Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Διδακτική ιστορία: Η ξεχειλισμένη κούπα


Στη διδακτική μας ιστορία, ένας πολυάσχολος άνθρωπος του καιρού μας, αποφάσισε κάποτε να επισκεφθεί ένανάγιο ερημίτη.

Ήθελε να ηρεμήσει λίγο από το άγχος που τον βασάνιζε. Και να ζητήσει τις συμβουλές του γέροντα.

Τον συνάντησε σε μια φτωχική καλύβα.

– Ευλογείτε, είπε χαιρετώντας τον ερημίτη. Ξέρετε, έκανα πολύ δρόμο για να έλθω εδώ . . .

– Κάθισε, τον διέκοψε ο γέροντας. Άσε με να σου βάλω λίγο τσάι.

– Έχω περάσει πολλά χρόνια σπουδάζοντας σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού … , άρχισε να αυτοσυστήνεται ο επισκέπτης.

– Ας πιούμε πρώτα λίγο τσάι, επέμεινε ο γέροντας.

– Τώρα διευθύνω μια μεγάλη επιχείρηση … , συνέχισε να περιαυτολογεί ο ξένος.

– Πιστεύω ότι το τσάι θα σας αρέσει πολύ, είπε ο ερημίτης συνεχίζοντας να γεμίζει την κούπα του επισκέπτη του.

– Μα εσείς την ξεχειλήσατε, πάτερ· το τσάι χύνεται απ’ έξω! παρατήρησε ενοχλημένος ο ξένος.

– Κι εσύ μοιάζεις μ’ αυτήν την ξεχειλισμένη κούπα! απάντησε τότε ο σοφός γέροντας. Αν δεν αδειάσεις, ευλογημένε, έστω λίγα από αυτά που κουβαλάς, πώς θα αφήσεις να στάξει μέσα σου κάτι από τα λίγα πράγματα πού ξέρω.

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Τo Βυζάντιο μετά την άλωση. Η Εκκλησία ως επιβίωση του Βυζαντίου, Ι.Μπάκα Λέκτορας ΑΠΘ


Ἡ Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης τὸ 1453 ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς ἔβαλε τέλος στὴ ζωὴ τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ὡς κρατικῆς πολιτειακῆς ὀντότητας. Ἡ Ἅλωση τῆς Πόλης, παρὰ τὸ ὅτι βιώθηκε ὡς κατακλυσμιαῖο γεγονὸς ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους, δὲν ὁδήγησε ὡστόσο στὴ διακοπὴ τῆς βυζαντινῆς ἱστορικῆς καὶ πολιτιστικῆς τους παράδοσης. Τὸ τραγικὸ αὐτὸ γεγονὸς ἀποτέλεσε τὴν ἀρχὴ γιὰ ἕνα νέο κεφάλαιο στὴν ἱστορία τῶν ὀρθοδόξων, ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἐπιβίωση τῆς βυζαντινῆς κληρονομιᾶς στοὺς ὑπόδουλους Ρωμηούς.

Στὶς τουρκοκρατούμενες περιοχὲς ἡ ὑποδούλωση σὲ ἕναν κατακτητὴ μὲ ἄλλη θρησκεία εὐνόησε περισσότερο τὴν προσήλωση στὴ βυζαντινὴ παράδοση. Μετὰ τὴν Ἅλωση καὶ τὴν ἔλλειψη ἀπὸ τὸ προσκήνιο τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορα, ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δύο στύλους τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ἀπέμεινε ὁ δεύτερος, δηλαδὴ ὁ Πατριάρχης, ὁ ὁποῖος, μὲ τὴ συγκατάθεση καὶ τῆς ὀθωμανικῆς ἐξουσίας διεύρυνε τὸν κύκλο τῶν ἁρμοδιοτήτων του, ἀποκτῶντας ἐκτὸς ἀπὸ τὶς πνευματικὲς καὶ δικαιοδοτικὲς καὶ νομοθετικές. Ἡ Ἐκκλησία, κατὰ τὸν Π. Κονόρτα, ἀναδείχτηκε συνεπῶς σὲ σημαντικὸ παράγοντα κοινωνικῆς καὶ ἐκπαιδευτικῆς πρόνοιας καὶ διαμόρφωσης συλλογικῆς συνείδησης, ἀπαραίτητης γιὰ τὴ συνοχὴ τῆς μεταβυζαντινῆς κοινωνίας. Σύμφωνα μὲ τὸν π. Γ. Μεταλληνό: τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κράτησε ὡς ἔμβλημά του τὸ Δικέφαλο, τὸ σύμβολο τῆς Ρωμαίικης Αὐτοκρατορίας, δὲν ἦταν ἁπλὸς τύπος, γιατί ἀνταποκρινόταν στὰ πράγματα. Μετὰ τὴν Ἅλωση ὁ Πατριάρχης κληρονόμησε μαζὶ μὲ τὰ σύμβολα καὶ τὰ προνόμια τοῦ βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα καὶ τὸ ἔμβλημα τοῦ δικέφαλου ἀετοῦ, τὸ ὁποῖο μεταβλήθηκε ἔκτοτε σὲ ἐκκλησιαστικὸ ἔμβλημα. Ἡ Ἐκκλησία τὸ υἱοθέτησε καὶ τὸ διατήρησε στὶς σφραγῖδες της, στὰ τέμπλα καὶ τὰ δάπεδα τῶν ναῶν, στὰ ἄμφια τῶν ἀρχιερέων.

Ἱ. Ναὸς Zωοδόχου Πηγῆς Μπαλουκλί, Κωνσταντινούπολη. Τὸ Ἁγίασμα στὴν μαρμαρόκτιστη πηγή στὸν ὑπόγειο Ναό.

Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἐνδυόμενος καὶ τὸν αὐτοκρατορικὸ μανδύα γινόταν παράλληλα καὶ συνεχιστὴς τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐξουσίας τὴν ὁποία εἶχε κληρονομήσει. Ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διατήρησε ἔτσι τὴν πολιτικὴ ἐξουσία τοῦ Βυζαντίου. Δὲν εἶναι δὲ ὑπερβολὴ νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἀπὸ πνευματικὸς καθοδηγητής, μετεξελίχθηκε οὐσιαστικὰ σὲ πολιτικὸ ἡγέτη τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν. Τὸ Πατριαρχεῖο θύμιζε στοὺς ὀρθοδόξους τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας τὴ βασιλεία τῶν Ἐώων Ρωμαίων ποὺ χάθηκε μὲ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλης, καθὼς ἦταν ὁ μόνος θεσμὸς τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ποὺ διασώθηκε μετὰ τὸ 1453. Σύμφωνα μὲ τὸν Ρουμάνο ἱστορικὸ καὶ πολιτικὸ Ν. Jorga ἔχουμε ἔτσι τὴν ἐμφάνιση ἑνὸς «Βυζαντίου μετὰ τὸ Βυζάντιο». Μετὰ τὴν Ἅλωση, ἡ Ἐκκλησία, κατὰ τὸν Μέγεντορφ, διατηρήθηκε ὡς ἡ κοινότητα ὅλων τῶν ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι βρέθηκαν κάτω ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴ κυριαρχία συγκεντρώνοντας πολλὰ ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικά τοῦ βυζαντινοῦ παρελθόντος. Ὁ Πατριάρχης τέθηκε ὡς ἐπικεφαλῆς τοῦ γένους τῶν Ρωμηῶν ραγιάδων (millet), ὑπεύθυνος γι΄ αὐτοὺς ἔναντι τῆς ὀθωμανικῆς ἐξουσίας.

Ταυτόχρονα ὅμως ὑπεύθυνος γιὰ τὴ διατήρηση τῆς πίστης, τὴν ἐπιβίωση τοῦ ποιμνίου του καὶ τὴ διαφύλαξη τῆς ὀρθόδοξης βυζαντινῆς παράδοσης. Ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ ἐνίσχυσε τὴ θεσμικὴ ἰσχὺ τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη. Ἡ διατήρηση τῆς βυζαντινῆς μνήμης συνιστοῦσε γιὰ τὴν Ἐκκλησία αὐτονόητο γεγονὸς, ἀλλὰ καὶ συνειδητὴ ἐπιδίωξη γιὰ τὴν προστασία τοῦ ποιμνίου της. Ὁ Πατριάρχης Μάξιμος Γ΄ μάλιστα ἔγραψε στὸ Δόγη τῆς Βενετίας τὸ 1480: «Ὑπὲρ τῆς πίστεως αὐτῆς καὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως μὴ ἑξαλειφθείη ἀπὸ τῶν μερῶν τούτων ἀγωνιζόμεθα καὶ καθ΄ ἑκάστην μαρτυρικὴν ἀνύομεν ὁδόν…» Τὰ βυζαντινὰ πρότυπα κάλυψαν σχεδὸν ὅλες τὶς ἐκφάνσεις ζωῆς καὶ λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας στὸ νέο περιβάλλον ποὺ διαμορφώθηκε μετὰ τὴν Ἅλωση. Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελοῦσε ὄχι μόνο χῶρο πίστης, ἀλλὰ κυρίως τόπο κοινωνικῆς συνοχῆς.

Γύρω της συσπειρώνονταν οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ σὲ ὅλη τὴν ὀθωμανικὴ ἐπικράτεια. Ἡ ἐκκλησιαστική τους ὀργάνωση, ποὺ ἔμεινε ἄθικτη ἀπὸ τὸν κατακτητή, μπορεῖ νὰ διευκόλυνε τὸν ἔλεγχο καὶ τὴ διοίκηση τῶν χριστιανῶν  ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴ ἐξουσία, ἐξασφάλιζε ὅμως στοὺς ὑπόδουλους ὀρθόδοξους πληθυσμοὺς καὶ μία πολύτιμη δυνατότητα συνοχῆς καὶ αὐτοδιοίκησης. Οἱ χριστιανικοὶ πληθυσμοὶ ἀπέβλεπαν πρὸς τὸν ἀνώτατο θρησκευτικό τους ἡγέτη, τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, μὲ ἐμπιστοσύνη, σεβασμὸ καὶ δέος, καθὼς ἐνσάρκωνε τὴ συνέχεια τοῦ χριστιανικοῦ βασιλείου καὶ τὴν ἐλπίδα γιὰ τὴν ἀνάστασή του. Τὸ Πατριαρχεῖο, τὴν ἐποχὴ ποὺ οἱ Ὀθωμανοὶ ἐξαπλώνονταν καὶ ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία διείσδυε στὶς περιοχὲς δικαιοδοσίας του, ἐπιθυμοῦσε τὴν ἑνότητα τῆς ἐπικράτειάς του γιὰ λόγους ἰδεολογικοὺς καὶ οἰκονομικοὺς καὶ προωθοῦσε τὴν ἀνασύσταση τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ Ἐκκλησία προβαλλόταν ὡς ἡ μόνη πολιτικὴ προοπτική, ἀκόμα καὶ μετὰ τὴν Ἅλωση. Ὁ Ν. Jorga ἐπισημαίνει τὴ μεγάλη συνεισφορὰ τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ στὸ δυτικὸ κόσμο, ἰδίως μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς. Τὸ Βυζάντιο ἐπέζησε μέσῳ τῶν ἀνθρώπων του καὶ κυρίως τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοὶ συνέχισαν τὶς ἰδέες, τὶς φιλοδοξίες, τὴν ἐκπαίδευση, τὴν πίστη καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τῶν Βυζαντινῶν. Ἡ αὐτοκρατορία μπορεῖ νὰ χάθηκε ὡς πολιτειακὴ ὀντότητα ἀλλὰ παρέμεινε ὡς πολιτισμὸς καὶ Ἐκκλησία, Οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία, ἔχοντας ὡς ἐπικεφαλῆς τὸν Πατριάρχη, κράτησε ἀνόθευτη τὴ βυζαντινὴ ὀρθόδοξη παράδοση μέσα στὸν κυκεῶνα τῆς μεταβυζαντινῆς πραγματικότητας· μὲ τὸν Πατριάρχη ἔτσι, τὴν «ἔμψυχο εἰκόνα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ», νὰ παραμένει καὶ νὰ ἀποφασίζει μαζὶ μὲ τὴ Σύνοδό του, στὴ θέση τοῦ ἐκλιπόντος αὐτοκράτορα γιὰ τὶς τύχες Ἐκκλησίας.

