Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

ΑΝ..........



Αν δεν ήσουν πανταχού παρών πως θα μ’ έβρισκες  την ώρα που από παντού θα με είχαν αποδιώξει; Αν δεν ήσουν παντοδύναμος, πως θα με βοηθούσες την ώρα που όλοι θα με είχαν εγκαταλείψει; Αν δεν ήσουν πάνσοφος πως θα με δικαίωνες την ώρα που όλοι θα με είχαν αδικήσει; Αν δεν ήσουν πανάγαθος πως θα με σπλαχνιζόσουν την ώρα που όλοι με είχαν καταδικάσει;

   Χρ. Μαλεβίτση, “Ο Εγκοπος Λόγος”

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Στην Ι. Μ. Υπεραγίας Θεοτόκου Μυρτιδιωτίσσης Κυθήρων η Ενορία της Αγίας Βαρβάρας Πατρών


Ένας μεγάλος αριθμός πιστών της Ενορίας μας πραγματοποίησε με επικεφαλής τον π. Γερασιμάγγελο Στανίτσα και την πρεσβυτέρα, μια διήμερη προσκυνηματική εκδρομή –  προσκύνημα στο όμορφο νησί των Κυθήρων.

          Προηγουμένως έγινε επίσκεψη στο όμορφο κάστρο της Μονεμβασίας και προσκύνημα στον περίφημο Ναό του Ελκομένου Χριστού, καθώς και στο εσωτερικό αυτής της παράξενης και μαγευτικής καστροπολιτείας με τα καλντερίμια και τα παραδοσιακά μαγαζάκια. Οι επισκέπτες πολλοί, κυρίως ξένοι, και πολλοί μαθητές με τους δασκάλους τους για να θαυμάσουν ένα από τα ομορφότερα φαινόμενα της ελληνικής πατρίδος μας.

          Στη συνέχεια μετά από μια όμορφη διαδρομή μέσα σε δάσος από εσπεριδοειδή και πράσινο Λακωνικό περιβάλλον φθάσαμε στην πολίχνη της Νεάπολης και δια θαλάσσης αποβιβαστήκαμε στο μαγευτικό λιμάνι του Διακόπτη. Η πρώτη μας επίσκεψη είναι το προσκύνημα στην Ι. Μονή Αγίας Μόνης, η οποία βρίσκεται σκαρφαλωμένη σ’  ένα υπερυψωμένο βράχο που αγναντεύει κανείς με κατάλληλες καιρικές συνθήκες ακόμη και την Κρήτη.

          Μετά το προσκύνημα και την σχετική δέηση που αναπέμψαμε, αναχωρήσαμε με προορισμό την Ι. Μ. Αγίων Θεοδώρων, η οποία βρίσκεται μέσα σ’ ένα  πευκοδάσος αληθινός παράδεισος, στο δρόμο προς την Αγ. Πελαγία. Στον Ι. Ναό μας ανέμενε ο ιερέας ο οποίος μας καλωσόρισε και μας είπε σχετικά με την ιστορία της Μονής στην οποία φυλάσσεται η τίμια κάρα του Οσίου Θεοδώρου του εκ Κυθήρων. Τελέσθηκε  ι. Παράκληση προς τον άγιο και αναχωρήσαμε για τον τόπο διανυκτέρευσης, στην Αγία Πελαγία, μια μαγευτική γωνιά και πρώτο λιμάνι του νησιού. Η Αγία Πελαγία είναι μια ήρεμη παραθαλάσσια πολίχνη, χωρίς θορύβους και κοσμική ζωή, κατάλληλη για περισυλλογή και ανάπαυση.

          Επόμενος προορισμός την επομένη ημέρα η Ι. Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου της Μυρτιδιωτίσσης, νότια του νησιού. Μέσα σ’ ένα καταπράσινο περιβάλλον ξεπροβάλλει το εντυπωσιακό κωδωνοστάσιο της Μονής καθώς και το καθολικό με τους ξενώνες για τους προσκυνητές που διανυκτερεύουν εκεί. Καθώς εισερχόμαστε στον αύλιο χώρο που λάμπει από καθαριότητα, τα μυρτίδια που βρίσκονται  στην αυλή, αρωματίζουν την μοναστική ατμόσφαιρα και φέρνουν στον νου μας την ιστορία της ευρέσεως της ιεράς εικόνας ανάμεσα στο μυρτίδια, εξ ου και “Μυρτιδιώτισσα”.

          Η Ι. Μονή είναι προσκύνημα και δεν έχει μοναστική αδελφότητα όπως γνωρίζομε από άλλες Ι Μονές, αλλά εξυπηρετείται από ιερέα εντεταλμένο από την Ι. Μητρόπολη Κυθήρων. Τελέσαμε ειδική παράκληση προς την Παναγία και στη συνέχεια επισκεφθήκαμε στον υπόγειο χώρο του Ναού, όπου βρίσκεται ναύδριο στο σημείο που βρέθηκε η ιερά εικόνα της Θεοτόκου.

          Μετά το προσκύνημα επισκεφθήκαμε τη Χώρα του νησιού, μια παραδοσιακή κωμόπολη  με χρώμα νησιώτικο -Αιγαιοπελαγίτικο περισσότερο, με στενά δρομάκια κάτασπρα γεμάτα από μαγαζάκια με παραδοσιακά προϊόντα και αναμνηστικά. Στο τέλος του κεντρικού δρόμου  αγγίζουμε τα όρια του δρόμου που οδηγεί στο κάστρο όπου απ’ εκεί μπορεί κανείς να ατενίσει την υπέροχη παραλία του Καψάλη.

          Η επίσκεψή μας  στο όμορφο αυτό νησί του Ιονίου με την τόση φυσική κι πνευματική ομορφιά μας έδωσε την ευκαιρία για άλλη μια φορά να θαυμάσουμε και να ζήσουμε τη διαρκή παρουσία του Θεού και να ευφρανθεί η καρδιά μας από την πλούσια χάρη που σκόρπισε στο νησί αυτό ο Θεός.

          Ευχαριστούμε τον Θεό που μας αξίωσε να πραγματοποιήσουμε το ιερό αυτό προσκύνημα, να λάβουμε τη χάρη της Παναγίας της Μυρτιδιωτίσσης και να γνωρίσουμε ένα επίγειο κόσμημα της αγάπης του Θεού, όπως είναι το Νησί των Κυθήρων.

 Πρωτ. Γερ. Σταν.





















ΘΑΥΜΑ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ


Στο υπέροχο βιβλίο: «Γνώσις και βίωμα της Ορθοδόξου πίστεως», ο πατήρ Στέφανος Αναγνωστόπουλος αφηγείται: «Στα χρόνια της κατοχής 1941-42, πέρασαν τρεις-τέσσερις πεινασμένοι συνάνθρωποί μας, σχεδόν γυμνοί, από την γειτονιά μας, ζητώντας βοήθεια. Οι περισσότεροι εκείνη την εποχή δεν είχαν ούτε το ψωμί της ημέρας κι έτσι οι άνθρωποι πέθαιναν της πείνας, ακόμα και στους δρόμους. Μικροί μεγάλοι, όταν πεινούσαν, ανακάτευαν τα σκουπίδια και ό,τι έβρισκαν, τα έτρωγαν.

Ένας γείτονας φιλότιμος και ελεήμων, όταν τους είδε σ’ αυτήν την κατάσταση, τους λυπήθηκε και πήρε ό,τι είχε μέσα το κρεμαστό «φανάρι» με την σίτα και τους τα έδωσε. Άκουσε όμως από τη γυναίκα του γκρίνιες, φωνές… μάλλον δικαιολογημένες.

-Και τι θα φάμε εμείς; Το βράδυ τα παιδιά θα μείνουν νηστικά, το άδειασες όλο…

-Γυναίκα, λέει, εμείς δεν έχουμε, αλλά έχει ο Θεός.

- Ο Θεός έχει, αλλά εμείς δεν έχουμε, απάντησε εκείνη.

Οι πεινασμένοι έφυγαν ευχαριστημένοι. Και το ανδρόγυνο κάθισε μαζί με τους γείτονες και κουβεντιάζανε αν πρέπει να δίνουνε σ’ αυτή τη δύσκολη εποχή ελεημοσύνη ή όχι. Αφού κουβέντιασαν, αρκετά με τους γείτονες νύχτωσε και μπήκαν μέσα στο σπίτια τους, γιατί απαγορευόταν η κυκλοφορία από τους Βουλγάρους.

-Και τώρα τι θα φάμε εμείς; Τι θα φάνε τα πέντε παιδιά μας;

-Ε, κάτι θα έχη βάλει ο Θεός στο «φανάρι» είπε ο σύζυγος.

Ανάψανε την λαμπίτσα και μόλις έφεξε λίγο, είδαν το «φανάρι» γεμάτο τρόφιμα! Και απ’ αυτά που δεν υπήρχαν, όπως τυρί! Αυτό συνέβη στον πολύ ελεήμονα γείτονά μας.  
του ενοριτη μας κ.Ν.Βοϊνέσκου

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Επίσκεψη στην ιερά μονή Πεντέλης



Στο βιβλίο «Οι εμπειρίες μου κοντά στον άγιο Πορφύριο», ο κύριος Παρασκευάς Λαμπρόπουλος διηγείται: «Ένα μεσημέρι ο Παπούλης μου τηλεφώνησε για να με ρωτήσει αν μπορούσα να τον πάω στο μοναστήρι της Πεντέλης. Ήθελε να παρακολουθήσουμε τον εσπερινό, για να συναντήσει τον ηγούμενο της  Μονής και να μιλήσουν για το μετόχι του Αγίου Νικολάου στα Καλίσσια. Ήθελε να το πάρει και να κάνει εκεί το μοναστήρι του.

