Σάββατο, 28 Μαρτίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ



Η προσευχή κατ’ εξοχήν υπόθεση ελευθερίας



          Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι κατ’ εξοχήν περίοδος πνευματικού αγώνα. Η ζωή του πιστού μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο του κακού, της φθοράς και  της ασθένειας είναι ένας συνεχής αγώνας. Αυτό ακριβώς μας υπενθυμίζει η περίοδος της Μ. Τεσσαρακοστής. 

          Η ευαγγελική διήγηση που διαβάστηκε σήμερα στην  Εκκλησία, αναφέρεται στη θεραπεία ενός δαιμονισμένου παιδιού, εξυπηρετεί αυτόν ακριβώς τον σκοπόν. Μας υπενθυμίζει  τον αγωνιστικό χαρακτήρα  αυτής της περιόδου. Η Εκκλησία μας καλεί να εντείνουμε τον πνευματικό  μας αγώνα για να γίνουμε μέτοχοι του σταυρού και της αναστάσεως του Κυρίου.

          Σίγουρα η νηστεία είναι το κυρίαρχο στοιχείο προετοιμασίας. Σήμερα όμως μας προτείνεται κι ένα ακόμη μέσον: η προσευχή και η πίστη.

          Ο πατέρας του σημερινού ευαγγελίου πίστευε και για τη θεραπεία του παιδιού του και για τη δική του απιστία. Ο Θεός δεν θα ζητήσει από εμάς να βγάλουμε δαιμόνια, αλλά τα σωματικά πάθη και τους κακούς διαλογισμούς  της καρδιάς. Και την νίκη του κακού αυτού ο Χριστός τη συσχετίζει με την υπερνίκηση του πονηρού με την πίστη αφ’ ενός και την προσευχή και την νηστεία αφ’ ετέρου.

          Για να δούμε τι ρόλο παίζει η προσευχή στην νίκη κατά του κακού.

          Πολλοί θεωρούν την προσευχή ως περιττή ή και ανάρμοστη για τον σύγχρονο άνθρωπο. Τι μπορεί αλήθεια να προσφέρει η προσευχή; Ή πως μπορεί κανείς να νοιώθει αξιοπρεπής, όταν καταφεύγει στην προσευχή;

          Ουσιαστικά τα ερωτήματα αυτά πρέπει ν’ αντιστραφούν. Πως μπορεί ο άνθρωπος να ζει χωρίς προσευχή; Ή πως μπορεί να αισθάνεται πληρότητα  και ελευθερία, αν δεν τρέφεται και δεν αναζωογονείται από αυτήν;

          Τελικά η προσευχή αποτελεί ουσιώδες αίτημα της ανθρώπινης υπάρξεως.

          Αν η πίστη είναι η νοοτροπία να νικάει τον κόσμο και να τον μεταμορφώνει, σαν όπλο της πίστεως παρουσιάζεται η προσευχή  και η νηστεία. Τα όπλα αυτά είναι τόσο ταιριαστά για την περίοδο του πνευματικού αγώνα της Μ. Τεσσαρακοστής. Όταν οι μαθητές ρώτησαν τον Χριστό γιατί δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν τον δαιμονισμένο παιδί, απάντησε : “τούτο το γένος εν ουδενί δύναται εξελθείν ει μη εν προσευχή και νηστεία”. Αυτά τα δύο στην Παλαιά Διαθήκη σημαίνουν μετάνοια. Όταν οι προφήτες καλούν το λαό να μετανοήσουν, τους προτρέπουν στην προσευχή και την νηστεία.

          Γιατί προσευχή; Τι είναι η προσευχή;

          Προσευχή είναι η αναφορά του ανθρώπου προς τον Θεό, η κοινωνία και η ένωση μαζί Του. Η προσευχή δεν αποτελεί μια μαγική πράξη, αλλά είναι υπόθεση ελευθερίας. Η μαγική πράξη γίνεται για να ικανοποιήσει το ανθρώπινο θέλημα, άσχετα αν αυτό συμφωνεί με το θέλημα του Θεού. Η προσευχή γίνεται με την ελεύθερη αυτοεγκατάλειψη του ανθρώπου στο θέλημα του Θεού. Όταν η προσευχή γίνεται με την προϋπόθεση αυτή, αλλά  αποβλέπει στην πραγματοποίηση του θελήματος του ανθρώπου, εκλαμβάνεται ως μαγική πράξη.

          Για να προσεγγίσει ο άνθρωπος τον Θεό πρέπει να παραμερίσει κάθε κοσμική φροντίδα, ν’ αποσπάσει τον νου του από τα δημιουργήματα και να την στρέψει προς τον Δημιουργό. Και για να το κατορθώσει αυτό απαιτείται  να ενεργοποιήσει εκείνη την ενέργεια του νου που λέγεται προσευχή. Όταν ο νους προσηλωθεί στο Θεό, ενώνεται με την καρδιά και ενοποιεί ολόκληρο τον άνθρωπο.

          Βέβαια ακούγοντας ο σύγχρονος χειραφετημένος άνθρωπος τέτοιες συστάσεις ίσως γελάει. Καταλαβαίνει ότι παρά τις τόσες πρόοδοι που έχει κάνει η επιστήμη και η τεχνική, το κακό έχει πλεονάσει. Δείτε τι γίνεται την σήμερον ημέρα! Μερικές φορές  αισθάνεται τόσο τη δύναμη του, που τρομοκρατείται από την ιδέα, ότι μπορεί να μας αφανίσει. Καταλαβαίνει  επίσης  μερικές φορές ο σύγχρονος άνθρωπος και την ανάγκη να πιστέψει. Αλλά αυτή την έννοια της προσευχής στον αγώνα και την πάλη κατά του πονηρού δεν την πολυκαταλαβαίνει. Και ο λόγος είναι απλός. Ο σημερινός άνθρωπος είναι εγωιστής και ιδιοτελής στις επιδιώξεις του. Ό, τι κάνει το κάνει για την προσωπική του ευτυχία και την ικανοποίηση του. Για την πλειοψηφία των ανθρώπων αυτός είναι ο σκοπός τη ζωής.

          Οπότε για να νικήσει στην πάλη κατά των πονηρών δυνάμεων, πρέπει να αντλήσει δύναμη όχι από το “εγώ” του ανθρώπου, αλλά από κάπου αλλού πρέπει να αντλήσει πίστη και δύναμη. Και στην προκειμένη περίπτωση η προσευχή μας συνδέει με την πηγή εκείνη της δυνάμεως που καθαρίζει το “εγώ” μας, το υποτάσσει και το οδηγεί στη δημιουργία μιας νέας ζωής. Είναι τόσες οι επιρροές πάνω στον άνθρωπο, που αν δεν συνδεθεί δια της προσευχής  σε μια συνεχή επαφή με την δύναμη του Θεού, δεν μπορεί να διεξαγάγει νικηφόρο  πόλεμο κατά του κακού.

          Ποιο μπορεί να είναι το περιεχόμενο της προσευχής μας;

          Πολλοί περιορίζουν την προσευχή στο πλαίσιο  της αιτήσεως ή της συναλλαγής με τον Θεό. Αυτό είναι μεγάλο λάθος. Εξ άλλου η προσευχή δεν είναι μόνον μέσον αιτήσεως, αλλά και μέσον περιγραφής της αθλιότητας που αισθάνεται ο άνθρωπος μέσα του, τις αδυναμίες, του φόβου, της αμφιβολίας, της απόγνωσης. Τέλος η προσευχή είναι μέσον ευχαριστίας και δοξολογίας. Με την ευχαριστία ο πιστός εκφράζει την ευγνωμοσύνη του στον Θεό.

          Ταυτόχρονα όμως η προσευχή παρακινεί το Θεό για μεγαλύτερες δωρεές. Αλλά και ιδιαίτερες δωρεές μπορεί να ζητήσει και ο άνθρωπος με την προσευχή. Ας μην λησμονούμε όμως ότι ο Θεός δεν είναι μέσον για την ικανοποίηση τω επιθυμιών του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πάντοτε το αληθινό συμφέρον του. Ούτε μπορεί να  είναι βέβαιος, ότι θα ωφεληθεί πραγματικά αν ικανοποιηθεί κάποιο αίτημά του. Γι’ αυτό πρέπει να  αφήνει πάντοτε την τελική κρίση του Θεού και να δέχεται με υπομονή το θέλημά Του. Όταν ο πιστός παραδίδεται στο  θέλημα του Θεού, τελειοποιείται και ωριμάζει πνευματικά. Όταν όμως επιμένει στο δικό του θέλημα, ταλαιπωρείται και καταστρέφεται.

          Ακόμη ο χριστιανός δεν προσεύχεται μόνον γι τον εαυτό του, αλλά και για τους συνανθρώπους του, ζώντας και κεκοιμημένους. Το λάθος που συνήθως γίνεται στην “κατ’ ιδίαν” προσευχή είναι ότι ο πιστός περιορίζεται στον εαυτό του και αγνοεί τους άλλους. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και στην προσευχή ου πραγματοποιείται στην Εκκλησία. Αλλά μια τέτοια προσευχή δεν είναι χριστιανική.

          Η Εκκλησία είναι οίκος του Θεού και πιστοί αποτελούν μία οικογένεια με πατέρα τον Θεό. Όποιος δεν αισθάνεται έτσι, δεν βλέπει την Εκκλησία σαν σπίτι του ούτε τους άλλους ως αδελφούς και τον Θεό ως κοινό Πατέρα. Η κατάσταση αυτή που χαρακτηρίζει την ατομοκεντρική εποχή μας, είναι καταστρεπτικό για τη ζωή των παιδιών της Εκκλησίας. Διότι η χριστιανική προσευχή νοείται μόνον ως προσευχή των παιδιών του Θεού, που ανήκουν στο ενιαίο σώμα της Εκκλησίας.

          Η σημερινή ευαγγελική περικοπή στηρίζει το αγωνιστικό μας έργο κατά των πονηρών δυνάμεων που υπονομεύουν τον πνευματικό μας αγώνα με κάθε τρόπο και  μέσον, κυρίως με την προσευχή, την πίστη και τη νηστεία, με την δύναμη της αγάπης του Θεού.

          Στο τέρμα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής  είναι η Ανάσταση του Κυρίου. Στο τέρμα του αγώνα του χριστιανού είναι η ανάσταση και η μεταμόρφωση του κόσμου σε Βασιλεία του Θεού.

          π. γ. στ.

Μάνης Χρυσόστομος Γ': «Μη καμφθούμε ψυχικά»



Του Σεβ. Μητροπολίτη Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'



«Κύριος οἶδε», γιατί ἔπληξε τήν πατρίδα μας καί ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα ὁ λοιμός αὐτός, ὁ τόσον ἐπικίνδυνος, τοῦ νέου κορωνοϊοῦ (COVID-19), μία πανδημία πού φέρνει θλίψη, φόβο, πόνο, ἀσθένεια, θάνατο. Πρόκειται πράγματι γιά ἕνα μεγάλο πειρασμό, γιά μία σκληρή δοκιμασία ὅλων μας.

Ὡστόσο, δέν θά πρέπει νά λησμονοῦμε, ὅτι ὁ παρών ἀνθρώπινος βίος γέμει παραδειγμάτων καί περιπτώσεων «λοιμοῦ, λιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας, ἐπιδρομῆς ἀλλοφύλων, ἐμφυλίου πολέμου καί αἰφνιδίου θανάτου», ὡς ἀναφέρεται καί στή γνωστή δέηση.

Ἀλλά, μήν ἀνεβαίνει στό νοῦ μας ὁ κακός λογισμός, στό πού εἶναι ἡ ἀγάπη καί ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιά τά πλάσματά Του, τόν ἄνθρωπο. Ἐν προκειμένῳ, ὁ Ἀπ. Παῦλος μᾶς διδάσκει: «Τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου ἤ τίς σύμβουλος αὐτοῦ ἐγένετο;» καί ἀκόμη: «Ὡς ἀνεξερεύνητα τά κρίματα αὐτοῦ καί ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοί αὐτοῦ» (Ρωμ. ια', 33-34).

Ἔπειτα ἰσχύει ἀπόλυτα ἡ διαβεβαίωση τοῦ Χριστοῦ: «Οὐχί δύο στρουθία.... καί ἕν ἐξ αὐτῶν οὐ πεσεῖται (δέν πέφτει νεκρό) ἐπί τήν γῆν, ἄνευ τοῦ πατρός ἡμῶν» (Ματθ. ι'29). Καί βεβαίως, ἄς προσέξουμε καί τοῦτο, ὅτι: «Οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, ὅπως θά μᾶς πεῖ σέ σπουδαιοτάτη ὁμιλία του ὁ σοφός Μέγας Βασίλειος.

Ἀλλά, χριστιανοί μου, ὅπου θλίψη ἐκεῖ καί ἡ παραμυθία. Γι' αὐτό, καί σᾶς γράφω αὐτή τήν πατρική Ἐγκύκλιο.

Ὅλοι μας, ἐνώπιον αὐτῆς τῆς φοβερᾶς δοκιμασίας μή δειλιάσουμε, μή καμφθοῦμε ψυχικά καί μή ἀποκάμουμε ἀπό τό βάρος τῆς στενοχώριας, τῆς λύπης, τῆς πίκρας, δι' ὅσα συμβαίνουν καί καταποθεῖ ἡ ψυχή μας.

Νά στερεωθοῦμε ἀκόμα περισσότερο στό βράχο τῆς πίστεως. Πάλιν ὁ μέγας Ἀπόστολος, ὁ θεῖος Παῦλος παραγγέλλει «γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε» (Α' Κορ. ιστ',13). Εὐχή, προσευχή καί ἀποδοχή μας νά εἶναι τά λόγια τῶν μαθητῶν καί ἀποστόλων πρός τόν Κύριον: «Πρόσθες ἡμῖν πίστιν» (Λουκ. ιζ' 5).

Ναί, λυπούμεθα, ἀλλά δέν φθάνουμε στήν ἀπελπισία. «Οὐκ ἐάσει ἡμᾶς (ὁ Θεός) πειρασθῆναι ὑπέρ ὅ δύνασθε» (Α' Κορ. ι',13). Δέν θά μᾶς ἐγκαταλείψει ἡ ἀγάπη καί ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Καί γι' αὐτόν πού ἐλπίζει στό Θεό, δέν ὑπάρχουν ποτέ ἀδιέξοδα καί τίποτα δέν τρέφει τήν ψυχή ὅσον ἡ ἀγαθή ἐλπίδα καί ἡ προσδοκία τοῦ καλοῦ.

Μετά ἀπό τά παραπάνω, θά ἤθελα νά σᾶς παρακαλέσω νά προσέξουμε μερικές συμβουλές καί νουθεσίες ἀλλά καί ὑποδείξεις τοῦ πνευματικοῦ σας πατρός, τοῦ Ἐπισκόπου σας.

Πρῶτον, νά ἔχετε στό φρόνημά σας τά θεῖα λόγια τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου, ὁ ὁποῖος τόσα, ὅπως γνωρίζουμε, ὑπέστη στή ζωή του, τά καταπληκτικά ἐκεῖνα λόγια: «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλῖψις ἤ στενοχωρία ἤ διωγμός ἤ λιμός ἤ γυμνότης, ἤ κίνδυνος ἤ μάχαιρα; ἀλλ' ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διά τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς, Ἰησοῦ Χριστοῦ. (Ρωμ. η',35-37). Αὐτά τά λόγια εἶναι μεγάλο στήριγμα αὐτές τίς δύσκολες ὧρες.

Δεύτερον, παρατηρεῖται, τῇδε κἀκεῖσε, μεγάλη πολυλογία, ἀβασάνιστοι λόγοι, προχειρότητα ἀπόψεων, μία θεολογική ἀπαιδευσία γιά θέματα τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά «φωνή ἄφρονος ἐν πλήθει λόγων». Γι' αὐτό, ἀνακαλύψατε τήν μεγάλη ἀρετή τῆς σιωπῆς, καθ' ὅτι «ἡ πολυλογία θρόνος τῆς κενοδοξίας ἐστί» καί πολλά ἔχει τά σφάλματα, ἐνῶ τό σιγᾶν εἶναι ἀσφαλές. «Κρεῖσσον ὁ σιωπῶν τοῦ πολλά λαλοῦντος».

Τρίτον, νά γνωρίζετε ὅτι ἡ θρησκεία δέν συγκρούεται μέ τήν ἐπιστήμη καί ἡ Ἐκκλησία εὐλογεῖ καί καταφάσκει τήν ἐπιστημονική ἔρευνα καί τήν πρόοδο καί χαίρεται μέ τά ἐπιτεύγματα ὅλων τῶν ἐπιστημῶν, καί ἰδιαίτερα μέ ἐκεῖνα τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης, πού ἄμεσα σχετίζονται μέ τό πολύτιμο ἀγαθό τῆς ὑγείας.

Καί τοῦτο, γιατί «Κύριος ἔδωκεν ἀνθρώποις ἐπιστήμην ἐνδοξάζεσθαι ἐν τοῖς θαυμασίοις Αὐτοῦ» (Σοφία Σειράχ, λη', 6) καί «Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς φάρμακα» (Σοφία Σειράχ, λη', 4).

Ἔτσι, ἡ θεία ἐντολή εἶναι: «Τίμα ἰατρόν πρός τάς χρείας αὐτοῦ τιμαῖς αὐτοῦ» (Σοφία Σειράχ λη', 1) καί τιμή εἶναι νά ἀκοῦμε τούς ἰατρούς καί τούς εἰδικούς στή συγκεκριμένη περίπτωση τῆς λοιμώξεως αὐτῆς ἀκολουθῶντας τίς ἰατρικές ὁδηγίες τους.

Ἀλλά ἀκόμη νά ἔχετε ὑπ' ὄψιν σας καί τόν βιβλικόν λόγον: «Οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τόν Θεόν σου» (Ματθ. δ',7).

Τέταρτον, παραμένοντας ὅπως πρέπει στό σπίτι, μή βρεθεῖτε σέ κατάσταση ραθυμίας. Στήν «κατ' οἶκον Ἐκκλησία», ἐντείνατε τίς προσευχές σας. Τό δέον νά γίνει καί δέηση. Ἀγαπήσατε ἔτι περισσότερον τίς Ἱερές Ἀκολουθίες τίς ὁποῖες κάθε πρωί καί βράδυ νά τίς ἔχετε στά χείλη καί στή καρδιά σας.

Ἰδιαίτερα μάθετε καί νά λέτε τήν ὑπέροχη προσευχή αὐτῆς τῆς κατανυκτικῆς περιόδου τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς:« Κύριε τῶν Δυνάμεων, μεθ' ἡμῶν γενοῦ˙ ἄλλον γάρ ἐκτός σου βοηθόν ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν. Κύριε τῶν Δυνάμεων, ἐλέησον ἡμᾶς». Ὡς ἐπίσης νά λέτε καί τούς Χαιρετισμούς στήν Παναγία μας. Μελετῆστε Ἁγία Γραφή καί Βίους Ἁγίων.

Μεγίστη θά εἶναι ἡ πνευματική σας ὠφέλεια καί οἰκοδομή. Καί ἔπειτα, παρακολουθῶντας ἀπό τήν τηλεόραση ἤ τό ραδιόφωνο τίς Ἱ. Ἀκολουθίες, προσπαθεῖστε νά ἔχετε τήν αἴσθηση ὅτι ἐκ τοῦ σύνεγγυς ζεῖτε τά ψαλλόμενα καί τελούμενα.

Σέ δυσχερεῖς καταστάσεις ἡ Ἐκκλησία γνωρίζει καί τό «κατ' οἰκονομίαν» τῆς ποιμαντικῆς της καί θέτει σέ ἐφαρμογή τήν «ἐκκλησιαστική οἰκονομία» ἤτοι τό φιλάνθρωπον γιά τίς δυσχερεῖς περιστάσεις καί τό ἀδύναμον τῶν ἀνθρώπων.

Καί πέμπτον, στή σκέψη καί στήν προσευχή σας καθημερινῶς νά ἔχετε ὅλους ἐκείνους, τούς καθηγητές Ἰατρικῆς, τούς ἰατρούς, τό νοσηλευτικό προσωπικό, τούς φαρμακοποιούς, τούς ἐρευνητές καί τούς λοιπούς ἐργαζομένους εἴτε στά νοσηλευτικά ἱδρύματα εἴτε σ' ἄλλους χώρους, οἱ ὁποῖοι μοχθοῦν γιά τήν καταπολέμηση τοῦ ἰοῦ καί τήν ὅλη βοήθεια στόν συνάνθρωπο. Ἡ προσευχή μας πρός τόν Θεό ἀπαραιτήτως πρέπει νά τούς συνοδεύει. Ἡ ἐντολή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι: «Ποιεῖσθε δεήσεις, προσευχάς, ἐντεύξεις, εὐχαριστίας, ὑπέρ πάντων ἀνθρώπων».

Ὅλα αὐτά σᾶς τά ὑπογραμμίζω πρός ἀπόκτησιν ἀνδρείας, ὑπομονῆς, παραμυθίας καί ἐλπίδος εἰς τόν Ὕψιστον. Τώρα πού βιώνουμε τό τοῦ ψαλμωδοῦ:«Ὡμοιώθην πελεκᾶνι ἐρημικῷ» (Ψ. 101,7).

Χριστιανοί μου,

«Δεῦτε προσκυνήσωμεν καί προσπέσωμεν Χριστῷ τῷ Θεῷ». Νά γονατίσουμε καί ὑψώσουμε τά χέρια μας πρός τόν Πανοικτίρμονα Κύριόν μας καί νά εἰποῦμε: «Ἔπιδε, ἐξ' ἁγίου κατοικητηρίου Σου, ἐξέγειρον τήν δυναστείαν Σου καί ἐλθέ εἰς τό σῶσαι ἡμᾶς». Ἡ Παναγία ἡ «Γιάτρισσα», πού τόσο ἐδῶ εὐλαβούμεθα, σκέπη, προστασία καί βοηθός. Οἱ πάντες εὐοδοῦσθε._

Ο συγκλονιστικός διάλογος του Μεγάλου Βασιλείου με τον Άρχοντα Μόδεστο



Το κείμενο που ακολουθεί λέει τα πάντα για το ήθος και το φρόνημα του αγίου Βασιλείου. 

Και από τον διάλογο που ακολουθεί μεταξύ του Μεγάλου Βασιλείου και του πανίσχυρου μετά τον αυτοκράτορα άρχοντα Μοδέστου, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί η Εκκλησία ονόμασε τον Άγιο Βασίλειο, «ΜΕΓΑ»!

Η συνομιλία του με τον Μόδεστο έχει ως εξής

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: « Πως σκέφτηκες σύ, Βασίλειε – δεν τον ονόμασε επίσκοπο – και τολμάς να αντιστέκεσαι ενάντια στην εξουσία και να φέρεσαι μόνος συ με τόση αυθάδεια;

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Γιατί μου κάνεις τέτοια ερώτηση; Ποια είναι η απείθεια και η υπεροψία μου; Γιατί ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω.

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Γιατί δεν ακολουθείς την θρησκεία του αυτοκράτορα, ενώ όλοι πιά οι άλλοι υποτάχτηκαν και νικήθηκαν;

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Δεν είναι αρεστά αυτό στο δικό μου Βασιλιά. Ούτε ανέχομαι να προσκυνώ το Χριστό σαν κάποιο κτίσμα, όπως τον θεωρείτε σεις οι αιρετικοί, αφού εγώ είμαι κτίσμα του Θεού.

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Και μάς πώς μάς θεωρείς; Δεν είμαστε τίποτε ημείς, που διατάζουμε αυτά; Πώς λοιπόν; Δεν θεωρείς μεγάλο και τιμητικό το να ταχθής με το μέρος μας και να έχης φίλους και συντρόφους;

Μ.ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Αναγνωρίζω και δεν αρνούμαι ότι σείς είσθε ύπαρχοι και επιφανείς, αλλά καθόλου ανώτεροι από το Θεό. Και θεωρώ σπουδαία τη φιλία σας, αλλά και ισάξια με τη φιλία των άλλων ανθρώπων που πιστεύουν. Γιατί δεν είναι επίσημος ο Χριστιανισμός από την αξία των προσώπων που ανήκουν σ΄ αυτόν, αλλά από την πίστη.

Στο σημείο αυτό ο ύπαρχος ταράχθηκε. Άναψε από το θυμό του. Σηκώθηκε από την έδρα του και με λόγια ορμητικά είπε:

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πως λοιπόν δεν φοβάσαι την εξουσία;

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Τι θα μου συμβή; Τι πρόκειται να πάθω;

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Τι θα πάθης; Ένα από τα πολλά που έχω στην εξουσία μου.

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ποια είναι αυτά; Πες μου τα, για να ξέρω.

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Δήμευση, εξορία, βασανιστήρια, θάνατος.

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Απείλησε τίποτε άλλο, αν υπάρχη. Γιατί κανένα απ΄ αυτά που ανέφερες, δεν μπορεί να με θίξη και να με βλάψη.

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πως είναι δυνατόν και με ποίο τρόπο θα τα καταφέρης;

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Γιατί δήμευση περιουσίας δεν μπορεί να πάθη εκείνος που δεν έχει τίποτα, εκτός αν πάρης τα τρίχινα αυτά φτωχά ρούχα και τα λίγα βιβλία, από τα οποία αποτελείται ολόκληρη η περιουσία μου. Εξορία δεν ξέρω αφού δεν είμαι πουθενά εγκατεστημένος και ούτε αυτή τη πόλη του κατοικώ τώρα, θεωρώ δική μου, αλλά θα έχω πατρίδα μου κάθε τόπο, στον οποίο θα με ρίξουν. Και μάλλον κάθε τόπο του Θεού, όπου εγώ είμαι ξένος και πάροικος. Τα βασανιστήρια πάλι τι μπορούν να κάνουν σε άνθρωπο που δεν έχει σώμα, εκτός αν λές βάσανο την πρώτη πληγή με την οποία θα πέσει το σώμα αυτό. Μόνο της πληγής αυτής είσαι κύριος. Και ο θάνατος θα είναι για μένα ευεργεσία, γιατί θα με στείλει γρηγορότερα στο Θεό, για τον οποίο ζω και πολιτεύομαι και χάρη του οποίου νεκρώθηκα και προς τον οποίο από καιρό τώρα σπεύδω.