Γιὰ τὸν ὀρθόδοξο λαό, τὸ Βυζάντιο συνέχισε νὰ ἀποτελεῖ τὴν ἀναφορὰ τῆς καταγωγῆς του. Ὁ J.Cobhouse σημειώνει τὸ 1813: «Ὅλες τους οἱ ἐλπίδες στρέφονται στὴν ἀνασύσταση τοῦ βυζαντινοῦ τους βασιλείου. Κάτω ἀπὸ τὸν ζυγὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας τὸ Πατριαρχεῖο ἀναγκάζεται νὰ ἀναλάβει γιὰ πρώτη φορὰ διοικητικὰ καθήκοντα, μὲ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη ἐκπρόσωπο ἑνὸς γένους πολιτῶν…». Τὸ Γένος τῶν Ρωμηῶν ἰσορροπεῖ ἔτσι, ἀνάμεσα στὴν παραδοσιακὰ βυζαντινὴ καὶ στὴ νέα ἑλληνική του συνείδηση, ἀνάμεσα στὴν οἰκουμενικότητα τοῦ προορισμοῦ του καὶ στὸν ἀναδυόμενο ἐθνικισμό, ἀνάμεσα στὴν ὀρθόδοξη θεολογική του παράδοση καὶ στὸ δογματικὸ σχολαστικισμὸ τῶν Δυτικῶν, ἀνάμεσα τέλος στὸν σεβασμὸ ποὺ πάντοτε ἐνέπνεε καὶ στὸν ἀντικληρικαλισμὸ τοῦ Διαφωτισμοῦ. Ὅπως σημειώνει ὁ Σ. Ράνσιμαν: Ὁ πατριάρχης Γεννάδιος κλήθηκε νὰ ἑνώσει τὴν Ἐκκλησία τοῦ λαοῦ του καὶ νὰ δώσει μίαν Αὐλὴ στὴν ὁποία διατηρεῖται ἡ παλαιὰ δραματικότητα τῆς αὐτοκρατορικῆς ἐθιμοτυπίας μέσα στὸ σκοτάδι, ὥσπου νὰ ἔρθει πάλι ἡ αὐγὴ καὶ τὸ Βυζάντιο νὰ ἀναγεννηθεῖ σὰν τὸν Φοίνικα… Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἁρμοδιότητες, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀσκοῦσε καὶ εὐρύτερες λειτουργίες, σημαντικότερη τῶν ὁποίων ἦταν ἡ ὀργάνωση τῆς ἐκπαίδευσης.

Ὁ ἀπαγχονισμὸς τοῦ ἱερομάρτυρα Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Στ΄ (1813 – 1818).

Ὁ ἑκάστοτε Πατριάρχης ὡς μιλλέτμπασης (Ἐθνάρχης) τῶν χριστιανῶν ὀρθοδόξων εἶχε ὡς σταθερὸ στόχο τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ διεύρυνση τῶν ἐξουσιῶν του, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ θεωρεῖται ὅτι ὑποκαθιστοῦσε τὸν Βυζαντινὸ αὐτοκράτορα στὶς νομοθετικές, δικαστικὲς καὶ οἰκονομικὲς δικαιοδοσίες του. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πτριαρχεῖο, ὡς θεσμὸς στὰ πλαίσια τοῦ ὀθωμανικοῦ συστήματος τῶν ἐθνικῶν κοινοτήτων, ὑπῆρξε ὁ ἀποκλειστικὸς διαχειριστὴς τῶν ἐκπαιδευτικῶν πραγμάτων. Ὁ Πατριάρχης, μὲ τὴ συνεχῆ διεύρυνση τῶν ἁρμοδιοτήτων του, καθίσταται ὁ πολιτικὸς ἡγέτης τῶν ὑπόδουλων ὀρθοδόξων Ρωμηῶν. Ἡ ἰδιαίτερη αἴγλη τοῦ πατριαρχικοῦ ἀξιώματος, κατὰ τὴν ὀθωμανικὴ περίοδο, ἐξηγεῖται ἀπὸ τὶς ἰδιαίτερες συνθῆκες οἱ ὁποῖες δημιουργήθηκαν μετὰ τὴν Ἅλωση καὶ οἱ ὁποῖες ἐξύψωσαν πολὺ τὸ κῦρος του. Συνεπῶς, ἦταν ἑπόμενο ἡ ἁρμοδιότητα ποὺ τοῦ παρεῖχε ἄλλοτε τὸ ρωμαϊκὸ δίκαιο, σὲ ζητήματα ἀστικοῦ δικαίου, ἄμεσα ἢ ἔμμεσα συνδεόμενα μὲ τὸν θρησκευτικὸ βίο, ὄχι μόνο νὰ διατηρηθεῖ, ἀλλὰ καὶ νὰ αὐξηθεῖ. Δὲν ἦταν πιὰ μόνο ὁ ἀνώτατος ἐκκλησιαστικὸς καὶ πολιτικὸς ἀρχηγός, ἀλλὰ καὶ ὁ προστάτης τῶν χριστιανῶν καὶ ὁ κριτὴς ὅλων τῶν ζητημάτων, ποὺ δὲν ὑπάγονταν ἀπ’ εὐθείας στὴν δικαιοδοσία τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους, δηλαδὴ ὑποθέσεων γάμων, διαζυγίων, κληροδοτημάτων, διαθηκῶν, καθὼς καὶ διαφόρων ἄλλων, ποὺ προκαλοῦνταν ἀπὸ τὶς καθημερινὲς ἀνάγκες. Ἔτσι ἡ πραγματικὴ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη ἁπλώθηκε σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τοῦ βίου τῶν ὀρθοδόξων Ρωμηῶν. Ἀποτέλεσμα τῆς παραπάνω ἐξέλιξης ἦταν νὰ ἀποκτήσει ὁ Πατριάρχης μεγαλύτερο κῦρος καὶ γόητρο ἀπέναντι στὸ ποίμνιό του.

Ἕως τὸν 17ο αἰῶνα, ὁ ἑλληνισμὸς παραμένει κατ’ ἐξοχὴν βυζαντινός, ἐνῷ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς ὁ μόνος θεσμὸς τοῦ παρελθόντος ποὺ ἐπιβιώνει στὶς νέες συνθῆκες, συνέχει τοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς λοιποὺς ὀρθοδόξους τῶν Βαλκανίων. Γι’ αὐτὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο θὰ ἐπιφορτιστεῖ μὲ ἕναν εὐρύτερο ρόλο, ὡς ὁ ἀποκλειστικὸς ἐκφραστὴς τοῦ «γένους» τῶν Ἑλλήνων. Ὄχι μόνο θὰ ἀναλάβει τὴν παιδεία τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ θὰ ἐνδυθεῖ καὶ κοσμικὲς ἐξουσίες, στὸν τομέα τῆς διοίκησης ἢ τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας. Ἐπειδὴ τὸ χρονικὸ βάθος τῆς «βυζαντινῆς» διαδρομῆς τοῦ νεότερου ἑλληνισμοῦ εἶναι ἀρκετὰ μεγάλο, ἀπὸ 250 ἕως 450 χρόνια, ἡ ἑλληνικὴ ταυτότητα σφραγίζεται ἀπὸ τὶς ἐπιβιώσεις τοῦ Βυζαντίου σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τοῦ βίου τῶν Ἑλλήνων. Ὅπως μέσα στὸ Βυζάντιο γεννήθηκε ὁ νέος ἑλληνισμός, ἔτσι καὶ μέσα στὸ νέο ἑλληνισμὸ θὰ μπορούσαμε νὰ παρακο- λουθήσουμε τὴ συνεχῆ ἐπιβίωση τοῦ Βυζαντίου.

Ἡ ἑνιαία καὶ ἐκτεταμένη δικαιοδοσία τοῦ Πατριάρχη συντελοῦσε στὴν ψυχικὴ ἕνωση τῶν Ἑλλήνων τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας μὲ τοὺς ὁμοεθνεῖς τοῦ ἐξωτερικοῦ, κυρίως τῆς Βενετίας καὶ τῶν ἑλληνικῶν κτήσεών της, Κύπρου, Κρήτης καὶ Ἰόνιων νησιῶν. Ἡ βυζαντινὴ κληρονομιὰ καταδεικνύεται κυρίως στὸ λαϊκὸ ἐπίπεδο, τὶς παραδόσεις, τὶς συμπεριφορές, τὴν Ἐκκλησία, τὴν τέχνη, καὶ ἐκεῖ ἐγκαταβιώνει ριζωμένη στὴν καθημερινότητα τῶν χριστιανῶν ραγιάδων. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ κατώτερες τάξεις, ὁ λαϊκὸς κλῆρος, οἱ ὀρεσίβιοι, οἱ νησιῶτες, ὅσοι, δηλαδή, στὴν καθημερινή τους ζωή, ἔρχονται λιγότερο σὲ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ὀθωμανοὺς κατακτητές, θὰ διατηρήσουν σχεδὸν ἀλώβητη τὴ βυζαντινὴ παράδοση. Ἐπίσης, ἂν ἡ θρησκευτικὴ ζωὴ τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ τέχνη, ζωγραφική, μουσική παραμένει μέχρι σήμερα σφραγισμένη ἀπὸ τὸ Βυζάντιο, δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφεύγει πώς, ὁρισμένες δεκαετίες πρίν, ὁ ἀγροτικὸς κόσμος ζοῦσε, καλλιεργοῦσε καὶ διασκέδαζε μὲ μορφὲς παραπλήσιες, ἂν ὄχι ταυτόσημες, μὲ τοὺς Βυζαντινούς. Οὐσιαστικά, ἡ ἐθναρχοῦσα Ἐκκλησία καὶ ὁ ἐπικεφαλῆς της Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ἐπωμίστηκαν λοιπὸν ἐξ ὁλοκλήρου τὴ συνέχεια τῆς ρωμαίικης βυζαντινῆς παράδοσης στὰ ὀθωμανικὰ χρόνια, ὄχι μόνο σὲ ἐπίπεδο πνευματικὸ (πίστη, σωτηρία) ἢ πολιτιστικὸ (ἑλληνικὴ γλῶσσα, παιδεία, ἱστορικὴ μνήμη, ταυτότητα) ἀλλὰ καὶ πολιτικό. Δίκαια λοιπὸν ὀνομάστηκε ἀπὸ τὸ Ν. Jorga «Βυζάντιο μετὰ τὸ Βυζάντιο», διότι ἀκριβῶς ἀποτελοῦσε τὴ συνέχεια τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν πτώση της, τὸ 1453.
το βρηκα:enromiosini.gr

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Αντί για Wifi, δωρεάν βιβλία στην παραλία!


Την ώρα που οι περισσότεροι προσπαθούν να βρουν δωρεάν Wifi για να χαζεύουν στα κοινωνικά δίκτυα ενώ λιάζονται στην ξαπλώστρα, μια παρέα ανθρώπων στα παράλια της Λάρισας αποφάσισε να επιλέξει ένα διαφορετικό δρόμο. Να τους δώσει βιβλία και μάλιστα δωρεάν.

Στο Καστρί Λουτρό ο Εξωραϊστικός Σύλλογος της περιοχής προχώρησε σε μια πρωτοποριακή για τα τοπικά δεδομένα κίνηση, η οποία ήδη δείχνει πως έχει μεγάλη ανταπόκριση.

«Βλέπαμε συνεχώς νέους αλλά και ηλικιωμένους να μένουν για μεγάλο διάστημα στην περιοχή και θέλαμε να βρούμε έναν τρόπο για να συμβάλλουμε κι εμείς στο να τους κρατήσουμε το ενδιαφέρον αλλά και να παραμείνει ζωντανή η σχέση τους με τον τοπικό σύλλογο».

Ο πρόεδρος του Συλλόγου Γιώργος Σαπουντζής, ο ταμίας Κωνσταντίνος Σάββας που μιλάνε στην «Ε» όπως και όλα τα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ συμφώνησαν πως έπρεπε να δημιουργήσουν μια δανειστική βιβλιοθήκη. Ζήτησαν τη βοήθεια του Δήμου Τεμπών και του αντίστοιχου πολιτιστικού συλλόγου και αμέσως βρήκαν συμπαράσταση. Το είπαν στους κατοίκους και είδαν πως η ιδέα τους είχε επιτυχία.

«Μέχρι στιγμής μαζέψαμε 700 βιβλία και στόχος μας είναι να φτάσουμε στα χίλια» σημειώνουν και οι δύο στην «Ε».

Ήδη το Σαββατοκύριακο μέσα από μια σειρά εκδηλώσεων θα πραγματοποιηθούν τα εγκαίνια της βιβλιοθήκης, που ανεπίσημα ωστόσο έχει αρχίσει τη λειτουργία της και βρίσκεται στην πλατεία του Συλλόγου ή αλλιώς Πλατεία Ζαφείρη στο Καστρί Λουτρό.

Οι ενδιαφερόμενοι μέχρι και το τέλος του καλοκαιριού θα μπορούν από τις 10 το πρωί ως και τις 12 το μεσημέρι αλλά και από τις 6 το απόγευμα και για δύο ώρες να δανείζονται βιβλία όλων των ειδών. Λογοτεχνικά, μυθιστορήματα, εγκυκλοπαιδικά, επιστημονικά, ακόμα και ξενόγλωσσα. Ό,τι λαχταράει ο καθένας.

«Είναι γεγονός πως οι περισσότεροι στην παραλία ψάχνουν το ίντερνετ πλέον. Αυτό δεν είναι κακό» τονίζουν στην «Ε» τα μέλη του συλλόγου και υπογραμμίζουν πως «όμως το να ξοδεύουν τόσες ώρες κυρίως οι νέοι στην κοινωνική δικτύωση απλά και μόνο για να χαζεύουν είναι άδικο για τον χρόνο τους. Θα μπορούσαν να διαβάσουν ένα βιβλίο που δεν χρειάζεται να το πληρώσουν. Μπορούν να έρθουν σε εμάς και να τους το δώσουμε δωρεάν».

Όσον αφορά στο τι χρειάζεται για να δανειστεί κανείς ένα βιβλίο μας λένε «Τίποτα. Μόνο τον αριθμό του τηλεφώνου τους να μας δώσουν για να τους καλέσουμε αν περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα και έχουν ξεχαστεί».

Για να δημιουργηθεί αυτή η βιβλιοθήκη βρέθηκαν δεκάδες άνθρωποι που δάνεισαν τα βιβλία που είχαν στο σπίτι και τα είχαν διαβάσει. Γι’ αυτό τον λόγο οι άνθρωποι του συλλόγου θα φτιάξουν μια πινακίδα με τα ονόματα όλων αυτών με σκοπό να μείνει εκεί για πάντα, σε ένδειξη σεβασμού και αναγνώρισης για την κίνησή τους, όπως τονίζουν οι κ. Σαπουντζής και Σάββας.

Εν τω μεταξύ, από το Σάββατο 15 Ιουλίου στις 6 το απόγευμα ξεκινούν οι εκδηλώσεις για παιδιά στο Καστρί Λουτρό του Δήμου Τεμπών. Την ίδια ημέρα θα ακολουθήσει στις 9 το βράδυ φεστιβάλ Χορού με χορευτές από τη Ρουμανία, τη Σερβία, την Ουγγαρία, τη Φλώρινα και τη Λάρισα. Την Κυριακή 16 Ιουλίου στις 11 το πρωί θα πραγματοποιηθούν τα εγκαίνια της νέας βιβλιοθήκης, στις 12 το μεσημέρι θα λάβει χώρα έκθεση φωτογραφίας με θέμα "Καστρί 33 χρόνια". Την Κυριακή 30 Ιουλίου θα πραγματοποιηθεί γενική συνέλευση και βράβευση των Διοικητικών Συμβουλίων των 33 ετών. Ο Αύγουστος θα είναι αφιερωμένος στο βόλεϊ και στο ποδόσφαιρο καθώς θα διεξαχθεί πρωτάθλημα στην άμμο. Συνδιοργανωτές των εκδηλώσεων είναι η Περιφέρεια Θεσσαλίας και ο Δήμος Τεμπών.

Του Κώστα Γκιάστα
ΤΟ βρηκα:ελευθερια

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Γιατί με βάπτισαν χωρίς να με ρωτήσουν;

Τα ερωτήματα αυτά ακούγονται συχνά, προκαλώντας την ερώτηση: όταν το νήπιο είναι άρρωστο και χρειάζεται γιατρό, μήπως πρέπι πρώτα να το ρωτήσουμε για να τον φωνάξουμε;

Ή ακόμα θα μπορούσε κάποιος να ρωτήσει:

– Μήπως το φάρμακο που του δίνουμε του στερί την ελυθερία να επιλέξει αν θα γιατρευτεί;

– Ζητάμε προηγούμένως τη συγκατάθεσή του όταν θέλυμε να το εμβολιάσουμε;

– Καταστρέφουμε την ελευθερία του όταν του δίνουμε φαγητό ή όταν το ντύνουμε;

– Το ρωτάμε σε ποιά γλώσσα επιθυμεί να μιλά;

– Το ρωτάμε αν θέλει να πάει στο σχολείο;

Τη σωματική υγεία του παιδιού τη φροντίζουμε, χωρίς να το ρωτήσουμε.

Την πνευματική υγεία του δεν θα την αποκαταστήσουμε στην πρωταρχική της ωραιότητα. Είναι μικρότερης σημασίας η πνευματική του υγεία;

Όπως σε όλους τους τομείς της ζωής οι γονείς προσφέρουν στα παιδιά τους ό,τι καλύτερο μπορούν, έτσι είναι φυσικό για τους γονείς που είναι πιστοί οι ίδιοι να νιώσουν την ανάγκη το παιδί τους να γίνει σύντομα μέλος του σώματος του Χριστού. Να γεμίσει από το Άγιο Πνεύμα, έστω και αν η ώρα της Βάπτισης δεν είναι συνειδητή για αυτό.

Με το βάπτισμα το παιδί  «ἐγκεντρίζετε» (μπολιάζεται) κατά κάποιονν τρόπο , ενωσματώνεται μυστικά στο άχραντο σώμα του Χριστού, γίνεται επίσημα μέλος της Εκκλησίας και έχει το δικαίωμα συμμετοχής και στα υπόλοια Μυστήρια.

Τη σωτηρία και υπέροχη σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος, που παίρνει με το Βάπτισμα, τη γνωρίζουν οι άγγελοι και την τρέμουν οι  δαίμονες. Ώστε έτσι οι δαίμονες φεύγουν τρέχοντας από τον βαπτισμένο και οι άγγελοι το φρουρούν σα γνώριμο παιδί του Θεού

Το βάπτισμα το κάνουμε στα νήπια για να τα προφυλάξουμε από ένα μέγιστο κίνδυνο για να περιφρουρήσουμε την ελευθερία τους από τις μεθοδείες του διαβόλου.

Ο νηπιοβαπτισμός επομένως δεν εμποδίζει, αλλά εξασφαλίζει και διασφαλίζει την ουσιαστική ελευθερία. Το λουτρό του Βαπτίσματος σε συνδυασμό προς το Άγιο Χρίσμα, ενεργεί μια νέα γέννηση.

Γιατί, λοιπόν, πρέπει να αρνούμαστε στα παιδιά το δικαίωμα να έχουν από την αρχή της ζωής του τη ζωοποιό Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ως μέρος της ύπαρξής τους;

Αν καθώς μεγαλώνουν αποφασίσουν ότι δεν θέλουν πια το Άγιο Πνεύμα, ας το αρνηθούν, όπως κάνει καθένας που αρνείται το Θεό. Και ο Θεός αυτή την κίνηση τη σέβεαι και αφήνει αυτόν που Τον αρνείται.

Ἡ Βάπτιση μας καὶ γενικὰ ἡ σχέση μας μὲ τὸν Θεὸ δέν μᾶς δεσμεύει. Μήπως ἄλλωστε ζοῦμε ἂν δέν τὸ ἐπιλέξουμε καὶ ἐπιδιώξουμε ὅπως ταιριάζει σὲ βαπτισμένους Χριστιανούς; Ἑπομένως οὕτως ἢ ἄλλως διαλέγουμε. Ἂν κανεὶς θέλει νά ἀλλάξει πίστη, δέν δεσμεύεται ἀπὸ τὸ βάπτισμα. Τὸ βάπτισμα σῴζει τελικὰ ὅσους μὲ τὸν καθημερινὸ τους ἀγῶνα ἐνεργοποιοῦν τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού μένει ἀδιενέργητη στήν ψυχὴ του. Τὸ γεγονὸς τῆς ταύτισης τοῦ βαπτίσματος μὲ τὴν ἀναγεννήσῃ, δέν σημαίνει πώς τὸ βάπτισμα μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὸν προσωπικὸ ἀγῶνα γιά τή διατήρηση καὶ τὴν καρποφορία τοῦ πνευματικοῦ δώρου.

Τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, Ἀρχιεπισκόπου Ἱεροσολύμων, τὸν 4ο αἰῶνα, «πρὸς τοὺς φωτιζόμενους» μποροῦν νά λειτουργήσουν ἀφυπνιστικὰ καὶ στήν ἐποχὴ μας: «Δέν παίρνεις λοιπὸν ὄπλο φθαρτό, ἀλλὰ πνευματικό. Φυτεύεσαι στό νοητὸ Παράδεισο. Παίρνεις καινούργιο ὄνομα πού δέν τὸ εἶχες πρίν. Πρὶν ἀπὸ τὸ βάπτισμα ἤσουνα κατηχούμενος, ἐνῶ τώρα θά ὀνομαστεῖς πιστός. Ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μετατίθεσαι, περνᾶς στή δικαιοσύνη, ἀπὸ τὸ μόλυσμα στήν καθαρότητα… Αὐτὸ ὅμως δέν φτάνει…

Ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ φύτεμα καὶ τὸ πότισμα, καὶ δικό σου ἡ καρποφορία. Ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶναι νά σοῦ δώσει τή χάρη Του, ἐνῶ δικό σου νά τή δεχτεῖς καὶ νά τή διατηρήσεις.

Μὴν καταφρονεῖς τή Χάρη, ἐπειδὴ σοῦ δίνεται δωρεάν, ἀλλὰ δέξου τη καὶ συντήρησέ την, λειτουργώντας την μέσα στήν ὑπάρξή σου μὲ πραγματική εὐλάβεια».

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Κηφισίας, Αμαρουσίου και Ωρωπού

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Μία διδακτική ιστορία που άλλαξε την ζωή ενός μοναχού


Η ιστορία έχει ως εξής. Ο π. Μελχισεδέκ πριν πάρει το μεγάλο σχήμα, λεγόταν ηγούμενος Μιχαήλ και όπως όλοι οι ιερείς λειτουργούσε στο μοναστήρι. Ήταν ξυλουργός, ικανός και επιμελής.

Στους ναούς και στα κελιά των αδελφών υπάρχουν μπαούλα, αναλόγια, σκαλιστά προσκυνητάρια. καθίσματα, ντουλάπες και πολλά άλλα χρηστικά έπιπλα βγαλμένα από τα χέρια του. Δούλευε μάλιστα από νωρίς το πρωί μέχρι την νύχτα, προς μεγάλη χαρά τής διοίκησης της μονής.

Κάποτε, τού έδωσαν ευλογία να εκτελέσει για τη μονή μια μεγάλη ξυλουργική εργασία. Δούλευε αρκετούς μήνες, χωρίς σχεδόν να βγαίνει από το ξυλουργείο. Κι όταν τελείωσε, ένιωσε τόσο άσχημα που, όπως λένε οι αυτόπτες μάρτυρες, σωριάστηκε και έμεινε στον τόπο.

