Ξεφυλλίζοντας
το αρχείο, έπεσε στα χέρια μου, ένα αφιέρωμα μιας κυρίας στην κόρη
οικογενειακής της φίλης, που ετοιμαζόταν για το γάμο της. Ήταν χρόνια πριν. Μου
φάνηκε υπέροχο. Γεμάτο ποίηση και περιεχόμενο.
Το
δημοσιεύω.
«Παιδί
μου, με το γάμο σου ξανοίγεσαι σε ένα υπερπόντιο ταξίδι.
Το λιμάνι
της ευτυχίας σου, όπου θα αγκυροβολήσεις και θα νιώσεις ασφαλής, θα είναι
αλαργινό.
Κάνε το
σταυρό σου, πριν ξεκινήσεις, και ευχήσου, μαζί και εγώ, οι φουρτούνες και οι
καταχνιές, που θα σου κρύβουν τον ήλιο και τη μέρα, να είναι λιγότερες από τις
γαλήνιες μέρες.
Τις γαλήνιες
μέρες να τις χαίρεσαι, αλλά μην γείρεις το κεφάλι ανέμελα και αφήσεις να σε
πάρει ύπνος βαρύς. Η ζωή έχει πολλές ανατροπές.
Τη μια
μπορεί να σου χαμογελά και την άλλη να σου κερνά πόνο, δάκρυ, στεναγμό.
Τη μια στο
σύζυγο και τους σπιτικούς να βρίσκεις θαλπωρή, κατανόηση σφοδρή αγάπη· και την
άλλη γκρίνιες, ζήλιες, ταπεινώσεις, αδικίες, προσβολές.
Μην ξεχάσεις
ποτέ, ιδιαίτερα αυτές τις μέρες, να συμβουλεύεσαι την πυξίδα που λέγεται
Εκκλησία. Αυτή θα σου δείχνει πάντα το Βορρά.
Το Σωτήρα
σου.
Και όταν δεν
χάνεις τον προσανατολισμό σου, τα άλλα παλεύονται.
Και όταν
επίσης στέκεσαι με ψυχραιμία, δίπλα στον πηδαλιούχο σύζυγό σου, στις μπόρες και
τις θαλασσοταραχές, μη φοβάσαι.
Μόνο που,
καθώς θα του συμπαραστέκεσαι, θα χρειαστεί στο άλλο χέρι να κρατάς στην
Παναγία. Και το προσευχητάρι της.
Για να την
μιμείσαι και να την παρακαλάς.
Να ξέρεις
πως η ζωή - θάλασσα δεν αστειεύεται.
Ούτε μπορείς
να την αλλάξεις ή να την παρακάμψεις. Και ούτε να καταργήσεις τις φουρτούνες
της.
Απλά να
είσαι έτοιμη.
Και όταν τις
συναντήσεις και σε καραβοτσακίσουν, και μαζί πνίξουν και τα όνειρά σου και τις
προσδοκίες σου, να ξέρεις να τις παλέψεις με ανθεκτικά σωσίβια και καλό
κολύμπι, στο οποίο θα έχεις ήδη ασκηθεί.
Να ξέρεις να
την παλεύεις τη ζωή.
Να μη σε
βρίσκει άπειρη μέσα στα αναποδογυρίσματα της.
Γι’ αυτό να
κρατάς ασύρματο με έμπειρους
ανθρώπους.
Τους γονείς
σου σίγουρα…, έναν καλό πνευματικό…, μια φίλη που έφτασε στο λιμάνι της χωρίς
να ναυαγήσει…
Έλεγξε καλά,
πριν ξανοιχτείς στο πέλαγος, τις αντοχές του καραβιού σου.
Και στη
διαδρομή σας να το ελέγχετε συχνά.
Και εσύ και
ο σύζυγος σου.
Για να μην
ανοίξουν ρωγμές, απ' όπου θα αρχίσουν να μπαίνουν θαλάσσια νερά.
Ρουτίνα…,
διαβολές…, καχυποψίες…, ξένοι έρωτες...
Να είσαι
άγρυπνη γι' αυτό.
Να
προλάβετε.
Μετά θα
είναι αργά.
Και η
επισκευή βέβαια μπορεί να βοηθήσει, αν ο τεχνικός είναι προνοητικός και έχει
προβλέψει τους κινδύνους...
Όλα αυτά,
που σου λέω, είναι εφόδια γι' αυτό το υπερπόντιο ταξίδι.
