Αν και πολλοί ανέλυσαν τον Kant, σπάνια τόνισαν την απροσδόκητα βαθιά επιρροή που ο μνημειώδης εκείνος Γερμανός άσκησε στην περσοναλιστική φιλοσοφική σκέψη. Ίσως πρόκειται για περίπτωση στην ιστορία των ιδεών που δεν έχουμε ευθύγραμμη πορεία αλλά απρόσμενες λοξοδρομήσεις. Τι εννοούμε; Σύμφωνα με τον Immanuel Kant, ο άνθρωπος είναι δισυπόστατο ον: από τη μία πλευρά ανήκει στον φυσικό/εμπειρικό/φαινομενικό κόσμο, από την άλλη πλευρά έχει πρόσβαση στον νοούμενο/υπερεμπειρικό κόσμο. Ως φυσικό ον, υπόκειται στην αυστηρή νομοτέλεια των φυσικών νόμων (ετερονομία), ως έλλογο ον, εντούτοις, είναι παράλληλα ένα έλλογο ον και διαθέτει αυτονομία, δηλαδή μπορεί να θέτει ο ίδιος τους νόμους στους οποίους υπακούει.
Οι «κλίσεις», δηλαδή τα αισθήματα και τα ορμέμφυτα, είναι φυσικές και άκρως υποκειμενικές, και έτσι αδυνατούν να εξασφαλίσουν κάποια σταθερότητα, ακόμα δε λιγότερο την οικουμενικότητα. Η ηθική, κατά συνέπεια, δεν μπορεί παρά να είναι στηριγμένη αποκλειστικά στο λογικό του ανθρώπου. Αυτός εξασφαλίζει τη δυνατότητα του ανθρώπου να ενεργεί ηθικά και να του αναγνωρίζεται αξιοπρέπεια. Αν τα πράγματα έχουν τιμή, οι άνθρωποι διαθέτουν αξιοπρέπεια. Έτσι θεμελιώνεται η αξία των ανθρώπων.
Η καντιανή διάκριση των δύο κόσμων, με τον άνθρωπο να μετέχει σε αμφότερους, είναι που στηρίζει την καντιανή ηθική και τη διάκριση προσώπων και πραγμάτων, μια διάκριση που θα καταστεί θεμελιακή αρχή του φιλοσοφικού περσοναλισμού.
Η καντιανή άποψη ότι πρέπει να συμπεριφερόμαστε στους ανθρώπους πάντοτε σαν αυτοί ν’ αποτελούν όχι μόνο μέσα για έναν σκοπό, αλλά και σκοποί καθαυτούς, θα συνδέσει τον Γερμανό φιλόσοφο με τους περσοναλιστές που θ’ ακολουθήσουν και θα επηρεαστούν από τη σκέψη του. Ας μην ξεχνάμε ακόμη ότι ο Kant έστρεψε για τα καλά το φιλοσοφείν στο υποκείμενο και τον εσώτερο κόσμο του ανθρώπου, δίχως τα οποία δεν θα μπορούσαν να έχουν προκύψει η φαινομενολογία και ο υπαρξισμός. Στην τελευταία αυτή φιλοσοφική παράδοση ανήκει, κατά κάποιον τρόπο, και ο Martin Buber. Μόνο που, αντίθετα με υπαρξιστές όπως οι Heidegger και Sartre, ο Martin Buber επικεντρώθηκε όχι στην ατομική ύπαρξη αλλά στη σχέση ανάμεσα στα επιμέρους άτομα. Το magnum opus του, Εγώ και Εσύ, δημοσιεύθηκε στα 1923 και στάθηκε καθοριστικής σημασίας για τον περσοναλισμό. Ο Buber αποδίδει τη μέγιστη σημασία στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, λέγοντάς μας ότι, στην εν λόγω σχέση, ο καθένας έχει εξίσου μεγάλη ανάγκη τον άλλο. Κάθε γνήσια σχέση είναι στην πραγματικότητα αλληλένδεση ανάμεσα σε ελεύθερα πρόσωπα.
