Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2018

Άγιος Ελευθέριος ο Ιερομάρτυρας




Ἐλευθέριος, ὡς ἀδουλόνους φύσει,
Σπάθας θεωρῶν, οὐκ ἐδουλοῦτο πλάνῃ.
Δῖον Ἐλευθέριον δεκάτῃ πέφνε φάσγανα πέμπτῃ.

Βιογραφία
Ο Άγιος Ελευθέριος γεννήθηκε τον 2o αιώνα μ. Χ. στην Ελλάδα (κατά άλλους στην Ρώμη) από πλούσιους γονείς. Τότε αυτοκράτορας ήταν ο Κόμμοδος και ο Σεπτίνος Σεβήρος. Ορφανός από πατέρα, ανατράφηκε σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου από την ευσεβέστατη και φιλάνθρωπη μητέρα του, Ανθία (της Ευανθίας γόνος, στιχηρό Εσπερινού) (βλέπε ίδια ημέρα) η οποία έγινε χριστιανή ακούοντας το κήρυγμα από μαθητές του Απ. Παύλου.
Διακαής πόθος της Ανθίας ήταν να επισκεφτεί τη Ρώμη, που τα χώματά της είχαν βαφτεί με το αίμα των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Κάποτε, λοιπόν, αποφάσισε και πήγε. Μαζί πήρε και το νεαρό γιό της Ελευθέριο. Ο επίσκοπος Ρώμης Ανίκητος (βλέπε 17 Απριλίου), όταν είδε τον Ελευθέριο εκτιμώντας την πολλή νοημοσύνη του, τη θερμή πίστη και το αγνό ήθος του, τον έλαβε υπό την προστασία του.
Σε ηλικία 15 ετών χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο Ρώμης Ανίκητο, διάκονος και έπειτα από τρία χρόνια χειροτονήθηκε ιερέας. Από τη θέση αυτή ο Ελευθέριος αγωνίστηκε με ζήλο για τη διδαχή του ποιμνίου του, και σε έργα φιλανθρωπίας. Αργότερα και σε ηλικία είκοσι ετών, με κοινή ψήφο κλήρου και λαού έγινε επίσκοπος Ιλλυρικού, σημερινής Αλβανίας με έδρα την Αυλώνα.
Μα χειροτονήθηκε τόσο μικρός; Στο ερώτημα δίνει απάντηση ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.... Γράφει σε υποσημείωση του Συναξαριστού του: «Ας μη θαυμάζει κανείς ότι αυτός ο άγιος χειροτονήθηκε σε ηλικία αντίθετη με τους ιερούς κανόνες της 6ης Οικ. Συνόδου και της τοπικής Συνόδου της Νεοκαισαρείας, οι οποίοι ορίζουν ότι ο διάκονος χειροτονείται στη ηλικία των 25 χρόνων, ο πρεσβύτερος στα 30 και ο επίσκοπος πάνω από 30. Αυτό έγινε γιατί ο άγιος Ελευθέριος έζησε πριν ακόμη γίνουν οι παραπάνω κανόνες, οι οποίοι έγιναν αργότερα».
Η χειροτονία του αγίου Ελευθερίου, όπως γράφει κάποιος βιογράφος του, έγινε «κατ’ οικονομίαν» Θεού, λόγω των μεγάλων αρετών και της σοφίας του με την οποία προσείλκυε στον Χριστό τους ειδωλολάτρες. Η γλυκύτητα του λόγου του, που επιβεβαιωνόταν με τα πολλά θαύματα του, έκανε αυτούς που βρίσκονταν στην πλάνη να ασπαστούν την χριστιανική αλήθεια.
Η φήμη της αρετής του Αγίου Ελευθερίου ήταν τόσο μεγάλη που έφτασε μέχρι τη Βρεττανία. Έτσι, ο βασιλιάς της, Λούκιος, έγραψε επιστολή στον Ελευθέριο και του δήλωνε ότι αυτός και ο λαός του επιθυμούσαν να γίνουν χριστιανοί. Ο Ελευθέριος αμέσως ανταποκρίθηκε, στέλνοντας δύο εκπαιδευμένους στην πίστη άνδρες, που κατήχησαν και βάπτισαν χριστιανούς τον Λούκιο με το λαό του.
Όταν ο Σεπτίμιος Σεβήρος πληροφορήθηκε την χριστιανική δράση του Ελευθερίου διέταξε την σύλληψή του. Έπειτα από πολλά βασανιστήρια ο Ελευθέριος οδηγήθηκε από τους ειδωλολάτρες στην αρένα της Ρώμης. Τα άγρια ζώα όμως δεν τον άγγιξαν, γι’ αυτό και αποκεφαλίσθηκε μαζί με την μητέρα του.
Έτσι ο Άγιος Ελευθέριος πέρασε «εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ» (Προς Ρωμαίους, η' 21). Δηλαδή στην ελευθερία της ένδοξης κατάστασης των παιδιών του Θεού.
Η Σύναξή του τελείται στο μαρτύριο αυτού, πλησίον του Ξηρολόφου.
Ο Άγιος Ελευθέριος θεωρείται βοηθός των εγκύων γυναικών. Τους δίνει «καλή λευτεριά». Πολλές γυναίκες επικαλούνται τη βοήθεια του και ακουμπούν το εικονισματάκι του αγίου πάνω τους. Η αντίληψη αυτή αναφέρεται και σ’ ένα προσόμοιο στιχηρό της εορτής. «Τῶν ἐπιτόκων γυναίων Πάτερ κηδόμενος, ἐλευθερίαν δίδως, τῷ Ναῷ σου φοιτώσαις....», δηλαδή, Φροντίζεις Πάτερ τις έγκυες γυναίκες που καταφεύγουν στο ναό σου δίνοντας του ελευθερία....