Πήγαμε, λοιπόν, βρήκαμε τον ηγούμενο και ο Γέροντας έκανε πολλή χαρά. Ασπάστηκαν ο ένας τον άλλο με πολλή αγάπη, γιατί όπως μου είπε, είχαν κάνει μαζί στο όρος Σινά.

Εγώ περίμενα να τελειώσει ο εσπερινός και μετά να μιλήσουν οι δυο Γέροντες. Συζήτησαν για αρκετή ώρα. Όταν πρωτοείδα τον ηγούμενο, που ήταν ψηλός και ευτραφής, μου φάνηκε τεράστιος. Αμέσως σκέφτηκα πονηρά και είπα μέσα μου: “Πω, πω, πόσο θα τρώει αυτός!” Μετά τον εσπερινό και την κουβέντα που έκαναν, αφού πλέον είχε νυχτώσει, είδα τον Παπούλη να κατεβαίνει. Καθώς φεύγαμε, μου λέει:

-Μιλήσαμε για το θέμα μου, αλλά με δυσκολία. Ο καημένος ο ηγούμενος είναι πολύ καλός, αλλά είναι και άρρωστος. Δεν κάνει να τρώει ο καημένος. Έχει διάφορες αρρώστιες, έχει και ζάχαρο. Και αν τον δει κανείς , θα πει “Πω, πω, τι τρώει αυτός!”.

Τότε γύρισε και με κοίταξε χαμογελώντας.

-Έχεις δίκιο, Παπούλη. Έτσι σκέφτηκα, του είπα.

-Κι όμως δεν τρώει, μου απάντησε.

Ο Άγιος έβλεπε τα πάντα. Δεν θα έβλεπε τις χωμάτινες σκέψεις μου;».
του ενορίτη μας κ,Ν.Βοϊνέσκου

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Η ΜΕΓΑΛΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΕΦΕΡΕ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΑΛΛΑΓΗ

Ο πατήρ Στέφανος Αναγνωστόπουλος διηγείται την παρακάτω πολύ διδακτική ιστορία στο βιβλίο του «Τοις κατά πρόθεσιν κλητοίς»

Ενθυμούμαι μια οικογένεια, η οποία για 15 χρόνια φαινομενικά ευημερούσε. Η δουλειά θαυμάσια. Ανέσεις πολλές. Αρρώστιες δεν είχαν. Και κατά κάποιον τρόπο, όλοι νόμιζαν ότι ήσαν ευτυχισμένοι μαζί με τα δυο παιδιά τους.

Στην καρδιά όμως του συζύγου υπήρχε πολλή πίκρα, γιατί η γυναίκα του όχι μόνον ήταν αδιάφορη για την θρησκευτική ζωή, αλλά, θα μπορούσε να την πη κανείς, άθεη. Ούτε τον σταυρό της δεν έκανε! Στην Εκκλησία ζήτημα είναι αν πήγαινε μια φορά τον χρόνο, εν αντιθέσει με τον σύζυγό της που εκκλησιαζόταν κάθε Κυριακή. Επιπλέον δε, προς μεγάλη θλίψη του συζύγου της, δεν ήθελε επ’ ουδενί να κάνει άλλο παιδί, και ποτέ δεν κατάλαβε αυτός ο καημένος ότι είχε κάνει δύο εκτρώσεις.

Αλλά και τα δυο παιδάκια που είχε, μήπως τα μεγάλωνε σωστά; Χαρτιά, φιγούρες χορού και αδιάκριτη χρήση τηλεοράσεως και internet. Γι’ αυτό και είχαν καταντήσει γκρινιάρικα, νευρικά, φιλόνικα, ατίθασα. Όσο για την γλώσσα και τους τρόπους τους; Ξεπερνούσαν τα όρια της θρασύτητας.

Ο άνδρας της μέρα-νύχτα παρακαλούσε τον Θεό να την φωτίσει, να της δώσει σύνεσι, για να προλάβει τον κατήφορο των παιδιών που ήδη είχε αρχίσει. Στις παρεμβάσεις του ή στις σοφές του συμβουλές, η γυναίκα του επαναστατούσε. Κι αυτός ήταν πολύ μαλακός και πράος και υποχωρούσε, δυστυχώς, κι εκεί που δεν έπρεπε, με την ελπίδα ότι κάποτε θ’ αλλάξει.

Η δουλειά του ήταν πολύ σκληρή και απουσίαζε από το σπίτι όλη μέρα. Γύριζε μετά τις 10.00 το βράδυ. Τίμιος, εργατικός, ηθικός και σε άμεση σχέση με τα Μυστήρια της Εκκλησίας και τον αγώνα για πνευματική ζωή.

Έτσι πέρασαν 15 χρόνια, σκληρά και βασανιστικά γι’ αυτόν τον καλό πατέρα και σύζυγο, αλλά 15 χρόνια επιμόνων προσευχών και ελπίδος.

