Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Χρήστος Γιανναράς: η (νε)ορθοδοξία, ο αποφατισμός και η ετερότητα του ανθρωπίνου προσώπου


 – Χρήστος Γιανναράς, “Για το νόημα της πολιτικής”, Ίκαρος, Αθήνα 2019, Σελ. 180

– Χρήστος Γιανναράς, “Οντολογία του προσώπου”, Ίκαρος, Αθήνα 2016, Σελ. 72
– Χρήστος Γιανναράς, “Η Ευρώπη γεννήθηκε από το «Σχίσμα»”, Ίκαρος, Αθήνα 2015, Σελ. 352
– Χρήστος Γιανναράς & Norman Russell, “Η μεταφυσική ως πρόκληση επικαιρική”, Ίκαρος, Αθήνα 2018, Σελ. 240

Ο Χρήστος Γιανναράς οπωσδήποτε δεν χρειάζεται συστάσεις. Δεκαετίες τώρα, το έργο του διαμόρφωσε σημαντικά το τοπίο στη σύγχρονη θεολογία, τη χριστιανική φιλοσοφία και γενικότερα τα ελληνικά γράμματα. Τα τελευταία χρόνια συγγράφει μερικά μικρότερα σε όγκο βιβλία, όπου επιχειρεί να συνοψίσει τις κεντρικές ιδέες των παλαιότερων έργων του. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν και τα βιβλία που θα παρουσιασθούν εδώ. Η παρουσίαση θα είναι κοινή, δεδομένου ότι τα τρία αυτά έργα αλληλεπικαλύπτονται, ως έναν βαθμό, θεματικά.

Αρχικά, τον Γιανναρά απασχολεί η οντολογία. Σκοπός του είναι να διατυπώσει μια προσωποκεντρική οντολογία. Βασική αρχή της συγκεκριμένης οντολογίας είναι η ιδέα ότι η ύπαρξη των όντων δεν είναι παρά ένα σύνολο σχέσεων. Επηρεασμένος από τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Lacan, ο Γιανναράς εξηγεί ότι ο άνθρωπος συγκροτείται ως λογικό υποκείμενο εξαιτίας της σχέσης, του συσχετισμού του με τους άλλους. Αυτή η σχέση έχει πρωτογενώς «ερωτικό» χαρακτήρα. Δεν είναι όμως μονάχα ο άνθρωπος, αλλά όλος ο φυσικός κόσμος είναι άθροισμα συντελούμενων σχέσεων των επιμέρους όντων όπως η σύγχρονη φυσική καταδεικνύει. Ωστόσο, από όλα τα όντα, μονάχα ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να συγκροτεί σχέσεις που δεν χαρακτηρίζονται αποκλειστικά από τις φυσικές αναγκαιότητες, στις οποίες μάλιστα μπορεί μέχρι και να εναντιώνεται. Αυτή του η δυνατότητα μπορεί να ονομασθεί με μια λέξη: ελευθερία. Η ελευθερία στον άνθρωπο σημαίνει πως δεν είναι υποταγμένος στη φύση/ουσία του, δηλαδή ότι έχει τη δυνατότητα να είναι και κάτι πέραν αυτών. Από όλα τα όντα μονάχα ο άνθρωπος είναι πρόσωπο. Κάθε άνθρωπος είναι μεν μέρος της ευρύτερης φύσης του (ανθρωπινότητα), συνάμα όμως είναι και προσωπική ύπαρξη («υπόσταση»). Έχει δηλαδή ιδιαιτερότητες («ετερότητα») οι οποίες υπερβαίνουν τη φύση/ουσία του. Ελευθερία, με τη γλώσσα του Γιανναρά, είναι η δυνατότητα του κάθε ανθρώπου να «υποστασιάζει ως υπαρκτική ετερότητα». Αυτή αντανακλά σε οτιδήποτε πράττει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εδώ η τέχνη, όπου όταν βλέπουμε ένα πίνακα του Van Gogh ή μία μουσική σύνθεση του Beethoven, δεν λέμε απλώς ότι αυτό είναι του αλλά ότι «αυτό είναι» Van Gogh ή αντίστοιχα Beethoven. Κορυφαία δυνατότητα της ύπαρξης είναι ο έρωτας, διότι δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να βγαίνει έξω από το εγώ του. Εκεί αναδεικνύεται η ελευθερία του, ύψιστο κατόρθωμα της οποίας είναι να υπάρχει κανείς επειδή το επιθυμεί, και να το επιθυμεί ακριβώς επειδή αγαπά. Ο Γιανναράς αντιπαραθέτει την έννοια «πρόσωπο» στην έννοια «άτομο», αντιστοιχίζοντας το πρώτο με την ελευθερία, την ετερότητα και την υπόσταση, ενώ το δεύτερο με τη φύση, την ουσία και την ομοιομορφία. Άτομο, μας λέει, είναι το αδιαφοροποίητο μέρος και τμήμα ενός συνόλου.

 

 

Η αιτιώδης αρχή του υπαρκτού είναι ένα Ον που το ίδιο είναι αγάπη («ο Θεός αγάπη εστί») και τα πρόσωπα που το συναποτελούν εκφράζουν όχι ατομικές υποστάσεις (π.χ. Δίας, Κρόνος, Απόλλων) αλλά συντελεστές σχέσεων (Πατήρ, Υιός, Πνεύμα). Πρόκειται για την Τριαδική αλληλοπεριχώρηση του Ακτίστου.  Σύμφωνα με τον Γιανναρά, η κένωση του Χριστού ήταν η εκούσια παραίτηση Αυτού από τα ιδιώματα της θεϊκής του φύσης (άκτιστο), με σκοπό την πρόσληψη της ανθρώπινης, δηλαδή αυτής του κτιστού. Με αυτόν τον τρόπο, ο Χριστός προσλαμβάνει την κτιστότητα, την περατότητα και τη φθορά, μόνο και μόνο επειδή αγαπάει τον άνθρωπο και επιθυμεί να τον καταστήσει μέτοχο της δικής του θεότητας. Η κένωση είναι η παραίτηση από τον τρόπο του ατομοκεντρισμού, παραίτηση που ωθεί τον άνθρωπος να υπάρχει ελεύθερος από τις ατομικές βιολογικές του αναγκαιότητες, να υπάρχει ελεύθερα επειδή θέλει να υπάρχει, και να θέλει να υπάρχει επειδή αγαπάει. Η διαφορά του αναίτιου- ακτίστου από το κτιστό-αιτιατό, είναι η διαφορά της ελευθερίας από την αναγκαιότητας. Πού έχει ενσαρκωθεί όμως αυτό; Έχει υπάρξει πολιτισμός που να είναι «προσωποκεντρικός»; Με αυτό περνάμε από τη θεολογία στην ιστορία. Ιστορικά, η αρχαιοελληνική πόλη γεννήθηκε όταν και επειδή βρέθηκαν κάποτε πολλοί άνθρωποι για τους οποίους η εύρεση της αλήθειας ήταν σημαντικότερη από τη χρησιμότητα Η πόλη γεννήθηκε με σκοπό να μεταβάλλει την κοινωνία της χρείας σε κοινωνία του αληθούς. Συγκεκριμένα, οι αρχαίοι Έλληνες ήταν οι πρώτοι που αναζήτησαν συστηματικά ένα κοινό κριτήριο για τη διάκριση της αλήθειας από το ψεύδος. Ως τέτοιο κριτήριο όρισαν τελικά την ομοφωνία, όταν αυτή προκύπτει από τη σύμπτωση εμπειρικών πιστοποιήσεων (όταν «πάντες ομοδοξούσι και έκαστος επιμαρτυρεί», σύμφωνα με τον Ηράκλειτο), δηλαδή κάτι είναι αληθές μονάχα όταν συμπίπτει η εμπειρία όλων ως προς αυτό. Σύμφωνα με τον Γιανναρά, αυτή η προσήλωση στην κοινή εμπειρία, που είναι ίδιον του αρχαιοελληνικού τρόπου ζωής, είναι ο αποφατισμός. Για τον αποφατισμό το αληθεύειν ταυτίζεται με το κοινωνείν. Ο αποφατισμός των Ελλήνων προσδιόριζε την αλήθεια ως μετοχή και όριζε ως αληθινό ως αυτό που κοινωνείται μεταξύ των ανθρώπων. Ο Γιανναράς αντιλαμβάνεται τους Έλληνες φιλοσόφους με τρόπο όμοιο με τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς: καθένας συνεισφέρει προσωπικά κάτι και η προσφορά δεν ανάγεται σε μεμονωμένα άτομα (π.χ. Πλάτων, Αριστοτέλης), αλλά αποτελεί προϊόν ομαδικής προσπάθειας. Για τους αρχαίους Έλληνες, η αλήθεια δεν επιβάλλεται αξιωματικά, από αυθεντίες, ή την ατομική λογική, αλλά για να χαρακτηρισθεί κάτι ως αληθές πρέπει να ομοφωνούν (ή έστω, να συμφωνούν κατά πλειοψηφία) οι άνθρωποι ως προς αυτό, να ταιριάζει δηλαδή η κοινή τους εμπειρία. Αυτή ήταν η αρχαία δημοκρατία.

 

 

Όταν λέμε ότι το μέλι είναι γλυκό, κατά τον Δημόκριτο, αυτό συμβαίνει διότι το έχουμε γευτεί μέλι και η εμπειρία όλων μας συμπίπτει (ως προς τη γεύση του, εν προκειμένω). Από αυτόν τον αρχαιοελληνικό αποφατισμό προέκυψε η άποψη ότι, για να είναι κάτι αληθινό, πρέπει να είναι αμετάβλητο και αθάνατο, δηλαδή να μη φθείρεται ποτέ. Αν όλα τα επιμέρους όντα μέσα στο σύμπαν είναι φθαρτά και εφήμερα, το μόνο που είναι πραγματικά αιώνιο είναι ο τρόπος ύπαρξης και συνύπαρξής τους. Κάτι ενδέχεται να είναι φθαρτό και να μεταβαίνει από τη ύπαρξη στην ανυπαρξία, όμως η ουσία του (αυτό που είναι) παραμένει αιώνιο, όπως παραμένει αιώνιο και ο τρόπος με τον οποίο συνυπάρχει με τα υπόλοιπα. Για τους Έλληνες αρχή του υπαρκτού ήταν ο συμπαντικός λόγος, ο οποίος ήταν αυτό που ήταν και από αυτό που ήταν καθοριζόταν η ύπαρξή του. Στην αρχαιοελληνική σκέψη, λοιπόν, η λογικότητα των πάντων είναι δεδομένη και δεν υφίσταται περιθώριο ελευθερίας των όντων, αφού το καθετί προσδιορίζεται νομοτελειακά από την ουσία/φύση του, από αυτό που είναι. Η ελληνική οντολογία ήταν ουσιοκεντρική. Η ουσία ήταν αυτή που καθόριζε την ύπαρξη. Ο κάθε θεός, για παράδειγμα, εθεωρείτο ότι δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο από αυτό που επιτάσσει η ίδια του η φύση. Στον αντίποδα του αρχαίου ελληνισμού, για τον εβραϊκό λαό και στη συνέχεια τους Χριστιανούς, ως αρχή του υπαρκτού αναγνωριζόταν ένα προσωπικό ον, ο Θεός, ο οποίος υπάρχει όχι επειδή υπάρχει κάποια αναγκαιότητα της φύσης Του αλλά επειδή θέλει να υπάρχει και θέλει να υπάρχει επειδή αγαπάει. Η εκκλησιαστική οντολογία ήταν εξαρχής μια οντολογία του προσώπου. Αυτή ήταν η διαφορά ανάμεσα στην ελληνική οντολογία και τη χριστιανική. Αυτό όμως που καθορίζει τον τρόπο της ύπαρξης, λέει ο Γιανναράς δεν είναι η οντολογία, αλλά η γνωσιοθεωρία. Και η γνωσιοθεωρία των Ελλήνων συνέπιπτε με την εκκλησιαστική, καθότι και οι δύο χαρακτηρίζονταν από αποφατισμό, δηλαδή ταύτιζαν το αληθεύειν με το κοινωνείν. Ακριβώς επειδή μοιράζονταν τον κοινό τρόπο, ήταν εύκολο στους Έλληνες να εγκαταλείψουν τη φυσική νομοτέλεια και την ουσιοκρατία, για να μεταβούν στην οντολογία του προσώπου. Από την εκκλησία του δήμου έγινε η μετάβαση στην Εκκλησία (του Χριστού). Τον αρχαιοελληνικό αποφατισμό, εξηγεί ο Γιανναράς, συναντά κανείς στα κείμενα των Εκκλησιαστικών Πατέρων:

«Ο αποφατισμός στην ελληνική παράδοση (αρχαία και χριστιανική) συνιστά έναν εμπειρισμό κοινωνικής επαλήθευσης της γνώσης που διαφοροποιείται καισαρικά από τη δυτική νοησιαρχία και τα “θετικιστικά” της παράγωγα».

Από τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά ως τις αρεοπαγιτικές συγγραφές, ολόκληρη η Ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση μαρτυρά την ίδια προσήλωση στην αλήθεια ως μετοχή και κοινή εμπειρία σχέσης ανάμεσα στους ανθρώπους. Στους εκκλησιαστικούς πατέρες διαφυλάσσεται ο γνήσιος αρχαιοελληνικός τρόπος πολιτισμού, με τη γνώση να ορίζεται ως σχέση, και  το αληθεύειν να ταυτίζεται με το κοινωνείν. Σε αυτή την παράδοση πολιτισμού, ο Θεός δεν «κατανοείται» λογικά αλλά βιώνεται όταν σχετιζόμαστε προσωπικά μαζί Του. Πρότυπο της κάθε σχέσης είναι ο έρωτας, ο οποίος συνίσταται στην άνευ όρων παράδοση του εαυτού μας στον άλλο. Αυτό είναι ένα κατόρθωμα σχέσης και, ως τέτοιο, εμπεριέχει πάντοτε τη διακινδύνευση της αποτυχίας, την «αμαρτία». Σύμφωνα με τον ίδιο, στην εκκλησιαστική παράδοση η αμαρτία νοείται όχι ως ατομική παράβαση αλλά ως «αστοχία», αποτυχία του ανθρώπου να επικοινωνήσει με τους άλλους, αλλά και με τον Θεό, υπερβαίνοντας τον εγωισμό του. Η εκκλησία είναι πρωτίστως μια αγαπητική επικοινωνία προσώπων. Σύμφωνα με τον Γιανναρά, η αντιθετική διάκριση της θρησκείας από την Εκκλησία έγκειται στο ότι η πρώτη υπηρετεί ατομοκεντρικές προτεραιότητες (ατομική σωτηρία, ηθική αξιομισθία), ενώ η δεύτερη υπηρετεί κοινωνιοκεντρικές προτεραιότητες, ακριβώς επειδή αποτελεί εμπειρία σχέσης ανάμεσα σε πρόσωπα. Η Εκκλησία είναι το «άθλημα» των «σχέσεων κοινωνίας». Αν οι Έλληνες προσχώρησαν στην Εκκλησία, και μάλιστα ραγδαία και παρά τους κρατικούς διωγμούς, επειδή αυτή τους προσέφερε κάτι που τους έλειπε δραματικά. Αυτό δεν ήταν άλλο από την επίγνωση ότι αιτία του υπαρκτού δεν είναι μια απρόσωπη συμπαντική νομοτέλεια, αλλά ένα Ον γεμάτο ελευθερία και ερωτική αγάπη για τον άνθρωπο.

 

 

Και με αυτό μεταβαίνουμε στην «πολιτισμολογία» του Χρήστου Γιανναρά, βασικό θεμέλιο της οποίας είναι η αντιπαράθεση δύο εντελώς ασύμβατων κοσμοειδώλων (τα ονομάζει «παραδείγματα»), του Ελληνικού και του Δυτικού. Οι διαφορές ενός πολιτισμού από έναν άλλον οφείλονται στις διαφορετικές συλλογικές ανάγκες των μελών τους ή, ακριβέστερα, η διαφορετική ιεράρχηση των αναγκών, που κάνει εκάστη συλλογική οντότητα. Αν όμως το τι είναι ένας πολιτισμός εξαρτάται από την ιεράρχηση αναγκών που κάνει, η αντίθεση ανάμεσα σε ελληνισμό και Δύση έγκειται στους διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης και συνύπαρξης που εκφράζουν. Σύμφωνα με τον Γιανναρά, η διαφορά ανάμεσα στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό και στην Ορθόδοξη χριστιανική Εκκλησία ήταν μικρότερη σε σχέση με τη διαφορά ανάμεσα στην Ορθόδοξη χριστιανική Εκκλησία και στη σύγχρονη Δυτική σκέψη. Το να κάνουμε λόγο για «ελληνοδυτικό πολιτισμό» ισοδυναμεί με το να κάνουμε λόγο «ξύλινο σίδερο», πρόκειται για αντίφαση εν τοις όροις. Τις απαρχές του Δυτικού πολιτισμού ο Γιανναράς τις αναζητά στη μεγάλη μετανάστευση των «βάρβαρων» γερμανικών φύλων προς τη ρωμαϊκή Ευρώπη. Αυτή η κάθοδος των βαρβάρων γερμανικών φύλων υπήρξε το ξεκίνημα του δυτικοευρωπαϊκού Μεσαίωνα, κατά τον οποίο έλαβε χώρα μια ριζική ανατροπή:  η αρχαιοελληνική κοσμοθεωρία ανασυγκροτήθηκε με ανεστραμμένους όρους. Η επέκταση της αυγουστίνειας σκέψης σε όλη τη Δύση κατέστη αδήριτη ανάγκη, μερικούς αιώνες έπειτα, όταν τα γερμανικά φύλα συνενώθηκαν με αρχηγό τον Καρλομάγνο και ως αποτέλεσμα της ανάγκης συγκρότησης μιας δεύτερης αυτοκρατορίας (εκτός της βυζαντινής). Δεδομένου ότι τότε ο πολιτισμός ταυτιζόταν με την αποδοχή της χριστιανικής πίστης, ήταν απαραίτητος ο εκχριστιανισμός των «βάρβαρων» γερμανικών φύλων του Πρώιμου Μεσαίωνα, συνάμα όμως η νεοσχηματισθείσα αυτοκρατορία έπρεπε, σύμφωνα με τον σύμβουλο του Καρλομάγνου, Αλκουίνο, να διακρίνεται πολιτισμικά από το Βυζάντιο της Ανατολής. Η κληρονομιά του Αυγουστίνου όμως δεν σταματά εδώ. Μια επίσης αξιοσημείωτη ιδέα την οποία αυτός ο μεγάλος εκκλησιαστικός συγγραφέας κληροδότησε στη Δύση, είναι η ιδέα του απόλυτου προορισμού (praedestinatio). Ο Δυτικός πολιτισμός εδραιώθηκε οριστικά με το Σχίσμα. Αν το ανθρώπινο υποκείμενο δεν υπάρχει πρώτα και έπειτα σχετίζεται, αλλά αντίθετα υπάρχει εξαρχής σχετιζόμενο, τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι η Δυτική σκέψη τείνει στην αυτονόμηση του υπάρχοντος από τις σχέσεις που αυτό συγκροτεί. Ο «τρόπος» βίου της Δύσης, όντας ατομοκεντρικός και χρησιμοθηρικός, είναι ασυμβίβαστος με τον σχεσιοκεντρικό «τρόπο» που αντιπροσωπεύει ο ελληνισμός και η Εκκλησία. Μετά την ίδρυση του ελλαδικού κράτους, ο ελληνικός τρόπος αποτελεί μονάχα αντικείμενο λόγου και δεν πραγματώνεται πλέον πουθενά σε θεσμικό επίπεδο. Εξάλλου, το ίδιο το εθνικό κράτος ως σχηματισμός αποτελεί Δυτική κατασκευή και δεν συνάδει με τον ελληνικό «τρόπο», είναι δηλαδή άσχετο με τους Έλληνες. Τουλάχιστον δύο αιώνες τώρα, οι Έλληνες προβάλλουν την υπεραναπλήρωση της μειονεξίας που γεννά η σύγκριση με την Ευρώπη. Κατά ομολογία του ίδιου, η κριτική του στη Δύση έχει τον χαρακτήρα αυτοκριτικής:

«[…] όταν κρίνω τη Δύση και τον πολιτισμό της, δεν κρίνω κάτι έξω από μένα, κάποιον αντίπαλο πολιτισμό. Κρίνω τη ζωή μου, τη νοο-τροπία μου, τα αντανακλαστικά και τους θεσμούς που συγκροτούν τον ψυχισμό μου».

Παράλληλα, ο Γιανναράς παραδέχεται ότι:

«χωρίς θητεία στη φιλοσοφικά συνεπέστατη μηδενιστική οντολογία του Heidegger, δεν θα είχα κατανοήσει ποτέ τις εσωτερικές αντιφάσεις της δυτικής μεταφυσικής (και αντι-μεταφυσικής) παράδοσης, επομένως δεν θα είχα επιχειρήσει την αναζήτηση των απαντήσεων της εκκλησιαστικής μαρτυρίας στα ερωτήματα της οντολογίας- την άρθρωση μιας συστηματικής οντολογίας του προσώπου».

Ελάχιστες εξαιρέσεις έχουν σημειωθεί από τότε και βρίσκονται κυρίως στον πολιτισμικό χώρο: χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λεγόμενη «Γενιά του ‘30» (και πριν από αυτή οι Παπαδιαμάντης, Ίων Δραγούμης και Σπυρίδων Ζαμπέλιος), οι εκπρόσωποι της οποίας κατάφεραν να παρουσιάσουν την πολιτισμική δημιουργία των υπόδουλων στους Οθωμανούς Νεοελλήνων, δείχνοντάς μας έτσι πως ο ελληνισμός διατήρησε εντός του τον ελληνικό τρόπο, παραμένοντας ένα αντίβαρο στην παντοδυναμία της χρησιμοθηρίας του Δυτικού πολιτισμού. Ο Γιανναράς κάνει λόγο για: αρχιτεκτονική, ποίηση, μουσική, λαϊκή ενδυμασία, αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες, συντεχνίες και διεθνές εμπόριο. Κατά τη γνώμη του, αυτές οι μικρές εξαιρέσεις καταδεικνύουν πειστικά ότι επιβιώνει ο ελληνικός τρόπος μέχρι και στην παρηκμασμένη εποχή μας. Σήμερα το πολιτισμικό υπόδειγμα της Δύσης περνάει κρίση, καθώς έχει πάψει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ανθρώπων του. Μένει λοιπόν να ανακαλύψουμε τι θα προκύψει μετά την οριστική εξαφάνισή του από την ιστορία. Αυτή είναι, σε γενικές γραμμές, η γιανναρική συλλογιστική. Μπορούμε τώρα να περάσουμε σε κριτικά σχόλια.

 

 

Αρχικά, πρέπει να σημειωθεί πως ο Χρήστος Γιανναράς συλλαμβάνει τη φύση με μάλλον αρνητικό τρόπο, σαν καταδυναστεύουσα το ανθρώπινο πρόσωπο, με το οποίο βρίσκεται σε μια πλήρη αντίθεση, ώσπου ο Χριστός να δράσει «συμφιλιωτικά» ανάμεσά τους. Πώς γίνεται, όμως, από τη μια πλευρά η φύση ο κόσμος/φύση η ίδια να είναι άθροισμα συντελούμενων σχέσεων, και την ίδια στιγμή να ωθεί τους ανθρώπους σε εγωκεντρισμό και ατομικισμό, με τη συγκρότηση σχέσεων να είναι ένα τόσο σπάνιο και εξαιρετικό πολιτισμικό επίτευγμα; Ιστορικά, πρέπει να σημειωθεί, η χρησιμοθηρία όχι απλώς δεν υπήρξε κάποια «πρωτόγονη» ή διαχρονικά κυρίαρχη στάση του ανθρώπου, αλλά αποτελεί ένα σχετικά πρόσφατο γεγονός και ιδιαιτερότητα του Δυτικού πολιτισμού, από μια συγκεκριμένη ιστορική φάση του και έπειτα 1. Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να εκλαμβάνεται σαν ελληνική «ιδιαιτερότητα» και μοναδική εξαίρεση αυτό που συνέβαινε λίγο-πολύ σε όλες τις παραδοσιακές-προνεωτερικές κοινωνίες: τέτοια παραδείγματα είναι οι κοινοί εορτασμοί, η προτεραιότητα του κοινωνικού συνόλου έναντι του ατόμου, καθώς και ο έλεγχος του ατόμου από το σύνολο. Αντίθετα, ο ατομικισμός που γέννησε η Δύση είναι το σπάνιο, ίσως και μοναδικό στα χρονικά φαινόμενο: το άτομο επιτρέπεται πλέον να αμφισβητεί ανοικτά και θεσμικά το ευρύτερο σύνολο. Όσο για την ελληνική Αρχαιότητα, αβάσιμη είναι η ταύτιση αρχαιοελληνικής πόλης με δημοκρατία και φιλοσοφία, δεδομένου ότι όχι απλώς οι περισσότεροι σημαντικοί στοχαστές υπήρξαν μάλλον αντιδημοκράτες και ελιτιστές, αλλά και του ότι η αρχαία δημοκρατία, με τον οποία ταυτίζει ο Γιανναράς τον ελληνισμό γενικά, διήρκεσε ελάχιστα, με ορισμένες περιοχές να μην την υιοθετούν ποτέ (π.χ. Σπάρτη, Κρήτη). Όσο για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτός δεν είναι μια ενιαία φιλοσοφία ή κοσμοθεωρία, αλλά ένα σύνολο από πολλά και ενίοτε αλληλοσυγκρουόμενα χαρακτηριστικά. Ο Πλάτων, στον διάλογό του Πολιτεία, μιλούσε εναντίον του Ομήρου, στρεφόμενος παράλληλα με αποδοκιμασία εναντίον του Περικλή και της αθηναϊκής δημοκρατίας γενικότερα, ο Αριστοτέλης, όντας πιο μετριοπαθής, προτιμούσε άλλα πολιτεύματα ως καλύτερα του δημοκρατικού  ο Ηράκλειτος έλεγε για τον Όμηρο και τον Αρχίλοχο ότι πρέπει να τους ραπίσουν δημόσια, στις Διατριβές του Επικτήτου ασκείται σφοδρή εναντίον του επικουρισμού, ο δε Πλάτων απεχθανόταν όχι μονάχα τους σοφιστές αλλά και τον Δημόκριτο, ενώ είχε μάλιστα θελήσει να κάψει τα έργα του, σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, αλλά τον συγκράτησαν την τελευταία στιγμή οι οπαδοί του Πυθαγόρα. Αν ο «ελληνοχριστιανισμός», που ο Γιανναράς έχει καταγγείλει ως ιδεολογικό, χαρακτηρίζεται προ παντός από την απόλυτη ταύτιση Χριστιανισμού και ελληνισμού στα ουσιώδη ζητήματα, τότε και το γιανναρικό πνευματικό οικοδόμημα είναι μια ακόμη εκδοχή του. Τέλος, ο συγγραφέας μιλάει για τις ανάγκες των επιμέρους πολιτισμών, αν και σχεδόν ποτέ δεν αναφέρεται σε άλλους πολιτισμούς πέραν Ελλάδας και Δύσης. Και τι νοείται σαν «Δύση»; Η Γερμανία δεν υπήρξε ανέκαθεν αυτονόητα «Δυτική» αλλά βίωσε κρίση ταυτότητας που τη σημάδεψε πολιτισμικά. Από εκεί ξεκίνησαν, μάλιστα, τόσο ο ρομαντισμός όσο και ο εθνικισμός (παγγερμανισμός), ασύνειδη και έμμεση μίμηση των οποίων υπήρξε ο ρωσικός πανσλαβισμός, μαθαίνουμε από ιστορικούς των ιδεών, καθώς και οι διάφορες ελληνοκεντρικές ιδεολογίες που τονίζουν τη διαφορά μας από τη Δύση. Σημαντικά χαρακτηριστικά του ρομαντισμού, που συναντώνεται πολύ στα βιβλία του Γιανναρά, είναι η έμφαση στο πρόσωπο και στη μοναδικότητά του, στον έρωτα, η αδυναμία της λογικής μας να συλλάβει πλήρως αυτές τις βαθύτερες πραγματικότητες, καθώς και η ρητή απόρριψη κάθε αντικειμενικής ηθικής. Αναδεικνύοντας όμως σαν ελληνική «αντιπρόταση», στη Δύση και στον πολιτισμό της, μια συλλογιστική που εκπηγάζει από την ιστορία των ιδεών της Δύσης (ο εθνικισμός του Dostoevsky και ο υπαρξισμός στοχαστών τύπου Heidegger, δύο από τις ισχυρότερες επιδράσεις στον εν λόγω συγγραφέα, αποτελούν, με διαφορετικό τρόπο η καθεμιά, μετεξελίξεις γερμανικού ρομαντισμού), οι ίδιες οι προϋποθέσεις της κριτικής αυτής τίθενται υπό αμφισβήτηση.

 

 

___________________

[1] Ας θυμηθούμε εδώ τα potlatch των Ινδιάνων της Βορειοδυτικής Αμερικής, η οικονομία των οποίων, σύμφωνα με τον Marcel Mauss, δεν διέθετε ανταλλακτικό χαρακτήρα αλλά αντίθετα είχε ως πρώτο μέλημα την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των φυλών. Σύμφωνα με τον Veblen, η ιδιοκτησία εμφανίστηκε αρχικά ως λεία-τρόπαιο της επιτυχούς επιδρομής και λεηλασίας, με την αξία των κατεχομένων αντικειμένων ή ανθρώπων να έγκειται βασικά στο ότι αναδείκνυαν την ανωτερότητα σε σχέση με τους εχθρούς (γειτονικές φυλές), από τους οποίους είχαν αφαιρεθεί ως λάφυρα πολέμου. Σε αυτό το πολιτισμικό στάδιο, που είναι καθολικό, η ληστρική ιδιοκτησία θεωρείται ανώτερη από την παραγωγική. Μία από τις κυριότερες διαφορές του αρχαϊκού ανθρώπου από τον σύγχρονο, είναι το ότι εκεί όπου ο πρώτος αναγνωρίζει την ιερότητα της τροφής και της σεξουαλικότητας,  θεωρώντας τα «μυστήρια», ο δεύτερος τα συλλαμβάνει απλά σαν φυσιολογικές πράξεις, γράφει κάπου ο Mircea Eliade. Στρεφόμενοι λοιπόν προς τους αρχαϊκούς ή και πολιτισμικά «πρωτόγονους» λαούς, συναντάμε ελάχιστη επιμονή στη χρησιμότητα και μεγάλη έμφαση στις προσωπικές σχέσεις. Μάλιστα, ακόμη και στον δυτικοευρωπαϊκό Μεσαίωνα παρατηρείται ελάχιστη ορθολογική αξιοποίηση της εργασίας, σύμφωνα με τον Sombart στην πραγματεία του Ο Αστός, με τους οικονομικούς υπολογισμούς να γίνονται εξαιρετικά χοντροκομμένα και πρόχειρα, και τις γιορτές/ημέρες σχόλης να είναι αριθμητικά περισσότερες από τις εργάσιμες. Κοινωνιολόγοι σαν τον Max Weber αναδεικνύουν την ορθολογικότητα στη διαχείριση χρόνου και χρημάτων (χρησιμοθηρία) να αναπτύσσεται (προ παντός) στη Νεώτερη Ευρώπη, στον αντίποδα όλων των παραπάνω και με αργό τρόπο, πράγμα που ο Γιανναράς παραβλέπει εντελώς, όταν την εξομοιώνει με φυσικό «πρωτογονισμό».

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Πῶς νὰ φερόμαστε σὲ δύσκολα παιδιὰ – Αγίου Παισίου τὁυ Ἁγιορείτου.



 (Ἐπιστολὴ γραμμένη ἀπὸ τὸν γέροντα Παΐσιο σὲ μιὰ οἰκογένεια ποὺ ἦταν πολὺ πιστή, μορφωμένη κοινωνικὰ καὶ πνευματικά, καὶ βρισκόταν σὲ ἀπόγνωση λόγω τῆς συμπεριφορᾶς τῆς κόρης τους).

Ἀγαπητέ μου ἀδελφὲ «Χαῖρε ἐν Κυρίῳ.
Σχετικὰ μὲ τὸ παιδί σας πού μοῦ γράφετε, ἔχω τὴ γνώμη ὅτι μία αὐστηρὴ στάση θὰ τὸ κάνη πολὺ χειρότερα. Νὰ τοῦ λέτε τὸ καλὸ μὲ καλὸν τρόπο καὶ νὰ μὴν τὸ πιέζετε μετά, ἀλλὰ νὰ δείχνετε ὅτι στενοχωρεῖσθε γιὰ τὸν δρόμο ποὺ τραβάει (πράγμα ποὺ θὰ φαίνεται μόνο του, γιατί οὔτε ἡ χαρὰ κρύβεται οὔτε καὶ ἡ στενοχώρια).

Θὰ κάνετε ἐσεῖς τὸ καθῆκον σας μὲ τὶς συμβουλὲς καὶ μετὰ νὰ τὸ ἐμπιστευθῆτε στὸν Θεό. Νομίζω ὅτι περισσότερα ἀποτελέσματα θὰ φέρη, ὅταν ὁ πόνος ἀξιοποιηθῆ στὴν προσευχή, παρὰ νὰ πονᾶτε γιὰ τὶς ἀταξίες τοῦ παιδιοῦ ἐπιμένοντας, γιατί τὸ παιδὶ τώρα εἶναι ἀναστατωμένο ἀπὸ τὴν σάρκα καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ πονηροῦ, γιατί τοῦ ἔδωσε δικαιώματα.

Μπόρα εἶναι καὶ θὰ περάση. Μὴν στενοχωρεῖσθε, θὰ συνέλθη ἀργότερα. Οὔτε καὶ νὰ τὸ πάρετε κατάκαρδα, ποὺ θὰ χάση τὴν ἁγνότητά του καὶ τί θὰ γίνη μετά, γιατί οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας ἔχουν ἄλλο τυπικό, τὴν ἁμαρτία τὴν ἔκαναν μόδα. Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς ἐλεήση. Κοιτάξετε ὅσο μπορεῖτε νὰ μὴν τὸ ἀποπαίρνετε, ὅπως ἀνέφερα, γιὰ νὰ μὴν κόψη τὸ σκοινὶ καὶ φύγη ἀπὸ τὴν οἰκογένεια, γιατί θὰ συνέλθη μετὰ καὶ δὲν θὰ θέλη νὰ πλησιάση ἀπὸ ἐγωισμό, ὁπότε θὰ χαθῆ τελείως…

…Νὰ κάνετε ἕνα μικρὸ διάστημα ὑπομονή, νὰ παραβλέπετε τὶς ἀταξίες της, νὰ σᾶς πλησίαση λίγο περισσότερο καὶ τότε νὰ βρῆτε καμιὰ ἀφορμὴ μὲ τρόπο νὰ τὴν συμβουλέψετε… Πάντως μὴ στενοχωρεῖσθε, δὲν θὰ ἀφήση ὁ Θεός, οὔτε καὶ τὶς ἁμαρτίες τῶν παιδιῶν τῆς ἐποχῆς μας (τώρα) θὰ τὶς κρίνη τὸ ἴδιο μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν παιδιῶν τῆς δικῆς μας (τότε, παλιότερης) ἐποχῆς.

Εὔχεσθε, καὶ ἐγὼ θὰ εὔχομαι, καὶ ὁ καλὸς Θεὸς νὰ βοηθήση καὶ τὸ παιδί σας καὶ ὅλα τὰ παιδιά σας καὶ ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ κόσμου.

Μὲ ἀγάπη Χριστοῦ

Από το περιοδικό: Ὁ Ὅσιος Φιλόθεος τῆς Πάρου – Ὁ ἀσκητὴς καὶ ἱεραπόστολος (1884-1980), Τεῦχος 25, 2009.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Χριστιανοποίηση χωρὶς πρόσληψη τοῦ Χριστοῦ — Γιατὶ ἡ Δύση χρειάζεται νέα ἱστορικὴ ἀνάγνωση


 

Μετὰ τὸν 5ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ τὴ διάλυση τοῦ δυτικοῦ μέρους τῆς Ῥωμαϊκῆς Οἰκουμένης, ἡ Εὐρώπη μεταβάλλεται ριζικὰ. Γότθοι, Φράγκοι, Σάξονες, Λογγοβάρδοι καὶ ἄλλες γερμανικὲς φυλὲς ἐγκαθίστανται στὰ παλαιὰ ρωμαϊκὰ ἐδάφη καὶ συγκροτοῦν νέες πολιτικὲς μορφές. Τὴν ἴδια περίοδο, ὁ Χριστιανισμὸς ἐπεκτείνεται καὶ στὸν δυτικὸ αὐτὸ κόσμο. Βασιλεῖς βαπτίζονται, ναοὶ χτίζονται, ἐπίσκοποι ἀναλαμβάνουν ρόλο καὶ χριστιανικὰ σύμβολα κυριαρχοῦν δημόσια. Ἡ συμβατικὴ ἱστοριογραφία βλέπει, σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο, σχεδὸν αὐτονόητα τὴ γέννηση τῆς «χριστιανικῆς Εὐρώπης». Ἀλλὰ ἐδῶ βρίσκεται μία ἀπὸ τὶς βαθύτερες συγχύσεις τῆς ἱστορικῆς ἀναγνώσεως.

Διότι ἄλλο πράγμα εἶναι ἡ χριστιανοποίηση καὶ ἄλλο ἡ πρόσληψη τοῦ Χριστοῦ.

Χριστιανοποίηση σημαίνει κυρίως μία ἐξωτερικὴ μεταβολή. Ἕνας λαὸς βαπτίζεται, ἀλλάζει δημόσιες τελετές, χτίζει ναούς, καταργεῖ παλαιὰ εἴδωλα, υἱοθετεῖ νέα ἑορτολόγια καὶ ἐντάσσει τὸ χριστιανικὸ στοιχεῖο στὴ δημόσια ζωή του. Ἡ κοινωνία παύει νὰ εἶναι φανερὰ παγανιστική. Τὰ σύμβολα ἀλλάζουν. Ἡ δημόσια μορφὴ μεταμορφώνεται.

Ἡ πρόσληψη τοῦ Χριστοῦ, ὅμως, σημαίνει κάτι πολὺ βαθύτερο. Δὲν σημαίνει ἀλλαγὴ συμβόλων ἀλλὰ ἀλλαγὴ κέντρου ἀναφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Σημαίνει μεταμόρφωση τῆς ἀνθρωπολογίας. Σημαίνει ὅτι ἐκεῖ ποὺ πρὶν βρισκόταν στὸ κέντρο ἡ φυλή, ἡ δύναμη, ὁ πόλεμος, ἡ κυριαρχία καὶ ἡ βία, τώρα τίθεται ὁ σταυρωμένος Χριστός. Δηλαδή ἡ ταπείνωση, ἡ μετάνοια, ἡ θυσία, ἡ συγχώρηση, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ κοινωνία προσώπων.

Μία κοινωνία δὲν ἔχει προσλάβει πραγματικὰ τὸν Χριστὸ ἐπειδὴ γέμισε ναούς. Τὸ κριτήριο εἶναι βαθύτερο. Ποιὸς γίνεται τὸ πρότυπο τοῦ ἀνθρώπου; Ποιὸν θαυμάζει βαθύτερα μία κοινωνία; Τὸν κατακτητὴ ἢ τὸν μάρτυρα; Τὸν πολεμιστὴ ἢ τὸν ὅσιο; Τὸν κυρίαρχο ἢ τὸν μετανοοῦντα; Τὸν ἰσχυρὸ ἢ ἐκεῖνον ποὺ θυσιάζεται γιὰ τὸν ἄλλον;

Ἀλλὰ γιατί οἱ γερμανικὲς φυλὲς χριστιανοποιοῦνται; Ὄχι πρωτίστως ἐπειδὴ μεταμορφώνονται ἐσωτερικὰ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ ἐπειδὴ χρειάζονται μία νέα μορφὴ ἑνότητος. Ὁ κόσμος τους εἶναι κατακερματισμένος, φυλετικός, βίαιος καὶ διαρκῶς ἐμπόλεμος. Μικρὲς πολεμικὲς ἀριστοκρατίες συγκρούονται συνεχῶς, ἐνῶ ἡ κατάρρευση τῆς Ῥωμαϊκῆς διοικητικῆς δομῆς ἀφήνει πίσω της κενὸ νομιμοποιήσεως καὶ συνοχῆς. Ὁ Χριστιανισμὸς προσφέρει κάτι ποὺ οἱ φυλετικὲς θρησκεῖες δὲν μποροῦν πλέον νὰ προσφέρουν — μία καθολικὴ γλώσσα νομιμοποιήσεως, μία κοινὴ κοσμοεικόνα, μία ὑπερφυλετικὴ ἀρχὴ ἑνοποιήσεως. Προσφέρει θεσμούς, γραμματεία, μορφωμένο κλῆρο, διοικητικὴ συνέχεια καὶ κυρίως μία νέα ἱερὴ γλώσσα ποὺ μπορεῖ νὰ συγκρατήσει πολιτικὰ ἑτερόκλητους κόσμους. Ἡ χριστιανοποίηση γίνεται ἔτσι ὄχι πνευματικὴ ἐπιλογή ἀλλὰ καὶ ἱστορικὴ ἀνάγκη. Τὸ πρόβλημα, ὅμως, βρίσκεται ἀκριβῶς ἐδῶ· ἄλλο πράγμα εἶναι νὰ χρησιμοποιεῖς τὸν Χριστιανισμὸ γιὰ νὰ δημιουργήσεις ἐξωτερικὴ ἑνότητα καὶ ἄλλο νὰ προσλαμβάνεις πραγματικὰ τὸν σταυρωμένο Χριστὸ ὡς νέο κέντρο τοῦ κόσμου σου.

Ἐὰν θέλει κανείς νὰ δεῖ τί σημαίνει πραγματικὴ πρόσληψη τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ στραφεῖ πρῶτα στὴν Ἀνατολὴ τῶν πρώτων αἰώνων. Ἡ Ἐκκλησία δὲν γεννήθηκε μέσα ἀπὸ θριάμβους καὶ στρατιωτικὲς νίκες. Γεννήθηκε μέσα ἀπὸ τοὺς διωγμούς. Ἐπὶ τρεῖς αἰῶνες οἱ Χριστιανοὶ σέρνονται στὰ δικαστήρια, βασανίζονται, φυλακίζονται, σταυρώνονται, ρίχνονται στὰ θηρία, χάνουν περιουσίες, τιμές καὶ ζωή. Καὶ ὅμως δὲν ἀπαντοῦν μὲ στρατοὺς. Δὲν δημιουργοῦν παραστρατιωτικὰ σώματα. Δὲν ζητοῦν ἐκδίκηση. Δὲν μετατρέπουν τὸ Εὐαγγέλιο σὲ πρόγραμμα κυριαρχίας.

Ὁ ἅγιος γίνεται μεγαλύτερο πρότυπο ἀπὸ τὸν στρατηγό. Ὁ μάρτυρας γίνεται μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν νικητή. Ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ γίνεται ἀνώτερη ἀπὸ τὴν πολιτικὴ δύναμη. Ἀκόμη καὶ ὅταν ἡ αὐτοκρατορία γίνεται χριστιανική, τὸ βαθύτερο πρότυπο παραμένει ὁ ἄνθρωπος ποὺ νικᾷ τὸν ἑαυτό του καὶ ὄχι ὁ ἄνθρωπος ποὺ κατακτᾷ τοὺς ἄλλους.

Γι’ αὐτὸ καὶ στὴ Ρωμανία, παρὰ τὰ τεράστια λάθη, τὶς πτώσεις καὶ τὶς ἀντιφάσεις της, ἡ ἐξουσία δὲν γίνεται ποτέ αὐταξία. Ὁ αὐτοκράτωρ δὲν εἶναι θεός. Δὲν εἶναι ἀλάθητος. Δὲν βρίσκεται ὑπὲρ τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ Ἐκκλησία διαρκῶς τὸν καθρεφτίζει μπροστὰ στὸν Χριστό. Ἅγιοι, μοναχοὶ, ἐπίσκοποι καὶ Πατέρες ἐλέγχουν βασιλεῖς, συγκρούονται μὲ ἐξουσίες, ἐξορίζονται, φυλακίζονται. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συγκρούεται μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλή καὶ πεθαίνει ἐξόριστος. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς βασανίζεται γιὰ νὰ μὴν προδώσει τὴν πίστη. Οἱ εἰκονομάχοι αὐτοκράτορες συγκρούονται μὲ μοναχοὺς καὶ λαό. Ἡ ἐξουσία δὲν νομιμοποιεῖται αὐτόματα. Κρίνεται.

Ἀκριβῶς ἐδῶ φαίνεται ἡ μεγάλη διαφορά μὲ τὴ γέννηση τῆς Δύσεως.

Οἱ γερμανικὲς φυλὲς πράγματι χριστιανοποιήθηκαν. Βαπτίσθηκαν, ἔχτισαν ναούς, δέχθηκαν ἐπισκόπους καὶ ἐπικαλέσθηκαν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Δὲν προσέλαβαν, ὅμως, πραγματικὰ τὸν Χριστό. Δὲν μεταβλήθηκε τὸ βαθύτερο κέντρο τοῦ κόσμου τους. Ἀντὶ νὰ μεταμορφωθοῦν ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ἐνέταξαν τὸ Εὐαγγέλιο στὸν δικό τους κόσμο.

Τὸ παλαιὸ ἦθος παρέμεινε σχεδὸν ἀκέραιο. Ἡ δύναμη συνέχισε νὰ εἶναι ἡ ἀνώτατη ἀξία. Ὁ πολεμιστὴς παρέμεινε τὸ πρότυπο τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ κυριαρχία παρέμεινε σκοπός. Ἡ βία θεωρήθηκε φυσικὸ μέσο τάξεως. Ἡ φυλὴ παρέμεινε βαθύτερη ταυτότητα ἀπὸ τὴν οἰκουμένη. Ἀκόμη καὶ ὁ Χριστιανισμὸς χρησιμοποιήθηκε συχνὰ γιὰ νὰ νομιμοποιήσει αὐτὸ τὸ σύστημα.

Ἐδῶ χρειάζεται μία κρίσιμη διευκρίνιση. Δὲν μιλᾶμε γιὰ μία ἀπόλυτη ἀπουσία τοῦ Χριστοῦ στὴ Δύση, οὔτε γιὰ ἕναν κόσμο ὅπου δὲν ὑπῆρξαν ἅγιοι, ὁμολογητὲς καὶ γνήσιες μορφὲς πνευματικῆς ζωῆς. Ἡ Ἐκκλησία μέχρι τὸ Σχίσμα παραμένει ἀκόμη ἑνιαῖα καὶ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν παύει νὰ ἐνεργεῖ. Ἡ Δύση γεννᾷ ἁγίους, μοναχικὰ κινήματα καὶ μορφὲς βαθειᾶς πίστεως. Ὅταν, ὅμως, μιλᾶμε γιὰ τὴν πρόσληψη ἢ μὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀναφερόμαστε στὸ κυρίαρχο κοινωνικὸ καὶ πολιτικὸ ρεύμα, δηλαδή στὸ τί τελικὰ ζυμώνει βαθύτερα τὴν δημόσια ζωή καὶ τὴν ἀντίληψη τῆς ἐξουσίας. Καὶ ἐδῶ βρίσκεται ἡ μεγάλη διαφορά μὲ τὴ Ρωμανία. Στὴν Ἀνατολὴ ἡ Ἐκκλησία, παρὰ τὶς πτώσεις καὶ τὶς ἀντιφάσεις της, παραμένει ὁ βαθὺς ζυμωτὴς τῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς, καθρεφτίζοντας διαρκῶς τὴν ἐξουσία μπροστὰ στὸ Εὐαγγέλιο. Στὴ Δύση, ἀντιθέτως, τὸ κυρίαρχο ρεύμα εἶναι αὐτὸ ποὺ βαθμιαία ἐντάσσει τὴν Ἐκκλησία στὴ λογικὴ τῆς κυριαρχίας καὶ ὄχι τὴν κυριαρχία στὴ θεραπεία τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἂν ὁ Χριστὸς εἶχε πραγματικὰ προσληφθεῖ, θὰ περίμενε κανείς ἄλλη τροχιά. Θὰ περίμενε τὸ μαρτύριο νὰ γίνει ἀνώτερο πρότυπο ἀπὸ τὴ στρατιωτικὴ δόξα. Θὰ περίμενε ὁ ὅσιος νὰ ξεπεράσει τὸν πολεμιστή. Θὰ περίμενε ἡ ἐξουσία νὰ μεταμορφωθεῖ σὲ διακονία. Ἀντὶ τούτου, βλέπουμε τὸν Χριστιανισμὸ νὰ προσαρμόζεται σὲ μία κουλτούρα δυνάμεως καὶ νὰ τὴν καθαγιάζει.

Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι μέσα στὴ Δύση ἐξέλιπαν παντελῶς ῥεύματα πραγματικῆς προσλήψεως τοῦ Χριστοῦ. Ἀκόμη καὶ μέσα σὲ μία κοινωνία ποὺ κυριαρχεῖται ἀπὸ λογικὲς δυνάμεως, ἀναδύονται κατὰ καιροὺς μορφὲς βαθειᾶς εὐαγγελικῆς ζωῆς, ἀδελφότητες, μοναχικὰ ρεύματα καὶ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ποὺ ἀναζητοῦν ὄχι τὴν κυριαρχία ἀλλὰ τὸν σταυρικὸ Χριστό. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι κείμενα ὅπως ἡ Μίμησις τοῦ Χριστοῦ ἀποκτοῦν τόσο βαθιὰ ἀπήχηση, φανερώνοντας μία διαρκῆ δίψα γιὰ προσωπικὴ μετάνοια, ταπείνωση καὶ ἐσωτερικὴ κοινωνία μὲ τὸν Χριστό. Ἴσως μάλιστα μέσα στοὺς αἰῶνες νὰ διατηρήθηκαν — συχνὰ ἐν κρυπτῷ — μικρὲς πνευματικὲς παραδόσεις πραγματικῆς προσλήψεως τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὅμως δὲν ἔγιναν ποτέ κυρίαρχο κοινωνικὸ παράδειγμα ἀλλὰ παρέμειναν ὡς σιωπηλὲς μαρτυρίες μιᾶς ἄλλης δυνατότητος. Ἡ ἱστορία, τῶν λαῶν κρίνεται τελικὰ ἀπὸ τὸ κυρίαρχο ρεύμα ποὺ διαμορφώνει τὴ δημόσια ζωή καὶ ὄχι ἀπὸ τὶς μειοψηφικὲς ἐξαιρέσεις, ὅσο σημαντικὲς καὶ ἂν εἶναι.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Καρλομάγνος εἶναι τόσο συμβολικὸ πρόσωπο. Στὸ κέντρο τοῦ νέου κόσμου δὲν ἀναδεικνύεται ἕνας μάρτυρας, ἕνας ἀσκητὴς ἢ ἕνας ὅσιος. Ἀναδεικνύεται ἕνας κατακτητής. Δὲν δοξάζεται πρῶτα ἡ ἁγιότητα ἀλλὰ ἡ δύναμη. Καὶ ὁ πάπας παύει βαθμιαία νὰ λειτουργεῖ ὡς ποιμένας ποὺ καθρεφτίζει τὴν ἐξουσία στὸ Εὐαγγέλιο καὶ γίνεται νομιμοποιητὴς κυριαρχίας. Καθαγιάζει βασιλεῖς, ἐπικυρώνει πολέμους καὶ συγκροτεῖ μία νέα ἱεροποιημένη πολιτικὴ τάξη.

Ἐδῶ βρίσκεται καὶ ἡ ἀνάγκη μιᾶς νέας ἱστορικῆς ἀναγνώσεως τῆς Δύσεως.

Ἡ κυρίαρχη ἀφήγηση παρουσιάζει τὴ Δύση ὡς φυσικὴ συνέχεια τῆς Ἑλλάδος, τῆς Ρώμης καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὅμως αὐτὴ ἡ εἰκόνα δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει πῶς ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς θυσίας γεννᾶται βαθμιαία μία θεολογία κυριαρχίας. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει πῶς ἀπὸ τὸν σταυρωμένο Χριστὸ προκύπτει μία ἱστορία ἀλλεπάλληλων  σταυροφοριῶν, ἱεροποιημένης βίας, συγκεντρωτισμοῦ καὶ ἐπιβολῆς.

Τὸ πρόβλημα δὲν βρίσκεται σὲ κάποιες «παρεκκλίσεις» ἑνὸς κατὰ βάθος χριστιανικοῦ κόσμου. Τὸ πρόβλημα βρίσκεται στὴ γέννηση τοῦ ἴδιου τοῦ δυτικοῦ σχήματος.

Ἡ Δύση δὲν γεννιέται ὡς φυσικὴ συνέχεια τῆς Ρωμανίας. Γεννιέται ἀπὸ μία βαθιὰ μετατόπιση τοῦ πνευματικοῦ προσανατολισμοῦ τοῦ δυτικοῦ μέρους τῆς αὐτοκρατορίας μετὰ τὴν ἐπικράτηση τοῦ γερμανικοῦ κόσμου καὶ τοῦ βαρβαρικοῦ του ἤθους. Δὲν ἀπορρίπτει φανερὰ τὸν Χριστό. Χρησιμοποιεῖ, ὅμως, τὴ γλῶσσα Του γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει μία ἱστορικὴ λατρεία δυνάμεως καὶ κοσμικῆς κυριαρχίας, τὴν ὁποία ποτὲ δὲν ἀπέβαλε πραγματικά.

Ἴσως, λοιπόν, τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα νὰ μὴν εἶναι μόνο ὅσα συνέβησαν στὴ γέννηση τῆς Δύσεως ἀλλὰ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἱστορία της γράφτηκε καὶ ἑρμηνεύθηκε. Διότι ὅσο ἡ Δύση παρουσιάζεται ὡς αὐτονόητη συνέχεια τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ρωμανίας, οἱ βαθύτερες ἀντιφάσεις τοῦ νεώτερου κόσμου μοιάζουν ἀκατανόητες.

Ἴσως, λοιπόν, τὸ πραγματικὸ ζήτημα νὰ εἶναι ἂν θὰ γραφεῖ ποτὲ ὀρθὰ αὐτὴ ἡ ἱστορία· ὄχι γιὰ νὰ δικαιωθεῖ ἕνα παρελθὸν ἢ νὰ καταδικασθεῖ ἕνας πολιτισμός, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀποκτήσουν νόημα ὅσα συμβαίνουν στὸν κόσμο μέχρι σήμερα. Διότι χωρὶς ὀρθὴ διάγνωση τῆς ἱστορικῆς γενέσεως, καμία πραγματικὴ κατανόηση τοῦ παρόντος δὲν εἶναι δυνατή.

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Ανησυχητική έρευνα για το AI: Οι μισοί νέοι στην Ευρώπη έχουν χρησιμοποιήσει chatbots για ψυχολογική υποστήριξη



Συντάκτης: Παντελής Λαμψιώτης

Όσο οι παραδοσιακές αξίες υπονομεύονται και οι κοινωνικοί δεσμοί αποδυναμώνονται, η τεχνολογία της Τεχνητής Νοημοσύνης βρίσκει ανοιχτό πεδίο να εισβάλλει στην προσωπική ζωή των ανθρώπων. Όσο υποχωρεί το αίσθημα συλλογικής ταυτότητας που προσφέρουν οι κοινές (και ανώτερες) αξίες, ενισχύεται η καχυποψία και εντείνεται το φαινόμενο της μοναχικότητας.

Οι φυσιολογικές ανθρώπινες σχέσεις δίνουν όλο και περισσότερο τη θέση τους στις «ψυχρές» απαντήσεις ενός άψυχου λογισμικού που ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμο να ανταποκριθεί. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν κουράζεται, δεν κρίνει, δεν διαφωνεί έντονα, δεν ζητά ευθύνες και είναι προγραμματισμένη (σκόπιμα) να πηγαίνει πάντα «με τα νερά μας».

Σαφώς και η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί ένα χρησιμότατο επίτευγμα της τεχνολογίας, ωστόσο υπάρχει μια κόκκινη γραμμή που όλο και περισσότεροι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται ότι την υπερβαίνουν: σταματούν να βλέπουν το ΑΙ καθαρά ως εργαλείο κι αρχίζουν να το χρησιμοποιούν ως υποκατάστατο κοινωνικοποίησης.

Μια πρόσφατη έρευνα της εταιρίας έρευνας αγοράς, Ipsos BVA, αποκαλύπτει κάτι εξόχως ανησυχητικό σχετικά με τη νεολαία της Ευρώπης. Περισσότεροι από τους μισούς νέους στην Ευρώπη έχουν χρησιμοποιήσει chatbot τεχνητής νοημοσύνης για μοιραστούν προσωπικά ή ψυχολογικά θέματα τους. Το ΑΙ γίνεται κάτι σαν «φίλος» και «ψυχολόγος» των ολοένα και πιο απομονωμένων νέων, οι οποίοι αντικαθιστούν την ανθρώπινη παρέα με μια εικονική ψευδαίσθηση.

Η έρευνα της Ipsos BVA πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της γαλλικής ρυθμιστικής αρχής για την ιδιωτικότητα CNIL και του ασφαλιστικού ομίλου Groupe VYV, περιλαμβάνοντας νέους από 11 ως 25 ετών από τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Σουηδία και την Ιρλανδία.

 

Η AI αφήνει πίσω τους ειδικούς ψυχικής υγείας

Από τους 3.800 νέους που ερωτήθηκαν για το ζήτημα, το 51% απάντησε ότι βρίσκουν ευκολότερο να συζητούν θέματα ψυχικής υγείας με κάποιο chatbot, αφήνοντας πίσω σε προτίμηση τους επαγγελματίες υγείας (49%) και τους ψυχολόγους (37%). Εδώ αποκαλύπτεται μια εξαιρετικά επικίνδυνη τάση, όπου οι συμβουλές ενός απρόβλεπτου λογισμικού προτιμώνται περισσότερο από τη βοήθεια εξειδικευμένων επαγγελματιών.

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να φέρει αξιόπιστη κρίση για τη συναισθηματική κατάσταση ενός ανθρώπου. Ήδη τα τελευταία χρόνια έχουν προκύψει περιστατικά αυτοκτονιών, όπου άτομα με ψυχολογικά προβλήματα επιδείνωσαν την κατάσταση τους με κάποια παθολογική σχέση με το ΑΙ. Ένας ειδικός ψυχικής υγείας έχει μοναδικό συμφέρον να λύσει το πρόβλημα του ασθενή, ενώ μια υπηρεσία chatbot βλέπει απλά έναν «πελάτη» που πρέπει να απασχολήσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Και ασφαλώς η τεχνητή νοημοσύνη δεν δίνει κάποια καταρτισμένη γνωμάτευση, αλλά απλά «μαντεύει» ποια είναι η ορθότερη.

Το 90% των νέων που συμμετείχαν στην έρευνα, απάντησαν ότι έχουν χρησιμοποιήσει εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης και ως κύρια κίνητρα γι’ αυτό ήταν η διαθεσιμότητα και η απουσία επικριτικής στάσης. Δύο στοιχεία που δεν είναι δεδομένα στις ανθρώπινες σχέσεις, κι όμως αυτό τις κάνει πιο ωφέλιμες και υγιείς. Όμως μια νέα γενιά που δυσκολεύεται πλέον να διαχειριστεί τη λέξη «όχι», είναι επόμενο να καταφεύγει στο ανώδυνο, ακόμα και αν είναι τεχνητό.

Το μοναδικό αισιόδοξο στοιχείο της έρευνας είναι ότι οι ανθρώπινες σχέσεις παραμένουν στην κορυφή της κατάταξης ως πηγή στήριξης, με το 68% να δηλώνει ότι προτιμά να μοιράζεται τα προβλήματά του με φίλους και το 61% με τους γονείς του.

 

Sportime.gr 7.5.2026

 ΑΓΚΥΡΑ: Ανησυχητική έρευνα για το AI: Οι μισοί νέοι στην Ευρώπη έχουν χρησιμοποιήσει chatbots για ψυχολογική υποστήριξη


Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Θαυμαστές εμπειρίες του Αγίου Ευμενίου Σαριδάκη (Γ’) – Σίμωνος Μοναχού του Αγιορείτου.



 Ενώ έζησε σε μια ταραγμένη εποχή και ενώ έλαβε ενεργώς μέρος στις πολιτικές, πολιτιστικές και εκκλησιαστικές υποθέσεις του καιρού του, διασώζει πάντοτε την ακύμαντη γαλήνη και ειρήνη της θείας Λειτουργίας.

Είναι σεμνός και πρωτότυπος, μεγάλος θεολόγος και κλασσικός συγγραφέας. Δεν αναφέρει συνήθως επί λέξει πατερικά χωρία. Σπάνια παραπέμπει ονομαστί σε παλαιότερους αγίους.

Τρέφεται όμως από την παράδοση. Γνωρίζει τους προγενέστερους πατέρες. Έχει αφομοιώσει τη θεολογία τους και μπορεί τώρα να τη μεταδίδει ζωντανά και πιστά εκφραζόμενος ελεύθερα και προσωπικά.

Ο σεβασμός προς την ορθόδοξη παράδοση οδηγεί στην προσωπική ωριμότητα. Και μόνο ένα πρόσωπο ελεύθερα κινούμενο μπορεί να προσοικειωθεί τη χάρη του Μυστηρίου και να μιλήσει εύστοχα γι’ αυτό.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ενώ ζει την περίοδο των μεγάλων ησυχαστικών ερίδων, τότε που καθορίζεται η μεγάλη ημέρα της Κυριακής του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και προστίθενται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας τα κεφάλαια κατά Βαρλαμιτών και τα υπέρ του κήρυκος της χάριτος· ενώ ζει στην περιοχή και την εποχή που σφράγισε μια για πάντα την καθολική ανά την οικουμένη ορθόδοξη Εκκλησία, ο Νικόλαος Καβάσιλας δεν είναι επηρεασμένος από την εξωτερική φρασεολογία της διατυπώσεως της ορθοδόξου εμπειρίας.

Ζει στο ίδιο κλίμα. Βρίσκεται στην ίδια θεοποιό χάρη.

Είναι κοινωνός του ίδιου μυστηρίου της θεώσεως.

Και μπορεί άνετα (νόμιμα για την Ορθοδοξία) να εκφραστεί ελεύθερα με το δικό του τρόπο.

Φανέρωση απτή, πως η θεία χάρις, το άκτιστο του Κυρίου φως, σαν σε άλλο παράδεισο, την Εκκλησία, δίδει τη δυνατότητα σε καθένα από τα μυρίπνοα άνθη του να αναπτύξουν με μύριους τρόπους το δικό τους σχήμα, μέγεθος, χρώμα και άρωμα, ώστε δι’ όλων να φανερώνεται η μία πολυποίκιλος σοφία και ο πλούτος της Εκκλησίας, που εν ταυτώ μας ελευθερώνει και μας ενοποιεί.

Μας συνάγει και μας παρέχει το χώρο και τη δυνατότητα της προσωπικής μας καταξιώσεως και αναπτύξεως.

E’

Μέσα στην ταραγμένη εποχή μας ο Νικόλαος Καβάσιλας μπορεί να γίνει δάσκαλος στη ζωή και τη θεολογία μας. Πλησιάζοντάς τον θα τον καταλάβουμε και θα τον αγαπήσουμε, γιατί καταλαβαίνει και αγαπά τον άνθρωπο.

Βλέπομε ότι πρέπει να σεβαστούμε αυτά που λέει. Έχουν σημασία αυτά που πρεσβεύει.

Μας διδάσκει με τον τρόπο που τα διατυπώνει. Αξίζει τον κόπο να περάσουμε το ταπεινό και ανηφορικό μονοπάτι που μας υποδεικνύει τη στιγμή που οδηγεί στων εφετών την ακρότητα.

Πως είναι θεολόγος και πνευματικός πατήρ!
Πως είναι ακριβολόγος και ποιητής!
Πως είναι πιστός στην παράδοση, σεμνός και αθόρυβος στη ζωή του!
Και ταυτόχρονα πρωτοποριακός θεολόγος, προσωπικός και ρηξικέλευθος!

Το παράδειγμα του ιερού τούτου πατρός μας δείχνει ότι η ανανέωση της θεολογίας και πνευματικής μας ζωής επιτυγχάνεται και ιερουργείται με το να υπακούουμε και να υποτασσόμαστε στην παράδοση της Εκκλησίας μας.

Και μας αποκαλύπτει ότι μπορούμε να είμαστε πάντοτε ζωντανοί και σύγχρονοι, να καταλαβαίνουμε και να αγαπούμε τους αδελφούς μας, να νοιώθουμε τα προβλήματα και τους πόνους κάθε εποχής όντας μέσα στη θεία Λειτουργία της ορθοδόξου Εκκλησίας, όπου τα φοβερά και φιλάνθρωπα τελεσιουργείται.

Από το περιοδικό «Σύναξη», αφιέρωμα στον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, τεύχος 6, Άνοιξη 1983.

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

« Κάπου-κάπου περνούσαν και χτυπούσαν την πόρτα… – Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου.

 


« Κάπου-κάπου περνούσαν και χτυπούσαν την πόρτα μας Ιαχωβάδες. Ήταν ένα ζευγάρι νεαρών, ένα αγόρι και ένα κορίτσι με μία Αγία Γραφή στο χέρι. Η μητέρα μου ήταν πολύ ζωντανός άνθρωπος και θα έλεγα “φανατική” στα θέματα πίστεως. Έτσι, όταν τους έβλεπε μπροστά στην είσοδο, τους μιλούσε απότομα και άγρια:

«Τι ήρθατε εσείς στο σπίτι μου; να μου μιλήσετε εσείς για τι πράγμα; φύγετε αμέσως, εξαφανιστείτε από μπροστά μου εχθροί της πίστεώς μας, φύγετε τώρα…”.

Ο πατέρας μου ήταν ήρεμος και της έλεγε να μην φωνάζη.

Μετά από μερικά τηλεφωνήματα, ο Άγιος (Πορφύριος) σήκωσε το τηλέφωνο και αφού άκουσε το θέμα, της είπε:

«Αχ, τα καημένα τα παιδιά, αυτά είναι αδέρφια μας πλανεμένα, τα παρασύρανε και τα πλανέψανε… πόσο τα λυπάμαι! Εάν ξαναέρθουνε, να τους πης: “Θέλετε να μην μου μιλήσετε καθόλου εσείς, αλλά να ακούσετε εμένα; Θέλετε να σας μιλήσω εγώ και όχι εσείς;”. Εάν δεν δεχτούνε και φύγουνε, όταν θα ξαναέρθουνε θα τους το ξαναπής. Αν αρνηθούνε και δεύτερη φορά, άφησέ τους και μην ξαναασχοληθής μαζί τους».

Από το βιβλίο: «Ο Όσιος Πορφύριος (Μαρτυρίες – Διηγήσεις – Νουθεσίες)». Α’. Μαρτυρίες. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη»