Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε ΄ΛΟΥΚΑ , ΠΛΟΥΣΙΟΥ- ΛΑΖΑΡΟΥ, Λ.κ. 16, 19-31


ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

« Είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην. Άνθρωπος τις ην πλούσιος…… πτωχός δε τις ονόματι Λάζαρος»

            Ακούγοντας κανείς  την σημερινή ευαγγελική  περικοπή του πλουσίου και του Λαζάρου αναρωτιέται ποιον από τους δύο να ζηλέψει : τον πλούσιο ή τον Λάζαρο. Κι’ αυτό γιατί και στις δύο περιπτώσεις στη ζωή τους κυριαρχεί η έννοια του μηδέν.
            Στην παραβολή ο Χριστός κάνει μια λεπτή και σοβαρότατη παρατήρηση : « εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν…. απέθανεν δε και ο πλούσιος και ετάφη». Επομένως τη ζωή και των δύο τη σκιάζει ο θάνατος, το χάος, το μηδέν και το τίποτα.
            Ας δούμε πρώτα την περίπτωση του πλουσίου.
            Είναι πράγματι ένας ήρωας, αλλά ο ηρωισμός του είναι ο τραγικός. Γνωρίζει ότι τον απειλεί το μηδέν και το χάος και ζητάει ν’ αποφύγει την απειλή με τη λήθη που του προσφέρει η συνεχής κατανάλωση υλικών αγαθών. Η λήθη αποτελεί φυγή μπροστά στην αλήθεια η οποία του φαίνεται τραγική. Μια ψευδής προϋπόθεση αποτελεί το έδαφος  για την απώλεια της ζωής που του φαντάζει αληθινή. Η συνειδητοποίηση του επερχόμενου τέλους εκμηδενίζει τη ζωή, όταν δεν υπάρχει στη ζωή ελπίδα. Αυτό το γνωρίζει καλά ο πλούσιος της παραβολής και επειδή δεν έχει ελπίδα θέλει με κάθε τρόπο να αγνοεί το τέλος του. Η χωρίς ελπίδα ζωή απεχθάνεται τη μνεία του  τέλους με το μηδέν. Ο άνθρωπος αυτός ζει σαν να μην τελειώνει ποτέ η ζωή του.      Η τρομερή υπόθεση της ανυπαρξίας που φαίνεται να έρχεται απωθείται από τον πλούσιο στα σκοτεινά υπόγεια του υποσυνειδήτου του επειδή δεν έχει ελπίδα.
            Τα λόγια του ιερού ευαγγελίου είναι χαρακτηριστικά: « άνθρωπος τις ην πλούσιος και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς». Ήταν ανεβασμένος στην κορυφή των ψευδαισθήσεων του γι’ αυτό και η πτώση του έκανε πάταγο.
            Ας έλθουμε τώρα στον πτωχό Λάζαρο.
            Είναι κι’ αυτός ένας ρεαλιστής ήρωας.
            Είναι ρεαλιστής στην επίγνωση της ανθρώπινης κατάστασης, αφού εκ των πραγμάτων γνωρίζει, ότι ο θάνατος ανήκει στη ζωή και η ζωή στο θάνατο. Ο Λάζαρος υπάρχει ως πιστός μπροστά στη δυνατότητα του τέλους που διέπει αναπόφευκτα τη ζωή. Ο πτωχός Λάζαρος  γίνεται ισχυρός με την ελπίδα. Στη συνείδηση του πιστού Λαζάρου  η ζωή συναρτάται προς τον θάνατο και ο θάνατος προς τη ζωή. Αλλά δεν είναι ο θάνατος το έσχατο κριτήριο για τη ζωή. Είναι η ζωή το έσχατο κριτήριο για τη ζωή.
            Ούτε στη ζωή  ούτε στο θάνατο ο Λάζαρος αισθάνεται μόνος του. Όχι γιατί τον περιβάλλει η κοινωνία της αγάπης, αλλά διότι τον περιβάλλει ο ίδιος ο Θεός. Γι’ αυτό από την περίοδο της κρίσης βγήκε νικητής. Αυτό είναι ίδιον της χριστιανικής πίστης, να βγαίνει σε περιόδους κρίσεων νικήτρια, όταν κάποιοι άνθρωποι , όπως ο πλούσιος της παραβολής ,εμφορούμενοι από πλούσια μηδαμινότητα γίνονται με έργα και λόγια πλούσιοι κήρυκες του μηδενός και του χάους.
            Ο χριστιανός ζει την πίστη του ως ελπίδα. Και λόγω αυτής της ελπίδας ξεπερνάει την μηδαμινότητα με την αλήθεια και την ματαιότητα με την πλουσιότητα. Μ’ ένα λόγο ο Λάζαρος ξεπερνάει τη μηδαμινότητα του πλουσίου και με την πίστη και την ελπίδα του αντιστέκεται σε μια πληθωρική καταναλωτική  συμπεριφορά που κατακλύζει την επιφάνεια ,αλλά αφήνει ανεπηρέαστο το βάθος της ζωής.
             Μπορεί θέσει κανείς το εξής ερώτημα: μήπως με όλα αυτά γίνεται προσπάθεια να ξεφύγουμε το τρομακτικό  πρόβλημα της αντίθεσης μεταξύ πτωχών και πλουσίων;
            Ασφαλώς και όχι. Διότι η παραβολή όχι μόνο δεν παραβλέπει το πρόβλημα, αλλά το φέρνει στην επικαιρότητα χωρίς ωραιοποιήσεις και ταυτόχρονα τονίζει πως η αντίληψη που έχει ο άνθρωπος για τη ζωή και το θάνατο επηρεάζει βαθύτατα την οικονομική του συμπεριφορά.  
            Στο σημείο αυτό αξίζει να περάσουμε  στη δεύτερη εικόνα της σημερινής παραβολής όπου παρουσιάζεται ο φτωχός Λάζαρος, μετά θάνατο να πλέει σε πελάγη ευτυχίας στους κόλπους του πατριάρχη Αβραάμ.
            Με την εικόνα αυτή το ευαγγέλιο δείχνει, ότι το καλύτερο κοινωνικό οικονομικό σχήμα είναι εκείνο που εξασφαλίζει σε κάθε κατάσταση την προσωπική αξιοπρέπεια και την προσωπική ελευθερία, διαφυλάσσοντας αυτή  την ελευθερία από τη φυσική φτώχεια και την κοινωνική υποδούλωση.
            Αυτό δεν μπορούσε να το καταλάβει ο πλούσιος της παραβολής που τον διακρίνει ο οικονομικός εγωισμός. Με την κατανάλωση απομονωνόταν από τον κόσμο και τον συνάνθρωπο. Έτσι έβλεπε το Λάζαρο εγκλωβισμένο  μέσα στη φτώχεια και την αρρώστια και δεν έκανε τίποτα ή μάλλον έκανε ελάχιστα. Μια ανώδυνη ελεημοσύνη έδινε στο Λάζαρο λίγα ψίχουλα. Μ’ άλλα λόγια καθιέρωνε ένα απαράδεκτο κοινωνικό σχήμα στο οποίο η φιλανθρωπία γίνεται αντιληπτή ως αδυναμία, απαξία, ανώδυνη, αλλά επαίσχυντα. Το σχήμα αυτό το κατακρίνει ο Χριστός παρουσιάζοντας τον Αβραάμ να λέει στον πλούσιο : « μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα έστιν».
            Ο Χριστός όμως κάνει και κάτι άλλο ακόμα.
            Στο τελευταίο σημείο της παραβολής παρουσιάζει τον πλούσιο στην κόλαση και παρακαλεί τον Αβραάμ να στείλει το Λάζαρο στ’ αδέλφια του και να τα προειδοποιήσει για το τι πρέπει να κάνουν, Ο Αβραάμ αρνείται λέγοντας ότι έχουν τον Μωυσή και τους προφήτες για να διδαχθούν.
            Ο πλούσιος επιμένει ισχυριζόμενος ότι μόνο ένα θαύμα θα τους σώσει. «ο δε είπε. Ουχί πάτερ Αβραάμ αλλ’ εάν τις εκ των νεκρών πορευθεί προς αυτούς μετανοήσουσιν». Το αίτημα και πάλι απορρίπτεται: « είπε δε αυτώ, ει Μωυσέως και των προφητών ουκ ακούσουσι, ουδέ εάν τις των νεκρών αναστεί πεισθήσονται».
            Το νόημα αυτών των λόγων είναι συγκλονιστικό. Ο Χριστός υποστηρίζει πως το κοινωνικό πρόβλημα δεν επιλύεται με θρησκευτικό ή άλλου είδους λαϊκισμό, αλλά με σοβαρότητα και ευθύνη. Ακόμα περισσότερο ο χριστιανισμός δεν μπορεί να παίζει το ρόλο του φρουρού του α ή β  συστήματος με θαύματα. Μπορεί .όμως από τη μια να αρνείται στα συστήματα αυτά την εκμετάλλευση, την κερδοσκοπία, την πλεονεξία, την απανθρωπιά, τη σκληρότητα και από την άλλη να ζητάει από όλα τα οικονομικά συστήματα το σεβασμό στο πρόσωπο και αξιοπρέπεια και ελευθερία, στην εικόνα του Θεού. Και συνεπώς η σημερινή παραβολή είτε φωτίζει είτε απειλεί τα διάφορα οικονομικά συστήματα ανάλογα.
            Η ετήσια έκθεση του Ο.Η.Ε. για την παγκόσμια ανάπτυξη έδειξε, ότι 225 άνθρωποι εκατομμυριούχοι έχουν όσα χρειάζονται για να ζήσουν  25 εκατομ. Πάμπτωχοι του κόσμου. Επίσης έδειξε ότι 1 δισεκατομ. Άνθρωποι έχουν μόνο 1 δολ. Εισόδημα την ημέρα και φυσικά δεν έχουν όνειρα για τροφή, νερό, σπίτι, ρούχα, περίθαλψη, εκπαίδευση. Ακόμα έδειξε ότι στις θεωρούμενες ανεπτυγμένες χώρες ξοδεύονται για την παιδεία 6 δισεκατ. δολ., για νερό και ύδρευση 8 δισεκατ. δολ., για διατροφή και περίθαλψη 3 δισεκατ. δολ., ενώ για στρατιωτικές δαπάνες τρισεκατομμύρια δολάρια.
            Σ’ ένα τέτοιο κόσμο λοιπόν η παρουσία των Αγίων βρίσκεται στο περιθώριο μαζί με τους απόκληρους της γης. Το σημερινό ευαγγέλιο όμως προειδοποιεί: προσέξτε, γιατί η αντίθεση μεταξύ αφθονίας και στερήσεως μοιάζει σαν να είναι ένα σώμα δεμένο μ’ ένα πτώμα που όμως θέλει να ζήσει.
            Συνέλθετε λοιπόν πριν το πτώμα μυρίσει και φάει το σώμα. Διότι σε κάθε περίπτωση ο Χριστός θα είναι με τον Λάζαρο.
            Καλή Κυριακή.    

 π.Γ.Στ.

ΠΑΤΕΡ ΗΜΩΝ , « Ο εν τοις ουρανοίς …. Γ΄


 Ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας

 Ο Θεός είναι πνεύμα. Είναι άπειρος. Είναι πανταχού παρών. Είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να Του αποδώσουμε υλική κατοικία. Όταν λέμε λοιπόν ότι είναι στον ουρανό, χρησιμοποιούμε μία από εκείνες τις εικόνες, που είναι πολλές στην Αγία Γραφή, και οι οποίες εκφράζουν τα θεία Μυστήρια με ανθρώπινους όρους.
            Η επιβεβαίωση ότι ο Θεός είναι  « εν τοις ουρανοίς» είναι πολύ σημαντική γιατί μας θυμίζει κάποιες αλήθειες.
            Κατ’ αρχήν δηλώνει ότι ο Θεός είναι απείρως ανώτερος από μας. Ξεπερνά τον άνθρωπο και το κτιστό σύμπαν. Δεν είναι η ψυχή του σύμπαντος, δεν είναι το σύνολο των πραγμάτων, δεν είναι το όνομα που δόθηκε στις μυστηριώδεις δυνάμεις που εκ των ένδον κινούν τον κόσμο. Είναι ο ζωντανός Θεός , απόλυτα διακριτός από κάθε κτιστό ον.
            Εδώ δεν πρόκειται για μια απλή διανοητική επιβεβαίωση, Αναγνωρίζοντας ότι ο Θεός έχει απείρως υψωθεί πάνω από κάθε πλάσμα, σημαίνει ότι ως άνθρωποι παίρνουμε απέναντι Του μία συγκεκριμένη στάση: αυτήν της απόλυτης ταπείνωσης, τη στάση του χριστιανού που προσπίπτει και προσκυνά τον Κύριον.
            Είναι αλήθεια ότι ο Θεός θέλησε να εδραιώσει μία σχέση οικειότητας με τον άνθρωπο. Έτσι τα σώματα μας γίνονται ναός του Αγίου Πνεύματος. Είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού, επειδή μετέχουμε στη ζωή του Χριστοί. Όμως αυτές οι δωρεές, αυτή η συμμετοχή δεν σημαίνουν ταύτιση ή σύγχυση της θείας ουσίας με την κτίση. Ακόμη κι όταν ενωνόμαστε μαζί Του με τον πιο οικείο τρόπο, ο Θεός παραμένει ριζικά απόλυτα « άλλος», σε σχέση μ’ εμάς.
            Ας μην κατεβάσουμε το Θεό στα μέτρα μας, ας μην τον χρησιμοποιήσουμε αλλά ας προσφέρουμε τον εαυτό μας σ’ Αυτόν που είναι ο ζωντανός και άπειρος Θεός.
            Λέγοντας ότι ο Θεός είναι « εν τοις ουρανοίς», σημαίνει ότι δίνουμε στη ζωή μας μία κατεύθυνση που ξεπερνά τη γη, ότι την αποσπούμε απ’ ό,τι είναι καθαρά ανθρώπινο και υλικό και θέτουμε τον σκοπό και την ελπίδα μας στο « επέκεινα»- όχι σε μία αόριστη περιοχή που θα λειτουργούσε ως ένα υποκατάστατο αυτού του κόσμου λίγο ως πολύ  βελτιωμένο, αλλά στον ζωντανό Θεό, που είναι πέρα από κάθε τι που ο άνθρωπος μπορεί να φανταστεί.
            Ο χριστιανός μπορεί ακόμη να πει ότι ο Θεός είναι « εν τοις ουρανοίς» και με μια ειδική έννοια. Με τη φράση αυτή ομολογεί ότι ο Κύριος, ο Θεός που έγινε άνθρωπος, αφού υπέφερε και πέθανε για μας, νίκησε τον κόσμο, αναστήθηκε και παρουσίασε την ανθρώπινη φύση Του στον Πατέρα μέσα στην αιώνια δόξα των τριών θείων προσώπων. Ο Χριστός « ανέβη στους ουρανούς» έτσι μας έδειξε ποια είναι η αληθινή πατρίδα μας και ήδη, εξ ονόματος μας ,έγινε ο πρώτος της Κύριος.
            Ο Θεός είναι «εν τοις ουρανοίς». Όταν το κακό μοιάζει να επικρατεί στη γη, όταν ο πόνος και η αδικία μας καταβάλλουν, ας θυμόμαστε ότι αυτή η κατάσταση δεν είναι οριστική. Μέσα στον χώρο του Θεού, στους «ουρανούς» κάθε κακό σβήνει και διορθώνεται. Ο φυσικός ουρανός είναι απομακρυσμένος, πάνω από τη γη, κι αυτό είναι ένα σημάδι ότι, πολύ πάνω από μας, υπάρχει μία θεϊκή δύναμη που μας κυβερνά, που παρεμβαίνει και μας σώζει.
 συνεχίζεται
π.Γ.Στ.

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Ρωμιοσύνη

Γ. Ρίτσος

1. Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο

2. Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τα αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κι οι φωνές μες στον
ασβέστη του ήλιου.

3. Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα.
Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
πάνου απ' την πίκρα τους. Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την
αγρύπνια, μια βαθιά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια
τους σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δύο βουνά το λιόγερμα

4. Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι το ντουφέκι είναι
Συνέχεια του χεριού τους το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής
τους -έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό και έχουνε τον
καημό βαθιά- βαθιά στα μάτια τους σαν ένα αστέρι σε μια
γούβα αλάτι.

5. Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ' τα άγρια
γένεια τους όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ' τις
άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και
με ταμπούρλα.

Η χάρη Σου, Οδηγήτρα μας!

Γ. Βερίτης

    «Με το γλυκύ σου τ’ όραμα χυθήκαμε στη μάχη
    ανίκητη, απροσμάχητη πανίσχυρη Κυρά,
    και μας εχάρισες Εσύ τετράδιπλα φτερά,
    για να διαβαίνουμε γοργοί· κι ούτε κορφή, ούτε ράχη
    κι ούτε άγρια χιονοσκέπαστα πανύψηλα βουνά,
    δεν μπόρεσαν ουδέ στιγμή να κόψουν την ορμή μας.
    Η χάρη Σου, Οδηγήτρα μας, στα βάθη μας περνά
    και χύνει φλόγα στην ψυχή κι ατσάλι στο κορμί μας...».

Αν ξέρη ο Έλληνας να ζή


Δημήτριος Σ. Σούτζος

Ιβάν, Μοράβα, Πόγραδετς, Κλεισούρα, Τεπελένι
Σ΄όλο τον κόσμο ν’ ακουστή παντού βροντοφωνούν

Αν ξέρη ο Έλληνας να ζή, ξέρει και πεθαίνη

Κι αυτό ας τ’ ακούνε όσοι λαοί για λευτεριά πονούν.

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1912: ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟ



Γράφει ο Αντγος ε.α. Νικόλαος Φωτιάδης
Επίτιμος Υδκτης Δ' ΣΣ τ.Πρόεδρος Ενώσεως
Αποστράτων Αξιωματικών
Οι επιχειρήσεις κατά των Τούρκων στη Μακεδονία διήρκησαν δύο περίπου μήνες και στο μικρό αυτό διάστημα έγιναν σφοδρές μάχες και απελευθερώθηκε το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας μας.
Στις 5 Οκτωβρίου 1912 ο Βασιλεύς Γεώργιος έγραφε σε Διάγγελμά του προς τον Ελληνικό Λαό:
"Αι ιεραί υποχρεώσεις προς την φιλτάτην Πατρίδα, προς τους υποδούλους αδελφούς μας και προς την ανθρωπότητα επιβάλλουσιν εις το Κράτος μετά την αποτυχίαν των ειρηνικών προσπαθειών του, προς επίτευξιν και εξασφάλισιν των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των υπό τον Tουρκικόν ζυγόν Χριστιανών, όπως δια των όπλων θέσει τέρμα εις την δυστυχίαν την οποίαν ούτοι υφίστανται από τόσων αιώνων…….
Η Ελλάς μετά των αδελφών συμμάχων Κρατών θα επιδιώξη πάση θησία τον ιερόν αυτόν σκοπόν, επικαλούμενη δεν την αρωγήν του Υψίστου εν τω δικαιοτάτω τούτω αγώνι του πολιτισμού, ανακράζομεν: ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ. ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ."
Μετά την εξόρμηση του Ελληνικού Στρατού και την απελευθέρωση της Ελασσόνας και Δεσκάτης, μετά την σκληρή μάχη του Σαρανταπόρου και την απελευθέρωση των Σερβίων μετά την προέλαση προς Κοζάνη, την απελευθέρωση της Βέροιας και Κατερίνης και τέλος μετά τον νικηφόρο αγώνα στα Γιαννιτσά, πέρασε τον Αξιό και κινήθηκε προς Θεσσαλονίκη. Το χρονικό διάστημα από 21 μέχρι 23 Οκτωβρίου, οι Μεραρχίες της Στρατιάς προωθήθηκαν σταδιακά ως εξής:
Η IV Μεραρχία, δια μέσου του χωριού Άθυρα έφτασε στο χ. Άγιος Πέτρος, όπου στάθμευσε.
Η VΙ Μεραρχία, δια μέσου των χωριών Αγριοσυκιά και Δυτικό έφτασε βορειοδυτικά του χ. Άθυρα, όπου και στάθμευσε.
Η ΙI Μεραρχία από τα Γιαννιτσά, δια μέσου του χ. Μεσιανό, έφτασε στα Κουφάλια και εγκατέστησε τμήματα ασφαλείας στη δυτική όχθη του Αξιού.
Η Ι Μεραρχία από τα Γιαννιτσά, δια μέσου της Πέλλας έφτασε στο χ. Παρθένι και εγκατέστησε τμήματα ασφαλείας στη δυτική όχθη του Αξιού, από την οδική μέχρι τη σιδηροδρομική γέφυρα, ενώ μια Διλοχία της διαπεραιώθηκε τις βραδινές ώρες της 23ης Οκτωβρίου (μέσω της σιδιροδρομικής γέφυρας), ανατολικά του Αξιού, για την εξασφάλιση της διελεύσεως του στρατού.
Η ΙΙΙ Μεραρχία από το Άδενδρο μεταστάθμευσε στο χ. Βραχιά, εγκατέστησε προφυλακές στη δυτική όχθη του Αξιού, από τη σιδηροδρομική γέφυρα μέχρι το χ. Ανατολικό και πέτυχε τη ζεύξη του ποταμού στο δυτικό βραχίονα του πόρου Χαλάστρας.
Η Ταξιαρχία Ιππικού από το χ. Κλειδί έφτασε μέσω του χ. Κύμινα στη Χαλάστρα, από όπου προώθησε ανατολικά τμήματα αναγνωρίσεως.
Το Απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντινοπούλου από τα Κύμινα, δια μέσου του χ. Βραχιά, έφτασε στο χ. Παρθένι και προώθησε μια Διλοχία για κατάληψη της σιδηροδρομικής γραμμής ανατολικά του Αξιού.
Η διάβαση του Αξιού ολοκληρώθηκε στις 25 Οκτωβρίου, με τις Ι, ΙΙ, ΙΙΙ και IV Μεραρχίες και το Γενικό Στρατηγείο στο χωριό Γέφυρα (Τόπσου). Την ίδια ημέρα στη Θεσσαλονίκη οι Πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων, λόγω της προελάσεως του Ελληνικού Στρατού, έπεισαν τον Αρχηγό του Τουρκικού Στρατού Χασάν Ταξίν Πασά να έλθει σε διαπραγματεύσεις, για να αποφευχθεί η άσκοπη αιματοχυσία.
Ακολούθησαν συνομιλίες περί παραδόσεως της Θεσσαλονίκης μεταξύ των Προξένων των Μεγάλων Δυνάμεων και του εκπροσώπου του Ταξίν Πασά Στρατηγού Σεκήκ Πασά με τον Αρχηγό του Ελληνικού Στρατού στο Σιδηροδρομικό Σταθμό του χ. Γέφυρα(Τόπσου). Δεν έγινε όμως δεκτός ο όρος του Ταξίν Πασά, όπως επιτραπεί να αποσυρθεί ο Τουρκικός στρατός ανατολικά της Θεσσαλονίκης μέχρι τέλους του πολέμου. (Ο Έλληνας Αρχιστράτηγος απαιτούσε την άμεση παράδοση του Τουρκικού στρατού, που θα θεωρούνταν αιχμάλωτος πολέμου και θα μεταφερόταν σε λιμάνι της Μικράς Ασίας με δαπάνη της Ελληνικής Κυβέρνησης και μόνο οι Τούρκοι Αξιωματικοί μπορούσαν να διατηρήσουν τα ξίφη τους). Μετά από αλλεπάλληλες αποστολές αντιπροσώπων και απαιτήσεις – μη αποδοχές όρων μεταξύ Ταξίν Πασά και Διαδόχου Κωνσταντίνου και ενώ οι Ελληνικές Μεραρχίες την 26η Οκτωβρίου συνέχιζαν την προώθησή τους και η κύκλωση του Τουρκικού στρατού γινόταν όλο και περισσότερο ασφυκτική, ο Ταξίν Πασάς, διαβλέποντας το μάταιο της επιμονής του, έστειλε στις 16:00 ώραν στον Έλληνα Αρχιστράτηγο Αξιωματικό (τον συνόδευαν Αξιωματικοί της ΙΙΙ Μεραρχίας που βρίσκονταν κοντά στο χ. Ωραιόκαστρο) με ενυπόγραφη δήλωσή του ότι παραδίδει τη Θεσσαλονίκη άνευ όρων.
Ο Αρχιστράτηγος Διάδοχος Κωνσταντίνος απέστειλε στη Θεσσαλονίκη (το Στρατηγείο του βρισκόταν στη Σίνδο) τους Επιτελείς του Ι. Μεταξά και Β. Δούσμανη για την υπογραφή του πρωτοκόλλου από τον Αρχηγό του Τουρκικού Στρατού Χασάν Ταξίν Πασά, το οποίο υπεγράφη στις 23:00 της 26ης Οκτωβρίου.
Συνολικά παραδόθηκαν 20.000 οπλίτες και 1.000 Αξιωματικοί ενώ περιήλθαν στην κατοχή του Ελληνικού Στρατού 70 πυροβόλα, 30 πολυβόλα, 1.000 ίπποι και άφθονο πολεμικό υλικό.
Το πρωί της 27 Οκτωβρίου, η ΙΙΙ Βουλγαρική Μεραρχία, υπό το Στρατηγό Θεοδωρώφ, αν και είχε λάβει έγκαιρα τις επιστολές του Έλληνα Αρχιστρατήγου σχετικά με την παράδοση του Τουρκικού Στρατού και της Θεσσαλονίκης και είχε ενημερωθεί από τη ΙΙ Ελληνική Μεραρχία για την αναστολή των εχθροπραξιών, συνέχισε την προέλασή της προς χ. Λητή ενώ μια πυροβολαρχία έβαλλε κατά των Τουρκικών θέσεων.
Τις μεσημβρινές ώρες εισήλθε στη Θεσσαλονίκη το Απόσπασμα Ευζώνων με τμήμα Ιππικού και εγκαταστάθηκε στους στρατώνες που υπήρχαν στο Διοικητήριο. Ο Αρχιστράτηγος με το Επιτελείο του, με επικεφαλείς την Ι Μεραρχία εισήλθε θριαμβευτής στη Θεσσαλονίκη στις 11:00 της 28ης Οκτωβρίου. Επακολούθησε δοξολογία στον Ιερό Ναό του Αγίου Μηνά και παρέλαση των στρατευμάτων.
Έτσι απελευθερώθηκε από τον Ελληνικό Στρατό η “νύφη του Θερμαϊκού” κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο.
http://www.xanthinews.gr/2011/10/26-1912.html