Από τις φωνές των ανθρώπων που ήταν μπροστά έτρεξαν αρκετοί μοναχοί, ανάμεσα τους και ο π. Ιωάννης (Κρεστιάνκιν). 0 π. Μιχαήλ δεν έδινε κανένα σημείο ζωής. Όλοι ήταν σκυμμένοι από πάνω του περίλυποι. Ξαφνικά ο π. Ιωάννης είπε: «Όχι, δεν είναι μακαρίτης. Θα ζήσει ακόμα!». Και άρχισε να προσεύχεται. Ακίνητος, ο ξαπλωμένος μοναχύς, άνοιξε τα μάτια του και ζωντάνεψε. Όλοι αμέσως σκέφτηκαν ότι κάτι τον είχε συνταράξει βαθιά. Αφού σύντομα συνήλθε, ο π. Μιχαήλ άρχισε να εκλιπαρεί να του φωνάξουν τον προεστώτα. Όταν εν τέλει ήρθε ο προεστώς. ο άρρωστος άρχισε με δάκρυα να ζητεί να του δώσουν το μεγάλο σχήμα.

Λένε ότι μόλις άκουσε αυτή την αυθαίρετη επιθυμία τού μοναχού, ο προεστώς τον νουθέτησε με τον δικό του ιδιαίτερο, τραχύ τρόπο, να σοβαρευτεί και να αναρρώσει σύντομα για να επιστρέψει στη δουλειά του, μια και δεν μπόρεσε να πεθάνει στ` αλήθεια.

Το επόμενο πρωί όμως. όπως λέει η ίδια μοναστική παράδοση, ο ίδιος ο προεστώς εμφανίστηκε στο κελί του π. Μιχαήλ απρόσκλητος και τού ανακοίνωσε, εμφανώς συγκλονισμένος, ότι θα λάβει σύντομα το μεγάλο σχήμα.

Αυτή η συμπεριφορά δεν ήταν καθoλου συνηθισμένη για τον τρομερό π. Γαβριήλ και προκάλεσε στην αδελφότητα ίδια έκπληξη με την ανάσταση του κεκοιμημένου. Στο μοναστήρι κυκλοφορούσε η φήμη ότι είχε εμφανιστεί το βράδυ στον προεστώτα ο άγιος προστάτης της Μονής των Σπηλαίων του Πσκωφ, Ιερομάρτυρας Ηγούμενος Κορνήλιος (τον οποίο είχε αποκεφαλίσει με το ίδιο του το χέρι ο Ιβάν ο Τρομερός τον 16° αιώνα) και διέταξε αυστηρά τον προεστώτα να εκπληρώσει χωρίς καθυστέρηση την παράκληση του μοναχού που είχε επιστρέψει από τον άλλο κόσμο.

Αυτό όμως. ξαναλέω, ήταν μια φήμη που κυκλοφορούσε. Όπως και να χει πάντως, σύντομα ο π. Μιχαήλ πήρε το μεγάλο σχήμα και μετονομάστηκε σε Μελχισεδέκ.

Ο γέροντας προεστώς έδωσε στο νέο μεγαλόσχημο το πολύ σπάνιο αυτό όνομα, προς τιμήν ενός αρχαίου και μυστηριώδους βιβλικού προφήτη. Για ποιο λόγο ο προεστώς τον ονόμασε ειδικά έτσι, παραμένει επίσης ένα μεγάλο μυστήριο, δεδομένου ότι ο ίδιος ο π. Γαβριήλ, τόσο κατά την κουρά, όσο και στα χρόνια που ακολούθησαν, δεν μπόρεσε ούτε μία φορά να προφέρει σωστά το πανάρχαιο όνομα -όσο κι αν πάλευε, το διαστρέβλωνε ανηλεώς. Και εξαιτίας αυτού, μάλιστα, του χάλαγε κάθε φορά η διάθεση, τόσο που εμείς οι δόκιμοι φοβόμασταν μη μας έρθει καμιά αδέσποτη…

Στο μοναστήρι ήξεραν ότι όση ώρα ήταν ο π. Μελχισεδέκ νεκρός, έζησε κάποια εμπειρία που τον επανέφερε στη ζωή άλλον άνθρωπο. Σε μερικούς κοντινούς του συνασκητές και πνευματικά παιδιά είχε διηγηθεί τι έζησε τότε. Αλλά ακόμα και οι απηχήσεις αυτής της διήγησης ήταν υπερβολικά ασυνήθιστες. Γι’ αυτό και, τόσο εγώ, όσο και οι φίλοι μου, θέλαμε να μάθουμε το μυστικό από τον ίδιο τον π. Μελχισεδέκ.

Και να που εκείνη τη νύχτα στο ναό του Αγίου Λαζάρου, πήρα το θάρρος πρώτη φορά να απευθυνθώ στον μεγαλόσχημο ηγούμενο και να τον ρωτήσω ακριβώς αυτό: τι είδε εκεί απ’ όπου συνήθως κανείς δεν επιστρέφει;

Ο π. Μελχισεδέκ άκουσε την ερώτηση μου κι έσκυψε το κεφάλι μπροστά στην Ωραία Πύλη σιωπηλός για πολλή ώρα. Εγώ κοκάλωσα. Μετάνιωνα που το θράσος μου με έσπρωξε να κάνω κάτι τόσο ασυγχώρητο. Στο τέλος όμως. ο μεγαλόσχημος μοναχός, με την αδύναμη από την αχρησία φωνή του, άρχισε να μιλάει.

Διηγήθηκε ότι είδε τον εαυτό του στη μέση ενός τεράστιου πράσινου χωραφιού.

Περπάτησε στο χωράφι χωρίς να ξέρει για πού, μέχρι που του έκλεισε τον δρόμο ένα τεράστιο χαντάκι. Εκεί. μέσα σε λάσπες και χώματα, είδε πλήθος μπαούλα, αναλόγια, προσκυνητάρια. Και υπήρχαν και χαλασμένα τραπέζια, σπασμένες καρέκλες, ντουλάπια. Ο μοναχός έριξε μια ματιά και διαπίστωσε έντρομος ότι ήταν τα αντικείμενα που είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια. Στεκόταν με δέος μπροστά στους καρπούς της μοναστικής του ζωής. Και ξαφνικά, ένιωσε κάποιον δίπλα του. Σήκωσε τα μάτια και είδε την Παναγία. Κοίταζε κι αυτή μελαγχολικά τις πολυετείς εργασίες του καλόγερου.

Μετά του είπε:

«Εσύ είσαι μοναχός. Περιμέναμε από σένα τα σημαντικότερα: μετάνοια και προσευχή. Και εσύ έφερες μόνο αυτό…».

Το όραμα εξαφανίστηκε. Ο πεθαμένος ξύπνησε πάλι στο μοναστήρι.

Μετά από αυτό το περιστατικό, ο π. Μελχισεδέκ μεταμορφώθηκε ολοκληρωτικά. Κύριος σκοπός τής ζωής του έγινε αυτό που του είπε η Υπεραγία Θεοτόκος: μετάνοια και προσευχή. Και οι καρποί των πνευματικών του εργασιών δεν άργησαν να φανερωθούν στη βαθιά του ταπεινοφροσύνη, στα δάκρυα για τις αμαρτίες του. στην ειλικρινή αγάπη του για όλους, στην πλήρη αυταπάρνηση και στα ασκητικά κατορθώματα του, που ξεπερνούσαν τα ανθρώπινα μέτρα. Και κατόπιν, στη σπουδαία του διορατικότητα και στην ενεργή βοήθεια που προσέφερε στους ανθρώπους με την προσευχή του.

Εμείς οι δόκιμοι, βλέποντας πώς ασκούνταν, πλήρως αποξενωμένος από τον κόσμο σε αόρατες και ασύλληπτες για μας πνευματικές μάχες, τολμούσαμε να του απευθυνόμαστε μόνο στις πιο εξαιρετικές περιπτώσεις. Κι επιπλέον τον φοβόμασταν και λιγάκι: στο μοναστήρι ήξεραν ότι ο π. Μελχισεδέκ ήταν πολύ αυστηρός ως πνευματικός.

Και είχε αυτό το δικαίωμα. Η σθεναρή απαιτητικότητά του για καθαρότητα της ψυχής του κάθε χριστιανού τρεφόταν μόνο από τη μεγάλη του αγάπη για τους ανθρώπους, τη βαθιά γνώση των κανόνων τού πνευματικού κόσμου και τη συνειδητοποίηση τού πόσο απαραίτητη για τον άνθρωπο είναι η αδιάλλακτη πάλη με τις αμαρτίες.

Αυτός ο μεγαλόσχημος μοναχός ζούσε στον δικό του ύψιστο κόσμο, όπου δεν ανέχονται τους συμβιβασμούς. Και όταν ύμως ο π. Μελχισεδέκ έδινε απαντήσεις, τότε αυτές ήταν εντελώς ασυνήθιστες και σαν γεννημένες από κάποια ιδιαίτερη, πηγαία δύναμη.

Κάποτε, στο μοναστήρι, έπεσε πάνω μου μια χιονοστιβάδα άδικων και σκληρών, όπως μου φαίνονταν, δοκιμασιών. Και αποφάσισα τότε να πάω να συμβουλευτώ τον πιο αυστηρό μοναχό της μονής, τον μεγαλόσχημο ηγούμενο Μελχισεδέκ.

Χτύπησα την πόρτα κι έπειτα από το καθιερωμένο «δι’ ευχών», βγήκε στο κατώφλι τού κελιού ο π. Μελχισεδέκ. Ήταν με τον μοναχικό του μανδύα και το μεγάλο σχήμα -τον πέτυχα ενώ έκανε τον κανύνα τού μεγάλου σχήματος.

Του ανακοίνωσα τις δυσκολίες και τα άλυτα προβλήματα μου. Ο π. Μελχισεδέκ στεκόταν μπροστά μου ακίνητος και άκουγε προσεκτικά τα πάντα, με σκυμμένο το κεφάλι ως συνήθως. Κατόπιν, σήκωσε το βλέμμα του κι έβαλε έξαφνα τα κλάματα…

«Αδερφέ!», είπε με ανείπωτο πόνο και πικρία. «Τι με ρωτάς; Εγώ ο ίδιος χάνομαι!».

Ο μεγαλόσχημος γέροντας, εκείνος ο μεγαλειώδης ασκητής με την άγια ζωή, στεκόταν μπροστά μου και έκλαιγε με ειλικρινή θλίψη, ως ο χειρότερος και αμαρτωλότερος άνθρωπος πάνω στη γη! Κι άρχισα να καταλαβαίνω με όλο και περισσότερη σαφήνεια και χαρά ότι η πλειοψηφία των προβλημάτων μου. μαζί με τις δυσκολίες μου, δεν άξιζαν μία!

Και όχι μόνο αυτό, αλλά και τα ίδια τα προβληματα εξορίστηκαν την ίδια στιγμή από την ψυχή μου με τρόπο χειροπιαστό. Δεν είχα πλέον ανάγκη να ρωτήσω ή να ζητήσω κάτι από τον γέροντα. Έκανε για μένα ότι μπορούσε. Χαιρέτισα με ευγνωμοσύνη και έφυγα.

Όλα όσα μάς τυχαίνουν -τα απλά και τα σύνθετα, τα μικρά ανθρώπινα προβλήματα και το ταξίδι προς τον Θεό τα μυστικά τού τωρινοί) και του μελλοντικού αιώνα- όλα επιλύονται μόνο με ανεξήγητη, ακατανόητα υπέροχη και ισχυρή ταπεινοφροσύνη.

Και ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουμε την αλήθεια και το νόημα της. ακόμα κι αν αποδεικνυόμαστε ανίκανοι γι` αυτή τη μυστηριώδη και παντοδύναμη αρετή, αυτή μάς αποκαλύπτεται απύ μόνη της ταπεινά, μέσα από τέτοιους καταπληκτικούς ανθρώπους, που μπορούν να τη δεξιώνονται.

Από το βιβλίο: «Σχεδόν Άγιοι» π. Τύχων Σεβκούνωφ
το βρηκα:agiameteora.net

Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Μήπως εκπαιδεύουμε «ανήμπορα» παιδιά;


Του κάνετε «εσείς» όλα τα μαθήματα, το ντύνετε «εσείς», συμμαζεύετε «μόνον εσείς» τα παιχνίδια του… Τι γίνεται όμως τελικά το παρακάνουμε εξυπηρετώντας τα για τα πάντα; Μήπως μεγαλώνουμε ανήμπορα παιδιά; Και πόσο κακό κάνει στα παιδιά αυτό που οι ειδικοί ονομάζουν «μαθημένη αβοηθησία»; 

«Μαθημένη αβοηθησία» ονομάζεται στην ψυχολογία η κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος, μέσα από τις εμπειρίες της ζωής του που του έδειξαν δε μπορεί να αντιμετωπίσει κάτι «επώδυνο», παραδίδεται στη «μοίρα» του, (δηλαδή σ' αυτό το επώδυνο), και σταματά να αντιδρά. Η «Μαθημένη αβοηθησία» (ή όπως είναι ο όρος στα αγγλικά Learned Helplessness) χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον ερευνητή ψυχολόγο Martin Seligman το 1967, προκειμένου να περιγράψει την κατάσταση ενός ανθρώπου που έχει μάθει να συμπεριφέρεται αβοήθητα και αδυνατεί να ανταποκριθεί στις δύσκολες συνθήκες ακόμα και αν υπάρχουν ευκαιρίες για να βοηθήσει τον εαυτό του. Σχετίζεται άμεσα με την πεποίθηση «δεν είμαι ικανός να κάνω κάτι» γιατί δεν είμαι αρκετά καλός, έξυπνος, ταλαντούχος. Πρόκειται δηλαδή για συμπεριφορά που καθοδηγείται από την πεποίθηση «δεν μπορώ». 

Πώς καλλιεργούν οι γονείς τη «μαθημένη αβοηθησία» 

Όλοι οι γονείς θέλουν να έχουν παιδιά ανεξάρτητα που να πιστεύουν στον εαυτό τους και στις ικανότητές τους, και να μπορούν να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους. Ωστόσο, πολλοί από εμάς συχνά ανατρέπουμε τις πραγματικές μας προθέσεις ακόμα και ασυνείδητα, ενισχύοντας τα συναισθήματα αβοηθησίας και ανικανότητας των παιδιών. Είτε από κεκτημένη ταχύτητα είτε από καλή πρόθεση κάνουμε εμείς τα πάντα για τα παιδιά μας, χωρίς να σκεφτούμε τι μπορούν να κάνουν αυτά για την καθημερινότητά τους. 

Μήπως τα σπρώχνω στη μαθημένη αβοηθησία; 

Σκεφτείτε τον τρόπο που επικοινωνείτε με τα παιδιά σας

Χρησιμοποιείτε λέξεις και φράσεις που χτίζουν την αυτονομία και την ανεξαρτησία, ή μήπως ακόμα και άθελά σας η επικοινωνία και η συμπεριφορά σας διδάσκει στα παιδιά το αντίθετο; Πόσο συχνά λέτε στα παιδιά «Άσε, θα στο φέρω εγώ, θα το κάνω εγώ για σένα, θα το χειριστώ εγώ, θα έρθει κόσμος και μάζεψα τα πράγματά σου, αυτό είναι πολύ δύσκολο για σένα»;

Κάθε φορά που ένας ενήλικας κάνει για το παιδί πράγματα που μπορεί να κάνει από μόνο του, μεταφέρει το μήνυμα ότι ξέρει περισσότερα ή καλύτερα. Ακόμα και αν αυτή είναι η αλήθεια, τα παιδιά χρειάζονται και θέλουν να μάθουν να κάνουν τις επιλογές τους, να παίρνουν τις αποφάσεις τους και να κάνουν πράγματα μόνα τους. Όταν οι γονείς ή οι ενήλικες παρεμβαίνουν συνεχώς σε ευθύνες και δραστηριότητες των παιδιών, εμποδίζουν την ανάπτυξη και τη βελτίωση δεξιοτήτων που απαιτούνται στην ενήλικη ζωή. αιτίες μπορεί να βρίσκονται στην παιδική ηλικία ενός ατόμου, στο οποίο δεν υπήρχαν σαφή όρια, κανόνες και συνέπειες και άρα δεν έμαθε πως μπορεί να ορίζει και να έχει τον έλεγχο των καταστάσεων. 

Πώς να το βοηθήσουμε να ξεπεράσει την «ανημπόρια» 

1. Μην υποκύπτετε στις απαιτήσεις του 

Συνήθως οι γονείς που κάνουν πάρα πολλά για το παιδί τους αναλαμβάνοντας όλες τις ευθύνες του, το κάνουν υπερβολικά απαιτητικό. Αν και όλα τα παιδιά μπορεί να γίνουν απαιτητικά ή παραπονιάρικα σε ένα βαθμό, όταν το παιδί ζητά συνεχώς πράγματα και σπεύδουν οι γονείς να τα ικανοποιήσουν αντί να αφήσουν το παιδί να εξυπηρετήσει τον εαυτό του, τότε κατά πάσα πιθανότητα το παιδί θα αναπτύξει ένα ισχυρό αίσθημα ανικανότητας που θα το επιδεικνύει αργότερα σε πολλούς τομείς της ζωής του. 

2. Διδάξτε του την υπομονή 

Το παιδί αρχίζει και μαθαίνει ότι οι γονείς είναι αυτοί που θα του βρουν απαντήσεις και λύσεις σε οτιδήποτε, με αποτέλεσμα να παραιτείται από κάθε προσπάθεια. Στην πραγματικότητα όμως τα παιδιά είναι σε θέση και μπορούν να λύνουν πολλά πράγματα από μόνα τους. Μπορεί να χρειαστεί περισσότερη προσπάθεια και υπομονή από την πλευρά τους και λιγότερη εμπλοκή από τους γονείς, στο τέλος όμως θα μπορέσουν να τα καταφέρουν! 

3. Μάθετε το να παίρνει πρωτοβουλίες 

Αν οι γονείς πιάνουν τον εαυτό τους να αναλαμβάνουν συνεχώς τις ευθύνες των παιδιών όπως να συμμαζεύουν τα δωμάτιά τους, να μαζεύουν τα πιάτα τους, να κάνουν τα καθήκοντα του σχολείου, τότε θα πρέπει να σκεφτούν ότι όλες αυτές οι συμπεριφορές σε καμία περίπτωση δεν βοηθούν τα παιδιά να μάθουν να λειτουργούν ανεξάρτητα και με υπευθυνότητα. Μπορεί να φαίνεται στους γονείς πιο εύκολο και πιο αποτελεσματικό, όμως θα πρέπει να θυμούνται ότι πολύ σύντομα τα παιδιά θα βρεθούν αντιμέτωπα με την ανάληψη ευθύνης ως έφηβοι και ως ενήλικες. Όταν οι γονείς αναλαμβάνουν τα πάντα για τα παιδιά, είτε από ενοχή ή εξάντληση, είτε επειδή θέλουν απλά να γίνει η δουλειά πιστεύοντας πως αυτή είναι η εύκολη διέξοδος, δημιουργούν στα παιδιά εξάρτηση αντί για αυτονομία. 

4. Αποφύγετε να είστε υπερπροστατευτικοί 

Όταν ένα άτομο μεγαλώνει σε ένα υπερπροστατευτικό περιβάλλον, στο οποίο όλα του δίνονται απλόχερα και χωρίς κόπο και άρα δεν του δίνεται η ευκαιρία να νιώσει προσμονή, υπομονή για κάτι που επιθυμεί και απογοήτευση για κάτι που χάνει, είναι φυσικό να παραδίδεται στην απάθεια.
www.imommy.gr

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Οἱ «ἀδικίες» τοῦ Θεοῦ


Σκανδαλιστικὴ ἐκ πρώτης ὄψεως ἡ Παραβολὴ ποὺ ἐξῆλθε ἀπὸ τὸ πανάγιο στόμα τοῦ Θεανθρώπου (Ματθ. κ΄ [20] 1-16):

Βγῆκε ὁ οἰκοδεσπότης πρωί-πρωὶ γιὰ νὰ μισθώσει ἐργάτες γιὰ τὸ ἀμπέλι του. Ἔτσι συνήθιζαν νὰ κάνουν οἱ ἐργοδότες. Πήγαιναν τὸ πρωὶ σὲ κάποιον δημόσιο χῶρο τῆς πόλεως, ὅπου μαζεύονταν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, μιὰ πλατεία, μιὰ ἀγορά, καὶ διάλεγαν αὐτοὺς ποὺ θὰ ἔπαιρναν γιὰ ἐργάτες τους. Στὶς ἕξι τὸ πρωί, μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου ἄρχιζε ἡ ἐργασία, καὶ ἔληγε στὶς ἕξι τὸ ἀπόγευμα. Δωδεκάωρο πλῆρες. Στὶς ἕξι τὸ πρωὶ λοιπὸν καὶ ὁ κύριος τῆς Παραβολῆς στὸν τόπο συγκεντρώσεως τῶν ἐργατῶν, γιὰ νὰ τοὺς κάνει τὴν πρότασή του: «Πᾶτε, ἐργαστεῖτε σήμερα στὸ ἀμπέλι μου, καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς πληρώσω τὸν καθένα ἀπὸ ἕνα δηνάριο» (ἦταν τὸ ἡμερομίσθιο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης). Συμφώνησαν ἐκεῖνοι καὶ ἀναχώρησαν γιὰ τὸ κτῆμα, νὰ πιάσουν δουλειά.

Πέρασαν τρεῖς ὧρες, καὶ ὁ οἰκοδεσπότης ξαναβγῆκε στὴν ἀγορά, στὸ σημεῖο τὸ συγκεκριμένο. Εἶδε κι ἄλλους ἐργάτες νὰ κάθονται ἐκεῖ χωρὶς νὰ κάνουν τίποτε. «Πᾶτε κι ἐσεῖς», τοὺς λέει, «νὰ δουλέψετε στὸ ἀμπέλι μου, καὶ ὅ,τι δικαιοῦστε θὰ σᾶς τὸ δώσω». Ἔφυγαν καὶ αὐτοί.

Τὸ ἴδιο ἐπανελήφθη καὶ στὶς δώδεκα τὸ μεσημέρι, γιὰ ἕξι ὧρες πλέον ἐργασία ποὺ ἀπέμεναν, καὶ στὶς τρεῖς τὸ ἀπόγευμα, γιὰ τρεῖς ὧρες. «Πᾶτε, καὶ δὲν θὰ ἀδικηθεῖτε».

Καὶ στὶς πέντε τὸ ἀπόγευμα! Πάλι ἐκεῖ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελώνα. «–Τί στέκεστε ἐδῶ ὅλη τὴν ἡμέρα ἀργόσχολοι; –Δὲν μᾶς μίσθωσε κανείς. –Πᾶτε στὸ ἀμπέλι μου, μιὰ ὥρα μένει, ἐργαστεῖτε, καὶ ἐγὼ ὅ,τι εἶναι δίκαιο θὰ σᾶς τὸ δώσω». Τοὺς ἔπεισε κι αὐτοὺς νὰ πᾶνε γιὰ μιὰ ὥρα...

Ἦρθε ἡ ὥρα τῆς πληρωμῆς. Τώρα, ὁ καθένας θὰ ἔπαιρνε «ὅ,τι ἦταν δίκαιο», σύμφωνα μὲ τὰ δικά του λόγια. Ἄρχισαν νὰ ἔρχονται. Πρῶτα ἦρθαν οἱ τελευταῖοι, ποὺ ἐργάστηκαν μία ὥρα. Ἀλλὰ τί ἔκπληξη δοκίμασαν, ὅταν εἶδαν στὴν παλάμη τους ἀπὸ ἕνα δηνάριο! Ἕνα ὁλόκληρο ἡμερομίσθιο! Πόσο χάρηκαν, τί αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης δὲν θὰ ἔνιωσαν γιὰ τὸν ἄρχοντα ἐργοδότη τους!...

