­μή ἐ­δα­φῶν τῆς Ἀρ­χαί­ας Μα­κε­δο­νί­ας, γρά­φει ἡ κ. Πε­λε­κί­δου.
Γε­ω­γρα­φι­κά ὅ­ρια
 Ἡ κ. Πε­λε­κί­δου στήν ἐρ­γα­σί­α της αὐ­τή πα­ρα­θέ­τει χάρ­τη ὅ­που πα­ρου­σι­ά­ζον­ται τά γε­ω­γρα­φι­κά ὅ­ρια τῆς «μεί­ζο­νος Ἀρ­χαί­ας Μα­κε­δο­νί­ας». Τά ὅ­ρια αὐ­τά τά πε­ρι­γρά­φει ἀ­να­λυ­τι­κά, μέ τά ὀ­νό­μα­τα τῶν Ἀρ­χαί­ων πό­λε­ων τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ὁ κα­θη­γη­τής Δ. Κα­να­τσού­λης στό βι­βλί­ο του: Ἱ­στο­ρί­α τῆς Μα­κε­δο­νί­ας, μέ­χρι τοῦ Μ. Κων­σταν­τί­νου, Θεσ/νί­κη 1964, σελ. 1–5.  Ἡ πε­ρι­ο­χή τῶν Σκο­πί­ων δέν ἀ­νῆ­κε στή Μα­κε­δο­νί­α, γρά­φει ὁ κα­θη­γη­τής (σελ. 5).
Πα­ρα­θέ­τει ἐ­πί­σης ἡ κ. Πε­λε­κί­δου καί χάρ­τη τῶν βι­λα­ε­τί­ων τῆς πε­ρι­ο­χῆς αὐ­τῆς. Στόν χάρ­τη αὐ­τόν βλέ­που­με ὅ­τι στήν Ἑλ­λά­δα ἀ­πο­δό­θη­κε ὅ­λο τό βι­λα­έ­τι Θεσ­σα­λο­νί­κης καί ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος ἀ­πό τό Νό­τιο τμῆ­μα τοῦ βι­λα­ε­τί­ου Μο­να­στη­ρί­ου καί ὅ­τι στά ἐ­δά­φη αὐ­τά πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ὁ­λό­κλη­ρη σχε­δόν ἡ πε­ρι­ο­χή τῆς Ἀρ­χαί­ας Μα­κε­δο­νί­ας.
Ἑ­πο­μέ­νως ὅ­σοι πί­στευ­αν ὡς τώ­ρα ὅ­τι ἀ­πό τά ἐ­δά­φη τῆς Ἀρ­χαί­ας Μα­κε­δο­νί­ας, ἡ Ἑλ­λά­δα κα­τέ­χει μό­νο τό 51% ἤ 53% καί ἀ­πό τό ὑ­πό­λοι­πο 37% κα­τέ­χε­ται ἀ­πό τή Σερ­βί­α (τώ­ρα ἀ­πό τό κρα­τί­διο τῶν Σκο­πί­ων) καί τό 11% ἀ­πό τή Βουλ­γα­ρί­α, ἔ­πε­φταν στήν πα­γί­δα κα­τά τήν ὁ­ποί­α, ἄ­γνω­στο πό­τε καί ἀ­πό ποι­όν ἤ ποι­ούς, δι­α­τυ­πώ­θη­καν καί κα­θι­ε­ρώ­θη­καν τά ψεύ­τι­κα αὐ­τά καί πλα­στά πο­σο­στά, ἐ­νῶ τά πραγ­μα­τι­κά, ὅ­πως τεκ­μη­ρι­ω­μέ­να τά πα­ρέ­θε­σε ἡ κ. Πε­λε­κί­δου εἶ­ναι: Πά­νω ἀ­πό 70% (ἕ­ως 75%) στήν Ἑλ­λά­δα, ὅ­που ἡ κυ­ρί­ως Ἀρ­χαί­α Μα­κε­δο­νί­α, 15% ὡς 17% πε­ρί­που ἀ­πό τό Βό­ρει­ο τμῆ­μα της πού κα­τά και­ρούς αὐ­ξο­μει­ώ­νον­ταν, στή Σερ­βί­α (τώ­ρα στό Νό­τιο τμῆ­μα τοῦ κρα­τι­δί­ου τῶν Σκο­πί­ων. Πρό­κει­ται γιά μί­α λω­ρί­δα ἐ­δά­φους ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι ὡς τό Βα­λάν­το­βο) καί τό ὑ­πό­λοι­πο 7% πε­ρί­που στή Βουλ­γα­ρί­α (πε­ρι­ο­χή Με­λε­νί­κου).
Τά πλα­σμα­τι­κά πο­σο­στά πού εἶ­χαν κα­θι­ε­ρω­θεῖ τά δέ­χον­ταν ὡς τώ­ρα ἀ­πό ἄ­γνοι­α ἤ ἐ­πι­πο­λαι­ό­τη­τα καί οἱ Ἕλ­λη­νες σέ κα­τά και­ρούς δη­μο­σι­εύ­μα­τα. Νά ἀ­να­φέ­ρω γιά πα­ρά­δειγ­μα τοῦ κα­θη­γη­τοῦ Θ. Κου­λουμ­πῆ στήν «Ἀ­πο­γευ­μα­τι­νή τῆς Κυ­ρια­κῆς» (17 Ἀ­πρι­λί­ου 2005), τοῦ Συμ­βου­λί­ου τοῦ Ἀ­πό­δη­μου Ἑλ­λη­νι­σμοῦ (Πρό­ε­δρος Στ. Ταμ­βά­κης, ἐ­φημ. «Σή­με­ρα» τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, 3 καί 4 Ἀ­πρι­λί­ου 2008). Προ­η­γού­με­να δη­μο­σι­εύ­μα­τα τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Μα­κε­δο­νι­κῶν Σπου­δῶν τά ἀ­πο­κα­τέ­στη­σε μέ νε­ό­τε­ρη δι­όρ­θω­ση ὁ πρώ­ην Πρό­ε­δρος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας. Ἀ­κό­μα καί ἡ Ὑ­πουρ­γός τῶν Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν κ. Ντό­ρα Μπα­κο­γιά­ννη ἀ­νέ­φε­ρε τά λαν­θα­σμέ­να πο­σο­στά σέ τη­λε­ο­πτι­κές ἐμ­φα­νί­σεις της.
Ἡ ἱ­στο­ρί­α δι­δά­σκει ὅ­τι τό λί­κνον τοῦ Ἀρ­χαί­ου Μα­κε­δο­νι­κοῦ κρά­τους, ὁ ἀρ­χι­κός πυ­ρή­νας τοῦ Βα­σι­λεί­ου τῶν Ἀρ­χαί­ων Μα­κε­δό­νων, ὑ­πῆρ­ξεν σύμ­φω­να μέ τόν Ἡ­ρό­δο­το (8.137) ἡ πε­ρι­ο­χή τοῦ Βερ­μί­ου (Κά­τω Μα­κε­δο­νί­α –Βοτ­τια­ία), ὅ­που καί ἡ ἀρ­χαι­ό­τε­ρη πρω­τεύ­ου­σα Αἰ­γαί. Οἱ Μα­κε­δό­νες αὐ­τοί, ἄ­ση­μοι στήν ἀρ­χή, ἀ­πό­κτη­σαν σι­γά–σι­γά δύ­να­μη καί κα­τά­φε­ραν νά ἑ­νώ­σουν τά ἄλ­λα Ἑλ­λη­νι­κά Ἔ­θνη τῆς πε­ρι­ο­χῆς (τά ἐν­τός Μα­κε­δό­νων) ἔ­θνε­α, Ἡ­ρόδ. 6, 44) Ἀ­να­το­λι­κά καί Δυ­τι­κά τῶν Πι­ε­ρί­ων, τοῦ Ὀ­λύμ­που καί τῆς Πίν­δου, καί νά ἀ­πο­τε­λέ­σει ἡ Μα­κε­δο­νί­α (Ἄ­νω Μα­κε­δο­νί­α, Κά­τω ἤ πα­ρά θά­λασ­σαν Μα­κε­δο­νί­α) ὑ­πο­λο­γί­σι­μη δύ­να­μη, ὥ­στε ἐ­πί Φι­λίπ­που τοῦ Β΄ νά ἔ­χει ἀ­ξί­ω­ση «ἄρ­χειν τῶν Ἑλ­λή­νων» (Δη­μο­σθ. VII 17, Χ 50).
Ἀ­κο­λού­θη­σαν ἔ­πει­τα τά γνω­στά γε­γο­νό­τα τῆς ἐκ­στρα­τεί­ας τοῦ Μ. Ἀ­λε­ξάν­δρου στήν Ἀ­σί­α ἐ­ναν­τί­ον τοῦ κοι­νοῦ ἐ­χθροῦ τῶν Ἑλ­λή­νων, τῶν Περ­σῶν (Ἀ­λέ­ξαν­δρος καί οἱ Ἕλ­λη­νες…).
Σή­με­ρα ὅ­λες οἱ Ἀρ­χαῖ­ες πρω­τεύ­ου­σες τῶν Μα­κε­δό­νων (Αἰ­γαί, Πέλ­λα, Θεσ­σα­λο­νί­κη) βρί­σκον­ται στήν Ἑλ­λά­δα, στίς πα­ρα­λια­κές πε­ρι­ο­χές τοῦ Θερ­μα­ϊ­κοῦ. Οἱ χάρ­τες πού δη­μο­σί­ευ­σε ἡ κ. Πε­λε­κί­δου ὁ­ρί­ζουν μέ  σα­φή­νεια τά ὅ­ρια τῆς «μεί­ζο­νος» Ἀρ­χαί­ας Μα­κε­δο­νί­ας, καί τῶν βι­λα­ε­τί­ων τά ὁ­ποί­α τά πε­ρι­έ­χουν.
Ἀ­νι­στό­ρη­τες γνώ­σεις
Γιά τό ζή­τη­μα αὐ­τό ἔ­χω δη­μο­σι­εύ­σει ἤ­δη ἄρ­θρο στή «Μα­κε­δο­νί­α» τόν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1999 (πρίν ἀ­πό 10 ἀ­κρι­βῶς χρό­νια) μέ τί­τλο: Ἀ­νι­στό­ρη­τες καί ἐ­σφαλ­μέ­νες γνώ­σεις πε­ρί Μα­κε­δο­νί­ας, ἀ­πό ἀ­φορ­μή ἑ­νός δη­μο­σι­εύ­μα­τος Ἕλ­λη­να Οἰ­κο­νο­μο­λό­γου τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι τό «Μα­κε­δο­νι­κό» εἶ­ναι «φιά­σκο», ὅ­τι σή­με­ρα ὑ­πάρ­χουν τρεῖς Μα­κε­δο­νί­ες (!), ὅ­τι ὁ Ἑλ­λη­νι­κός λα­ός «εἶ­χε μί­α μα­ζι­κή πλύ­ση ἐγ­κε­φά­λου καί ἕ­ναν βομ­βαρ­δι­σμό μέ ἱ­στο­ρί­ες πε­ρί Με­γά­λου Ἀ­λε­ξάν­δρου» (!) καί ὅ­τι ἡ πλη­ρο­φό­ρη­ση γιά τό θέ­μα ἦ­ταν «πα­ρα­νο­ϊ­κά μο­νό­πλευ­ρη» («Τό Βῆ­μα», Ἰ­ού­νιος 1999).
Τήν ἄ­πο­ψη αὐ­τή ὅ­τι «ἡ δι­α­μά­χη γιά τό ὄ­νο­μα τοῦ Κρά­τους τῶν κο­πί­ων ξε­πη­δά­ει ἀ­πό μί­α «ὑ­στε­ρι­κή» ἤ «πα­ρα­νο­ϊ­κή» ἀν­τί­δρα­ση ἑ­νός ἀ­κραί­ου ἐ­θνι­κι­σμοῦ τῶν Ἑλ­λή­νων» τήν εἶ­χε ἀ­κού­σει ὅ­τι κυ­κλο­φο­ροῦ­σε στό ἐ­ξω­τε­ρι­κό ὁ πρώ­ην Πρω­θυ­πουρ­γός τῆς Ἑλ­λά­δας Γ. Ράλ­λης ἤ­δη τό 1992 καί τήν ἐ­πα­νέ­λα­βε τό 1999 υἱ­ο­θε­τών­τας την ὁ Ἕλ­λη­νας Οἰ­κο­νο­μο­λό­γος.
Τήν πλη­ρο­φο­ρί­α γιά τήν ὑ­στε­ρι­κή ἀν­τί­δρα­ση τήν κα­τα­χώ­ρη­σε ὁ Γ. Ράλ­λης σέ ἄρ­θρο πού δη­μο­σί­ευ­σε μα­ζί μέ τόν Πρέ­σβη Β. Θε­ο­δω­ρα­κό­που­λο, γερ­μα­νι­κά στήν πο­λι­τι­κή ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση “Wettwoche” τῆς Ζυ­ρί­χης καί πού δη­μο­σι­εύ­τη­κε ἔ­πει­τα με­τα­φρα­σμέ­νο στή «Μα­κε­δο­νί­α» τῆς 19ης Δε­κεμ­βρί­ου 1992 μέ τί­τλο : «Ἡ πι­κρό­τα­τη ἐμ­πει­ρί­α τῆς Ἑλ­λά­δας μέ τόν Παν­σλα­βι­σμό. Για­τί δέν εἶ­ναι ὑ­στε­ρί­α ἡ ἄρ­νη­ση τῆς χώ­ρας μας νά ἀ­να­γνω­ρί­σει τόν Βό­ρει­ο γεί­το­νά μας μέ τόν ὄ­νο­μα Μα­κε­δο­νί­α».
Ἀλ­λά τό γε­ω­γρα­φι­κό αὐ­τό ζή­τη­μα ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­λοι οἱ χάρ­τες τῆς πε­ρι­ο­χῆς τῶν Σκο­πί­ων, πα­λαι­ό­τε­ροι καί νε­ό­τε­ροι, δη­μο­σι­ευ­μέ­νοι κυ­ρί­ως ἀ­πό Εὐ­ρω­παί­ους ἐ­πι­στή­μο­νες, το­πο­θε­τοῦν τά Σκό­πια (ἀρχ. Σκοῦ­ποι) πο­λύ μα­κριά ἀ­πό τά ὅ­ρια τῆς Ἀρ­χαί­ας Μα­κε­δο­νί­ας, κα­θώς ὅ­πως εἴ­δα­με οἱ ἱ­στο­ρι­κές πη­γές δέν ἀ­να­φέ­ρουν τήν πό­λη ὡς πό­λη τῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Αὐ­τό τό βλέ­που­με τώ­ρα καί στούς χάρ­τες τῆς ἐρ­γα­σί­ας τῆς κ. Πε­λε­κί­δου.
Ἡ Ἱ­στο­ρί­α
Φυ­σι­κά οἱ Μα­κε­δό­νες εἶ­χαν κα­τά και­ρούς ἐ­πιρ­ρο­ή καί σέ πό­λεις ἤ Κρά­τη γει­το­νι­κῶν πε­ρι­ο­χῶν, ἀλ­λά αὐ­τά δέν ἀ­νῆ­καν στήν κυ­ρί­ως Μα­κε­δο­νί­α. Ἡ Χαλ­κι­δι­κή ἐν­σω­μα­τώ­θη­κε ὡς μέ­ρος τῆς Μα­κε­δο­νί­ας ἐ­πί Φι­λίπ­που, ὅ­πως το­νί­ζει ὁ Δ. Κα­να­τσού­λης.
Ὁ Στρά­βων ἀ­να­φέ­ρει (7, 326) ὅ­τι στήν ἐ­πο­χή του με­ρι­κοί το­πο­θε­τοῦ­σαν τά ὅ­ρια τῆς Μα­κε­δο­νί­ας «μέ­χρι Κορ­κύ­ρας», ἐν­νο­ών­τας φυ­σι­κά ὅ­τι συμ­πε­ρι­λάμ­βα­ναν στή Μα­κε­δο­νί­α καί τήν Ἤ­πει­ρο «αἰ­τι­ο­λο­γοῦν­τες ἅ­μα ὅ­τι καί κου­ρά καί δι­α­λέ­κτῳ καί χλα­μύ­δι καί ἄλ­λοις τοι­ού­τοις χρῶν­ται πα­ρα­πλη­σί­οις».