Και έφθασε η ώρα του Θεού! Κάθε καλοκαίρι συνήθιζαν να παραθερίζουν σ’ ένα χωριό έξω από την πόλη. Πήγαιναν εκεί με το ιδιωτικό τους αυτοκίνητο. Άρχισε να ρίχνει μια ψιλή βροχούλα. Σε μια στιγμή γλιστράει το αυτοκίνητο, αναποδογυρίζει και πέφτει μέσα σε μια χαράδρα. Όταν τους έβγαλαν απ’ εκεί, ένας μόνον ήταν ζωντανός: η μάνα! Τέσσερις μήνες στο νοσοκομείο. Και  βγαίνει σχεδόν παράλυτη στα πόδια.

Το δράμα της ήταν πολύ μεγάλο, γιατί δεν είχε μάθει να στηρίζεται στον Χριστό. Έκλαιγε, φώναζε, διαμαρτυρόταν! Στο μυαλό της γύριζε συνεχώς η σκέψη της αυτοκτονίας. Καμμιά από τις δήθεν φίλες της δεν ερχόταν να την δει. Μόνον μια φορά, τυπικά, για τα συλλυπητήρια. Και οι συγγενείς έρχονταν, αλλά από συμφέρον, για να την κληρονομήσουν και μάλιστα δεν το έκρυβαν. Είχε πολλή περιουσία. Κι όσο τα έβλεπε αυτά, τόσο πιο πολύ αισθανόταν την ερημιά της, την πνευματική της φτώχεια, αλλά και την αξία του ανδρός της.

Την τραγωδία της αυτή, όπως ήταν επόμενο, την πληροφορήθηκε ο Πνευματικός του συζύγου της, αν και κάπως καθυστερημένα. Άρχισε με τις επισκέψεις του σιγά-σιγά να μεταγγίζει στην καρδιά της την Χάρι του Χριστού, να σταλάζει την δική Του παρηγοριά. Και η καρδιά της, μαλακωμένη από τον πόνο, άρχισε ν’αναπνέει ευωδία Χριστού. Μια καινούργια πνευματική χαραυγή ξημέρωνε γι’ αυτήν.

Έπειτα από λίγο καιρό μονολογούσε τα εξής: «Ήταν ανάγκη να με βρει η συμφορά, για να μπορέσω να ξυπνήσω απ’ την ζωή της αμαρτίας: Έπρεπε να κάνω τον Θεό να βάλει στα πόδια μου συντρίμμια, για να με σταματήσει μπροστά στον γκρεμό; Είχε δίκαιο ο άνδρας μου. Χωρίς  Χριστόν τα πάντα είναι κενά, και κάτι παραπάνω: χάος!»

Ύστερα από λίγους μήνες αποκαταστάθηκε και η σωματική της υγεία. Υιοθέτησε τέσσερα ορφανά  παιδιά, από την Σερβία, για να μπορέσει να τους δώσει αυτά που στέρησε από τα δικά της παιδιά. Μαζί τους ζει τώρα κατά Θεόν, γιατί Αυτόν έχει βάλει πλέον κέντρο στην ζωή της. «ΟΛΑ για τον Θεό» συνηθίζει μάλιστα να λέγει, μέσα από συνεχή δάκρυα μετανοίας. 

Ο Θεός πάντα ευλογεί τη μετάνοια, χορηγεί τη συγγνώμη και ευδοκεί στην αλλαγή ζωής μέσα στην Εκκλησία Του. Αυτό ας μην το ξεχνάμε ποτέ.
του ενοριτη μος κ.Ν.Βοϊνέσκου

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

ΠΟΣΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ;


Οι νεοειδωλολάτρες προσπερνούν το θέμα τών εκ μέρους τους διωγμών των Χριστιανών ή το ελαχιστοποιούν τόσο, ώστε να θεωρείται ως θέμα ανάξιο λόγου. Όμως οι διωγμοί αυτοί δεν είναι μόνο ένα πελώριο στίγμα, αλλά και ένα έγκλημα ολκής, που βαρύνει ανεξίτηλα και μόνιμα τον εθνικό κόσμο.

Οι Χριστιανοί μάρτυρες των τριών πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού είναι αναρίθμητοι. Ο ιστορικός Ευσέβιος γράφει ότι είναι αδύνατο να διηγηθούμε με λόγια πόσους και ποιους Μάρτυρες αίματος έβλεπε κανείς με τα μάτια του μεταξύ εκείνων που κατοικούν σ’ όλες τις πόλεις και τις χώρες. Κατά τον Ιταλό αρχαιολόγο de Rossi,  αυθεντία στη μελέτη της ιστορίας των κατακομβών, «ο αριθμός των Μαρτύρων των οποίων τα ονόματα δεν διεσώθησαν, είναι πολύ μεγάλος». Κατά τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη ιστορικοί που ερεύνησαν με προσοχή τα Μηνολόγια και Συναξάρια της Εκκλησίας, υπολόγισαν τον αριθμό των Μαρτύρων σε «δέκα εκατομμύρια και εννιακόσιες πενήντα χιλιάδες (10.950.000)». Και συνεχίζει: «Εάν αυτοί διανεμηθώσι ισόμετρα εις τας 365 ημέρας του έτους, αναλογούν να εορτάζονται καθ’ εκάστην 30.000 Μάρτυρες»!

Προκειμένου δε ο ίδιος όσιος να δώσει ολοκληρωμένη ιδέα για το πότε και πως και από ποιους θανατώθηκαν τόσα πλήθη μαρτύρων, παρατηρεί ότι κατά των Χριστιανών έλαβαν χώρα «δέκα μεγάλοι και πικρότατοι διωγμοί: α) Επί Νέρωνος το 64 μ.Χ β) Επί Δομετιανού το 95 μ.Χ γ) Επί Τραϊανού το 111 μ.Χ. δ) Επί Αδριανού το 126 μ.Χ ε) Επί Αντωνίνου του Ευσεβούς και επί Αντωνίνου του Φιλοσόφου το 162 μ.Χ στ) Επί Σεπτιμίου Σεβήρου το 202 μ.Χ. ζ) Επί Μαξιμίνου 233 μ.Χ. η ) Επί Δεκίου το 250 μ.Χ  θ) Επί Ουαλλεριανού το 258 μ.Χ και ι) Επί Διοκλητιανού  και Μαξιμιλιανού το 302 μ.Χ.».

Η κατά των Χριστιανών μανία των εθνικών διωκτών ήταν, παρατηρεί ο όσιος Νικόδημος, τόση, ώστε οι διώκτες επιθυμούσαν «να έχουν μόνον ένα λαιμόν όλα τα πλήθη των Χριστιανών, ώστε με ένα μόνον κατέβασμα του ξίφους και της μαχαίρας να κόψουν αυτόν, και ούτως αφανίσουν αυτούς καθάπαξ (μια φορά για πάντα, ολωσδιόλου) εις μίαν στιγμήν»! Είναι χαρακτηριστικό ότι επί Τραϊανού οι ειδωλολάτρες στρατιώτες και οι δήμιοι είχαν τόσο πολύ αποκάμει στο να θανατώνουν τους Χριστιανούς, ώστε άναψαν δύο πολύ ευρύχωρα καμίνια. Και όταν αυτά είχαν πυρωθεί στον υπέρτατο βαθμό, εκδόθηκε βασιλική διαταγή που έλεγε: Όποιος Χριστιανός θέλει να δείξει ότι πιστεύει στον Χριστό και δεν προσκυνεί τα είδωλα, να ρίχνεται μόνος του στα πυρίφλεκτα καμίνια. Σ’ αυτά τα καμίνια έριξαν τους εαυτούς τους αναρρίθμητα πλήθη μαρτύρων.

Εξάλλου ο τελευταίος διώκτης, ο Διοκλητιανός, σε ένα μήνα θανάτωσε 17.000 Χριστιανούς. Και σε δέκα χρόνια θανάτωσε, μόνο στην Αίγυπτο, 144.000 και εξόρισε σε διάφορους τόπους 700.000. Ο ίδιος ειδωλολάτρης αυτοκράτορας εξέδωσε γενική διαταγή σ’ όλη την αυτοκρατορία του που έδινε απόλυτο δικαίωμα σε κάθε ειδωλολάτρη να θανατώνει κάθε Χριστιανό, όπου τον συναντήσει και με όποιον τρόπο θελήσει. Έγιναν δε τότε τόσοι πολλοί φόνοι, ώστε οι εθνικοί, νομίζοντας ότι έσβησαν πια εντελώς την πίστη του Χριστού, χάρασσαν πάνω σε μάρμαρα την επινίκια γραφή: «Η θρησκεία του Χριστού πανταχού εξηλείφθη»!...

Επί Μαξιμιανού (250-310 μ.Χ), επί της εποχής του οποίου γίνονταν και ανθρωποθυσίες, μαρτύρησαν εκτός των άλλων σε μια μέρα, δισμύριοι μάρτυρες  (20.000) στη Νικομήδεια το 304 μ.Χ. Κατακλείοντας το περί διωγμών κατά των Χριστιανών κεφάλαιο σημειώνουμε ότι σ’ όλη αυτή την περίοδο της σατανικής μανίας των ειδωλολατρών έλαμψε η αγάπη των Χριστιανών προς τους διώκτες τους και η θαυμαστή γενναιότητα τους. Γράφει ο ιστορικός Ευσέβιος: Οι Χριστιανοί μάρτυρες υπέμεναν γενναία τις κακοπάθειες που τους προκαλούσε σωρηδόν ο όχλος των ειδωλολατρών: τις ύβρεις, τις πληγές, τους συρμούς στο έδαφος, τους λιθοβολισμούς, τις ομαδικές φυλακίσεις και όλα όσα συνήθιζε να κάνει το εξαγριωμένο πλήθος σε εχθρούς και πολεμίους.

