Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

ΤΟ «ΠΑΡΚΟ» ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ

 


Στα Επτάνησα, περισσότερο από την άλλη Ελλάδα, οι εξωτερικοί τύποι κι η εμφάνιση στη Λατρεία έχουνε πάρει μορφή πιο θεαματική. Οι λιτανείες, οι ακολουθίες, το ψάλσιμο, ο διάκοσμος μέσα στις εκκλησίες, το σήμαμα, όλα , ρυθμίζονται με βάση τις καλαισθητικές ικανότητες των ιερέων και των επιτρόπων….

            Με τη γιορτή των Φώτων θυμήθηκα το «πάρκο» που φτιάνουνε στην Κεφαλονιά για τη «βάφτιση». Ένα τραπέζι αλλού, με μερικά δοχεία, λίγα μεταξωτά υφάσματα και λουλούδια, θα ήταν ίσως αρκετά για να διαβαστούν οι ευχές του Αγιασμού. Μα στις εκκλησίες της Κεφαλονιάς-έχω υπόψη μου τ’ Αργοστόλι- το φτιάξιμο του πάρκου είναι  ζήτημα τιμής για την κάθε ενορία κι’ επομένως ζήτημα ανταγωνισμού. Όπως στους Επιτάφιους, έτσι και στα Πάρκα, χρειάζεται τέχνη και γούστο. Ολόκληρο συνεργείο από ειδικότητες καταγινόταν δύο μέρες πριν από τ’ Αγιασμό, για το φτιάξιμό τους.

            Οι απαραίτητες πρώτες ύλες ήταν έλατα, φοινίκια, μυρτσίνες, χορτάρι του βουνού, μπαμπάκι και βιολέτες άσπρες. Το πως θα συνδυάζονταν όλα αυτά στο πάρκο και ποιο σχήμα θάπαιρναν, τα κανόνιζε συνήθως ο παπάς, η ένας επίτροπος, και το εκτελούσε με την συνεργασία των ενοριτών, καλεσμένων  κι ακάλεστων, που παράστεκαν εκεί και βοηθούσαν….

            Ακολουθούσε το ντύσιμό του με έλατα και πρασινάδες. Το «Μεγάλο βουνό» συμμετέχει πιο πολύ από τη θάλασσα στη γιορτή τ’ Αγιασμού. Πυκνά σταυρωτά κλαδιά, το ένα απάνου στο άλλο, σκέπαζαν σιγά –σιγά όλο το πάρκο και τόκαναν γωνιά δάσους. Μοναχά μπρός από το εικόνισμα, ψηλά στο τετράποδο, βάζαμε πελώρια φοινικόκλαρα και τα λυγίζαμε με χρυσοκλωστές, έτσι που να φτιάνουν αψίδα. Κάτι που θύμιζε νίκη, χαρά, πανηγύρι.

            Κι’  ύστερα το «χορτάρι του βουνού». Το γνωστό μούσκλο του δάσους, που  το στρώναμε στην επιφάνεια του τραπεζιού, να θυμίζει γρασίδι. Πρασινόξανθο, σκέπαζε κάθε επιφάνεια, κάθε τρύπα, κάθε υποψία ψεύτικου, κι έφερνε στο μικρό δασάκι της εκκλησιάς το χώμα του. Βάζαμε εδώ και κει πάνω του τα μικρότερα δοχεία για τον αγιασμό, μα τους κρύβαμε τα τοιχώματα καλά, έτσι που  να φαίνεται μονάχα το νερό….

            Τελευταία δουλειά μας ήταν το στόλισμα του πάρκου. Εδώ χρειαζόταν πλούτος, υλικός και φανταστικός. Γυρνούσαμε στ΄αρχοντικά σπίτια και στα καλά χρυσοχοεία τ’ Αργοστολιού, για να μας δώσουν ασημένια δοχεία και κουτάλες για τον αγιασμό. Κανείς δεν μας αρνιόταν. Η Εκκλησία είχε ωραία ασημένια πολυκέρια και αγγέλους κρεμαστούς, που, θα τ’ αναρτούσαμε πάνω στο πάρκο.

            Μα προσοχή χρειαζόταν στα λουλούδια μπροστά στο κόνισμα. Έπρεπε να βρούμε βάζα πορσελένια φανταχτερά για να τα γιομίσουμε βιολέτες, άσπρες διπλές και μοσκοβολάτες. Να πνιγεί το κόνισμα στην ασπράδα τους και στ’ άρωμά τους. Κι ύστερα να στρώσουμε πολύτιμο χαλί μπροστά στο πάρκο, να πατήσει ο «δέσποτας», όταν θα έλεγε τις ευχές.

            Κι όταν ετοιμαζότανε έτσι το πάρκο, εκαθόμαστε από μακριά και το καμαρώναμε και το προσέχαμε με αυστηρή καλαισθησία, σαν έργο τέχνης.

            Μέσα στ’ Αργοστόλι, το δικό μας πάρκο δεν ήταν το τελειότερο. Πιο πολύ φημιζόντανε για τον πλούσιο τους διάκοσμο τα πάρκα τ’ Αγίου Σπυρίδωνα και της Άγιας Τριάδας. Οι παπάδες τους  πρωτοστατούσαν στο φτιάξιμο κι έψαχναν κάθε χρόνο για πρωτοτυπίες. Για  παράδειγμα στην Άγια  Τριάδα  ο παπά-Νεόφυτος είχε κρεμάσει πάνω από το πάρκο ένα ξύλινο περιστέρι κάτασπρο, κι είχε παραγγείλει σ’ ένα παιδί, την ώρα που θα έψαλλε « και το πνεύμα εν  είδει περιστεράς», ν’ αφήσει το σπάγγο, να κατέβει το περιστέρι και να σταθεί πάνω του. Εννοείται πως όλες αυτές οι σκηνές, συνοδεύονταν πάντα από δυνατές κωδωνοκρουσίες, αρμονικές και γλυκές, όπως ξέρουν να  τις κάνουν στα Εφτάνησα.

            ΔΗΜ. ΛΟΥΚΑΤΟΥ, «ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΙΟΡΤΩΝ»

Δεν υπάρχουν σχόλια: