Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θαύματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θαύματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2022

Ο παπα Γιώργης από την Άρτα στο Άγιον Όρος

 


           Μια φορά στο Άγιο Όρος ήρθε μία εκδρομή από ένα χωριό της Άρτας που λέγεται Ράμια...

Έφερε ο ιερέας του χωριού ονόματι παπα-Γιώργης, τους χωριανούς του εκδρομή στο Άγιο Όρος. Ήρθε στο μοναστήρι μας την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου και ο παπα-Γιώργης μου λέει: “πάτερ πρέπει να εξομολογηθούμε. Αφού είμαι ιερέας για να δώσω το καλό παράδειγμα θα εξομολογηθώ εγώ πρώτα”.

Ο μόνος πνευματικός τότε στο μοναστήρι ήμουν εγώ αλλά ήμουν πολύ νέος και ο ιερέας ήταν 60 χρονών. Του λέω “πάτερ μου συγνώμη εγώ δεν μπορώ να σε εξομολογήσω. Εσύ είσαι ιερέας τόσα χρόνια εγώ είμαι χτεσινό παιδί. Πήγαινε βρες κανέναν Δεσπότη κανέναν γέρο”.

“Τι λέτε πάτερ” μου απαντάει, “έφερα το χωριό εδώ τελευταία μέρα τι θα κάνουμε”; Φιλονικήσαμε λίγο. Πήγα στον Γέροντά μου και τον ρωτάω τι να κάνω και μου απάντησε “δεν πειράζει ας τον εξομολογήσεις εσύ”.

Αυτός ο ιερέας ο παπα-Γιώργης είχε πάρα πολύ μεγάλη Χάρη από τον Θεό. Αλλά ήταν ολιγογράμματος. Τόσο ολιγογράμματος που δεν είχε διαβάσει ποτέ το Ευαγγέλιο. Μου λέει ο παπα-Γιώργης “Πάτερ εγώ είμαι πάρα πολύ αμαρτωλός άνθρωπος διότι όταν πήγα μια μέρα να κάνω τον Εσπερινό σηκώθηκα ένα μέτρο πάνω από τη γη. Προσβλήθηκα και ευτυχώς ήμουν μόνος μου και δεν με είδε κανένας. Είδα και έπαθα να κατέβω κάτω. Δεν ήμουν έτσι. Την ημέρα που με χειροτόνησε ο Δεσπότης και έβαλε το χέρι του πάνω στο κεφάλι μου μπήκε μια φωτιά και άναψε μέσα μου και από τότε όταν θα πάω να κάνω Λειτουργία πάντα βλέπω αυτή την φωτιά. Όταν θα κάνω Λειτουργία κάποια στιγμή θα έρθει αυτή η φωτιά να κάνει κάτι. Μια φορά ενώ ήμουν έτσι και αισθανόμουν αυτή τη φωτιά μέσα μου θυμήθηκα ότι διάβασα σε ένα βιβλίο - δεν θυμάμαι ποιο βιβλίο ήταν - το σημείο που λέει “χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς“.

Αυτό το βιβλίο ήταν το Ευαγγέλιο!! Τόση απλότητα από τον ιερέα που δεν ήξερε τι βιβλίο ήταν εκείνο. Δεν διάβαζε ποτέ το Ευαγγέλιο και δεν ήξερε τίποτε. Έμαθε την Θεία Λειτουργία απ’ έξω σε ένα χωριουδάκι με 40 κατοίκους απλοϊκούς σαν τον ιερέα τους που δεν ήξεραν τίποτα. Είχε τόση Χάρη αυτός ο ιερέας που έκανε θαύματα στο χωριό.

Μετά πήγαμε να κάνουμε παράκληση στην Παναγία την Παραμυθία που κάνουμε κάθε μέρα. Ενθουσιάστηκε ο παπα-Γιώργης κι άρχισε να ψέλνει μαζί με τους άλλους Πατέρες του μοναστηριού αλλά έψελνε... άλλα αντ' άλλων. Μετά πήγε στον Γέροντά μου και του λέει: “Εκεί που έψελναν όλοι οι μοναχοί τι ωραία που ήταν! Έβγαζε ο Χριστούλης το χεράκι του και τους χάιδευε όλους και πήγα και γω να χαϊδέψει κι εμένα!”.

Και δεν ήταν παλαβός ο παπα-Γιώργης. Ο άνθρωπος είχε τα λογικά του. Αλλά είχε τόση απλότητα που νόμιζε ότι όλοι οι ιερείς βλέπουν αυτά τα πράγματα.

​Αυτός ο άνθρωπος ζούσε την εκκλησία ως γεγονός Σωτηρίας, ζούσε την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Δεν τον ενδιέφερε να καταλάβει, δεν ήξερε τίποτα από αυτά τα πράγματα.

 Ο παπα Γιώργης από την Άρτα στο Άγιον Όρος | τί και πώς (anazhthseis-elena.blogspot.com)

Τετάρτη 20 Απριλίου 2022

Ασύλληπτο - θαυμαστό γεγονός με τον Άγιο Νικόλαο Πλανά

 

Το παρακάτω, αποτελεί αφήγηση του πρ. Διευθυντού Δημοτικής Εκπαιδεύσεως κ.Μανώλη Καπετανάκη:
Ένας από τους πολύ μεγάλους Αγίους της Εκκλησίας μας, είναι ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς. Ήταν σύγχρονος του γέροντα μου Φιλοθέου Ζερβάκου, και έλαμψε με την θαυμαστή βιωτή του.
Κάποια ημέρα εταξίδευα, μετά την κοίμηση του πατρός Φιλοθέου, με κατεύθυνση την Ι.Μονή Λογγοβάρδας της Πάρου, με το πλοίο “Αιγαίον”. Ήταν Σάββατο πρωΐ και το πλοίο επλησιάζε στην Πάρο. Εκείνο το Σάββατο το καράβι ήταν άδειο. Εγώ άρχισα να κάνω βόλτες, στα διαμερίσματα του πλοίου, ολομόναχος.
Κάποια στιγμή, ευρέθηκα στο σαλόνι της πρώτης θέσεως και βλέπω έναν ιερέα. Φαινόταν παραδοσιακός και σεβάσμιος ιερέας, τον χαιρετώ λοιπόν και αυτός ανταποδίδει τον χαιρετισμό. Εν συνεχεία του λέω: “Γέροντα να πιούμε δύο καφεδάκια, να περάσει λίγο η ώρα;;”. “Να πιούμε.”, μου απαντά. Πηγαίνω στο μπαρ, φέρνω τα καφεδάκια μας, κάθομαι δίπλα του και συστήθηκα. Ο Ιερέας ήταν κάποιος πατήρ Αντώνιος από την Νάξο.

Λέω τότε στον π.Αντώνιο: “Πατέρα έχετε κάτι ωφέλιμο να μου πείτε, να περάσει όμορφα η ώρα μας;;” και μου απαντάει:

“Έχω κάποια σπουδαία εμπειρία από την γιαγιά μου, την οποία συνηθίζω να αφηγούμαι. Άκου λοιπόν…:

Η γιαγιά μου ήταν νεωκόρος, σε μία Εκκλησία στην οποία υπηρέτησε ο παπά Νικόλας ο Πλανάς, όταν ήταν ιερέας στην Νάξο. Μία των ημερών, ημέρα Πέμπτη, λέει ο παπά Νικόλας στον προΐστάμενο ιερέα του Ναού:

«Πάτερ μου, έχω ένα επείγον ραντεβού στην Πάρο σήμερα, δώσε μου την ευχή σου να πάω να τακτοποιήσω την υπόθεση που έχω…» και ο προϊστάμενος του έδωσε την άδεια.

 Μόλις φεύγει ο παπά Νικόλας για το επείγον ραντεβού του στην Πάρο, ο προϊστάμενος ιερέας φωνάζει την γιαγιά μου και της λέει: «Είναι η πρώτη φορά που ο παπά Νικόλας μου είπε ψέματα. Θέλει, λέει, να πάει στην Πάρο, σήμερα, για κάποια υπόθεση… Πώς θα πάει στην Πάρο, αφού κάθε Πέμπτη δεν έχει καράβι για την Πάρο;; Κάνε μου την χάρη, σε παρακαλώ, τρέξε γρήγορα και παρακολούθησε να δεις τι γίνεται».
Τρέχει η γιαγιά μου και βλέπει τον παπά Νικόλα να κατευθύνεται προς μία απόμακρη παραλία. Κοίταζε η γιαγιά μου για κάποιο καΐκι ή βάρκα αλλά τίποτα, ερημιά. Τότε ξαφνικά, βγάζει το ράσο του ο παπά Νικόλας, το πετάει στην θάλασσα, και μ’ ένα σάλτο ευρίσκεται πάνω στο ράσο και αρχίζει επί του ράσου να πλέει με κατεύθυνση την νήσο Πάρο!

Σαστίζει η γιαγιά μου! Τρέχοντας επιστρέφει στον Ναό, έκθαμβη θα έλεγα, και περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια όλα τα θαυμαστά που έζησε στον προϊστάμενο. Ο προϊστάμενος ιερέας δεν επίστεψε λέξη, και είπε στην γιαγιά μου: «Αυτά τα πράγματα, αποκλείεται να γίνονται σήμερα… Λοιπόν, σταμάτα τα παραμύθια, διότι θα σε κοροϊδεύει όλος ο κόσμος». Η γιαγιά μου όμως επέμενε χωρίς να δέχεται τις αντιρρήσεις του προϊσταμένου, κάτι που τελικά δεν μπορούσε να παραβλέψει ο ιερέας, οπότε της εζήτησε να ευρεθούν το απόγευμα και να παραφυλάξουν στο σημείο όπου αναχώρησε ο παπά Πλανάς για την Πάρο.
Έτσι και έγινε. Η γιαγιά και ο ιερέας ευρέθηκαν στο συγκεκριμένο σημείο παρατηρώντας την θάλασσα προς την Πάρο. Αφού επέρασε περίπου μία ώρα, βλέπουν στο βάθος του ορίζοντα μία μαύρη κουκίδα, η οποία σταδιακά μεγάλωνε, μέχρι που τελικά διέκριναν τον παπά Νικόλα να ταξιδεύει πάνω στο ράσο του... Φθάνει στην παραλία ο παπά Νικόλας, βγαίνει από την «αυτοσχέδια βάρκα» του, σκύβει, παίρνει το ράσο από την θάλασσα, το τινάζει, το φοράει και αρχίζει να ανηφορίζει προς τον Ναό!

Λέει τότε η γιαγιά μου στον «παγωμένο» προϊστάμενο ιερέα: «Δεν μου λες πάτερ μου, τι έχεις να πεις τώρα;». Και της απαντά ο ιερέας: «Ησύχασε ευλογημένη, εδώ πρόκειται περί Αγίου…»”!

Μετά από αυτά, τα θαυμαστά που άκουσα, έκανα τον Σταυρό μου, επικαλέσθηκα τις πρεσβείες του Αγίου Νικολάου του Πλανά και συνέχισα συγκλονισμένος το προσκυνηματικό ταξίδι προς την Ι.Μ.Λογγοβάρδας!

Έκτακτο Παράρτημα: Ασύλληπτο - θαυμαστό γεγονός με τον Άγιο Νικόλαο Πλανά (yiorgosthalassis.blogspot.com)

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

Ὁ πλανεμένος ἀναχωρητὴς



Κάποιος ἀναχωρητής, ἀπὸ ἀμάθεια πιὸ πολύ, δὲν ἤθελε νά παραδεχθεῖ πώς ὁ ἅγιος "Ἄρτος" ποῦ μεταλαμβάνουμε εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου.

Οἱ γέροντες τῆς Σκήτης, ὅταν τὸ ἔμαθαν, τὸν κάλεσαν καὶ τὸν κατήχησαν μὲ τὴν ὀρθὴ διδασκαλία τῆς 'Εκκλησίας γιὰ τὰ ἄχραντα Μυστήρια.

Ἐκεῖνος ὅμως ἐπέμενε στὴν πλάνη του. Οἱ πατέρες τὸν ἄφησαν, ἀλλὰ προσευχήθηκαν νά τὸν φωτίσει ὁ Θεός, ὥστε νά καταλάβει τὴν ἀλήθεια.

Μία Κυριακὴ ὁ ἀναχωρητὴς συμμετεῖχε στὴ θεία λειτουργία ἀπὸ τὸ ἅγιο βῆμα τοῦ ναοῦ τῆς Σκήτης.

Τὴ στιγμὴ πού ὁ ἱερέας πῆρε στὰ χέρια του τὸ πρόσφορο γιὰ νά προσκομίσει, ὁ πλανεμένος μοναχὸς εἶδε...

κατάπληκτος ἕνα βρέφος ξαπλωμένο πάνω στὴν άγία τράπεζα. Κι ὅταν ἄρχισε νὰ διαμελίζει τὸν Ἄρτο φάνηκε ἅγιος ἄγγελος ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο κρατῶντας στό χέρι του ἕνα μαχαίρι.

Συγχρόνως μὲ τὸν ἱερέα διαμέλισε κι Αὐτὸς τὸ θεῖο Βρέφος κι ἔχυσε τὸ Αἷμα Του στό ἅγιο Ποτήριο. Ὁ ἀναχωρητὴς ταράχθηκε.

Μὰ ὕστερα ἀπὸ λίγο, ὅταν πῆγε νά κοινωνήσει, συνέβη κάτι πιὸ φοβερό.

Εἶδε μέσα στό ἅγιο Ποτήριο ἀνθρώπινη σάρκα βαμμένη στὸ αἷμα.

Κλαίγοντας τότε ὁμολόγησε τὴν πλάνη του καὶ παρακάλεσε τὸν Κύριο νά σκεπάσει μὲ τὴ χάρη Του τὰ θεῖα Μυστήρια, γιὰ νά τολμήσει νὰ κοινωνήσει.

Πραγματικά, μέσα στό ἅγιο Ποτήριο εἶδε πάλι ψωμὶ καὶ κρασί, ἀπὸ τὰ όποία μετάλαβε εὐχαριστῶντας τὸ Θεό.
http://panagia40ek.gr/5406EEB1.el.aspx

Πέμπτη 28 Μαΐου 2020

Το απίστευτο περιστατικό με τον ασεβή γιατρό



«Τί είναι αυτό το κόκκαλο παπά μου; Πάρτο από δω και τράβα σπίτι σου» με αυτά τα λόγια ο ασεβής γιατρός έδιωξε τον πιστό ιερέα που έφερε στην άρρωστη πρεσβυτέρα απότμημα του ιερού λειψάνου του Αγίου Παντελεήμονα. Μετανιωμένος, όμως, επέστρεψε στον ιερέα για να απολογηθεί.



Ή πρεσβυτέρα είχε όγκο στο στήθος καί εγχειρί­στηκε. Μόλις έβγαλαν τον όγκο, δίνουν ένα κομμάτι στον πατέρα Ευάγγελο να το πάει για βιοψία καί να φέρει αμέσως τ’ αποτελέσματα. Μετά την απάντηση της εξετάσεως, οι γιατροί δεν δίνουν ούτε έξι μήνες ζωής στην άρρωστη.

Ή κόρη του παπα-Βαγγέλη λι­ποθυμά μόλις το ακούει, ό ίδιος τα χάνει. «Ακου, λέει, γιατροί να το πουν έτσι ξαφνικά στο παιδί! Στά χέρια του όμως σφίγγει το χέρι του Αγίου Παντελεήμονα, πού έχει φέρει μαζί του, καί προσεύχεται.

Βγάζουν την πρεσβυτέρα από το χειρουργείο. Με λαχτάρα ό πατήρ Ευάγγελος ακουμπά πάνω στις γά­ζες πού σκεπάζουν το εγχειρισμένο στήθος της πρε­σβυτέρας, το χέρι του ‘Αγίου καί γονατιστός προσεύ­χεται.

Εκείνη την ώρα μπαίνει ό χειρουργός με τη μάσκα ακόμη. Βλέπει τη σκηνή καί βάζει τίς φωνές.

-Τί είναι αυτό το κόκκαλο παπά μου; Πάρτο από δω και τράβα σπίτι σου.

Ζαλισμένος ό καημένος, μα­ζεύει γρήγορα τ’ αγία λείψανα καί προσπαθεί να βρει την πόρτα. Μέσ’ τη ζάλη του, όμως, ακούει τη νοσο­κόμα να φωνάζει το γιατρό στο τηλέφωνο, πού τον ζή­τα επειγόντως ή γυναίκα του.

Το απόγευμα σταματά μια κούρσα έξω από το σπί­τι του ιερέα και με έκπληξη ό παπα-Βαγγέλης βλέπει να βγαίνει ό γιατρός. Πω! πω! σκέφτεται, ό γιατρός και στο σπίτι μου ακόμα με κυνηγάει! Με φρίκη, όμως, βλέπει να κατεβαίνει από τ’ αυτοκίνητο και ένας νέος παραμορφωμένος. Το στόμα του είχε πάει στ’ αυ­τί του. Αποσβολώθηκε ό παπάς.

-Πάτερ μου, του λέει ό γιατρός, εκείνο το κόκκαλο το έχεις; Με συγχωρείς, παραφέρθηκα, την ώρα πού σ’ έδιωχνα μου τηλεφώνησε ή γυναίκα μου, ότι το παιδί μας, πού έδινε εκείνη την ώρα εξετάσεις, έπα­θε ξαφνικά αυτήν την πάρεση πού βλέπεις. Κατάλαβα ότι εγώ έφταιξα καί γι’ αυτό σε παρακαλώ πολύ διά­βασε μας μια ευχή. Τη διεύθυνση σου στο χωριό την πήρα από την πρεσβυτέρα.

-Ευχαρίστως παιδιά μου, ελατέ στο εκκλησάκι. Κράτα αγόρι μου το χέρι του Αγίου καί γονάτισε.

‘Απλώνω στο κεφάλι του νέου το πετραχήλι καί αρχίζω να διαβάζω την ευχή. Καθώς διαβάζω, ακούω θόρυβο κρακ, κρακ. Σκέφτομαι, τί συμβαίνει άραγε; Τελείωσα καί, όταν σηκώθηκε το παιδί, τί να δοϋμε, το στόμα του παιδιού είχε επανέλθει στην θέση του! Πατέρας καί γιος ρίχνονται πάνω μου.

-Παπούλη πώς να σ’ ευχαριστήσουμε;

-Όχι εμένα, παιδιά μου, το Θεό καί τον «Αγιο.

Από τότε για πάρα πολύ καιρό ερχόταν τακτικά να προσκυνήσουν καί να φέρουν καί το λάδι για το καντήλι του ‘Αγίου.

Όσο για την πρεσβυτέρα, είναι τώρα περισσότερα από εϊκοσι χρόνια πού είναι τελείως καλά χωρίς να κάνει απολύτως καμμία θεραπεία. Μεγάλωσε τα παι­διά της καί ζει στο χωριό προσέχοντας το εκκλησάκι με τα τόσα άγια λείψανα, μια πού δεν υπάρχει πια ό πατήρ Ευάγγελος. Ό γιατρός πολλές φορές έλεγε στον παπα-Βαγγέλη: «Εμείς παπά μου πρέπει να τα κά­ψουμε τα βιβλία μας».


Από το βιβλίο «Σταχυολογήματα από την θαυμαστή ζωή του π. Ευαγγέλου Χαλκίδη εφημέριου Αγ. Βασιλείου Λαγκαδά», Eκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη».

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

Η ιστορία της αμαρτωλής του Βελιγραδίου.....



Μάς αφηγείται σήμερα ένας ιερέας του Βελιγραδιού τό ασυνήθιστο γεγονός μέ μία εκδιδόμενη γυναίκα στους δρόμους του Βελιγραδιού.

Μία μέρα λίγο πριν βραδιάσει βάδιζε στους δρόμους γιά τή «δουλειά» της. Καθώς περνούσε δίπλα σ’ έναν κήπο βλέπει έναν άνθρωπο να ετοιμάζεται να απαγχονιστεί. Έδεσε τό σχοινί στο κλαδί του δέντρου καί μέ μιας τό έβαλε γύρω από τό λαιμό του.

Ή γυναίκα σβέλτα πήδησε πάνω από την περίφραξη, τράβηξε τό μικρό της μαχαίρι από την τσέπη κι έκοψε τό σχοινί, οπότε ό άνθρωπος έπεσε στο χώμα λιπόθυμος. Του έκανε μαλάξεις ώσπου συνήλθε. Τότε της είπε ό αυτόχειρας: «Γιατί τό ’κανες; Εγώ δεν μπορώ να ζήσω, δεν έχω στον ήλιο μοίρα. Εξαιτίας της φτώχιας μου, ήθελα να τελειώσω μ’ αυτή τή μίζερη ζωή». Ή γυναίκα έβγαλε όσα χρήματα είχε μαζί της καί του τά έδωσε, υποσχόμενη ότι θα τόν βοηθά κι άλλο ώσπου να βρει δουλειά. Καί συνέχισε ή γυναίκα τή δική της άπρεπη δουλειά καί μέρος από τά κέρδη της άπ’ αυτή τή δουλειά, πήγαινε σ’ εκείνον φτωχό καί του έδινε γιά να συντηρηθεί. Όμως μετά από έξι βδομάδες ή γυναίκα έπεσε στο κρεβάτι βαριά άρρωστη. Της κάλεσαν τόν ιερέα. Στήν παρουσία του ιερέα εκείνη, ήδη ετοιμοθάνατη, άρχισε να λέει: «Ω, άγγελοι του Θεού, γιατί ήρθατε σ’ εμένα; Μα δεν ξέρετε, πόσο βρώμικη καί αμαρτωλή γυναίκα είμαι εγώ;».

Λίγο μετά πάλι φώναξε: «Ώ, Κύριε Χριστέ, μα κι ΕΣΥ ήρθες σ’ εμέ να την αμαρτωλή; Γιά ποιο λόγο τό αξιώθηκα αυτό; Μα μόνο με τό ότι έσωσα εκείνον τό φτωχό άπ’ τό θάνατο; Αλίμονο σ’ έμενα την ανάξια! Ώ πόσο είναι μεγάλο το έλεος του Θεού!». Λέγοντας αυτό άφησε την ψυχή της, καί τό πρόσωπό της έλαμψε σα να φωτιζόταν μέ κερί. Να, τί σημαίνει να σώσεις την ψυχή ενός ανθρώπου. Να, πως μία πράξη ελέους προς τόν πλησίον σκεπάζει πολλές αμαρτίες!

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ . ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΧΡΟΕΣ

Τρίτη 17 Μαρτίου 2020

Ὁ π.Βενέδικτος μὲ τὴν ἁγία λαβίδα μάζεψε τὴν αἱμόπτυση,ποὺ εἶχε καὶ τὴν Θεία Κοινωνία μέσα καὶ τὴν ἔφαγε



Στα Ἰωάννινα, κοντὰ στὸ ναὸ τῶν Ἅγιων Ἀναργύρων του Κάστρου μέσα στὸ κάστρο τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ, ἦταν τὸ μικρὸ Φθισιατρεῖο μὲ τοὺς ἑτοιμοθάνατους φυματικούς.

Στα χρονιὰ 1938-1940 μετὰ τὴ Θεία Λειτουργία, ὁ π. Βενέδικτος Πετράκης πήγαινε κάθε Τετάρτη κι ὅποτε ἄλλοτε χρειαζόταν καὶ κοινωνοῦσε τοὺς ἀρρώστους.

Μία μέρα κοινώνησε καὶ ἕναν φυματικὸ ἑτοιμοθάνατο. Ἐκεῖνος ἀμέσως,μόλις ἐκοινώνησε,ἔκαμε αἱμόπτυση. Ο π.Βενέδικτος μὲ τὴν ἁγία λαβίδα μάζεψε τὴν αἱμόπτυση,ποὺ εἶχε καὶ τὴν Θεία Κοινωνία μέσα καὶ τὴν ἔφαγε.

Οἱ γιατροὶ ποὺ τὸ εἶδαν τρόμαξαν καὶ φώναξαν:

-Μά!Εἶναι στὰ καλά του αὐτὸς ὁ παπὰς ἢ τρελάθηκε;!Πάει αὐτός...!Θὰ τοῦ ἔλθει ἀμέσως καλπάζουσα!

Τόση δυστυχῶς πίστη εἶχαν ἐκεῖνοι. Ποῦ νὰ εἶχαν τὴν πίστη τοῦ π.Βενέδικτου. Ὁ π.Βενέδικτος δὲν τοὺς ἔδωσε σημασία καὶ φυσικὰ δὲν ἔπαθε τίποτα. Εγνώριζε ὅτι στὴν Θεία Κοινωνία εἶναι ὁ Χριστός,ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι «πῦρ καταναλίσκον»

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ.Χαράλαμπους Βασιλόπουλου: «Βενέδικτος Πετράκης,ὁ φλογερὸς ἱεροκῆρυξ» σέλ.21,Ἔκδ. ''Ὀρθόδοξου Τύπου''

 ρωμαϊκο οδοιπορικο

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΔΙΩΞΕ ΤΗ ΓΡΙΠΠΗ



Οκτώβριος του 1918. 

Το Αγρίνιο δεν απαριθμεί περισσοτέρους από 15.000 κατοίκους. Μία επάρατος νόσος, Η ΓΡΙΠΗ, έχει ενσκήψει και θερίζει, κυριολεκτικώς, την πόλη και την γύρω περιοχή της. Δεν υπάρχει οικογένεια που να μη θρηνεί τα θύματά της. Φόβος συνέχει τους κατοίκους όλης της περιοχής, γιατί η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στο Μεσολόγγι και στο Αιτωλικό...

Στο Μεσολόγγι η επάρατη νόσος συνεχίζει να αποδεκατίζει τους κατοίκους. Καθημερινά πεθαίνουν από την γρίπη 25-30 άτομα, τα οποία μεταφέρονται με κάρα και θάβονται κατά το πλείστον χωρίς την συνοδεία ούτε ιερέως καν. Μια επιτροπή κατευθύνεται στην Ναύπακτο και αμέσως λαμβάνει την άδεια του Μητροπολίτου για την μεταφορά της Εικόνας στην πόλη. Πράγματι, την 1η Νοεμβρίου 1918, η Εικόνα φτάνει με τον σιδηρόδρομο στον σταθμό του Μεσολογγίου, όπου οι κάτοικοι αναμένουν από τη βαθιά νύκτα παρά το γεγονός ότι έριχνε καταρρακτώδη βροχή. Πολλοί από τους επιστήμονες και τους προκρίτους της πόλης προέτρεπαν το πλήθος να επανέλθει στα σπίτια του και εξέφραζαν την πεποίθηση ότι οι θάνατοι από την γρίπη τουλάχιστο θα τριπλασιασθούν. Ο λαός όμως ανέμενε καρτερικώτατα. Με την άφιξη της Εικόνας της Παναγίας της Προυσιώτισσας εψάλη στον σιδηροδρομικό σταθμό κατανυκτική Παράκληση και στην συνέχεια έγινε η είσοδος της Εικόνας στην πόλη.

Το μέγα θαύμα συντελείται. Μάρτυρες παρίστανται όλοι οι κάτοικοι.

Κατά το Μεσονύκτιο, ενώ όλοι προσεύχονταν αρχίζει να πνέει σφοδρότατος άνεμος που ξερίζωσε πολλές δεκάδες δένδρων της πόλης.

Από το πρωΐ της 2ας Νοεμβρίου 1918 κανένας θάνατος δεν σημειώθηκε στο Μεσολόγγι.

Οι κάτοικοι με πρωτοφανή ευλάβεια προσέρχονταν μπροστά στην Αγία Εικόνα ψάλλοντας την Παράκληση, προσφέροντας διάφορα αφιερώματα, χρυσό, άργυρο κλπ, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς την Παντοδύναμο Μητέρα του Θεού.

Στο Αιτωλικό επικρατεί η ίδια κατάσταση.

Οι κάτοικοι πεθαίνουν κατά δεκάδες. Η μεταφορά της Εικόνας πραγματοποιείται από την πόλη του Μεσολογγίου. Στον σιδηροδρομικό σταθμό έχουν προσέλθει όλοι, πλην ελαχίστων, οι οποίοι ανέμεναν την ιερή πομπή στο τέρμα της μεγάλης ανατολικής γέφυρας.

Διαπρύσιοι κήρυκες του συντελεσθέντος θαύματος της καταπαύσεως της νόσου μεταξύ των άλλων και ο δήμαρχος Κων. Σταράμος, καθώς και οι Παντ. Μόσχος, Χρ. Γαζώτης, Παντ. Σκόνδρας, Χρ. Μπογιατζής, Ανδρ. Λιαπίκος κα.

Απειράριθμα θαύματα διηγούνται πολλοί των κατοίκων….

Το παραπάνω κείμενο, συντάχθηκε με στοιχεία από το αρχείο του αειμνήστου Γυμνασιάρχου  του Αγρινίου, Γεωργίου Πάστρα.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2020

Των “Χαιρετισμών το μέγα κλέος” Χαράς αιτίας χαρίτωσον....



Κάθε Παρασκευή, τώρα την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, εκεί κατά το απόβραδο, ανοίγουν οι εκκλησιές και υποδέχονται τους όσους πιστούς νοιώθουν την ανάγκη να μεταγγίσουν μέσα τους λίγα ψήγματα χαράς, αγαλλιάσεως και αφάτου συγκινήσεως. Είναι, βλέπεις, η άχραντη η ώρα, που θα ψαλλούν οι Χαιρετισμοί στη Χάρη της, αυτά τα αθάνατα κι αρυτίδωτα ιερά ποιήματα, που ο πυρήνας τους διασώζει όλη την ευσέβεια και την αταλάντευτη πίστη ενός λαού. Του ευγενούς και ταπεινού λαού της χάριτος του Κυρίου Ιησού. Έτσι, μέσα στο μυρωμένο απόβραδο, που απλώνει αδίστακτα η άνοιξη, καθώς ανοίγεται πια γύρω μας, αφήνονται μέσα στις εκκλησιές πια οι ύμνοι προς την Παναγιά μας, μαζί με εκείνα τα ατελείωτα “Χαίρε”. Τα “Χαίρε΄, που μεταμορφώνουν τα μωβ της Σαρακοστής σε αναστάσιμη χαρά, σε αισιοδοξία, που είναι αναμφίβολα  φίλεμα ουράνιο. Κι ακούγονται τα “ Χαίρε”, που ευωδιάζουν από τα φρεσκοκομμένα ανοιξιάτικα άνθη και το θυμίαμα το εύοσμον και ποτίζουν μέχρι τα έσχατα κύτταρα το είναι μας.

          Αλήθεια, πόση αγαλλίαση δε φέρουν οι στιγμές αυτές, καθώς το Σαρακοστιανό απόβραδο της Παρασκευής γίνεται το σύνορο εκείνο, που μας περνάει στην άλλη μεριά, εκείνη της Αναστάσεως, αφού Εκείνη, “η κόσμω τεκούσα σωτηρίαν”, μας ανοίγει τη θύρα του Σαββατοκύριακου, όπου “καταπαύει”, για λίγο η πορεία μας, αναπαυόμαστε κι ύστερα συνεχίζουμε πάλι το ταξίδι μας προς το Πάσχα. Έτσι, παραμερίζουμε για λίγο το μισοσκόταδο των προηγουμένων ημερών, των ντυμένων με τα πένθιμα τα χρώματα της Σαρακοστής κι αφήνουμε το Σταυροαναστάσιμο φως, που ακτινοβολούν οι Θ. Λειτουργίες του κάθε Σαββατοκύριακου, να καταυγάσει λίγο το είναι μας. Μέχρι να έλθει το απόβραδο της Κυριακής, όπου με τον Κατανυκτικό Εσπερινό  θα μας φέρει και πάλι στο “στάδιον των αρετών”, για να συνεχίσουμε....

          Έτσι η αμείωτη χαρά της κάθε Παρασκευής με την Ακολουθία των Χαιρετισμών, μας συμμαζεύει γύρω από την Παρουσία της, που την ικετεύουμε να γίνει ¨”κλίμαξ γήθεν πάντας ανυψώσασα χάριτι”, αλλά και η γέφυρα, ώστε να μας μεταφέρει “εκ του θανάτου πάντας , προς ζωήν....” Τι άλλο, δηλαδή;

          π. Κ. Καλλιανός

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2020

Ἀνθή Βούλγαρη: «Τὴν ὥρα τῆς ἐπέμβασης εἶδα τὴ μορφὴ τοῦ Ἰωάννη τοῦ Ρώσου»


Καλεσμένη στὴν ἐκπομπὴ «Μεσάνυχτα» τῆς Ελεονώρας Μελέτη βρέθηκε τὸ βράδυ τῆς Τετάρτης ἡ Ανθή Βούλγαρη. Ἡ γνωστὴ δημοσιογράφος καὶ παρουσιάστρια ἀφηγήθηκε τὶς δύσκολες στιγμὲς ποὺ πέρασε ὅταν χειρουργήθηκε στὸν ἐγκέφαλο γιὰ τὴν ἀφαίρεση ὄγκου.
«Ἔπαθα ἐπιληπτικὴ κρίση τὴν ὥρα ποὺ κοιμόμουν. Ἔκανα ἐξετάσεις καὶ μοῦ βρῆκαν ὄγκο στὸ κεφάλι. Δὲν ἤθελα νὰ ζῶ μὲ φάρμακα γι' αὐτὸ ἀποφάσισα νὰ κάνω τὴν ἐπέμβαση. Πίστεψα ἀκόμα περισσότερο στὸν Θεὸ ὅταν ἔμαθα γιὰ τὸν ὄγκο. Ἔκλαψα, πέρασαν πολλὰ ἀπὸ τὸ μυαλό μου. Μὲ ἔβαλαν στὸ κρεβάτι, μοῦ φόρεσαν τὸ σκουφὶ καὶ τὴ ρόμπα καὶ λέω "Παναγία μου, ποὺ πάω; Τί πάω νὰ κάνω τώρα;". Στὴ σκέψη ὅτι θὰ ἄνοιγαν τὸ κεφάλι μου καὶ ὅτι θὰ ἔμπαιναν μέσα με ἐργαλεῖα, λέω "τί κάνω;". Καὶ μὲ τὸ ποὺ εἶδα καὶ τὸν πατέρα μου νὰ καταρρέει. Ἤμουν ὀκτὼ ὧρες μέσα στὸ χειρουργεῖο» εἶπε φορτισμένη ἡ Ανθή Βούλγαρη.
«Τὴν ὥρα τῆς ἐπέμβασης εἶδα τὴ μορφὴ τοῦ....

Ἰωάννη τοῦ Ρώσου. Ἄργησα πολὺ νὰ συνέλθω μετὰ τὴν ἐπέμβαση στὸ κεφάλι. Ἔγινε μεγάλο ξεκαθάρισα μετὰ τὴν ἐπέμβαση, χάθηκαν ἀπὸ δίπλα μοῦ φίλοι», εἶπε μεταξὺ ἄλλων ἡ Ανθή Βούλγαρη.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2019

Συγκλονιστικό: Κυβερνήτης της Sudan Air ευχαριστεί τον Αρχάγγελο Μιχαήλ!


Το απίστευτο περιστατικό που συνέβη στο Σουδάν περιγράφεται αναλυτικά στο βιβλίο του πρωτοπρεσβυτέρου Ευστρατίου Δήσσου «Το ιστορικό και τα θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου».
Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό στή μακρινή χώρα κάτω, στο Σουδάν. Στό αεροδρόμιο της πρωτεύουσας παρατηρείτο μια ασυνήθιστη κίνηση. Εκτός των κανονικών δρομολογίων, ανέμελα νιάτα, μαθητές, με τους εκδρομικούς σάκους των, είχαν γεμίσει τις αίθουσες του αερολιμένα.
Μια σχολική εκπαιδευτική, αεροπορική εκδρομή, είχε προγραμματιστεί για την ημέρα αυτή. Σχολικά τραγούδια και χαρούμενες φωνές έσπαγαν το μονότονο βουητό των αεροπλάνων, που απογειωνόταν και προσγειωνόταν εις τον αερολιμένα. Και ξάφνου τα μικρόφωνα ανήγγειλαν;..
«Οι εκδρομείς και οι κύριοι συνοδοί αυτών να επιβιβαστούν εις το σκάφος. Το σκάφος σε 5 λεπτά απογειώνεται». Ένας χείμαρρος από νέα παιδιά όρμισε στον αερολιμένα και κατευθύνθηκε προς το αεροσκάφος. Σέ τρία λεπτά όλα ήταν έτοιμα για την απογείωση.
Ο Κυβερνήτης, ένας αθλητικός νέος, πού δεν απείχε πολύ στην ηλικία από τους νέους επιβάτες του, αλλά αριστούχος και ίσως ο καλύτερος και ο πλέον δοκιμασμένος της Εταιρείας, τους καλωσόρισε στο σκάφος και τους υποσχέθηκε ένα ωραίο ταξίδι. Όλα ήταν έτοιμα.
Ο Κυβερνήτης έριξε μια -τυπική- τελευταία ματιά στά όργανα του σκάφους, δια του ασυρμάτου είπε ατό κέντρο το «Οκέϋ» καί έβαλε σε κίνηση τους κινητήρες. Το κέντρο του είπε τις τελευταίες πληροφορίες της μετεωρολογικής υπηρεσίας, πού ήταν πάρα πολύ καλές και του ευχήθηκε καλό ταξίδι.
Σέ δύο λεπτά το αεροπλάνο φιλούσε για τελευταία φορά τη γη και ορμούσε με δύναμη στους αιθέρες, σαν ένα μεγάλο αρπακτικό πουλί, για να καταβροχθίσει την απόσταση των 500 μιλίων πού τους χώριζε με το αεροδρόμιο του προορισμού τους.
Το αεροσκάφος είχε διανύσει περίπου τα 100 μίλια και όλα έδειχναν ότι συμβάλλουν εις ένα ωραίο αεροπορικό ταξίδι, μέσα σε ένα καταγάλανο ουρανό. Οι επιβάτες δε, χόρταιναν να απολαμβάνουν το ωραίο θέαμα πού τους προσέφερε το μεγάλο ύψος. Κάτω από τα πόδια τους ένας πελώριος ανάγλυφος χάρτης, ζωντανός, με χωριά, βουνά, ποταμούς και πεδιάδες απλωνόταν. Η αεροσυνοδός δεν έπαυε να τους ξεναγεί και να τους ενημερώνει συνεχώς.
Ο Κυβερνήτης έπαιρνε σειρά στο δικό του μικρόφωνο για να πιάσει συζήτηση με τους επιβάτες και να τους λέει τα μυστικά του αεροπλάνου και της τεχνικής του. Ήταν πράγματι ένα υπέροχο ταξίδι. Ο Κυβερνήτης άνοιξε τον ασύρματο και ζήτησε από το κέντρο το στίγμα του και τον καιρό. Αυτό με την σειρά του, του απάντησε και τον πληροφόρησε ότι μέχρι τέλους του ταξιδιού τους δεν προβλέπεται καμιά αλλαγή του καιρού. Έκλεισε τον ασύρματο και ζήτησε με το μικρόφωνο να μιλήσει με τους επιβάτες, όταν εμπρός του διέκρινε ένα κατάμαυρο σύννεφο. Έκλεισε το μικρόφωνο και έσφιξε το πηδάλιο να οδηγήσει το σκάφος κάτω από το σύννεφο και να μη χάσουν οι επιβάτες την οπτική επαφή τους με τη γη.Ήταν κάτω από το σύννεφο όταν εμπρός του εμφανίστηκε δεύτερο, πλέον κατάμαυρο, με βροντές και αστραπές. Είχε πέσει σε καταιγίδα!
Έδωσε ύψος στο σκάφος για να ξεφύγει, το ρολόι έδειχνε 8.000 πόδια, η καταιγίδα όμως δεν σταματούσε. Έδωσε και άλλο ύψος. Το ρολόι έδειχνε 10.000 πόδια, το μάξιμουμ της αντοχής του αεροπλάνου του, οι επιβάτες άρχισαν να θορυβούνται.Η ορατότης ήταν μηδέν. Το χαλάζι κτυπούσε σαν σφαίρες στα παράθυρα του σκάφους. Οι κεραυνοί και οι αστραπές φώτιζαν μόνον τον ουρανό σαν εχθρικό πυροβολικό που προσπαθούσε να τους καταρρίψει. Η αεροσυνοδός προσπαθούσε με ψυχραιμία να τους καθησυχάσει.
Το σκάφος σαν παιχνιδάκι μέσα στην φοβερή αγκαλιά της καταιγίδας, άρχιζε να τρίζει και το ρολόι έδειχνε 12.000 πόδια. Ο Κυβερνήτης ψύχραιμος άρχισε να κατεβάζει το σκάφος χαμηλά. 8.000πόδια, 6,000 πόδια, 5.000 πόδια, 4.000 πόδια, 3.000 πόδια, 2.000 πόδια, η ίδια κατάστασις!
Στό φόβο μήπως προσκρούσει σε καμιά κορυφή βουνού, άρχισε πάλι να ανεβαίνει. Φτάνει στα 8.000 πόδια και ανοίγει τον ασύρματο να μάθει από τον πύργο ελέγχου το στίγμα του, πού βρίσκεται και να τους πληροφορήσει ότι έχει πέσει σε καταιγίδα, παρά τις καλές μετεωρολογικές ειδήσεις, αλλά διαπίστωσε ότι δεν λειτουργεί.Άνοιξε αμέσως το ραδιόφωνο, η ίδια σιγή. Ένα κρύο χέρι έσφιξε την καρδιά του. Άνοιξε το χάρτη και προσπάθησε μόνος του να προσδιορίσει τη θέση του.Μάταιος κόπος. Με την προσπάθεια να ξεφύγει από την καταιγίδα είχε χάσει τον προσανατολισμό του. Στά μάτια του συγκυβερνήτου του άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια του πανικού. Ο Κυβερνήτης διάβασε μέσα στα μάτια του βοηθού του την αγωνία καί πριν του μιλήσει έκαμε ακόμα μία προσπάθεια με τον ασύρματο και το ραδιόφωνο.Μάταιος κόπος, η μεγάλη καταιγίδα παραδόξως τα είχε καταστρέψει! Προσπάθησε πάλι με τον χάρτη, το αυτό αποτέλεσμα.
Σέ παρόμοιες καταστάσεις, το θάρρος και η ψυχραιμία του Κυβερνήτου, φέρουν καλά αποτελέσματα. Γύρισε στον συγκυβερνήτη του που τον κοίταζε ακίνητος, μαρμαρωμένος καί του ζήτησε ψυχραιμία, διότι η κατάστασή τους είναι πολύ κρίσιμη και πρέπει να αποφευχθεί ο πανικός των επιβατών. Ο πανικός όμως δεν απείχε πολύ από τους επιβάτες. Η αεροσυνοδός μη ξέροντας απολύτως την κρισιμότητα της κατάστασης, κατέβαλε κάθε φιλότιμη προσπάθεια να τους καθησυχάσει.Πράγματι, η κατάσταση ήταν πάρα πολύ κρίσιμη. Ο κυβερνήτης, χωρίς προσανατολισμό, ασύρματο, ραδιόφωνο και στίγμα, μέσα στη φοβερή θύελλα που δεν είχε τέλος, δε μπορούσε να πιλοτάρει το σκάφος με σιγουριά. Άρχισε να κάμει κύκλους και να ανεβοκατεβαίνει, προσπαθώντας να βγει μέσα από την θύελλα. Το σκάφος τυφλά οδηγείτο από τον ψύχραιμο μέχρι στιγμής Κυβερνήτη.Όμως οι ώρες περνούσαν, θα έπρεπε να είχαν προσγειωθεί προ δυόμισι ώρες περίπου και ακόμη βρισκόταν στα ύψη. Τα καύσιμα άρχισαν να λιγοστεύουν επικίνδυνα. Καμιά βοήθεια, κανένα φωτεινό σημείο. Οι επιβάτες γνωρίζοντας εκ των προτέρων το χρόνο πού εχρειάζετο το ταξίδι τους και βλέποντας ότι έχουν καθυστερήσει πάρα πολύ, ξέσπασαν σε κλάματα και υστερισμούς, Ακόμη και η αεροσυνοδός έχασε τον έλεγχό της και δεν μπορούσε να προσφέρει καμιά βοήθεια στους επιβάτες.
Μάταια ο κυβερνήτης προσπαθούσε με το μικρόφωνο να τονώσει το ηθικό τους. Ο συγκυβερνήτης, ένα ράκος, ανίκανος να προσφέρει την παραμικρή βοήθεια. Μέσα στην αγωνία του ο κυβερνήτης ρίχνει την ματιά του στόν πίνακα των καυσίμων. Κρύος ιδρώτας τον περιέλουσε. Είχανε δεν είχανε ακόμη 20 λεπτά καύσιμα. Από την στιγμή αυτή άρχισε να κάμπτεται και αυτός. Του ήλθε να κλάψει! Κρατήθηκε. Σχεδόν ήτανε βέβαιος για την καταστροφή. Έβαλε τον αυτόματο πιλότο, έσκυψε πάνω στο πηδάλιο και αφέθηκε στο μοιραίο.Σάν κινηματογραφική ταινία, στις τελευταίες αυτές στιγμές, περνούσαν από το μυαλό του όλα τα γεγονότα της ζωής του, από τα παιδικά του χρόνια. Σέ μια στιγμή ταράχτηκε. Μα βέβαια. Στήν οθόνη των σκέψεων του παρουσιάστηκε η Ελλάδα, η Μυτιλήνη, η Συκαμνιά. Ήταν Έλληνας και η μητέρα του κατάγεται από την Συκαμνιά της Μυτιλήνης, Θυμήθηκε που μικρός ήλθε στην γενέτειρα της μητέρας του, στήν Συκαμνιά, να γνωρίσει τη γιαγιά του, τους συγγενείς του. Θυμήθηκε ακόμη ότι η ευσεβής μητέρα του, του μιλούσε συνεχώς για τον θαυματουργό Ταξιάρχη Μιχαήλ του Μανταμάδου. Θυμήθηκε ότι μαζί της πήγε στον Μανταμάδο μικρός, για να προσκυνήσουν την θαυματουργό εικόνα του Ταξιάρχη.Ένοιωσε το ρίγος που τότε ένοιωσε, όταν αντίκρισε την ανάγλυφη εικόνα του Αρχαγγέλου. Στ’ αυτιά του, ζωηρά ακούγονται και τώρα τα λόγια, τότε, των γερόντων πού του έλεγαν: «ο Αράπης, παιδί μου, όταν τον καλέσεις με πίστη, (έτσι ακόμη και σήμερα λένε τον Ταξιάρχη, λόγω της μελανής εικόνας του), είναι πάντοτε κοντά σου, πρόθυμα να σε βοηθήσει, χειροπιαστά θαύματα έχουμε εμείς στους πολέμους».
Αναρίγησε! Αναθάρρησε! Πίστευσε πραγματικά στον Μεγαλόχαρο και σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά, μέσα από την καρδιά του φώναξε με δύναμη «Ταξιάρχη μου, Αράπη μου, σώσε μας, σώσε μας και εγώ λαμπάδα ίση με το μπόϊ μου θα Σου ανάψω καί ολόχρυσο ομοίωμα του αεροπλάνου μας θα Σου κρεμάσω».
Την στιγμή αυτή, μέσα στό Γραφείο της Εκκλησίας των Ταξιαρχών, όπου μου αφηγείται τα περιστατικά ο Νικόλαος Χατζόγλου, ο κυβερνήτης του αεροσκάφους, σηκώνεται όρθιος, κατακίτρινος και τρέμοντας κάνει τον σταυρό του. Ζει ακόμη μια φορά τα περιστατικά τα μοναδικά της ζωής του και με κόπο συνεχίζει:«Τότε, εμπρός μου άνοιξαν τα κατάμαυρα σύννεφα και φάνηκε ο καταγάλανος ουρανός και όπως ανοίγει η αυλαία και φαίνεται το σκηνικό του θεάτρου, έτσι κάτω από τα πόδια μας, μέσα στον ήλιο λουσμένο φάνηκε το αεροδρόμιο του προορισμού μας. Έπιασα το πηδάλιο χαρούμενος και σε λίγο προσγειωνόμασταν ατό αεροδρόμιο. Έριξα μια ματιά στα καύσιμα και παρατήρησα ότι μας είχαν απομείνει ακόμη 5 λεπτά βενζίνη περίπου.
Με την πρώτη ευκαιρία πήρα την άδειά μου και σήμερα είμαι εδώ, Πάτερ μου, για να αποδώσω στον Άγιο, σωτήρα μας, την ευγνωμοσύνη και την λατρεία μας και να αποθέσω εμπρός Του με ευλάβεια το τάμα μου.
Στά χέρια του, που έτρεμαν, εμφανίστηκε ένα ολόχρυσο ομοίωμα αεροπλάνου. Ήταν το μεγάλο του τάμα. Τον κοίταξα με συγκίνηση. Στά δακρυσμένα μάτια του διέκρινες την ικανοποίηση πού νοιώθει κανείς όταν πραγματοποιεί μία μεγάλη του υποχρέωση. Ένιωσα τη γλώσσα μου βαριά για να μιλήσει. Τα μάτια μου να πονούν καθώς προσπαθούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα. Αρκέσθηκα μόνον να ψελλίσω το:
«Εχων Σέ προστάτην και βοηθόν,
φύλακα καί ρύστην της ψυχής μου της ταπεινής,
Μιχαήλ Πρωτάρχα καί Μέγα Ταξιάρχα,
εν ώρα του κινδύνου, Σύ μοι βοήθησαν».
Από το βιβλίο του πρωτοπρεσβυτέρου Ευστρατίου Δήσσου «Το ιστορικό και τα θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου»
Πηγή: agiameteora-friends.net