Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Λόγοι  σοφίας και χάριτος




Η ανατροφή του παιδιού αρχίζει από την στιγμή σύλληψης. Πρέπει λοιπόν η γυναίκα, τώρα να προσπαθεί να είναι ήρεμη, να διαβάζει χριστιανικά βιβλία, το Ευαγγέλιο,να προσεύχεται και να λέγει την ευχή. Έτσι αγιάζεται και αυτή και το παιδί της.

          Ο πατέρας να προσέχει να ,μην στενοχωρεί την έγκυο γυναίκα του για κανένα λόγο. Όταν γυρίζει από την εργασία του νευριασμένος ή στενοχωρημένος, καλύτερα ας πάει μία μικρή βόλτα να συνέλθει και έπειτα να γυρίσει στο σπίτι του ήρεμος κια με το χαμόγελο στα χείλη και ας πάει και λίγο καθυστερημένος.


          Οι γονείς δεν αφήνουν στα παιδιά τους κληρονομιά μόνο σπίτια, χωράφια και χρήματα. Αφήνουν και πνευματική κληρονομιά, τα πάθη τους ή τις αρετές τους.



          Έτσι υπάρχουν παιδιά που έχουν από τους γονείς τους πλούσια πνευματική κληρονομιά, με πολλές αρετές. Και αν προσθέσουν  και το δικό τους φιλότιμο αγώνα, μπορούν να φθάσουν πολύ ψηλά πνευματικά.



          Οσίου Παϊσίου Αγιορείτου

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Η ταυτότητα του Αγίου στις μέρες μας…

Ο σκοπός της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού, είναι η θέωση του ανθρώπου.

Οι έννοιες Άγιος και Αγιότητα στην εποχή μας διέρχονται κρίση: η αποκρούονται, η χλευάζονται, η παραποιούνται. Και μάλιστα όχι μόνο σε κοινωνικές ομάδες, που έχουν προσωρινά η μόνιμα διακόψει κάθε σχέση και σύνδεσμο με το εκκλησιαστικό σώμα, αλλά και μεταξύ των λεγομένων χριστιανών και μάλιστα των «Ορθοδόξων». Ιδανικό στον κόσμο μας είναι οι οικονομικές αξίες, η ευζωία, η υλική ευημερία. Ποιός, ακόμη και χριστιανός, έχει βάλει σκοπό της ζωής του να γίνει άγιος; Ποιός, ενδιαφερόμενος και μοχθών για την σταδιοδρομία του παιδιού του, δίνει προτεραιότητα στην αγιότητά του; Και όμως σε προηγούμενους καιρούς αυτός ήταν ο κύριος σκοπός του ορθοδόξου πιστού. «Χριστός και ψυχή σας χρειάζονται»,δηλαδή η σωτηρία, έλεγε ο Πατροκοσμάς αναδιατυπώνοντας τον λόγο του Αποστόλου Παύλου, που ήταν το ιεραποστολικό πρότυπό του: «Πάντα ηγούμαι (τα θεωρώ) σκύβαλα (σκουπίδια), ίνα Χριστόν κερδήσω» (Φιλ. 3, 8).

Σήμερα, σχεδόν κατά κανόνα, η «αγιότητα» είναι ένα «λησμονημένο όραμα» και υποτιμημένη αξία. Και όμως! Ο σκοπός της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού και εν Χριστώ κοινωνίας, είναι η θέωση του ανθρώπου, δηλαδή η αναγέννησή του μέσα στην άκτιστη θεϊκή Χάρη, ο αγιασμός του. «Άγιοι έσεσθε, ότι εγώ άγιος ειμι» (Λευιτ. 20, 26), που είναι αντίστοιχο με τον λόγο της Καινής Διαθήκης: «Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ως ο Πατήρ υμών ο ουράνιος τέλειος εστιν» (Ματθ. 5, 48). Γι’ αυτό υπάρχει στον κόσμο η Εκκλησία και καλεί κάθε άνθρωπο να ενταχθεί ολόκληρος («ολοτελής», Α’ Θεσ. 5, 23) στην κοινωνία της, για να μπορέσει να πραγματοποιήσει τον σκοπό της υπάρξεώς του μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο. Διότι ο Θεός σ’ αυτό «προορίζει» κάθε άνθρωπο, εφ’ όσον «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. 2, 4). «Επίγνωσις» είναι η πλήρης και τελεία γνώση του Χριστού (Εφ. 4, 13), που αποκτάται με την «θέωση», την υψίστη αγιοπνευματική εμπειρία του πιστού, στην οποία αποσκοπεί όλη η αγιοπνευματική πορεία του μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα (κάθαρσις – φωτισμός – θέωσις). Γι’ αυτό η Εκκλησία χαρακτηρίζεται από Πατέρες, όπως ο Ιερός Χρυσόστομος, «Ιατρείον πνευματικόν» και «εργαστήριον αγιότητας», διότι σκοπό έχει να λειτουργεί ως πνευματικό νοσοκομείο, που θεραπεύει την αρρώστια του ανθρώπου, την νόσο της ψυχής του, την πτωτική κατάσταση, για να μπορεί να προχωρήσει προς την κάθαρση της καρδιάς του, τον φωτισμό και την θέωση. Η Εκκλησία είναι «εργαστήριον», ένα πνευματικό εργοστάσιο, που παράγει αγίους, διαφορετικά δεν θα είχε λόγο υπάρξεως.

Πως βιώνεται όμως η αγιότητα στην πράξη της καθημερινότητας; Όχι ασφαλώς ως έννοια ηθική, αλλά (άγιο)πνευματική (συνιστώ το πρόσφατο βιβλίο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, Η Ιατρική εν πνεύματι Επιστήμη, Λειβαδειά 2009). Η Εκκλησία ως Ορθοδοξία δεν επιδιώκει να κάμει τον άνθρωπο «ηθικό» με την κοσμική σημασία του όρου. Ο μακαρίτης «λαϊκός», αλλά πατερικότατος, ιεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος, έγραψε ένα βιβλίο, που το συνιστώ πάντοτε, με τον τίτλο: «Άλλο καλός άνθρωπος και άλλο χριστιανός». Ο ορθόδοξος χριστιανός αγωνίζεται για την τήρηση των εντολών του Θεού όχι όμως με την έννοια ενός κώδικα καλής συμπεριφοράς (sav·ir vivre), αλλά για να οδηγηθεί, με την συνεργεία της Χάριτος του Θεού, στο εν Χριστώ ήθος, που πηγάζει από την καρδιά του ως «καρπός του Πνεύματος» (Γαλ. 5, 22) και «ύδωρ αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. 4, 14). Η τήρηση των θείων εντολών δεν είναι το «τέλος», ο σκοπός, όπως λέγει ο άγιος Μάρκος ο ερημίτης (5ος αι.) · «Αι εντολαί ουχί την αμαρτίαν εκκόπτουσιν, αλλά τους όρους της δοθείσης ημίν ελευθερίας φυλάττουσιν» (ΡG 65, 992). Άλλωστε είπε και ο Κύριος: «..Όταν ποιήσητε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγετε, ότι δούλοι αχρείοι εσμεν, ότι ο οφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. 17, 10).

Η τήρηση των εντολών του Θεού ανοίγει την πηγή της Χάριτος. Και ο Ορθόδοξος πιστός ζητεί συνεχώς Χάρη, δύναμη θεϊκή (πρβλ. τον λόγο του Παύλου: «πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ» (Φιλ. 4, 13). Οι αιρετικοί, που κυκλοφορούν ανάμεσά μας, βλέπουν τις εντολές του Θεού ηθικολογικά, θέλουν να γίνουν «καλοί άνθρωποι», όπως το επιδιώκουν άλλωστε και οι άθεοι και οι μη χριστιανοί, οπαδοί των θρησκειών (θρησκευμάτων) του κόσμου. Ο Ορθόδοξος πιστός όμως δεν επιδιώκει να γίνει απλά «καλός» και «ηθικός», αλλά Άγιος, να ενωθεί με τον Χριστό και μέσω αυτού με όλη την Αγία Τριάδα, να γίνει «ναός Θεού» (Α’ Κορ. 3, 16 κ.α.), διότι τότε θα είναι «αληθινός», όπως και ο Θεός μας (Α’ Ιω. 5, 20) και αληθινά συνάνθρωπος, «πλησίον» και αδελφός του άλλου· όταν η Χάρη του Θεού (η «βασιλεία» Του) θα ενοικεί στην καρδιά του και η αγάπη του δεν θα είναι «αγάπη αμαρτωλών» (Λουκ.6, 33), δηλ. υπολογιστική και συμφεροντολογική, αλλά ανιδιοτελής, όπως η αγάπη του Θεού, που «ου ζητεί τα εαυτής» (Ρωμ. 13, 5) και γι’ αυτό «ουδέποτε εκπίπτει» (13, 8).

Με τις προϋποθέσεις αυτές κατανοείται πόσο ανησυχητικό είναι το θλιβερό σύμπτωμα της αλλοιώσεως των κριτηρίων μας στο θέμα της αγιότητος. Αυτό φαίνεται από την ευκολία, με την οποία συνήθως χαρακτηρίζουμε κάποιον ως άγιο («άγιος άνθρωπος», λέμε) απλώς, διότι είναι «καλός», χωρίς να ξέρουμε το βάθος της καρδιάς του («τα φαινόμενα συχνά απατούν»). Αυτό οφείλεται στην αδρανοποίηση των ορθοδόξων κριτηρίων η και των προϋποθέσεων αναγνωρίσεως και διακρίσεως της αγιότητας. Σε τελευταία ανάλυση μόνον ο Άγιος, αυτός που έφθασε στην θέωση η στον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και μπορεί να «δει» την καρδιά του άλλου και το περιεχόμενό της, γνωρίζει και μπορεί να διακηρύξει ποιός είναι Άγιος, «ναός δηλαδή και κατοικητήριο του Θεού».Αυτά λέγει μεταξύ άλλων ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος (Ομιλίαι Πνευματικαί, Θ’, 8. Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών), Θεσσαλονίκη 1985, σ. 166), στηριζόμενος και ερμηνεύοντας τον λόγο του Αποστόλου Παύλου (Α’ Κορ. 2, 15: «ο πνευματικός ανακρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ’ ουδενός ανακρινόμενος»). Γράφει ο άγιος Μακάριος: «Ο πνευματικός (σημ. αυτός δηλαδή που έχει ζωντανή την παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά του) πάντας ανθρώπους «ανακρίνει…, γινώσκει έκαστον πόθεν λαλεί και που έστηκε και εν ποίοις μετροις εστίν». (Σημ. Μπορεί δηλαδή να γνωρίζει τον απέναντί του, σε ποιά εσωτερική κατάσταση βρίσκεται, ποιές είναι οι προϋποθέσεις των λόγων και έργων του, αν είναι ειλικρινής και δεν προσποιείται, ως ο ηθικολόγος και φαρισαίος).