Καὶ βέβαια, ὅταν τὸ ἀντίκρισαν αὐτό, πιὸ πολὺ ὁπωσδήποτε θὰ χάρηκαν οἱ πρῶτοι. Διότι, «ἂν σ’ αὐτοὺς ποὺ δούλεψαν μιὰ ὥρα τοὺς ἔδωσε ἕνα δηνάριο, σ’ ἐμᾶς ἀσφαλῶς θὰ δώσει ἐπὶ δώδεκα. Ἀφοῦ ἔτσι τὸ λέει: ‘‘ὅ,τι εἶναι δίκαιο θὰ τὸ πάρετεʼʼ». Ἔτσι ὁπωσδήποτε θὰ σκέφτηκαν.

Ὅμως... τί φοβερὴ ἀπογοήτευση! Κι αὐτοὶ ἀπὸ ἕνα δηνάριο! Μὰ εἶναι δυνατόν; Ἄρχισαν νὰ γογγύζουν κατὰ τοῦ οἰκοδεσπότη. «Τὸ ἴδιο ποὺ πῆραν οἱ τελευταῖοι δίνει καὶ σ’ ἐμᾶς, ποὺ δουλέψαμε δωδεκαπλάσια; Τί ἀδικία εἶναι αὐτή;».

–«Ἑταῖρε οὐκ ἀδικῶ σε», ἡ ἀπάντηση τοῦ κυρίου. Τόσο δὲν συμφωνήσαμε τὸ πρωί; Πάρ’ το λοιπὸν καὶ πήγαινε. Τί σ’ ἐνδιαφέρει τί κάνω ἐγώ; Δὲν μπορῶ νὰ διαχειρίζομαι ὅπως θέλω τὰ χρήματά μου; Γιατί ζηλεύεις;

Καὶ βέβαια δὲν μποροῦσαν νὰ τοῦ ἀντιτείνουν κάτι. Διότι, πράγματι, τόσο εἶχαν συμφωνήσει. Ὅμως...

Ἴσως κάτι μέσα καὶ σὲ μᾶς νὰ μένει σὰν ἀδικαίωτο, σὰν ἀδικία: Τὸ ἴδιο ὅλοι; Εἶναι δίκαιο αὐτό;

Ἀλλὰ κάθε Παραβολὴ παραπέμπει σὲ μιὰ πραγματικότητα. Κι ἐδῶ ἡ πραγματικότητα εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς καλεῖ τὸν κάθε ἄνθρωπο κοντά Του, στὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν Του, τὸν καλεῖ σὲ διαφορετικὴ περίοδο στὴ ζωή του καὶ ὑπὸ ποικίλες περιστάσεις. Ἄλλους τοὺς καλεῖ κοντά Του ἀπὸ τὴν πρώτη παιδικὴ ἡλικία. Ἄλλους ἐφήβους· ἄλλους ὥριμους ἄνδρες· ἄλλους γέροντες, λίγο πρὶν κλείσουν τὰ μάτια τους. Καὶ βέβαια ὁ Καρδιογνώστης γνωρίζει κυρίως τὶς ἐσωτερικὲς διαθέσεις τῶν ἀνθρώπων. Καὶ μπορεῖ αὐτὸς ποὺ κλήθηκε τὴν τελευταία ὥρα νὰ ἐπιδείξει τέτοια προθυμία, διάθεση θερμὴ γιὰ πνευματικὴ ζωή, ποὺ νὰ «ἰσοφαρήσει» τὰ 70, 80 χρόνια πνευματικῆς ζωῆς τοῦ ἄλλου (ἢ ἀκόμα καὶ νὰ τὰ ξεπεράσει). Πόσα τέτοια παραδείγματα δὲν ὑπάρχουν!...

Ἀλλὰ ἂς μείνουμε λίγο σ’ αὐτοὺς ποὺ παραπονοῦνται γιὰ «ἀδικία». Ποιοὶ εἶ­ναι αὐτοὶ στὴν πραγματικότητα; Εἶναι ὅσοι κλήθηκαν ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεὸ νὰ ζήσουν ζωὴ χριστιανική, μέσα στὴ θαλπωρὴ καὶ στοργὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὰ παιδικά τους ἀκόμη χρόνια. Καὶ μόνο τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ περιποιεῖ τιμὴ γιὰ τοὺς ἴδιους; Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ σκέφτονται ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ τιμημένοι, ποὺ ἐξελέγησαν ὡς πρώτη διαλογὴ ἀπὸ τὸν Κύριο; Ποῦ εἶναι ἡ ἀδικία; Ἢ μήπως, πράγματι, εἶναι ἀδικία, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀντίθετη πλευρά;...

Ἀλλὰ ἂν ὑπάρχουν τέτοιοι ἄνθρωποι, ποὺ νὰ γκρινιάζουν καὶ νὰ μεμψιμοιροῦν γιὰ τὸ ὅτι ὁ Θεὸς τοὺς ἀνταποδίδει τὰ ἴσα μὲ τοὺς ἄλλους, τοὺς μετανοήσαντες στὰ τέλη τῆς ζωῆς τους, αὐτοὶ ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν βρίσκονται σὲ σωστὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Σὰν τὸν πρεσβύτερο γιὸ τῆς Παραβολῆς τοῦ Ἀσώτου, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ χαρεῖ γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἀσώτου ἀδελφοῦ του· σκανδαλιζόταν ἀπὸ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ Πατέρα...

Αὐτοί, δυστυχῶς, ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν χαίρονται τὴ ζωή τους κοντὰ στὸν Πατέρα Θεό, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν θεωροῦν ἀγγαρεία. Ὅμως ἀξίζει τελικὰ νὰ ζεῖ κανεὶς μιὰ τέτοια χριστιανικὴ ζωή, μέσα στὴ γκρίνια καὶ τὴ μεμψιμοιρία;

Ἔχουμε ἕνα Θεὸ πλούσιο, πλουσιοπάροχο. Ὅλους τοὺς χωράει ὁ Παράδεισος. Καὶ ἡ χαρά μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μειώνεται, ὅταν καὶ κάποιος ἄλλος χαίρεται σὰν κι ἐμᾶς. Μᾶλλον τὸ ἀντίθετο πρέπει νὰ συμβαίνει: νὰ αὐξάνει. Ἀλλιῶς κάτι ἄρρωστο ὑπάρχει στὴ μέση.

Αὐτὸ μᾶς καθιστᾶ ἄξιους τοῦ Παραδείσου, αὐτὸ μᾶς κάνει νὰ προγευόμαστε ἀπὸ τώρα τὸν Παράδεισο: τὸ νὰ θέλουμε νὰ πᾶμε ὅλοι ἐκεῖ, κανεὶς νὰ μὴ μείνει ἔξω. Καὶ τὸ νὰ χαιρόμαστε μὲ τὶς χάρες, τὶς εὐλογίες, τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀδελφούς μας.

Γιὰ ὅλους ὑπάρχει χῶρος στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ!

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

“Κοιτάξτε παιδιά μου τι σημείο μας έκανε ο Θεός”


Μέσα από τα βάθη της ψυχής του τελούσε ο Άγιος τη Θεία Λειτουργία. Πενήντα ολόκληρα χρόνια δεν πέρασε ούτε μία μέρα χωρίς να λειτουργήσει. Κατά τις πολύωρες λειτουργίες δεν ήταν λίγα τα θαύματα που συνέβαιναν. Ο Άγιος Νικόλαος τα θεωρούσε εντελώς φυσιολογικά, όπως εντελώς φυσιολογική ήταν η αστείρευτη αγάπη του προς τον Θεό.Οι ακολουθίας του Παππού, όπως τον φώναζαν τον Άγιο τα πνευματικά του παιδιά, ήταν μοναδικές και ανεπανάληπτες. Είχαν τη μεγαλοπρέπεια του Βυζαντίου αλλά και τη σφραγίδα της αγιοπατερικής παράδοσης. Πλήθος κόσμου συγκεντρώνονταν στους ναούς που λειτουργούσε ο ταπεινός ιερέας. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, άνδρες και γυναίκες, Αθηναίοι και επαρχιώτες, επιστήμονες και απλοί εργάτες. Ακόμα και παιδιά, αρκετά παιδιά με τις μητέρες τους, έμεναν στο ναό ώρες πολλές μέχρι να τελειώσει η ακολουθία. Τα μικρά παιδιά τον αγαπούσαν πολύ τον παππούλη, αλλά και ο Άγιος αγαπούσε τα αθώα παιδιά.

Συχνά πήγαιναν από νωρίς στην εκκλησία για να προλάβουν να είναι πρώτα στο ιερό και έτσι να ντυθούν τη στολή τους για να βοηθήσουν τον Άγιο στη Θεία Λειτουργία. Ακολουθούσαν τις οδηγίες του και συμμετείχαν και αυτά με τον τρόπο τους στο δοξολογικό ύμνο προς το Θεό. Δεν τα στενοχωρούσε η πολύωρη ακολουθία. Αντίθετα, τους άρεσε αφού κοντά στον Άγιο ένιωθαν απερίγραπτη γαλήνη και σιγουριά.Αρκετές φορές τα παιδιά είχαν δει ένα παράδοξο θέαμα. Κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας έβλεπαν τον Άγιο να στέκεται ψηλότερα από τη γη και τα πόδια του να μην αγγίζουν στο έδαφος. Πολλά παιδιά τρόμαζαν και έτρεχαν με φόβο να το ανακοινώσουν στους γονείς τους που, μολονότι δεν έβλεπαν αυτό το θαυμαστό γεγονός, δάκρυζαν και ευχαριστούσαν τον Θεό που τους αξίωνε να βρίσκονται κοντά στον ευλογημένο ιερέα. Στη συνέχεια καθησύχαζαν τα παιδιά και με ακόμα μεγαλύτερη πίστη συμμετείχαν στην ακολουθία.Κάποια μέρα που ο Άγιος βρισκόταν σ’ ένα από τα αγαπημένα του ξωκκλήσια για να λειτουργήσει, παρατήρησε πως δεν υπήρχε κανένα πρόσφορο. Δεν ταράχτηκε. Προτίμησε να περιμένει με τη βεβαιότητα ότι σύντομα κάποιο πρόσφορο θα βρισκόταν. Άλλωστε τόσα χρόνια, όσες φορές είχε συμβεί να μην έχει πρόσφορο, πάντα την κατάλληλη στιγμή, κάποιος θα έφερνε, ή αν έπρεπε κάποιος από το εκκλησίασμα πήγαινε σε κοντινό φούρνο και αγόραζε ένα. Εκείνη τη μέρα όμως τα πράγματα δυσκόλευαν…

Η ώρα περνούσε και κανένας δεν έφερνε πρόσφορο. Έψαξε καλά στα ράφια του ιερού μήπως και υπήρχε κάποιο από προηγούμενη φορά, μα δε βρήκε τίποτα. Τότε έκανε νόημα σε δύο πνευματικά του παιδιά να πλησιάσουν στο ιερό και τους ζήτησε να πάνε γρήγορα στο φούρνο και να ζητήσουν πρόσφορο κι αν δεν έβρισκαν να ζητούσαν από κάποιες ενορίτισσες που πάντα φρόντιζαν και είχαν.Έφυγαν τρέχοντας από το εκκλησάκι οι δύο, μα μάταιος ο κόπος τους. Λίγη ώρα αργότερα γύρισαν με άδεια χέρια πίσω και ανακοίνωσαν στον Άγιο πως, παρά την προσπάθεια τους, κανένας δε βρέθηκε να τους εξυπηρετήσει. Ο Άγιος ευχαρίστησε τα πνευματικά του παιδιά για τον κόπο τους και έμεινε μόνος του στο ιερό. Στενοχωρήθηκε πολύ και τα ασκητικά του μάτια γέμισαν δάκρυα. Η ώρα είχε περάσει. Ο Όρθρος έφτανε στο τέλος και ο ευλογημένος ιερέας δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στη Θεία Λειτουργία. Τόσα χρόνια, καθημερινά λειτουργούσε, μα εκείνη τη μέρα με θλίψη θα έπρεπε να διακόψει αυτή την ευλογημένη σειρά. Με ασταμάτητα δάκρυα κοιτούσε την εικόνα του Εσταυρωμένου και με δυνατή προσευχή παρακαλούσε τον Κύριο να μη του στερήσει τη Θεία Λειτουργία.Ξαφνικά βλέπει πάνω στην Αγία Τράπεζα ένα μικρό πρόσφορο που άχνιζε. Ήταν ολόφρεσκο και τοποθετημένο στη μέση. Μόλις το είδε ο Άγιος έκανε το σταυρό του και ύψωσε τη δακρυσμένη ματιά του προς τον ουρανό ευχαριστώντας το Θεό. Το θαύμα είχε γίνει. Κάποιος άγγελος σταλμένος από το Χριστό είχε τοποθετήσει το μικρό πρόσφορο στην Αγία Τράπεζα. Ο Άγιος σκέφτηκε πως ένα τέτοιο θαυμαστό γεγονός δεν έπρεπε να μείνει κρυφό. Κρατώντας λοιπόν το θεόσταλτο δώρο βγήκε μπροστά στην Ωραία Πύλη του Ιερού και διακόπτοντας τους ψάλτες έδειξε το πρόσφορο προς το εκκλησίασμα και είπε συγκινημένος: “Κοιτάξτε παιδιά μου τι σημείο μας έκανε ο Θεός”. Ο κόσμος σάστισε. Χωρίς πολλά λόγια ο Άγιος εξήγησε τι είχε προηγηθεί και αμέσως προχώρησε πάλι μέσα στο ιερό και σαν να είχε συμβεί κάτι απλό και συνηθισμένο συνέχισε την ακολουθία.Στο μεταξύ, βαθιά συγκίνηση κατέλαβε τους παρευρισκόμενους όταν συνειδητοποίησαν πως ένα μεγάλο θαύμα – σημείο, όπως τους είπε ο Παππούς – είχε συμβεί εκείνη την ώρα. Όλων τα μάτια βούρκωσαν και στράφηκαν με ευγνωμοσύνη προς την εικόνα του Χριστού που τη φώτιζε αμυδρά ένα μικρό καντήλι. Ευχαριστούσαν τον Κύριο για το μεγάλο θαύμα. Τον ευχαριστούσαν όμως και για την ευλογημένη παρουσία του Παππού κοντά τους.Μέχρι την απόλυση της Θείας Λειτουργίας όλοι ήταν συγκλονισμένοι και με δυσκολία συγκρατούσαν τα δάκρυα τους. Μόνο ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς έμοιαζε να μην έχει συναίσθηση του θαύματος που είχε γίνει. Άλλωστε για τον ίδιο τα θαύματα ήταν μέρος του καθημερινού του προγράμματος και η ταπεινή του ψυχή ποτέ δεν υπερηφανεύτηκε για τα θεία σημεία. Ήταν για τον Άγιο τα θαύματα φυσιολογικά, όπως φυσιολογική ήταν και η αστείρευτη πίστη και αγάπη του στο Θεό.

(Από το βιβλίο «Το πρώτο μου συναξάρι», εκδόσεις Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής, 1997)

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Ταφή η καύση: Αμετάκλητη λήθη η αιώνια μνήμη; Μητρ.Μεσογαίας κ.Νικόλαος

Υπάρχουν δυό βασικές αλήθειες για την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη σχετικά με τον άνθρωπο. Η πρώτη είναι ότι ο άνθρωπος έχει ψυχοσωματική οντότητα και η δεύτερη ότι η ψυχή του είναι αιώνια στη φύση της. Το σώμα του είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με την ψυχή του και η ψυχή με την θεική πραγματικότητα.

Η Εκκλησία δεν έχει μόνο διδασκαλία περί της ψυχής, αλλά βαθιά εμπειρία της. Δεν έχει απλά άποψη επί του θέματος έχει βίωση αληθείας. Η αποκάλυψή της δεν της προσφέρεται μόνον διδακτικά, αλλά της επαληθεύεται βιωματικά. Δεν λέει αυτό που ξέρει αλλά μεταγγίζει αυτό που ζεί. Όταν βλέπει τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, δεν αντικρίζει σ᾿ αυτόν μόνο το σώμα του η τη χρονική παρουσία του, αλλά βλέπει την εικόνα του Θεού να αντικατοπτρίζεται στην ψυχή του και διακρίνει την αιώνια διάστασή του. Αυτό πως να το αρνηθεί η Εκκλησία;

Άνθρωπος δεν είναι το σώμα, η υγεία, αυτό που βλέπουμε. Ούτε πάλι η ψυχή ως διάθεση, ως ψυχισμός, ως έκφραση των εγκεφαλικών λειτουργιών, ως φυσικό στοιχείο συμπεριφοράς – αυτό που αντιλαμβανόμαστε. Ο θησαυρός της ανθρώπινης υπόστασης είναι η ψυχή ως πρόσωπο, ως εικόνα της θεικής δόξης, ως αυτεξούσιο, ως δυνατότητα μετοχής στην αιωνιότητα, ως χάρις αυθυπέρβασης. Κάθε τι που σχετίζεται με την ψυχή αποτελεί ιερό γεγονός η στοιχείο έχει να κάνει με την σωτηρία, τον εξαγιασμό, την ένωση με τον Θεό, την βίωση της αιώνιας προοπτικής του ανθρώπου. Αυτό είναι το στοιχείο που, επειδή είναι υπαρκτό καθιστά τον άνθρωπο ιερό.

Η ψυχή μ᾿ αυτήν την έννοια, περιφρουρείται μέσα στο σώμα που το μεταμορφώνει σε ναό. Το σώμα που διαφυλάσσει το θησαυρό της ψυχής δεν είναι φυλακή. Ένα σώμα όμως που εν ζωή δεν το σεβαστήκαμε, ούτε καν φιλόζωα το διατηρήσαμε, που βιολογικά μεν το περιποιηθήκαμε στα εργαστήρια, ουσιαστικά όμως το καταστρέψαμε στην πρακτική της ζωής ένα σώμα στο οποίο η ιατρική δεν καλείται να θεραπεύσει μόνο τις συνέπειες της φυσιολογικής φθοράς επάνω του, αλλά και του ανορθόδοξου τρόπου και της αντίληψης ζωής μέσα του, ένα σώμα που η ίδια η ψυχή μας το αγνόησε, και αντί μαζί του να επιτελέσει τον ιερουργικό σκοπό της, ικανοποίησε τις φιλήδονες τάσεις και τις αμαρτωλές διαθέσεις της -και μάλιστα με την αποδοχή και νομική κάλυψη της κοινωνίας-, αυτό το σώμα είναι εύκολο αυτή η κοινωνία και ψυχή να θέλουν να το κάψουν για να ολοκληρώσουν το έργο τους και να εξαφανίσουν την ασέβειά τους.

Για την Εκκλησία τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Το σώμα, όσο ο άνθρωπος είναι εν ζωή, το βλέπει ως θυσιαστήριο. Γι᾿ αυτό και η βάναυση επέμβαση επάνω του και η υποταγή του στις ορμές, που δουλώνουν το αυτεξούσιο, δηλώνουν ασέβεια και αποτελούν βεβήλωση και αμαρτία. Η συντήρηση και τροφοδοσία του γίνεται πάντοτε με προσευχή -προσευχές της τραπέζης- η φροντίδα της υγείας του που συνδυάζεται με μυστήριο – το ευχέλαιο-, η αναπαραγωγή του με άλλο μυστήριο – το γάμο- και τέλος ο εξαγιασμός του επιτυγχάνεται με την μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού.

Μόλις ο άνθρωπος πεθάνει, το σώμα του γίνεται λείψανο. Τότε αυξάνει και ο σεβασμός μας σ᾿ αυτό. Το λείψανο αποτελεί την ανάμνηση μίας ιερουργίας που μέσα του επιτελείτο – της σωτηρίας της ψυχής- και την υπόμνηση μίας άλλης που τώρα «αγνώστως» συνεχίζεται έξω από αυτό- της δόξης της ψυχής. Το σώμα δεν περιμένει την καταστροφή του, αλλά την «ετέρα μορφή του» (Μαρκ. ιστ´ 12), την αναμόρφωσή του «εις το αρχαίον κάλλος». Αυτή είναι η αιτία που η Εκκλησία προσεγγίζει το σώμα με ιδιαίτερο σεβασμό και αισθήματα ιερά. Δεν καίμε τους ναούς, πολλώ δε μάλλον τους έμψυχους ναούς.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το σώμα είναι κάτι που δεν εγγίζεται και στο οποίο αρνούμεθα κάθε παρέμβαση. Το σώμα είναι το υποκείμενο στη φθορά στοιχείο του ανθρώπου. Η φυσική φθορά είναι η ισχυρότερη ίσως υπόμνηση της πτωτικής μας φύσεως. Κάθε βίαιη κίνηση που συνηγορεί στη συρρίκνωσή του, προσβάλλει και την ψυχή. Για τον λόγο αυτό, στο σώμα παρεμβαίνουμε μόνο θεραπευτικά, αναστέλλοντας την εξέλιξη της φθοράς, όταν και όσο μπορούμε. Η διαδικασία της πρέπει να είναι εντελώς φυσική και ποτέ εξαναγκασμένη. Την αναλαμβάνει μόνον ο Θεός μέσα από τις συνθήκες που ο ίδιος προνοεί η η φύση μέσα από την ευθύνη που της έχει ανατεθεί. Αυτός είναι ένας άλλος λόγος που η Εκκλησία μας αρνείται την καύση των νεκρών. Αφήνει στη φύση να αναλάβει την ευθύνη της φθοράς του σώματος. Δεν το καίει, αλλά το αφήνει να σβήσει. Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που η φύση επιτρέπει να μείνει κάποιο υπόλειμμα, αυτό έχει το λόγο του. Όταν και η φύση αρνείται την ολοσχερή διάλυσή του ανθρωπίνου σώματος, τότε η νομοθετημένη καύση του δεν είναι πράξη επιλήψιμης βίας;

Τα οστά υπαινίσσονται ότι τα σώματα έχουν μεν όλα μία ομοιότητα, αλλά έχουν και διαφορές. Άλλα είναι τα κοκαλάκια ενός μικρού παιδιού στη θέα τους και άλλα ενός ενήλικα. Άλλα ενός ανθρώπου και άλλα κάποιου ζώου. Όταν όμως καούν, η στάχτη εξομοιώνει τα πάντα. Και στην περίπτωση αυτή που διατηρείται και δεν σκορπίζεται, δεν διακρίνονται οι διαφορές, έχουν εξαλειφθεί για πάντα. Μαζί με τα χαρακτηριστικά του προσώπου, έχει εξαφανιστεί και η εικόνα του ανθρώπου μόλις δε σκορπιστούν και τα υπολείμματα της στάχτης,μαζί με τα ψήγματα του κοινωνικού σεβασμού, οριστικοποιείται και η διαγραφή κάθε ίχνους παρουσίας του. Ο υπαρκτικός θάνατος έχει προσυπογράψει τον φυσιολογικό.

Το υπόλειμμα του ανθρώπου δεν είναι η ισοπέδωση και η απουσία, αλλά η ταυτότητα και του είδους και του προσώπου και η παρουσία. Ο αγώνας να διατηρήσουμε τα οστά, τα λείψανα, ο,τι περισσότερο από τον άνθρωπο μπορούμε σ᾿ αυτόν τον κόσμο, ισοδυναμεί με την ανάγκη μας να διατηρηθεί όσο περισσότερο γίνεται το πρόσωπό του στον άλλο. Ο σεβασμός μας στα νεκρά λείψανα πιστοποιεί την πίστη μας στην αθάνατη ψυχή.

Οι νεκροί δεν είναι «πεθαμένοι» αλλά κεκοιμημένοι. Τοποθετούνται με σεβασμό στον τάφο, στραμμένοι προς ανατολάς με την προσδοκία της αναστάσεώς τους. Η Εκκλησία συνειδητά αρνείται τον όρο «νεκροταφεία» και επιμένει στον όρο «κοιμητήρια». Και το κάνει αυτό όχι για λόγους ψυχολογικού -για να μην αγριεύουμε- αλλά για λόγους καθαρά πνευματικούς: νεκρός δεν σημαίνει τελειωμένος (που έχει τελειώσει) αλλά τετελειωμένος (που έχει τελειωθεί). Τέλος δεν σημαίνει λήξη, αλλά τελείωση. Τα οστά των νεκρών αποτελούν ανάμνηση της παρελθούσης ζωής τους, ενθύμηση της παρούσης καταστάσεώς τους, αλλά και υπόμνηση της μελλούσης προοπτικής μας. Αυτά με κανένα νόμο δεν καίγονται.

Η Εκκλησία δεν τιμά το σώμα και χωριστά την ψυχή, αλλά τον σύνδεσμο των δυό, τον άνθρωπο ως όλον. Στον κίνδυνο να ξεχαστεί ο άνθρωπος, επειδή δεν φαίνεται η ψυχή του, διατηρούμε το σώμα, που δεν μας την θυμίζει μόνο όταν λειτουργεί αλλά και όταν απλά υπάρχει. Η οριστική καταστροφή του σώματος, η καύση του, δεν είναι καύση νεκρού ανθρώπου -κάτι που καίγεται – αλλά προσπάθεια καύσης της ζωντανής ψυχής του, κάτι που δεν καταστρέφεται.

Η ψυχή ζεί. Αυτό φαίνεται από το ότι τα λείψανα έχουν ζωή όχι βιολογική βέβαια αλλά κάποιας μορφής πνευματική, που όμως διαπιστώνεται. Όταν έχουμε άτομα που η βίωσή τους της πνευματικής πραγματικότητος ήταν τόσο έντονη ώστε και από τότε που ζούσαν εν χρόνω την παχύτητα αυτού του κόσμου, αυτά να λειτουργούν στις συχνότητες του άλλου, τότε ο θάνατός τους είναι κοίμηση που αποτυπώνεται στα λείψανά τους. Είναι πολύτιμη εμπειρία της Εκκλησίας, διαρκώς επαληθευόμενη, ότι πλείστα όσα εξ αυτών εμφανίζουν ιδιάζουσα χάρι. Είναι γνωστό ότι συχνά τα λείψανα των αγιορειτών μοναχών αλλά και των άλλων εξαγιασμένων ανθρώπων που η ζωή τους τίμησε το σώμα και η ψυχή τους φανέρωσε μεγαλύτερη ευρωστία και ζωτικότητα από αυτό, διατηρούν μία εντυπωσιακή ευκαμψία για ώρες μετά θάνατον. Δεν κοκαλώνουν!

Αλλά και η αποδεδειγμένη ευωδία, το κέρινο χρώμα τους, η θαυματουργική χάρι τους η η φυσική αφθαρσία ολόσωμων αγίων, στοιχεία ασυνήθη και φυσικώς ανεξήγυτα, είναι αναμενόμενα φαινόμενα της πνευματικής πραγματικότητος. Αυτά τα λείψανα, για την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και συνείδηση, αποτελούν περιουσία πολυτιμότερη και από τη διδασκαλία της θησαυρούς αναγκαιότερους και από τα σκεύη της. Στα λείψανα των μαρτύρων της εδράζονται οι άγιες τράπεζές της. Αν αυτά κάψει, θα έχει ήδη θυσιάσει τα ιερά θυσιαστήριά της θα έχει καταστρέψει τα ζωτικά σπλάχνα της.

Η ψυχή υπάρχει, ζεί και αναγνωρίζει το σώμα της και μετά θάνατον. Βλέπει και μπορεί να αντικρύσει την καύση του. Άραγε θα την εγκρίνει; Η ίδια στην κατάσταση που είναι δεν βλάπτεται από τις δικές μας ενέργειες ούτε και όταν της καταστρέφουν το δικό της σώμα.

Η ασέβεια επάνω της όμως φθείρει εμάς. Το ηθικό κριτήριο σε μία τόσο καίρια απόφαση για την Εκκλησία είναι πνευματικό δεν έχει να κάνει με τις επιλογές μίας πεθαμένης κοινωνίας, μίας κοινωνίας που αρνείται την αθανασία της, αλλά με τις προτιμήσεις της αθάνατης ψυχής, της ψυχής που επιβεβαιώνει την αιωνιότητά της.

Αν μας ρωτούσαν πως θα προτιμούσαμε να φύγει απ᾿ αυτόν τον κόσμο κάποιος δικός μας: από εγκεφαλική αποπληξία, από καρδιακή ανακοπή, με παραμορφωτικά εγκαύματα, η να αποτεφρωθεί από ανάφλεξη και πυρκαγιά, έχω την εντύπωση πως ο τραγικότερος τρόπος θα ομολογούσαμε πως είναι ο τελευταίος.Είναι φυσικό στον άνθρωπο, όταν αποχαιρετά τον άνθρωπό του, να θέλει να αντικρύσει για τελευταία φορά την οικεία σ᾿ αυτόν όψη και όχι το αποτρόπαιο κατάντημά του σε απάνθρωπη, ανοίκεια και απρόσωπη στάχτη. Η λεπτή αγάπη των στιγμών εκείνων εκφράζεται ως ανάγκη να αγκαλιάσει κανείς, να φιλήσει, να χορτάσει το βλέμμα του, να εκδηλωθεί τρυφερά πάνω στο άψυχο σώμα. Αν μας πληγώνει η βία της φύσεως, πως εμείς επιλέγουμε τη βία του αυτεξουσίου μας; Όταν κάτι είναι πολύτιμο και το χάνουμε, προσπαθούμε να κρατήσουμε όσο περισσότερο απ᾿ αυτό μπορούμε. Ποτέ δεν νομοθετούμε τη βίαιη μείωση του τελευταίου ανεκτίμητου υπολείμματός του.

Η απόφαση ότι δεν έχουμε χώρο στα κοιμητήριά μας ισοδυναμεί με προσβολή. Αν δεν έχουμε, να δημιουργήσουμε χώρο. Η αγάπη δημιουργεί και χώρο και προϋποθέσεις. Η χρηστική ανάγκη ποτέ δεν είναι ουσιαστική και πάντα πιστοποιεί τη στενότητα του καρδιακού χώρου. Η ανάγκη του σεβασμού είναι πολύ μεγαλύτερη γι᾿ αυτόν που τον εκχωρεί παρά γι᾿ αυτόν που αποδέχεται.

Έτσι που βαδίζει η κοινωνία μας δεν θα έχει μόνον έλλειψη χώρου, αλλά και ανθρώπους δεν θα βρίσκει για να θάψουν, ίσως και να κάψουν, τους νεκρούς της. Στο απέραντο γηροκομείο του «πολιτισμένου» κόσμου μας, όπου οι νέοι τείνουν να γίνουν πολύ λιγότεροι από τους ηλικιωμένους και οι γεννήσεις πολύ πιο σπάνιες από τους θανάτους, θα υπάρχουν νεκροί και όχι νεκροθάφτες. Αντί να ενδιαφέρεται η κοινωνία μας για την αρχή της ζωής, π.χ. το δημογραφικό πρόβλημα, υπερ-απασχολείται με το τέλος, την καύση. Η ίδια νοοτροπία που αποφεύγει, τη γέννηση, δηλαδή τη ζωή, αυτή που απορρίπτει και τους γέρους, αυτή που προτείνει την ευθανασία, αυτή που η ίδια δεν αντέχει και τους νεκρούς αρνείται τη δημιουργία και επιλέγει την καύση. Αυτή υπογράφει το οριστικό τέλος του τέλους το τέλος του σκοπού το τέλος του ανθρώπου.

Αυτοί που αγνόησαν το δικαίωμα του ανθρώπου για το Θεό και πρόσβαλαν τα απαράγραπτα δικαιώματα του Θεού για τον άνθρωπο, αυτοί και μόνον μπορούν να επικαλούνται τα λεγόμενα ανθρώπινα δικαιώματα για να νομιμοποιήσουν την ασέβειά τους στον άνθρωπο.

Η καύση των νεκρών δεν είναι ατομικό δικαίωμα του νεκρού πλέον ανθρώπου. Η διατήρηση του σώματός τους αποτελεί κοινωνική υποχρέωση σεβασμού και επιβιώσεως του προσώπου του. Είναι αδύνατο το θέλημα του ενός -και ας αποκαλείται αυτό δικαίωμα- να προσκρούει στην ανάγκη για σεβασμό του συνόλου. Δεν μπορεί να είναι δικαίωμα κάποιου να τον … κάψουμε εμείς! Το θέμα δεν είναι αν κάποιος επιθυμεί να καεί. Είναι αν η κοινωνία θα δεχθεί να τον κάψει.

Η κοινωνία με την καύση των νεκρών προσυπογράφει το δικό της τέλος: τον μηδενισμό της. Μία κοινωνία που δεν αντέχει τον άνθρωπο ούτε στην ασθένειά του, ούτε στην αδυναμία του, ούτε στον θάνατό του, μία κοινωνία που καίει τους νεκρούς της, μία κοινωνία που καταστρέφει και την ανάμνηση της ζωής και την ενθύμηση των μελών της -αυτό είναι τα λείψανα- μία κοινωνία που κάνει την αρχή του ανθρώπου τεχνητή και μηχανική και το τέλος του οριστικό και αμετάκλητο, μία κοινωνία που αρνείται την πνοή του αιώνιου και εγκλωβίζεται στην ασφυξία του εφήμερου, τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η κοινωνία με τη ζωή; Ακόμη και οι άθεοι υπογράμμιζαν την ανάμνηση των επίγειων θεών τους με ταριχεύσεις των σωμάτων τους (περίπτωση Λένιν), η όπου αυτό δεν ήταν δυνατόν, με κατασκευές αγαλμάτων και ψεύτικων ομοιωμάτων.Φαίνεται πως το αποτέλεσμα του ανθρωπισμού χωρίς Θεό, του πολιτισμού χωρίς αξίες και του μηδενισμού χωρίς σκοπό, το αποτέλεσμα της σύγχυσης της αθείας, είναι η εξαφάνιση του ανθρώπου, η καύση και του τελευταίου υπολείμματός του. Η καύση των νεκρών οδηγεί στην καύση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Κατόπιν τούτων, δεν είναι ότι δεν της επιτρέπεται, αλλά η Εκκλησία αδυνατεί και αρνείται να δεχθεί μία απλώς χρηστική και καθόλου πειστική λύση ελάσσονος πρακτικής βαρύτητος και να θυσιάσει το βίωμα του σεβασμού της στη θεικότητα του προσώπου του κάθε ανθρώπου, πολλώ μάλλον του ανθρώπου που αυτή βάφτισε στη κολυμβήθρα της, τιμώντας ταυτόχρονα και την ψυχή και το σώμα του. Το μείζον δεν μπορεί να υποταχθεί στο έλασσον. Είναι αδύνατον όποιος πιστεύει στην Εκκλησία και αποδέχεται την πρόταση ζωής της, όποιος ζεί την πραγματικότητα της ψυχής, όποιος σέβεται τον άνθρωπο να μην τιμά και το σώμα. Το σώμα χρήζει μεγαλύτερης τιμής και σεβασμού από την κοινωνία μετά θάνατον απ᾿ όση περιποίηση και προστασία δέχθηκε από τον ίδιο τον άνθρωπο κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Διδακτική ιστορία: Η ξεχειλισμένη κούπα

Στη διδακτική μας ιστορία, ένας πολυάσχολος άνθρωπος του καιρού μας, αποφάσισε κάποτε να επισκεφθεί ένανάγιο ερημίτη. Ήθελε να ηρεμή...