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον λόγον.
Φερωνύμῳ σου κλήσει καλλωπιζόμενος, ἐλευθερίαν παρέχεις καὶ ἀπολύτρωσιν, τοῖς προσκάμνουσι δεινῶς, ποικίλας θλίψεσιν, Ἐλευθέριε σοφέ, ἱερῶν καλλονή, Μαρτύρων ἡ ὡραιότης· διὸ μὴ παύσῃ βραβεύων, ἀναψυχὴν τοῖς σὲ γαιρέρουσι.

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018

Διαφορές δαιμονικού και Θεϊκού φωτός (Στοιχεία διάκρισης)


π. Ιωάννη Ρωμανίδη
Στην πολύμορφη αυτή πολεμική του διαβόλου πρέπει να μάθει ο άνθρωπος να διακρίνει τους απλούς λογισμούς από τους σύνθετους λογισμούς, την ενέργεια του Θεού από τις δαιμονικές ενέργειες, την εμφάνιση του Φωτός του Θεού από το φως του διαβόλου.
«Ένα πράγμα, το οποίο μπορεί κανείς από Ορθοδόξου απόψεως να το θεωρεί δαιμονικό, από μιας άλλης απόψεως μπορεί να θεωρείται ότι είναι υγιεινό. Αυτό το οποίο, για την Ορθόδοξη θεολογία, μπορεί να θεωρείται ότι είναι από τον διάβολο, για την «Απογευματινή», «Ελευθεροτυπία» μπορεί να θεωρείται ότι είναι για το καλό του ανθρώπου.
Το πρόβλημα για τον Ορθόδοξο είναι το κριτήριο, τι θα είναι;».
«Και κυρίως, πρέπει να μάθει κανείς να διακρίνει από τις ενέργειες του διαβόλου, για να μπορεί να διακρίνει ποια ενέργεια που τον επηρεάζει είναι από τον Θεό και ποια ενέργεια είναι από τα λοιπά κτίσματα και, κυρίως, από τον διάβολο.
Και αυτή η ικανότητα της διακρίσεως μεταξύ κτιστών και άκτιστων ενεργειών είναι το θεμέλιο του χαρίσματος της διακρίσεως των πνευμάτων. Να διακρίνει κανείς μεταξύ των ενεργειών του πονηρού πνεύματος και του Αγίου Πνεύματος».
Μερικές φορές ο διάβολος «μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός» (Β΄ Κορινθίους ια’, 14). Το δαιμονικό φως είναι διαφορετικό από το Φως του Θεού.
«Το άκτιστο Φως ποτέ δεν είναι έξωθεν. Είναι πάντοτε έσωθεν. Το δαιμόνιο είναι έξωθεν, το φως του διαβόλου είναι έξωθεν. Όταν ο διάβολος αποκαλύπτει φως στον άνθρωπο, είναι έξωθεν».
«Όταν εμφανίζεται ο διάβολος στον άνθρωπο, εμφανίζεται δια της συζυγίας, ποτέ δια της κράσεως. Δεν μπορεί να υπάρξει κράση μεταξύ του κτιστού φωτός του διαβόλου και του ανθρώπου.
Γι’ αυτό και ο διάβολος όταν εμφανίζεται, εμφανίζεται πάντοτε και με σχήμα και με χρώμα και πάντοτε είναι έξω από τον άνθρωπο. Είναι φως παρυφιστάμενο, λένε οι Πατέρες. Παρυφίσταται, δηλαδή, το φως του διαβόλου. Ενώ όταν είναι το άκτιστο Φως, είναι ασχημάτιστο, ανείδεο, χωρίς χρώμα, χωρίς μορφή κλπ. Και θεάται δια της κράσεως.
Οπότε, ο θεούμενος βρίσκεται μέσα στο Φως και όλο το περιβάλλον του είναι μέσα στο Φως. Και το Φως φέγγει από παντού και είναι διαβρωτικό το Φως. Ενώ το φως του διαβόλου είναι περιορισμένο σε τόπο και έχει και χρώμα».
Όποιος έχει το χάρισμα της διακρίσεως, μπορεί αμέσως να αντιληφθεί την πλάνη και να μη πλανηθεί. Γι’ αυτό στην πατερική γλώσσα οι Θεούμενοι χαρακτηρίζονται απλανείς, που σημαίνει δεν παραπλανώνται.
Στην πνευματική αυτή πορεία σημαντικό ρόλο παίζει ο διακριτικός Πνευματικός Πατέρας. Άλλωστε, ο Πνευματικός Πατέρας πρέπει να είναι θεολόγος, με την χαρισματική έννοια του όρου, αφού θεολογία είναι η γνώση του Θεού και, οποίος αποκτά αυτήν την γνώση, μπορεί να διακρίνει «τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστίν» (Α’ Ιω. δ’, 1).
«Ο Πνευματικός Πατέρας, για να έχει νοερά προσευχή σημαίνει ότι έχει το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων και ξέρει ακριβώς τις μεθοδείες του διαβόλου χωρίς καμία αμφιβολία, τις ενέργειες του διαβόλου με καταπληκτική ακρίβεια. Αυτός είναι ο Πνευματικός Πατέρας. Άλλα αυτή είναι η Ορθόδοξη θεολογία. Επομένως, αυτό σημαίνει ότι ο Πνευματικός Πατέρας αναποφεύκτως είναι Ορθόδοξος, δεν μπορεί παρά να είναι Ορθόδοξος.
Βέβαια, πρέπει να είναι ο Πνευματικός οδηγός, όχι στοχαστής γύρω από αυτά τα θέματα, αλλά να ξέρει με ακρίβεια τα θέματα αυτά, με ακρίβεια να οδηγεί τα πνευματικά τέκνα. Εάν στοχάζεται, τότε και ο ίδιος είναι χαμένος, θα χαθούν και οι οπαδοί του. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Εξ επόψεως πατερικής αυτή είναι η αρετή, γι’ αυτό και η αίρεση οδηγεί τον άνθρωπο στην Κόλαση».

Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.
yiorgosthalassis.blogspot.com

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018

Ο Χριστός η μόνη σωτηρία μας



“....ημείς εν ονόματι Κυρίου Θεού ημών ανέστημεν και ανωρθώθημεν.....και μεγαλυνθησόμεθα” (Ψαλμ. 19,8)

          Οι ειδήσεις και τα γεγονότα μας δημιουργούν θλίψη και οδύνη για την ορθόδοξη πατρίδα μας. Πολλοί ΄Ελληνες  έχουν φτωχύνει και είναι χρεωμένοι, δεν μπορούν να διαβιώσουν αξιοπρεπώς. Οι Έλληνες συρρικνώνονται και ελαττώνονται. Οι εκτρώσεις δυστυχώς εκτελούνται νόμιμα κατά χιλιάδες. Αλλοιώνεται η Ιστορία και περιφρονείται η Πατρίδα. Χαρίζουμε με την υπογραφή μας την Ελληνική Μακεδονία σε λαό, που ανήκει σε Σλαβική φυλή.
          Αλλοιώνουν τα ορθόδοξα χριστιανικά μαθήματα, περιφρονούν την πίστη και βλασφημούν.
Μουσικό ξένο συγκρότημα με σατανική μουσική προβαίνει σε βέβηλη πράξη σε ελληνικό χώρο. Μετά από εκκωφαντική μουσική πετούν την εξέδρα φωτεινό Σταυρό και τον ποδοπατούν με μανία και συνέχεια καίνε επιδεικτικά την Ελληνική σημαία, ενώ χιλιάδες νέοι Έλληνες επευφημούν και χειροκροτούν!
          Φονική φωτιά στο Μάτι Αττικής με εκατόμβη θυμάτων.
          Και πολλά άλλα άσχημα που τα ζούμε. Αναρχία, φόβος και ανασφάλεια.
          Eλπίδα σωτηρίας μόνον ο Χριστός με την Εκκλησία Του. Μετάνοια, προσευχή. Γνωρίζει ο Θεός να βγάζει από το “πικρό γλυκύ”. Αναδεικνύει Αγίους και συνετούς για να οδηγήσουν το σκάφος σε ήρεμο λιμάνι “ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσευσεν η χάρις” . Τα εθνικά και χριστιανικά γεγονότα αυτό μαρτυρούν. Ο Χριστός εγεννήθη σε εποχή ακαταστασίας. Η Εκκλησία θεμελιώθηκε σε εποχή αθεΐας, η ελευθερία είναι δώρο των πιστών ηρώων και του 1821 και το 1912-1913 και το 1940.
          Δεν υπάρχει άλλος δρόμος λυτρώσεως. Η δική μας πνευματική πρόοδος συμβάλλει στην σωτηρία της Πατρίδος. “Ημείς εν ονόματι Κυρίου θεού ημών ανέστημεν και ανωρθώθημεν και μεγαλυνθησόμεθα”.

          π. Γ.

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2018

Άρρηκτος ο δεσμός Έθνους και Εκκλησίας



Μέσα στην γενικότερη κρίση που μαστίζει την κοινωνία μας και η οποία τείνει να ισοπεδώσει τα πάντα, τίθενται διάφορα ζητήματα αλλά και υλοποιούνται ανενδοίαστα αποφάσεις που κύριο στόχο έχουν να αλλοτριώσουν τα φρόνημα του ορθόδοξου ελληνικού λαού. Στην αιφνιδιαστική λοιπόν εφαρμογή του νέου προγράμματος διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία έρχεται να προστεθεί η εμμονή του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων στον χωρισμό του κράτους με την Εκκλησία, λέγοντας ότι πρέπει να διευκρινισθούν οι ρόλοι κράτους και Εκκλησίας.

          Για το ελληνικό Έθνος το κράτος και η Εκκλησία είναι άρρηκτα δεμένα. Σε όλες τις κρίσιμες περιόδους του Ελληνισμού, όταν οι ξένοι κατακτητές απειλούσαν να αφανίσουν την ελληνική συνείδηση, η Εκκλησία ήταν αυτή που κρατούσε την συνοχή του Έθνους καθώς ηγούνταν στους αγώνες του λαού, ανύψωνε το εθνικό φρόνημα, στήριζε οικονομικά και ηθικά τους αγωνιστές, δίδασκε την ελληνική γλώσσα και παιδεία στα ελληνόπουλα, αναπλήρωνε με λίγα λόγια την ανυπαρξία του κράτους.

          Οποιαδήποτε άλλη τοποθέτηση είναι ένα ακόμα βήμα προς την απώλεια της εθνικής μας  μνήμης. Είναι αυτονόητο ότι ο κάθε θεσμός έχει τον δικό του λόγο. Και η Εκκλησία, ως φιλόστοργη μάνα, έχει πολύ σπουδαίο ρόλο να επιτελέσει μέσα την κοινωνία, ανοίγοντας την ζεστή αγκαλιά της για να δεχτεί τον πονεμένο, τον θλιμμένο, τη χήρα και το ορφανό, τον απογοητευμένο και να τους δώσει ελπίδα, αισιοδοξία , θάρρος. Να δώσει τον Χριστό, που είναι ο νικητής του θανάτου.

          “Οι  πολίτες δημιουργούν την Πολιτεία, αλλά η Εκκλησία “γεννάει” τους πολίτες”, είπε ο Αρχιεπίσκοπος σε πρόσφατη ομιλία του. Η Εκκλησία είναι αυτή που διασφαλίζει την συνοχή, την ομοψυχία, την ενότητα, την ειρήνη μεταξύ των πολιτών, ρόλος που συνδράμει και βοηθάει καθοριστικά τον ρόλο της Πολιτείας. Επιτέλους, ας σοβαρευτούμε. Η χώρα μας έχει τόσους πολλούς εξωτερικούς εχθρούς, που δεν χρειάζεται και εσωτερικούς.

          “Αγία ΛΥΔΙΑ”,, τ. 524

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2018

Ψήγματα από τους ασκητικούς λόγους του Αββά Ισσάκ του Σύρου



Όποιος συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του, είναι ανώτερος εκείνου που ανασταίνει νεκρούς!... Όποιος στενάζει μια ώρα για την ψυχή του είναι ανώτερος εκείνου που ωφελεί όλο τον κόσμο με τη διδασκαλία του!... Όποιος ακολουθεί πίσω από  το Χριστό πενθώντας είναι  ανώτερος αυτού που επαινείται στην εκκλησία από το λαό!...
          Δεν κατοικεί το Πνεύμα του Θεού σ’ εκείνους που ζουν με ανάπαυση, αλλά το πνεύμα του διαβόλου. Οι γνήσιοι δούλοι του Θεού ζουν με θλίψεις και στενοχώριες, ο δε κόσμος με τρυφή και αναπαύσεις. Αυτοί μεν κλαίουν, ο δε κόσμος γελά. Αυτοί στενάζουν, ο κόσμος χαίρει. Αυτοί νηστεύουν, ο κόσμος τρυφά...
          Η αρετή, δηλαδή η φύλαξη των εντολών το Χριστού, ακολουθείται από λύπη, που οφείλεται στις θλίψεις και πειρασμούς από φθόνο των δαιμόνων. Με την υπομονή φθάνουμε στην ταπείνωση και εν συνεχεία απολαμβάνουμε τη χάρη του Θεού...

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2018

Όταν το Πάσχα πέφτει ... Νοέμβριο!



Kυριακή πρωί, ώρα εφτάμιση.
Η ειδοποίηση από το κινητό τού θύμισε ότι έπρεπε να σηκωθεί. Η ζεστασιά της κουβέρτας δεν τον βοηθούσε. Πάτησε την αναβολή και γύρισε πλευρό. Δεν κατάλαβε πότε πέρασαν δέκα λεπτά. Το κινητό ξαναχτύπησε. Σηκώθηκε εκνευρισμένος.
Οι γονείς έλειπαν, είχαν πάει στο χωριό τους. Τους υποσχέθηκε ότι θα πήγαινε σήμερα στο μνημόσυνο ενός γείτονα, εκπροσωπώντας όλη την οικογένεια. Τα βαριέται αυτά τα τυπικά, τα δήθεν, τα «είναι υποχρέωσή μας να πάμε», αλλά τώρα δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Ντύθηκε βιαστικά και μπήκε στο αυτοκίνητο. Το μνημόσυνο θα γινόταν σε μια εκκλησία των νοτίων προαστίων. Στους λεφτάδες. Δεν είχε ιδέα από αυτές τις γειτονιές. Έβαλε σε λειτουργία το GPS και ακολούθησε τις οδηγίες της εικονικής συνοδηγού του.
Έφτασε γύρω στις οκτώμισι έξω από το ναό, ακριβώς στην ώρα που έλεγε το αγγελτήριο. Υπολόγιζε να ξεμπερδέψει κατά τις εννιά.
Μπήκε, άναψε ένα κερί και ρώτησε τον κύριο που καθόταν πίσω από το παγκάρι «Τι ώρα θα τελειώσει;». Τον κοίταξε απορημένος εκείνος. «Κατά τις δέκα συνήθως τελειώνει η Λειτουργία. Έχουμε και μνημόσυνο σήμερα ... Υπολογίστε γύρω στις δέκα και μισή». Την πάτησε! Θα πρέπει τώρα να περιμένει δυο ώρες.
Σκέφτηκε προς στιγμήν να γυρίσει πίσω. Προχώρησε εκνευρισμένος και στάθηκε δίπλα σε μια κολώνα στο πίσω μέρος του ναού. Χάζεψε κάμποση ώρα τον κόσμο που έμπαινε, ύστερα κοίταξε έναν – έναν τους Αγίους που ήταν ζωγραφισμένοι στον απέναντι τοίχο. Μετά κοίταξε στα κλεφτά το κινητό του, μα ντράπηκε να μπει στο ίντερνετ. Πέρασε η ώρα.
Κάποια στιγμή βγήκε ο παπάς στην Ωραία Πύλη και οι ψαλτάδες σταμάτησαν. «Ωραία, θα ξεκινήσει το μνημόσυνο» σκέφτηκε. Έκανε λάθος. Ο παπάς άρχισε να εξηγεί το Ευαγγέλιο. Με ήρεμη φωνή. Ήταν όμως, τόσο ήσυχα που ακουγόταν ως πίσω.
Με απλά λόγια μίλησε για την περικοπή και μετά ήρθε στο σήμερα. Χωρίς ξύλινη γλώσσα, χωρίς αρχαιοπρεπείς εκφράσεις, βερμπαλισμούς και ηθικολογίες. Τέντωσε το κεφάλι του δεξιά – αριστερά για να τον δει πιο καλά. Τον έκοψε γύρω στα σαρανταφεύγα. Τα μάτια του καρφωμένα στη γη. Η φυσιογνωμία του ήρεμη.
Χωρίς να το πολυκαταλάβει, παρακολουθούσε με προσοχή κάθε του λέξη, κάθε του φράση. Ο παπάς τελείωσε με ένα περιστατικό από την τρέχουσα επικαιρότητα και έκλεισε το ολιγόλεπτο κήρυγμα με τους στίχους του αγαπημένου του ποιητή! Αυτό το τελευταίο δεν το περίμενε με τίποτα. Του άρεσαν πολύ αυτοί οι στίχοι. Ήταν το μότο του. «Ο τύπος είναι από το δικό μας club!» σκέφτηκε με ενθουσιασμό.
Από κείνη την ώρα δεν πήρε τα μάτια του από πάνω του. Κουνούσε το κεφάλι του πότε δεξιά και πότε αριστερά για να τον έχει πάντα μέσα στο πλάνο. «Ὁ εὐλογῶν τοὺς εὐλογοῦντας σε Κύριε ...». Ο παπάς είχε στραφεί τώρα στην εικόνα του Χριστού και το βλέμμα του ήταν αλλού, πέρα και πάνω από τον κόσμο γύρω του.
Σε λίγα λεπτά ξεκίνησε η ακολουθία του μνημοσύνου. Ο παπάς τόνιζε μια – μια κάθε λέξη, λες και το έλεγε για πρώτη φορά, λες και ήταν συγγενής του ο γείτονάς τους. Κι ύστερα λίγο πριν το Δι’ εὐχῶν είπε με δυο φράσεις για το πώς και το γιατί γίνονται τα μνημόσυνα.
Ο περισσότερος κόσμος κινήθηκε προς την έξοδο για να πάρει αντίδωρο και κόλλυβα. Κάποιοι πήγαν προς την Ωραία Πύλη για να πάρουν αντίδωρο από το χέρι του ιερέα. Τους ακολούθησε μηχανικά, τελευταίος στη σειρά. Έφτασε διστακτικά. Ο παπάς τον κοίταξε και τα μάτια του ξεχείλιζαν αγάπη. Πήρε το αντίδωρο και στάθηκε αμήχανος. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και είπε διστακτικά «Μπορώ να σας μιλήσω;». «Περίμενε, να καταλύσω και τα λέμε» του είπε χαμογελαστά ο παπάς.
Κανόνισαν να τα πούνε την άλλη μέρα το απόγευμα. Όλη η Κυριακή πέρασε με την προσμονή της Δευτέρας. Ξεκίνησε νωρίς. Για να φτάσει πιο γρήγορα πήρε την μοτοσυκλέτα. Έφτασε μισή ώρα νωρίτερα. Κλείδωσε τη μηχανή και κατέβηκε πέντε σκαλιά. Βρέθηκε στην ημιυπόγεια αίθουσα του ναού. Στο βάθος δεξιά ήταν μια τζαμένια πόρτα που έγραφε «εξομολογητήριο».
Δεν είχε σκοπό να εξομολογηθεί. Ήθελε να μιλήσει μόνο. Είχε πολλά χρόνια να βρει άνθρωπο πρόθυμο να τον ακούσει. Όλοι γύρω είναι έτοιμοι να πούνε τη γνώμη τους, να δώσουν συμβουλές, μα μόλις τους πεις δυο πράγματα που σε απασχολούν, βιάζονται να κατεβάσουν ρολά.
Περίμενε γύρω στο μισάωρο όταν μπήκε μέσα μια νεαρή κυρία. «Τον παππούλη περιμένετε;» του είπε ευγενικά. «Ναι» της είπε, χωρίς να την κοιτάξει. «Πήρε τηλέφωνο και ζητά συγγνώμη. Η πρεσβυτέρα μπήκε στο Μαιευτήριο πριν από λίγο. Πάρτε το τηλέφωνό του να συνεννοηθείτε» συνέχισε εκείνη. «Ευχαριστώ» μουρμούρισε εκείνος. Βγήκε άκεφος από την υπόγεια αίθουσα, ανέβηκε τα σκαλάκια και το βλέμμα του έπεσε στο παρμπρίζ της μηχανής. «Να πάρει!» μουρμούρισε. Είχε αφήσει αφηρημένος τη μηχανή πάνω στη διάβαση πεζών και η Δημοτική Αστυνομία του έκοψε κλήση.
Γύρισε αρκετά εκνευρισμένος σπίτι. Δεν ήταν προληπτικός, αλλά μια η γέννα της παπαδιάς, μια η κλήση της Αστυνομίας, φοβόταν πως η συνάντηση με τον άγνωστο παπά «δεν τον ήθελε».
Κανόνισαν νέα συνάντηση σε δυο μέρες. Η ίωση όμως, που τον έπιασε ξαφνικά είχε ... αντίθετη γνώμη. Όλα κόντρα! Τελικά κατάφερε να πάει ύστερα από μια βδομάδα, με αρκετές αμφιβολίες και λιγότερη διάθεση από την πρώτη φορά.
Λίγο πριν φύγει από το σπίτι σκέφτηκε να βγάλει το μαύρο κρίκο που είχε στο δεξί αυτί. Άλλαξε αμέσως γνώμη. «Αν είναι να με δεχτεί, ας με δεχτεί έτσι όπως είμαι» είπε σιγανά και ανασήκωσε τα μανίκια. Ένα tattoo με δυο δράκους ξεπρόβαλλε κάτω από το ύφασμα της μπλούζας. Το είχε χτυπήσει ψηλά στο μπράτσο, ώστε να μπορεί να το κρύβει -μαζί με το σκουλαρίκι- από το περιβάλλον της δουλειάς του, ένα περιβάλλον comme il faut (καθώς πρέπει), για φιλόδοξους goldenboysσαν κι εκείνον.
«Συγγνώμη, χίλια συγγνώμη, σε ταλαιπώρησα!» είπε ο παππούλης. «Μα, δεν φταίτε σε κάτι. Μην ζητάτε συγγνώμη» του είπε. «Έτσι, αισθάνομαι» απάντησε αφοπλιστικά ο παππούλης. Δεν το συνέχισαν. Είχαν τόσα πολλά να πουν. Απορίες, αγωνίες, σκέψεις, όλα ανακατεμένα. Κι ο παππούλης άκουγε υπομονετικά, χωρίς να διακόπτει. Όταν μίλησε στο τέλος, τον ξάφνιασε. Ήξερε μουσικά ρεύματα, συγκροτήματα, ταινίες, πρόσωπα, ήταν για τα πάντα ενημερωμένος. Και δεν του φαινόταν. Πέρασε μία ώρα χωρίς να το καταλάβει. Κανόνισαν να τα πουν κι άλλη φορά την επόμενη βδομάδα.
Μέχρι να έλθει η επόμενη φορά προσπάθησε να κάνει μια έρευνα μέσω ... ίντερνετ. Γκούγκλαρε το όνομα του παππούλη. Έψαχνε κάθε στοιχείο, κάθε εικόνα που θα του έδιναν έστω και την παραμικρή λεπτομέρεια για το πρόσωπο που μπήκε ξαφνικά και απρόσμενα στη ζωή του. Μάταιος κόπος. Όλο αυτό το παράλληλο διαδικτυακό σύμπαν που έχει μπει δυναμικά στη ζωή μας και δίνει αμέτρητες πληροφορίες για το πώς ζει και κινείται ο καθένας, δεν μπορεί όχι μόνο να εντοπίσει αλλά ούτε να υποψιαστεί έστω και ίχνος εσωτερικής ζωής.
Η επόμενη συνάντηση έγινε μετά από είκοσι μέρες. Πάλι ήρθαν αναποδιές που του ’κοψαν το δρόμο προς τα νότια προάστια. Προσπάθησε να μην ενδώσει στη σκέψη ότι το σύμπαν συνωμοτούσε στο να μην πάει ξανά στον παππούλη. Όταν μπήκε στο εξομολογητήρι τον βρήκε με τρία χαριτωμένα παιδάκια να συζητούν με οικειότητα. «Πάμε μπαμπά, τα λέμε το βράδυ» είπε το μεγαλύτερο φεύγοντας.
«Τρία και ένα το νεογέννητο, τέσσερα παιδιά. Χαρά στο κουράγιο του ...» σκέφτηκε. Και συνέχισε μεγαλόφωνα «Πολύτεκνος ε; Να σας ζήσουν!». «Ευχαριστώ, αυτά είναι τα μικρότερα» είπε ο παππούλης και βλέποντας την έκπληξη στο πρόσωπο του συνομιλητή του διευκρίνισε «... μαζί με το νεογέννητο είναι δέκα».
«Τι; Δέκα;» πετάχτηκε εκείνος ξαφνιασμένος, αλλά ο παππούλης δεν έδωσε συνέχεια στην κουβέντα. Είπαν άλλα, πιο ... ενδιαφέροντα: για τη δουλειά του, για το μεταπτυχιακό που έκανε στην Αμερική, για διάφορα.
Έφυγε για το σπίτι, μα ο νους του ήταν κολλημένος στα δέκα παιδιά. «Εμ, έτσι εξηγείται πώς βρέθηκε ο παπάς στα νότια προάστια. Εκεί είναι τα φράγκα. Ένας αγιασμός για τη σύζυγο του βουλευτή που έχει μεταφυσικές ανησυχίες, ένα ευχέλαιο για τους υπέργηρους γονείς του τάδε βιομήχανου, άσε τις βαφτίσεις και τους γάμους ... Ποιος ξέρει πόσα θα βγάζει το μήνα... Όλα μαύρα!» σφηνώθηκε η σκέψη μέσα του και τον έκανε κομμάτια. Στη ζωή του είχε προδοθεί πολλές φορές από δήθεν ακέραιους ανθρώπους. Δεν ήθελε να την πάθει άλλη μια φορά. Όλη τη βδομάδα δεν μπόρεσε να ξεκολλήσει αυτή τη σκέψη από το μυαλό του. Μόνο όταν ήρθε η ώρα να ξαναπάει στην εκκλησία, βρήκε το κουράγιο να πει στον εαυτό του «Αυτά τα μάτια, τα καθαρά αποκλείεται να λένε ψέματα».
Αυτή τη φορά δεν κατευθύνθηκε στο γνωστό χώρο του εξομολογητηρίου. Βρέθηκε, καλεσμένος από τον παππούλη, σε μια νεανική συντροφιά, εκεί στο υπόγειο της εκκλησίας. Γύρω – γύρω κάθονταν καμιά εικοσαριά φοιτητές και νέοι επιστήμονες, αγόρια και κορίτσια και κάπου ανάμεσα ο παππούλης.
Πρώτη φορά βρέθηκε σε τέτοιο περιβάλλον. Του συστήθηκαν όλοι με αυθόρμητη ευγένεια και καλοσύνη, σαν να τον ήξεραν καιρό. Ύστερα ήρθε κι άλλη έκπληξη. Οι περισσότεροι ήταν σπουδαγμένοι. Κάποιοι μάλιστα με βαριά χαρτιά. Από ΜΙΤ και πάνω. Τώρα ήταν που ένιωσε τόσο, μα τόσο χαζός που κοκορευότανε στη γειτονιά του στο Γαλάτσι ότι ήταν διπλωματούχος του ΕΜΠ με μεταπτυχιακό στη ΝΥ. Αυτοί εδώ με το ζόρι έλεγαν τα τυπικά τους προσόντα. Έδειχναν όλοι ισότιμοι. Οι απόφοιτοι Λυκείου δίπλα στους αποφοίτους του Harvard. Κι ο παππούλης μέσα σε όλα. Όντας απόφοιτος Μαθηματικού και Θεολογικής, μιλούσε με τους πάντες για τα πάντα.
Αυτό όμως, που τον σόκαρε ήταν μια κουβέντα που έκαναν στο τέλος για κάποιον που είχε ανάγκη. Στην αρχή δεν καταλάβαινε τι έλεγαν, από τα συμφραζόμενα όμως, έπιασε ότι ο παππούλης δεν έπαιρνε μία από τυχερά! Αυτό το ήξεραν οι πάντες στην ενορία, χρόνια τώρα. Κι όταν κάποιος επέμενε πολύ, του έλεγε «Κράτα τα χρήματα κι όταν χρειαστούν, θα σου πω». Μόλις λοιπόν, εμφανιζόταν κάποια περίπτωση ταλαίπωρου ανθρώπου με οικονομικά προβλήματα, τσουπ!, ο παππούλης ειδοποιούσε τον κύριο και έτσι τα τυχερά γινόταν ελεημοσύνη. Κρυφή ελεημοσύνη, όχι με ντουντούκες ούτε με αποδείξεις για απαλλαγή από την εφορεία! Πόσο ντράπηκε που αδίκησε με το νου του τον παππούλη!
Και τότε, πώς μεγάλωνε δέκα παιδιά μόνο με το μισθό το δικό του και της παπαδιάς; Κι έδειχναν τόσο ευτυχισμένα τα μικρούλια που είχε δει. Σαν σκηνή από το Μικρό σπίτι στο λιβάδι ήταν. Την απορία του την έλυσε ο ίδιος ο παππούλης πολύ καιρό μετά, όταν σε κάποια συνάντηση τού είπε «Τα πάντα τα αφήνουμε στο Θεό. Εκείνος βρίσκει τη λύση. Μόνο που τη δίνει στο τελευταίο δέκατο του δευτερολέπτου. Την ώρα που αιωρούμαστε στο κενό, χωρίς φως στο τούνελ. Έτσι, για να δούμε καθαρά ότι ήταν δική Του παρέμβαση».
Ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του όταν μια κοπελιά τού είπε χαμογελαστά «Θα σε βλέπουμε τώρα που είσαι στη συντροφιά μας. Κοντά στον πνευματικό μας». Πήγε να της πει. Ο παππούλης ήταν δικός τους πνευματικός, όχι δικός του. «Όχι ακόμα!» διόρθωσε με το νου του. Γιατί πολλές φορές είχε βρεθεί ένα τσακ πριν από το πετραχήλι και έκανε πίσω. Ο παππούλης περίμενε όλο αυτόν τον καιρό υπομονετικά, χωρίς να τον πιέσει, χωρίς ούτε καν να υπαινιχτεί κάτι.
Γύρισε απότομα πίσω. «Πάτερ, να σας δω για λίγο;» είπε έντονα. Ο παππούλης τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και δεν μίλησε. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα. «Έλα» του έκανε νόημα. Μπήκαν στο εξομολογητήρι. Βγήκε μετά από εβδομήντα πέντε λεπτά. Τότε πρόσεξε ότι ο παππούλης έδειχνε πολύ κουρασμένος. Η ώρα ήταν 10:25. Από τη μια ένιωθε ενοχές που έφαγε πολύτιμο χρόνο από την ξεκούραση του παππούλη και την οικογένειά του. Από την άλλη, το φτερούγισμα που ένιωθε μέσα του τον έκανε να πετάει.
Προθυμοποιήθηκε να πάει τον παππούλη στο σπίτι του, ένα διαμέρισμα σε μια παλιά πολυκατοικία. Τότε έμαθε πως δεν οδηγούσε, αν και στα νιάτα του είχε ένα κάμπριο και δεν ήταν λίγες οι φορές που οι φίλοι του περίμεναν να τον δουν να κάνει σλάλομ στην παραλιακή.
Φτάνοντας στο σπίτι του -περασμένα μεσάνυχτα- ένιωθε τόσο έντονα τη γλυκιά επίγευση των συμβάντων της ημέρας. Ήταν τόσο δυνατά τα συναισθήματα, που περίμενε από τώρα την επόμενη φορά που θα πήγαινε για εξομολόγηση. «Άραγε κάπως έτσι να νιώθουν αυτοί που πρωτοταξιδεύουν με την παραμύθα και θέλουν να ξαναδοκιμάσουν;» σκέφτηκε και ντράπηκε μονομιάς με την παρομοίωση που σκάρωσε το μυαλό του.
Πήγε ξανά και ξανά στο γνωστό και αγαπημένο του υπόγειο της εκκλησιάς. Στην αρχή δειλά και άτσαλα εξιστορούσε τα παραπατήματα και τις στραβοτιμονιές. Με πολλές δικαιολογίες και με ακόμα περισσότερη ντροπή. Όσο περνούσε ο καιρός, έμπαινε πιο συνειδητά στο μυστήριο. Κι ο παππούλης έβλεπε τις πληγές που πυορραγούσαν και έπιανε το νυστέρι για να τις καθαρίσει. Με λεπτές, προσεκτικές κινήσεις. Και, τι απίστευτο! Αυτή η επέμβαση, η χωρίς αναισθητικό δεν τον πονούσε. Του ’δειχνε τις πληγές, χωρίς να τον ρίχνει στην απελπισία. Του έβγαζε το σάπιο μέρος και τον γέμιζε ελπίδα.
Ένα βράδυ, παραμονή του Αγίου Φιλίππου γινόταν αγρυπνία στο ναό. Είχε ετοιμαστεί να κοινωνήσει. Για πρώτη φορά, ύστερα από πολλά χρόνια. Κανένα φως δεν ήταν αναμμένο μέσα. Μόνο τα κεριά από τα μανουάλια και τα καντήλια έφεγγαν. Τα στασίδια κι οι καρέκλες ήταν γεμάτα από νέους, παιδιά, οικογένειες. Στο ψαλτήρι ήταν ένας από την παρέα του «κύκλου», έτσι έλεγαν τη συνάντησή τους. Βγήκε από το ναό στη μία και τέταρτο. Καβάλησε τη μηχανή, φόρεσε τα γάντια και το κράνος και χάθηκε στην παραλιακή. Ήταν τόσο όμορφη η νύχτα. Τα αστέρια από πάνω φώτιζαν σα μικρά καντηλάκια. Ο θαλασσινός αέρας τον χτυπούσε στο λαιμό και το θώρακα και ακουγόταν σα γλυκιά μελωδία. Άθελά του άρχισε να ψέλνει. Στην αρχή ψιθυριστά κι ύστερα πιο δυνατά. «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν ...».
Ανέβηκε τη Συγγρού και πριν φτάσει στη διασταύρωση με τη Βουλιαγμένης είδε από μακριά να ανάβει το πορτοκαλί. Έκοψε και περίμενε να ανάψει το πράσινο. Δίπλα του σταμάτησε ένα τζιπάκι. Μέσα χαχάνιζαν δυο ζευγάρια. Ήταν προφανές ότι γύριζαν από διασκέδαση. Κάποια στιγμή ο τύπος που ήταν στο τιμόνι τέντωσε το αυτί του και ... έπιασε τις ψαλμωδίες. Έκανε νόημα στους άλλους που κοίταζαν στην αρχή περίεργα και μετά ήταν έτοιμοι να ξεκαρδιστούν στα γέλια. Ο οδηγός τού φώναξε περιπαιχτικά «φέτος το Πάσχα πέφτει Νοέμβριο!». Ο συνεπιβάτης από το πίσω κάθισμα κατέβασε γρήγορα το τζάμι και είπε χασκογελώντας «και πού να σφίξουν οι ζέστες φίλε!». Τους κοίταξε ήρεμα. «Οι ασύμβατες ευθείες δεν συναντιούνται πουθενά στο χώρο, έτσι δε μάθαμε στη Γεωμετρία;» σκέφτηκε. «... Καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος!»
Το φανάρι άλλαξε χρώμα. Γκάζωσε και πήρε τη στροφή για το Σύνταγμα. Το κοντέρ έδειχνε 80 χλμ/ώρα. Η ψυχή του όμως, είχε σπριντάρει πιο πολύ. Προσπερνούσε και τον πιο γρήγορο οδηγό της Formula1, σε μια φωτοθύελλα χαράς και ειρήνης.