Η σχέση, μας λέει ο Buber, εκτείνεται, σε τρεις επιμέρους σφαίρες: τη ζωή με τη φύση (προγλωσσική), τη ζωή με τους ανθρώπους (γλωσσική), και τέλος, τη ζωή με τις πνευματικές οντότητες (γλωσσικά άφατη).
Υπάρχουν δύο βασικές σχέσεις: αρχικά, είναι η σχέση Εγώ-Αυτό. Πρόκειται για τη σχέση ενός υποκειμένου με τα πράγματα, μία σχέση που έχει συνάρτηση σε χώρο και σε χρόνο, μία σχέση δίχως την οποία ο άνθρωπος (Εγώ) θα ήταν αδύνατο να ζήσει.
Η βασική σχέση του Εγώ προς τον κόσμο του Αυτό περιλαμβάνει τη γνώση και τη χρήση.
Ακριβώς επειδή ο κόσμος των πραγμάτων χαρακτηρίζεται από αιτιότητα και φυσική νομοτέλεια, η επαφή μας μαζί του είναι το θεμέλιο της επιστήμης. Τα πράγματα, τα αντικείμενα, είναι αυτά στα οποία κυριαρχεί απεριόριστα η αιτιότητα. Όσο πιο ύστερος χρονικά είναι ένας πολιτισμός, τόσο περισσότερο συσσωρεύει πράγματα από τον κόσμο του Αυτό. Έτσι, ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός γνώριζε τον αιγυπτιακό, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός γνωρίζει τον ελληνικό και τον αιγυπτιακό κ.λπ. Γενικεύοντας, κάθε αισθητή ή και ψυχική διαδικασία ανήκει στον κόσμο του Αυτό. Βέβαια, και μέσα στο Αυτό υπάρχει τελολογία, μόνο όμως με την προϋπόθεση ότι αυτή έχει προσδεθεί σε μία μορφή αιτιότητας.
Η δεύτερη σημαντική σχέση, κατά Buber, όπως το δείχνει και ο τίτλος του έργου του, είναι η σχέση Εγώ-Εσύ. Όλη η πραγματική ζωή, σύμφωνα με τον Buber, είναι η συνάντηση, όταν το Εγώ σχετίζεται με το Εσύ. Όταν ένας άνθρωπος γίνεται για εμένα ένα Εσύ, τότε δεν αποτελεί πια αντικείμενο και δεν επιδέχεται γνώσης, χρήσης και επιστημονικής κατανόησης. Για να πραγματοποιηθούν αυτές, πρέπει πρώτα να διακοπεί η σχέση. Αυτό δεν συνεπάγεται κάποια φιλοσοφική εξιδανίκευση των ανθρώπινων σχέσεων.
Απεναντίας, ίσως η πρωταρχική σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους να ήταν ο πρωτόγονος τρόμος. Δεν αποκλείεται η βία έναντι σε μία πραγματικά βιωμένη οντότητα να υπήρξε η «μήτρα» από την οποία γεννήθηκε κάθε άλλη σχέση. Αυτή είναι, πάντως, η αρχή των σχέσεων, όχι η απρόσωπη και φασματική φροντίδα προς απρόσωπα νούμερα. Ο Buber λέει εμφατικά ότι και από την «πρωτόγονη» ανθρώπινη εχθρότητα μπορεί να αποκαλυφθεί ο δρόμος για τον Θεό, από την απόμακρη και αποστασιοποιημένη «ανθρωπιά» δεν οδηγούμαστε, τελικά, πουθενά.