Ταυτόχρονα οι Χριστιανοί ενισχύονταν κατά την ώρα μεν του μαρτυρίου από την πανίσχυρη θεία Χάρη, ώστε να αφήνουν κατάπληκτους τους διώκτες και τους δημίους τους, αρκετοί από τους οποίους πίστευαν στον Χριστό και μαρτυρούσαν μαζί με τα ήδη πιστά μέλη της Εκκλησίας. Ενισχύονταν όμως και από τα θαύματα που ενεργούσε ο Κύριος Ιησούς, και ιδιαιτέρως μετά από τους άθλους των μαρτύρων, και ακόμα από τον τρόπο που τιμωρούσε ο Θεός τους διώκτες της Εκκλησίας Του. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος κατηγορώντας τον Ιουλιανό τον Παραβάτη του έλεγε ότι έπρεπε να διδαχθεί από τα παθήματα τών προ αυτού διωκτών. Όσοι τόλμησαν να διώξουν τους Χριστιανούς, του έλεγε, μετά από πολλές και αφόρητες συμφορές πέθαναν με τρόπο αισχρό και ελεεινό, ώστε του ενός μέν, ενώ ακόμη ζούσε, πετάχτηκαν οι κόρες των οφθαλμών προς τα έξω (αυτός ήταν ο Μαξιμίνος), άλλος παρεφρόνησε και άλλος έπαθε ανάλογη συμπεριφορά. Απ’ τους άρχοντες δε που ήσαν τότε μαζί με τον Ιουλιανό, ο μέν θείος από τον πατέρα του (ο ύπαρχος Ιουλιανός), που βεβήλωσε την Αγία Τράπεζα του ναού, τα δε ιερά σκεύη τα άπλωσε καταγής και κάθισε πάνω τους, τιμωρήθηκε αμέσως. Σάπισε και σκουλήκιασε, μέχρις ότου τα σκουλήκια τον οδήγησαν σε φρικτό θάνατο… Ένας άλλος, ο Φίλικας, που ενώ ήταν Χριστιανός, για ν’ αρέσει στον Ιουλιανό έγινε ειδωλολάτρης και υπηρετούσε στα βασιλικά θησαυροφυλάκια, πριν προλάβει να περάσει το κατώφλι των βασιλικών ανακτόρων, υπέστη ασταμάτητη γαστρορραγία και πέθανε.

Με όλα αυτά οι Χριστιανοί, δεν στερεώνονταν μόνο στην πίστη και στην αγάπη τους προς τον Χριστό παράλληλα βεβαιώνονταν ότι η ειδωλολατρία είναι, όπως έλεγε ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, το πρώτο και μεγαλύτερο από όλα τα κακά ή το χειρότερο και μεγαλύτερο από όλα τα κακά, αφού είναι η μετατόπιση της προσκυνήσεως από τον Δημιουργό στα δημιουργήματα. ΄Η όπως επαναλάμβανε ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, η «πλέον εσχάτη και μεγαλυτέρα αμαρτία και ανομία».

Για όλα αυτά οι σημερινοί αρχαιόθρησκοι και νεοειδωλολάτρες έπρεπε να γεμίζουν από ντροπή και να σιωπούν. Και όχι να υβρίζουν την Εκκλησία του Χριστού.

Από το βιβλίο: «Νεοειδωλολατρία» του Νικ.Π.Βασιλειάδη».

Ἡ βδέλλα καὶ οἱ τέσσερις θυγατέρες της


Ἡ βδέλλα εἶναι εἶδος σκουληκιοῦ ποὺ ζεῖ στὰ γλυκὰ νερά, σὲ ἕλη καὶ λίμνες. Ἔχει λεῖο σῶμα, πλατὺ καὶ εὐέλικτο. Στὸ στόμα της ἔχει τρεῖς σειρὲς ἀπὸ δόντια μὲ τὰ ὁποῖα κολλάει πάνω στὸ δέρμα τοῦ ἀνθρώπου ἢ τοῦ ζώου καὶ ρουφᾶ τὸ αἷμα του. Ἔτσι τρέφεται καὶ αὐξάνεται. Τὸ αἷμα ποὺ ρουφάει μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ πέντε φορὲς περισσότερο ἀπὸ τὸν ὄγκο τοῦ σώματός της.

Τὸ παράδειγμα τῆς βδέλλας χρησιμοποιεῖ ὁ σοφὸς Σολομὼν στὶς «Παροιμίες» του γιὰ νὰ μᾶς διδάξει: «Τῇ βδέλλῃ τρεῖς θυγατέρες ἦσαν ἀγαπήσει ἀγαπώμεναι καὶ αἱ τρεῖς οὐκ ἐνεπίμπλασαν αὐτήν, καὶ ἡ τετάρτη οὐκ ἠρκέσθη εἰπεῖν ἱκανόν» (Παρ. λ΄ [30] 15). Ἡ βδέλλα, λέει, εἶχε τρεῖς κόρες, ποὺ τὶς ἀγαποῦσε ὑπερβολικά. Καὶ οἱ τρεῖς τους δὲν χόρταιναν τὴν ἄπληστη μητέρα τους μὲ τὸ νὰ ρουφοῦν αἷμα. Καὶ ἡ τέταρτη δὲν μπόρεσε νὰ χορτάσει καὶ νὰ πεῖ: φθάνει, ἀρκετὸ εἶναι τὸ αἷμα ποὺ ρούφηξα.