Και συνεχίζει: «Αυτόν δε (τον «πνευματικόν» και Πνευματοφόρο) ουδείς ανθρώπων, των εχόντων το πνεύμα του κόσμου, γινώσκειν και ανακρίνειν δύναται, ει μη μόνον ο το όμοιον έχων επουράνιόν της θεότητος πνεύμα γινώσκει το όμοιον». Με λίγα λόγια: Μόνον οι άγιοι γνωρίζουν ποιός είναι άγιος και αυτών η γνώμη και άποψη έχει σημασία. Όταν λέμε συνεπώς, ότι ο «λαός του Θεού» αναγνωρίζει την αγιότητα, εννοούμε στην κυριολεξία τους Αγίους, αυτούς που έφθασαν στην αγιότητα, (φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και θέωση) και όχι εκείνους, που δεν αγωνίζονται, βαδίζοντας «συν πάσι τοις Αγίοις» και ακολουθώντας τα ίχνη τους, να γίνουν άγιοι. Εμείς σκεπτόμεθα συνήθως «λαοκρατικά» και «λαϊκίστικα», όταν λέμε ότι ο «λαός» αναγνωρίζει τους Αγίους! Γιατί το ερώτημα είναι: ποιός λαός; Ποιά σχέση έχει, δηλαδή, με την Χάρη και σε ποιά κατάσταση είναι η «καρδιά» του; Διότι, διαφορετικά, τα κριτήριά μας θα είναι ηθικολογικά και κοσμικά.Ποιός λοιπόν, με βάση τα ορθοδοξοπατερικά κριτήρια, είναι ο Άγιος; Οι έχοντες την εμπειρία της θεώσεως, οι Αγιοί μας δηλαδή, χαρακτηρίζουν ως Αγίους τα πρόσωπα εκείνα, που έχουν φθάσει στον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και στην θέωση, συνιστώντας τους μάρτυρές της μέσα στην ιστορία. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, (8ος αι.) τιμούμε ως αγίους «τους ενωθέντας Θεώ κατά προαίρεσιν και τούτον δεξαμένους ένοικον, και τη τούτου μεθέξει γεγονότος χάριτι, όπερ αυτός εστι φύσει». Άγιοι είναι, έτσι, «οι έμψυχοι ναοί του Θεού, τα έμψυχά του Θεού σκηνώματα», διότι «δια του νου τοις σώμασιν αυτών ενώκησεν ο Θεός» (Έκθεσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Δ(15)88. ΡG 94, 1164 Β επ.). Δηλαδή: «όσους ενώθηκαν με τον Θεό, σύμφωνα με την προαίρεσή τους, την ελεύθερη βούλησή τους, και Τον δέχθηκαν να κατοικήση μέσα τους και έγιναν με την μέθεξή Του, την ένωσή τους μαζί Του, κατά χάριν, αυτό που ο ίδιος ο Θεός είναι από τη φύση Του).Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή (7ος αι.): «η υπερώνυμος θέωσις» καθιστά τους μετέχοντες σ’ αυτήν «ακτίστους, ανάρχους και απεριγράπτους… καίτοι δια την οικείαν φύσιν εξ ουκ όντων γεγονότος» (ΡG. 91,1144 ΑΒ). Μολονότι, δηλαδή, και ο Άγιος είναι άνθρωπος κατά την φύση του, έχει ψυχή και σώμα, όπως όλοι μας, και είναι κτίσμα του Θεού, με την θεία Χάρη γίνεται ο,τι είναι και ο Θεός: άκτιστος, άναρχος, απερίγραπτος και αιώνιος, αλλά «κατά χάριν». Αυτός είναι ο πνευματικός «καταλύτης» στο γεγονός της ενώσεως του ανθρώπου με τον Θεό. Δεν αλλάζει η φύση του ανθρώπου. Δεν παύει ο Άγιος να είναι άνθρωπος και κτίσμα, αλλά «κατά χάριν Θεού» γίνεται άκτιστος και όλα τα άλλα, μεταμορφούμενος μέσα στο φως του Θεού. Μεταμόρφωση, συνεπώς, ζει ο Άγιος και όχι μεταβολή της φύσεώς του.

Πρέπει δε εδώ να λεχθεί, ότι όσοι διέπονται από «ευσεβιστικές» τάσεις, μιλούν προτεσταντικά για «ηθική θέωση», διότι θεωρούν βλασφημία να δεχθούν, ότι ο θεούμενος φθάνει να γίνει «άκτιστος» και «άναρχος», όπως ο Θεός είναι από τη φύση Του. Η θέωση όμως μεταμορφώνει την φύση του ανθρώπου και δεν «βελτιώνει» απλά τον χαρακτήρα του. Και αυτό συμβαίνει, διότι κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά: «Όλος μεν όλοις τοις αξίοις ο Θεός περιχωρεί, όλω δε όλοι περιχωρούσιν ολικώς οι Άγιοι τω Θεώ, όλον αντιλαβόντες εαυτών τον Θεόν» (Υπέρ των Ιερώς Ησυχαζόντων 3, 1, 27). Δηλαδή: «Όλος ο Θεός περιχωρεί εις όλους τους αξίους, εις όλον δε τον Θεόν περιχωρούν όλοι οι Άγιοι ολικά, έχοντας προσλάβει αντί τον εαυτό τους τον Θεόν».Η απώλεια η αδρανοποίηση των ορθοδόξων κριτηρίων οδήγησε στην αντικατάσταση της πνευματικότητας με την ηθικολογία και της αγιότητας με την ουμανιστική αρετολογία. Όταν γνωστοί κανονολόγοι αποφαίνονται, ότι η αγιοκατάταξη (και όχι: αγιοποίηση, που μόνο στον Παπισμό υπάρχει) γίνεται «υπό της γενικής εκκλησιαστικής συνειδήσεως ποιμένων και ποιμαινομένων», αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για αυθεντικούς ποιμένες και ποιμαινόμενους δηλαδή αυθεντικά μέλη του σώματος του Χριστού, φορείς της Χάριτος και όχι απλώς κατ’ όνομα χριστιανούς, λόγω ενός τυπικού βαπτίσματος η μίας εξωτερικής χειροτονίας.

Μη ξεχνάμε: οι Άγιοι αναγνωρίζουν τους Αγίους! Η ιστορία της Εκκλησίας μας διδάσκει, ότι η αναγνώριση της αγιότητας δεν υπήρξε ποτέ αυθαίρετη και συναισθηματική, ούτε στηρίχθηκε ποτέ στην καλή φήμη, την ηθικότητα, έστω και στις αγαθοεργίες κάποιου, αλλά σε απτά και τεκμηριωμένα, δηλαδή εκ του Θεού προερχόμενα, δείγματα της πραγματικότητας της θεώσεως. Ο Θεός μαρτυρεί την αγιότητα ενός προσώπου.Οι Ορθόδοξοι μιλούμε για «αγιότητα μαρτυρουμένη» άνωθεν, εκ του Θεού. Ο μέγας θεολόγος των νεωτέρων χρόνων, αρχιεπίσκοπος Ευγένιος ο Βούλγαρης (1716-1806), λέγει χαρακτηριστικά για την αναγνώριση των Αγίων: «Ευλογητός ο Θεός, ος ουκ αμάρτυρον επί γης αφίησιν την αλήθειαν αυτού» (Πρβλ. Πραξ. 14, 17. Ευγ. Βούλγαρη, Επιστολή προς Κλαίρκιον, Αθήνα 1844, σ. 6).

Σύμφωνα με την μακραίωνη ορθόδοξο-εκκλησιαστική πράξη οι Άγιοι δεν «αναγνωρίζονται» η «διακηρύσσονται» με ηθικολογικά, κοινωνικά και ενδοκοσμικά κριτήρια, αλλά μετά από την φανέρωση της αγιότητάς τους από τον ίδιο τον Θεό, με σημεία αδιαμφισβήτητα, που αντέχουν σε κάθε κριτική και αποσείουν κάθε αμφιβολία. Και τέτοια σημεία είναι: η κατάσταση του λειψάνου (άφθαρτο η οστά, που υπερβαίνουν την συνέπεια της φθοράς/σήψεως και γι’ αυτό εκπέμπουν ευωδία υπερκόσμια και όχι δυσοσμία, και κυρίως θαύματα).

Υπάρχει μάλιστα μία παγκόσμια ισχύουσα, γνωστή από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, παροιμία: «ο άγιος εάν δεν θαυματουργήσει, δεν δοξολογιέται», δεν τιμάται δηλαδή ως Άγιος. Η παροιμία αυτή σε διάφορες παραλλαγές, όπως η έρευνα έχει αποδείξει, είναι γνωστή ευρύτατα και στην Δύση. Ακόμη δε και στην περίπτωση του μαρτυρίου, τα θαυμαστά σημεία δεν λείπουν, όπως διαπιστώνεται από την μελέτη των συναξαριών και της υμνογραφίας μας.Η πορεία προς την αγιότητα και ο πνευματικός αγώνας δεν χάνει την αξία του και αυτό ισχύει για κάθε αγωνιζόμενο πιστό. Περιμένουμε όμως ο Θεός να βεβαιώσει («μαρτυρήσει») την αγιότητα (την θέωση) του συγκεκριμένου προσώπου, για να δικαιούμεθα και εμείς αναντίρρητα και χωρίς δισταγμούς, να το τιμάμε ως Άγιο. Μη ξεχνάμε, ότι οι άγιοι παρακαλούν τον Θεό για μας, διότι έχουν «παρρησία». Για τους άλλους ευσεβείς πιστούς, που δεν έφθασαν όμως στον φωτισμό η την θέωση, προσευχόμεθα εμείς (πρβλ. τα μνημόσυνα).

http://www.vimaorthodoxias.gr/theologikos-logos-diafora/i-taftotita-tou-agiou-stis-meres-mas/

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Ο Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης μιλά για τον παράδεισο

Διηγείται ο Γέροντας. Κάποτε διάβαζα το βίο του Άγιου Σεραφείμ του Σαρώφ και στο σημείο που έλεγε ο Άγιος ότι είδε τα σκηνώματα του Παραδείσου, «εν τη οικία του Πατρός μου πολλαί μοναί εισί», τότε λέω πώς να είναι άραγε Θεέ μου, αυτές οι Μονές;

Ξαφνικά μου έπεσε το βιβλίο από τα χέρια και βρέθηκα σ` ένα ωραίο μέρος. Μπροστά μου ήταν ένας δρόμος κατάφυτος με βιολέτες, όλες το ίδιο ύψος και πυκνοφυτεμένες, ευωδιαστές και δίπλα μου στεκόταν ένας Γέροντας, ο Άγιος Δαβίδ ήταν. Ήθελα να προχωρήσω και δίσταζα να μην σπάσω τα λουλούδια. Έλεγε μάλιστα ποιος τα φύτεψε τόσο πυκνά. Αν ήταν λίγο αραιότερα θα έβαζα το πόδι μου ανάμεσα και δε θα τα έσπαζα και δίσταζα να προχωρήσω.

Τότε μου λέει ο Γέροντας.

Προχώρα, προχώρα, προχώρα, πάτερ Ιάκωβε, μη φοβάσαι τα λουλούδια αυτά δεν είναι σαν και εκείνα που ξέρεις , δεν σπάζουν. Καθώς προχωρούσα λοιπόν πατούσα και δεν σπάζανε. Βλέπω δεξιά μου, ένα απότομο κατήφορο, χωματόδρομο πολύ επικίνδυνο και λέω. Τι δρόμος κατηφορικός είναι αυτός; Αν περάσει κανένα αυτοκίνητο θα κινδυνεύσει.

Μου λέει τότε ο γέροντας.

Εδώ πάτερ Ιάκωβε δεν υπάρχουν αυτοκίνητα, ας` τον αυτόν τον δρόμο μην τον κοιτάζεις καθόλου, εσύ βάδιζε το δρόμο που βαδίσεις.

Βαδίζαμε λοιπόν στο ανθισμένο αυτό δρόμο και λέω. «ας κοιτάξω τι υπάρχει γύρω». Βλέπω κάτι ωραιότητα σπιτάκια, αραιοκατοικημένα, σαν παλατάκια, με τις περιφράξεις τους με τις εξώπορτες τους, γεμάτα λουλούδια και ομορφιά και φως,  αλλά ήταν εντελώς άδεια, δεν υπήρχε κανένας άνθρωπος μέσα. Λέω τότε στον Γέροντα που με συνόδευε.

Γέροντα, τι ησυχία και τι ομορφιά είναι αυτή;

Ας είχα και εγώ ένα τέτοιο σπιτάκι να κάθομαι στην ησυχία, να κάνω την προσευχή μου, γιατί εγώ είμαι άνθρωπος της ησυχίας. Τότε σήκωσε ο Γέροντας το χέρι του και μου έδειξε το σπιτάκι του που ήταν για μένα. Αμέσως όμως βρέθηκα στο κελί μου και είπα. Γιατί ξαναγύρισα σ` αυτό το κόσμο; Αχ να μην ξαναγύριζα, αλλά να έμενα για πάντα εκεί!!!
το βρηκα:Δόγμα

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Η λάμπα του Παλαμά, του Σ.Μυριβήλη

Στρατής Μυριβήλης

Μια φορά κι έναν καιρό, σαν χτες ήταν αυτό, μέσα στην καρδιά τούτης της πολιτείας στέκονταν ένα σπίτι χωρίς θόρυβους, όπως στέκεται μιαν εκκλησιά. Του Παλαμά το σπίτι ήταν. Εκεί στην αρχή της οδού Ασκληπιού.

Μόλις το αττικό μούχρωμα τυλιγόταν γύρω στο ουρανόζωστο κείνο κυπαρίσσι, που αργοσαλεύει εκεί ψηλά, πίσω από τις γρίλλιες ενός στενού παραθυριού άναβε ένα κοκκινωπό φωσάκι. Είμασταν τότε πολύ νέοι, ζούσαμε στη Νεάπολι στα σοβαντισμένα φοιτητικά δωμάτια. Περνούσαμε τα χρόνια με τη γλωσσική επανάσταση, μπλέκοντας ρομαντικούς έρωτες με την κόρη της νοικοκυράς και ξερομασσώντας κουλούρια και στίχους γύρω στο πανεπιστήμιο. Περνούσαμε λοιπόν και την οδό Ασκληπιού, δείχναμε πάνου κατά το ψηλό παραθυράκι, με ευλάβεια, και ξέραμε πως τούτη την ώρα που κατακαθίζει το βραδάκι πάνου στις στέγες και πάνου στα κιονόκρανα της Αθήνας, εκεί μέσα είναι αναμένη η λάμπα του Παλαμά.Αναμένη μπροστά στην πνευματική μορφή της Αθήνας, όπως ένα καντήλι μπροστά στο ήμερο κόνισμα της Παναγίας. Ήταν ένα φωσάκι που έκαιγε ήσυχα μέσα στη νυχτωμένη και ξάστερη πολιτεία. Μας παρηγορούσε κι ήταν η άγρυπνη καρδιά της Αθήνας που χτυπούσε εκεί πάνου.

Όσοι πέρασαν από κείνο το σπίτι, δεν γίνεται να ξεχάσουν το γραφείο του ποιητή, ταργαστήρι του Γύφτου.

«Το κελλί μου», έτσι τόλεγε ο μεγάλος κοσμοκαλόγερος της ασάλευτης ζωής, που διάβαινε εμπνευσμένος, δοξασμένος και απόμερος, μέσα στην πολιτεία και στη μοναξιά του. Ένα μέτριο, παλιό δωμάτιο, που τα σανίδια του είχαν πάρει το χρώμα του βιολιού. Ξεχείλιζε από τα βιβλία και χαρτιά. Βγαίναν από παντού και κατακυρίευαν το στενάχωρο καμαράκι. Ξεχύνονταν από τα ράφια, στοιβάζουνταν ως το ταβάνι, πρόβελναν από τα συρτάρια, σκάλωναν στα τραπεζάκια, στριμόχνονταν στα κουφώματα των κλειστών παραθυριών. Και πάνου στο γραφείο ήταν πάλι άλλα βιβλία κι άλλα περιοδικά, σωρός και πίσω από όλα αυτά τα χαρτιά έβγαινε ο Παλαμάς να μας δεχτή, όπως ένας πολεμιστής βγαίνει πίσω απ΄ το μετερίζι που κάθεται και φυλάει ταμπουρωμένος.

Ήταν πάντα του ο τύπος του πνευματικού ανθρώπου, έτσι όπως τον φαντάζεται ένας νέος. Λεπτοκαμωμένος, λιγνός, με φίνα χαρακτηριστικά, με ανήσυχα χέρια πολύ χλωμά, δουλεμένα θαρρείς στο μαστιχοκέρι. Μα μέσα σε όλα και πάνου απ΄ όλα κείνα τα μοναδικά μάτια, του Παλαμά τα μάτια. Φώλιαζαν κάτου από φρύδια μεγάλα σα φτερούγες. Από κει από κάτου σε κοίταζαν μαύρα, φεγγερά από στόχαση και τρυφερή εγκαρδιότητα.

Περνούσαν τα χρόνια, τα παιδιά γινόμασταν άνδρες, οι συντροφιές μας οι φοιτητικές σκόρπιζαν, οι πόλεμοι κι η βιοπάλη μας έπαιρναν, μας έφερναν σήμερα ΄δω αύριο ΄κει. Όμως ποτέ δε λείψαμε να περνάμε τρεις τέσσερις φορές το χρόνο από το κελλί, να φυλήσουμε το χέρι του ποιητή και πνευματικού εθνάρχη. Του Παλαμά το χέρι το κερένιο, το αγαπημένο και δειλό, αυτό που σφυροκοπούσε μέρα και νύχτα σπαθιά κι αλέτρια για την Ελλάδα, και ιδανικά για μας τους νέους, που ορμούσαμε να δώσουμε τη μιλιά του και τη λευτεριά του στο γένος.

Σ΄ αυτό το αναμεταξύ τα κορακόφτερα φρύδια άσπριζαν σιγά σιγά μέσα στο μισόφωτο, και στο τέλος βρήκαμε τα μαύρα μάτια του Παλαμά να φωλιάζουν κάτω από τις φτερούγες των φρυδιών του σαν κάτω από τις φτερούγες άσπρων περιστεριών. Όμως τα μάτια εκείνα ήταν πάντα γεμάτα από αγάπη και μεγάλα όνειρα. Και τώρα που άρχιζαν τα πρώτα χιόνια να ψιχαλίζουν στα δικά μας μαλλιά, ο Παλαμάς μας δεχότανε στο κελλί του με την ίδιαν αγάπη, και μας έδινε, πάντα με την ίδια ντροπαλοσύνη το χέρι ν΄ ακουμπήσουμε πάνω του τη λατρεία μας, και πάντα σηκωνότανε πίσω απ΄ το γραφείο του έτσι λεπτός, μικροκαμωμένος και διάφανος. Ήτανε μια λαμπάδα από αγνό μελισσοκέρι που έλιωνε σιγά σιγά και κατελιώταν από την άσβεστη φωτιά της ποίησης. Αυτή η φλόγα έκαιγε αδιάκοπα μέσα στα μάτια του, κάτω από τη στάχτη των φρυδιών. Έλαμπε και ξαφνικά αποτραβιόνταν, όπως κάνει το απόφεγγο από το πυροφάνι μέσα στα σκοτεινά νερά.

Μέσα σε κείνο το κελλί γράφτηκε όλο το έργο του ποιητή, σαράντα χρόνια αράδα, χρόνο στο χρόνο, μήνα στο μήνα, μέρα στη μέρα. Έξω από του Ξενόπουλου το κελλί δεν ξέρω άλλο πνευματικό αργαστήρι στην Αθήνα, τόσο αγιασμένο από την ακοίμητη δουλειά ενός συγγραφέα. Και πάνω σ΄ αυτό το πελώριο έργο, έφεγγε όλα αυτά τα χρόνια κείνη η λάμπα, της Αθήνας τ΄ αγιοκάντηλο.

Ήτανε μια φτωχική λάμπα του πετρελαίου κι είδε, ένα – ένα, όλους τους παλαμικούς στίχους να γεννιούνται μέσα στον φτερωτό περίγυρό της.

Δεν το σώσαμε να γλιτώσουμε κείνο το σπίτι, κείνο το κελλί, κείνο τα΄ αργαστήρι, κείνο το γραφείο, ίσως ούτε κείνη τη λάμπα. Να τα σώσουμε και να τα κρατήσουμε για την Ελλάδα την παντοτινή, μαζί με την καρέκλα του Παλαμά, μαζί με το καλαμάρι του και με τα μπουκωμένα ράφια του. Όμως ένα έθνος που όλη η ιστορία του, η ζωή του όλη κι η δόξα του στάθηκαν μόνο και μοναχά πνευματική υπόθεση, πρέπει να καταλαβαίνει και να σώζει τ΄ ακριβά του και τα κειμήλιά του, θέλεις πρόσωπα είναι, θέλεις πράγματα άψυχα όσο είναι καιρός.

Την πρώτη φορά που πήγα να δω τον Παλαμά στο καινούργιο σπίτι που αναγκάστηκε να κουβαλήσει, εκεί στην Πλάκα, τονε βρήκα μέσα σε ένα περιβάλλον άγνωστο και αλλότριο. Όλα γύρω του ήτανε γυαλιστερά, ανάπνεαν τον αέρα του μοντέρνου, του καινούργιου και του περίκομψου. Τίποτα δεν απόμεινε από το κελλί, ούτε η λάμπα του πετρελαίου. Πάνω στο νέο γραφείο άναβε μια ηλεχτρική λάμπα με γλυκόχρωμο αμπαζούρ. Όλα αυτά ήταν ωραία, μορφοσιγυρισμένα και άνετα. Όμως δε βάσταξα μα μην του πω τη λύπη μου, που δεν έβλεπα κείνη την αγαπημένη λάμπα, που φώτισε την Ελλάδα ολάκερη και φαινόταν η φέξη της κι απ΄ την Αμερική κι απ΄ την άκρη του κόσμου.

Ίσως να πικραινόμουνα και με κείνα τα σγουρά φοιτητικά κεφάλια πούβλεπα με τη φαντασία μου κάτω από την κοκκινωπή φέξη της. Ο Παλαμάς κατάλαβε το παράπονό μου.

Τα μάτια του με κοίταξαν στοργικά κάτω από τις χιονισμένες τους φτερούγες. Κατόπι χωρίς να μου απαντήση, μου λέει.

– Θυμούμαι λοιπόν την πρώτη μας λάμπα στο σπίτι. Την πρώτη λάμπα της ζωής μου! Σπουδαίο γεγονός και σταθμός. Είμασταν παιδιά, την έφερε λοιπόν ο πατέρας, και μονάχος του τη γιόμισε, μονάχος του την άναψε, μονάχος του έβαλε το λαμπογυάλι κι ανέβασε το φως στη φυτιλήθρα. Βλέπεις, αυτός μονάχα ήξερε το μηχανισμό της. Σαν άναψε κι έφεξε μας κύτταξε ένα γύρω θριαμβευτικά και χαμογέλασε με ικανοποίηση, που όλοι μας κάναμε «ααα!». Είχανε μαζευτεί στο σπίτι και γειτόνοι και συγγενείς να δούνε το θάμα. Σβήσαμε λοιπόν τους λύχνους και βλέπαμε τα πρόσωπα, εκστατικά μέσα στο φως της.. Ακόμα θυμάμαι πόσο άσπρο και πόσο άφθονο μου φάνηκε το φως της πρώτης μας λάμπας!

Και γω κύτταζα τ΄ ωραίο μπρούτζινο πολύφωτο στο ταβάνι, κύτταζα και την κομψή λάμπα του γραφείου του, κύτταζα και το χέρι του ποιητή, το σεβαστό κι άγιο χέρι του Γύφτου, που ήταν άρρωστο πια, και σερότανε στο γόνατό του σαν τσακισμένη φτερούγα αητού, που κρέμασε. Αυτό το χέρι λοιπόν δεν μπορούσε πια ν΄ αραδιάσει τους στίχους του κάτω από τόσο φως…

«Σβυσμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη χώρα!».

Στρατής Μυριβήλης

(Νέα Εστία, τ. 329 σ. 1042)
diakonima

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Ὁ καπνοπαραγωγὸς

Ἔχεις περάσει καιρὸ τώρα τὰ 80, μπαρμπα-Γιάννη. Μιὰ ζωὴ ἁπλὸς ἀγρότης. Σκαμμένο τὸ πρόσωπο ἀπὸ τὸ κρύο καὶ τοὺς καύσωνες ποὺ πέρασαν ἀπὸ πάνω σου. Πρόσωπο ποὺ τόσες φορὲς τὸ ἔβρεξε ὁ ἱδρώτας, καθὼς ὄργωνες, ἔσπερνες, σκάλιζες, ράντιζες μὲ τὸ φάρμακο - δηλητήριο, κι ὁ ἀέρας πολλὲς φορὲς τό ᾿φερνε πάνω σου. Κουράστηκες, ἀλήθεια! Δίπλωνες τὸ σῶμα σου στὰ δύο καὶ ἔσκυβες γιὰ ὧρες νὰ μαζέψεις τὰ φύλλα τοῦ καπνοῦ ἀπ’ τὶς καπνόριζες. Τό ᾿κανες μὲ ἱκανοποίηση ὅμως, γιατὶ ζοῦσε ἡ οἰκογένειά σου ἀπ᾿ αὐτό. Κι ὅταν οἱ πολλοὶ πήγαιναν διακοπές, ἐσὺ τότε ἔπρεπε νὰ μαζέψεις τὸν καπνό. Κι ἀπ᾿ τὶς 2 τὰ μεσάνυχτα ἔφευγες γιὰ τὸ χωράφι, καὶ μόνο γιὰ λίγο σταματοῦσες στὶς 10 μὲ 11 τὸ βράδυ. Σὲ 3 ὧρες ξανὰ στὸ πόδι. Γιὰ νὰ μεγαλώσεις τὰ παιδιά σου, νὰ τὰ σπουδάσεις, νὰ γίνουν ἄνθρωποι ποὺ θὰ βοηθήσουν τὸν τόπο.

Τώρα στὸ ΚΑΠΗ συζητᾶς μὲ τοὺς λίγους ποὺ ἔχουν ἀπομείνει. Βλέπεις τὴ σύνταξή σου νὰ μειώνεται, τὰ φάρμακα τώρα νὰ τὰ πληρώνεις, τὸ ἰατρεῖο νὰ ἀνοίγει μόνο μιὰ μέρα τὴ βδομάδα. Τὰ παιδιά σου ἄνεργα ἐδῶ καὶ καιρό. Σκέφτεσαι πλέον νὰ ἀρχίσεις νὰ πουλᾶς τὰ χωραφάκια, ποὺ ἔζησαν καὶ σένα καὶ τὴν οἰκογένειά σου, γιὰ νὰ πληρώσεις τοὺς ἀβάσταχτους φόρους. Πρέπει νὰ τοὺς πληρώσεις, γιὰ νὰ μὴ χρεωκοπήσει ἡ χώρα, σοῦ λένε. Τώρα νιώθεις μιὰ πίκρα, γιατί, ὅταν ἐσὺ ἔβγαζες ποτάμι τὸν ἰδρώτα σου, ἄλλοι ἔβγαζαν τὰ ἑκατομμύριά τους ἔξω καὶ δὲν πλήρωναν οὔτε δραχμὴ φόρο...

Ἔχεις τώρα πιὸ πολλοὺς φίλους, γνω­στοὺς καὶ συγγενεῖς στὸ κοιμητήριο πα­ρὰ ζωντανούς. Ἀναπαύονται κάτω ἀπὸ τὴ σκιὰ τοῦ σταυροῦ. Καὶ μόνο συλλογιέσαι μήπως αὔριο - μεθαύριο τὸν ἀ­φαι­ρέσουν τὸν σταυρὸ μὲ νόμο ἀπὸ τὰ Κοιμητήρια. Ἴσως τὸ ἀπαιτήσουν οἱ Εὐ­ρω­παῖοι «φίλοι» μας γιὰ νά... μὴ δυσανασχετοῦν οἱ ἀλλόθρησκοι καὶ οἱ ἄθεοι!

«Καλὰ ἔλεγε παλιὰ ὁ δάσκαλος», μουρμουρίζεις. «Ἂν δὲν ὑπῆρχαν οἱ Ἐ­φιάλτες, οἱ Μῆδοι δὲν θὰ πατοῦσαν τὴν Ἑλλάδα. Καὶ τώρα τί κάνουμε; Χανόμαστε; Μέχρι ἐδῶ ἦταν; Γιὰ σύνελθε, μπαρμπα-Γιάννη», λὲς στὸν ἑαυτό σου. «Αὐτὰ ἔχουν τὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Ὅταν κα­νεὶς κοιτάει μόνο τὸ ἐδῶ καὶ τὸ τώρα, εὔκολα μπορεῖ νὰ γίνει θηρίο καὶ κανένα νὰ μὴ λογαριάζει.

»Ὁ Θεὸς τί θὰ πεῖ καὶ τί θὰ ὑπογράψει, αὐτὸ ἔχει σημασία· καὶ ὄχι τί λογαριάζουν οἱ μεγάλοι αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Πέρασα τὰ 80 καὶ δὲν μ᾿ ἄφησε ὁ Θεός. Θὰ μὲ ἀφήσει τώρα; Ἤ, μήπως δὲν βλέπει αὐτὰ ποὺ γίνονται;».

Ἔπιασες τότε τὸ Ψαλτήρι καὶ διάβασες τὸν 72ο Ψαλμό. Τί φοβερὸς Ψαλμός! Γρά­φτηκε χιλιάδες χρόνια πρίν, μὰ φωτογραφίζει τὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων σήμερα.

Τί λέει; Κινδύνεψε νὰ κλονισθεῖ ὁ Ψαλμωδός, βλέποντας τὴν εὐδαιμονία καὶ τὴν ἄνεση μὲ τὴν ὁποία περνοῦσαν τὴ ζω­­ή τους οἱ ἄνθρωποι ποὺ κοίταζαν μόνο τὸ στενό τους προσωπικὸ συμφέρον, χωρὶς νὰ λογαριάζουν κανένα... Μάζευαν πλοῦτο χωρὶς κόπο, μὲ ἀδικίες συνήθως, χωρὶς νὰ συναντοῦν στὴ ζωή τους θλίψεις καὶ συμφορές. Αὐτή τους ἡ συμ­περιφορὰ τοὺς φούσκωνε ἀπὸ ὑπερηφάνεια: «Διενοήθησαν καὶ ἐλάλησαν ἐν πονηρίᾳ, ἀδικίαν εἰς τὸ ὕψος ἐλάλησαν· ἔθεντο εἰς οὐρανὸν τὸ στόμα αὐτῶν, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτῶν διῆλθεν ἐπὶ τῆς γῆς... καὶ εἶπαν· πῶς ἔγνω ὁ Θεός; καὶ εἰ ἔστι γνῶσις ἐν τῷ Ὑψίστῳ;» (Ψαλ. οβ΄ [72] 8, 9-11)· σκέφτηκαν πονηρὰ κατὰ τῶν ἄλ­λων ἀνθρώπων καὶ γεμάτα πονηριὰ ἦ­ταν τὰ λόγια τους. Κάλυψαν τὴ γῆ οἱ ὕ­βρεις τους καὶ οἱ συκοφαντίες τους... Οἱ βλασφημίες τους ἔφτασαν νὰ ἀπευθύ­νονται καὶ σ᾿ αὐτὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Τὸν θεώρησαν ἀδύναμο στὸ νὰ λαμ­­­­βάνει γνώση τῶν ἀδικιῶν καὶ τῶν ἀ­σεβειῶν τους.

Ὅμως ὁ Ψαλμὸς ξεδιπλώνει παρα­κάτω μία μεγάλη διαχρονικὴ ἀλήθεια: «Πλὴν διὰ τὰς δολιότητας αὐτῶν ἔθου αὐτοῖς κακά, κατέβαλες αὐτοὺς ἐν τῷ ἐπαρθῆναι. πῶς ἐγένοντο εἰς ἐρήμωσιν ἐξάπινα; ἐξέλιπον, ἀπώλοντο διὰ τὴν ἀ­νομίαν αὐτῶν. ὡσεὶ ἐνύπνιον ἐξεγειρομένου, Κύριε, ἐν τῇ πόλει σου τὴν εἰκόνα αὐτῶν ἐξουδενώσεις» (Ψαλ. οβ΄ [72] 18-20)· εὐτυχοῦν τώρα, ἀλλὰ τοὺς ἐπεφύλαξες κακά. Τοὺς γκρέμισες σὲ ἐρείπια ἐξαιτίας τῆς ἐπάρσεώς τους. Πῶς σὲ μιὰ στιγμὴ ἐξαφανίστηκαν;... Χάθηκαν ἐξαιτίας τῆς πολλῆς τους ἀνομίας. Σὰν τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ ἐξαφανίζεται ὅταν ξυπνάει ὁ ἄν­θρωπος, ἔτσι καὶ αὐτοὶ διαλύθηκαν. Ὄχι μόνο σὲ ἀνθρώπους συνέβη αὐτὸ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ σὲ δυναστεῖες ἐπιφανῶν καὶ σὲ συμμαχίες.

Μπαρμπα-Γιάννη, τὸν Ψαλμὸ δὲν χορ­­ταίνεις νὰ τὸν διαβάζεις. Ἠρέμησες. Βγῆ­κε ὁ ἥλιος ξανὰ στὴν ψυχή σου, σκόρπισε τὰ σύννεφα τῆς ταραχῆς σου. Ξεκαθάρισες γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ὅτι οἱ ἀ­λήθειες τοῦ Θεοῦ, αὐτὲς βγάζουν πράγ­­ματι ἀπ᾿ τὸ τοῦνελ τῆς δυσθυμίας στὸ φῶς Του καὶ δίνουν ἐλπίδα. Βλέπει ὁ Θεὸς καὶ θὰ ἐπέμβει, ὅταν κρίνει. Καὶ ἡ ἐλπίδα αὐτὴ δὲν ξεγελάει οὔτε ντροπιάζει, γιατὶ εἶναι ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ.

Καὶ μὲ τοὺς δύο τελευταίους στίχους βάζει ὅλη τὴν οὐσία του σὰν σφραγίδα:

«Ὅτι ἰδοὺ οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ σοῦ ἀπολοῦνται,... ἐμοὶ δὲ τὸ προσ­κολ­λᾶσθαι τῷ Θεῷ ἀγαθόν ἐστι, τίθεσθαι ἐν τῷ Κυρίῳ τὴν ἐλπίδα μου» (Ψαλ. οβ΄ [72] 27-28). Ὅσοι ἀπομακρύνουν τοὺς ἑαυτούς τους ἀπὸ Σένα, θὰ χαθοῦν, γιὰ μένα ὅμως ἕνα ἀγαθὸ μόνιμο καὶ ὕψιστο ὑ­πάρχει τὸ νὰ προσκολλῶμαι σὲ Σένα, καὶ σὲ Σένα, Κύριε, νὰ στηρίζω ὁλόκληρη τὴν ἐλπίδα μου.

Διότι Αὐτὸς εἶναι ἡ μόνη καὶ τελικὴ ἀ­λήθεια τοῦ κόσμου!
Περιοδικό "Ο Σωτήρ"

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

ΠΩΣ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΘΕΡΑΠΕΥΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΛΥΤΗ


Κάποια νεαρή κυρία είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο, με αποτέλεσμα να παραλύσει τελείως από τη μέση και κάτω και ελαφρά από την δεξιά της πλευρά. Το μυαλό και η ομιλία της δεν πειράχθηκαν καθόλου.

Από την Γερόντισσα Μακρίνα, πριν από χρόνια, είχε μάθει την Ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και επεκαλείτο συνεχώς όχι μόνο το Όνομα του Ιησού Χριστού, αλλά και της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Έτσι, κατάκοιτη και ακίνητη όπως ήταν, με ελεύθερο το αριστερό της χέρι, έκαμε συνέχεια κομποσχοίνι στο όνομα της Παναγίας, λέγοντας και φωνάζοντας με πόνο και θέρμη ψυχής: «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι» ή «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με» και «Παναγία μου, σώσε με, είμαι αμαρτωλή».

Ύστερα από αρκετό χρόνο συνεχών επικλήσεων –ω, του θαύματος!- ένα βράδυ, την ώρα που απευθυνόταν προς την Παναγία με το κομποσχοινάκι της, παρουσιάσθηκε Εκείνη ολόλαμπρη μπροστά  της και φωτεινή, σαν τον ήλιο!...Και είχε τέτοια ομορφιά, που θαμπώθηκε όχι μόνο από την θεϊκή ακτινοβολία Της, αλλά και από την απερίγραπτη ωραιότητά Της. Το ανάστημα Της μεγαλοπρεπέστατο, ουράνιο και ακατάληπτο…, ενώ πίσω Της εφαίνετο πολύ καθαρά ένα πλήθος από τάγματα Αγγέλων και Αρχαγγέλων. Ταυτόχρονα, είχε την ορατή αίσθηση ότι με την θεία παρουσία Της σκέπαζε ολόκληρο τον κόσμο…

Και μέσα στο ιερό δέος της, τον θαυμασμό και την κατάπληξή της, άκουσε την ουράνια φωνή Της να την ρωτάει:

-Τι θέλεις να σου κάνω, Μαρία;

Και η άρρωστη, αλλά ευλαβής χριστιανή, χωρίς δισταγμό Της απάντησε:

-Θέλω να γυρίζω από το ένα πλευρό στο άλλο, γιατί είμαι παράλυτη και δεν μπορώ. Κουράστηκε η πλάτη μου από την ακινησία… Ιδιαιτέρως όμως θέλω να σωθώ. Την σωτηρία μου ποθώ, γι’ αυτό και Σε φωνάζω!

Και η Υπεραγία Θεοτόκος, η γλυκυτάτη Παναγία μας, που συναισθάνεται τους πόνους και τα βάσανά μας, της απάντησε:

-Αυτά θα σου τα δώσω. Και γι’ αυτό ήλθα, επειδή με φωνάζεις κάθε μέρα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Γιατί θέλω να με φωνάζετε…, να με φωνάζετε συνεχώς… Κι εγώ ακούω… και έρχομαι!

Πλημμύρισε όχι μόνο το δωμάτιο από την υπέρλαμπρη φωτοχυσία Της και το ουράνιο άρωμά Της, αλλά και ολόκληρο το σπίτι. Όλα τα μέλη της οικογένειάς της έζησαν το ολοζώντανο αυτό θαύμα. Η δε ουράνια αυτή ευωδία παρέμεινε διάχυτη για μέρες μέσα στο σπίτι και ιδιαίτερα στο δωμάτιο της άρρωστης.

Το πρόσωπο της Μαρίας έλαμπε από την πολλή Χάρι που έλαβε. Και όχι μόνο άρχισε να κινεί το σώμα της και να γυρίζει πλευρό με ευκολία, αλλά σε λίγες ημέρες έγινε τελείως καλά και σηκώθηκε υγιέστατη.

Από το βιβλίο: «Η ευχή μέσα στον κόσμο» του πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Αναγνωστοπούλου.

 Επιμέλεια κ.Ν.Βοϊνέσκου

18 Ιανουαρίου, Μεγάλου Αθανασίου Πατριάρχου Αλεξανδρείας (295-373 μ. Χ.)  


          Η Εκκλησία στις 18 Ιανουαρίου εορτάζει τη μνήμη μιας εξέχουσας μορφής της ορθοδοξίας, τον Μέγα Αθανάσιο. Ο άγ. Γρηγόριος Θεολόγος αρχίζει τον επιμνημόσυνο λόγο του στον Αθανάσιο με την αποφθεγματική φράση, “Αθανάσιον επαινών, αρετήν επαινέσομαι”.

          Πράγματι κάθε λόγος και πράξη του ήταν έκφραση αρετής. Με την αγιότητα του βίου του, τους σκληρούς αγώνες κατά των αιρέσεων, την πλούσια συγγραφική του παραγωγή και την εν γένει ηρωική πολιτεία του αναδείχθηκε σ’ ένα ν από τους οικουμενικούς διδασκάλους της Εκκλησίας και σ’ ένα από μεγάλους αγίους της. Γι’ αυτό και από την Εκκλησία ονομάστηκε Μέγας.

          Ο Αθανάσιος γεννήθηκε το 295 στην Αλεξάνδρεια από χριστιανούς και ευσεβείς γονείς. Διασώζεται ένα χαριτωμένο περιστατικό από την παιδική του ηλικία. Κάποια μέρα που έπαιζε με τα παιδιά στην ακρογιαλιά βάπτισε ένα παιδί. Ο επίσκοπος Αλέξανδρος βλέποντας από το παράθυρο την πράξη αυτή κάλεσε το μικρο Αθανάσιο κοντά του και τον ρώτησε τη έκανε εκεί στην ακρογιαλιά, απάντησε, ότι βάπτιζε  το φίλο του. Ο Επίσκοπος θαύμασε τη σοβαρότητα του μικρού Αθανασίου,και,λέγεται, ότι αναγνώρισε ως έγκυρο το βάπτισμα, τον δε Αθανάσιο τον ανέλαβε υπό την πνευματική του επιστασία. Αργότερα έγινε γραμματέας του και σε ηλικία 24 ετών χειροτονήθηκε διάκονος του.

          Την εποχή εκείνη που αναλάμβανε δράση ο Αθανάσιος η Αλεξάνδρεια ήταν ανάστατη από την εμφάνιση του Αρείου, ο οποίος δίδασκε, ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός αλλά κτίσμα του Θεού. Η αίρεση αυτή του αρειανισμού έλαβε μεγάλες διαστάσεις και κινδύνευε να διασπαστεί η Εκκλησία και η αυτοκρατορία. Ο Μέγας Κωνσταντίνος για ν’ αντιμετωπίσει τις κακοδοξίες  του Αρείου συγκαλεί  την Α΄ Οικουμενική σύνοδο το 325νστη Νίκαια της Βιθυνίας. Εκεί δόθηκε η μεγάλη μάχη της Ορθοδοξίας. Έλαβαν μέρος μεγάλες προσωπικότητος της Εκκλησίας, αλλά ψυχή και πρωταγωνιστής της Συνόδου αναδείχθηκε ο νεαρός διάκονος του Αλεξανδρείας  Αθανάσιος. Με τη ρητορική του δεινότητα και τη θεολογική του κατάρτιση προκάλεσε το θαυμασμό σε όλους και η φήμη του απλώθηκε σ’ Ανατολή και Δύση. Ο Αθανάσιος έγινε το σύμβολο των ορθοδόξων στον αγώνα τους εναντίον των αιρετικών δοξασιών του Αρειανισμού. Τότε συντάχθηκαν και τα πρώτα επτά άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως.

          Μετά από τρία χρόνια ο επίσκοπος Αλέξανδρος πέθανε και είχε υποδείξει ως διάδοχό του τον Αθανάσιο, τον οποίο ο κλήρος και ο λαός τον αναγνώρισε ως πατριάρχη σε ηλικία 33 ετών. Συνεχίζει τον αγώνα του εναντίον των αρειανών, αλλά φίλοι του Αρείου κατορθώνουν να τον εξορίσουν. Το 337 που πέθανε ο Μ. Κωνσταντίνος ανακλήθηκε από την εξορία για να επακολουθήσουν άλλες τέσσερες εξορίες. Τελικά επέστρεψε στην επισκοπή του νικητής και τροπαιούχος προς μεγάλη αγαλλίαση του ποιμνίου του το οποίο τον ανέμενε να επιστρέψει από την εξορία. Από τα 46 χρόνια της διακονίας του τα 16 τα πέρασε στην εξορία.

          Κοιμήθηκε τις 2 Μαΐου  373 μ. Χ.

          Ο Αθανάσιος παρά τις περιπέτειες της πατριαρχίας του έβρισκε το χρόνο να συγγράφει. Αναδείχθηκε μεγάλος θεολογικός συγγραφέας. Ήταν πολυγραφότατος. Έγραψε πολλά έργα όπως ερμηνευτικά, Απολογητικά, αντιαρειανικά, ασκητικά, επιστολές. Βιογράφησε και τον δάσκαλο του Μ. Αντώνιο.

          Για τον Αθανάσιο θεολογία, ανθρωπολογία και σωτηριολογία είναι πράγματα συνδεδεμένα στενότατα μεταξύ τους.



          π. γ. στ.

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Πέντε αιτίες για τις οποίες οι άνθρωποι αγαπούν ο ένας τον άλλο




          Είτε προς έπαινον, είτε προς κατηγορία. Δηλαδή, ή εξ αιτίας του Θεού, όπως ο ενάρετος τους πάντες και όπως ο ενάρετος και αυτός που δεν κατέστη ακόμη ενάρετος ή εξ αιτίας της φύσεως, όπως οι γονείς τα παιδιά τους και το αντίστροφο ή εξ αιτία της κενοδοξίας, όπως αυτός πού δοξάζεται αυτόν που τον δοξάζει ή εξ αιτίας της φιλαργυρίας, όπως αυτός που αγαπά τον πλούσιο για να λάβει κάτι ή εξ αιτίας φιληδονίας, όπως αυτός που υπηρετεί την κοιλία και τα υποκάτω της κοιλίας.  Και η μεν πρώτη αγάπη είναι επαινετή, η δευτέρα είναι μέση και οι υπόλοιπες είναι εμπαθείς.

          Εάν κάποιους μισείς, κάποιους ούτε αγαπάς ούτε μισείς, αλλά άλλους αγαπάς, αλλά με μέτρο, άλλους αγαπάς πάρα πολύ, από αυτή την ανισότητα μάθε ότι ευρίσκεσαι μακρυά από την τελεία αγάπη, η οποία εξ ίσου κάθε άνθρωπο αγαπά.



Μαξίμου του Ομολογητού, Κεφ. Περί αγάπης, Φιλοκαλία τ. Β΄

17 Ιανουαρίου, Μεγάλου Αντωνίου, ασκητού και καθηγητού της ερήμου



          Ο Μ. Αντώνιος υπήρξε διακεκριμένος χριστιανός ασκητής της Αιγύπτου και θεμελιωτής του ασκητικού ανατολικού ερημικού και αναχωρητικού βίου.

          Γεννήθηκε το 250 μ. Χ. στην Κομά της Αιγύπτου από γονείς εύπορους και ευσεβείς. Από την παιδική του ηλικία διακρίνονταν για την ολιγάρκεια του και το ενδιαφέρον του για την λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.

          Έμεινε ορφανός και από τους δύο γονείς σε ηλικία 20 ετών. Μετά από λίγο χρονικό διάστημα μοίρασε την περιουσία του στους πτωχούς ακούγοντας κάποια Κυριακή στην Εκκλησία την ευαγγελική περικοπή του πλούσιου νεανίσκου που αναζητούσε την βασιλεία του Θεού. Αποσύρεται στην έρημο όπου έζησε ασκούμενος είκοσι πέντε έτη παλεύοντας με τον διάβολο και τις μεθοδείες του.

          Η φήμη του γρήγορα διαδόθηκε σε πολλές τοπικές Εκκλησίες και πολλοί χριστιανοί έρχονταν πλησίον του ν’ ακούσουν τη διδασκαλία του και να  ασκηθούν μαζί του.

          Όταν ξέσπασε ο διωγμός του Αυτοκράτορα Μαξιμίνου διέκοψε την άσκησή του και κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια για να στηρίξει τους διωκόμενους χριστιανούς. Όταν έπαυσε ο διωγμός τότε επέστρεψε στην έρημο, αλλά η προσέλευση πολλών πιστών τον ενοχλούσε και κατέφυγε σε όρος πλησίον της Ερυθράς Θάλασσας. Αλλά κι εκεί η φήμη του έφθασε πολύ μακριά και ψηλά μέχρι τα αυτοκρατορικά ανάκτορα. Ο Μ. Κωνσταντίνος τον προσκάλεσε στην Κπολη για να τον προσλάβει ως σύμβουλό του, αλλά αρνήθηκε ακούγοντας τον γέροντα του που του είπε, πως αν πήγαινε θα ονομάζονταν Αντώνιος, ενώ αν δεν πήγαινε θα  ονομάζονταν Μ. Αντώνιος. Πάντως τα παιδιά του αυτοκράτορα είχαν τακτική αλληλογραφία με τον Άγιο και τον συμβουλεύονταν για διάφορα θέματα.

          Αν και αγράμματος ο Μ. Αντώνιος υπήρξε σπουδαίος δάσκαλος της ασκητικής- ερημικής  και πνευματικής ζωής. Σπουδαία κείμενα του έχουν καταχωρηθεί στη γνωστή μας Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών. Τόνιζε στους μαθητές του να μην θεωρούν τίποτε ανώτερο από την αγάπη του Χριστού  και ότι ο ανθρώπινος βίος είναι πρόσκαιρος και συγκρινόμενος με την αιώνια ζωή έλεγε, ότι δεν πρέπει να κοπιάζουμε για την απόκτηση υλικών αγαθών, αλλά για τα πνευματικά, όπως είναι η φρόνηση, η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη, η σύνεση και η αγάπη.

          Ο Μ. Αντώνιος από την Εκκλησία ονομάστηκε Μέγας. Κοιμήθηκε το 356 μ. Χ. σε ηλικία 105 ετών. Λίγο προ της εκδημίας του  χάρισε σε δύο διαπρεπείς μαθητές του, τον Μ. Αθανάσιο, ο οποίος του έγραψε τη βιογραφία, και στον Σεραπίωνα Θμούεως, τα μοναδικά του περιουσιακά στοιχεία: ένα χιτώνιο και δύο προβιές.

          Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στον Ι. Ν. Αγ. Ιωάννου Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί στην Κπολη το έτος 635 μ. Χ. Τον 11ο αι. Τα παρέλαβε ένας Γάλλος ευγενής και τα εναπόθεσε στο Αββαείο του Αγίου Αντωνίου στη Ν . Δ. Γαλλία όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα.



          π. γ. στ.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

To Μαρτύριον του Νεομάρτυρος Ιωάννου του Καστελλιώτου

Ανέκδοτος διήγησις της προσελεύσεως εις την Ορθόδοξον πίστιν του Μουσουλμάνου Γιούσεφ Αμπουζουλιμάν εκ του χωρίου Συνδιάνη πλησίον της Καισαρείας της Παλαιστίνης.

****

Εις το έτος 1936 Δεκεμβρίου 23 ημέρα Τρίτη, ευρισκόμενος εις την ιεράν Σκήτην των Καστελλίων εγώ ο Σωφρόνιος, ο υποτακτικός του γέροντος Παντελεήμονος, μετά του παραδελφού μου Χερουβείμ, αίφνης το εσπέρας της Τρίτης ήλθεν ένας καλοφορεμένος νέος ηλικίας 30 ετών και, αφού μας εχαιρέτισεν, εζήτησε τον Γέροντα, του είπαμε ότι δεν είναι εδώ διότι είχε υπάγει εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα να εορτάση εκεί με τους Πατέρας την εορτήν των Χριστουγέννων.

Τον ερωτήσαμε τι τον θέλει και μας λέει, ότι τον θέλει να τον βαπτίση, να γίνη Χριστιανός διότι είδεν δύο φοράς τον Ιησούν Χριστόν εις το Χωρίον του και του είπεν,  ότι εσύ ένεκεν των καλών έργων σου, ελεημοσυνών και λοιπών αγαθών πράξεων, σε ηγάπησα και θα γίνης δικός μου δούλος, και να υπάγης γρήγορα εις το Καστέλλιον πλησίον της Ιεράς Μονής του Αγίου Σάββα όπου μένει ο Μοναχός Παντελεήμων και να του ειπής να σε βαπτίση, και κατόπιν να έλθης κοντά μου.

Εις ημάς προς στιγμήν δεν εφάνησαν πιστευτά, αλλά μάλλον εφοβήθημεν, διότι η Σκήτη των Καστελλίων βρίσκεται εις την ενδοτέραν Έρημον δύο ώρας απέχουσα της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Σάββα, αλλά δεν επαρουσιάσαμεν εις αυτόν το εσωτερικόν της καρδίας μας, τον ερωτήσαμεν όμως περί της καταγωγής του και της οικογενείας του και μας είπεν, ότι έχει πατέρα, μητέρα και τέσσαρας αδελφούς, αλλά φανατικούς για την πατρίδα και την θρησκείαν των.

Την επομένην 24, το εσπέρας, εγώ και ο αδελφός μου Χερουβείμ αρχίσαμεν ολονύκτιον αγρυπνίαν ένεκεν της μεγάλης εορτής των Χριστουγέννων και επήραμε μαζί μας και τον προσύλητον Ιωσήφ (Γιούσεφ). Εμείναμε όμως έκθαμβοι βλέποντες αυτόν να στέκεται όλην την νύκτα μαζί μας στην Εκκλησίαν με μεγάλην ευλάβειαν, προσευχόμενος όπως και ημείς, κάμνων τον Σταυρόν του και προσκυνών τας Αγίας Εικόνας.

Εγώ τον εκοίταζα πολλάκις με περιέργειαν χωρίς να με αντληφθή, διότι πάντα είχα υποψίες μήπως μας γελά. Ο Ιωσήφ όμως έδειχνε μεγάλην ευλάβειαν και εφαίνετο ιλαρός και πολύ αγαθός άνθρωπος από την ολονύκτιον αυτήν αγρυπνίαν. Εγώ και ο αδελφός μου Χερουβείμ ελάβαμε καλυτέρας σκέψεις περί αυτού, κάπως τον ηγαπήσαμεν και εκαθίσαμε μαζί του το μεσημέρι και εφάγαμε, ερωτώντες και κατηχούντες αυτόν περί της πίστεώς μας, και καταλάβαμε ότι τα εδέχετο προθυμώτατα.

Το εσπέρας της 25ης ημέρας ήλθε και ο Γέροντάς μας από την Μονήν του Αγίου Σάββα. Αμέσως τον επαρουσιάσαμεν τον Ιωσήφ και του είπαμε περί τίνος πρόκειται. Ο Γέροντας τον εδέχθη με πολλή αγάπη και άρχισε αμέσως να τον κατηχή τα της πίστεώς μας δόγματα, και τον ενδύσαμε καλογερικά. Κατά δε την 29ην Δεκεμβρίου 1936 ανεχώρησεν ο Ιωσήφ διά το χωρίον του δια να ανθοκομίση μερικά ρούχα του και επέστεψεν την 21ην Ιανουαρίου 1937.

Έμεινε μαζί μας και ακολουθούσε τον μοναχικόν βίον όπως και ημείς, νηστεύων και προσευχόμενος, τον εδώσαμε κομποσχοίνιον, του είπαμε για μετάνοιες, του φέραμε αραβικά βιβλία και εδιάβαζε ψαλτήριον και ώρες, και όταν τον είδαμε ότι είναι στερεός τον πήρε ο Γέροντας μας κατά την 30ην Ιανουαρίου και πήγανε στον Πύργον του Αγίου Σάββα και έμειναν ένα βράδυ και την επομένην πήγανε στο χωρίον Μπετσαχούρ εις την οικίαν του Αλεξάνδρου Παπαδοπούλου, διδασκάλου, γνωρίζοντος και την Ελληνικήν, αλλά και θεολόγος ήτο, και έμεινεν κοντά του 10 ημέρες.

Τον κατήχησε αρκετά περί της θρησκείας μας και του έδωκεν αραβικά βιβλία και τον ετοίμασεν για το βάπτισμα, και τον έφερε πάλιν εις τα Καστέλλια ο Γέροντας και πολλάς σκέψεις κάναμε μεταξύ μας πού να τον βαπτίσωμεν, ο αδελφός Χερουβείμ έλεγε να τον βαπτίσωμεν εκεί εις τα Καστέλλια, αλλά ο Γέροντας και εγώ λέγαμε όχι, διότι δεν είχαμε τα κατάλληλα μέσα.

Τέλος, ανεχώρησεν ο Γέροντας με τον Ιωσήφ ενδεδυμένον τα καλογερικά διά την Ιερουσαλήμ και λέγων σε μερικούς μυστικά την υπόθεσιν, αλλά κανείς δεν εδέχετο να τον βαπτίση, αλλά ο Γέροντας ήτο μεγαλόψυχος και πεφωτισμένος από τον Θεόν δεν εδειλίασε ουδόλως, αλλά τον παίρνει και πηγαίνει στο φρέαρ του Ιακώβ εις την Σαμάρειαν όπου ήτο τότε ηγούμενος ο φίλος του Αρχιμ. Νικόδημος, ο οποίος ήτο πνευματικός και ενάρετος κληρικός, είχε γίνει μεγαλόσχημος εις την Μονήν του Αγίου Σάββα. Την 8ην Φεβρουαρίου 1937 ημέρα Κυριακή εδέχθη προθύμως να τον βαπτίση και πράγματι το εσπέρας έγινε η βάπτισις και μετενόμασε αυτόν Ιωάννην (Αραβιστί Χάννα), και εκοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων.

Την επομένην Δευτέρα ανεχώρησαν διά τον Ιορδάνην ποταμόν και επήγαν στην Μονήν του Αββά Γερασίμου και έμειναν τρεις ημέρας, μετά επήγανε στην Μονήν του Τιμίου Προδρόμου και έμειναν μια βραδυά. Και ανεχώρησαν διά την Ιεριχώ και επήγαν εις τον Σαραντάριον Όρος [δηλ. την έρημο όπου έμεινε 40 μέρες ο Ιησούς και αντιμετώπισε τον πειρασμό - εκεί υπήρξαν πολλοί άγιοι ασκητές & ασκήτριες από τα βυζαντινά χρόνια], μετά δια την Μονήν του Χοζεβά, και πάλιν επέστρεψε εις Ιεριχώ και έμειναν μία ημέρα εις την Μονήν του Προφήτου Ελισσαίου και την 16ην Φεβρουαρίου ανήλθαν εις τα Ιεροσόλυμα.

Την ίδην έμειναν εις την Μονήν των Αγίων Θεοδώρων, ηγούμενος δε ήτο ο αδελφός κατά σάρκα του π. Χερουβείμ, ο Μοναχός Βασίλειος, και την 19ην Φεβρουαρίου ήλθαν εις τα Καστέλλια ο Γέροντάς μας με τον νεοφώτιστον Ιωάννην. Όταν πια ήλθε κοντά μας εγώ και ο αδελφός Χερουβείμ από την χαρά μας όπου έγινε Χριστιανός τον εφιλήσαμε εν φιλήματι αγίω.

Τον είχαμε δε ως γνήσιον ομόθρησκον αδελφόν μας. Ο νεοφώτιστος Ιωάννης πλήρης χαράς ενδεδυμένος τα καλογερικά ακολουθούσε ακριβώς όπως και εμείς την Μοναχικήν πολιτείαν.

Αλλά πάντα μας έλεγε ότι διψούσε να μαρτυρήση διά την αγάπην του Ιησού Χριστού.

Παρακαλούσε τον Γέροντα να τον αφήση να υπάγη εις το χωρίον του όπου έχει 4 αδελφούς φανατικούς εις την θρησκείαν τους και αν δεν τον ακούσουν θα μαρτυρήση υπέρ της Ορθοδόξου Πίστεως, θα πασχίση προηγουμένως να τους επιστρέψη εις τον Χριστιανισμόν. Οπότε με τα πολλά παρακάλια εννόησε ο Γέροντας ότι ήτο θέλημα Θεού να τον αφήση και ανεχώρησεν με την ευλογίαν του Γέροντος την 17ην Μαρτίου 1937 διά το μαρτύριον ενδεδυμένος τα καλογερικά.

Πήρε μαζί του ένα Ψαλτήριον, ένα Ωρολόγιον και ένα βιβλίον κατηχήσεως εις την Ορθόδοξον πίστιν, όλα Αραβικά. Έφυγε δε με μεγάλον ζήλον υπέρ της πίστεώς μας, και μας είπεν ότι θα διδάξη, θα ελεήση και θα κηρύξη εις το χωρίον του την Χριστιανικήν πίστιν, και μετά θα επιστρέψη πάλι εις τα Καστέλλια κοντά μας να γίνη Μοναχός, διότι ήτο άγαμος.

Εάν δεν επιστρέψη να γνωρίζωμεν ότι εμαρτύρησεν διά τον Χριστόν. Ο Γέροντας μετά από καιρό εσκέπτετο τι να έγινε άραγε ο Ιωάννης και, ω του θαύματος! την νύκτα είδε θαυμάσιαν όρασιν, είδεν τον Χορόν των Νεομαρτύρων, πρώτος ήτο ο Άγιος Γεώργιος ο Νεομάρτυς ο εξ Ιωαννίνων ενδεδυμένοι όλοι λευκάς στολάς και εχαίροντο, έλαμπον δε ωσάν τον ήλιον.

Από αυτούς δε απεσπάσθη ένας και πηγαίνει πλησίον του Γέροντος Παντελεήμονος και του λέγει — Με γνωρίζεις ποιος είμαι; Ο Γέροντας του λέγει όχι, του λέγει πάλιν ο λευκοφόρος μάρτυς, εγώ είμαι ο Ιωάννης που ήμουν στα Καστέλλια και τώρα χαίρομαι εις τους ουρανούς. Το πρωί μας διηγήθη ο Γέροντας την οπτασίαν και πολύ εχάρημεν όλοι όπου τώρα εις τους έσχατους καιρούς εφάνη Νέος μάρτυς, ο Ιωάννης εκ Συνδιανής της Καισαρείας της Παλαιστίνης.

