Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018

Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: "Ἂν ἔπεσες, ἀδελφέ μου, ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ θεϊκοῦ νόμου, μὴν ἀπελπίζεσαι. Ἀγωνίσου νὰ ἐπιστρέψεις καὶ ὁ Θεὸς θὰ σὲ στολίσει καὶ θὰ σὲ στερεώσει μὲ τὶς ἀρετές του"


Ἀπόδοση στὴν Νεοελληνικὴ: 
Σάββας Ἠλιάδης - Δάσκαλος
Ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΝΕΑ ΚΛΙΜΑΞ»: Ἑρμηνεία τοῦ τετάρτου Ἀναβαθμοῦ τοῦ Α΄ ἤχου: Ἀντίφωνον Β΄
«Εἰς τὰ ὅρη τῶν σῶν, ὕψωσάς με νόμων, ἀρεταῖς ἐκλάμπρυνον, ὁ Θεός, ἴνα ὑμνῶ σε».
Ὁ μὲν Θεοπάτωρ Δαβὶδ ἔτσι ἄρχισε τὸν β΄ Ψαλμὸ τῶν Ἀναβαθμῶν: «Ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὰ ὅρη, ὅθεν ἤξει ἡ βοήθειά μου» (Ψαλμ. 120,1), ἐννοώντας ὅρη τοὺς οὐρανούς, ἐπειδὴ εἶναι ψηλοὶ καὶ στέκονται πάνω ἀπ` αὐτὸν τὸν κόσμο, ὅπως λένε ὁ Χρυσόστομος καὶ ὁ Εὐθύμιος. Διότι οἱ Ἰουδαῖοι, ποὺ ἦταν αἰχμάλωτοι στὴν Βαβυλώνα, ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς ἔλπιζαν νὰ ἔλθει ἡ βοήθεια τοῦ Κυρίου καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν πατρίδα τους, τὴν Ἱερουσαλήμ. Ὁ δὲ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ μελουργὸς τῶν Ἀναβαθμῶν αὐτῶν, ὡς ὅρη ἐννοεῖ τοὺς νόμους καὶ τὰ προστάγματα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή, ὅπως τὰ ψηλὰ βουνὰ στέκονται ψηλότερα ἀπὸ τὴ χαμηλὴ γῆ καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ γήινα, ἔτσι καὶ οἱ νόμοι καὶ οἱ προσταγὲς τοῦ Θεοῦ εἶναι ψηλότερα ἀπὸ κάθε γήινο νόημα καὶ μᾶς ἀνεβάζουν στὰ ὕψη τῆς πρακτικῆς καὶ τῆς θεωρητικῆς ἀρετῆς, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι ὅλοι μας καὶ ὁλοκληρωτικὰ εἴμαστε προσηλωμένοι σ` αὐτὲς καὶ τὶς ἐργαζόμαστε μὲ προθυμία(1).
Καὶ μὲ ἄλλα λόγια δέ, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πὼς οἱ νόμοι καὶ οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ μοιάζουν μὲ ἕναν μεγάλο φάρο, ὁ ὁποῖος ἀνάβει πάνω σὲ ψηλὸ μέρος, γιὰ νὰ ὁδηγεῖ...
στὸ λιμάνι αὐτοὺς ποὺ ταξιδεύουν στὴ θάλασσα. Γι΄ αὐτὸ εἶπε ὁ Προφητάναξ Δαβίδ: «Φωτοβόλος λύχνος στὴν πορεία τῆς ζωῆς μου εἶναι ὁ Νόμος σου. Φῶς πλούσιο στοὺς δρόμους μου». (Ψαλμ. 118,105) καὶ πάλι: «οἱ ἐντολὲς τοῦ Κυρίου σκορπίζουν μέχρι τῶν πλέον μακρινῶν περάτων ἄπλετο τὸ φῶς καὶ φωτίζουν τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ἀνθρώπων» (Ψαλμ. 18,9). Καὶ ὁ Ἠσαΐας ἔλεγε: «διότι γνωρίζω, ὅτι φῶς εἶναι τὰ προστάγματά σου γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς γὴς» (Ἠσ. 26,9).
Ποιὸς δὲ ὑψώνεται στὰ ὅρη τῶν νόμων καὶ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ; Ὅποιος, ὄχι μόνο τοὺς μελετᾶ θεωρητικά, ἐξετάζοντάς τους καὶ περιεργαζόμενος τοὺς θαυμαστοὺς λόγους καὶ τὶς αἰτίες κάθε ἐντολῆς, ἀλλὰ τὶς κάνει πράξεις καὶ ἔργα στὴ ζωή του, ὅσο εἶναι δυνατό, ἄλλοτε μὲν φωνάζοντας μὲ τὸν Δαβίδ: «Στὴ μελέτη τῶν ἐντολῶν σου θὰ ἐπιδοθῶ μὲ χαρὰ καὶ θὰ καταβάλλω κάθε προσπάθεια νὰ κατανοήσω τοὺς δρόμους σου» (Ψαλμ. 118,15), ἄλλοτε δέ: «Μὲ ἱερὸ πόθο σήκωσα τὰ χέρια μου πρὸς τὶς ἐντολές σου, τὶς ὁποῖες ἀγάπησα πάρα πολὺ» (Ψαλμ.118, 48). Ποιὸς ὑψώνεται στὰ ὅρη τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ;
Ὅποιος ἀπορροφηθεῖ κατὰ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν θεωρία αὐτῶν, ὅπως λέει ὁ ἑρμηνευτὴς τῶν Ἀναβαθμῶν Κάλλιστος. Διότι, κατὰ φυσικὴ συνέπεια, ὅποιο πράγμα σκέφτεται ὁ ἄνθρωπος, συχνὰ καὶ μὲ πόθο καρδιακό, πρὸς ἐκεῖνο ἔχει στραμμένο καὶ τὸν ἑαυτὸ τοὺ` ἔπειτα, σιγὰ σιγά, ἀφοῦ τοῦ γίνει συνήθεια ἐκεῖνο τὸ πράγμα, μεταβάλλεται σὲ μέρος τῆς φύσης του ἡ κλίση αὐτὴ καὶ ἡ ἀγάπη, καὶ γίνεται πραγματικὰ ἴδιος μὲ ἐκεῖνο τὸ πράγμα ποὺ ἀγαπᾶ.
Τί γίνεται δὲ μετὰ ἀπ` αὐτὴν τὴν ὕψωση; Ἄκουσε. Ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνος ποὺ θὰ ἀνεβεῖ ἐπάνω σὲ ἕνα ψηλὸ βουνό, φωτίζεται πρῶτος ἀπ` ὅλους τούς ἄλλους ἀπὸ τὶς ἀκτίνες τοῦ ἡλίου, διότι ὁ ἥλιος προβάλλει πρῶτα τὸ φῶς του στὰ ψηλὰ βουνά, ἔτσι καὶ ὅποιος ἀνέβει στὰ ψηλὰ βουνὰ τῶν ἐντολῶν, αὐτὸς φωτίζεται πρῶτος ἀπὸ τὸ φῶς καὶ τὶς ἀκτίνες τοῦ ὑπερουσίου Ἡλίου Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδωσε καὶ τὶς ἐντολές. Γι` αὐτὸ καὶ ὁ μελωδὸς ἐπιστρέφοντας ἐδῶ, λέει, ὅτι σὺ Θεάνθρωπε Ἰησοῦ Χριστέ, «ἀφοῦ μὲ ὑψώσεις» (2), δηλαδή, ἀφοῦ μὲ ἀνεβάσεις μὲ τὴ χάρη σου καὶ τὴ βοήθειά σου ἐπάνω στὰ ὅρη τῶν ἐντολῶν σου, ἐκλάμπρυνέ με, δηλαδή, φώτισέ με πολὺ (διότι ἐδῶ ἡ πρόθεση -ἐκ- σημαίνει ὑπερβολὴ) μὲ τὶς ἀρετές σου, ποὺ εἶναι πηγὲς φωτὸς καὶ θεότητας, οἱ ὁποῖες εἶναι σὰν ἀκτίνες ποὺ προέρχονται ἀπὸ σένα τὸ λαμπρὸ Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, ὅπως εἶπε ὁ Μαλαχίας: «Γιὰ σᾶς, οἱ ὁποῖοι εὐλαβεῖσθε τὸ ὄνομά μου, θὰ ἀνατείλει ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης». (Μαάλ. 4,2). Ὀνομάζει δὲ δικαιοσύνη ὁ Προφήτης κάθε ἀρετή. Γι` αὐτὸ εἶπε ὁ θεοφόρος Μάξιμος: «Κάθε ἀρετὴ δὲν ἔχει ἀρχὴ καὶ δὲν ὑπάρχει ἀπὸ αὐτὴν τίποτε παλιότερο στὸ χρόνο, καθὼς ἔχει τὸν μοναδικὸ Θεὸ γεννήτορα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄναρχος καὶ ἀτελεύτητος». (κεφ. μὴ΄ τῆς α΄ἑκατοντάδος τῶν θεολογ.).
Καὶ πάλι: «Ὅλα τὰ ἐνάρετα καὶ αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ ἀρετή, εἶναι προφανῶς ἔργα τοῦ Θεοῦ (αὐτόθι κεφ. ν΄) καὶ ὁ θεολόγος Γρηγόριος εἶπε στὸ ἐγκώμιο γιὰ τὸν Ἀθανάσιο: «Ἂν ἐπαινέσω τὴν ἀρετή, θὰ ἐπαινέσω τὸν Θεό, ἀφοῦ ἀπὸ αὐτὸν δίδεται ἡ ἀρετὴ στοὺς ἀνθρώπους καὶ τὸ νὰ ἀνεβαίνουμε πρὸς αὐτὸν ἢ νὰ ἀπομακρυνόμαστε ἀπ` αὐτὸν μὲ τὴ βοήθεια τῆς οἰκείας γινομένης σὲ ἐμᾶς ἐλλάμψεως». Εἶπε δὲ καὶ ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Ὅλα τὰ πράγματα ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ τάξη καὶ ἀρχή, μερικὰ δὲ καὶ τέλος, τὸ τέλος ὅμως τῆς ἀρετῆς εἶναι χωρὶς τέλος (τέλος ἀτελεύτητο)» (λόγ. κστ΄). Καὶ ὁ Χρυσόστομος λέει ὅτι ἡ ἀρετὴ εἶναι ἀνώτερη καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ θαύματα: «Ἂν βέβαια ὅλοι μας ζούσαμε ὅπως ἔπρεπε, θὰ μᾶς θαύμαζαν τὰ παιδιὰ τῶν εἰδωλολατρῶν περισσότερο ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θαυματουργοῦν. Διότι, τὰ μὲν θαύματα πολλὲς φορὲς εἶναι καὶ δημιουργήματα τῆς φαντασίας καὶ κάποιας ἄλλης πονηρῆς ὑποψίας, ἂν καὶ τὰ δικά μας θαύματα δὲν εἶναι τέτοιου εἴδους, ἐνῶ ὁ καθαρὸς βίος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχτεῖ καμιὰ παρόμοια ἐπίδραση, ἀλλὰ ἡ ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς, κλείνει τὰ στόματα ὅλων. Ἂς φροντίσουμε λοιπὸν γι` αὐτήν` διότι εἶναι πολὺ μεγάλος ὁ πλοῦτος της καὶ τὸ θαῦμα πολὺ μεγάλο. Αὐτὴ παρέχει τὴν πραγματικὴ ἐλευθερία καὶ ὅταν οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι, τοὺς κάνει νὰ φαίνονται σπουδαιότεροι ἀπὸ τοὺς ἐλεύθερους, πράγμα ποὺ εἶναι πολὺ ἀνώτερο ἀπὸ τοῦ νὰ τοὺς δώσει τὴν ἐλευθερία. Δὲν κάνει τὸν φτωχὸ πλούσιο, ἀλλά, ἐνῶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι φτωχός, τὸν κάνει νὰ φαίνεται πιὸ πλούσιος ἀπὸ τὸν πλούσιο. Ἂν ὅμως θέλεις νὰ κάνεις καὶ θαύματα, ἀπαλλάξου ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες σου καὶ τότε θὰ πετύχεις τὰ πάντα. Καθόσον, ἀγαπητέ μου, ἡ ἁμαρτία εἶναι πολὺ μεγάλος δαίμονας καί, ἂν κατορθώσεις νὰ τὴν ἐκριζώσεις, πέτυχες τότε πολὺ πιὸ μεγάλο κατόρθωμα ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἐκδιώκουν ἀμέτρητο πλῆθος δαιμόνων». Ἄκου καὶ τὸν Παῦλο, ποὺ γράφει γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν κατατάσσει πρὶν ἀπὸ τὰ θαύματα: «Δεῖξτε ζῆλο, λέει, γιὰ τὰ ἀνώτερα χαρίσματα καὶ θὰ σᾶς δείξω μία ἀκόμη πιὸ σπουδαία ὁδό». (ὁμιλ. εἰς τὸ κατὰ Ματθ. λόγ. λγ΄).

Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ ὑψώνεται νοερὰ στὰ ὅρη τῶν νόμων καὶ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς φωτίζεται ἀπὸ ἐκεῖ μὲ τὶς θεῖες φωτοχυσίες, κατὰ τὸν ἑρμηνευτὴ Κάλλιστο καὶ ἔτσι, ἀρχίζοντας πρῶτα ἀπὸ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀρχὴ σοφίας κατὰ τὸν Δαβὶδ καὶ ἀρχὴ ἀρετῆς κατὰ τὸν ἅγιο Ἰσαὰκ (λόγ. α΄), σπουδάζει νὰ φυλάξει ὅλες τὶς ἐντολὲς καὶ ἀγωνίζεται νὰ ἀποκτήσει ὅλη τὴν χρυσὴ σειρὰ τῶν ἀρετῶν, δηλαδή, τὴν κάθαρση τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς, τὴν ἀπάθεια, τὴν ταπείνωση, τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον. Καὶ ἔτσι, ἐπιμένοντας σχολαστικὰ σ` αὐτά, ἀνεβαίνει στὸ Θεό, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀνεβαίνουν οἱ ἀγαθὲς ψυχὲς καὶ ἀφοῦ βρεθεῖ κοντὰ σ` αὐτὸ τὸ θεῖο φῶς, φωτίζεται καὶ καταλάμπει ἀπ` αὐτό. Βλέπει τὸν Θεό, ὅσο εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν δεῖ καὶ τὸν βλέπει καὶ ὁ Θεός. Γίνεται λοιπὸν μέτοχος τοῦ ἄκρως ποθουμένου, ἱκανοποιεῖ τὸν πόθο καὶ τὸν θεῖο ἔρωτά του καὶ γίνεται ἕνας ἄγγελος. Συνυπάρχει ὁ νοῦς μὲ τὸν Νοῦ, ὁ κτιστὸς μὲ τὸν Ἄκτιστο καὶ ὁ πεπερασμένος μὲ τὸν Ἄπειρο. Καὶ κατ` αὐτὸν τὸν τρόπο διατηρεῖ ἀτελείωτο καὶ ἀεικίνητο στὴν καρδιὰ τοῦ τὸν πόθο καὶ τὸν ἔρωτα αὐτὸν πρὸς τὸν Θεό. Γι` αὐτὸ εἶπε ὁ θεολόγος Γρηγόριος: «ὅπου ὑπάρχει φόβος Θεοῦ, ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ὅπου δὲ ὑπάρχει τήρηση τῶν ἐντολῶν, ἐκεῖ ὑπάρχει κάθαρση τῆς σάρκας ἀπὸ τὸ νέφος, τὸ ὁποῖο σκεπάζει τὴν ψυχὴ καὶ δὲν τὴν ἀφήνει νὰ δεῖ καθαρὰ τὴν θεία ἀκτίνα. Ὅπου δὲ ὑπάρχει κάθαρση, ἐκεῖ ὑπάρχει ἔλλαμψη. Εἶναι δὲ ἡ ἔλλαμψη ὁλοκλήρωση τοῦ πόθου τῆς μετοχῆς στὰ ποθούμενα μέγιστα, δηλαδή, τῶν τριῶν ὑποστάσεων (τῆς Ἁγίας Τριάδος) ἢ τοῦ μεγίστου, δηλαδή, τῆς μίας φύσεως τῶν τριῶν ἢ ὑπὲρ τὸ μέγα, δηλαδή, ἐπειδὴ ἡ θεότητα εἶναι πάνω ἀπὸ κάθε μέγεθος καὶ ποσότητα». (λόγος εἰς τὰ Φῶτα).
Παρακαλεῖ δὲ ὁ μελωδὸς τὸν Θεὸ νὰ τὸν στολίσει μὲ τὶς ἀρετές. Διότι οἱ ἀρετὲς εἶναι ἀπὸ τὴ φύση τους λαμπρὲς καὶ φωτεινὲς καὶ στὴ συνέχεια λαμπρύνουν καὶ φωτίζουν τοὺς ἐνάρετους. Αὐτὸ δὲ συμβαίνει, διότι ἀπὸ τὴ μία, ὅπως εἴπαμε, οἱ ἀρετὲς εἶναι ἀκτίνες καὶ ἀποτέλεσμα τοῦ πρώτου φωτὸς καὶ τοῦ ὑπερουσίου Ἡλίου, ἀπὸ τὴν ἄλλη δὲ καὶ διότι, ἂν οἱ ἁμαρτίες εἶναι ζοφώδεις καὶ σκοτεινές, ὡς γεννήματα τοῦ σκοτεινοῦ διαβόλου, εἶναι ἑπόμενο ὅτι οἱ ἀρετές, ὡς ἀντίθετες τῶν ἁμαρτιῶν, νὰ εἶναι φωτεινὲς καὶ λαμπρές. Αὐτὰ τὰ δύο δέ, τὰ μαρτυρεῖ ὁ Χρυσόστομος, λέγοντας, γιὰ μὲν τὴν ἁμαρτία τὰ παρακάτω: «Ἂς καθαρίσουμε τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ πάθη. Διότι, ἡ ἁμαρτία εἶναι σκοτάδι καὶ μάλιστα σκοτάδι βαθὺ καὶ ἀποδεικνύεται αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὅ,τι, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε καὶ ἀσυνειδήτως, τὴν διαπράττουμε. «Διότι, κάθε ἕνας ποὺ ἀμετανόητα πράττει ἔργα κακὰ καὶ διεστραμμένα, ἀντιπαθεῖ καὶ ἀποστρέφεται τὸ φῶς καὶ δὲν ἔρχεται στὸ φῶς».(Ἰωάν. 3,20) Καὶ «Διότι ὅσα ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς καὶ ἁμαρτωλοὺς γίνονται κρυφὰ καὶ στὸ σκότος, εἶναι αἰσχρὸ καὶ νὰ τὰ ἀναφέρει κανένας». (Ἔφ. 5,12) Καὶ ὅπως μέσα στὸ σκοτάδι δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ξεχωρίσει τὸν φίλο ἢ τὸν ἐχθρό του, ἀλλὰ ἀγνοεῖ ὅλες τὶς φυσικὲς ἰδιότητες τῶν πραγμάτων, ἔτσι καὶ στὴν ἁμαρτία». (ὁμιλ. ε΄ εἰς τὸν Ἰωάννην). Γιὰ δὲ τὴν ἀρετή, ἑρμηνεύοντας τὸ «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν» (Ματθ. 5,16), «δηλαδή, ἂς εἶναι πολλὴ ἡ ἀρετή, πλούσια ἂς εἶναι ἡ φωτιὰ καὶ τὸ ἀνέκφραστο φῶς. Διότι, ὅταν εἶναι τόση πολλὴ ἡ ἀρετή, εἶναι ἀδύνατο νὰ διαφύγει τῆς προσοχῆς, ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸς ποὺ τὴν κατέχει τὴν ἀποκρύπτει μὲ μύριους τρόπους». (ὁμιλ. ιε΄ εἰς τὸν Ματθαῖον).

Σὲ μερικὰ δὲ ἀντίγραφα τῶν Ἀναβαθμῶν βρίσκεται γραμμένο: «εἰς τὰ ὅρη τῶν σῶν νόμων» καὶ γράφεται «ἑλλάμπρυνον», ὄχι «ἐκλάμπρυνον». Ἀλλὰ αὐτὰ κι ἔτσι νὰ γράφονται, δὲν εἶναι ἀσύμφωνα μὲ τὸ νόημα τοῦ μελωδοῦ. Διότι, ὁ Χριστὸς εἶναι ἀληθινὸς ποιμένας καὶ πρόβατό του εἶναι ὁ χριστιανός, αὐτὸς ποὺ πρόθυμα μαθήτευσε κοντά του. Γι` αὐτὸ λέγεται νομὴ Χριστοῦ ἡ γνήσια τῶν ἐντολῶν καὶ τῶν ἀρετῶν τροφὴ τῆς ψυχῆς, σύμφωνα μὲ τὸ «οὐκ ἒπ ἄρτω μόνω ζήσεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ΄  ἐπὶ παντὶ ρήματι τῷ ἐκπορευομένω διὰ στόματος Θεοῦ» (Δευτ. 8,3). «Ἑλλάμπρυνον» δέ, θέλει νὰ πεῖ, λάμπρυνέ με μέσα στὴν ψυχὴ καὶ στὴν καρδιά, καθὼς ἡ πρόθεση –ἐν- φανερώνει τὸ μέσα. Βέβαια, δὲν γίνεται ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ἔλλαμψη ἐξωτερική, ἀλλὰ στὸ ἐσωτερικό της καρδιᾶς. Ὅταν δὲ πλημμυρίσει ἡ καρδιά, τότε ὑπερχειλίζει καὶ ἔξω στὸ πρόσωπο, ὅπως ἔγινε μὲ τὸν πρωτομάρτυρα Στέφανο. Ἐξ αὐτοῦ εἶπε ὁ ἑρμηνευτὴς τῶν Ἀναβαθμῶν Κάλλιστος: «ἔλλαμψη δέ, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πὼς εἶναι ὁ μυστικὸς καὶ μὲ ταχύτητα ἀστραπῆς πνευματικὸς φωτισμὸς τοῦ νοῦ, καὶ ἡ ὁποία γίνεται μὲ τὴ βοήθεια τῆς ἀπόκτησης τῶν ἀρετῶν». Λέει δὲ καὶ ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Ὅταν λοιπὸν ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος συγχωνευτεῖ κατὰ κάποιον τρόπο μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε καὶ ἐξωτερικὰ στὸ σῶμα του, σὰν σὲ καθρέπτη δείχνει τὴν ἐσωτερικὴ λαμπρότητα τῆς ψυχῆς του. Κατ` αὐτὸν τὸν τρόπο δοξάστηκε καὶ ἐκεῖνος ὁ θεοπτης Μωυσῆς». (λόγος λ΄). Ἀλλὰ πάλι ὁ ἴδιος, ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, λέει τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἄβυσσος τοῦ πένθους ἀντικρίζει τὴν (ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ) παράκληση. Καὶ ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς δέχεται τὴ θεία ἔλλαμψη. Ἔλλαμψη σημαίνει, ἀπερίγραπτη ἐνέργεια, ἡ ὁποία κατανοεῖται χωρὶς νὰ κατανοεῖται καὶ βλέπεται χωρὶς νὰ βλέπεται» (λόγος ζ΄ περὶ πένθους). Καὶ πάλι: «Ἡ ἀγάπη χορηγεῖ τὴ χάρη τῆς προφητείας, ἡ ἀγάπη παρέχει τὴ δύναμη τῆς θαυματουργίας, ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἄβυσσος τῆς θείας ἐλλάμψεως, ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ πηγὴ τῆς θεϊκῆς φωτιᾶς – ὅσο περισσότερη φωτιὰ ἀναβλύζει, τόσο περισσότερο κατακαίει ἐκεῖνο ποὺ διψάει. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ στάση καὶ ἡ ἑδραίωση τῶν Ἀγγέλων, ἡ προκοπὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἀνάγγειλέ μας, ἐσύ, ἡ ὡραία ἀνάμεσα στὶς ἀρετές, ποῦ βόσκεις τὰ πρόβατά σου; Ποῦ κατασκηνώνεις τὸ μεσημέρι; Φώτισέ μας, πότισέ μας, ὁδήγησέ μας, χειραγώγησέ μας, ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦμε νὰ ἀνεβοῦμε κοντά σου» (λόγ. λ΄).
Δὲς δέ, ἀδελφέ, ὅτι ἀφοῦ ὁ μελωδὸς εἶπε πρῶτα νόμους, ποὺ σημαίνει τὸ ἴδιο μὲ τὶς ἐντολές, ὕστερα λέει ἀρετές. Διότι, ἀπὸ τοὺς νόμους καὶ τὶς ἐντολὲς γεννιοῦνται οἱ ἀρετές. Γι` αὐτὸ εἶπε ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητής: «Ἄλλο εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἐντολῆς καὶ ἄλλο ἡ ἀρετή, ἔστω καὶ ἂν παίρνουν ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν ἀφορμὴ γιὰ τὶς ἀγαθὲς πράξεις. Πράξη τῆς ἐντολῆς λέγεται, τὸ νὰ κάνεις τὸ διατεταγμένο, ἀρετὴ δέ, τὸ νὰ ἀπολαμβάνεις πραγματικὰ αὐτὸ ποὺ κάνεις». (κεφ. 193,194, περὶ νόμου πνευματικοῦ).
Ποιὸ δὲ ὠφέλιμο νόημα μπορεῖς νὰ κερδίσεις ἐσύ, ἀγαπητέ, ἀπὸ τὸν Ἀναβαθμὸ αὐτό; Ἄκουσε. Εἴπαμε πιὸ πάνω ὅτι ὁ νόμος καὶ οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ εἶναι κατὰ φύση ψηλὲς καὶ μετέωρες, ὄχι μόνο γιατί δόθηκαν ἀπὸ τὸν ὕψιστο Θεό, ἀλλὰ καὶ διότι διδάσκουν τὰ θεία καὶ ὑψηλὰ πράγματα, καὶ καθιστοῦν ὑψηλὰ πνευματικούς, αὐτοὺς ποὺ τὶς ἐργάζονται(3). Λοιπόν, γιὰ νὰ γίνει φανερὸ τὸ πνευματικό τους ὕψος, δόθηκαν στοὺς ἀνθρώπους σὲ μέρη καὶ ὅρη ψηλά. Ἔτσι, ὁ πρῶτος καὶ ἄγραφος νόμος ποὺ δόθηκε στὸν Ἀδάμ, δόθηκε μέσα στὸν Παράδεισο, ὁ ὁποῖος ἦταν ψηλότερος ἀπὸ ὅλα τὰ βουνὰ τῆς γής, ὅπως λέει γι` αὐτὸ ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «Στὴν Ἀνατολὴ βρίσκεται, ψηλότερα ἀπὸ κάθε σημεῖο τῆς γὴς (δηλ. ὁ Παράδεισος) (βιβλ. Β΄ κεφ. κη΄). Ἔτσι ὁ γραπτὸς νόμος δόθηκε στὸ ψηλὸ ὅρος τοῦ Σινᾶ. Ἔτσι καὶ ὁ νόμος τῆς χάριτος δόθηκε ἀπὸ τὸ ὅρος Σιῶν, ὅπως λέει ὁ Ἠσαΐας: «ἐκ Σιῶν ἐξελεύσεται νόμος» (Ἠσ. 2,3). Ὁμοίως καὶ ὁ Μιχαίας: «ἐκ Σιῶν ἐξελεύσεται νόμος» (Μιχ. 4,2). Ἀλλὰ καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος διηγεῖται ὅτι ὁ Κύριος ἐπάνω ἀπὸ τὸ ὅρος ἐκφώνησε τοὺς Μακαρισμοὺς καὶ τὶς περισσότερες ἀπὸ τὶς ἐντολές του: «Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὅρος καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτοὺς» (Ματθ. 5, 1).
Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ Ἀδὰμ παρέβη τὸν πρῶτο καὶ ἄγραφο νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ἔπεσε ἀπὸ τὸ ὕψος κάτω στὴ γῆ καὶ στὰ γήινα, γὶ` αὐτὸ ὁ Θεὸς σπλαχνίστηκε τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ ἔδωσε τὸν γραπτὸ νόμο, γιὰ νὰ τὸ βοηθήσει νὰ ἀνεβεῖ πάλι στὸ ὕψος ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔπεσε. Φανερώνοντας αὐτὸ τὸ νόημα ὁ Ἠσαΐας ἔλεγε: «νόμον γὰρ εἰς βοήθειαν ἔδωκεν» (Ἠσ. 8,20). Ἐπειδὴ δέ, οὔτε μὲ τὸν γραπτὸ νόμο μπόρεσε ὁ ἄνθρωπος νὰ βοηθηθεῖ, γιὰ νὰ ἀρθεῖ στὸ ὕψος τοῦ θείου νόμου, ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε καὶ τὸν νόμο τῆς χάριτος καὶ ἔτσι τὸν ἀνέβασε στὸ ὕψος ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατρακύλισε.
Τώρα καὶ σὺ ἀδελφέ, ἂν ἔπεσες ἀπὸ τὸ ὅρος, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ θεϊκοῦ νόμου καὶ ἔκανες παράβαση στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, μὴν ἀπελπίζεσαι γιὰ τὴ σωτηρία σου καὶ μὴν ἀφήνεσαι ὁλοκληρωτικὰ ἔκθετος στὰ πάθη καὶ στὰ γήινα. Ὄχι! Ἀλλὰ πὲς στὸν ἑαυτό σου ἐκεῖνο ποῦ εἶπε ὁ Ἱερεμίας: «Μήπως ἐκεῖνος ποῦ πέφτει, δὲν σηκώνεται; Μήπως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος χάνει τὸ δρόμο του καὶ παραπλανᾶται, δὲν προσπαθεῖ νὰ ἐπιστρέψει στὸ δρόμο του;» (Ἱερ. 8,4). Καὶ θέλει νὰ πεῖ πὼς ναί, σηκώνεται καὶ ἐπιστρέφει. Λοιπόν, ἂς ἀγωνιστῶ κι ἐγώ, γιὰ νὰ ἀνεβῶ ξανὰ στὸ ὅρος τοῦ θείου νόμου ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἔπεσα. Ἂς μιμηθῶ κι ἐγὼ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι, μολονότι σκλαβώθηκαν στὴν Βαβυλώνα, ὅμως μὲ τὴ θλίψη ποὺ ἐνίωσαν, σήκωσαν τὰ μάτια τους στὸν οὐρανὸ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τους ἦρθε βοήθεια καὶ ἔτσι γύρισαν πάλι στὴ Ἱερουσαλήμ, τὴν πατρίδα τους καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς συγκεφαλαιώνει ὁ δεύτερος αὐτὸς Ἀναβαθμός.
Γι` αὐτὸ εἶπε ὁ Χρυσορρήμονας: «Ἂν οἱ πνευματικὰ παχεῖς καὶ προσκολλημένοι στὴ γῆ Ἰουδαῖοι ἔγιναν τόσο σπουδαῖοι καὶ ἔβλεπαν πρὸς τὸν οὐρανό, ἐξαιτίας τῆς αἰχμαλωσίας καὶ τῆς ταλαιπωρίας τους, δὲν θὰ μᾶς διορθώσει πολὺ περισσότερο ἐμᾶς ἡ θλίψη; Ἑρμηνεύει δὲ καὶ ὁ ὅσιος Νικήτας ὁ Στηθάτος: «Αὐτὴν τὴν φωνὴ τὴν στέλνει ψηλά, δηλαδὴ τό, «Ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὰ ὅρη», αὐτὸς ποὺ μόλις τώρα ἀνεβαίνει ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία τῶν Βαβυλωνίων παθῶν καὶ δαιμόνων πρὸς τὴν νοητὴ πόλη τῆς ἀπαθείας, τὴν Ἱερουσαλήμ, δηλαδή, ὁ κάθε πιστὸς ἀπὸ ἐμᾶς. Ὅρη δὲ εἶναι οἱ ψηλὲς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς ὁ πιστός, λοιπόν, σηκώνει τὰ μάτια του καὶ τὰ χέρια του στὰ ψηλὰ ὅρη τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἐργασία τους. Ἀπὸ ἐκεῖ δὲ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν κάθε βοήθεια κατὰ τῶν δαιμόνων καὶ τῶν παθῶν, ὡς στήριγμα στὴν ἀδυναμία του». Ἔτσι, λοιπόν, ἀγαπητέ, ἀνεβαίνοντας στὰ ὅρη τῶν θείων νόμων καὶ φωτιζόμενος μὲ τὶς ἀρετές, θὰ συνεχίσεις νὰ ὑμνεῖς πάντοτε τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος σὲ ὕψωσε καὶ σὲ φώτισε, ψέλνοντας καὶ εὐχαριστώντας τὸν Κύριο μαζὶ μὲ τὸν Δαβίδ: «ἄσω τῷ Κυρίω ἐν τὴ ζωή μου, ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω» (Ψαλμ. 103,33).