Παρομοιάζεται ἐδῶ μὲ βδέλλα ἡ ἁ­μαρτία. Ἡ παρομοίωση αὐτὴ θέλει νὰ δείξει πόσο ἄπληστη εἶναι ἡ ἁμαρτία, καθὼς ἐκδηλώνεται μὲ τὰ διάφορα πάθη, μάλιστα μὲ τὴ φιλαργυρία, τὴ γαστριμαργία, τὴ φιλοδοξία καὶ τὴ φιληδονία. Ὅπως οἱ θυγατέρες τῆς βδέλλας, ὅσο ρουφοῦν τὸ αἷμα, τόσο περισσότερο ζητοῦν νὰ πιοῦν καὶ δὲν φαίνεται ποτὲ νὰ χορταίνουν, ποτὲ δὲν λένε στὴ μητέρα τους «ἱκανόν», δηλαδή· φθάνει, δὲν μπορῶ ἄλλο νὰ πιῶ, ἔτσι καὶ τὰ πάθη τῆς ἁμαρτίας. Ὅσο περισσότερο κάποιος τὰ ἱκανοποιεῖ, τόσο ἀπαιτητικότερα γίνονται αὐτά.

Δίνει καὶ ἄλλα χαρακτηριστικὰ παραδείγματα τὸ ἱερὸ κείμενο στὴ συνέχεια, γιὰ νὰ καταδείξει τὴν ἄπληστη μανία μὲ τὴν ὁποία ὁ ἁμαρτωλὸς δουλεύει στὰ πάθη του. Μοιάζει, λέει, μὲ τὸν Ἅδη ποὺ ποτὲ δὲν χορταίνει. Ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ὁ Ἅδης, ὁ θάνατος, πόσα ἑκατομμύρια, πόσα δισεκατομμύρια ἀνθρώπων ἔχει καταπιεῖ! Δὲν χορταίνει ὅμως. Δὲν σταματᾶ. Συνεχίζει ἄπληστα νὰ καταβροχθίζει τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ὅλοι εἴμαστε θνητοί. Εἶναι ἀκόμη τὰ πάθη τῆς σάρκας, ποὺ ἐξάπτουν τὴ φαντασία, ζαλίζουν τὸ νοῦ καὶ ὁδηγοῦν σὲ πράξεις αἰσχρὲς καὶ ἀνήθικες. Εἶναι ἡ γῆ, ποὺ δὲν χορταίνει ποτὲ ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς βροχῆς καὶ πάντοτε λαίμαργα τὸ πίνει, μάλιστα στοὺς καιροὺς τῆς ἀνομβρίας. Εἶναι ἡ θάλασσα, ποὺ διαρκῶς δέχεται τὴ βροχὴ καὶ τὰ νερὰ τῶν ποταμῶν καὶ ποτὲ δὲν γεμίζει. Εἶναι ἡ φωτιά, ποὺ καθὼς ρίχνουμε εὔφλεκτα ὑλικά, δυνα­μώνουν οἱ φλόγες της, φουντώνουν, καὶ ὅσα κι ἂν ρίξουμε, ὅλα θὰ τὰ κατακαύσει. Ἡ θάλασσα καὶ ἡ φωτιὰ «οὐ μὴ εἴπωσιν· ἀρκεῖ», ποτὲ δὲν θὰ ποῦν ὅτι τὸ νερὸ ἢ τὰ εὔφλεκτα ὑλικὰ ποὺ δέχθηκαν εἶναι ἀρκετά (βλ. Παρ. λ΄ [30] 16).

Ὅλα αὐτὰ μοιάζουν μὲ ἀχόρταγες βδέλλες. Ὅλα φανερώνουν τὴν ἀνικανοποίητη μανία, μὲ τὴν ὁποία μᾶς πολεμοῦν τὰ διάφορα πάθη τῆς ψυχῆς. Ποτὲ δὲν χορταίνουν, ποτὲ δὲν ἠρεμοῦν. Πάν­τοτε ἀπαιτοῦν, ὁλοένα καὶ περισσότερα ἀπαιτοῦν.

Ὑπῆρξε ποτὲ κάποιος φιλάργυρος ποὺ ἔκανε περιουσία μεγάλη, ποὺ συγ­κέντρωσε πλούτη πολλὰ καὶ εἶπε «ἱκανόν», φθάνει, μέχρις ἐδῶ καὶ ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ἀρχίζω τὶς ἐλεημοσύνες; Ὅσο παραμένει φιλάργυρος, τόσο περισσότερα ζητᾶ καὶ ποτὲ δὲν ἱκανοποιεῖται.