Ὅ­τι καί ἡ δι­ά­λε­κτος τῶν Ἠ­πει­ρω­τῶν ἦ­ταν ὅ­μοι­α μέ τῶν Μα­κε­δό­νων μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὁ Πλού­ταρ­χος. Ὁ Πύρ­ρος λέ­γει (Πύρ­ρος, 11) πο­λι­ορ­κών­τας τή Βέ­ροι­α χρη­σι­μο­ποί­η­σε στρα­τι­ῶ­τες «προ­σποι­ού­με­νους εἶ­ναι Μα­κε­δό­νας».  Ὁ Λα­τί­νος Titus Livius (1ος αἰ. π.Χ.) ση­μει­ώ­νει ἐ­πί­σης (31, 29) ὅ­τι ἡ δι­ά­λε­κτος τῶν Μα­κε­δό­νων ἦ­ταν συγ­γε­νι­κή μέ τίς δι­α­λέ­κτους τῶν Αἰ­τω­λῶν καί Ἀ­καρ­νά­νων: Aetolos, Macedonas eiusdem linguae homines. Γι᾿ αὐ­τό ὁ Θου­κυ­δί­δης (3, 94) γρά­φει ὅ­τι οἱ Εὐ­ρυ­τά­νες «ὅ­περ μέ­γι­στον μέ­ρος ἐ­στί τῶν Αἰ­τω­λῶν» ἦ­ταν «ἀ­γνω­στό­τα­τοι γλῶσ­σαν».
Δι­ό­τι, ὅ­πως ἔ­δει­ξα σέ σχε­τι­κά δη­μο­σι­εύ­μα­τά μου ἴ­σχυ­αν στή δι­ά­λε­κτο τῶν Μα­κε­δό­νων ἑ­πο­μέ­νως καί στίς ὅ­μοι­ες τῶν Ἠ­πει­ρω­τῶν, Αἰ­τω­λῶν καί Ἀ­καρ­νά­νων,  τοὐ­λά­χι­στον ἀ­πό τόν 3ο αἰ. π.Χ. οἱ δύ­ο φω­νη­τι­κοί νό­μοι (τρο­πή ἄ­το­νων φω­νη­έν­των καί ἀ­πο­βο­λή τους) οἱ ὁ­ποῖ­οι κα­τά τή γρή­γο­ρη προ­φο­ρι­κή ὁ­μι­λί­α ἀλ­λοί­ω­ναν τή μορ­φή τῶν λέ­ξε­ων καί ἐ­πι­σκό­τι­ζαν τήν ἐ­τυ­μο­λο­γι­κή τους δι­α­φά­νεια, ὅ­πως συμ­βαί­νει καί σή­με­ρα, ὅ­που στίς πε­ρι­ο­χές αὐ­τές ὁ­μι­λοῦν­ται τά λε­γό­με­να Βό­ρεια Νε­ο­ελ­λη­νι­κά ἰ­δι­ώ­μα­τα ὡς συ­νέ­χεια τῶν Ἀρ­χαί­ων δι­α­λέ­κτων.
Δέν ἦ­ταν ἑ­πο­μέ­νως εὔ­κο­λο γιά ἕ­ναν Ἀ­θη­ναῖ­ο, ὅ­πως ἦ­ταν ὁ Θου­κυ­δί­δης πού μι­λοῦ­σε τήν καλ­λι­ερ­γη­μέ­νη Ἀτ­τι­κή δι­ά­λε­κτο, νά ἐν­νο­ή­σει ἕ­ναν Εὐ­ρυ­τά­να πού μι­λοῦ­σε ὅ­μοι­α δι­ά­λε­κτο μέ τή δι­ά­λε­κτο τῶν Μα­κε­δό­νων.
Ὡς πρός τό ζή­τη­μα τῆς Ἐ­θνό­τη­τας.
Ὡς πρός τό ζή­τη­μα τῆς Ἐ­θνό­τη­τας τῶν Σκο­πια­νῶν καί τῆς Σλα­βι­κῆς των γλώσ­σας αὐ­τό τό γνω­ρί­ζουν κα­λύ­τε­ρα οἱ ἴ­διοι, ἄν δέν θέ­λουν νά τούς τό ὑ­πεν­θυ­μί­ζουν οἱ Βούλ­γα­ροι πρό­γο­νοί τους.
Σή­με­ρα στή Βουλ­γα­ρί­α οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες ἀ­να­γνω­ρί­ζουν ὅ­τι οἱ μογ­γο­λι­κῆς κα­τα­γω­γῆς πρό­γο­νοί τους, πρίν ἐκ­σλα­βι­στοῦν ἐμ­φα­νί­στη­καν στή Βαλ­κα­νι­κή Χερ­σό­νη­σο τόν 6ο αἰ. μ.Χ. καί ἦλ­θαν σέ ἐ­πα­φή ἀ­μέ­σως μέ τούς Ἕλ­λη­νες τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου, προ­φα­νῶς στή Μα­κε­δο­νί­α. Τό ση­μει­ώ­νουν στόν πρό­λο­γο τοῦ βι­βλί­ου: Macadonia, Documents and Material, Σό­φια 1979 (ἡ ἔκ­δο­ση στά Βουλ­γα­ρι­κά καί Ρω­σι­κά).
Ὁ τό­μος ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον ἀ­πό τήν ἄ­πο­ψη ὅ­τι δη­μο­σι­εύ­ον­ται σ᾿ αὐ­τόν ἔγ­γρα­φα στά ὁ­ποῖ­α γί­νε­ται μνεί­α ἡ προ­σπά­θεια πού ἔ­κα­ναν οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες τους ἀ­πό τά μέ­σα τοῦ 19ου αἰ. νά ἀ­να­γνω­ρι­σθεῖ Δι­ε­θνῶς μί­α ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ καί ἕ­νας ξε­χω­ρι­στός λα­ός ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ, ἐν­νο­ῶν­τας τόν ἑ­αυ­τό τους, μο­λο­νό­τι Βούλ­γα­ροι, γιά νά προ­σαρ­τη­θεῖ ἔ­πει­τα στή Βουλ­γα­ρία­.
Ἀ­δι­ά­ψευ­στοι μάρ­τυ­ρες ὅ­μως ὅ­τι οἱ πρό­γο­νοί τους πρω­το­ῆλ­θαν σέ ἐ­πα­φή μέ Γρι­κούς (δηλ. Ἕλ­λη­νες) καί ὄ­χι μέ ξε­χω­ρι­στό λα­ό Μα­κε­δό­νες ὅ­ταν ἔ­φτα­σαν στή Βαλ­κα­νι­κή Χερ­σό­νη­σο ἦ­ταν οἱ λε­γό­με­νες πρω­το­βουλ­γα­ρι­κές ἐ­πι­γρα­φές τοῦ 9ου αἰ­ῶνα μ.Χ. πε­ρί­που. Γρά­φτη­καν ἀ­πό τούς Μογ­γό­λους ἀ­κό­μα Βούλ­γα­ρους στά Ἑλ­λη­νι­κά μέ πολ­λές ἀ­νορ­θο­γρα­φί­ες, ὅ­ταν αὐ­τοί εἶ­χαν ἀρ­χί­σει νά μα­θαί­νουν Ἑλ­λη­νι­κά ἀ­πό τούς Βυ­ζαν­τι­νούς Ἕλ­λη­νες, κυ­ρί­ως ἀ­πό τούς Ἕλ­λη­νες τῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Τίς ἐ­πι­γρα­φές αὐ­τές τίς ἐ­ξέ­δω­σε, σχο­λί­α­σε μά­λι­στα καί τά ὀρ­θο­γρα­φι­κά τους λά­θη, ὁ Βούλ­γα­ρος κα­θη­γη­τής Vaselin Beschewliev (1926, 1963). Ἀ­πα­θα­να­τί­ζουν τή λα­ϊ­κή Ἑλ­λη­νι­κή γλῶσ­σα τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης. Σ᾿ αὐ­τές ἀ­να­φέ­ρε­ται ἡ πρώ­τη πρω­τεύ­ου­σά τους Πλί­σκα (Ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κός χῶ­ρος σή­με­ρα).
Σέ μί­α ἐ­πι­γρα­φή δι­α­βά­ζου­με: Εἰς τῆς πλί­σκας τόν κάμ­πον καί σέ ἄλ­λη: Ὁ πα­τήρ μου ὁ ἄρ­χων Ὀ­μουρ­τάγ ἰ­ρί­νιν λ᾿ ἔτ(ὄν) ποι­ή­σας καί κα­λά ἔ­ζη­σεν με­τά τούς Γρι­κούς.  Σέ ἄλ­λες ἐ­πι­γρα­φές ἀ­να­φέ­ρε­ται τό ὄ­νο­μα Γρι­κός (ἤ Γρι­κύ τούς Γρι­κούς).
Οἱ δύ­ο Θεσ­σα­λο­νι­κεῖς ἱ­ε­ρω­μέ­νοι Κύ­ριλ­λος (Κων­σταν­τῖ­νος) καί Με­θό­διος τούς εἶ­χαν χα­ρί­σει ἤ­δη τό Ἑλ­λη­νι­κό Ἀλ­φά­βη­το μέ τό ὁ­ποῖ­ο ἄρ­χι­σαν νά γρά­φουν ἔ­πει­τα τή γλώσ­σα τους, ἐ­νῶ στό με­τα­ξύ ἀ­σπά­στη­καν καί τόν Χρι­στι­α­νι­σμό.
Ἀ­πό τό­τε οἱ σχέ­σεις Βουλ­γά­ρων καί Ἑλ­λή­νων τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου εἶ­ναι γνω­στές: Ἐ­πι­δρο­μές στά Βυ­ζαν­τι­νά ἐ­δά­φη, λε­η­λα­σί­ες, ἀ­πα­γω­γές πλη­θυ­σμῶν, καμ­μιά φο­ρά καί συμ­βα­τι­κές συν­θῆ­κες εἰ­ρή­νης, ὅ­πως τοῦ Ὀ­μουρ­τάγ πού εἴ­δα­με, ὁ­πό­τε καί εἰ­ρη­νι­κή συμ­βί­ω­ση.
Ἡ ἐ­πί­δρα­ση
Μέ­σῳ τῆς Θρη­σκεί­ας ἡ Ἑλ­λη­νι­κή γλωσ­σι­κή ἐ­πί­δρα­ση ἦ­ταν με­γά­λη λό­γῳ καί τοῦ ἀ­νώ­τε­ρου πο­λι­τι­σμοῦ τῶν Ἑλ­λή­νων. Οἱ Βούλ­γα­ροι χρη­σι­μο­ποι­οῦν ἀ­κό­μα καί σή­με­ρα πολ­λές Ἑλ­λη­νι­κές λέ­ξεις, ἐν­σω­μα­τω­μέ­νες ὅ­πως στό κλι­τι­κό σύ­στη­μα τῆς γλώσ­σας τους. Αὐ­τές τίς πραγ­μα­τεύ­τη­κε ἡ κ. Μα­ρί­α Filipova–Bairova καί ὁ Ν. Ἀν­δρι­ώ­της.
«Τό Ἑλ­λη­νι­κό λε­ξι­λό­γιο», γρά­φει ἡ Μα­ρί­α Filipova–Bairova, μᾶς ἦλ­θε σάν πο­θη­τός φι­λο­ξε­νού­με­νος κου­βα­λών­τας λε­κτι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά νέ­ων ἰ­δε­ῶν καί ἀν­τι­κει­μέ­νων, ξέ­νων ὡς τό­τε στή Βουλ­γα­ρι­κή γλώσ­σα. Ἡ Ἑλ­λη­νι­κή λέ­ξη στρογ­γυ­λο­κά­θι­σε στό σπί­τι μας, στήν κου­ζί­να μας, στίς κα­θη­με­ρι­νές δου­λει­ές μας. Κα­τέ­κτη­σε ὁ­λό­τε­λα τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί τά Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά γε­νι­κῶς πράγ­μα­τα».
«Ὁ ση­με­ρι­νός Σλα­βό­φω­νος πλη­θυ­σμός τῆς Νό­τιας Βουλ­γα­ρί­ας», γρά­φει ὁ κα­θη­γη­τής Ν. Ἀν­δρι­ώ­της, «προ­έρ­χε­ται ἀ­πό Ἕλ­λη­νες πού μέ τά πα­ροι­μι­ώ­δη σκλη­ρά μέ­τρα τους οἱ Βούλ­γα­ροι σι­γά–σι­γά κα­τόρ­θω­σαν νά ἐκ­σλα­βί­σουν».
Ἐ­πί Τουρ­κο­κρα­τί­ας ἡ Βαλ­κα­νι­κή ἦ­ταν ἀ­πό ἄ­πο­ψη κι­νή­σε­ως Ἐ­θνο­τή­των «ξέ­φρα­γο ἀμ­πέ­λι», ὁ­πό­τε εἴ­χα­με δι­εισ­δύ­σεις Σλα­βο­φώ­νων στή ση­με­ρι­νή Ἑλ­λη­νι­κή Μα­κε­δο­νί­α, κυ­ρί­ως Βουλ­γα­ρο­φώ­νων ἀ­πό τήν πε­ρι­ο­χή τῆς Νό­τιας Σερ­βί­ας (Σκο­πί­ων).
Ἀ­πό τό­τε οἱ ἐ­ξε­λί­ξεις στήν πε­ρι­ο­χή αὐ­τή ἦ­ταν οἱ ἀ­κό­λου­θες:
Τό 1944 τό Νό­τιο τμῆ­μα τῆς Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­ας, ἡ Vardarska Viadavina (πε­ρι­ο­χῆς Βαρ­δά­ρη) ὀ­νο­μά­στη­κε ἀ­πό τόν Τί­το «Λα­ϊ­κή Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Μα­κε­δο­νί­ας». Ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα, με­τά τό 1990 δι­α­λύ­θη­κε ἡ Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α, τό τμῆ­μα αὐ­τό ἀ­πο­σπά­σθη­κε καί ἀ­πο­τέ­λε­σε ξε­χω­ρι­στό Κρά­τος μέ προ­σω­ρι­νό ὄ­νο­μα «πρώ­ην Γι­ουγ­κοσ­λα­βι­κή Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Μα­κε­δο­νί­ας» (FYROM).
Αὐ­τό ἀ­πο­τε­λεῖ­ται σή­με­ρα ἀ­πό τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κές Ἐ­θνό­τη­τες Χρι­στια­νῶν καί Μου­σουλ­μά­νων:  1) Ἀ­πό Βουλ­γά­ρους, δι­ό­τι ἔ­τσι, Bugari (Σερ­βι­κή ἀ­πό­δο­ση τοῦ Balgari) ὀ­νό­μα­ζαν τόν ἑ­αυ­τό τους οἱ Σλά­βοι τῶν Σκο­πί­ων ἤ­δη ἀ­πό τά μέ­σα τοῦ 19ου αἰ­ῶ­να, 2) Ἀ­πό Σέρ­βους καί 3) Ἀ­πό Ἀλ­βα­νούς. Σέ μι­κρό πο­σο­στό καί ἀ­πό ἄλ­λες Ἐ­θνό­τη­τες, ὅ­πως Τούρ­κους, Ἕλ­λη­νες, καί κυ­ρί­ως Βλά­χους, κ.ἄ.
Ἡ Σλα­βι­κή γλῶσ­σα τῶν κα­τοί­κων τοῦ γει­το­νι­κοῦ μας αὐ­τοῦ κρα­τι­δί­ου ἦ­ταν ἀρ­χι­κά ἕ­να Βουλ­γα­ρι­κό ἰ­δί­ω­μα. Οἱ Σκο­πια­νοί τό τρο­πο­ποί­η­σαν, ἀλ­λά πά­λι ἀ­πο­κλί­νει πρός τή Βουλ­γα­ρι­κή γλώσ­σα. Ἀ­νά­λυ­ση τῆς γλώσ­σας αὐ­τῆς ἔ­κα­νε ὁ κα­θη­γη­τής Νι­κό­λα­ος Ἀν­δρι­ώ­της στό βι­βλί­ο του: Ὁ­μό­σπον­δο Κρά­τος τῶν κο­πί­ων καί ἡ γλῶσ­σα του, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1960.
Σλα­βο­μα­κε­δό­νες
Τό ἀρ­χι­κό Βουλ­γα­ρι­κό ἰ­δί­ω­μά τους, πρίν τό τρο­πο­ποι­ή­σουν με­τά τό 1944, ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς τό ἴ­διο πού μι­λοῦ­σαν στήν Ἑλ­λη­νι­κή Μα­κε­δο­νί­α καί οἱ λε­γό­με­νοι Σλα­βο­μα­κε­δό­νες, εἶ­ναι αὐ­τοί πού εἰ­σέ­δυ­σαν στά χρό­νια τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας σέ δι­ά­φο­ρες πε­ρι­ο­χές τῆς Μα­κε­δο­νί­ας, ὅ­πως τῆς Κα­στο­ριᾶς, τῆς Φλώ­ρι­νας, τῆς Ἔ­δεσ­σας, τοῦ Κιλ­κίς καί τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης.
Ἀ­πό αὐ­τούς οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι εἶ­ναι ἐκ­σλα­βι­σθέν­τες Ἕλ­λη­νες, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὡς αἰχ­μά­λω­τοι τῶν Βουλ­γά­ρων ἀ­ναγ­κά­στη­καν νά μά­θουν τή Βουλ­γα­ρι­κή αὐ­τή δι­ά­λε­κτο καί ὕ­στε­ρα ἀ­πό πο­λυ­χρό­νια αἰχ­μα­λω­σί­α γύ­ρι­σαν καί ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν στήν Ἑλ­λά­δα. Ἀ­νά­με­σά τους ἦλ­θαν στή Μα­κε­δο­νί­α καί Σλά­βοι ἀ­γρό­τες τούς ὁ­ποί­ους ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν οἱ Βυ­ζαν­τι­νοί στά κτή­μα­τά τους. Ὅ­λοι αὐ­τοί δι­α­τή­ρη­σαν τό Βουλ­γα­ρι­κό ἰ­δί­ω­μα ὡς μη­τρι­κή τους γλῶσ­σα χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ὅ­μως καί πα­ρά πολ­λές Ἑλ­λη­νι­κές λέ­ξεις τίς ὁ­πο­ί­ες ἐν­σω­μά­τω­σαν στή Γραμ­μα­τι­κή (κλί­ση, μορ­φο­λο­γί­α, σύν­τα­ξη) τοῦ Βουλ­γα­ρι­κοῦ ἰ­δι­ώ­μα­τος, ὅ­πως π.χ. γκο­λέ­μα­τα τρα­πέ­ζα, ὀ­d­βαμ νά πο­λέ­μο, ἀρ­γκά­τιν, γι­όζ­μο (δυ­ό­σμος), κρομ­μύτ, σα­μάρ, ἀρ­γά­σαμ, ναγ­κά­σαμ (ἀ­νάγ­κα­σα), γα­νώ­σαμ, λα­βώ­σαμ, χω­νέ­ψαμ, ὠ­φε­λή­ψαχ κ.ἄ.
Ἀ­πό τό πλῆ­θος τῶν Ἑλ­λη­νι­κῶν λέ­ξε­ων στό Σλα­βο­μα­κε­δο­νι­κό αὐ­τό ἰ­δί­ω­μα ἀ­πό αὐ­τούς, τούς ὁ­ποί­ους ἀ­να­φέ­ρει ὁ Ἀν­δρι­ώ­της στήν ἐρ­γα­σί­α του γιά τά Ἑλ­λη­νι­κά στοι­χεῖ­α στή Βουλ­γα­ρι­κή (1952), ἀ­γνο­ών­τας τό γλωσ­σο­λο­γι­κό ἀ­ξί­ω­μα ὅ­τι ἡ Γραμ­μα­τι­κή καί ὄ­χι οἱ λέ­ξεις χα­ρα­κτη­ρί­ζουν μί­α γλῶσ­σα ἔ­φτα­σαν στό ση­μεῖ­ο, πα­ρα­σύ­ρον­τας καί ὁ­ρι­σμέ­νους «ἄ­μοι­ρους γλωσ­σο­λο­γι­κῆς μορ­φώ­σε­ως» Ἕλ­λη­νες, νά θε­ω­ροῦν τό Βουλ­γα­ρι­κό αὐ­τό ἰ­δί­ω­μα… Ἀρ­χαί­α Ἑλ­λη­νι­κή γλῶσ­σα!
Δέν εἶ­ναι π.χ. Λα­τι­νι­κή ἡ γλῶσ­σα στό δί­στι­χο πού πα­ρα­θέ­τει ὁ Γυ­μνα­σιά­ρχης Ἰ­ω­άν­νης Τσι­κό­που­λος (1892) μέ ἀ­πο­κλει­στι­κά Λα­τι­νι­κῆς ἀρ­χῆς λέ­ξεις
Ἄ­σπρη γά­τα εἰς τήν σκά­λαν
τοῦ σπι­τιοῦ κα­βαλ­λι­κεύ­ει
κά­στρα, μα­γα­ζιά καί πόρ­τες
μέ τά πάσ­σα μα­στο­ρεύ­ει
(Θα­βώ­ρης «Μα­κε­δο­νί­α» 31, 1998, σελ. 35).

Οὔ­τε εἶ­ναι Ἑλ­λη­νι­κή ἡ γλῶσ­σα στό Ἀγ­γλι­κό κεί­με­νο τοῦ Ξ. Ζο­λώ­τα μέ Ἑλ­λη­νι­κῆς ἀρ­χῆς λέ­ξεις, («Τό Βῆ­μα» 26/11/1989).
Γιά τό Βουλ­γα­ρι­κό ἰ­δί­ω­μα τῶν Σλα­βο­μα­κε­δό­νων ἔ­γρα­ψαν πα­λαι­ό­τε­ρα ὁ­ρι­σμέ­νοι λό­γιοι Ἕλ­λη­νες, ὅ­πως ὁ ἄλ­λο­τε Γυ­μνα­σιά­ρχης Θεσ­σα­λο­νί­κης Γ. Μου­κου­βά­λας. (Ἡ γλῶσ­σα τῶν ἐν Μα­κε­δο­νί­ᾳ Βουλ­γα­ρο­φώ­νων, ἐν Κα­ΐ­ρῳ 1905), καί ἄλ­λοι στό πε­ρι­ο­δι­κό «Ἑλ­λη­νι­σμός» (“L’ Hellemisme”), ὅ­πως, π.χ. ὁ Ν. Κα­ζά­ζης, ὁ Θ. Π. (βλ. Μάρ­τιος 1903, σελ. 179), ὁ Σ. Σκι­α­δα­ρέ­σης, κ.ἄ.
Πολ­λοί πάν­τως ἀ­πό τούς ἐκ­σλα­βι­σθέν­τες Ἕλ­λη­νες Σλα­βο­μα­κε­δό­νες δι­α­τή­ρη­σαν μέ­χρι τέ­λους τό Ἑλ­λη­νι­κό τους φρό­νη­μα, πο­λε­μών­τας τούς Βουλ­γά­ρους κο­μι­τα­τζῆ­δες κα­τά τόν «Μα­κε­δο­νι­κό ἀ­γῶ­να» στίς ἀρ­χές τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ῶ­να.
Τε­χνη­τό Κα­τα­σκεύ­α­σμα
Γιά τό ση­με­ρι­νό κρα­τί­διο τῶν Σκο­πί­ων ὑ­πῆρ­ξαν ἀρ­κε­τοί ξέ­νοι ἐ­πι­στή­μο­νες πού τό χα­ρα­κτή­ρι­σαν τε­χνη­τό Κα­τα­σκεύ­α­σμα, ὅ­πως τό σχό­λιο τῆς Ἰ­τα­λι­κῆς ἐ­φη­με­ρί­δας “II Popolo” τό 1992.
Σ᾿ ἕ­να ἄρ­θρο της ἡ Δα­νέ­ζα κα­θη­γή­τρια Tata Arcel («Μα­κε­δο­νί­α» 12/9/1992) πε­ρι­γρά­φει πα­ρα­στα­τι­κά τό ψυ­χο­λο­γι­κό πρό­βλη­μα τῶν Σκο­πια­νῶν νά θέ­λουν νά μο­νο­πω­λή­σουν τό ὄ­νο­μα Μα­κε­δο­νί­α «γιά ἕ­να νέ­ο Κρά­τος» πού τό χα­ρα­κτή­ρι­σε «δι­οι­κη­τι­κό δη­μι­ούρ­γη­μα», πα­ρα­ποι­ών­τας τήν ἱ­στο­ρί­α.
Γιά τήν Ἑλ­λη­νι­κό­τη­τα τῶν Ἀρ­χαί­ων Μα­κε­δό­νων ἔ­χουν γρα­φεῖ πολ­λά μέ ἄ­πει­ρα ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων καί ἡ δι­α­λεύ­καν­ση ἀ­πό μέ­να τῆς ἐ­τυ­μο­λο­γί­ας λέ­ξε­ων τῆς δι­α­λέ­κτου, ἀρ­κε­τῶν ἀ­πό τίς λί­γες πού θε­ω­ροῦν­ταν ὡς τώ­ρα ἄ­γνω­στης ἀρ­χῆς, ὅ­πως: Βλου­ρί­τις=Φι­λω­ρεί­της, γάρ­καν=χά­ρα­κα(ν), ἐ­στε­ρι­κᾶς κύ­νας=σι­τα­ρι­κᾶς δη­λα­δή οἰ­κό­σι­τα σκυ­λιά κ.ἄ. Ὡ­στό­σο καί μό­νο τά Ἑλ­λη­νι­κά ὀ­νό­μα­τα Μα­κε­δο­νί­α καί Μα­κε­δό­νας εἶ­ναι ἀρ­κε­τά.
Νά προ­σθέ­σω καί ἕ­να ἀ­κό­μα ἐ­πι­χεί­ρη­μα πού ὡς τώ­ρα δέν ἔ­χει ἐ­πι­ση­μαν­θεῖ: Οἱ Ἀρ­χαῖ­οι συγ­γρα­φεῖς ἀ­να­φέ­ρουν πολ­λά θρα­κολ­λυ­ρι­κά κύ­ρια ὀ­νό­μα­τα, ἀ­κα­τα­νό­η­τα ἀ­πό τούς Ἕλ­λη­νες ὡς πρός τήν ἐ­τυ­μο­λο­γί­α τους, ὅ­πως Ἀ­δα­βί­κτα­βος, Βη­ρι­σά­δης, Ἐ­βρί­ζαλ­μος, Ζά­μολ­ξις, Κε­τρί­πο­ρος, Μου­κα­ζέ­νιος, Ρα­κτό­τερ­κος κ.ἄ. Εἶ­ναι ὅ­μοι­α μέ αὐ­τά, τά ὀ­νό­μα­τα τῶν Μα­κε­δό­νων Ἀ­λέ­ξαν­δρος, Ἀ­μύν­τωρ, Αὐ­τό­δι­κος, Γαι­τέ­ας (χαί­τη), Φί­λιπ­πος–Βί­λιπ­πος, Φι­λώ­τας, Βε­ρε­νί­κα, Εὐ­ρυ­δί­κα, Λα­ο­δί­κα ; Ὄ­χι βέ­βαι­α.
Ὅ­λα τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα συ­νο­ψί­ζον­ται στό γε­νι­κό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι: Τί­πο­τε ἀ­πό τούς Μα­κε­δό­νες δέν μπο­ρεῖ νά ἐ­ξη­γη­θεῖ χω­ρίς τήν προ­ϋ­πό­θε­ση ὅ­τι ἦ­ταν Ἕλ­λη­νες.
Ἐ­φημ. “Ἐ­λεύ­θε­ρος“ 5/8/2009

Αντιαιρετικά: Η Ιερή Παράδοση (β΄)

Επειδή η Αγία Γραφή είναι  μέρος της Ιεράς Παραδόσεως, γι’ αυτό μόνο με τη βοήθεια της δεύτερης μπορούμε να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσ...