ΚΑΘΕ ΑΓΙΟΣ όταν είναι ζωντανός βρίσκεται πάντα ΕΠΙ-ΚΗΡΥΓΜΕΝΟΣ, διότι ως αληθινός και τίμιος είναι πάντα απρόβλεπτος και μία ωρολογιακή βόμβα για τα ανθρώπινα στεγανά καθεστώτα.(Βλ.Άγιο Αθανάσιο ,Άγιο Νεκτάριο, Άγιο Γαβριήλ εκ Γεωργίας κ.α.)
ΚΑΘΕ ΑΓΙΟΣ όταν είναι ζωντανός βρίσκεται πάντα ΕΠΙ-ΚΗΡΥΓΜΕΝΟΣ, διότι ως αληθινός και τίμιος είναι πάντα απρόβλεπτος και μία ωρολογιακή βόμβα για τα ανθρώπινα στεγανά καθεστώτα.(Βλ.Άγιο Αθανάσιο ,Άγιο Νεκτάριο, Άγιο Γαβριήλ εκ Γεωργίας κ.α.)
«Χριστιανός άθεος» ή πιστεύοντας στον Θεό,
Η έκφραση «χριστιανός άθεος» αποτελεί εκ πρώτης όψεως οξύμωρο σχήμα, δεδομένου ότι συνδυάζει δύο φαινομενικά αντιφατικούς όρους. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η συγκεκριμένη αντιφατική έκφραση περιγράφει μια πολύπλευρη πνευματική πραγματικότητα, που αναδεικνύει με αυξανόμενη ένταση, την απόσταση ανάμεσα στην ομολογία της πίστης και την πραγματική υπαρξιακή συμμετοχή στη ζωή του Θεού.[1]
Η βιβλική παράδοση αναφέρεται επανειλημμένα στον κίνδυνο μίας «νεκρής πίστεως», δηλαδή μίας πίστεως που δεν συνοδεύεται από έργα, όπως αναπτύσσεται ρητώς στην καθολική επιστολή του Ιακώβου.[2] Επιπλέον, συναντούμε την πραγματικότητα της υποκριτικής λατρείας, όταν ο άνθρωπος τιμά τον Θεό με τα χείλη, ενώ η καρδιά του παραμένει μακριά απ’ Αυτόν.[3] Από τα αποστολικά μάλιστα χρόνια, η Εκκλησία βρέθηκε αντιμέτωπη με το φαινόμενο εκείνων των «αθέων πιστών», εκείνων που είχαν μόνο μία επιφανειακή εξωτερική μορφή ευσέβειας, αλλά ταυτόχρονα είχαν αρνηθεί τη δύναμη αυτής. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμήνευσαν την κατάσταση αυτή όχι απλώς ως ηθική αδυναμία, αλλά ως απώλεια της ζωντανής και προσωπικής σχέσης με τον Χριστό, που καλείται να αποκαταστήσει η μετάνοια, η προσευχή και η μυστηριακή ζωή.
Στο σύγχρονο κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι, όπου κυριαρχούν η εκκοσμίκευση, ο ατομικισμός, ο σχετικισμός, ο άκρατος και άκριτος δικαιωματισμός και η λειτουργική «κατανάλωση» της θρησκείας, το φαινόμενο του «χριστιανού αθέου» καθίσταται ολοένα και πιο διαδεδομένο. Συχνά η πίστη περιορίζεται σε μια θεωρητική αποδοχή, σε μια απλή πολιτισμική ταυτότητα ή ακόμα και σε έναν «ασφαλιστικό μηχανισμό» απέναντι στον θάνατο, χωρίς να παράγει ουσιαστική υπαρξιακή μεταμόρφωση στον άνθρωπο. Η στοχευμένη αντιμετώπιση αυτής της εσωτερικής κρίσης προϋποθέτει από την Εκκλησία μια ποιμαντική προσέγγιση που δεν αρκείται στην καταγγελία, αλλά παρακινεί τον άνθρωπο να εισέλθει ξανά σε μια βαθύτερη και ζωντανή σχέση με τον Ζώντα Θεό.
Επομένως, ο όρος «χριστιανός άθεος» δεν πρέπει να ερμηνευτεί απλώς ως κριτική προς όσους επιδεικνύουν «ελλιπή» πίστη, αλλά ως ένα πνευματικό σύμπτωμα που απαιτεί από την Εκκλησία να προβεί σε εσωτερική αυτοκριτική και να καλλιεργήσει ποιμαντικές παρεμβάσεις με υπευθυνότητα και ευαισθησία. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δεν αφορά αποκλειστικά τον «άλλον», αλλά συχνά αντανακλά και πτυχές της δικής μας προσωπικής ζωής, ειδικά όταν αυτή απομακρύνεται από την καθημερινή εμπειρία της χάριτος.
1. Χαρακτηριστικά του «χριστιανού αθέου»
Σύμφωνα με την ποιμαντική πρακτική, ο «χριστιανός άθεος» παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα (αναφέρονται επιγραμματικά, καθώς η αναλυτική παρουσίασή τους θα υπερέβαινε κατά πολύ τα όρια του παρόντος σύντομου κειμένου), τα οποία μαρτυρούν ασυνέπεια μεταξύ ομολογίας πίστεως και καθημερινής ζωής. Έτσι, ένας «χριστιανός άθεος» μπορεί να:
1. Πιστεύει στον Θεό χωρίς να Τον γνωρίζει σε προσωπικό επίπεδο.
2. Πιστεύει στον Θεό, ωστόσο δεν προσεύχεται.
3. Πιστεύει στον Θεό, αλλά δεν Τον εμπιστεύεται στις πρακτικές επιλογές της καθημερινότητας.
4. Πιστεύει στον Θεό, αλλά αμφιβάλλει για την δικαιοσύνη και την αγάπη Του.
5. Πιστεύει στον Θεό, αλλά εκφράζει αμφιβολίες ή απορρίπτει την Εκκλησία ως θεσμό.
6. Πιστεύει στον Θεό, όμως εμπιστεύεται περισσότερο τα χρήματα.
7. Πιστεύει στον Θεό, αλλά αδυνατεί να συγχωρεί τους συνανθρώπους του.
8. Πιστεύει στον Θεό, αλλά ζει κυρίως για την προσωπική του άνεση και υλική ευημερία.
9. Πιστεύει στον Θεό, αλλά αποφεύγει την ενεργή μυστηριακή ζωή.
10. Πιστεύει στον Θεό, αλλά απομακρύνεται από τη ζωντανή συμμετοχή στη ζωή της εκκλησιαστικής κοινότητας.
11. Πιστεύει στον Θεό, αλλά αγνοεί την Αγία Γραφή.
12. Πιστεύει στον Θεό, αλλά δεν ενσωματώνει τις χριστιανικές αξίες στις καθημερινές ηθικές και υπαρξιακές επιλογές του.
13. Πιστεύει στον Θεό, όμως αδυνατεί να υπομένει τον πόνο, τις δοκιμασίες και τους πειρασμούς.
14. Πιστεύει στον Θεό, αλλά απορρίπτει την έμπρακτη μετάνοια.
15. Πιστεύει στον Θεό, αλλά αγνοεί συστηματικά τη σημασία της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αγάπης προς τον πλησίον και της φιλανθρωπίας.
16. Πιστεύει στον Θεό, αλλά επιδιώκει μια επιφανειακή θρησκευτικότητα χωρίς ριζική μεταμόρφωση του νου και της καρδιάς, του «έσω ανθρώπου».
17. Πιστεύει στον Θεό, αλλά περιορίζεται σε «από μηχανής» θρησκευτικές συνήθειες.
18. Πιστεύει στον Θεό, αλλά συγχέει την πνευματική ζωή με μια αόριστη ηθικολογία.
19. Πιστεύει στον Θεό, όμως δεν θεωρεί τη σχέση μαζί Του ως ζωντανή κοινωνία, αλλά ως απλή ιδεολογική αναφορά.
20. Ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό….
2. Ποιμαντική προοπτική
Η απλή παράθεση των χαρακτηριστικών του φαινομένου του «χριστιανού αθέου» δεν αποσκοπεί στην καταδίκη ή τον στιγματισμό, αλλά παρακινεί και καθοδηγεί την ποιμαντική διακονία με στόχο την ενίσχυση της αυθεντικής και βιωματικής σχέσης του πιστού με τον Θεό. Η ποιμαντική προσέγγιση απαιτεί διάκριση, ευαισθησία και συστηματική καθοδήγηση από τον ποιμένα ή τον κάθε λαϊκό χριστιανό, ο οποίος οφείλει να προσεγγίζει όσους βιώνουν αυτήν την πνευματική αντίφαση με μεθόδους ικανές να στηρίζουν την προσωπική μεταμόρφωση και την ενεργό συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας.
Η ποιμαντική διακονία απέναντι στον «χριστιανό άθεο» χρειάζεται να είναι βαθιά εμπνευσμένη από το πνεύμα της Ορθόδοξης παράδοσης και του Ευαγγελίου, με καρδιά ανοιχτή και χέρια που αγκαλιάζουν. Πρωταρχικός στόχος είναι η αγαπητική, αλλά σταθερή καθοδήγηση του «χριστιανού αθέου» προς τη ζωντανή πίστη, μέσα από την αναγνώριση και την αποδοχή των πνευματικών αδυναμιών και των στρεβλώσεών του. Αυτό σημαίνει ότι ο πιστός καλείται να εισέλθει στην πνευματική άσκηση της ταπεινής και καθοδηγούμενης αυτοκριτικής, μέσα στην ζωντανή αγκαλιά της Εκκλησίας. Εκεί, μέσω του ιερού μυστηρίου της Μετανοίας και Εξομολογήσεως, φανερώνεται η ιαματική δωρεά του Θεού, η οποία διαλύει τα σκοτάδια, ελευθερώνει από την εσωτερική ξηρασία και γεμίζει την ψυχή με το φως και τη δύναμη της θείας χάριτος.
Η καθημερινή προσευχή οφείλει να γίνει το βασικό στοιχείο της ζωής του πιστού, ως συνάντηση της ψυχής με τον ζωντανό Θεό. Τα μυστήρια της Εκκλησίας, από το Βάπτισμα μέχρι τη Θεία Κοινωνία, να γίνουν γέφυρες μυστικής ένωσης με τον Χριστό, αναγεννώντας τον άνθρωπο εκ των έσω, ώστε η πίστη να φανερώνεται όχι μόνο ως θεωρία, αλλά ως βιωμένη πραγματικότητα και πηγή εκκλησιαστικής ενότητας.
Επιπρόσθετα, ο διάλογος και η συμβουλευτική είναι συστατικά μέρη της ποιμαντικής προσέγγισης. Με υπομονή και αγάπη, ο ποιμένας ακούει τον πιστό, στέκεται δίπλα του στα αδιέξοδα και στις εσωτερικές συγκρούσεις, και μέσα από την πνευματική νουθεσία και την ποιμαντική συμβουλευτική, φωτίζει τα σκοτεινά σημεία της ψυχής, ώστε να γεννηθούν η ελπίδα και η πνευματική ωριμότητα.
Τέλος, η ενορία, ως ζώσα εκκλησιαστική κοινότητα, καλείται να στηρίξει τον «χριστιανό άθεο» με ζεστή αγκαλιά, ενισχύοντας την ενεργό συμμετοχή του στα φιλανθρωπικά και κοινωνικά έργα, εκεί όπου γίνεται πράξη η πίστη και ζωντανεύει το Ευαγγέλιο στο πρόσωπο του άλλου. Η ποιμαντική διακονία λειτουργεί ως σπόρος ενσυνείδητης και ευαγγελικής ζωής, βοηθώντας τον πιστό να παίρνει καθημερινές αποφάσεις που αναδεικνύουν την πίστη ως τρόπος ζωής και όχι ως απλή θεωρία.
Η ποιμαντική τέχνη και επιστήμη δεν αποβλέπει απλώς σε εξωτερικές αλλαγές, αλλά στην αναγέννηση της πίστης ως απτής και βιωμένης εμπειρίας του ζωντανού Θεού, η οποία μεταμορφώνει τον άνθρωπο ολοκληρωτικά και τον καθιστά φως στον κόσμο, ζωντανή μαρτυρία της Εκκλησίας ως σώμα Χριστού. Μόνο έτσι ένας «χριστιανός άθεος» μπορεί να μεταμορφωθεί σε «ὑπηρέτη Χριστοῦ καὶ οἰκονόμο τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ».[4]
Ο κ. Χρήστος Γιανναράς ήταν καλεσμένος στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Ασπροπύργου τον Φεβρουάριο του 2010 και μίλησε με θέμα: "Η Ελληνικότητα ως προσωπική εύρεση". Στην ομιλία του αναρωτήθηκε τι προσφέρει στη πληρότητα της ζωής η ελληνική πολιτισμική ταυτότητα και αναφέρθηκε στο ζήτημα της ύπαρξης μιας στάσης ζωής που εξυπηρετεί συγκεκριμένες ανάγκες ενός τρόπου του βίου (πολιτισμού), που ενδιαφέρει παναθρώπινα, και θα μπορούσε μέσα από όλες τις εκφάνσεις του (τέχνη, αρχιτεκτονική, μεταφυσική) να χαρακτηρισθεί ως ελληνική ιδιαιτερότητα. Στο τέλος ακολούθησε συζήτηση με τους συμμετέχοντες.
Στις δύσκολες ώρες του σταυρικού θανάτου του Χριστού και ενώ οι μαθητές του διασκορπίστηκαν «εις τα ίδια» τρομοκρατημένοι, αναλαμβάνουν δράση και κηδεύουν τον Ιησού οι κρυφοί μαθητές Ιωσήφ και Νικόδημος, συνεπικουρούμενοι από τις πανταχού παρούσες Μυροφόρες, που πλαισίωναν πάντα τη Μητέρα του Κυρίου (Κυριακή των Μυροφόρων).
«Άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας» ήταν ο Ιωσήφ και «ευσχήμων βουλευτής». Κατείχε το αξίωμα του βουλευτή, ήταν δηλαδή σεβαστό και επίσημο μέλος του ιουδαϊκού συνεδρίου. Αλλά ήταν και μαθητής του Ιησού, «κεκρυμμένος δε διά τον φόβον των Ιουδαίων». Είχε μαθητεύσει στον Χριστό, αλλά κρυφά, για να μη διακινδυνεύσει τη θέση του. Είχε εγκολπωθεί το κήρυγμα του Χριστού περί της Βασιλείας του Θεού και ανέμενε και αυτός τον ερχομό της.
Παρομοίως και ο Νικόδημος ήταν μέλος του συνεδρίου, από την τάξη των Φαρισαίων, «άρχων των Ιουδαίων» και «διδάσκαλος του Ισραήλ». Για να αποφύγει την πολεμική εκ μέρους των Φαρισαίων, πήγαινε και συνομιλούσε με τον Χριστό κρυφά τη νύχτα. Και πολλοί άλλοι «εκ των αρχόντων επίστευσαν» στον Χριστό, αλλά από τον φόβο των Φαρισαίων δεν το ομολογούσαν αυτό φανερά, για να μην τους διώξουν από τη συναγωγή. «Ίνα μη αποσυνάγωγοι γένωνται».
Θα έλεγε κανείς ότι ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος και άλλοι άρχοντες που πίστευαν κρυφά στον Χριστό, δεν τηρούσαν στάση σωστή. Μήπως αγάπησαν και αυτοί τη δόξα των ανθρώπων περισσότερο από τη δόξα του Θεού, όπως λέει για κάποιους ο ευαγγελιστής Ιωάννης; Όμως οι βιαστικές κρίσεις είναι πάντα επισφαλείς. Καλό είναι να αποφεύγονται. Όταν δεν περιμένουμε την τελική έκβαση των πραγμάτων, αλλά προδικάζουμε το αποτέλεσμα, μπορεί να πέσουμε έξω.
Έτσι και τα γεγονότα που συνόδευσαν το Πάθος του Χριστού, έφεραν τα άνω κάτω, ανέτρεψαν άρδην τις υπάρχουσες ισορροπίες. Οι φανεροί μαθητές κρύφτηκαν περιδεείς, ενώ οι κρυφοί τόλμησαν το αδιανόητο. Ο Ιωσήφ διαχώρισε τη θέση του στο συνέδριο και, κόντρα στη γνώμη των πολλών, αρνήθηκε ευθαρσώς να συνυπογράψει την καταδίκη του Χριστού. Και επειδή οι καταδικασμένοι σε σταυρικό θάνατο δεν θάπτονταν, αλλά ρίπτονταν βορά στα θηρία, ο Ιωσήφ δεν δίστασε να παρουσιαστεί στον Πιλάτο και να ζητήσει άδεια ταφής του Χριστού, την οποία και πραγματοποίησε με τη βοήθεια του Νικοδήμου. «Θάρσος έλαβον οι πρώην δειλιώντες».
Πόσο θα τους αδικούσαμε, αν σπεύδαμε να τους κρίνουμε πρόωρα, προ του τέλους, επιπόλαια!
Τον παλιό καιρό κάποτε ένα δεκάχρονο παιδί μπήκε σε κάποιο ζαχαροπλαστείο, κάθισε σ’ ένα τραπέζι και ρώτησε τη σερβιτόρα:
«Πόσο κάνει ένα παγωτό σοκολάτα με αμύγδαλα;»
«Εξήντα δραχμές», απάντησε εκείνη.
Το παιδί έβγαλε από την τσέπη μια χούφτα κέρματα κι άρχισε να μετράει.
«Και πόσο κάνει χωρίς αμύγδαλα;» ρώτησε ξανά λίγο μουδιασμένο.
Άλλοι πελάτες περίμεναν, η κοπέλα άρχισε να χάνει την υπομονή της με το παιδί που την καθυστερούσε.
«Σαράντα πέντε δραχμές», του είπε ενοχλημένη.
Το παιδί μέτρησε πάλι τα κέρματα και είπε:
«Θέλω ένα παγωτό σοκολάτα χωρίς αμύγδαλα».
Η σερβιτόρα έφερε την παραγγελία με την απόδειξη. Το παιδί έφαγε το παγωτό, πλήρωσε στο ταμείο και έφυγε. Όταν η σερβιτόρα ήρθε στο τραπέζι να μαζέψει, τα μάτια της δάκρυσαν. Δίπλα στο άδειο πιατάκι, τακτοποιημένα όμορφα, βρίσκονταν κέρματα αξίας δέκα πέντε δραχμών. Το παιδί στερήθηκε τα αμύγδαλα στο παγωτό του για να της αφήσει φιλοδώρημα. Μήπως ανήκεις και συ σ’ αυτούς που βγάζουν βιαστικά συμπεράσματα;
Χριστός ανέστη! Καλή, ευλογημένη εβδομάδα! Καλό μήνα!
Συχνά διαπιστώνουμε ὅτι καί πολλοί συνειδητοί χριστιανοί εἶναι δέσμιοι τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος, γι’ αὐτό καί δέν ἔχουν ἰδιαίτερη πνευματική πρόοδο. Ἀρέσκονται νά συζητοῦν γιά θέματα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, χωρίς ὡστόσο νά παίρνουν μερικές ἀποφάσεις πού εἶναι ἀναγκαῖες. Ἀδιαφοροῦν γιά οὐσιώδη ζητήματα καί καθήκοντα, γιατί τά θεωροῦν δεδομένα, ἀλλά εἶναι ἀνύπαρκτα στούς ἴδιους!
Συναντάμε μία τάξη σταυροφορούντων ανθρώπων να φέρνουν σταυρό και μάλιστα σοβαρό σταυρό μέσα στο ανδρόγυνο. Και εκεί, εάν κάποιος θελήσει να εξετάσει, και θελήσει ο άλλος να απαντήσει με ειλικρίνεια, θα πει ότι μόνος μου τον έφτιαξα τον σταυρό. Φτάσαμε, λέει, στον χωρισμό. Το ανδρόγυνο σταυροφορεμένο. Ο σύζυγος από δω με παιδιά, που του άφησε η γυναίκα. Η σύζυγος από εκεί με παιδιά, που της άφησε ο σύζυγος. Και είναι χωρισμένοι χωρίς παιδιά και φέρουν ένα σταυρό στον ώμο τους. Και μια αλυσίδα πίσω να κρέμεται. Διότι όσο και να θέλουμε εμείς να τον διαλύσουμε τον γάμο και να κάνουμε άλλους και άλλους, η αλυσίδα η πρώτη του γάμου πάντοτε θα σύρεται και θα είμαστε σαν το σκυλί που κόβει την αλυσίδα και γυρίζει στην αγορά, αλλά και ξαναγυρίζει κοντά και το κτυπά πάντοτε και του λέει· Εκεί είναι η πρώτη σου δουλειά. Και αν αναρωτηθεί το ανδρόγυνο αυτό, προς τι ο σταυρός αυτός επάνω μας σήμερα; γιατί οι στενοχώριες αυτές; γιατί οι θλίψεις; Θα δούμε, ότι από τις δικές μας τις ενέργειες οφείλεται. Ας το ομολογήσουμε.
Είναι ο Μοναχός Θεόκλητος, αδελφός της Ιεράς Μονής Βαρλαάμ Μετεώρων
Τη χειροτονία τέλεσε σε κλίμα βαθιάς κατάνυξης ο Μητροπολίτης Σταγών και Μετεώρων Θεόκλητος, ο οποίος κατά την προσφώνησή του αποκάλυψε τη συγκλονιστική πορεία του νέου κληρικού. Πρόκειται για έναν νέο Ισραηλινής καταγωγής, γιο Ραβίνου – πατέρα 9 τέκνων, ο οποίος αναζητώντας την αλήθεια αναγνώρισε στο πρόσωπο του Χριστού τον Μεσσία.
Παρά τις δυσκολίες και τους διωγμούς, βαπτίστηκε Ορθόδοξος και βρήκε το πνευματικό του λιμάνι στα Μετέωρα.
Κλείνοντας, ο Σεβασμιώτατος χαρακτήρισε τους μοναχούς των Μετεώρων ως πνευματικά «αλεξικέραυνα» που ελκύουν τη Χάρη του Θεού και προστατεύουν την κοινωνία.
Η λαμπρή ακολουθία ολοκληρώθηκε με την ιαχή «Άξιος» να δονεί τον Ναό από τους εκατοντάδες παρισταμένους, οι οποίοι έσπευσαν να λάβουν την ευχή του νέου Διακόνου.
Ηεπίτευξη της αθανασίας μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας
αποτελεί ένα νέο όραμα που βρίσκεται σε ανταγωνισμό με αυτά των παραδοσιακών
θρησκειών. Ο Θεοφάνης Τάσης, καθηγητής Φιλοσοφίας της Πληροφορίας στο Τμήμα
Τεχνών Ήχου και Εικόνας του Ιονίου Πανεπιστημίου και συγγραφέας του βιβλίου
Ψηφιακός Ανθρωπισμός: Τεχνητή Νοημοσύνη και Τέχνη του Βίου (Αρμός, 2025),
εξηγεί στο «Βήμα» πώς στον μετανθρωπισμό η διάκριση λογισμικού και υλισμικού
αντικαθιστά την παλαιότερη μεταξύ ψυχής και σώματος.
Αναπτύσσει την προσωπική του φιλοσοφία για το αλληλένδετο της
ψυχικής και της σωματικής διάστασης του ανθρώπου και για μια έννοια μέτρου
αντλημένη από την ελληνική σοφία, η οποία θα μας επιτρέψει να βάλουμε όρια ως
έναν τρόπο να είμαστε πραγματικά ελεύθεροι.
Ποια είναι η φιλοσοφική ανθρωπολογία που προϋποτίθεται στα
οράματα για ψηφιακή αθανασία;
Ο τεχνολογικός μετανθρωπισμός, ο οποίος πρεσβεύει τη
δημιουργία μιας τεχνητής υπερνοημοσύνης ως αποστολή του ανθρώπινου είδους
θεωρεί ότι η μεταφόρτωση της συνείδησης είναι ένα στάδιο για την επίτευξή της.
Δεν ανήκουν όλοι όσοι υποστηρίζουν τη μεταφόρτωση σε αυτό το είδος
μετανθρωπισμού, ωστόσο η μεταφόρτωση της συνείδησης εμφανίζεται κυρίως σε αυτό
το ρεύμα σκέψης. Προσωπικά, το αντιλαμβάνομαι κυρίως ως ένα εγχείρημα επίτευξης
αθανασίας που δεν περνά μέσα από τις παραδοσιακές θρησκείες, αλλά είναι επιτεύξιμη
μέσω της τεχνικής. Η εναλλακτική επίτευξη αθανασίας μέσω της τεχνικής είναι με
την ανθρώπινη αναβάθμιση.
Ἔτυχε νὰ περπατῶ, πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες, στοὺς δρόμους μικρῆς
εὐρωπαϊκῆς πόλης, ἐπαρχιακῆς. Ἔτυχε νὰ εἶναι στὸ Βέλγιο, θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ὁπουδήποτε
ἀλλοῦ στὴν εὐρωπαϊκὴ Δύση. Κάθε λίγα μέτρα εἶχα τὴν αἴσθηση –μοῦ τὴν ἔδινε τὸ οἰκιστικὸ
περιβάλλον– ὅτι βρισκόμουν σὲ πλήρη 18ο ἢ καὶ 17ο αἰώνα. Σκεφτόμουν –καὶ
ζήλεψα– τοὺς κατοίκους αὐτῆς τῆς πόλης ποὺ μεγαλώνουν καὶ ζοῦν μὲ αἴσθηση
(συνειδητὴ ἢ ἀνεπίγνωστη: ἀδιάφορο) καταγωγῆς καὶ συνέχειας.
Καταλάβαινα, γιὰ μία ἀκόμη φορά, τὴν τραγωδία τοῦ οἰκιστικοῦ ἰσοπεδωτισμοῦ
στὴ δική μου πατρίδα. Οἱ πόλεις στὴν Ἑλλάδα σήμερα –ὅλες, μὲ μοναδικὴ (ἴσως) ἐξαίρεση
τὸ Ναύπλιο– μεταγγίζουν τὴν αἴσθηση ἀναπηρίας ἀνήκεστης: Οἱ Νεοέλληνες εἴμαστε
λαὸς δίχως καταγωγὴ καὶ δίχως παρελθόν, λαὸς ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸ πουθενά. Τὸ
περιβάλλον ποὺ μᾶς καθορίζει εἶναι ἡ συγκαιρινὴ πολυκατοικία, τὸ σταθμευμένο ἰδιωτικὸ
αὐτοκίνητο (πνιγμός), ὁ σκουπιδοτενεκὲς ξεχειλισμένος.
Καὶ μὴ μοῦ ἀντιτάξετε τὸ γλειφιτζούρι γιὰ ἀρχαιοελληνικὰ
μνημεῖα καὶ ἐρείπια. Μὲ ἀερογέφυρες πάνω ἀπὸ εἴκοσι πέντε αἰῶνες δὲν λειτουργεῖ
αἴσθηση καταγωγῆς καὶ συνέχειας, μόνο ψυχαναγκαστικὰ ἰδεολογήματα
φαμπρικάρονται. Η Ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ τὰ ἐρείπια τῶν μνημείων της μέσα στὶς
πόλεις μας εἶναι τόσο «δικά μας» τῶν Νεοελλήνων ὅσο καὶ τοῦ ὁποιουδήποτε ἀπαίδευτου
τουρίστα ποὺ τὰ φωτογραφίζει σήμερα σὰν «ἐνθύμιο». Δὲν ἔχουν τὴν παραμικρὴ
σχέση μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς μας καὶ μὲ τὸ «νόημα» ποὺ τῆς δίνουμε, ἑπομένως καμία
σχέση μὲ καταγωγὴ καὶ συνέχεια δική μας τῶν σημερινῶν ἑλληνεπώνυμων.
Ἡ καταγωγή, τὸ παρελθόν, ἡ συνέχεια μόνο ἔνσαρκο βιωματικὸ
δεδομένο μποροῦν νὰ εἶναι, ὄχι συναισθηματικὲς παρόλες καὶ ψυχολογικὴ αὐθυποβολή.
Καθημερινὸ οἰκιστικὸ περιβάλλον, ποὺ νὰ παραπέμπει στὸ σπίτι τοῦ παπποῦ, τοῦ
προπάππου, τῶν προγόνων μέχρι καὶ δυὸ αἰῶνες πρὶν – σὲ αἰσθητὲς παραστάσεις καὶ
προσλαμβάνουσες σταθερὲς μέσα στὴν ἴδια πόλη. Ἀλλὰ στὴ νεότερη Ἑλλάδα ὅ,τι ἦταν
παρελθὸν θεωρήθηκε ντροπή, καθυστέρηση, συντήρηση, ἔπρεπε νὰ ἐξαλειφθεῖ ὁπωσδήποτε,
νὰ στηθεῖ στὴ θέση του τὸ «μοδέρνο»: μπετὸν καὶ φέρ-φορζέ. Οἱ πόλεις τοῦ ἑλλαδικοῦ
κράτους σήμερα ἔχουν καταγωγὴ καὶ ἱστορία τόση ὅση καὶ οἱ πόλεις τῆς εὐρωπαϊκῆς
μετανάστευσης σὲ ἄλλες ἠπείρους ἢ οἱ τριτοκοσμικὲς πόλεις ποὺ ἀπομιμήθηκαν τὴν
εὐρωπαϊκὴ οἰκιστικὴ νεωτερικότητα.
Σίγουρα ὑπάρχει καὶ στὴ μητροπολιτικὴ Εὐρώπη ἡ νεωτερικὴ
πολυκατοικία, ἀπρόσωπη συχνὰ ἢ καὶ αἰσθητικὰ ἀπεχθής, ἀλλὰ δὲν κατάργησε τὴ
συνέχεια τῆς πολεοδομικῆς ἰδιαιτερότητας, δὲν ἐξαφάνισε τὴν ἀρχιτεκτονικὴ
παράδοση. Στὴν Ἑλλάδα ἡ πολυκατοικία ταυτίστηκε μὲ τὸ ἐφεύρημα τῆς «ἀντιπαροχῆς»:
τὴ λιμασμένη ὑστερία γιὰ εὔκολο πλουτισμὸ ἀπὸ τὴν ἐμπορία τῆς γῆς. Καὶ ἡ ἀντιπαροχὴ
ἀφάνισε κάθε αἴσθηση καταγωγῆς καὶ συνέχειας, ἐξομοίωσε ἰσοπεδωτικὰ τὸ οἰκιστικὸ
περιβάλλον, κατάργησε κάθε διαφορὰ καὶ ἰδιοπροσωπία τῶν πόλεων. Ἀδύνατον σήμερα
πιὰ νὰ ξεχωρίσει κανεὶς ἂν βρίσκεται στὶς Σέρρες ἢ στὴ Σπάρτη, στὴν Κόρινθο ἢ
στὴν Κοζάνη, στὸ Ἡράκλειο ἢ στὴ Λάρισα. Παντοῦ τὸ οἰκιστικὸ περιβάλλον ἀδυσώπητα
καθορισμένο οὔτε κἂν ἀπὸ τὸ μεταπρατικὸ μοντέλο τῆς πρωτεύουσας, ἀλλὰ μόνο ἀπὸ
τὸ ὑπόδειγμα τῆς πλουτοφόρας ἄναρχης δόμησης τῶν παρυφῶν της.
Χιλιοειπωμένες πιστοποιήσεις. Καὶ μὴ γελιόμαστε, ἡ καταστροφὴ
δὲν εἶναι ἁπλῶς αἰσθητική, δραματικότερη συνέπεια εἶναι ἡ ἀνεστιότητα τοῦ
Νεοέλληνα, ἡ μετέωρη στὸ κενό της ἐθνικιστικῆς φλυαρίας ἱστορική του ὕπαρξη καὶ
εὐαισθησία. Ἔρχεται ἀπὸ τὸ πουθενά, συνεχίζει τὸ τίποτα, ὅλα στὴ ζωὴ τοῦ εἶναι
εὐκαιριακά: τύχη, λοβιτούρα, ἁρπαχτῆ. Γι’ αὐτὸ καὶ πρώτιστο (πάντοτε ἄλυτο)
πολιτικό μας πρόβλημα εἶναι ἡ «διαπλοκή». Ἀκοῦν οἱ ἑταῖροι τῆς E.E. τὶς ἀπαιτήσεις
μας γιὰ νόμο «περὶ βασικοῦ μετόχου» καὶ δὲν καταλαβαίνουν τί ζητᾶμε. Ἐμφανιζόμαστε
ὀργανωμένη τάχατες πολιτεία, καὶ στὴν πραγματικότητα παραμένουμε ὀρδὲς ἢ ἀγέλες,
ὅπως ἔλεγε ὁ Ροΐδης, ποὺ ἐναλλάσσονται στὴν καταλήστευση τοῦ δημόσιου χρήματος.
Θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ δεσμεύεται ὁ Νεοέλληνας ἢ νὰ ἀναστέλλεται
στὸν ἀδίστακτο ἀμοραλισμό του, ἂν ἔσωζε ἐπίγνωση κάποιας καταγωγῆς καὶ
συνέχειας, ἂν ἔβλεπε γύρω του τὰ αἰσθητὰ δεδομένα τῆς ζωῆς του νὰ ἔχουν καταγωγὴ
καὶ συνέχεια. Θὰ μποροῦσε νὰ κομίζει συνείδηση κοινωνικῆς ὑποχρέωσης ἢ καὶ ἀρχοντιᾶς,
ἂν σωζόταν τὸ σπίτι τοῦ παπποῦ ἢ προπάππου του καὶ εἶχε μάθει νὰ ἐκτιμάει τὴν ἀνυπέρβλητη
αἰσθητικὴ καὶ σοφία τοῦ λαϊκοῦ χτίσματος – νὰ καυχᾶται γιὰ τοὺς πραγματικοὺς (ὄχι
τοὺς ἰδεολογικὰ κατασκευασμένους) προγόνους του.
Μόνο στὸ Ἁγιονόρος καὶ σὲ κάποιες μεριὲς τῆς Ἰσταμπούλ, ἐπισκέπτης
περαστικὸς ὁ Νεοέλληνας, μπορεῖ νὰ ἔχει ἕνα κάποιο ρίγος ἐπίγνωσης ἀπὸ ποὺ ἔρχεται
καὶ τί τοῦ δίνει πραγματικὴ (ὄχι ἰδεολογικὰ κατασκευασμένη) ταυτότητα. Τὴν ἴδια
βιωματικὴ ἐμπειρία μπορεῖ ἴσως νὰ ἔχει μπαίνοντας καὶ σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα
μεταβυζαντινὰ ἐκκλησάκια ποὺ παραμένουν διάσπαρτα στὶς δῆθεν «πόλεις» μας. Ἐπισκέπτης
περαστικὸς καὶ ἐκεῖ, γιατί οἱ ἐν χρήσει ἐνοριακοὶ ναοὶ εἶναι συνήθως προκλήσεις
ἀρχιτεκτονικοῦ κιτσαριοῦ ἀνατριχιαστικότερου καὶ ἀπὸ τὴ μοδέρνα πολυκατοικία:
Θρησκευτικὰ τεμένη «κατείδωλα» μὲ φραγκομαντόνες, ἠλεκτρικὰ καντήλια καὶ
πλαστικὰ μανουάλια, ποὺ ὑπηρετοῦν ἐφήμερα ψυχολογικὰ ὁρμέμφυτα σκοτεινοῦ
πρωτογονισμοῦ. Καμία σχέση μὲ τὴ συνέχεια καὶ παράδοση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ
γεγονότος στὴν κάποτε Ἑλλάδα.
Ὀνειρεύομαι (πῶς ἀλλιῶς νὰ ἐπιζήσω;) ἕναν χαρισματοῦχο
πολιτικὸ ποὺ νὰ παλέψει πεισμωμένα γιὰ νὰ ξαναδώσει στοὺς Νεοέλληνες αἴσθηση ἁπτὴ
καταγωγῆς καὶ συνέχειας. Δύσκολο πολύ, ἀλλὰ ὄχι ἀκατόρθωτο. Ὅποιος κατανοήσει τὴν
ἱστορικὴ δυναμικὴ τοῦ ἐγχειρήματος θὰ ἔχει καὶ τὴ δημιουργικὴ φαντασία νὰ
γεννήσει τοὺς τρόπους σχεδιασμοῦ καὶ τὴ μεθοδικὴ πρακτικὴ γιὰ τὸ ξεκίνημα.
Μέσα στὴ σκλαβιά, στὴν ἔσχατη φτώχεια, στὴν ἀγραμματοσύνη οἱ Ἕλληνες
συνέχιζαν νὰ γεννᾶνε πολιτισμό, ἦθος ἀρχοντιᾶς. Σήμερα, γεννᾶμε καραγκιοζιλίκι
στὰ τηλεοπτικὰ παράθυρα καὶ σπιθαμιαῖα ἀναστήματα εὐτελισμένων ἐπαγγελματιῶν τῆς
ἐξουσίας. Η ἀνάκαμψη εἶναι θέμα πολιτικὸ καὶ μόνο, θέμα θεσμῶν καὶ λειτουργίας
τῶν θεσμῶν. Μὴν βαυκαλιζόμαστε μὲ ἠθικολογίες.
Ἐπιφυλλίδα τοῦ Xρήστου Γιανναρᾶ στὴν Καθημερινὴ τῆς Κυριακής, 6 Νοεμβρίου 2005
Σε μια αγρυπνία ο Γέροντας δεν παρευρισκόταν.
Εξομολογούσε από νωρίς τον κόσμο.
Ο επίτροπος του ναού, σε μία μικρή διακοπή της εξομολογήσεως, πήγε στο κελλί του Γέροντος.
Άγιος Ιερώνυμος: – Πώς πάει η αγρυπνία;
Επίτροπος: – Καλά, Γέροντα, μόνο μερικοί κοιμούνται.
Άγιος Ιερώνυμος: – Ε, κουρασμένοι είναι, εργαζόμενοι είναι. Πάλι κάτω από την σκεπή του Θεού θα ξυπνήσουν.
Επίτροπος: – Μετά, δεν έχουμε και καλούς ψάλτες.
Άγιος Ιερώνυμος: – Δεν πειράζει, παιδάκι μου. Πολλές φορές όσο ωραίες και αν είναι οι φωνές των ιεροψαλτών δεν καταφέρνουν ν’ ανέβουν υψηλότερα από τον τρούλλο του ναού. Καλύτερη αγρυπνία είναι να είσαι στη γωνιά σου, με το κομποσχοίνι σου. Πολλά λόγια δεν θέλει ο Θεός.
Εκοιμήθη στις 6 Ιανουαρίου του 1957. Η μνήμη του τιμάται στις 9 Μαΐου.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη, «Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης, ο Γέρων της ‘Αναλήψεως’», έκδοση Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρα, Άγιον Όρος.
Δεν υπάρχει
ανάγκη να υπάρχουν διά Χριστόν σαλοί,
γιατί απλούστατα
καί μόνο
γιατί θα έχεις
την ιδιότητα ότι είσαι χριστιανός
και μάλιστα
χριστιανός νέος
και μόνο γιατί
θα ζεις πνευματική ζωή,
θα σε βγάλουν οι
άλλοι τρελό,
δεν χρειάζεται
να κάνω τον τρελό,
χαρακτηρίζομαι
ήδη τρελός!
Μην φοβάστε να
σας χαρακτηρίσουν τρελούς,
χαζούς,
αφύσικους...
"Τι, δεν
έχεις φιλενάδα;
Δεν πας σε
πάρτυ;
κτλ κτλ...
Αν λοιπόν
κανείς
θα ήθελε να
μοιάσει ενός κατά Χριστόν σαλού...
Ιδού ο δρόμος...
Χωρίς να κάνει
τον τρελό,
να ζήσει την
πνευματική ζωή
και τότε θα τον
περάσουν οι άλλοι για τρελό.
Τι έλεγε ο
Σωκράτης...
Δεν μας
ενδιαφέρει η γνώμη των πολλών,
αλλά του
ειδήμωνος, του γνώστη.
Ποτέ μην πούμε
τι κάνουν οι άλλοι.
Κοροϊδεύουν
σήμερα,
αλλά αύριο θα
σας επαινέσουν...
|π.
Αθανάσιος Μυτιληναίος
[από
τη Θεοδούλα Π.]
Και μέσα στην κατανυκτική ατμόσφαιρα των εκκλησιών μας
ακούγονται οι στίχοι ενός υπέροχου τροπαρίου.
«Μείνατε εν εμοί, ίνα βότρυν φέρητε. Εγώ γαρ είμι της ζωής η άμπελος». Μείνετε ενωμένοι μαζί μου, για να φέρετε καρπούς σταφυλιού, γιατί εγώ είμαι της ζωής η άμπελος.
Το ακούς και
αρχίζεις να καταλαβαίνεις γιατί μέχρι τώρα δεν έχεις δώσει καρπούς. Γιατί όσο
κι αν θές ν’ αλλάξεις, εξακολουθείς να μένεις ο παλαιός γνώριμος εαυτός σου. Το
νιώθεις βαθιά. Ο Χριστός μπορεί να σε αλλάξει. Να σε κάνει καρποφόρο σε έργα
αρετής. Το πρόβλημα είναι απλά στη σύνδεση.