Ὑπῆρξε ποτὲ κάποιος γαστρίμαργος ποὺ ἔφθασε νὰ πεῖ «ἀρκεῖ», ἀπὸ ἐδῶ καὶ μπρὸς ἀρχίζω δίαιτα; Ὅσο δουλεύει στὸ πάθος, ὅσο τὸ ἱκανοποιεῖ, τόσο περισσότερο αὐτὸ τὸν δένει μὲ τὶς ἁλυσίδες του καὶ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ ἐλευθερωθεῖ.

Ὑπῆρξε φιλόδοξος ἄνθρωπος ποὺ εἶ­πε νὰ παραδώσει τὴν ἐξουσία, νὰ παραχωρήσει τὶς ὑψηλὲς θέσεις σὲ ἄλλους καὶ αὐτὸς νὰ ζήσει πλέον ταπεινὰ στὴν ἀφάνεια; Ὅσο ἡ φιλοδοξία κυριαρχεῖ στὴν ψυχή του, θὰ ἀρρωσταίνει, θὰ πεθαίνει καὶ θὰ θέλει νὰ πάει μὲ τὰ σκῆπτρα στὸν τάφο του.

Ὑπῆρξε ἄνθρωπος φιλήδονος, σαρκικός, ποὺ ἀποφάσισε νὰ ζήσει μὲ ἁγνότητα; Γερνάει, εἶναι ἕτοιμος νὰ φύγει ἀπὸ τὴ ζωή, καὶ ὅμως σκέπτεται ὅπως οἱ ἐπιπόλαιοι νέοι ποὺ κυριαρχοῦνται ἀπὸ τὰ πάθη αὐτά. Διότι ὅταν τὰ πάθη δὲν πολεμοῦνται, συγγηράσκουν μὲ τὸν ἄνθρωπο, ριζώνουν καὶ τὸν ταλαιπωροῦν μέχρι νὰ βγεῖ ἡ ψυχή του.

Ἀχόρταγα, λαίμαργα τὰ πάθη ποὺ πολεμοῦν τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο. Μπορεῖ νὰ προσφέρουν μιὰ ἐλάχιστη πρόσ­καιρη ἱκανοποίηση, ἀλλὰ τὴν ψυχὴ δὲν τὴν ἱκανοποιοῦν βαθύτερα, δὲν τὴν χορ­­ταίνουν. Ἡ ψυχὴ δὲν χορταίνει, ὅταν χορταίνει ἡ κοιλιά. Ἡ ψυχὴ δὲν μπορεῖ νὰ χαρεῖ, ὅταν ἁμαρτωλὰ ἱκανοποιεῖται ἡ σάρκα. Ἡ ψυχὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀναπαυθεῖ στὴ μάταιη δόξα τοῦ κόσμου καὶ νὰ αἰσθανθεῖ ἀσφαλὴς μέσα στὰ πρόσκαιρα ὑλικὰ πλούτη, ποὺ σήμερα ὑπάρχουν καὶ αὔριο χάνονται σὰν τὸν καπνό.

Ὅσο δὲν τὸ καταλαβαίνουμε αὐτό, τόσο νιώθουμε ὅτι εἴμαστε ἀνικανοποίητοι γιατὶ δὲν ἀποκτήσαμε, δὲν ἀπολαύσαμε, δὲν κερδίσαμε τὰ περισσότερα. Καὶ γι’ αὐτὸ νέοι ἀγῶνες, νέες προσπάθειες γιὰ τὸ πιὸ πολύ, ποὺ ὅμως εἶναι τὸ ὑλικό, τὸ σαρκικό, τὸ ἁμαρτωλό, τὸ παροδικὸ καὶ μάταιο. Καὶ νέα ἀπογοήτευση τῆς ψυχῆς, ποὺ οἱ βδέλλες τῶν παθῶν τῆς ρουφοῦν ὅλο καὶ περισσότερο τὸ αἷμα, τῆς στεροῦν τὴ δροσιά, τὴν στεγνώνουν ἀπὸ κάθε ἰκμάδα ζωῆς καὶ δὲν τὴν ἀφήνουν νὰ ἀναπνεύσει καὶ νὰ ἀπολαύσει τὴ χαρὰ γιὰ τὴν ὁποία εἶναι πλασμένη.

Μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ δώσει στὴν ψυχὴ αὐτὸ ποὺ βαθύτερα ἀναζητεῖ. Μόνο Αὐτὸς μπορεῖ νὰ ἱκανοποιήσει τοὺς ἀσίγαστους πόθους καὶ τὶς βαθιὲς ἐπιθυμίες της γιὰ ἀληθινὴ χαρὰ καὶ ἐλευθερία, γιὰ αἰώνια ζωὴ καὶ εὐτυχία. Μόνο Αὐτὸς μπορεῖ νὰ τὴν λυτρώσει ἀπὸ τὰ πάθη της καὶ νὰ τὴν ὁδηγήσει στὴν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος τῆς ζωῆς.

ΑΝ..........

Αν δεν ήσουν πανταχού παρών πως θα μ’ έβρισκες   την ώρα που από παντού θα με είχαν αποδιώξει; Αν δεν ήσουν παντοδύναμος, πως θα με βο...