Και ακόμα μη
δειλιάσεις στα μισά και πέσεις στη θάλασσα να πνιγείς…
Είναι
αυτομόληση.., λιποταξία από τη ζωή..., από το φυσικό κανόνα.
Είναι
παραλογισμός, γι' αυτό και κατακριτέος.
Και
προπάντων μην ξεκινήσεις το ταξίδι με τέτοιο φρόνημα.
Με τέτοια
εναλλακτική λύση στις ανεμοθύελλες και τις θαλασσοταραχές, θα βουλιάξεις κιόλας
στα ρηχά.
Θα έχεις,
και μόνο στη σκέψη, προδώσει κιόλας τον εαυτό σου.
Δεν θέλω να
σε κουράσω άλλο.
Ούτε να σε
αγχώσω.
Απλά, μ'
αυτά τα λίγα, να σου ευχηθώ καλό κατευόδιο και ο θεός μαζί σου».
Η αδελφική
σας φίλη Δ.Π.Α.
Από άρθρο
της Κατερίνας Ζιώγα εκπαιδευτικού, στην εφημερίδα «Χρονικά Δυτικής Μακεδονίας».
-Η πνευματική καταστροφή του ανθρώπου έρχεται όταν έχει
άφθονα αγαθά. Τότε δύσκολα αισθάνεται την παρουσία του Θεού και τις ευεργεσίες
Του
-Θέλεις να παρασύρεις κάποιον μακρυά από τον Θεό; Δώστ’ του
συνέχεια άφθονα υλικά αγαθά. Και τον Θεό θα τον ξεχάσει και τα πάντα.
-Αν τα υλικά πράγματα δεν μοιράζονται με το Ευαγγέλιο, στο
τέλος θα παραχωρήσει ο Θεός να μοιρασθούν με το μαχαίρι.
-Οι άνθρωποι εάν ζούσαν απλά, ευαγγελικά κοντά στο Χριστό,
θα γλυκαίνονταν πνευματικά και δεν θα τους έπνιγε το κοσμικό άγχος, ώστε να
αγχώνονται, να πικραίνονται, να παίρνουν ύστερα ψυχοφάρμακα και γίνονται
φυτά.
Η τελευταία φωτογραφία του Αγίου Νεκταρίου. Πρόκειται για τη στιγμή που φεύγει από το Μοναστήρι του για να μεταβεί στο Αρεταίειο Νοσοκομείο, όπου πέρασε τις 47 τελευταίες ημέρες της ζωής του στη γη.
Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως γεννήθηκε την Τρίτη 1 Οκτωβρίου του
1846 στην Σηλυβρία της Τουρκοκρατούμενης Θράκης, από ευσεβείς και φτωχούς
γονείς -τους Δήμο (Δημοσθένη) και Μπαλού (Βασιλική) Κεφαλά. Ο πατέρας του
καταγόταν από τα Ιωάννινα, ναυτικός στο επάγγελμα, και η μητέρα του καταγόταν
από την Σηλυβρία. Ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας και είχε πέντε ή έξη
αδέρφια: τον Δημήτριο, τον Γρηγόριο, τη Σμαράγδα, τη Σεβαστή, τη Μαριώρα και
τον Χαραλάμπη (το όνομα και η ύπαρξη του οποίου εμφανίζονται στην διαθήκη του
Αγίου, ενώ κάποιες πηγές τον θέλουν να αντικατέστησε τον Άγιο ως διδάσκαλος στο
χωριό Λιθί της Χίου). Κατά την βάπτιση του δε, του δόθηκε το όνομα Αναστάσιος.
Τα πρώτα γράμματα μαζί με χριστιανικές διδαχές τα έλαβε από την
μητέρα του. Στη Σηλυβρία τελείωσε το δημοτικό και το σχολαρχείο. Ήταν ένα
ευφυέστατο παιδί με πολύ καλή μνήμη, που έδειξε την διδασκαλική και θεολογική
του κλίση από πολύ νωρίς. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σε ηλικία μόλις
επτά ετών, έραβε φύλλα χαρτιού μεταξύ τους με σκοπό να φτιάξει βιβλία για να
γράψει σε αυτά τα λόγια του Θεού, όπως ο ίδιος είπε στην μητέρα του.
Κατόπιν μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε στην
αρχή σε καπνοπωλείο, τόσο για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του όσο και
για να μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές του. Εκείνο τον καιρό άρχισε να μελετά
και να συλλέγει ρητά και αποφθέγματα Αγίων Πατέρων και κλασικών φιλοσόφων, τα
οποία αποτέλεσαν το δίτομο βιβλίο «Ιερών και φιλοσοφικών λογίων θησαύρισμα»,
που εξέδωσε το 1895. Τα συγκέντρωνε όχι μόνο για δική του χρήση αλλά και για να
μπορέσει να τα μεταφέρει στους συνανθρώπους του και να τους ωφελήσει.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πλευράς του χαρακτήρα του είναι ότι έγραφε
κάποια από αυτά τα γνωμικά στις χάρτινες καπνοσακούλες του καπνοπωλείου, ώστε
να τα διαβάσουν και να ωφεληθούν όσοι τις χρησιμοποιούσαν. Η πρακτική αυτή δε,
έλυνε και το πρόβλημα της δημοσίευσης τους από εκείνον, ελλείψει χρηματικών
πόρων.
Πριν ακόμα συμπληρώσει το 20ο έτος της ηλικίας του, προσελήφθη ως
παιδονόμος στο, εν Κωνσταντινούπολη, σχολείο του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου
(διευθυντής του σχολείου αυτού ήταν ο θείος του -από την πλευρά της μητέρας
του- Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης) όπου συνέχισε τις σπουδές του, ενώ ταυτόχρονα
εργαζόταν διδάσκοντας τις μικρότερες τάξεις.
Την ίδια περίοδο έλαβε χώρα και το πρώτο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου.
Ενώ βρισκόταν σε ιστιοφόρο και ταξίδευε για να πάει από την Κωνσταντινούπολη
στην ιδιαίτερη πατρίδα του -για να εορτάσει μαζί με την οικογένεια του τα
Χριστούγεννα- έπιασε μεγάλη τρικυμία. Με την παραίνεση και τις προσευχές όμως
του Αγίου, το πλοίο κατάφερε να φτάσει στον προορισμό του και έτσι γλύτωσαν την
ζωή τους οι συνεπιβάτες του και φυσικά ο ίδιος.
Μετά την Κωνσταντινούπολη ήρθε η σειρά της Χίου να φιλοξενήσει τον
«Άγιο του 20ου αιώνα». Στην αρχή εργάστηκε ως δημοδιδάσκαλος στο χωριό Λιθί,
ενώ παράλληλα κήρυττε σε Ιερούς ναούς της περιοχής.
Μετά την πάροδο επτά ετών, εισήλθε ως δόκιμος μοναχός στην «Νέα
Μονή», της Χίου, σε ηλικία 27 ετών. Τρία χρόνια αργότερα έγινε μοναχός (στις 7
Νοεμβρίου 1876) και έλαβε το όνομα Λάζαρος, ενώ άρχισε να εργάζεται ως
γραμματέας του μοναστηριού. Λίγους μήνες αργότερα (στις 15 Ιανουαρίου 1877)
χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Χίου, Γρηγόριο. Κατά την
χειροτονία του, ήταν που έλαβε το όνομα Νεκτάριος.
Το ίδιο έτος (1877) έφυγε από την Νέα Μονή με άδεια και πήγε στην
Αθήνα για να συνεχίσει τις σπουδές του. Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι
τα έξοδα των σπουδών του αυτών, κάλυψαν οι αδερφοί Χωρέμη -ο Ιωάννης και ο
Δημοσθένης Χωρέμης. Στο νησί της Χίου επέστρεψε μετά από τρία έτη, έχοντας στις
αποσκευές του το πτυχίο του Γυμνασίου.
Στα τέλη Σεπτέμβρη του 1882 μετέβη στην Αλεξάνδρεια όπου παρουσιάστηκε
στον Πατριάρχη Σωφρόνιο και του εξέθεσε την επιθυμία του να συνεχίσει τις
σπουδές του, δίνοντας του και μια συστατική επιστολή από τον Ηγούμενο της Νέας
Μονής, Νικηφόρο. Ο Σωφρόνιος όντως τον βοήθησε (αναλαμβάνοντας το Πατριαρχείο
τα ένα μέρος από τα έξοδα των σπουδών, τα υπόλοιπα τα κάλυψαν οι αδερφοί
Χωρέμη) θέτοντας του όμως ως όρο μετά το πέρας των σπουδών του, να επιστρέψει
στην Αλεξάνδρεια και να εργαστεί για το Πατριαρχείο.
Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος, πήρε για άλλη μια φορά τον δρόμο για την
Αθήνα όπου γράφτηκε στην Θεολογική Σχολή Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε τρία
χρόνια αργότερα. Στην Θεολογική Σχολή διδάχθηκε: Δογματική, Ηθική, Παλαιά
Διαθήκη, Εβραϊκά, Καινή Διαθήκη, Ποιμαντική, Πατρολογία, Χριστιανική
Αρχαιολογία, Κατηχητική, Συμβολική και Ιστορία Δογμάτων. Την περίοδο των
σπουδών του υπηρέτησε ως διάκονος στους ναούς: της Αγίας Ειρήνης (Αιόλου), της
Παντάνασσας (Μοναστηράκι) και στου Αγίου Νικολάου (Πευκάκια).
Ήταν τέλη του 1885 ή αρχές του 1886 όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια
έχοντας τελειώσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή Αθηνών. Φτάνοντας εκεί
ανέλαβε αμέσως καθήκοντα ιεροκήρυκα. Στις 23 Μαρτίου του 1886 χειροτονήθηκε
Πρεσβύτερος στον Ναό του Αγίου Σάββα από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας, ενώ τον
Αύγουστο του ίδιου χρόνου ανήλθε στο αξίωμα του Αρχιμανδρίτη. Εργάστηκε ως
γραμματέας του Πατριαρχείου και κατόπιν ως Πατριαρχικός Επίτροπος στο Κάιρο.
Τον Ιανουάριο του 1889 ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, αναγνωρίζοντας την
αξία του Αγίου και βλέποντας την αγάπη με την οποία τον περιέβαλαν οι πιστοί,
τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Πενταπόλεως. Ο Άγιος ασκούσε τα καθήκοντα του με
ζήλο και υποδειγματικό τρόπο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το ποίμνιο του να τον
αγαπά όλο και περισσότερο, ενώ -στον αντίποδα- κάποιοι στο Πατριαρχικό
περιβάλλον άρχισαν να τον συκοφαντούν -ζήλευαν την αγάπη που του είχαν οι
χριστιανοί αλλά και το μεγαλείο του χαρακτήρα του.
Οι συκοφάντες έριξαν τους σπόρους τους, κι εκείνοι βρήκαν γόνιμο
έδαφος στον υπερήλικο Πατριάρχη και φύτρωσαν. Αποτέλεσμα; Να αφαιρεθούν από τον
Άγιο Νεκτάριο τα αξιώματα του, και να του επιτραπεί μόνο να διαμένει στο
δωμάτιο του, χωρίς να μπορεί να κινείται στην περιοχή του Καΐρου και στις γύρω
κωμοπόλεις. Οι συκοφάντες όμως δεν έμειναν ικανοποιημένοι. Συνέχισαν το βδελυρό
τους έργο και έτσι, στις 11 Ιουλίου του 1890 εξεδόθη από το Πατριαρχείο
Αλεξανδρείας «απολυτήριο», με το οποίο υποχρέωναν τον Άγιο να εγκαταλείψει την
Αίγυπτο, παρόλο που εκείνος είχε συμμορφωθεί απόλυτα και χωρίς διαμαρτυρίες
στις εντολές του Σωφρόνιου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το «απολυτήριο» δεν ήταν
σύμφωνο με τους κανόνες της Εκκλησίας -δεν είχε γίνει εκκλησιαστική δίκη- αλλά
και δεν του καταβλήθηκαν οι μισθοί που του χρωστούσε το Πατριαρχείο
Αλεξανδρείας από την μέρα που χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως έως και
την ημέρα που τον ανάγκασαν να αποχωρήσει από την Αίγυπτο.
Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος πήρε για τρίτη φορά τον δρόμο για την Αθήνα.
Οι συκοφάντες είχαν πετύχει το στόχο τους.
Από την στιγμή που έφτασε στην ελληνική πρωτεύουσα, άρχισε να
αναζητά κάποια θέση που θα του επέτρεπε να προσφέρει ξανά τις υπηρεσίες του
στους ανθρώπους. Μετά από ένα χρόνο -δύσκολο λόγω της άσχημης οικονομικής του
κατάστασης- διορίστηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος ιεροκήρυκας Ευβοίας, στις
15 Φεβρουαρίου του 1891. Κοντά στους εκεί χριστιανούς έμεινε δυόμιση χρόνια,
έως τον Αύγουστο του 1893, όπου μετατέθηκε στο νομό Φθιώτιδος και Φωκίδος. Στην
νέα του θέση παρέμεινε μόλις μισό χρόνο.
Το ήθος του, ο εξαίσιος χαρακτήρας του, η ευσέβεια του, αλλά και οι
πράξεις του, έκαναν το ποίμνιο του να τον αγαπά σαν πατέρα και την φήμη του να
εξαπλώνεται συνεχώς. Όταν αυτή η φήμη έφτασε στα αρμόδια "αυτιά",
στην Αθήνα, αποφασίστηκε ο Άγιος Νεκτάριος να διοριστεί διευθυντής της
Ριζαρείου σχολής, πράγμα που έγινε τον Μάρτιο του 1894.
Στην διεύθυνση της Ριζαρείου παρέμεινε για 14 ολόκληρα χρόνια. Στο
διάστημα αυτών των ετών έδωσε νέα πνοή στο ίδρυμα και βοήθησε στην εκπαίδευση
και την ανάδειξη πλήθους κληρικών και επιστημόνων. Παράλληλα συνέχισε -με
μεγαλύτερη μάλιστα ένταση- το συγγραφικό του έργο. Μια ασχολία που τον συνόδευε
από τα νεανικά του χρόνια και που χάρισε σε εμάς πνευματικούς θησαυρούς
γεννημένους στο μυαλό και την ψυχή του Αγίου Νεκταρίου.
Τις περισσότερες ώρες της ημέρας εργαζόταν για τις ανάγκες της
σχολής και τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του τον μοίραζε στην προσευχή, στην
μελέτη, στην συγγραφή και στην αγαπημένη του ασχολία: την φροντίδα λουλουδιών
και δέντρων.
Κατά την διάρκεια των θερινών διακοπών της σχολής, το καλοκαίρι του
1898, ο Άγιος Νεκτάριος επισκέφθηκε το Άγιο Όρος, όπου και περιόδευσε στις εκεί
μονές για σχεδόν δύο μήνες. Στο διάστημα αυτό μελέτησε εκτενώς τα χειρόγραφα
στις βιβλιοθήκες των μονών, προς αναζήτηση υλικού για τις επιστημονικές
εργασίες του.
Παράλληλα με τα καθήκοντα του διευθυντού της Ριζαρείου, αναλαμβάνει
και φιλανθρωπική δράση συνδράμοντας όσους είχαν ανάγκη σε πνευματικό και υλικό
επίπεδο. Η έντονη σωματική και πνευματική δράση εκείνων των ετών, έδρασε
αρνητικά την υγεία του Αγίου, ο οποίος αρρώσταινε όλο και πιο συχνά. Τότε ήταν
που στο μυαλό του γεννήθηκε η ιδέα της επιστροφής στον μοναστικό βίο και ζήτησε
από την Νέα Μονή Χίου το απολυτήριο του, ώστε να μπορέσει να μονάσει όπου
ήθελε. Το εν λόγω απολυτήριο εστάλη από την Νέα Μονή στον Άγιο Νεκτάριο στις 24
Νοεμβρίου του 1900.
Όταν κάποια στιγμή ο Άγιος γνωρίστηκε με την Χρυσάνθη Στρογγυλού
(μετέπειτα Ηγουμένη Ξένη), μια τυφλή και ευσεβή γυναίκα, μπήκε το πρώτο
λιθαράκι για την δημιουργία της μονής στην Αίγινα. Η Χρυσάνθη μαζί με μερικές
ακόμα γυναίκες επιθυμούσαν να μονάσουν και αναζητούσαν ένα πνευματικό οδηγό,
τον οποίο βρήκαν στο πρόσωπο του Αγίου Νεκταρίου. Με παραίνεση του άρχισαν να
αναζητούν τόπο για την δημιουργία ενός μοναστηριού, και τελικά κατέληξαν σε μια
ερειπωμένη μονή -αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή και διαλυμένη από το 1834 με
διάταγμα των Βαυαρών- στην Αίγινα. Όταν επισκέφθηκε και ο Άγιος τον τόπο
εκείνο, αποφασίστηκε να επισκευαστούν τα παλαιά κτήρια της μονής και να
ξανατεθεί το μοναστήρι σε λειτουργία. Οι εργασίες για τον σκοπό αυτό ξεκίνησαν
το 1904, η δε μονή θα ήταν αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα. Ο Άγιος από την Αθήνα
-ήταν ακόμα διευθυντής στην Ριζάρειο- καθοδηγούσε τις μοναχές και όποτε έβρισκε
χρόνο επισκεπτόταν την μονή στην οποία έμελλε να περάσει τα τελευταία χρόνια
της ζωής του.
Μετά από τέσσερα χρόνια, έχοντας πλέον αποφασίσει να αποσυρθεί στο
μοναστήρι της Αίγινας και να ασχοληθεί με την οργάνωση του και την πνευματική
καθοδήγηση των καλογριών που το στελέχωναν, υπέβαλε την παραίτηση του στο
διοικητικό συμβούλιο της Ριζαρείου στις 7 Φεβρουαρίου του 1908. Η παραίτηση
έγινε δεκτή από το συμβούλιο, το οποίο τον συνταξιοδότησε -ως ελάχιστη
αναγνώριση του έργου του- με το σημαντικό για την εποχή ποσό, των 250 δραχμών
το μήνα.
Στη μονή εγκαταστάθηκε μετά το Πάσχα του ιδίου έτους, μιας και
παρέμεινε στην θέση του διευθυντή της Ριζαρείου μέχρι να βρεθεί αντικαταστάτης.
Με δικά του έξοδα έκτισε μια μικτή οικία, πλησίον αλλά εκτός της
μονής, στην οποία θα κατοικούσε. Αξιοσημείωτο είναι ότι έλαβε ενεργά μέρος στο
κτίσιμο, κουβαλώντας χώμα ή λάσπη και σκάβοντας, βοηθώντας τους τεχνίτες. Ποτέ,
σε όλη του τη ζωή, δεν θεώρησε κάποια εργασία ανάξια του. Πάντα έκανε ότι
περνούσε από το χέρι του, με ιδιαίτερη χαρά, ζήλο και ταπεινοφροσύνη!
Μια υπόθεση στην οποία αφιέρωσε κόπο και χρόνο ήταν αυτή της
επίσημης αναγνώρισης της Μονής από την Εκκλησία της Ελλάδος. Αναγνώριση που
τελικά επιτεύχθηκε τέσσερα χρόνια μετά την κοίμηση του, και ανακοινώθηκε στις
μοναχές με επιστολή του Αρχιεπισκόπου Χρυσόστομου, στις 15 Μαΐου του 1924.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Άγιος Νεκτάριος έπασχε από
χρόνια προστατίτιδα, η οποία του δημιουργούσε αφόρητους πόνους. Τελικά
συμφώνησε στις συστάσεις των γιατρών και ήρθε στην Αθήνα στο Αρεταίειο
νοσοκομείο. Εκεί νοσηλεύτηκε -στον 2ο θάλαμο του 2ου ορόφου (ήταν θάλαμος Γ
θέσης: απορίας)- για δύο σχεδόν μήνες. Στο πλευρό του, καθ' όλη την διάρκεια
της νοσηλείας του, ήταν συνεχώς -και εναλλάσσονταν σε βάρδιες- οι μοναχές
Ευφημία και Αγαπία. Τελικά γύρω στα μεσάνυχτα της 8ης προς 9ης Νοεμβρίου του
1920 ανεχώρησε για τους Ουρανούς, σε ηλικία 74 ετών.
Το σκήνωμα του Αγίου μεταφέρθηκε στην Αίγινα και από το λιμάνι
μέχρι την Μονή το μετέφεραν στα χέρια τους οι πιστοί. Όλο το νησί θρηνούσε μα
περισσότερο απ' όλους οι μοναχές που έχασαν τον Πατέρα και Οδηγό τους. Το ιερό
του σκήνωμα ήδη είχε αρχίσει να αναδίδει ευωδία. Η ταφή του, έγινε στο προαύλιο
της Μονής δίπλα στο αγαπημένο του πεύκο.
Όταν μετά από έξη μήνες άνοιξαν το μνήμα για να τοποθετηθεί μια
επιτύμβια πλάκα -δωρεά της Ριζαρείου- το σκήνωμα του εξακολουθούσε να ευωδιάζει
χωρίς να παρουσιάζει το παραμικρό σημάδι αλλοίωσης. Ενάμιση χρόνο αργότερα το
μνήμα ξανανοίχτηκε και το ιερό σκήνωμα του εξακολουθούσε να παραμένει άφθαρτο
και ευωδιάζον. Το ίδιο συνέβη και τρία χρόνια μετά την κοίμηση του. Συνολικά το
σκήνωμα του παρέμεινε σε αυτή την κατάσταση για είκοσι ολόκληρα χρόνια!
Τριάντα δύο χρόνια, δε, μετά την κοίμηση του έγινε η ανακομιδή των
λειψάνων του, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1953, από τον Μητροπολίτη Προκόπιο.
Η επίσημη αναγνώριση του, ως Αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας,
έγινε το 1961 με Πατριαρχική Συνοδική Πράξη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Τότε καθορίστηκε και η 9η Νοεμβρίου ως ημέρα εορτής του Αγίου Νεκταρίου.
Μετάφραση: Όπου επισκιάσει η Χάρη σου Αρχάγγελε, από
εκεί εκδιώκεται η δύναμη του διαβόλου, γιατί δεν αντέχει να βλέπει το φως σου ο
πεσμένος Εωσφόρος.
Γι αυτό σε παρακαλούμε σβήσε τα πυρφόρα βέλη του, που
κινούνται εναντίον μας, λύτρωσε μας με τη μεσιτεία σου από τα σκάνδαλα που μάς
βάζει, εσύ που αξίως υμνείσαι Αρχάγγελε Μιχαήλ!
Από μια συζήτηση του Αρχιμ. Βασιλείου, προηγουμένου της Ι. Μονής Ιβήρων,
με γιατρούς και φοιτητές ιατρικής στην Αθήνα.
Είστε γιατροί. Ο άρρωστος θέλει από σας την υγεία. Ζητά τη ζωή, την
παράταση, την αιωνιότητα. Δεν σας τα λέει όλ’ αυτά ξεκάθαρα, γιατί δεν μπορείτε
να του τα δώσετε.
Και για να μην τον διώξετε, για να μη σας φέρει σε αμηχανία – με το να σας
ζητά πολλά – γι’ αυτό δεν σας τα λέει ρητώς. Σας τα λέει αρρήτως. Τα πιο μεγάλα
πράγματα, που ξεφεύγουν από την αίσθηση, την προσδοκία και την έκφραση,
λέγονται αρρήτως, με μια ματιά, με το είναι ολόκληρο, τη σιωπή.
Ο άρρωστος έρχεται σε σας για να σωθεί από τον πόνο και το θάνατο. Τελικά
θέλει ένα πράγμα: «ίνα μη αποθάνη».
Εάν σεις ξέρετε σαν άνθρωποι-γιατροί ότι υπάρχει Κάποιος που μπορεί να
δώσει αυτό το αντίδοτο του θανάτου, το φάρμακο της αθανασίας, οφείλετε και
πρέπει να του το πείτε, αν τον οδηγήσετε σ’ Αυτόν, γιατί μόνο αυτό θέλει από
σας και τίποτε άλλο.
Κι αν δεν το ξέρει αυτό ο άρρωστος, αν νομίζει ότι σεις μπορείτε να του
δώσετε μόνο «ασπιρίνη», αυτό δεν πρέπει να σας εμποδίζει και δεν σας απαλλάσσει
από την υποχρέωση να του δώσετε και το Άλλο, το δραστικό, το αιώνιο.
Δεν σας ζητά ο ασθενής να του μάθετε ιατρική. Να του πείτε πώς λειτουργεί
το στομάχι ή το σώμα του όλο, ούτε πώς δρα χημικά ή άλλως το κάθε φάρμακο. Ζητά
την υγεία, τη ζωή.
Είναι παραδομένος στα χέρια σας ψυχή τε και σώματι. Αν δεν το καταλαβαίνει
ότι είναι «ψυχή τε», αν νομίζει ότι είναι μόνο σώμα και μόνο αυτό σας προσφέρει,
επειδή τη δύσκολη στιγμή σας δίδει όλο του τον εαυτό, σημαίνει ότι σας δίδει
και την ψυχή του. Εσείς μπορείτε να του πείτε, με τη σιωπή ή με το λόγο σας,
στην ώρα αυτή (που ανοίγεται ένας μοναδικός χώρος της ψυχής του, του είναι του
όλου) και για ένα άλλο οργανισμό, για ένα άλλο σώμα ψυχικό και πνευματικό, που
το αισθάνεται, αλλά δεν το βλέπει, όπως ποτέ του δεν είδε τη σωματική του
καρδιά ή τα σπλάχνα του.
Αν είστε πράγματι γιατροί, πρέπει να γνωρίζετε και να ενδιαφέρεστε για όλο
τον άνθρωπο και όχι μόνο για το χιτώνα του σώματός του και την πρόσκαιρη
διατριβή του στη γη. Και ο λόγος και η σιωπή σας πρέπει να λέει το ίδιο πράγμα
που νικά το θάνατο και εξαγγέλλει τη ζωή.
Ο πυρετός φέρνει την υγεία στο σώμα, ο πόνος φέρνει την υγεία στην ψυχή.
Να δώσετε στον άρρωστο να το καταλάβει. Να του αποκαλύψετε το είναι του. Να
λειτουργήσετε σας πραγματικοί γιατροί. Έτσι τα νοσοκομεία γίνονται – είναι –
ναοί, όπως και τα Μοναστήρια, κατά τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, είναι
νοσοκομεία.
Αν παρατείνεις τη ζωή του άλλου, όχι δέκα χρόνια, αλλά δέκα αιώνες και
ακόμη, σημαίνει ότι δεν είσαι γιατρός, αλλά κομπογιαννίτης. Γιατί ο άνθρωπος
δεν ζητά μόνο παράταση ζωής. Θέλει «ίνα μη αποθάνη». Και υπάρχει Γιατρός που
δίνει την υγεία αυτή, που είναι αιωνιότης.
Αυτή την υγεία κατά βάθος ζητούν όλοι όσοι έρχονται σε σας, αν και συχνά
περιμένουν (εξ αιτίας της κακής παραδόσεως της πετπωκυίας φύσεως και ιστορίας
μας) από σας «ασπιρίνη». Αλλά εσείς σπουδάσατε Ιατρική και πρέπει να τους
δίνετε αυτό που δεν μπορούν να βρουν μόνοι τους στο περίπτερο του κόσμου. Εσείς
γίνατε Γιατροί και πρέπει να δίνετε εκείνο που βρήκατε στο «Πανδοχείον» (Λουκ.
10, 34), στο ιατρείο της Εκκλησίας.
Ο χριστιανός γιατρός δεν είναι κομπογιαννίτης, αλλά διάκονος, νοσοκόμος
απλός του Ενός, Μεγάλου Μοναδικού Ιατρού του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Έστω
μικροί νοσοκόμοι, αδύνατοι και αδαείς, αλλά νοσοκόμοι του ενός Γιατρού.
Υπάλληλοι εξωτερικών ιατρείων, που δίδετε εισιτήριο για το νοσοκομείο της
Εκκλησίας, όπου όταν μπει κανείς, μπήκε στη ζωή, την υγεία και την αιωνιότητα,
άσχετα αν πεθάνει το σώμα του και ενταφιάσουν πρόσκαιρα το σκήνος του. Όχι,
ποτέ κομπογιαννίτες που αγωνίζεστε για παράταση πρόσκαιρης ζωής, που δεν νικάτε
το θάνατο, αλλά μόνο τον αναβάλλετε.
Αποκαλύψτε στον άνθρωπο ότι η Φύση του είναι δεκτική υγείας, μπορεί να
γίνει υγεία, αιωνιότης με το θρίαμβο του Αναστάντος.
Προσδοκούμε και ζούμε την ανάσταση και την αιωνιότητα των σωμάτων στην
Εκκλησία μέσα. Αυτό μας έμαθε ο Αναστημένος Χριστός. Μας το λέει και είναι ο
Ίδιος. Μας το λένε και το ζουν οι μεγαλύτεροι και αληθινοί αδελφοί μας – της
ιδιας με μας φύσεως – οι Άγιοι της Εκκλησίας.
Εφ’ όσον ο άρρωστος σας δίνει όλο του τον εαυτό και μπορεί να τον δείτε
από τα χέρια σας να πηγαίνει στο θάνατο, χωρίς να σας ζητά κανείς το λόγο,
πρέπει να του αποκαλύψετε την Αλήθεια, να του δώσετε όλο τον εαυτό σας φάρμακο
δραστικό. Δεν υπάρχει άλλη σχέση – θεραπεία και σωτηρία – από την ολοκληρωτική
αλληλοπροσφορά μέσα στην Εκκλησία του εν Τριάδι Θεού. Και αν είστε γιατροί
σωσμένοι ή σωζόμενοι, θεωμένοι ή θεούμενοι, με το να του δώσετε τον εαυτό σας,
θα του δώσετε το Γιατρό που κρύβετε μέσα σας, το Γιατρό και την Υγεία και την
Αθανασία που είστε, σπουδάσαντες την Ιατρική μέσα στην Εκκλησία και καταστάντες
δι’ αυτού κοινωνοί «θείας φύσεως».
Έτσι σώζετε τον ασθενή και σώζεστε ταυτόχρονα και σεις οι ίδιοι, γιατί «εν
σώμα εσμεν οι πολλοί» και μια είναι η καινή βιοτή που νικά το θάνατο από τώρα,
σε τούτη και στην άλλη τη ζωή. …Τίς χειμαζόμενος και προστρέχων, τω Λιμένι
τούτω ου διασώζεται; Τίς οδυνώμενος και προσπίπτων, τω Ιατρείω τούτω ου
θεραπεύεται; Δημιουργέ των απάντων και Ιατρέ των νοσούντων Κύριε, πριν εις
τέλος απόλωμαι, σώσον με. (Απόστιχον Κυριακής εσπέρας, Ήχος δ΄).