Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΗΣΣΟΝΟΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ



Η ελληνική πολιτεία δίνει την εντύπωση ότι ζητά ένα εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο θα κυριαρχήσει και πάλι η αρχή της ήσσονος προσπαθείας. Δεν είναι μόνο η κατάργηση των εξετάσεων στα περισσότερα μαθήματα του Γυμνασίου και του Λυκείου, με αποτέλεσμα στην σκέψη των μαθητών να επικρατεί η αντίληψη περί κύριων γνώσεων και δευτερευόντων, μαθημάτων που χρειάζονται προσπάθεια και άλλων που περιθωριοποιούνται. Δεν είναι μόνο ο πολύ χαμηλός μέσος όρος που απαιτείται για την προαγωγή από την μία τάξη στην άλλη. Είναι και η κατάσταση στα μεγάλα πανεπιστήμια, στα οποία η γνώση δεν δείχνει να είναι η προτεραιότητα, αλλά υπερτονίζεται η ενασχόληση των φοιτητών με κοινωνικούς αγώνες, με άρνηση της εντατικοποίησης των σπουδών, ενώ τα πάντα φαίνεται ότι θα λυθούν με αύξηση της χρηματοδότησης της παιδείας. Αυτονόητο είναι πώς όσα χρήματα επενδύονται στην εκπαίδευση, είναι προς όφελος όλων. Το πρόβλημα όμως της προσωπικής κατάκτησης της γνώσης έχει να κάνει με τον προσωπικό κόπο και την αξιοποίηση όσων μέσων υπάρχουν, τα οποία έχουν αυξηθεί με την χρήση του Διαδικτύου.

                Η πρόσφατη εικόνα των μαθητών και των φοιτητών να εισβάλλουν στο γραφείο του Υπουργού Παιδείας, πέρα από τον αποπροσανατολισμό στην κοινή γνώμη για άλλα προβλήματα, μαρτυρεί σύγχυση σε επίπεδο κοινωνίας και αυτών που την διαμορφώνουν ιδεολογικά. Ενώ η πραγματικότητα απαιτεί πολύν κόπο για τους νέους, ιδίως όταν η αγορά εργασίας περιορίζει τα δικαιώματά τους, ελαττώνει τους μισθούς, αυξάνει το ωράριο και τις απαιτήσεις από αυτούς, κι ενώ η μόνη λύση είναι η κατάρτιση η οποία θα δημιουργήσει περιθώρια για εύρεση αξιοπρεπούς εργασίας, τουλάχιστον γι’  αυτούς που θέλουν να μορφωθούν, βλέπουμε η φρασεολογία των όσων εκφράζουν το θεωρητικά «αγωνιστικό» τμήμα της νεολαίας να λειτουργεί στην προοπτική της απόλαυσης της νιότης, της χαράς της ζωής, με όσο το δυνατόν λιγότερο κόπο και με περισσότερα δικαιώματα. Η πλειοψηφία των νέων αλλά και των μεγαλυτέρων βλέπει με συμπάθεια την νοοτροπία αυτή ή έχει συμβιβαστεί με τις εικόνες πραγματικής ντροπής που αντικρίζουμε στα πανεπιστήμια, κυρίως της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης (σκουπίδια, διακίνηση ναρκωτικών, παραεμπόριο, επιβίωση των κομματικών φοιτητικών παρατάξεων) και γι’  αυτό δεν αντιδρά.

                Όποιος ισχυριστεί ότι είναι κακό οι μαθητές και οι φοιτητές να χαίρονται την ζωή τους, σφάλλει. Το ερώτημα είναι από πού πηγάζει αυτή  η χαρά και γιατί είναι αποκλεισμένη από την κατάκτηση της γνώσης. Χαρούμενος είναι αυτός που προσπαθεί, που μαθαίνει, που ανοίγει τον νου και την καρδιά του στην κριτική σκέψη. Χαρούμενος είναι αυτός που νιώθει ότι ο κόπος του αναγνωρίζεται. Που δεν φοβάται να εξετασθεί, να διαγωνισθεί δηλαδή, ώστε να αποδείξει και στον εαυτό του και στους άλλους ότι κοπιάζει και ότι ο κόπος του έχε αποτελέσματα. Η πολιτεία θα άξιζε να στρέψει το ενδιαφέρον της στην ρύθμιση της αγοράς εργασίας ώστε ο νέος που μπορεί και παλεύει να μην αντιμετωπίζεται ως σκλάβος και να αφήσει κατά μέρος νοοτροπίες ήσσονος προσπαθείας.

                Η Εκκλησία δείχνει ολοένα και περισσότερο να αδιαφορεί. Σιωπά, ενώ η ασκητική της ευλογεί τον κόπο, τόσο για τον επιούσιο άρτο όσο και για την προαγωγή στην πνευματικότητα. Αν αγαπάμε τον Θεό, τον πλησίον, την ζωή μας, η αγάπη  γεννά αφιέρωση στην σχέση. Είναι μία άλλη νοοτροπία που αξίζει να επισημανθεί και με λόγους και με βιοτή! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 31 Οκτωβρίου 2018

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Η εφηβική “οίηση”




          Ένα από τα άλλα ελαττώματα της εφηβείας είναι η ‘”Οίησις”. Ο έφηβος νομίζει ότι τα  ξέρει όλα. Το παιδί πριν από τα 12 του χρόνια λέγει πως ο πατέρας του τα ξέρει όλα. Στα 15 χρόνια: ξέρω κι εγώ τόσα πολλά, όσα και ο πατέρας μου. Στα 20 λέγει και πιστεύει πως ο πατέρας του δεν ξέρει απολύτως τίποτα. Στα τριάντα σκέπτεται πως θα μπορούσα να ρωτήσω ίσως  και τον πατέρα . Στα 40: κι όμως ο πατέρας κάτι ξέρει, και στα 50 αναφωνεί: Ο πατέρας τα ξέρει όλα και στα 60 : Αχ, να μπορούσα να ρωτούσα τον πατέρα μου!



          Ο παιδαγωγός

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

O Κωνσταντίνος Κατσίφας, οι Βορειοηπειρώτες και η μοίρα του ελληνισμού



Η εν ψυχρώ εκτέλεση του Κωσταντίνου Κατσίφα, ενός παιδιού από φτωχή λαϊκή οικογένεια, όπως συνέβη σχεδόν πριν είκοσι χρόνια με τον Σολωμό Σολωμού, στην Κύπρο συνιστά και μια ζωντανή καταγγελία για την ένοχη συνείδησή μας. Αυτός, τη στιγμή που σύσσωμες οι ελληνικές ελίτ και το ελληνικό κράτος, έχουν εγκαταλείψει τη ελληνική μειονότητα στη μοίρα της, θυσίασε κυριολεκτικά τη ζωή του, μια και δεν έβλεπε πλέον καμιά δυνατότητα για να κρατήσει την αξιοπρέπεια και τον εθνισμό του.

Η Βόρειος Ήπειρος, όπως όλα τα ακριτικά σημεία του ελληνισμού, κατοικείται από έναν λαό, κυριολεκτικά μαρτυρικό, που άντεξε επί εκατοντάδες χρόνια τους χειρότερους διωγμούς, τις γενοκτονίες, τους βίαιους εξισλαμισμούς, τις απαγορεύσεις της θρησκευτικής, γλωσσικής και εθνικής του ταυτότητας, για να φτάσει, σήμερα, στην «δημοκρατική εποχή» μας, να απειλείται με ιστορική εξαφάνιση. Χαρακτηριστικά, το χωριό του Κατσίφα, το Βουλιαράτι, στην απογραφή του 2005, από 1464 κατοίκους που είχε θεωρητικά, κατέγραφε 1220 μετανάστες. Και όπως σημείωνε ο Παναγιώτης Κονδύλης το 1997, οι Βορειοηπειρώτες έρχονται να ολοκληρώσουν αυτή τη τεράστια, μέσα σε εκατό χρόνια, αιμορραγία του οικουμενικού ελληνισμού.

Μετά το 1920 αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση, που διαρκεί ως σήμερα. Το έθνος συνέπεσε εν τέλει με το κράτος γιατί το έθνος ακρωτηριάσθηκε και συρρικνώθηκε, γιατί αφανίσθηκε ή εκτοπίσθηκε ο ελληνισμός της Ρωσίας (μετά το 1919), της Μ. Ασίας (μετά το 1922), των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής (ιδίως μετά το 1945). Ακολούθησε η εκδίωξη του ελληνισμού από την Κωνσταντινούπολη (1955) και την βόρειο Κύπρο (1974), ενώ σήμερα παρευρισκόμαστε μάρτυρες της αποσύνθεσης και της μαζικής φυγής του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. Πρόκειται για μιαν εξαιρετικά πυκνή αλυσίδα εθνικών καταστροφών μέσα σε διάστημα ελάχιστο από ιστορική άποψη – εβδομήντα μόλις χρόνια*.

Προς στιγμήν, όταν κατέρρευσε το καθεστώς Ενβέρ Χότζα-Ραμίζ Αλία, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι Έλληνες πίστεψαν πως επιτέλους είχε έρθει η ώρα, αν όχι να εκπληρωθούν οι προσδοκίες και τα όνειρά που είχαν καταποντιστεί το 1914 με την αναίρεση της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου–, τουλάχιστον να μπορούν ανενόχλητοι να ασκούν τα δικαιώματά που θεωρητικώς τους αναγνωρίζει το αλβανικό Σύνταγμα, το οποίο τους χαρακτηρίζει ως «ελληνική εθνική μειονότητα». Οι Βορειοηπειρώτες είχαν επιτέλους τη δυνατότητα να ταξιδέψουν στη μητέρα πατρίδα και να φιλήσουν τα χώματά της, όπως έκαναν μαζικά, περνώντας τα σύνορα. Ελληνικά σχολεία και εκκλησίες ξανάνοιγαν μετά από σαράντα ή πενήντα χρόνια και οι ορθόδοξοι πληθυσμοί της Αλβανίας (που αποτελούν το 25% του πληθυσμού) στράφηκαν αποφασιστικά προς την Ελλάδα.

Όμως, τα όνειρα και οι ελπίδες κράτησαν πολύ λίγο. Ο αλβανικός εθνικισμός, υποδαυλιζόμενος και συνεπικουρούμενος από τους Τούρκους, αντί να κατευναστεί από το γεγονός ότι η Αλβανία επιβίωνε κυριολεκτικά από τα εμβάσματα των εκατοντάδων χιλιάδων Αλβανών που βρίσκονταν στην Ελλάδα, αντίθετα, αναζωπυρώθηκε. Έβαλε πλέον ως στόχο να συρρικνώσει και να αφανίσει οριστικά τη μειονότητα και να αποκόψει τις οκτακόσιες χιλιάδες των ορθοδόξων από των ελληνισμό.

Τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι αλβανικές κυβερνήσεις είναι αναρίθμητα. Μετακινήσεις πληθυσμών, «αποχαρακτηρισμός» ελληνικών χωριών και εγκατάσταση Τσάμηδων γύρω από τη Χιμάρα και τις άλλες μειονοτικές περιοχές. Διαρκείς και μόνιμες πιέσεις για να αποχωρήσουν οι Βορειοηπειρώτες προς την Ελλάδα, υποδαύλιση του αλβανικού εθνικισμού μέσω των διεκδικήσεων των Τσάμηδων και έντονου ανθελληνισμού στην εκπαίδευση. Αντί να υπάρξει προσέγγιση Ελλήνων και Αλβανών, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.

Και τα κατάφεραν όλα αυτά γιατί οι ελληνικές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα με τον Κώστα Σημίτη και τον Γιώργο Παπανδρέου όχι μόνο δεν στήριξαν τους Έλληνες και τους ορθόδοξους της Αλβανίας, αλλά έκαναν, αντίθετα, ό,τι μπορούσαν για να τους αποδυναμώσουν. Θα μπορούσαν να οργανώσουν την οικονομική στήριξη της ελληνικής μειονότητας στο εσωτερικό της Βορείου Ηπείρου, ενισχύοντας την εγκατάσταση επιχειρήσεων με προνομιακό δανεισμό για τους Έλληνες μειονοτικούς, ώστε να ζήσουν στον τόπο τους. Αλλά για τους Έλληνες ιθύνοντες οι Βορειοηπειρώτες αποτελούσαν ένα «πρόβλημα», και τους αντιμετώπισαν, όπως και το αλβανικό κράτος, διευκολύνοντας, στην ουσία, τη μετακίνησή τους προς τις πόλεις και τα χωριά της Ελλάδας, όπου αντιμετωπίζονταν ως «Αλβανοί» ή ως Έλληνες δεύτερης κατηγορίας.

Μέσα σε μια τριακονταετία, κουτσουρεύτηκαν τα φτερά των Βορειοηπειρωτών, το μεγαλύτερο μέρος τους μετανάστευσε στην Ελλάδα, επιτάθηκε ο αφελληνισμός των ελληνικών περιοχών και οι Βορειοηπειρώτες πήραν το σκληρό μάθημα που τους έδωσαν, οι «Τουρκαλβανοί» και η μητριά μάνα τους, ταυτόχρονα.Αφού σίγησαν σταδιακά οι φωνές και οι διαμαρτυρίες της βορειοηπειρωτικής κοινότητας που ακουγόταν στη δεκαετία του 1990 και του 2000, δεν έμενε στους πατριώτες Βορειοηπειρώτες παρά ο δρόμος της φυγής ή της ατομικής αντίστασης.

Ο Κωνσταντίνος Κατσίφας, ο νεαρός Βορειοηπειρώτης, που γνώρισε σε νεαρή ηλικία τη δύσκολη ζωή της προσφυγιάς, αποφάσισε, πέντε χρόνια πριν, να επιστρέψει στα πατρογονικά εδάφη και να προσπαθήσει να αντιστρέψει, μόνος του ει δυνατόν, το κύμα του οριστικού αφελληνισμού. Στους Βουλιαράτες, προσπαθούσε να εμψυχώσει τους λίγους μόνιμους συμπατριώτες του και να ενισχύσει τις παραγωγικές δραστηριότητες. Ύψωσε νόμιμα την ελληνική σημαία –διότι η ελληνική μειονότητα είναι αναγνωρισμένη ως εθνική– και είχε βάλει ως στόχο να δημιουργήσει μία νέα ελληνική εκκλησία, γενικότερα να αναζωογονήσει τον τόπο του που ερήμωνε. Γι’ αυτό και ήταν επικίνδυνος για το αλβανικό καθεστώς.Η τακτική των Αλβανών ήταν να τον προκαλούν διαρκώς, να τον καλούν στο αστυνομικό τμήμα, να τον απειλούν, θέλοντας να τον υποχρεώσουν είτε να σιγήσει είτε να φύγει, είτε, εν τέλει, να τον εξοντώσουν. Έτσι και την ημέρα της εκτέλεσής του, στην εθνική γιορτή των Ελλήνων, την 28η Οκτωβρίου, κατέβασαν προκλητικά από την πλατεία του χωριού την ελληνική σημαία.

Αυτός, μόνος του, μη μετρώντας συσχετισμούς και συμβάσεις, νιώθοντας κυνηγημένος από τη μια και εγκαταλελειμμένος από την ίδια την πατρίδα του, που θα έσπευδε να τον χαρακτηρίσει «εθνικιστή», συγκρούστηκε με την αλβανική εξουσία και εκτελέστηκε.

Καθόλου τυχαία, στην Ελλάδα, τα ΜΜΕ, οι «εχέφρονες» εθνομηδενιστές και σύσσωμο το πολιτικό σύστημα προσπάθησαν να συσκοτίσουν τα γεγονότα. Όχι μόνο συκοφάντησαν τον Κατσίφα, αλλά άφησαν αναπάντητες τις προκλήσεις του Ράμα που σκύλευσε τον νεκρό Κατσίφα, και τέλος κατάντησαν να απολογούνται στην αλβανική κυβέρνηση. Ενώ θα έπρεπε να τους έχουν καθίσει στο σκαμνί του κατηγορούμενου, η ελληνική κυβέρνηση άφησε τους δολοφόνους του Κατσίφα να μεταβληθούν από κατηγορούμενοι σε κατηγόρους.Μπροστά στη μοίρα ενός ελληνισμού που αργοπεθαίνει, ο Κωνσταντίνος Κατσίφας θέλησε να αντισταθεί, μόνος. Και όπως συνέβη με τον Σολωμό Σολωμού στην Κύπρο, ο θάνατός του αποτελεί εν τέλει μία υπόμνηση πως υπάρχουν ακόμα Έλληνες που αντιστέκονται, ακόμα και αν ξέρουν καμιά φορά πως μπορεί οι Μήδοι και να διαβούν στο τέλος. Άραγε ο τραγικός και ηρωικός θάνατός του, θα λειτουργήσει έστω ως μηχανισμός αφύπνισης για την υπνώττουσα συνείδησή μας;
Tου Γιώργου Καραμπελιά 
πρωτοδημοσιεύτηκε στο liberal.gr 

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

Εκκλησία - Κράτος ερήμην της κοινωνίας του Χ.Γιανναρά


Θορυβούν για τον χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους –τον απαιτούν ή τον αρνούνται– όσοι αντιλαμβάνονται τους δύο θεσμούς αυτονομημένους από το κοινωνικό γεγονός, φορείς ή διαχειριστές αυθυπόστατης εξουσίας. Όσοι ταυτίζουν τους θεσμούς με την εκάστοτε (πρόσκαιρη) στελέχωση και εκπροσώπησή τους. Όσοι φοβούνται ότι ο χωρισμός θα περιορίσει τα προνόμια και την εξουσιαστική ισχύ των εφήμερων στελεχών και εκπροσώπων κάποιου από τους δύο θεσμούς.
Δεν θορυβούν για χωρισμό όσοι αντιλαμβάνονται την Εκκλησία και το Κράτος ως θεσμικά μορφώματα προορισμένα να υπηρετούν το κοινωνικό γεγονός – όχι να το εξουσιάζουν. Όσοι καταλαβαίνουν ότι ο λαός είναι το αφεντικό του κράτους και η ευχαριστιακή λαϊκή κοινότητα είναι που συνιστά την Εκκλησία. Ότι οι πολιτικοί άρχοντες υπάρχουν μόνο ως εντολοδόχοι της λαϊκής βούλησης, υπηρέτες του λαϊκού συμφέροντος, και οι εκκλησιαστικοί λειτουργοί μόνο ως διάκονοι του ευχαριστιακού σώματος.
Αυτές οι δύο αλήθειες, ο ορισμός - ουσία του Κράτους και ο ορισμός - ουσία της Εκκλησίας, δεν είναι συμφωνημένα αυτονόητα, δεδομένα της κοινής συλλογιστικής. Είναι κατακτήσεις που σημάδεψαν ως έκπληξη την ανθρώπινη Ιστορία. Οι σημερινοί θλιβεροί Ελλαδίτες συνέπεσε, αινιγματικά και ανερμήνευτα, να γεννηθούμε στη γλώσσα και στα χώματα των ανθρώπων που κατόρθωσαν κάποτε αυτές τις κατακτήσεις. Δεν έχουμε πια την παραμικρή σχέση με τον πολιτισμό τους και την αρχοντιά τους – ατιμάζουμε τη γη τους με τον οικιστικό πρωτογονισμό μας, εξευτελίζουμε τη γλώσσα τους με την αδιάντροπη απαιδευσιά μας. Τουλάχιστον να διασώζαμε, από δέος ευθύνης απέναντι στην ανθρώπινη Ιστορία, τη σημασία των λέξεων που μας κληροδότησαν: Τον ορισμό - ουσία της πόλης - πολιτείας - κράτους ως κοινού (όλων) αθλήματος. Και του εκκλησιαστικού γεγονότος ως κοινωνίας καινού τρόπου της υπάρξεως.
Ο χωρισμός Εκκλησίας - Κράτους είναι εξ ορισμού δεδομένος: τα όρια αρμοδιοτήτων του Κράτους είναι εντελώς άλλα από τα όρια λειτουργίας του εκκλησιαστικού γεγονότος, οι σκοποθεσίες τους διαφορετικές. Ο θόρυβος σήμερα για τον χωρισμό δεν αφορά στην Εκκλησία ούτε στο Κράτος. Έχει να κάνει με εξουσιαστικές (δηλαδή αντικοινωνικές) φιλοδοξίες ιδεολόγων ή πολιτευομένων, όπως και αλλοτριωμένων εκκλησιαστικών λειτουργών
Οι μεν θέλουν, με νόμους και θεσμούς, να επιβάλουν στο κοινωνικό σώμα τον ιδεολογικό («προοδευτικό» όπως πιστεύουν) αντικληρικαλισμό τους, αποκύημα μεταπρατικού «μοδέρνου» μηδενισμού. Θέλουν ο πολιτισμός να είναι μόνο ψυχαγωγία χωρίς σχέση με «νόημα» βίου. Θέλουν τους νόμους και τους θεσμούς να υπηρετούν στυγνά ατομοκεντρικές (ατομικών δικαιωμάτων), όχι κοινωνιοκεντρικές προτεραιότητες.
Οι άλλοι, του εκκλησιαστικού γεγονότος οι αλλοτριωμένοι διάκονοι, θέλουν να κατοχυρώσουν, επίσης με νόμους και θεσμούς, εξουσιαστικές προνομίες αρχιερέων και ιερέων «επικρατούσης θρησκείας». Να επιβάλλεται η «επικρατούσα θρησκεία» σαν κυρίαρχη κρατική ιδεολογία, ώστε να απολαμβάνουν κύρος κρατικών αξιωματούχων οι κληρικοί της και μονοπωλιακά δικαιώματα οι «αρχές» της. Να μισθοδοτείται από το κράτος το ιερατείο για τη χρηστική ωφελιμότητα του έργου του, να διαχειρίζεται επιχορηγήσεις και «κοινοτικά προγράμματα» για πρωτοβουλίες κοινωνικής πρόνοιας.
Ο θόρυβος για χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους είναι μάλλον από τους τελευταίους απόηχους της αμηχανίας του Νέου Ελληνισμού στην προσπάθειά του να προσαρμοστεί στους όρους του πολιτισμού της νεωτερικότητας. Αυτή η προσαρμογή είναι σήμερα και «άνωθεν» επιβεβλημένη: όρος μετοχής στο ΝΑΤΟ και στα διεθνικά μορφώματα απαιτήσεων της «Νέας Τάξης» – όπως ανενδοίαστα ομολόγησε ο Huntington.
Η πολιτική παράδοση του Ελληνισμού και οι μακραίωνες ιστορικοί εθισμοί που δημιούργησε, προϋποθέτουν την «πολιτικήν τέχνην και επιστήμην» να στοχεύει πρωταρχικά στην αλήθεια (στον «κατ’ αλήθειαν βίον»), όχι πρωταρχικά στη χρησιμότητα. Γι’ αυτό και δίχως μεταφυσικό άξονα («κριτήριον αληθείας») είναι αδύνατο να συγκροτηθεί «πόλις», «πολιτεία», «κράτος» – αδιανόητο για τον Έλληνα το πολιτικό γεγονός δίχως Δελφούς, Παρθενώνα ή Αγιά-Σοφιά.
Η πολιτική στη Νεωτερικότητα ορίζεται με αντεστραμμένους τους ελληνικούς όρους: εξ ορισμού η πολιτική υπηρετεί τη χρησιμότητα, θεμελιώνεται σε φυσιοκρατικές προϋποθέσεις (στο Φυσικό Δίκαιο που το καθιστά έγκυρο η αυθεντία της «μεθόδου» στη βάση της κοινής λογικής) – οποιαδήποτε ανάμιξη της μεταφυσικής στην πολιτική αποτελεί κίνδυνο θεοκρατικής αυθαιρεσίας, δηλαδή απειλή τυραννίας. Οι ιστορικοί λόγοι που οδήγησαν σε αυτή την εκδοχή της πολιτικής και στη γένεση του πολιτισμού της Νεωτερικότητας, είναι θέμα που υπερβαίνει τα όρια επιφυλλίδας.
Όμως το κράτος που συγκρότησαν οι Νεοέλληνες μετά την απελευθέρωσή τους από τους Τούρκους, δεν είχε τις προϋποθέσεις να επανεισαγάγει στην Ευρωπαϊκή Ιστορία την ελληνική ταυτότητα της πολιτικής. Το κράτος αυτό ιδρύθηκε με την πρόθεση και την ενεργό επιδίωξη να μην είναι ελληνικό: να αντιγράψει (να μιμηθεί παθητικά) τα «πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Εσπερίας κράτη». Λειτούργησε λοιπόν μεταπρατικά και στην περίπτωση των σχέσεων πολιτικής και μεταφυσικής, Κράτους και Εκκλησίας.
Στον 19ο αιώνα το νεωτερικό μοντέλο της πολιτικής δεν προϋπέθετε οπωσδήποτε τον με συνέπεια «άθρησκο» (lašque) χαρακτήρα του Κράτους. Απέβλεπε μάλλον στην υποταγή της θρησκείας σε κρατικές σκοπιμότητες (εθνικιστικές, ηθικιστικές). Αυτή η υποταγή μεταφράστηκε στην Ελλάδα σε βίαιο ξεθεμελίωμα των θεσμικών συντεταγμένων του εκκλησιαστικού γεγονότος: Οι επισκοπές της ελλαδικής επικράτειας υποχρεώθηκαν να αποκοπούν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και να συγκροτήσουν «αυτοκέφαλη» κρατική εκκλησία, σχισματική. Δημεύτηκαν επανειλημμένα από το κράτος τα κτήματα των μοναστηριών. Συλήθηκαν και κατεδαφίστηκαν 72 βυζαντινές εκκλησιές μέσα στην Αθήνα και 412 μοναστήρια στο υπόλοιπο, ελάχιστο τότε, κρατίδιο. Οι αποφάσεις της Συνόδου των επισκόπων ήταν άκυρες και ανεφάρμοστες αν δεν τις προσυπέγραφε ο βασιλικός αρχικά, ο κυβερνητικός αργότερα επίτροπος. Η Εκκλησία στο νεοελληνικό κράτος ήταν ένα ευτελισμένο υποχείριο της εξουσίας με φτηνά ανταλλάγματα μόνο για να κολακεύεται η ματαιοδοξία των επισκόπων.
Τώρα, η καινούργια φάση της Νεωτερικότητας ή «Νέα Τάξη» απαιτεί «χωρισμό», δηλαδή επαναδιαπραγμάτευση των φτηνών ανταλλαγμάτων για τον δεδομένο ευτελισμό, τη συντελεσμένη αλλοτρίωση. Ίσως είναι πολύτιμη ευκαιρία. Να αποδεσμευτεί η Εκκλησία από τον κρατικό εναγκαλισμό, από το ψεύτισμά της, την έκπτωσή της σε «επικρατούσα θρησκεία».

πηγή:http://www.kathimerini.gr/700721/opinion/epikairothta/arxeio-monimes-sthles/ekklhsia---kratos-erhmhn-ths-koinwnias, Η Καθημερινή της Κυριακής, 5-2-2006

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2018

Σ᾽ αποζητοῦμε, Χριστόδουλε!…



Ὅταν ἔφυγε ἔγραψα: «Σέ κλαίει ὁ λαός!». Σήμερα, μετά ἀπό τήν παρέλευση τόσων ἐτῶν ἀπό τή θανή του εἶμαι ὑποχρεωμένος νά γράψω: «Σέ θέλει ὁ λαός!».
Στό διάστημα τῆς ἐπίγειας ἀπουσίας του «ἔφυγαν κι ἄλλοι πολλοί, μεγάλοι καί τρανοί, πού ἦσαν πασίγνωστοι ἐδῶ κι ἐκεῖ. Ὅλους ὅμως τούς πῆρε τό ποτάμι τῆς Λήθης. Μόνον ὁ Χριστόδουλος ζῆ -ἄσβηστο καντήλι στήν ψυχή τοῦ ἁγνοῦ λαοῦ πού πονεῖ γιά τήν ἔρμη πατρίδα.
Ὅσο ζοῦσε ὁ Χριστόδουλος ὁ λαός εἶχε μιάν ἐλπίδα: εἶχε ἕναν ἡγέτη! Ἦταν γιά τό λαό μας ὅ,τι καί ὁ Χρυσόστομος γιά τόν ἐγκαταλελειμμένο λαό τῆς Σμύρνης. Καί οἱ δύο ὁδηγήθηκαν στό μαρτύριο: ὁ Σμύρνης ἀπό τόν τουρκικό ὄχλο, ὁ Ἀθηνῶν καί Ἑλλήνων πάντων ἀπό τόν δημοσιογραφικό καί χαμηλοπολιτικό ὄχλο. Ὁ ἕνας πέθανε βασανισμένος, ὁ ἄλλος πέθανε φαρμακωμένος. Κανείς δέν ἤπιε τόσο φαρμάκι ὅσο ὁ Χριστόδουλος. Γιατί εἶχε Παπαφλέσσειο ἀνάστημα καί ὕψωνε φωνή ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος. Κουβαλοῦσε μέσα του τήν παράδοση τοῦ 1821. Μέ τόν λόγο του ξαναζωντάνευε τ᾽ ἀρματολίκι, τούς καιρούς τῆς παλληκαριᾶς καί τῆς λεβεντιᾶς.
Τόν ἔφαγε ἡ χαμέρπεια καί ἡ κακομοιριά. Ἡ χυδαία κακολογία καί μικρολογία. Ἔπρεπε νά πέσει γιά νά πεισθοῦν οἱ κακόπιστοι πόσο μεγάλος ἦταν! Δανείζομαι μιά φράση τοῦ Παν. Κανελλόπουλου γιά νά τόν παραστήσω: «Τόν μικρό τόν γνωρίζει κανείς ἀπό τήν ἄνοδό του· τόν μεγάλο ἀπό τήν πτώση του». Ναί, ὅταν ἔπεσε ὁ Χριστόδουλος, ἦταν σάν νά ἔπεσε ἡ Βασιλική Δρῦς τῆς πατρίδας. Ὁ λαός ἔχασε τόν ἄνθρωπο πού τοῦ προσέφερε ὅραμα, δύναμη, ἀντιστασιακή διάθεση.
Ὁ Χριστόδουλος χτυποῦσε διαρκῶς τήν καμπάνα τοῦ συναγερμοῦ, διότι «ἄκουε τήν βοήν τῶν πλησιαζόντων γεγονότων». Γι᾽ αὐτό εἶχε ἀπέναντί του ὅλους αὐτούς πού ἀπεργάστηκαν τήν σημερινή μας κατάντια. Δυστυχῶς, στήν Ἑλλάδα, ἀντί νά χτυπᾶμε αὐτούς πού βάζουν τήν φωτιά, χτυπᾶμε ἐκείνους πού βαρᾶνε τήν καμπάνα τοῦ συναγερμοῦ. Δεκάδες οἱ φαρέτρες μέ τά δηλητηριασμένα βέλη πού στρέφονταν ἐναντίον του. Μέ τήν δῆθεν σάτιρα ἀπό τήν τηλοψία, ἀπό τό ραδιόφωνο, ἀπό τό πάλκο καί τόν τύπο, οἱ νάνοι ἀντίπαλοί του, τοῦ ἔκαναν τή ζωή του φαρμάκι. Κι αὐτός σάν τόν μάρτυρα Χρυσόστομο συγχωροῦσε.
Εἴχαμε στενή φιλία ἀπό παλιά, ἀλλά ποτέ συνεργασία σέ ἐπαγγελματική βάση. Ἡ γνωριμία μας ξεκίνησε ἀπό μιά ἐπιθετική ἐπιστολή πού τοῦ ἔστειλα ἀπό τό ἐρημητήριό μου στόν Πάρνωνα. Ἔσχισε λαγκάδια καί βουνά νά μέ βρεῖ. Ἔκτοτε δεθήκαμε μέ μιά σχέση ἀδελφική. Δέν θά πῶ ποτέ ὅσα μοῦ εἶχε ἐμπιστευθεῖ. Σέ πολλά μέ ἔπειθε. Σ᾽ ἕνα μόνον δέν μέ ἔπειθε: νά εἶμαι συγχωρητικός. «Εἶμαι Μανιάτης, τοῦ ἔλεγα, καί μέσα στό μανιάτικο φυσικό εἶναι ἡ ἀναίδεια». Ἀναίδεια στ᾽ ἀρχαῖα ἑλληνικά σημαίνει ἄρνηση συγγνώμης. Κι αὐτός γελοῦσε παταγωδῶς. Γιατί ἤξερε πώς δέν σοβαρολογῶ. Ἁπλῶς ἐρέθιζα τήν διάθεσή του γιά εὐτραπελία. Ναί, ἦταν ἕνας μεγάλος «μαΐστορας» τοῦ χιοῦμορ. Στά χρόνια του ἡ Ἐκκλησία «ἔλαμπε ἀπό χαμόγελο», μπῆκε τό γέλιο στήν Ἐκκλησία. Κέρδισε τήν παραπαίουσα νεολαία. «Κι ἐγώ μαζί σας ἀλλά κι ἐσεῖς μαζί μου». Κι οἱ νέοι θά πήγαιναν μαζί του, ἔστω κι ἄν τούς ὁδηγοῦσε στό Ζάλογγο. Θά ἔπεφταν, ἀλλά θά ἔπεφταν σάν τόν Ἴκαρο ἀπό ψηλά.
Εἶχε Ἰκάρειο πνεῦμα μέσα του ὁ Χριστόδουλος. Πετοῦσε πάνω ἀπό τά εὐτελῆ καί τούς εὐτελεῖς σάν τόν βασιλικό ἀητό. Ἐκάλυπτε τούς πάντες μέ τήν καλλιφωνία του, τήν πολυγνωσία του, τήν πολυγλωσσία του, μέ τό ἱλαρό φῶς τοῦ προσώπου του. Ἄγρυπνος σάν τόν Ἄργο, μελετοῦσε τά πάντα κι ἦταν ἐνήμερος γιά τά πάντα. Ἔγραφε ἀκατάπαυστα ἀκόμη κι ὅταν συνομιλοῦσε, ἀκόμη κι ὅταν τηλεφωνοῦσε. Συχνά τόν μάλωνα: «Πότε ξεκουράζεσαι;». Κι αὐτός μέ τό δροσᾶτο γέλιο του: «Ὅταν δουλεύω…!». Τοῦ ἄρεσε νά μέ νευριάζει καί νά μέ πιάνει τό «μανιάτικο», ὁπότε οἱ τύποι πήγαιναν περίπατο. Μέ φώναζε -γιά νά μέ ἐρεθίζει- Σαράντη. Τοῦ ᾽λεγα, τοῦ ξανάλεγα ὅτι Σαράντο -κι ὄχι Σαράντη- λέμε στή Μάνη. Κι αὐτός ἐπέμενε στό Σαράντη, ἔτσι γιά νά μέ «φουρτουνιάζει». Τοῦ ἄρεσε ἡ «φουρτούνα» μου. Κάποτε μοῦ εἶπε περιπαικτικά: «Νά δοῦμε πῶς θά περνᾶς στόν Παράδεισο…». Τόν κοίταξα λοξά καί τοῦ εἶπα εἰρωνικά: «Ἔχω κάνει αἴτηση ὡς ἱστορικός νά πάω στήν Κόλαση. Ἐκεῖ θά βρῶ ὅλους τούς μεγάλους τῆς Ἱστορίας. Κι ἀκόμη θά γλυτώσω κι ἀπό σᾶς τούς δεσποτάδες». Κι ὁ μεγαλόθυμος Χριστόδουλος μέ ἀποστόμωσε -παρότι Θρᾶξ- μέ τό λακωνικό: «Μήν τό πολυελπίζεις αὐτό!..».
Ἔτσι, μέ τό χιοῦμορ, τήν ἑτοιμολογία, τήν λεκτική εὐθυβολία, τήν εὐθυφροσύνη καί τήν μεγαλοφροσύνη ἤξερε νά κερδίζει καρδιές. Βέβαια οἱ μικρόψυχοι τόν φθονοῦσαν. Τόν φθονοῦσαν καί ὅσοι εἶχαν βαλθεῖ νά ξεριζώσουν τή γλῶσσα μας, νά ξεπατώσουν τήν παιδεία μας, νά ξεδοντιάσουν τήν Ἐκκλησία μας, νά σπιλώσουν τήν ἱστορία μας, νά ἀκρωτηριάσουν τήν πατρίδα μας. Τόν φθονοῦσαν ὅλοι αὐτοί πού προσπάθησαν καί προσπαθοῦν νά μετατρέψουν ἕναν γίγαντα λαό, σέ λαό νάνων. Σέ λαό θάμνων, κατά τό δικό τους ἀνάστημα.
Τοῦ ὀφείλω ἄπειρη εὐγνωμοσύνη γιά ὅσα ἔκανε γιά τήν ἡμετέρα φουκαροσύνη: προλόγισε τό βιβλίο μου «Ἀπό τό Μακεδονικό Ζήτημα στήν Ἐμπλοκή τῶν Σκοπίων», πού βγῆκε τόν Ἰανουάριο τοῦ 1992, προλόγισε -καί μάλιστα σέ Ἀττική διάλεκτο- τήν τρίτομη «Ἱστορία τῶν Ἀρχαίων Ἀθηνῶν» καί στάθηκε πάντα πατρικά συμβουλευτικός ἀπέναντι στά παιδιά μου.
Ἀφ᾽ ὅτου ἔφυγε, δέν ἔγραψα οὔτε μίλησα ποτέ γι᾽ αὐτόν. Μόνον μιά φορά, τήν ἡμέρα τῆς κηδείας του εἶπα κάποια λόγια πικρά -ὄχι γι᾽ αὐτόν φυσικάστό Ραδιόφωνο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Σήμερα μιλοῦν ἄλλοι, πού κάποτε τόν εἴχανε πικράνει. Τώρα νιώθουν τί «τζοβαϊρικό» ἀξετίμητο χάσαμε. Κι ἄν σήμερα ἀνταποκρίθηκα στό αἴτημα νά χαράξω τίς γραμμές αὐτές, εἶναι γιατί σέ μιά πρόσφατη ἐπίσκεψή μου στό Α ́ Νεκροταφεῖο τῶν Ἀθηνῶν, εἶδα τάφους γυμνούς ἐπιφανῶν, ἐνῶ ὁ τάφος τοῦ Χριστόδουλου ἦταν πνιγμένος στά λουλούδια. Πῆγα νά κόψω ἕνα γαρύφαλλο κι ἀπό κάτω σ᾽ ἕνα χαρτάκι εἶδα γραμμένη τή φράση: «Σ᾽ ἀποζητοῦμε, Χριστόδουλε!…».
Σ.Καργάκος
http://ekdoseisxrysopigi.blogspot.com

Ο άνθρωπος- θύμα του Δυτικού πολιτισμού


“Ιδού εις τι μετεβάλλετο και τελικώς μετεβλήθη από την Αναγέννησιν έως σήμερον η Ευρώπη: εις εργαστήριον ρομπότ. Το δεν ρομπότ είναι ο αθλιότερος τύπος ανθρώπου....Δεν υπήρξε επί του Πλανήτου τούτου αθλιότερος, ασχημότερος και απανθρωπότερος άνθρωπος, από το ευρωπαϊκό ρομπότ. Εντροπή και αίσχος, αιωνία εντροπή και αιώνιον αίσχος της Ευρώπης, αυτό είναι ο “νέος άνθρωπος” της , άνθρωπος χωρίς Θεόν και χωρίς ψυχήν, ο άνθρωπος ρομπότ. Αφού εφόνευσε  τον Θεό και την ψυχή μέσα του ο τύπος του Ευρωπαίου ανθρώπου, από τινων ήδη δεκαετιών, βαθμηδόν αυτοκτονεί. Διότι η αυτοκτονία είναι ο αναπόφευκτος ακόλουθος της Θεοκτονίας. Η παιδεία χωρίς  Θεόν οδηγεί την Ευρώπην, και δι’ αυτής όλην την οικουμένην, εις τοιούτον σκότος, εις το οποίον η ανθρωπότης δεν έπεσε ποτέ.....”.
          Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2018

Η αράχνη!


Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου ένας στρατιώτης έχασε τη  μονάδα του μέσα στον χαμό των εκρήξεων και των πυροβόλων. Έψαξε για  τους συμπολεμιστές του αλλά προς μεγάλη του θλίψη δεν μπόρεσε να τους  βρει. Είχε μείνει μόνος του σ΄εκείνο το τόπο. Άκουγε τους εχθρούς να  έρχονται κατά το μέρος του. Απεγνωσμένα έψαχνε για καταφύγιο και  κάποια στιγμή το μάτι του έπεσε σε κάποιες σπηλιές στα αντικρινά  βράχια. Γρήγορα σκαρφάλωσε και χώθηκε σε μια από αυτές. Παρότι ήταν  για την ώρα ασφαλής, διαπίστωσε ότι οι εχθροί δεν θα αργούσαν να  σκαρφαλώσουν κι αυτοί, να ψάξουν τις σπηλιές να τον βρουν και να τον  σκοτώσουν.
Όση ώρα περίμενε προσευχήθηκε στο Θεό: "Σε παρακαλώ Θεέ μου, αν θέλεις  προστάτεψε με. Παρόλα αυτά ό,τι είναι θέλημα σου σε αγαπώ και σε  εμπιστεύομαι". Όταν τέλειωσε τη προσευχή του ξάπλωσε ήρεμος και άκουγε  τους εχθρούς που πλησίαζαν. Σκέφτηκε: "Όπως βλέπω ο Θεός δεν πρόκειται  να με βοηθήσει να γλυτώσω αυτή τη φορά".
Τότε παρατήρησε μια αράχνη που ξεκίνησε να υφαίνει τον ιστό της στην  είσοδο της σπηλιάς."Χα!" σκέφτηκε, "αυτό που θέλω είναι πέτρες και  τούβλα και ο Θεός μου έστειλε μια αράχνη και τον ιστό της. Μα τη πίστη  μου ο Θεός έχει χιούμορ!"
Καθώς πλησίαζε ο εχθρός, από τη σκοτεινή μεριά της σπηλιάς έβλεπε τους  στρατιώτες που εξερευνούσαν την μια σπηλιά ύστερα από την άλλη. Όταν  έφτασαν στη δική του ήταν έτοιμος να δώσει την τελευταία του μάχη.  Όμως προς μεγάλη του έκπληξη οι στρατιώτες έριξαν μόνο μια ματιά μέσα  και συνέχισαν στην επόμενη.Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι με τον ιστό στην είσοδο της σπηλιάς  φαινόταν ότι ήταν κλειστή εδώ και πάρα πολύ καιρό."Θεέ μου, συγχώρεσε με" είπε ο νεαρός στρατιώτης. "Είχα ξεχάσει ότι ο  ιστός της αράχνης είναι πιο δυνατός από έναν τοίχο φτιαγμένο από  τούβλα"!

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2018

Σύναξη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Ταξιάρχη


Βιογραφία

Η Ιερά Μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών βρίσκεται στην κωμόπολη Μανταμάδος στην Λέσβο (Μυτιλήνη). Η ημερομηνία ίδρυσης της δεν μας είναι γνωστή. Μπορούμε όμως να υπολογίσουμε ότι το έτος που μπήκε ο θεμέλιος λίθος βρίσκεται εκατοντάδες χρόνια πίσω (περί τον 9ο αιώνα μ.Χ.). Πρόκειται για βυζαντινό μοναστήρι του οποίου η λειτουργία διακόπηκε μάλλον κατά την κατάκτηση του νησιού από τους Τούρκους γύρω στα 1462 μ.Χ.
Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα μ.Χ. ζούσανε εδώ λιγοστοί μοναχοί έχοντας αφιερώσει την ζωή τους στην νηστεία και στην αδιάλειπτη προσευχή και δοξολογία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Η πληροφορία αυτή μας έρχεται από τους εκκλησιαστικούς κώδικες.
Η εικόνα του Ταξιάρχη Μιχαήλ είναι μοναδική σε ό, τι αφορά τον τρόπο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν. H ζωντανή μας παράδοση την τοποθετεί στο 1000 με 1100 μ.Χ. την εποχή δηλαδή, που σ' όλο το Αιγαίο κυριαρχούσαν και λεηλατούσαν τα παράλιά του οι Σαρακηνοί πειρατές. O ιερός αυτός χώρος ήταν ανδρικό Μοναστήρι προς τιμήν των Αρχαγγέλων. O αρχιπειρατής Σιρχάν έμαθε ότι εκεί υπάρχει πολύς πλούτος και μια νύχτα, που οι μοναχοί βρισκόταν στον Ιερό Ναό συγκεντρωμένοι στη θεία τους λειτουργία, μπήκε αυτός και η συμμορία του με σχοινιά από τα τείχη και τους κατάσφαξαν.
Μέσα στο Ιερό Άγιο Βήμα του ναού, μαζί με τον λειτουργούντα ιερέα, βρισκόταν και ένα 17χρονο καλογεροπαίδι, ο δόκιμος Γαβριήλ, που βοηθούσε στα τελούμενα. Αυτός βλέποντας τη φοβερή σφαγή, κατόρθωσε να ξεγλιστρήσει από το παράθυρο του Αγίου Βήματος, να ανεβεί στη σκεπή και να κρυφτεί. Αυτό το αντιλήφθηκαν οι πειρατές και αφού λεηλάτησαν το Ναό και όλο το Μοναστήρι, θέλησαν να πιάσουν και τον δόκιμο για να μην αφήσουν μάρτυρα, που θα ειδοποιούσε τυχόν, τους γύρω συνοικισμούς, οι κάτοικοι των οποίων θα τους έκλειναν το δρόμο προς την θάλασσα, και θα τους χτυπούσαν.
Έβαλαν λοιπόν σκάλες και ανέβηκαν στη στέγη για να τον πιάσουν. Αλλά, η στέγη μετατράπηκε σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα και στο μέσον, πανύψηλος και αγριωπός, με σπαθί στο χέρι που πετούσε αστραπές, ο Ταξιάρχης, έτοιμος να τους επιτεθεί. Πανικόβλητοι οι πειρατές τράπηκαν σε άτακτη φυγή προς τη θάλασσα, αφήνοντας όλα τα κλοπιμαία μέσα στην αυλή του Μοναστηριού. Την άλλη μέρα οι κάτοικοι των γύρω συνοικισμών με αρχηγό τους τον Αλέξη, τον άρχοντα του Στένακα, βρήκαν τους Σαρακηνούς πειρατές σφαγμένους με μια μαχαιριά, που άρχιζε από το μέτωπο και κατέληγε στον ομφαλό.
O δόκιμος μοναχός, που από θαύμα σώθηκε μόλις συνήλθε κατηφόρισε μέσα στο Ναό, για να παράσχει τις πρώτες βοήθειες στους συντρόφους του. Εκεί τους βρίσκει όλους σφαγμένους! Τότε του ήλθε μια θεία έμπνευση. Να συγκεντρώσει το αίμα των σφαγμένων μοναχών, να το αναμείξει με χώμα, να φτιάξει πηλό και να ιστορήσει τη μορφή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, όπως την είδε πάνω στη σκεπή, κατά τη θαυμαστή παρουσία Του. Άρχισε να πλάθει την εικόνα του Ταξιάρχη ανάγλυφη, δίνοντας τη μορφή εκείνη που πάνω στη σκεπή ο ίδιος είδε. Ήταν δε τόσο αφοσιωμένος στη προσπάθεια, να δώσει στον πηλό τη μορφή του Αρχαγγέλου ώστε, δεν πρόσεξε ότι ο πηλός τελείωνε! Έτσι τελείωσε το πρόσωπό του και το υπόλοιπο σώμα Του το έφτιαξε αναγκαστικά πολύ μικρό, δυσανάλογο και ασύμμετρο.
Στο μεταξύ, δυο πειρατές, που είχαν μείνει στην παραλία περιμένοντας τους συντρόφους τους, ανησύχησαν από την αργοπορία και ανηφόρισαν για να τους συναντήσουν. Όταν αντίκρισαν στο πλάτωμα το μακάβριο θέαμα, γύρισαν γρήγορα στα καράβια, οπού περίμενε με αγωνία ο αρχηγός τους, και του διηγήθηκαν την τραγωδία. Μόλις τ' άκουσε εκείνος, χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι και ορκίστηκε εκδίκηση.
Τον επόμενο χρόνο έβαλε σ' εφαρμογή το σχέδιο του για την κατάληψη του Στένακα. Μια νύχτα οι πειρατές αποβιβάστηκαν αθόρυβα στην παραλία και ετοιμάζονταν να επιτεθούν τα χαράματα στη μικρή πολιτεία, που κοιμόταν ανυποψίαστη. Αυτή την κρίσιμη ώρα επεμβαίνει και πάλι ο Ταξιάρχης. Ο Στέφανος, ο γιος του άρχοντα Αλέξη, που μόλις είχε πέσει να κοιμηθεί, βλέπει μπροστά του τον αρχάγγελο. Ήταν πανώριος μες στην ολόχρυση πανοπλία του. Τα ξανθά μαλλιά του χύνονταν στους ώμους κι έδιναν στα κάτασπρα φτερά του χρυσή ανταύγεια. Στο δεξί χέρι κρατούσε πύρινη ρομφαία, ενώ τ' αριστερό ήταν σηκωμένο με τεντωμένο το δείκτη. Χαμογέλασε στο νέο και με γλυκεία φωνή του είπε: «Σήκω πάνω, Στέφανε. Πήγαινε γρήγορα με τον πατέρα σου να ετοιμάσετε την άμυνα της πόλης. Έρχονται οι Σαρακηνοί να σας αφανίσουν. Μη φοβηθείτε! Στο πλευρό σας θα είμαστε εγώ κι ο προστάτης σου Άγιος. Θα σας προστατεύουμε και θα σας καθοδηγούμε. Οι πειρατές έχουν αράξει στον όρμο, κάτω από την πόλη σας. Λίγοι απ' αυτούς θ' αναρριχηθούν στο κάστρο, για να εξουδετερώσουν το σκοπό της πύλης και ν' ανοίξουν την καστρόπορτα. Θα σας επιτεθούν την ώρα που η νύχτα παλεύει με τη μέρα. Προσοχή στην πύλη»!
Τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα είπε ο Ταξιάρχης. Όταν οι κουρσάροι επιτέθηκαν, βρήκαν τους υπερασπιστές στις επάλξεις. Την ίδια ώρα ένα απόσπασμα με αρχηγό το Στέφανο, που είχε κατηφορίσει αθόρυβα στην παραλία, έβαζε φωτιά στα πειρατικά καράβια. Οι πειρατές είδαν τη φωτεινή ανταύγεια της φωτιάς και τα 'χασαν. Ο πανικός που ακολούθησε ήταν απερίγραπτος. Ενώ έτρεχαν προς τη θάλασσα, τους καταδίωκαν έφιπποι οι Στενακιώτες και τους αποδεκάτιζαν. Μια ομάδα με τον αρχιληστή κατάφερε να ξεφύγει, ακολουθώντας πορεία μέσα από το δάσος. Έπεσε όμως πάνω στο απόσπασμα που είχε πριν λίγο κάψει τα καράβια, και βρέθηκε κυκλωμένη. Σε λίγο κι αυτοί οι πειρατές, μαζί με τον αρχιληστή, είχαν εξολοθρευτεί.
Θαύματα της εικόνας του Ταξιάρχη
1) Στο μέτωπο και στα μαγουλά του Ταξιάρχη, οι πιστοί κολλάνε μεταλλικά νομίσματα, που αφήνουν σημάδια στο πρόσωπο του, αλλά γρήγορα εξαλείφονται. Κάθε τόσο τα μάτια του αρχαγγέλου βουρκώνουν, και οι χριστιανοί σκουπίζουν με μπαμπάκι τα δάκρυα του. Το ίδιο κάνουν με τον ίδρωτα, όταν συμβαίνει το πρόσωπο του να Ιδρώνει.
2) Όταν οι πιστοί θέλησαν να οικοδομήσουν έναν νέο Ναό, ο Ταξιάρχης επιτέλεσε άλλο ένα θαύμα.

Η επιτροπή που συγκροτήθηκε για την ανέγερση του, αποφάσισε να χτίσει τον καινούργιο Ναό λίγο μακρύτερα από το μοναστήρι. Οι εργάτες άρχισαν να σκάβουν τα θεμέλια, αλλά το πρωί τα βρήκαν σκεπασμένα με χώμα, ενώ τα εργαλεία τους ήταν στην αυλή του παλιού ναού. Ξαναέσκαψαν τα θεμέλια από την αρχή. Κι όταν βράδιασε, άφησαν επίτηδες τα εργαλεία τους εκτεθειμένα, ενώ μερικοί άνδρες κρύφτηκαν στους θάμνους για να δουν τι θα συμβεί. Τα μεσάνυχτα λοιπόν είδαν κάτι ανέλπιστο: Ένα δυνατό φως σηκώθηκε από τον παλιό ναό, σχημάτισε καμπύλη και στάθηκε πάνω από τα θεμέλια. Ύστερα ακολούθησε την αντίστροφη πορεία και χάθηκε. Οι φύλακες έμειναν εκστατικοί. Συγχρόνως ένιωσαν μυρωδιά από φρεσκοσκαμμένο χώμα. Πλησιάζουν στα θεμέλια και τα βρίσκουν πάλι σκεπασμένα. Τρέχουν στο δέντρο που ήταν κρεμασμένα τα εργαλεία, αλλά εκείνα έλειπαν. Ξεκίνησαν ζαλισμένοι για τον παλιό ναό, στο μοναστήρι του Ταξιάρχη. Είχε αρχίσει να χαράζει, όταν ακούστηκε ξαφνικά ή καμπάνα της μονής. Σταμάτησε για λίγο κι άρχισε πάλι να χτυπάει σιγά και ρυθμικά. Κι όμως, καθώς αργότερα έμαθαν, δεν τη χτυπούσε ανθρώπινο χέρι. Έφτασαν, τέλος, στο μοναστήρι και μπήκαν στην αυλή. Εκεί είδαν ακουμπισμένα στον τοίχο με τάξη τα εργαλεία, στο ίδιο σημείο που τα είχαν βρει και την προηγούμενη μέρα. Κατάλαβαν πια πώς ήταν θέλημα του αρχαγγέλου να χτιστεί ο καινούργιος ναός στη θέση του παλιού.
Όλοι βοηθούσαν στις εργασίες, ακόμα και οι Τούρκοι. Τον σέβονταν από παλιά και τον φοβόντουσαν. Μερικοί απ' αυτούς είχαν τολμήσει να προσβάλουν το ναό του ή να μπουν στο προαύλιο καβάλα στ' άλογο τους, και τότε τον είδαν άγριο να τους κυνηγάει και να τους διώχνει.
Όταν ήρθε η ώρα να μετακινηθεί η ανάγλυφη εικόνα, στάθηκε αδύνατο. Ο Ταξιάρχης εμπόδισε κάθε προσπάθεια για μετακίνηση της. Ήθελε η εικόνα του να παραμείνει εκεί πού την τοποθέτησε ο Γαβριήλ, ο κατασκευαστής της.
Οι εργασίες προχώρησαν γοργά και πλησίαζαν στο τέλος. Τα χρήματα όμως ήταν λιγοστά. Δεν έφταναν ούτε για τα μεροκάματα των εργατών. Συγκεντρώθηκαν τότε τα μέλη της επιτροπής ανεγέρσεως του ναού στο σπίτι του ταμία. Έμειναν μέχρι αργά το βράδυ προσπαθώντας να βρουν κάποια λύση. Μα έφυγαν άπρακτοι. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ο ταμίας καθόταν σε μια πολυθρόνα βαρύθυμος και σκεπτικός, όταν ξαφνικά άνοιξε η πόρτα. Ένας άγνωστος πέρασε μέσα, ανέβηκε τη σκάλα και προχώρησε στο δωμάτιο, όπου βρισκόταν το μπαούλο με τα λιγοστά χρήματα της επιτροπής. Ο ταμίας προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά δεν μπόρεσε. Ένιωθε τα πόδια του καρφωμένα. Άκουσε το μπαούλο ν' ανοίγει κι ύστερα από λίγο να κλείνει. Μετά είδε τον ξένο να επιστρέφει με βήματα αργά και βαριά. Ήταν ένας νέος με σγουρά μαλλιά και ματιά φωτεινή σαν αστραπή. Φορούσε ρόδινο σακάκι και μαύρες μπότες, που ανέβαιναν μέχρι τους μηρούς. Χαμογέλασε στο νοικοκύρη και είπε: «Τα χρήματα για τις πληρωμές βρίσκονται μέσα στο μπαούλο». Ύστερα κούνησε το χέρι, σαν να τον χαιρετούσε, άνοιξε την εξώπορτα και χάθηκε στο σκοτάδι. Ο ταμίας έτρεξε στο μπαούλο. Ήταν κλειδωμένο. Το άνοιξε και τι να δει! Τρεις σειρές από φλουριά, μητζίτια και λίρες. Τα έπιασε στη χούφτα του για να βεβαιωθεί, και τ' άφησε πάλι να πέσουν. Τα χρυσά αυτά νομίσματα, που πρόσφερε για το ναό του ο ίδιος ο αρχάγγελος Μιχαήλ, ήταν ακριβώς όσα χρειάζονταν για να πληρωθούν τα έξοδα, μέχρι και το τελευταίο γρόσι.
3) Στα 1964 μ.Χ., το πρωινό εκείνο της επιθέσεως των Τουρκοκυπρίων στη μαρτυρική Κύπρο, όταν μπήκε ο νεωκόρος στο ιερό προσκύνημα του Μανταμάδου για ν' ανάψει το καντήλι του Ταξιάρχη, είδε κατάπληκτος πως η ολόσωμη εικόνα του έλειπε! Αυτή η απροσδόκητη εξαφάνιση προκάλεσε σύγχυση στον ευσεβή λαό και κράτησε μια βδομάδα. Ξαφνικά, η εικόνα βρέθηκε πάλι στη θέση της, όπως είχε εξαφανιστεί.
Πέρασε καιρός. Ένα χειμωνιάτικο πρωινό ο νεωκόρος του Μανταμάδου άκουσε ποδοβολητό αλόγου. Βγαίνει έξω και βλέπει ένα νέο, πού μόλις είχε ξεπεζέψει, να σηκώνει στους ώμους του ένα κριάρι. Μπήκαν μαζί στο ναό, κι ο νέος προχώρησε στην εικόνα του Ταξιάρχη, απίθωσε εκεί το κριάρι και άναψε λαμπάδα ίση με το μπόι του. Ύστερα γονάτισε, προσκύνησε την εικόνα και χάιδεψε με βουρκωμένα μάτια και τρεμάμενα χείλη το ανάγλυφο πρόσωπο του αρχαγγέλου. «Είναι ο σωτήρας μου», γυρίζει και λέει συγκινημένος στο νεωκόρο. «Αυτός μ' έσωσε από τους Τούρκους. Στα τελευταία γεγονότα με τους Τούρκους, υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία στην Κύπρο. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα της 12ης Αυγούστου, όταν μας ξάφνιασαν τα πυρά των Τουρκοκυπρίων. Ήμασταν πάντα σ' επιφυλακή, γιατί ξέραμε τι ύπουλος εχθρός ήταν απέναντι μας. Μας δυσκόλευαν λίγο οι βολές του πολεμικού τους ναυτικού, αλλά δεν μας έβλαψε καθόλου η αεροπορία τους. Σε λίγες ώρες ελέγχαμε την κατάσταση και προχωρήσαμε στην αντεπίθεση. Λες κι είχαμε στα πόδια μας φτερά. Τους πήραμε φαλάγγι και τους κυνηγήσαμε. Λίγο ακόμα και θα τους ρίχναμε στη θάλασσα. Ενώ τρέχαμε ακράτητοι από ενθουσιασμό και σχεδόν ακάλυπτοι, βλέπω ξαφνικά μπροστά μου, σε πέντε μέτρα απόσταση, να ξεπροβάλλει ένας ακανόνιστος όγκος. Σταμάτησα απότομα, και τότε... μέσα στο σύθαμπο της αυγής διέκρινα ένα τουρκικό πολυβολείο. Είδα την κάννη του πολυβόλου να στρέφεται πάνω μου, και, μη έχοντας που να καλυφθώ, έπεσα με το πρόσωπο στη γη, σκεπάζοντας καλά με το κράνος το κεφάλι μου. "Ταξιάρχη μου, σώσε με!", είπα μέσα μου, κι αμέσως ήρθε στο νου μου ο πατέρας μου, που σώθηκε θαυματουργικά από βέβαιο θάνατο στο αλβανικό μέτωπο, τάζοντας στον Ταξιάρχη ένα κριάρι. "Ταξιάρχη μου σώσε με!", μουρμούρισα πάλι, κάνοντας κι εγώ το ίδιο τάμα. Την ίδια στιγμή ένας εκκωφαντικός κρότος πήρε σχεδόν την ακοή μου. "Με χτύπησαν", σκέφτηκα, κι έφερα στο νου μου τ' αγαπημένα μου πρόσωπα... Ύστερα ένιωσα να μ' ακουμπούν, να με ψάχνουν, να με σηκώνουν. Ήταν οι δικοί μας. "Χτύπησες; Πώς είσαι;", άκουσα αμυδρά τη φωνή τους. Ψάχτηκα, μα δεν βρήκα τραύμα. Τότε θυμήθηκα το πολυβολείο. Κοίταξα προς τα κει, αλλά δεν είδα τίποτα. "Εδώ ακριβώς", φώναξα, "υπήρχε τουρκικό πολυβολείο". Πήγαμε κοντά, ερευνήσαμε, μα δεν το βρήκαμε. Στη θέση πού ορθωνόταν πριν το πολυβολείο, υπήρχαν τώρα μόνο συντρίμμια και μια τεράστια τρύπα. Φαίνεται πώς στην κρίσιμη για μένα στιγμή, κάποια οβίδα πλοίου ή κάποιος όλμος έκανε συντρίμμια το επικίνδυνο πολυβολείο, ενώ συγχρόνως κάποια ανώτερη δύναμη με φύλαξε τελείως αβλαβή κι απ' τα πυρά κι από την έκρηξη».
Ο νεωκόρος, πού μέχρι τώρα παρακολουθούσε συγκινημένος, πήρε το λόγο: «Ναι, παιδί μου, ήταν ο Ταξιάρχης. Αυτός σ' έσωσε. Τότε, με τα επεισόδια της Κύπρου, είχε χαθεί από δω ή εικόνα του για μια βδομάδα». Ο νέος ταράχθηκε. Αγκάλιασε με το βλέμμα του την εικόνα του αρχαγγέλου και τα μάτια του βούρκωσαν. Ήταν ένα ακόμη «ευχαριστώ» για την ανέλπιστη σωτηρία του.

4) Ένα από τα πολλά θαύματα του Ταξιάρχη στο Μανταμάδο της Λέσβου, με προσωπική παρουσία του, είναι και η θεραπεία ενός παιδιού, του Βασίλη Καραστήρη από την Αθήνα.
Ενώ έπαιζε ο μικρός, έπεσε και χτύπησε άσχημα στο κεφάλι. Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου διαπίστωσαν πώς είχε μείνει τυφλός και παράλυτος. Ο διευθυντής κάλεσε τους γονείς του παιδιού στο γραφείο του και τους είπε ότι η κατάσταση του παιδιού είναι σοβαρή και ότι χρειάζεται άμεση επέμβαση, αλλά οι ελπίδες επιτυχίας είναι σχεδόν μηδαμινές.
Το παιδί οδηγήθηκε στο χειρουργείο. Ενώ το ετοίμαζαν για την εγχείρηση, καθώς διηγήθηκε αργότερα το ίδιο, το σκοτάδι των ματιών του διαλύθηκε, κι ένα φωτεινό όραμα πήρε τη θέση του: Βρέθηκε μπροστά σ' ένα ναό με καμάρες, που η πρόσοψη του ήταν χτισμένη με κόκκινες πέτρες. Από την ανοιχτή του πόρτα έβγαινε ένα εκτυφλωτικό φως. Ο Βασιλάκης πλησίασε στην πόρτα, και τι να δει! Ένα ωραίο παλικάρι, λουσμένο στο φως, είχε απλώσει τα χέρια και τον καλούσε: «Έλα Βασίλη, μη φοβάσαι, θα γίνεις καλά. Εγώ θα οδηγώ στην εγχείριση το χέρι του γιατρού». Το παιδί πλησίασε, γονάτισε μπροστά του, αγκάλιασε τα πόδια του νέου κι ακούμπησε το κεφάλι του στον αριστερό του μηρό. Τότε εκείνος άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το κεφάλι του μικρού. Πριν χαθεί η οπτασία, τα παιδικά μάτια πρόλαβαν και είδαν στο βάθος του ναού μια εικόνα μαυριδερή με ασημένιες φτερούγες.Η εγχείριση πέτυχε. Η δράση και οι κινήσεις των μελών επανήλθαν. Οι γιατροί απέδωσαν την επιτυχία σε θαύμα. Ήταν 8 Νοεμβρίου, εορτή των παμμεγίστων Ταξιαρχών.Πέρασαν χρόνια. Έγιναν πολλές άλλ' άκαρπες αναζητήσεις. Ώσπου μια μέρα, σε τηλεοπτική παρουσίαση, αναγνώρισε ανέλπιστα και με συγκίνηση ο Βασίλης το ναό της οπτασίας του. Και πήγε προσκυνητής στον Ταξιάρχη, για να προσφέρει τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης του στο σωτήρα της ζωής του.
5) Ο Γιάννης Απήκος, από το Μανταμάδο της Λέσβου, ξενιτεμένος στη Γερμανία, ζούσε ήσυχα και χριστιανικά με τη γυναίκα του Καλλιόπη. Το Νοέμβριο του 1987 μ.Χ. η Καλλιόπη αρρώστησε σοβαρά με βαρύ εγκεφαλικό. Μεταφέρθηκε αμέσως σε γερμανικό νοσοκομείο, όπου παρέμεινε σε κωματώδη κατάσταση για πέντε βδομάδες. Οι γιατροί δεν της έδιναν ζωή. Ώρα με την ώρα περίμεναν το μοιραίο. Στην οικογένεια επικρατούσαν πόνος και θλίψη. Να όμως πού φάνηκε κάποια ελπίδα: Ο προστάτης του Μανταμάδου, της ιδιαίτερης πατρίδας τους, ο Ταξιάρχης Μιχαήλ. Όλη η οικογένεια γονάτισε αυθόρμητα μπροστά στο εικονοστάσι και σήκωσε τα μάτια ικετευτικά στο εικόνισμα του αρχαγγέλου. Προσευχήθηκαν με πόνο, με πίστη, με δάκρυα. Ύστερα σηκώθηκαν γαληνεμένοι, με κάποια κρυφή ελπίδα.Απ' αυτήν όμως την ομαδική προσευχή απουσίασε ο αδελφός της άρρωστης, ο Ηρακλής. Ήταν μάρτυρας του Ιεχωβά, γι' αυτό είχε ανοίξει αθόρυβα την πόρτα κι είχε εξαφανιστεί. Πρωί-πρωί ξεκίνησαν για το νοσοκομείο. Εκεί δοκίμασαν μια έκπληξη. Η άρρωστη, πού μέχρι χθες βρισκόταν σε κώμα, είχε ανοιχτά τα μάτια και τους κοιτούσε.
- Τι συμβαίνει, Καλλιόπη; ρώτησε ο Γιάννης.
- Που πήγατε την εικόνα του Ταξιάρχη πού είχαμε στο σπίτι; ρώτησε εκείνη με δυσκολία.
- Εκεί είναι, στη θέση της.

Τότε φάνηκε η γυναίκα να ησυχάζει, και με πολύ κόπο συνέχισε.
- Χθες το βράδυ μ' επισκέφθηκε ο Ταξιάρχης και στάθηκε εδώ, δίπλα μου. Ήταν λίγο στενοχωρημένος. Με κοίταξε πονετικά και μου είπε: «Θέλω ν' απλώσω τις φτερούγες μου και να σας σκεπάσω, αλλά δυσκολεύομαι». Με κοίταξε λίγο ακόμα κι εξαφανίστηκε. Τι συμβαίνει Γιάννη; Γιατί διστάζει ο Ταξιάρχης»;
Ο Γιάννης αμέσως κατάλαβε. Το εμπόδιο ήταν ο χιλιαστής αδελφός της. Το βράδυ τον συνάντησε, τον ενημέρωσε και, τελειώνοντας, τόνισε:
- Ο αρχάγγελος, Ηρακλή, δεν θέλει μόνο τη σωματική θεραπεία της αδελφής σου, αλλά και τη δική σου την ψυχική. Θέλει τη σωτηρία σου. Θέλει την επιστροφή σου στην ορθόδοξη πίστη. Και μαζί μ' αυτή, θέλει και την προσευχή σου για την αδελφή σου.
Σε λίγο άρχισε ένας αγώνας σκληρός. Πάλευε ο χιλιαστής με την ορθόδοξη χριστιανική του συνείδηση. Η τελευταία είχε σύμμαχο την αγάπη της αδελφής του. Τελικά υπέκυψε στη δύναμη του Χρίστου, γονάτισε μπροστά στο εικονοστάσι, προσευχήθηκε με δάκρυα, αναγεννήθηκε.
Το πρωί βιάστηκαν όλοι να πάνε στο νοσοκομείο. Μα τι να δουν! Η άρρωστη τους περίμενε όρθια. Ο θάλαμος ήταν γεμάτος από γιατρούς και νοσοκόμες. Τα είχαν όλοι χαμένα.
- Τη νύχτα, άρχισε να λέει χαρούμενη η Καλλιόπη, άκουσα μέσα στην ησυχία δυνατό φτερούγισμα. Κοιτάζω ξαφνιασμένη, και βλέπω πάλι τον Ταξιάρχη. Τώρα όμως ήταν χαρούμενος και γελαστός. «Θα γίνεις καλά», μου είπε. Σήκωσε το χέρι του, με σταύρωσε, μου χαμογέλασε και χάθηκε. Έκανα να σηκωθώ, και είδα πως μπορούσα. Στο θάλαμο νοσηλευόταν μια ακόμη άρρωστη. Με είδε που περπατούσα, ήρθε και μ' αγκάλιασε. «Τα είδα όλα», μου είπε. «Είδα να σε πλησιάζει στο κρεβάτι σου κάποιος ψηλός, μαυριδερός και λευκοντυμένος άνδρας. Τον είδα να κουνάει τα χέρια του. Και ξαφνικά χάθηκε... Στην αρχή νόμισα πως ήταν γιατρός με την άσπρη μπλούζα. Αυτός όμως ήταν ασυνήθιστα ψηλός, πάνω από δύο μέτρα. Δεν πατούσε στη γη και δεν έκαναν θόρυβο τα πόδια του. Με την παρουσία του ξεχύθηκε μια ευωδιά στο δωμάτιο. Τρόμαξα και σκεπάστηκα περισσότερο».
- Τι θα κάνουμε τώρα; ρώτησε ο Γιάννης το γιατρό.
- Δεν ξέρω, κύριε. Μόνο ένα θαύμα μπορούσε να φέρει αυτό το αποτέλεσμα. Και το θαύμα έγινε!
Την άλλη μέρα ο Γιάννης βρισκόταν κιόλας στην πατρίδα του, μπροστά στον Ταξιάρχη, κι έβρεχε την ιερή εικόνα του ευεργέτη του με δάκρυα χαράς κι ευγνωμοσύνης.
6) Θαυμαστές επεμβάσεις του Ταξιάρχη Μανταμάδου στη ζωή της αφηγήθηκε και η κ. Μιχαηλάρη από την Ελευσίνα. Ήταν άτεκνη, καθώς και η αδελφή της, κι επειδή ποθούσαν ν' αποκτήσουν παιδί, στράφηκαν με πίστη στο Θεό και στη μεσιτεία του αρχαγγέλου. Σε μια αγρυπνία που έκαναν προς τιμήν του Ταξιάρχη, τον παρακάλεσε με θέρμη η κ. Μιχαηλάρη για το πρόβλημα της. Τα ξημερώματα την πήρε λίγο ο ύπνος. Είδε ότι βρισκόταν στο ναό του αρχαγγέλου με την αδελφή της, όταν ξαφνικά παρουσιάστηκε ο Ταξιάρχης με όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Γονάτισε αμέσως και τον παρακάλεσε να τους χαρίσει από ένα παιδί. Κι εκείνος άπλωσε το χέρι του, σαν να ήθελε να τις καθησυχάσει, και είπε: «Μην ανησυχείτε. Κι οι δυο σας θα κάνετε παιδιά. Να ευχαριστήσετε το Θεό γι' αυτό Του το δώρο».
Σε τέσσερα χρόνια η αδελφή της απέκτησε παιδί, η ίδια όμως όχι. Πέρασαν εννέα χρόνια, οπότε άρχισε ν' απελπίζεται. Στράφηκε τότε στην επιστήμη. Ταλαιπωρήθηκε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Πληροφορήθηκε ότι στην Αγγλία υπήρχε ένας γιατρός που μπορούσε με εγχείρηση να οδηγήσει στην τεκνοποίηση, με πιθανότητες μία στις εκατό. Το αποφάσισε και ετοιμάστηκε για το ταξίδι. Ένιωθε όμως έλεγχο συνειδήσεως. Την τελευταία στιγμή δίστασε. Σκέφτηκε να καταφύγει στον Ταξιάρχη για να τη φωτίσει τι να κάνει. Πήγε στο ναό του, στο Μανταμάδο, και τον παρακάλεσε. Και το ίδιο βράδυ, ενώ προσευχόταν, τον είδε να βγαίνει ολοζώντανος άπ' το εικόνισμα του, μ' ένα βλέμμα παραπονεμένο, σαν να της έλεγε: «Γιατί λιγοψύχησες; Γιατί έχασες την πίστη σου και την ελπίδα στο Θεό; Δεν πείστηκες άπ' το παράδειγμα της αδελφής σου;».
Έπεσε αμέσως μετανοημένη και ζήτησε με δάκρυα συγχώρηση. Τότε τον άκουσε να της λέει: «Δεν θα πας έξω. Εκεί δεν πρόκειται να κάνεις παιδί. Εδώ θα το αποκτήσεις».Σ' ένα μήνα ήταν έγκυος κι έφερε στον κόσμο ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, τη Βαρβάρα. Όταν η μικρή ήταν έξι χρονών, πήγανε στο ναό του αρχαγγέλου για να κάνουν μια ευχαριστήρια αγρυπνία.Η μητέρα άφησε το παιδί σ' ένα κελί για να κοιμηθεί και πήγε στην εκκλησία. Όταν τελείωσε η λειτουργία και γύρισε στο κελί, η μικρή της είπε: «Εσύ, μαμά, ήσουν στην εκκλησία, αλλά ο Ταξιάρχης ήταν μαζί μου όλη τη νύχτα και μου κρατούσε συντροφιά».Αργότερα, η ευλαβής γυναίκα δοκίμασε άλλη μια θαυμαστή εκδήλωση της προστασίας του αρχαγγέλου. Ανήμερα των Ταξιαρχών το 1989 μ.Χ., την έπιασε δυνατός πόνος στη μήτρα. Σε λίγο καιρό η κατάσταση επιδεινώθηκε. Έγιναν οι απαραίτητες εξετάσεις και οι γιατροί συνέστησαν να γίνει εγχείρηση.Εκείνη, μόλις το άκουσε, αρνήθηκε, κι άρχισε να κλαίει σαν μικρό παιδί. Κατέφυγε πάλι στον Ταξιάρχη, και ζητούσε με επιμονή και πίστη το θαύμα του. Με την προσευχή ηρέμησε, κι όταν το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί, βλέπει στον ύπνο της την Παναγία - βασίλισσα στο θρόνο - και πλάι της τον Ταξιάρχη. Της χαμογελούσαν. Το πρωί ξεκίνησε για να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Έκανε πολλές εξετάσεις και περίμενε τ' αποτελέσματα. Κάποια στιγμή την κάλεσαν οι γιατροί και της είπαν ότι δεν έχει απολύτως τίποτα. Από τότε είναι εντελώς υγιής και δοξάζει τον Κύριο και τη χάρη του Αρχαγγέλου Του.

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΗΣΣΟΝΟΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ

Η ελληνική πολιτεία δίνει την εντύπωση ότι ζητά ένα εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο θα κυριαρχήσει και πάλι η αρχή της ήσσονος προσ...