Άγιος Δημήτριος, ακριβής φρουρός!

Σπανίως ἅγιος συνέδεσε τὴ μνήμη του τόσο πολὺ μὲ τὶς περιπέτειες καὶ ἀγωνίες τῆς πατρίδος του, ὅσο ὁ ἅγιος Δημήτριος. Στὶς ἀλλεπάλληλες ἐπιθέσεις τῶν Σλάβων καὶ ᾿Α­βάρων, ᾿Αράβων καὶ Βουλγάρων, ὁ ἅγιος Δημήτριος πρω­τ­α­γω­νιστεῖ καὶ προστατεύει τὴν πόλη του ἀπὸ τοὺς ἐπι­δρο­μεῖς. Βαρβαρικὲς φάλαγγες ἐπιτίθενται κατὰ καιροὺς μὲ μα­νία. ῾Ως ἄμμος τῆς θαλάσσης, ἀναφέρουν οἱ πηγές, ἐμφα­νί­ζονται οἱ ἐχθροί. Καταλαμβάνουν περιοχὲς τῆς Θρά­κης καὶ τῆς Μακεδονίας. Πλησιάζουν μὲ ἀκάθεκτη ὁρμὴ πρὸς τὴ Θεσ­σαλονίκη, κυριεύουν φρούρια καὶ προάστεια τῆς πόλεως. Πάνοπλοι οἱ ἐχθροὶ προετοιμάζονται γιὰ τὴν τελικὴ ἔφοδο κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης. Οἱ κάτοικοι ζητοῦν ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου βοήθεια. Παρακαλοῦν τὸ Θεὸ μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου Δημητρί­ου νὰ μὴν πέσουν στὰ χέρια τῶν ἀλλοπίστων. ῎Εφιππος τότε ἐμφανίζεται ὁ ῞Αγιος, διατρέχοντας τὰ τείχη, καὶ συν­τρίβει μὲ δόρυ τοὺς ἐπιτιθε­μένους. Τὰ σχέδια τῶν ἐχθρῶν ματαιώνονται. ῾Ο Θε­ὸς τοῦ Δημητρίου διατηρεῖ τὴν πόλη “ἀτάραχον” καὶ “ἄτρω­τον”. Οἱ Θεσσαλονικεῖς δέχονται τὴ σωτηρία τους “θεόθεν”.