(1) Ἔχε ὑπόψη ὅτι, κατὰ τὸν μέγιστο ὀνομαζόμενο Μάξιμο: «εἶναι ἀνάγκη, τὶς μὲν ἐντολὲς τοῦ νόμου νὰ τὶς φυλάσσουμε καὶ σωματικῶς καὶ πνευματικῶς, τὶς δὲ πνευματικῶς μόνο. Ὅπως, τὸ οὐ μοιχεύσεις, οὐ φονεύσεις, οὐ κλέψεις καὶ τὰ παρόμοια καὶ πνευματικῶς καὶ σωματικῶς πρέπει νὰ τὶς φυλάσσουμε. Καὶ πνευματικῶς μέν, μὲ τρεῖς τρόπους (ἴσως κατὰ προσβολή, πάλη καὶ συγκατάθεση ἢ κατὰ τὸ λογιστικό, τὸ θυμικὸ καὶ ἐπιθυμητικό). Τὸ δὲ τῆς περιτομῆς καὶ τὸ νὰ φυλάσσεις τὸ Σάββατο καὶ νὰ σφάξεις τὸ ἀρνὶ καὶ νὰ φᾶς ἄζυμα μὲ πικρὰ χόρτα καὶ τὰ παρόμοια, μόνο πνευματικά.
(2) Ἔτσι γράφεται στοὺς χειρόγραφους Ἀναβαθμούς, στὰ δὲ ἤδη τυπωμένα, γράφεται «ὕψωσας μέ», σωστότερο ὅμως εἶναι τὸ πρῶτο.
(3) Καὶ πῶς δὲν εἶναι πνευματικὰ ψηλὰ αὐτοὶ πού ἐργάζονται τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ; Διότι, ὅποιος δεχτεῖ τὴν ἐντολὴ καὶ τὴν ἐφαρμόσει, πῆρε μέσα του τὴν Ἁγία Τριάδα. Θέλεις νὰ τὸ βεβαιωθεῖς; Ἄκουσε τὸν θεηγόρο Μάξιμο, ποὺ τὸ λέει αὐτό: « Θεὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Πατέρα βρίσκεται μυστικὰ μέσα σὲ κάθε μία ἀπὸ τὶς ἐντολές του. Θεὸς καὶ Πατέρας εἶναι ὅλος ἀχώριστος σὲ ὅλο τὸ Λόγο τοῦ ἐκ φύσεως. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ δέχεται μία θεία ἐντολὴ καὶ τὴν πράττει, δέχεται τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὑπάρχει μέσα σ` αὐτήν. Ἐκεῖνος ποὺ δέχτηκε τὸ Λόγο διὰ μέσου τῶν ἐντολῶν, διὰ μέσου Αὐτοῦ δέχτηκε καὶ [τὸν Πατέρα ποὺ ὑπάρχει ἐκ φύσεως μέσα σ` Αὐτόν, ὅπως ἐπίσης καὶ] τὸ Πνεῦμα, ποὺ ἐκ φύσεως ὑπάρχει μέσα σ` Αὐτόν. Γιατί λέει: «Σᾶς λέω ἀλήθεια, ὅποιος δέχεται αὐτὸν ποὺ θὰ στείλω, δέχεται ἐμένα καὶ ὅποιος δέχεται ἐμένα, δέχεται αὐτὸν ποὺ μ` ἔχει στείλει» (Ἰω. 13,20) Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ ἔλαβε ἐντολὴ καὶ τὴν τήρησε, ἔλαβε καὶ ἔχει μυστικὰ τὴν Ἁγία Τριάδα». (κεφ. οα΄τῆς β΄ἑκατοντάδ. Τῶν θεολογικῶν).

Σάββας Ἠλιάδης
Δάσκαλος
Κιλκίς, 15-12-2017
http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2018/07/blog-post_31.html

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2018

Περνᾶμε ὅλο τόν καιρό μας σαπίζοντας ἀπό τούς λογισμούς πού κάνουμε ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν μας


Αββά Δωροθέου-Η αρετή της αυτομεμψίας

Κάποτε με πλησίασαν δύο αδελφοί, που στενοχωρούσε ο ένας τον άλλον, και έλεγε ο μεγαλύτερος για τον μικρότερο:
 «Του λέω να κάνει κάτι και στενοχωριέται και στενοχωριέμαι κι εγώ, γιατί σκέπτομαι ότι, αν με αγαπούσε και μ’ εμπιστευόταν, θα τον πληροφορούσε ο Θεός να τα δεχθεί».
 Και ο μικρότερος έλεγε: «Συγχώρεσέ με, Γέροντα, γιατί έχω την εντύπωση ότι δεν μου μιλάει με φόβο Θεού, αλλά σαν να θέλει να με διατάζει. Και νομίζω ότι γι’ αυτό δεν αναπαύεται η καρδιά μου, όπως λένε οι Πατέρες».
(Η αμφιβολία και η αβεβαιότητα, καρπός του μεταπτωτικού ψυχισμού του ανθρώπου, του αφαιρούν κάθε είδους αναπαύσεως της ψυχής του. Τότε μόνο αναπαύεται ο άνθρωπος, όταν πληροφορείται από την συνείδησή του ότι όλα έχουν καλώς και προς τον Θεό, και προς τον πλησίον και προς τον εαυτό του. Ο διάβολος όμως καλλιεργεί ψευδείς πληροφορίες και πλανά τους άπειρους στην πνευματική ζωή. Γι’αυτό και οι αγωνιζόμενοι νηπτικά, την πληροφόρησή τους δεν την δέχονται από τη συνείδησή τους, αλλά μόνο από τον Γέροντά τους ή από τον ίδιο τον Κύριο. «Πληροφορία» είναι η εσωτερική και συνειδητή βεβαιότητα για την ορθότητα πράξεως ή λογισμού ή γνώσεων κλπ. ή για την αποκάλυψη του θελήματος του Θεού σε κάθε περίσταση).
Προσέξτε, πως ο ένας έριξε το βάρος στον άλλο και κανείς τους δεν κατηγόρησε τον εαυτό του. Άλλοι δύο, που στενοχώρησαν ο ένας τον άλλο, έβαλαν μεν ο ένας στον άλλον μετάνοια, παρέμειναν όμως ανειρήνευτοι. Και ο μεν ένας έλεγε:
«Δεν μου έβαλε με την καρδιά του μετάνοια και γι’ αυτό δεν αναπαύθηκα. Γιατί έτσι έχουν πει οι Πατέρες».
 Ο δέ άλλος έλεγε: «Επειδή δεν είχε προδιατεθεί με αγάπη προς το πρόσωπό μου, πριν εγώ του δείξω τη μετάνοιά μου, γι’ αυτό κι εγώ δεν αναπαύθηκα». Βλέπετε αυταπάτη, αδελφοί μου, βλέπετε πως διαστράφηκε ο λογισμός τους;
Ο Θεός γνωρίζει πόσο μεγάλη κατάπληξη μου προξενεί το ότι ακόμα και τους Πατέρες χρησιμοποιούμε, σύμφωνα με τα θελήματά μας τα πονηρά, για να χάσουμε τις ψυχές μας.
Έπρεπε να πάρει καθένας επάνω του την ευθύνη, να κατηγορήσει τον εαυτό του και να πεί: «Δεν έβαλα ειλικρινά μετάνοια στον αδελφό μου, γι’ αυτό δεν τον ανέπαυσε ο Θεός». Ο δε άλλος να πεί: «Εγώ δεν είχα την καρδιά μου έτοιμη να συγχωρέσει και να αγαπήσει τον αδελφό μου, πριν αυτός μου εκφράσει τη μετάνοιά του και γι’ αυτό δεν τον ανέπαυσε ο Θεός». Έτσι θα έπρεπε να κάνουν και οι προηγούμενοι.
Ο μεν πρώτος έπρεπε να πεί: «Εγώ μιλάω με αυθάδεια, γι’ αυτό δεν αναπαύει ο Θεός τον αδελφό μου».
Και ο άλλος έπρεπε να λογίζεται: «Ο αδελφός μου μού δίνει εντολές με ταπείνωση και αγάπη, αλλά εγώ είμαι ανυπότακτος και δεν έχω φόβο Θεού». Αλλ’ όμως κανένας τους δεν βρήκε τον σωστό δρόμο και δεν κατηγόρησε τον εαυτό του. Αντίθετα, καθένας έριξε το βάρος στον άλλον.
*****
   Να, γι’ αυτό δεν μπορούμε να προκόψουμε, γι’ αυτό δεν βρίσκουμε ωφέλεια σε τίποτε, αλλά περνάμε όλο τον καιρό μας σαπίζοντας από τους λογισμούς που κάνουμε εναντίον των αδελφών μας και κατατσακιζόμαστε, επειδή καθένας δικαιώνει τον εαυτό του. Καθένας αφήνει τον εαυτό του, όπως είπα, χωρίς να εφαρμόζει τίποτα. Και όλοι μας έχουμε την απαίτηση να τηρούν οι άλλοι τις εντολές του Θεού. Γι’αυτό και δεν μπορούμε να συνετισθούμε να κάνουμε το καλό, γιατί αν ποτέ και το ελάχιστο μάθουμε, αμέσως απαιτούμε από τον αδελφό μας να το εφαρμόσει, κατηγορώντας τον και λέγοντας: «Πρέπει να κάνει αυτό» ή «γιατί αυτό δεν το έκανε έτσι»; Γιατί δεν απαιτούμε καλύτερα από τους εαυτούς μας να εφαρμόζουμε τις εντολές και δεν κατηγορούμε τους εαυτούς μας ως παραβάτες;
Που είναι εκείνος ο Γέροντας, που, όταν τον ρώτησαν «τι περισσότερο βρήκες σ’αυτό τον δρόμο, πάτερ;», απάντησε «έμαθα στο καθετί να κατηγορώ τον εαυτό μου»; Πράγμα που έκανε αυτόν που τον ρώτησε να τον επαινέσει και να του πεί: «Άλλος δρόμος εκτός απ’ αυτόν δεν υπάρχει».
Όμοια και ο αββάς Ποιμένας είπε αναστενάζοντας: «Όλες οι αρετές μπήκαν σ’ αυτό το σπίτι, εκτός από μία και χωρίς αυτή δύσκολα στέκεται ο άνθρωπος». Και τον ρώτησαν:
«Ποιά είναι αυτή»;
Και λέει: «Η αυτομεμψία».
Και ο Μέγας Αντώνιος είπε: «Αυτή είναι η σπουδαιότερη πνευματική εργασία, που έχει να κάνει ο άνθρωπος μέσα του. Να επωμίζεται τα λάθη του απέναντι στον Θεό και να προετοιμάζεται για τους πειρασμούς μέχρι την τελευταία του αναπνοή». Και παντού βλέπουμε ότι αυτό τηρούσαν οι Πατέρες και αναπαύονταν, αναφέροντας τα πάντα στον Θεό, ακόμα και τα πιο ασήμαντα.

Από τό βιβλίο ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥἜργα Ἀσκητικά,
Εκδ. ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέας, 2000)
πηγή
https://proskynitis.blogspot.com/2018/07/blog-post_67.html

Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: "Ἂν ἔπεσες, ἀδελφέ μου, ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ θεϊκοῦ νόμου, μὴν ἀπελπίζεσαι. Ἀγωνίσου νὰ ἐπιστρέψεις καὶ ὁ Θεὸς θὰ σὲ στολίσει καὶ θὰ σὲ στερεώσει μὲ τὶς ἀρετές του"

Ἀπόδοση στὴν Νεοελληνικὴ:   Σάββας Ἠλιάδης - Δάσκαλος Ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΝΕΑ ΚΛΙΜΑΞ»: Ἑρμηνεία τοῦ τετάρτου Ἀναβαθμοῦ τοῦ Α΄ ἤχου: Ἀντί...