Περισσότερον δε επροθυμοποιήθημεν να περιγράψωμεν την ψυχωφελή ταύτην διήγησιν όταν επληροφορήθημεν παρά της Οσιωτάτης Μονάχης Ελισάβετ, διαμενούσης εν Ιεριχώ, ότι τον είδε εις τον ύπνον της 2-3 φοράς και της είπεν: «Είμαι ο Ιωάννης όπου εβαπτίσθην παρά του Γέροντος Παντελεήμονος που διαμένει εις τα Καστέλλια και να περιγραψής την διήγησιν περί του βαπτίσματος και του Μαρτυρίου μου».

Τέλος και τω Θεώ Δόξα.

Ταύτα αντέγραψα τη 15.7.1960 εκ Χειρογράφου εν Αγίω Σάββα του Γέροντος μου Παντελεήμονος γραφέντα τω 1937. Εγώ ο υποτακτικός του Αρχιμανδρίτου Σεραφείμ, πνευματικός του Αγίου Σάββα.

Το βρηκα:ενόριον

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

UNESCO: Η γιόγκα περιελήφθη στην άυλη πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας

Η γιόγκα, η οποία γεννήθηκε στην Ινδία και έγινε δημοφιλής σ' ολόκληρο τον κόσμο, περιελήφθη σήμερα στον κατάλογο της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας από μια ειδική επιτροπή της UNESCO που συνεδρίασε στην Αντίς Αμπέμπα.

«Η φιλοσοφία πίσω από την αρχαία πρακτική της γιόγκα στην Ινδία επηρέασε πολυάριθμες πλευρές της ινδικής κοινωνίας», επισημαίνει σε ανακοίνωση ο οργανισμός του ΟΗΕ για την επιστήμη και τον πολιτισμό, η έδρα του οποίου βρίσκεται στο Παρίσι.

Γιόγκα κάνουν άνθρωποι «κάθε ηλικίας, χωρίς διάκριση φύλου, τάξης ή θρησκείας» και η πρακτική αυτή «συνδυάζει στάσεις, στοχασμό, ελεγχόμενη αναπνοή, απαγγελία λέξεων και άλλες τεχνικές που έχουν στόχο να αναπτύξουν το άτομο, να ανακουφίσουν τους πόνους και να επιτρέψουν μια κατάσταση απελευθέρωσης», συνοψίζει η UNESCO.

Η επιτροπή για τη διατήρηση της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας, η οποία συνεδριάζει από τις 28 Νοεμβρίου μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου στην Αιθιοπία, ενέταξε χθες τη βελγική μπύρα και την κουβανέζικη ρούμπα σ' αυτόν τον κατάλογο που δημιουργήθηκε πριν από δέκα χρόνια και περιλαμβάνει διάφορα είδη ζώσας κληρονομιάς (χορός, μουσική, γαστρονομία, γιορτές ή φεστιβάλ...).

Η δημιουργία του πριν από δέκα χρόνια αντανακλά μια εξέλιξη της έννοιας της κληρονομιάς --που για καιρό περιοριζόταν στους ευρωπαϊκούς πύργους και ζωγραφικές-- και επιτρέπει «σε χώρες που δεν έχουν εκφραστεί μέσω της αριχτεκτονικής να προβάλλουν πολιτιστικές πρακτικές τους», σύμφωνα με τον Τιμ Κέρτις, γραμματέα της σύμβασης της UNESCO για τη διαφύλαξη της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η παρουσία σ' αυτόν τον νέο κατάλογο μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να επιφέρει μια οικονομική ή επιμελητειακή υποστήριξη εκ μέρους της UNESCO σε χώρες που δυσκολεύονται να προστατεύσουν οι ίδιες τις πρακτικές αυτές.

Η UNESCO, από πλευράς της, έπραξε απολύτως δικαιολογημένα, αφού η πολιτισμική κληρονομιά κάθε λαού και θρησκείας είναι όντως μια πανανθρώπινη κληρονομιά.

Φυσικά, πρακτικές όπως η μαγεία και οι ανθρωποθυσίες είναι απορριπτέα κληρονομιά, με το χριστιανικό και ανθρωπιστικό κριτήριό μας βέβαια.

Το πρόβλημα με τη γιόγκα είναι ότι καμουφλάρεται ως δήθεν πρακτική απευθυνόμενη σε ανθρώπους «κάθε θρησκείας», που έχει στόχο «να αναπτύξει το άτομο [εννοείται πνευματικά], να ανακουφίσει τους πόνους και να επιτρέψει μια κατάσταση απελευθέρωσης». 

Απορία: την κατάσταση αυτή η UNESCO τη θεωρεί αληθινή ή φανταστική; και την προσδιορίζει ως απελευθέρωση από τι; Η πραγματική απάντηση δίνεται αμέσως παρακάτω.

Στην πραγματικότητα, η γιόγκα είναι μια καθαρά θρησκευτική μέθοδος για την αποκοπή του ανθρώπου από τον κόσμο που τον περιβάλλει (γι' αυτό και η ακινησία), με στόχο όντως αυτό που οι ινδουιστές θεωρούν "απελευθέρωση", δηλαδή την απαλλαγή από την παρούσα ζωή, που οι ινδουιστές τη θεωρούν ψευδαίσθηση και αυταπάτη, με στόχο το σταμάτημα των επώδυνων μετενσαρκώσεων και την αφομοίωση στο Μπράχμαν, τον "ποταμό των υπάρξεων". Οι στάσεις της γιόγκα (ασάνες) και οι λέξεις (μάντρας) που "προφέρουν" οι γιόγκι συνδέονται με συγκεκριμένες ινδουιστικές (δηλαδή ειδωλολατρικές) θεότητες.

Για το θέμα παρακαλώ κάθε ενδιαφερόμενο να μελετήσει, αν φυσικά το θέλει, τα εξής:

Είναι η γιόγκα λατρεία δαιμονικών θεών; (παρακαλώ, οπωσδήποτε δείτε το, γιατί περιέχει την άποψη ανθρώπων που άσκησαν ή ασκούν τη γιόγκα)

«Είμαι πολύ καλά. Κάνω ρέικι, γιόγκα, μιλάω με αγγέλους…»

Η λάτρις του Σίβα

Τέλος, οφείλω να προχωρήσω σε μια αντίστοιχη πρόταση από πλευράς μας, δηλαδή την κατάθεση πρότασης να ενταχθεί στην άυλη κληρονομιά της ανθρωπότητας και η προσευχή του Ιησού.

Για την προσευχή του Ιησού πολύ λίγα και στοιχειώδη εδώ, από το μεγάλο σύγχρονο ορθόδοξο διδάσκαλο π. Σωφρόνιο του Έσσεξ. Ορισμένα στοιχεία (και ιστορικά) εδώ, από τη Βικιπαίδεια.

Για περισσότερα, ας αναζητήσει κάθε ενδιαφερόμενος ερευνητής.

Ιδού λοιπόν πεδίον δόξης λαμπρόν για κάθε ορθόδοξο χριστιανικό φορέα και τοπική Εκκλησία, όχι για να δοξαστεί ο πολιτισμός μας, αλλά για να μάθουν οι συνάνθρωποί μας την ύπαρξη αυτής της πρακτικής που όντως αναπτύσσει και ελευθερώνει τον άνθρωπο, ενταγμένη στην πνευματικότητα της Ορθοδοξίας φυσικά (πρέπει να το πούμε αυτό - και η γιόγκα ανήκει στη δική της παράδοση και δεν είναι "ουδέτερη"), με σοφία και βάθος ασφαλώς όχι ελλιπέστερα από τις μεθόδους των θρησκειών της άπω ανατολής, αλλά μάλλον πληρέστερα. Λίγα, παρακαλώ, και στο κείμενο του αείμνηστου αναζητητή (πρώην βουδιστή) Παύλου Βουδούρη Η μεγάλη ανατροπή. Κάτι θα βρει ο ενδιαφερόμενος και στο αφιέρωμά μας Γίνε κι Εσύ Πολεμιστής του Φωτός.

Σας ευχαριστώ από καρδιάς. Ο Χριστός μαζί σας, αδελφοί και αδελφές μου, απ' όπου κι αν προέρχεστε, ό,τι κι αν πιστεύετε.
το βρηκα:νεκρος για τον κοσμο

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Στην Διακίδειο Σχολή Λαού Πατρών ο κ. Γεώργιος Ανδρουτσόπουλος

Στην Διακίδειο Σχολή Λαού Πατρών

(Κανάρη 58)

το Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

και ώρα 7.00 μ.μ.

θα ομιλήσει ο

κ. Γεώργιος Ανδρουτσόπουλος

Λέκτορας Εκκλησιαστικού Δικαίου

Νομικής Αθηνών

με θέμα:

"Η εμπλοκή της Εκκλησίας στο ανάθεμα κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου: 100 χρόνια μετά".

“Η προς τον πλησίον αγάπη”


          Προς τον πλησίον πρέπει να συμπεριφερόμεθα με λεπτότητα,ώστε ούτε με το βλέμμα να τον προσβάλλουμε. Όταν αποστρεφώμεθα κάποιον ή τον προσβάλουμε, τότε νιώθουμε σαν μια πέτρα να βαραίνει την καρδιά μας. Όταν ο άλλος είναι ταραγμένος ή απελπισμένος, οφείλουμε να τον ενθαρρύνουμε με λόγια αγάπης. Αν ο αδελφός σου αμάρτησε, ρίξε τον χιτώνα σου και κάλυψέ τον, συμβουλεύει ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος. Όλοι, άλλωστε, έχουμε την ανάγκη του ελέους του Θεού.... Στις σχέσεις μας με τους άλλους πρέπει να είμεθα τίμιοι και ειλικρινείς τόσο στα λόγια όσο και στα έργα. Διαφορετικά η ζωή μας θα είναι ανώφελη. Έχουμε υποχρέωση να αγαπάμε τους άλλους όχι λιγώτερο από τον εαυτό μας, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου : “ αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν”.

          Η αγάπη προς τον πλησίον δεν πρέπει να ξεπερνά τα όρια και να μας διασπά από την τήρηση της πρώτης και κυρίας εντολής, δηλαδή της αγάπης προς τον Θεό..... Για το θέμα αυτό σημειώνει χαρακτηριστικά ο άγιος Δημήτριος Ρουστώφ: “ η προς τον Θεόν αγάπη ενός πιστού είναι λανθασμένη, όταν είναι ίδια με την αγάπη προς τον πλησίον, διότι έτσι εξισώνεται ο Πλάστης με το πλάσμα. Η προς τον Θεόν αγάπη είναι ορθή, όταν ο Δημιουργός αγαπάται και τιμάται πάνω κάθε δημιούργημα”.



          Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ, άγιος του φωτός και της Αναστάσεως