Σ
᾿ ἄλλες περιπτώσεις, κρίσιμες γιὰ τὴν πόλη, ὁ ἅγιος Δημήτριος ἀποδεικνύεται ἐπίσης προστάτης. ᾿Απαλ­λάσσει ἀπὸ λιμοὺς καὶ ἀσθένειες τὴν πόλη του καὶ τὴ διατηρεῖ “ἐν εὐ­ταξίᾳ”.

᾿Απὸ μεταγενέστερες ἱστορικὲς πηγές, ὁ ἅγιος Δη­μή­τριος παρουσιάζεται νὰ θρηνεῖ ὅταν ἡ πόλη πέφτει στὰ χέ­ρια τῶν ᾿Αγαρηνῶν. ᾿Αποκαλεῖ τὴ Θεσσαλονίκη “πόλιν του”. “῾Εάλω μοι ἡ πόλις” λέγει θλιμμένος στὸν ἅγιο ᾿Αχίλ­λειο, “ἑάλω μοι παραδοθεῖσα εἰς ἀφανισμόν. Βεβήλωταί μοι ὁ να­ός· κατεπατήθη τὰ ἱερὰ ποσὶ βεβήλοις”.

῾Ο ἅγιος Δημήτριος ἀποβαίνει γιὰ τοὺς Θεσσαλο­νι­κεῖς “ἀκριβὴς φρουρός”, φύλαξ ἄυπνος, τεῖχος ἄσειστο κατὰ τῶν βαρβάρων, φιλόπολις καὶ κηδεμών, πολιοῦχος καὶ προϊστά­μενος. ῾Η Θεσσαλονίκη ἀναδεικνύεται μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς πρεσβεῖες τοῦ μεγαλομάρτυρος, “θεοφύλακτος”, “θεοφρούρητος”, “θεόσωστος”.

᾿Αργότερα σὲ μέρες χαλεπές, σὲ στιγμὲς κρίσιμες γιὰ τὴν πόλη, οἱ πνευματικοὶ αὐτῆς ὁδηγοί, παρότρυναν τοὺς Θεσ­σαλονικεῖς νὰ θυμοῦνται τὶς εὐεργεσίες τοῦ μάρτυρος καὶ νὰ μιμοῦνται τὸ βίο του· νὰ ἀσκοῦνται στὴν ἀρετή, γιὰ νὰ ἔ­χουν τὸ θάρρος, ὑψώνοντας τὴ φωνή τους, νὰ ἀναφωνοῦν· “῾Ο Θεὸς τοῦ Δημητρίου βοήθει ἡμῖν”.

῾Ο τάφος τοῦ μάρτυρος μεταβάλλεται μὲ τὸν καιρὸ σὲ θαυματοφόρο τόπο. ῾Ο ἅγιος Δημήτριος γίνεται χορηγὸς ἀγα­θῶν. Πολλοὶ ποὺ προστρέχουν μὲ πίστη, λαμβάνουν τὴ θερα­πεία τους ἀπὸ νόσους, ἐνῶ ταυτόχρονα, εὐαγγελίζονται τὴν παρουσία τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἅγιος Δημή­τριος ἀπο­βαίνει γιὰ ὅλους τοὺς πιστοὺς “σῖτος τῶν πει­νόντων”, “ἰα­τρὸς τῶν ἀσθενῶν”, “λυτρωτὴς τῶν αἰχμα­λώ­των”, “μεσίτης”.

Ι.Μ.Θεσσαλονίκης