Ίσως αυτό ξαφνιάσει όσους αναγνώστες δεν έχουν υπόψη τους ντοστογιεφσκικές αφηγήσεις όπως αυτή του Υπογείου) ή την περίφημη ρήση του Χρήστου Γιανναρά ότι η ψηφιακή τεχνολογία είναι απανθρωπισμός. Όπως και ο Χρήστος Γιανναράς, στα κείμενα του οποίου η διάκριση της σχέσης από τη χρήση έχει τονισθεί ιδιαίτερα, ο Buber δεν κρύβει την στάση του για τη σύγχρονη εποχή:
«Η αρρώστια της εποχής μας δεν μοιάζει με αυτήν καμίας άλλης, είναι συνδεδεμένη με αυτές όλων μαζί [..] Το βιολογιστικό και το ιστοριοσοφικό σκέπτεσθαι αυτού του καιρού, όσο διαφορετικά κι αν έβλεπαν το ένα το άλλο, έδρασαν μαζί στο να παραγάγουν μια πίστη στο πεπρωμένο, πιο επίμονη και αγχώδη από κάθε άλλη, που κάποτε υπέστη. Δεν είναι πλέον η δύναμη του κάρμα και δεν είναι πλέον η δύναμη των άστρων, που κυβερνά αναπότρεπτα τον κλήρο του ανθρώπου ποικίλες εξουσίες απαιτούν κυριαρχία, αλλά, αν παρατηρήσει κανείς σωστά το πράγμα, οι περισσότεροι σύγχρονοι πιστεύουν σε ένα μίγμα από αυτές, όπως οι ύστεροι Ρωμαίοι σε ένα μίγμα από θεούς. Αυτό διευκολύνεται από το είδος της απαίτησης. Είτε αυτό είναι ο “βιολογικός νόμος” ενός ολικού αγώνος, στον οποίο ο καθένας πρέπει να συμμετάσχει στη μάχη ή να παραιτηθεί από τη ζωή· ή ο “ψυχικός νόμος” μιας πλήρους σύνθεσης του ψυχικού προσώπου από εκ γενετής χρηστικές ορμές· ή ο “κοινωνικός νόμο” μιας ακράτητης κοινωνικής διαδικασίας […] πάντα αυτό σημαίνει, ότι ο άνθρωπος είναι μπλεγμένος σε ένα αναπόφευκτο συμβάν, εναντίον του οποίου δεν θα μπορούσε ή μόνο φαντασιόπληκτος θα μπορούσε να αμυνθεί» (σελ. 70-71).
Πίσω από αυτές τις αράδες διαφαίνεται η εναντίωση του ελευθεριακού σοσιαλιστή Buber στις πολιτικές ιδεολογίες του καιρού του (μαρξισμός, ρατσισμός), οι οποίες έμελλε να συνταράξουν την υφήλιο με τις πρακτικές εφαρμογές τους.
Εν αρχή ην η σχέση, μας λέει. Η σχέση Εγώ και Εσύ είναι η κατ’ εξοχήν σχέση, σε αντίθεση με το Εγώ-Αυτό. Ο άνθρωπος γίνεται Εγώ στο Εσύ. Όταν λήξει η σχέση με το Εσύ, το Εσύ μετατρέπεται σ’ ένα Αυτό (πρόκειται για την περίφημη «αντικειμενοποίηση», που θα συντελέσει σημαντικά στην περσοναλιστική φιλοσοφική σκέψη έκτοτε). Για να γνωρίσουμε το Εσύ, πρέπει να το μετατρέψουμε σε Αυτό (όπως αργότερα θα πει ο Jaspers, η αξιοπρέπεια του ανθρώπου έγκειται στο ότι εκπροσωπεί το απροσδιόριστο).
Η ενδυνάμωση των γνωστικών μας επιδιώξεων πραγματοποιείται με την ελάττωση της δύναμής μας για σχέση. Δίχως το Αυτό ο άνθρωπος αδυνατεί να ζήσει. Δίχως το Εσύ, όμως, δεν θα ήταν άνθρωπος. Ιστορικά, κάθε μεγάλος πολιτισμός στηρίζεται στο πρωταρχικό γεγονός της συνάντησης, που στηρίζεται με τη σειρά του σε μία ουσιαστική πράξη του πνεύματος. Σε περίπτωση που ένας πολιτισμός δεν βρίσκεται ενώπιον της αδιαλείπτως συντελούμενης διαδικασίας σχέσεως, στο τέλος «παγώνει» και μετατρέπεται σε κόσμο του Αυτό. Το δεύτερο βιβλίο είναι του Ρώσου υπαρξιστή Nicolas Berdyaev, ο οποίος επηρέασε όχι λίγο το γιανναρικό έργο.

Στα τέσσερα κεφάλαια του βιβλίου Δοκίμιο εσχατολογικής μεταφυσικής, ο Berdyaev διερευνά το πρόβλημα της γνώσης, του όντος, της δημιουργίας και τέλος, της ιστορίας και των εσχάτων. Οι στοχαστές με τους οποίους διαλέγεται κατά κόρον είναι φυσικά ο Kant, o Γερμανός μυστικιστής Jakob Boehme, και φυσικά, ο Fyodor Dostoevsky, ίσως ο αγαπημένος του συγγραφέας. Ο Berdyaev επιχειρεί να διαλεχτεί και με την ινδική σκέψη όπως φανερώνεται εξαρχής και στον υπότιτλο. Θεμέλιο της μεταφυσικής του είναι η καντιανή διάκρισή ανάμεσα στους δύο κόσμους: την πραγματικότητα των φαινομένων, που αντιλαμβανόμαστε και γνωρίζουμε με τις αισθήσεις μας, και τον κόσμο καθεαυτόν (νοούμενος), ο οποίος είναι εντελώς απρόσιτος.
Αυτός ο δυϊσμός έχει για τον Berdyaev μία βαθιά θεολογική σημασία: ο φαινόμενος κόσμος είναι η γήινη πραγματικότητα στην οποία ζούμε όλοι μας και είναι γεμάτη αντικειμενισμό, υποδούλωση, αποξένωση, αμαρτία και θάνατο, ενώ ο νοούμενος είναι η κυριαρχία των προσώπων, της δημιουργικότητας, της ελευθερίας, του πνεύματος, της αγάπης και του ίδιου του Θεού.
Ο άνθρωπος είναι το πλάσμα που μετέχει συγχρόνως και στους δύο αυτούς κόσμους. Σε αυτό έγκειται η τραγικότητα της ύπαρξής του. Επιπλέον, ο υπερβατικός κόσμος εισχωρεί μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, δηλαδή μέσα σε αυτόν τον ατελή κόσμο που ζούμε και καθετί μεγάλο και σπουδαίο εδώ προέρχεται από εκεί.
Ο Bedryaev εξαίρει τον Kant επειδή συνέλαβε το διφυές της πραγματικότητας, τον επικρίνει όμως, παράλληλα, διότι παρέβλεψε πως ο νοούμενος κόσμος μπορεί να γίνει προσιτός σε μας τους ανθρώπους με την πνευματική εμπειρία.
Αρχικά, ο Berdyaev διακρίνει τα φιλοσοφικά συστήματα σε δύο ομάδες, καθεμιά από τις οποίες εκφράζει μια κατεύθυνση: ελευθερία-αιτιοκρατία, υποκειμενικότητα-αντικειμενικότητα, δυϊσμός-μονισμός, ανθρωποκεντρισμός-νατουραλισμός, περσοναλισμός-οντολογισμός. Ο ίδιος καταλαμβάνει θέση υπέρ μιας σκέψης περσοναλιστικής, δυϊστικής και εσχατολογικής.
Θίγοντας το πρόβλημα τις γνώσης, εξηγεί ότι η γνώση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πρόσληψη της ελεύθερης δημιουργικής προσπάθειας του αντικειμένου από το υποκείμενο. Αυτό σημαίνει όμως ότι ο διχασμός σε υποκείμενο και αντικείμενο είναι πάντα αναπόφευκτος για τον άνθρωπο, κάτι που επίσης φανερώνει την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Για να αποφύγει την αιτιοκρατία που, κατά τη γνώμη του, ενεδρεύει στις κλασικές μεταφυσικές, ο Berdyaev ενστερνίζεται τη θεωρία του Γερμανού μυστικιστή Jakob Boehme για το “Ungrund”. Σύμφωνα με τούτη, τα πάντα είναι δημιουργήματα μιας άχρονης και απόλυτα ελεύθερης βούλησης. Αυτή η άχρονη ελευθερία είναι η βάση μέσα στην οποία ο Θεός «γεννιέται» συνεχώς.
Η ελευθερία προηγείται κάθε οντολογικού καθορισμού και ηθικής κατηγοριοποίησης. Είναι δηλαδή «μη οντική». Η ελευθερία είναι που καθιστά τον άνθρωπο πρόσωπο και εξηγεί όλο το δράμα της ύπαρξης του, του οποίου αποτέλεσμα είναι η ιστορία. Χρησιμοποιώντας τη συμβολική γλώσσα του Boehme, ο Berdyaev παρομοιάζει αυτή τη μη οντική ελευθερία με μια φλόγα που καθώς εισχωρεί σε αυτόν τον κόσμο, τείνει να καταψύχεται και να σβήνει. Η κατάσβεση του πνεύματος οφείλεται σε μια διαδικασία για την οποία έχει γίνει λόγος και σε προηγούμενο βιβλία του: πρόκειται για την «αντικειμενοποίηση».
Αυτός ο κόσμος είναι το βασίλειο της αναγκαιότητας και της φθοράς και καταπιέζει διαρκώς την ελευθερία. Ωστόσο, εξηγεί, κάθε δημιουργική μεγαλοφυΐα την αναζωπυρώνει. Προσωπικότητες όπως ο Kant, o Nietzsche, o Dostoevsky, οι αρχαίοι Έλληνες τραγικοί και ο Sheakespeare, ως δημιουργικά πνεύματα υπερβαίνουν την αντικειμενοποίηση και ασύνειδα προετοιμάζουν το δρόμο στη βασιλεία το Θεού. Αυτή η βασιλεία όμως δεν μπορεί να εγκατασταθεί μέσα σε αυτόν τον άρρωστο κόσμο της αντικειμενοποίησης, αλλά μονάχα στα έσχατα της ιστορίας. Αυτό οδηγεί στο «μεσσιανισμό», την ελπίδα για εσχατολογική αποκατάσταση ολόκληρης της ιστορίας, που είναι το δεύτερο θεμέλιο της σκέψης του Berdyaev.
Η εσχατολογία συνδέεται με μια γραμμική αντίληψη της ανθρώπινης ιστορίας. Και σ’ αυτό το σημείο επικεντρώνεται στον εβραϊκό λαό. Οι Εβραίοι, μας λέει, ήταν ο πρώτος λαός που έτρεφε μεσσιανικές αντιλήψεις. Σε αντίθεση με τους Έλληνες που αντιλαμβάνονταν το χρόνο κυκλικά και ανέτρεχαν στους μύθους του παρελθόντος, οι Εβραίοι «μετουσιώνοντας» εκεί τα βάσανά τους, διατύπωσαν έναν μεσσιανισμό που έφτανε ως τα έσχατα της ιστορίας.
Κακώς, λοιπόν, περιορίζουμε την εσχατολογία στο θρησκευτικό επίπεδο. Η φιλοσοφική γνώση μπορεί κάλλιστα να την αξιοποιήσει, πιστεύει ο Berdyaev, ενώ από τους λαούς οι πιο «εσχατολογικοί» ήταν ανέκαθεν οι Γερμανοί και οι Ρώσοι. Οι πρώτοι εξέφρασαν την εσχατολογία κατά κόρον στη φιλοσοφική τους σκέψη, ενώ οι τελευταίοι στη λογοτεχνία τους (π.χ. ο Dostoevsky).
Το γερμανικό πνεύμα, με το βαθιά εσχατολογικό και προφητικό χαρακτήρα του, διαμόρφωσε την ευρωπαϊκή συνείδηση. Ο Ρώσος στοχαστής παρακολουθεί την εξέλιξη της γερμανικής θεολογίας και φιλοσοφίας, για να εξηγήσει πως κατέληξε από το Μονοφυσιτισμό του Eckhardt και του Luther, ως τον μηδενισμό που εξέφρασε στις μέρες μας ο Martin Heidegger.
Ειδικότερα, διαιρεί διαλεκτικά τη γερμανική σκέψη σε τρία στάδια: αυτό της πλήρους υποταγής του ανθρώπου στο Θεό, αυτό της αναγνώρισης του ανθρώπου ως μέσο για την αυτοσυνειδησία του Θεού (Hegel και Γερμανικός Ιδεαλισμός) και τέλος, εκείνο που έφερε τον υποβιβασμό του θείου σ’ ένα απλό μέσο για την αυτοσυνειδησία του ανθρώπου. Παρόμοια με τις αιρέσεις των πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού, η γερμανική σκέψη έρεπε πότε στον μονοφυσιτισμό (απόρριψη του ανθρώπου) και πότε προς τον άθεο μονισμό (απόρριψη του Θεού), με αποτέλεσμα ν’ αρνηθεί τελικά το Θεό και κατά συνέπεια τον άνθρωπο, καταλήγοντας σε έναν συνεπή και εντελώς απαισιόδοξο μηδενισμό.
Αυτό το τελευταίο πραγματοποίησαν οι φιλόσοφοι Feuerbach, Stirner, Marx, Nietzsche και τελικά ο Heidegger. Πράγματι, αντίθετα με τους προηγούμενους στοχαστές, στη σκέψη του Heidegger το θείο δεν έχει αντικατασταθεί από τίποτε. Κέντρο της χαϊντεγκεριανής φιλοσοφίας είναι το μηδέν, ο ίδιος ο θάνατος ως εκμηδένιση. Οι Γερμανοί φιλόσοφοι Heidegger και Jaspers, αν και υμνούν την ελευθερία, δεν ανήκουν πραγματικά στον Υπαρξισμό. Η σκέψη τους, που δεν αφήνει καμία δυνατότητα λύτρωσης από αυτόν τον αντικειμενοποιημένο κόσμο, διολισθαίνει τελικά σε ασυνέπειες και σε μια απαισιοδοξία μεγαλύτερη και από εκείνη του Arthur Schopenhauer. Στην ίδια κατεύθυνση κατατάσσει ο Berdyaev τους σύγχρονους διανοουμένους της Γαλλίας, Sartre, Camus και Bataille. Πρόκειται για ακραιφνείς αθεϊστές που ακυρώνουν ολοσχερώς το ανθρώπινο πρόσωπο.
Η χριστιανική σκέψη οφείλει να διαλεχτεί μ’ αυτά τα ρεύματα, όπως διαλεγόταν κάποτε με τις θεολογικές της αιρέσεις, και να διατυπώσει τη δική της ανθρωπολογία σε απάντησή τους. Καθώς ο άνθρωπος έχει γίνει πολύ πιο εκλεπτυσμένος και περίπλοκος, ενώ από την εποχή που διατυπώθηκαν τα χριστιανικά δόγματα, νέα ερωτήματα έχουν τεθεί και περιμένουν απάντηση. Ο Χριστιανισμός πρέπει να αποκαθαρθεί από τους κακώς νοούμενους «ανθρωπομορφισμούς» του, για να ανοίξει ο δρόμος στη νέα αποκάλυψη. Αυτή η αποκάλυψη αναμένεται να πραγματοποιηθεί στο εσχατολογικό επίπεδο. Μόνο τότε το αίνιγμα του κακού, ο πόνος και ο θάνατος θα ξεπεραστούν.
Από τον Bedrayev υποστηρίζεται εμφατικά ότι ο Υπαρξισμός είναι η μοναδική φιλοσοφία που μπορεί να εκφράσει την αλήθεια σε όλες τις τραγικές της διαστάσεις.
Ο άνθρωπος έχει ανάγκη τον Θεό για να γνωρίσει αυτόν τον κόσμο και ν’ απελευθερωθεί από το κακό του, αλλά και ο ίδιος ο Θεός έχει κατά κάποιον τρόπο ανάγκη τον άνθρωπο για να πραγματοποιήσει τη βασιλεία Του. Η γνώση δεν είναι παρά η «κοινωνία» του ενός προσώπου με τα υπόλοιπα. Ο τόπος που λαμβάνει χώρα το ανθρώπινο δράμα είναι η ιστορία. Το δράμα των δύο κόσμων θα συνεχίζεται ασταμάτητα μέχρι τα έσχατα. Τότε μονάχα θ’ αρθεί ο δυϊσμός και θα εγκαθιδρυθεί η Βασιλεία του Θεού.
Η αποκάλυψη του Θεού απαιτεί τη συνεργασία Του με τον άνθρωπο, ο οποίος καλείται να συμμετέχει ελεύθερα. Το μήνυμα της αποκάλυψης, υποστηρίζει, προσαρμόζεται στα ανθρώπινα («αντικειμενοποιείται») και προσλαμβάνει ανθρώπινες αδυναμίες και ατέλειες. Οι ατέλειες της δεύτερης αποκάλυψης θα ξεπεραστούν, προσεχώς, με την έλευση της τρίτης. Ο Berdyaev δεν διστάζει να παρεκκλίνει ριζικά από την Ορθόδοξη παράδοξη, ανοίγοντας έναν διάλογο με τον μεσαιωνικό μοναχό Joachim de Fiore. Η χριστιανική φιλοσοφία, καταλήγει, πρέπει να προετοιμάσει αυτή την τρίτη μεγάλη αποκάλυψη του Θεού, η οποία αναμένεται στο προσεχές μέλλον, όπως οραματίζονταν οι προφητικές μεγαλοφυΐες όπως ο Dostoevsky και ο Nietzsche.
Καταλήγοντας, ένας από τους πρώιμους περσοναλιστές θεωρείται ο φιλόσοφος Max Stirner. Θα μπορούσε ο συγγραφέας του βιβλίου Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του να έχει τίποτα κοινό με τους εκθειαστές της ανθρώπινης σχέσης; Πιθανώς ναι, αν κανείς λάβει υπόψη του ότι σύμφωνα με τον Stirner, κάθε άτομο είναι στον πυρήνα του «εγωιστικό» και επιδιώκει προ παντός το ατομικό του συμφέρον, ενώ διαθέτει και απαραμείωτη μοναδικότητα.
Κράτη, θρησκείες και πάσης φύσεως ιδεολογίες δρουν και ανέκαθεν δρούσαν καταπιεστικά προς τη μοναδικότητα εκείνη, γι’ αυτό δεν είναι διόλου περίεργο ότι τα αντιμάχεται. Για τον Stirner, πρακτικά δεν υπάρχει κανένα Εσύ παρά μονάχα πολλά επιμέρους Αυτό (με την εκφραστική του Buber), αφού το καθετί στον κόσμο δεν είναι παρά μία εν δυνάμει «ιδιοκτησία θεωρητικά, η ανεστραμμένη πλευρά της δυνατότητας του ανθρώπου να σχετίζεται με τους γύρω του.