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Κανείς μέχρι σήμερα δε μίλησε με τέτοιο τρόπο και με τόση μεγάλη παρρησία σε μένα τον Ύπαρχο.

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ίσως δε συνάντησες ποτέ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. Γιατί αν συναντούσες πραγματικό Ιεράρχη, που ν΄ αγωνίζεται για την ορθή πίστη, με αυτό τον τρόπο θα σου απαντούσε. Ημείς Ύπαρχε, σε όλα τα άλλα ζητήματα είμαστε επιεικείς και ταπεινότεροι από κάθε άλλο άνθρωπο, γιατί τέτοια εντολή έχουμε από τον Κύριο. Και όχι μόνο σε τόση μεγάλη εξουσία, όπως η δική σου, αλλά ούτε στον τυχόντα άνθρωπο σηκώνουμε μάτια. Αλλά όπου πρόκειται για το Θεό και κινδυνεύει η πίστη, σ΄ Αυτόν μόνο αποβλέπουμε. Φωτιά και ξίφος και θηρία και νύχια που κόβουν τις σάρκες είναι για μας αυτά περισσότερο ευχαρίστηση παρά εκφοβισμός και κατάπληξη. Γι΄ αυτό βρίζε, φοβέριζε, κάνε ό,τι θέλεις, χρησιμοποίησε την εξουσία σου. Ας ακούση την απάντηση αυτή και ο Βασιλιάς. Δεν θα υποτάξης, ούτε θα με πείσης να ταχθώ με το μέρος της αιρετικής ασέβειας, έστω και αν με απειλήσης με ακόμη τρομερότερα.»

Tα παραπάνω ας τα διαβάσουν κι αυτοί οι κατήγοροι της Εκκλησίας που λένε πως , δήθεν, η Εκκλησία του Χριστού, βασίστηκε στην κρατική εξουσία για να επικρατήσει ενώ η αλήθεια είναι ότι από τις αρχές τής ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η Ορθόδοξη Εκκλησία διώχθηκε ακόμα και από «χριστιανούς» αυτοκράτορες».


Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2020

Ο Θάνατος ως καθημερινό γεγονός



Θα μαθαίναμε περισσότερα για τον θάνατο εάν μπαίναμε στον κόπο να εξετάσουμε την προσωπική μας εμπειρία. Ο θάνατος μας είναι πολύ οικείος απ’ όσο φανταζόμαστε και όλοι είμαστε σε θέση να μιλήσουμε για κάποια εμπειρία “θανάτου” που όμως πολύ απέχει από οποιαδήποτε  αίσθηση φόβου.

          Κατά μία πρακτική έννοια “πεθαίνω” σημαίνει “χάνω την αυτοσυνειδησία μου και περιπίπτω σε μία κατάσταση λήθης”. Αυτή η προοπτική προξενεί σε πολλούς ανθρώπους φόβο. Κι όμως, ο καθένας από σας παραδίδεται στον ύπνο κάθε βράδυ. Βυθίζεται ολοκληρωτικά στη λήθη, χωρίς κανένα φόβο. Γιατί; Διότι αισθανόμαστε βέβαιοι-σε μεγάλο βαθμό αδικαιολόγητα βέβαιοι-πως το επόμενο πρωί θα ξυπνήσουμε. Ελπίζουμε ότι το επόμενο πρωί θα ξημερώσει και για μας κι ότι ο ύπνος δεν είναι παρά μία προσωρινή εμπειρία.

          Ας παραβάλλουμε αυτή τη διαδικασία με εκείνη του θανάτου και της αφύπνισης στην αιωνιότητα. Γιατί στην πραγματικότητα παίρνει κανείς μεγάλο ρίσκο όταν κλείνει τα μάτια και αποκοιμιέται. Δεν υπάρχει πιο επικίνδυνος τόπος από το κρεβάτι μας, αν ακούσουμε την ιστορία του ναυτικού και του βοσκού που συγκρίνουν τους κινδύνους  της προσωπικής τους βιωτής. Ο βοσκός  επιμένει ότι ουδέποτε θα ριψοκινδυνέψει να ζήσει στη θάλασσα. Ο ναυτικός που έχει διαφορετική άποψη ρωτά τον βοσκό: “Πως πέθανε ο πατέρας σου;” ¨Πέθανε στο κρεβάτι του”. “Κι ο δικός μου πατέρας; “ Κι εκείνος στο κρεβάτι του”. Και έκπληκτος ο ναυτικός: “Και τολμάς να ξαπλώνεις στο κρεβάτι σου κάθε βράδυ;”.

          Με αυτή την έννοια αντικρύζουμε τον θάνατο κάθε βράδυ, με εμπιστοσύνη και σιγουριά. Κι όταν αυτού του είδους ο προσωρινός θάνατος δεν έρχεται τόσο εύκολα, καταφεύγουμε ακόμα και σε τεχνικές μεθόδους για να τον συναντήσουμε. Δεν είναι περίεργο που δεν βγάζουμε συμπεράσματα από τα πιο  απλά πράγματα στη ζωή;

          Αλλά και μ’ έναν άλλο τρόπο η εμπειρία του θανάτου μας είναι οικεία, καθώς στη διάρκεια του βίου “πεθαίνουμε” με πολλούς τρόπους. Όταν περνούμε από την βρεφική στην παιδική ηλικία και κατόπιν στη νεότητα και την εφηβεία κι από εκεί στην ωριμότητα κια τα γηρατειά, φανταζόμαστε ότι απλά μεταβαίνουμε από το ένα στάδιο στο άλλο. Κι όμως, εφόσον εξελισσόμαστε, μια σειρά από πράγματα που είχαμε πριν οικειοποιηθεί πεθαίνουν μέσα μας. Γιατί αλλιώς, εάν ως νέοι ή ενήλικες διατηρούσαμε τα χαρακτηριστικά της νηπιότητάς μας, θα γίνουμε παιδαριώδεις. Προκειμένου να αποκτήσουμε την ωριμότητα κάθε επομένου σταδίου της εξέλιξής μας, πρέπει να αποδεχτούμε ότι κάποια πράγματα μέσα μας παθαίνουν, τα αποχωριζόμαστε για πάντα. Κι αυτός ο αποχωρισμός μπορεί να είναι μία επίπονη και δύσκολη διαδικασία, κατά κάποιον τρόπο τόσο δύσκολη όσο και ο σαρκικός θάνατός μας. Πολλοί γονείς έχουν παρόμοια εμπειρία: λαχταρούν από το παιδί τους να παραμείνει μικρό αγόρι και στο βάθος ενοχλούνται από τη θέα του νέου ενήλικα που απεκδύεται τη νεότητά του. 

          Η διαδικασία του θανάτου μέσα στη ζωή μας ακολουθεί κάθε στιγμή. Αυτό οφείλουμε να το συνειδητοποιήσουμε και να το αποδεχτούμε πιο ενεργά. Έτσι, ώστε να φοβόμαστε λιγότερο τον θάνατο ως τελεσίδικη απώλεια. Θα μάθουμε μάλλον να τον θεωρούμε ως αναπόφευκτο μέρος της διαδικασίας εκείνης με τον οποία ωριμάζουμε προς την πληρότητα της ζωής.

          Μητρ. Άντονυ του Σουρόζ

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

Μακαριστὲ Χριστόδουλε, ἡ καρδιὰ τῆς Ἑλλάδας ἔπαψε νὰ χτυπᾶ…



«Ὅταν ἡ καμπάνα τῆς ἐκκλησίας σταματήσει νὰ χτυπάει, τότε θὰ σταματήσει νὰ χτυπάει καὶ ἡ καρδιὰ τῆς Ἑλλάδας». «Αὐτοὶ ποὺ γκρεμίζουν τὰ ἐθνικὰ θεμέλια αὐτοῦ του ἔθνους καὶ δὲν δίνουν λόγο σὲ κανέναν, πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅτι ὑπονομεύουν τὸ ἔθνος». Ἐπίκαιροι λόγοι τοῦ Μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χριστόδουλου ποὺ ἔχουν ἄμεση ἀναλογία καὶ ἐφαρμογή, σὲ αὐτὰ ποὺ βιώνουμε στὶς μέρες μας.

Ἡ καρδιὰ τῆς Ἑλλάδας σταμάτησε, καὶ ὅλοι οἱ χριστιανοὶ μουδιασμένοι καὶ πικραμένοι, κρατοῦν τὴν ἀνάσα τους…

Παρακολουθήσαμε ὅλοι ἔκπληκτοι, τὸν Ἕλληνα Πρωθυπουργό, νὰ ἀποφασίζει νὰ σταματήσει ὅλες τὶς ἀκολουθίες, τὶς Θεῖες Λειτουργίες καὶ οὐσιαστικὰ τὴν ἴδια τὴ Θεία Μετάληψη!

Ἔνα απαραδεκτο, ἔνα πρωτοφανες χτύπημα στὰ θεμέλια της Χριστιανοσύνης, ἄρα και στα θεμέλια του ἴδιου του Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Μία ἀπόφαση, χωρὶς ἱστορικὸ προηγούμενο!

Μία ἀπόφαση ποὺ προκάλεσε ἔνα πνευματικο, ἕνα ἐθνικὸ «ἔμφραγμα»!

Ἡ Θεία Λειτουργία καὶ ἡ Θεία Μετάληψη, δὲν ἔχει παύσει νὰ τελείται ουτε ἐπὶ Τουρκοκρατίας, οὔτε εν μέσω ἐπιδημιῶν καὶ πανδημιῶν πολὺ χειρότερων ἀπὸ τὸν COVID -19.

H ἀπόφαση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου ποὺ ἀνακοινώθηκε τὴ Δευτέρα, κινήθηκε σὲ μεσοβέζικα μὲν ἐπίπεδα, ἀλλὰ ἄφηνε ἕνα μικρὸ χρονικὸ παράθυρο ἀνοικτό, γιὰ νὰ...

τελοῦνται τουλάχιστον οἱ Θεῖες Λειτουργίες.

Παρόλα αὐτά, σὲ ἐλάχιστο χρονικὸ διάστημα μετὰ τὴν ἀπόφαση τῆς ΔΙΣ, ὁ Ἕλληνας Πρωθυπουργὸς ἔβγαλε δική του ἀπόφαση, ἀναστέλλοντας ολες τὶς λειτουργίες σὲ ὅλους του χώρους θρησκευτικης λατρείας, ἀκυρώνοντας ἔτσι με απολυταρχικό τροπο τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας.

Καὶ ἀνακοίνωσε τὴν ἀπόφασή του, πῶς;

Μὲ ἔνα tweet.

Μὲ ἔνα τιτιβισμα!

Ζήσαμε νὰ τὸ δοῦμε καὶ αὐτό. Τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἀκυρώνονται ἐπιδεικτικὰ μὲ ἕνα tweet!

Ὁ Ἕλληνας Πρωθυπουργός, εἶναι σίγουρο πὼς γνώριζε ἐγκαίρως τὶς ἀποφάσεις τῆς ΔΙΣ. Γιὰ ποιὸν ἀκριβῶς λόγο επελεξε καὶ ἐπέτρεψε νὰ ἐκτεθεῖ ἔτσι η ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας;

Γιὰ ποιὸν λόγο ἀκριβῶς, ὑποβλήθηκαν σὲ σκωτσέζικο ντους οι χριστιανοί, ἀκούγοντας δυο ἐντελῶς διαφορετικὲς ἀνακοινώσεις μεσα σὲ δύο μόλις ὧρες;

Γιὰ νὰ κάνει ὁ κύριος Μητσοτάκης, ἐπίδειξη δύναμης; ω

Γιὰ νὰ κάνει επιδειξη ὑπευθυνότητας;

Γιὰ νὰ δείξει πὼς ὁ ἴδιος ἐνδιαφέρεται καὶ ἀνησυχεῖ περισσότερο γιὰ τοὺς χριστιανούς, ἀπὸ ὅσο ἐνδιαφέρεται καὶ μεριμνᾶ ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία;

Νὰ εἴμαστε σοβαροί. Κάτι τέτοιο δὲν ἰσχύει.

Θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ δοθεῖ μία λύση ποὺ νὰ ἱκανοποιεῖ καὶ τὴν πλευρὰ τοῦ κράτους καὶ τὴν πλευρὰ τῆς Ἐκκλησίας.

Μὲ εἰλικρινῆ συνεργασία καὶ συμπόρευση, και όχι μὲ ἐπιδείξεις ἰσχύος καὶ τιτιβίσματα.

Ὅμως ἡ ἀπόφαση, ἐπάρθη καὶ ὁ κύβος ἐρρίφθη.

Ἂς μᾶς ἐξηγήσουν λοιπόν, γιὰ ποιὸν ἀκριβῶς λόγο δὲν μποροῦν νὰ ἰσχύσουν στὶς ἐκκλησίες τὰ ἴδια μέτρα πρόληψης ποὺ ἰσχύουν καὶ στὰ super markets;

Γιατί δὲν μποροῦσαν νὰ κρατηθούν οι ἴδιες ἀποστάσεις μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ἴδιοι περιορισμοὶ στὸν ἀριθμὸ ἀτόμων ποῦ συναθροίζονται;

Γιατί δὲν μποροῦσαν νὰ γίνονται Θεῖες Λειτουργίες π.χ.Τῶν πέντε ἢ τῶν δέκα ἀτόμων;

Μήπως γιατί στὴν πραγματικότητα, οἱ ἀνησυχίες τῶν κυβερνώντων ἐπικεντρώνονται στὴ λαβίδα τῆς Θείας Μετάληψης, ὡς πιθανὸ μέσο μετάδοσης τοῦ ἰοῦ;

Γιατί δὲν παίρνουν ξεκάθαρη θέση ἐπὶ τοῦ θέματος, ἔστω καὶ μέ… tweet;

Γιατί δὲν ἔκλεισαν οἰ λαϊκὲς ἀγορές οπως ἔκλεισαν καὶ οἱ ἐκκλησίες;

Εἶναι χαμηλότερος ὁ κίνδυνος μετάδοσης τοῦ ἰοῦ ἐκεῖ;

Εἶναι τόσο δύσκολο νὰ καταλάβουν μερικοὶ πολιτικοὶ πῶς γιὰ κάποιους πολίτες τῆς χώρας, τὸ νὰ γεμίζουν τὸ στομάχι τους δὲν ἀποτελεῖ τὴν ὕψιστη προτεραιότητά τους;

Τὸ χειρότερο καὶ τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο εἶναι, πὼς μὲ αὐτὴν τὴν ἀπόφαση τοῦ κράτους καὶ μὲ τὴν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας να μὴν ἀντιδρᾶ, δημιουργήθηκε ἕνα εἴδος «δεδικασμένου» γεγονότος.

Ἕνα «δεδικασμένο» ποὺ κανεὶς δὲν μᾶς ἐγγυᾶται πὼς στὸ μέλλον δὲν θα ξαναχρησιμοποιηθεῖ δολίως απο κάποιους, γιὰ νὰ χειραγωγηθοῦν οἱ χριστιανοὶ καὶ νὰ κλείσουν καὶ πάλι οἱ ἐκκλησίες.

Ἔνα «δεδικασμένο» ποὺ δύναται νὰ ἐπιφέρει ἀκόμα και σύγχρονους διωγμούς…

Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο εἶναι ποὺ θὰ πρέπει νὰ δοθούν απαντησεις καὶ ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ Ἱερατείου.

Δέχονται οι Ὀρθόδοξοι Ἀρχιερεῖς αὐτὸ τὸ «δεδικασμένο» ἢ ὄχι;

Ἂν ναί, ἂς ποῦν καθαρὰ στὸν λαό πως κάθε φορᾶ ποὺ ὑπάρχει ἀπειλὴ πανδημίας ἢ ἐπιδημίας, οἱ ναοὶ τῆς Ὀρθοδοξίας θὰ βάζουν λουκέτο, ὅπως ἔβαλε ὁ Πάπας Φραγκίσκος , ὅπως ἔβαλαν οἱ Ἰσλαμιστές…

Νὰ γνωρίζουμε πὼς σὲ παρόμοιες καταστάσεις στὸ μέλλον, ἡ ἐκκλησία θὰ «κάνει στὴν ἄκρη».

Ἂν ὄχι, ἂς ἀντιδράσουν οπως μποροῦν. Ὅπως θὰ ἀντιδροῦσε ὁ Μακαριστός Χριστοδουλος. Ὅπως θὰ ἀντιδροῦσε ὁ Μακαριστός Αυγουστινος Καντιώτης.

Ὅπως ἀντιδροῦν κάποιοι Ἀρχιερεῖς στὴ Κύπρο. Ὅπως ἀντιδροῦν στὴ Ρωσία.

Ἂν δὲν μποροῦν, τουλάχιστον ας ἐξηγήσουν στὸν πιστὸ λαό, τὸ σκεπτικὸ τῶν ἀποφάσεών τους καὶ τῆς (μὴ) ἀντίδρασής τους. Ἂς ἀναδιπλωθοῦν καὶ ἂς φροντίσουν να καθησυχάσουν μὲ ἰσχυρὰ καὶ στέρεα ἐπιχειρήματα, τὸ ἐκκλησίασμα ποὺ ἀγωνιᾶ.

Ἂς μᾶς ἐξηγήσουν γιατί ἀποδόθηκαν τὰ τοὺ «Καίσαρος τῷ Καίσαρι» καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ… καὶ αὐτὰ στὸν «Καίσαρα»!

Αὐτὰ εἶναι ἐρωτήματα ποὺ βρίσκονται στις σκέψεις πολλών αυτες τὶς μέρες, καὶ ἀπορρέουν ἀπο γνήσιο πνεῦμα ἀνησυχίας καὶ προβληματισμοῦ. Ὄχι ἀπὸ πνεύμα διχασμου. Ὄχι ἀπὸ πνεύμα ανυπακοης.

Οἱ καμπάνες μπορεῖ νὰ σίγησαν, ἀλλὰ τὰ λόγια του Μακαριστοῦ Χριστόδουλου ἔρχονται ἀπὸ τὸ παρελθὸν καὶ «χτυποῦν» σαν διαχρονικὲς «καμπάνες» γιὰ ὅλους μας:

«Ἡ ἐκκλησία, ἀρνεῖται νὰ συμμαχήσει μὲ πολιτικὲς ποὺ ἀντιστρατεύονται τὸ ἦθος, τὶς ἀξίες καὶ τὴν παράδοση τοῦ λαοῦ μας, ἀναλαμβάνοντας, παράλληλα, τὸ ρόλο τοῦ μπροστάρη στοὺς κοινωνικοὺς ἀγῶνες. Αὐτὴ ἡ στάση ἀσφαλῶς καὶ κινεῖ, πολλὲς φορές, τὴ μήνη ὅλων ἐκείνων ποὺ θίγονται ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη καὶ τὴ διακονία τῆς ἀλήθειας. Ἡ ἀντίδραση, ὅμως, αὐτῶν τῶν κέντρων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακόψει τὴν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ κλείσει τὸ στόμα τῶν ἀνθρώπων της, ὁδηγώντας τους στὸν συμβιβασμό. Οἱ συμβιβασμένοι δὲν ἔχουν θέση στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας».
sportime

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2020

Ο Επαναστατικός απελευθερωτικός αγώνας του Γένους κατά το1821



Ο μήνας Μάρτιος ξαναζωντανεύει μέσα μας το μεγαλείο της Επαναστάσεως του 1821. Μας επανατοποθετεί μπροστά στην υπόθεση της ελευθερίας και μας κρίνει. Κρίνει την εθνική μας πορεία, όπως διαγράφεται από τους σημερινούς φορείς της δημόσιας ζωής, αλλά και πως βιώνεται από τον καθένα από μας.

          Ανάμεσα  στα γεγονότα της ελληνικής επαναστάσεως ξεχωρίζουν εκείνα που αποκαλύπτουν το ηθικό μεγαλείο, την αυταπάρνηση και τον αξεπέραστο ηρωισμό. Από το άλλο μέρος όμως ξεχωρίζει και η μικρότητα  των αγωνιστών και η φοβερή διχόνοια , η επάρατη αυτή αρρώστεια που μαστίζει τη φυλή μας.

          Σήμερα, τόσα χρόνια από τότε, πέρα από τα πάθη που μας πολεμάνε, υπάρχει και μια τάση, μια προσπάθεια να νοθευτεί το πνεύμα της Επαναστάσεως και να ερμηνευτεί με κριτήρια ξένα απ’ αυτή και την εποχή της. Δηλαδή προσπαθούν πολλοί να εφαρμόσουν δικά τους κριτήρια και να στηρίξουν με αυθαίρετα συμπεράσματα τις δικές τους τοποθετήσεις, πολιτικές, κοινωνικές, ιδεολογικές κ. α. πάνω στην Επανάσταση και να την υποτάξουν σε ιδιοτελείς σκοπιμότητες. Έτσι την απογυμνώνουν από το μεγαλείο της, τη φτωχαίνουν και  της αφαιρούν το μήνυμά της. Μετατρέπουν την ελληνική Επανάσταση σε ταξική, σε πάλη κοινωνικών τάξεων ή την θέλουν δημιούργημα ξένων δυνάμεων. Λες και δεν υπήρχε ένας κατακτητής που  βασάνιζε και τυραννούσε το Γένος τετρακόσια χρόνια.

          Αλλά μια τέτοια παραχάραξη της Επαναστάσεως του 1821 αποτελεί εθνική βεβήλωση. Και όταν δίνονται τέτοιες ερμηνείες, τότε συσκοτίζεται η πραγματικότητα και ο λαός χάνει το νόημα της ελευθερίας.

          Η Επανάσταση του 1821, όπως μαρτυρείται από τη συνείδηση των πρωταγωνιστών κι’ αγωνιστών της και όλου του λαού ήταν αναμφισβήτητα έργο όλων των δυνάμεων του Γένους. Ήταν ένα ξέσπασμα του πόνου και της οργής του για την πικρή σκλαβιά του. Και ήταν ο πόθος και η λαχτάρα της ελευθερίας , που συγκλόνιζε, και πάντα συγκλονίζει την καρδιά του κάθε Έλληνα. Και η αδάμαστη ψυχή του το τόλμησε και το πραγματοποίησε. Μία ψυχή που γαλουχήθηκε μέσα το ασυμβίβαστο και ανυποχώρητο και ανύσταχτο πνεύμα της Ορθοδοξίας, που κράτησε άσβεστη τη φλόγα της ελευθερίας.

          Οπότε κάθε προσπάθεια νοθεύσεως  αυτής της μεγάλης και εντυπωσιακής επαναστάσεως του λαού μας αποβλέπει σε αλλότριους σκοπούς  με την ελευθερία αυτού του τόπου. Και οδηγεί σε σκόπιμες ενέργειες για να χαθεί το κριτήριο της ελευθερίας. Αυτό επιβάλλει την απομόνωση αυτών των στοιχείων, που πολεμάνε με κάθε τρόπο το πνεύμα και  το νόημα της Επαναστάσεως. Και απαιτείται συνεχής εγρήγορση, όλων των υγιών δυνάμεων του τόπου μας, για να μείνουν ανόθευτα και ακαπήλευτα όσα η θυσία των ηρωικών αγωνιστών μας κληροδότησε. Διότι αν νοθευτεί η Ελληνική Επανάσταση, τότε  χάνεται το πνεύμα της αληθινής ελευθερίας, χάνεται το πνεύμα που ζωοποιεί το νεύρο της εθνικής μας αυτοσυνειδησίας.

          Γ.

Δεν ξέρω να προσεύχομαι



Θεέ μου, δεν ξέρω να προσεύχομαι. Κι όμως αισθάνομαι τόσο βαθειά την ανάγκη της προσευχής. Θέλω να προσευχηθώ.                                                                 

          Ώρες ώρες με συνεπαίρνει η λαχτάρα να μιλήσω μαζί Σου. Να έλθω σε επαφή με Σένα, τον Άρρητο κι Ανεξιχνίαστο. Μα χάνω τις λέξεις. Δεν μπορώ να συναρμολογήσω τα νοήματα. Οι σκέψεις μου μπερδεύονται. Καλά καλά δεν ξέρω τι να πω μερικές φορές, ενώ καταλαβαίνω, ότι έχω να πω τόσα και τόσα.... Κάτι ακαθόριστο, συγκεχυμένο, χωρίς μορφή και σχήμα, αναδεύει μέσα μου. Ένας κόσμος ιδεών, αισθημάτων, σκέψεων, βιωμάτων σε διαρκή παλίρροια.

          Δεν θέλω να Σου κρύβομαι, Θεέ  μου. Στα χρόνια που πέρασαν δεν προσευχήθηκα παρά ελάχιστα. Από την εποχή που ήμουνα παιδί, στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού, ως σήμερα απουσίασε η προσευχή απ’ τη ζωή   μου.

          Γι’ αυτό τώρα, που με καίει η δίψα της επαφής μαζί Σου, δεν μπορώ, δεν ξέρω να Σου μιλήσω. Επιχειρώ να προσευχηθώ και μου έρχονται στο στόμα οι ίδιες φράσεις, που χρησιμοποιούσα  όταν ήμουνα μικρό παιδί. Μα σήμερα, στην κατάσταση που είμαι, μου φαίνονται τόσο ξένες, τόσο απόμακρες, που ντρέπομαι να τις χρησιμοποιήσω για προσευχή.

          Σε ικετεύω, Παντοδύναμε: Μάθε με να προσεύχομαι. Μίλησέ μου. Δίδαξέ με τη θεία τέχνη της επικοινωνίας μαζί Σου.

          Καθισμένος στα πόδια Σου είμαι έτοιμος να Σε ακούσω. Τα μάτια μου Εσένα ατενίζουν την ώρα αυτή.

          Στα χείλη μου καίει το παλιό αίτημα των αποστόλων Σου: “Κύριε, δίδαξον ημάς προσεύχεσθαι”.

          ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρχιεπισκόπου πρώην Αμερικής