«Μείνατε εν
εμοί, ίνα βότρυν φέρητε», ηχούν ακόμα στ’ αυτιά σου το άσμα των ψαλτών. Και ένα
βλέμμα στις μορφές που κοσμούν τον μισοσκότεινο ναό σε πείθει πως έτσι είναι.
Στο πρόσωπο του Χριστού βλέπεις την Άμπελο και στις ιλαρές μορφές των αγίων
τους καρπούς της. Που θα μπορούσες άραγε να φτάσεις;
Όλα μέσα σε
τούτο το ναό αυτή τη νύχτα σου το φωνάζουν δυνατά: Μείνε ενωμένος μαζί Του.
Είναι ο Χριστός «της ζωής η άμπελος».
«Η ΔΡΑΣΗ
ΜΑΣ» τ. 637
Όταν γράφεις ένα όνομα σε ένα σημείωμα για την Προσκομιδή, φαίνεται πως δεν κάνεις τίποτα σπουδαίο. Ένα κομμάτι χαρτί, ένα στυλό, μερικά ονόματα γραμμένα βιαστικά πριν ξεκινήσει η Θεία Λειτουργία. Αλλά, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, παίρνεις κάποιον από τη δική σου φροντίδα και, χωρίς να το καταλάβεις, τον παραδίδεις στην άμεση φροντίδα του Χριστού.
Ο τάφος! Μάτια δακρυσμένα, κυρτωμένες υπάρξεις. Ψυχές
οδυνώμενες. Παιδικά κεφαλάκια που κρυώνουν δίχως φιλιά και χάδι, συνοδοιπόροι
της ζωής που έχασαν ο ένας το χέρι του άλλου, αδέλφια που ξεκληρίστηκε η γενιά τους, κρινολούλουδα που τους κάλεσε ο
θάνατος πριν χαρούν τη ζωή.
` Σε
κάθε μήκος και πλάτος της γης και σε κάθε πολιτισμό ο τάφος είναι το σύμβολο
του τέλους μιας ζωής που έφυγε, μιας ελπίδας που χάθηκε. Η σιωπή και η απόλυτη
φθαρτότητα . Το τίμημα της παρακοής. Ο άνθρωπος, ο μικρός και μέγας, μπορεί να
δημιουργεί, να μεγαλουργεί και να φαντασιώνεται όσο τα βήματά του κινούνται
μακράν του τάφου. Ενώπιον του τάφου η οδύνη του χωρισμού ή η συνειδητοποίηση
του προσωπικού τέλους τον προσγειώνουν στην εγκόσμια πραγματικότητα: ο τάφος
είναι το απροσπέλαστο όριο. Πέρα από αυτό, τίποτε δεν μπορεί να ορίσει ο
άνθρωπος.
Στον
π. Χ. κόσμο το τίμημα ήταν βαρύ. Για τους λαούς που ανατρέφονταν με τους μύθους
της πολυθεΐας ή που λάτρευαν τα στοιχεία φύσεως και τα φυσικά φαινόμενα, το αδιέξοδο
ήταν απόλυτο. Ακόμη και ο περιούσιος λαός, που γεννιόταν και πέθαινε με την
ελπίδα ότι ο Υιός της Παρθένου θα συντρίψει την κεφαλή του όφεως, περνούσε το
κατώφλι του τάφου με την πίκρα του θανάτου, δίχως να γεύεται λύτρωση.
Το
αδιέξοδο το ανέτρεψε ο Χριστός την αυγή της τρίτης ημέρας από τον επί του
Σταυρού θάνατό Του. Ο τάφος Του τότε ωράθη κενός, τα οθόνια κείμενα μόνα, δίχως
να περιβάλλουν πια το νεκρό σώμα. Το σουδάριο τυλιγμένο με τάξη χωριστά, ο
λίθος που έφραζε την είσοδο αποκεκυλισμένος από το μνημείο, ενώ λευχειμονούντες
άγγελοι ανάγγελλαν θριαμβευτικά την Ανάσταση στις μυροφόρες και στους μαθητές.
Κενός ο τάφος.
Ο
κενός τάφος δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός. Είναι η ριζική ανατροπή του
αδιεξόδου της πτώσεως. Η βυζαντινή εικόνα «Εις Άδου κάθοδος» εικονίζει τον
αναστάντα Κύριο να πατά θριαμβευτικά
τις πύλες του Άδη και να ελευθερώνει τους απ’ αιώνος νεκρούς. Να κρατά γερά και
να τραβά δυναμικά έξω πό τον Άδη τους
Πρωτοπλάστους και μαζί τους όλα το γένος των ανθρώπων.
«Που
σου θάνατε το κέντρον; Που σου Άδη το νίκος;». Το βασίλειο του σκότους
συνετρίβη! Ο θάνατος έχασε την εξουσία του, η δύναμή του απέμεινε πια σαν πέπλο
διάτρητο, η αχλύς ου τον περιέλαβε μετεβλήθη σε φως απαστράπτον, φως που
ανέτειλε ανέσπερο, φως ζωαρχικότατο και θεϊκό. Ο κενός τάφος έγινε η αρχή της
νέας εν Χριστώ ζωής. Η αρχή της ανέσπερης βασιλείας, η άχρονη αιωνιότητα που εισέβαλε στη φθαρτή ζωή μας αφθαρτίζοντάς
την.
Το
πρωί εκείνο της μιας των Σαββάτων, ο θάνατος έγινε ζωή και ζωή εκ του τάφου
ανέτειλε. Ο Ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων, σκυλεύσας τον θάνατο,
καλεί τους αδελφούς Του σε νέα Ζωή. Ζωή ανάστασης της φύσεως μας , διαρκούς
εξαγνισμού και ανακαίνισης, ζωή ολοένα λαμπρότερη και υπεροχότερη, ζωή
συμμέτοχη στη δική Του ζωή.
Χριστός
Ανέστη!
«Η Δράση μας». τ 637