Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ευαγγέλιο : Μ. τ. 22, 34-46




ΑΓΑΠΗ ΜΕ ΔΙΠΛΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ

          Εν ολίγοις

          Η σημερινή ευαγγελική διήγηση αφηγείται ένα διάλογο του Χριστού με κάποιον εκπρόσωπο της Φαρισαϊκής ομάδας προφανώς για να τον παγιδεύσουν και να τον μειώσουν μπροστά στα μάτια των άλλων. Τον πλησιάζει ένας νομικός  θέτοντάς του ένα ερώτημα σχετικά με το ποια είναι η μεγάλη εντολή στο Νόμο.
          Ο Ιησούς απαντά στο ερώτημα  του  νομικού με μία απάντηση διπλής κατεύθυνσης η οποία αποτελεί τη σύνοψη όλης της Π. Δ. : « Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου». Και «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν». Σ’ αυτές τις δύο εντολές «όλος ο Νόμος και οι Προφήτες κρέμανται».
          Κοινό σημείο ανάμεσα στις δύο αυτές εντολές που αναφέρει ο Χριστός, είναι το ρήμα «αγαπώ», κάτι που κάνει τις δύο εντολές ισότιμες μεταξύ τους.  Το επιβεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος, ότι αυτές οι δύο εντολές αποτελούν το περιεχόμενο του Νόμου και των προφητών. Αποτελούν την ολοκλήρωσή τους».
          Με την απάντηση που έδωσε ο Χριστός στο νομικό ερμηνεύει με αυθεντία το νόμο και υπογραμμίζει τη διπλή κατεύθυνση-διάσταση της αγάπης  και τον πρακτικό χαρακτήρα της.
          Η αγάπη με τη διπλή κατεύθυνση, προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, αποτελεί όχι μόνο την ουσία της πρώτης αποκάλυψης του Θεού προς τον περιούσιο λαό Του, αλλά και την καινούργια αποκάλυψη που θεμελιώνεται στην αγάπη Του για τον κόσμο δια της σταυρικής θυσίας του Ιησού Χριστού. Και αυτές οι δύο διαστάσεις της αγάπης είναι πολύ ενωμένες μεταξύ τους σε σημείο που να μην μπορεί η μία να υπάρξει χωρίς τη άλλη. Όταν αγαπάει κανείς τον Θεό αληθινά, δεν μπορεί να μην αγαπήσει και τον πλησίον.
          Η αγάπη αυτή του Θεού έχει κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα όπως διακρίνονται μέσα από το ίδια το ευαγγελικό κείμενο.
          Το πρώτο είναι : η αγάπη είναι γνήσια, όταν βγαίνει από όλη μας την καρδιά , την ψυχή και τη διάνοια. Οι δίψυχοι άνθρωποι σίγουρα δεν είναι αρεστοί σε κανέναν. Ο Θεός απαιτεί ολοκληρωτικό δόσιμο στον ίδιο και τον συνάνθρωπο. Δυστυχώς οι άνθρωποι επιλέγουν τον συμβιβασμό για ν’ αποφύγουν μια τέτοια ολοκληρωτική αγάπη. Κι αν μιλούν για εφαρμογή των εντολών του Θεού, το εννοούν όπως αυτοί το αντιλαμβάνονται, προκειμένου να μην ζημιωθούν οι δικές τους επιδιώξεις. Γι’ αυτό και η εντολή του Θεού για την αγάπη, όταν δεν προέρχεται εξ’ όλης της ύπαρξης μας καταντά εμπαιγμός του Θεού και του  εαυτού μας.
          Το δεύτερο χαρακτηριστικό της αγάπης είναι η οριζόντια κατεύθυνσή της : «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν». Η εντολή αυτή έχει την ίδια αξία με την πρώτη, την αγάπη προς το Θεόν. Στο χριστιανισμό δεν μπορεί ποτέ να εννοήσουμε ν’ αγαπάμε τον Θεό και ν’ αγνοούμε τον ταλαίπωρο συνάνθρωπο μας. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης χαρακτηρίζει ως ψεύτη εκείνον που ισχυρίζεται ότι αγαπάει τον Θεό ενώ μισεί τον αδελφό του.
          Τέλος, η αγάπη μας δεν πρέπει να εξαντλείται σ’ ένα στιγμιαίο οίκτο ή μία συμπάθεια στον πάσχοντα. Για να έχει γνησιότητα και βάθος πρέπει να αγαπάμε «ως εαυτόν», δηλ. όπως αγαπάμε τον εαυτό μας. Αυτό δεν μας αφήνει περιθώρια για έκφραση επιφανειακής και επίπλαστης αγάπης. Όποιος αγαπά τον αδελφό του πρέπει να τον αγαπά όπως τον εαυτό του.
          Η αγάπη είναι η νέα εντολή του Θεού και το γνώρισμα του ανθρώπου του καινούργιου κόσμου του Θεού. Η Βασιλεία του Θεού δεν έχει θεωρητικό, αλλά πρακτικό περιεχόμενο και θεμέλιό της είναι η αγάπη. Μία αγάπη που ξεπερνά κάθε είδους όρια, γιατί η εκδήλωση της έχει ως αντικείμενο της τον Θεό.

          π. γ. στ.

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Θεοτόκε η ελπίς!


λαβίς μυστική, τόν νθρακα Χριστόν,
συλλαβοσα ν γαστρι, σύ πάρχεις Μαριάμ.

ν ο νω λειτουργοί, τρόμω λιτανεύουσι,
κάτω νν Συμεών, γκαλίζεται χερσί.

Λάμπρυνόν μου τήν ψυχήν, καί τό φς τό ασθητόν,
πως δω καθαρς, καί κηρύξω σέ Θεόν.

2 Φεβρουαρίου, Υπαπαντή του Χριστού.





Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΜΩΣΑΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ


     Μία από τις Δεσποτικές εορτές της Εκκλησίας μας, τις εορτές δηλ. που είναι αφιερωμένες στον Δεσπότη Χριστό, είναι και η εορτή της Υπαπαντής, την οποία επιτελεί στις 2 Φεβρουαρίου η Εκκλησία. Ο ευαγγελιστής Λουκάς διηγείται και περιγράφει το περιστατικό του καθαρισμού της Θεοτόκου, σαράντα ημέρες μετά τα Γέννηση Του και της αφιερώσεως του Ιησού στον Θεό, «κατά τον Νόμον Μωυσέως». Ούτε το ένα ούτε το άλλο ήταν ανάγκη να γίνει.
     Γιατί, τι να καθαρισθεί η πανάχραντη Θεοτόκος; Και σε ποιόν να αφιερωθεί ο Θεός; Όμως γίνονται και τα δύο. «Ο παλαιός ημερών, νηπιάσας σαρκί, υπό μητρός Παρθένου τω ιερώ προσάγεται  του οικείου νόμου πληρών το επάγγελμα».
     Ο Ιησούς Χριστός συμμορφώθηκε προς τον νόμο και υποβλήθηκε η Παναγία στις διατάξεις του καθαρισμού, για να φανεί πως όλοι χωρίς εξαίρεση οφείλουν με ταπεινό φρόνημα ό, τι εντέλλεται ο Θεός και ορίζει η Εκκλησία.

          π. γ. στ.

Καθημερινά σήματα πορείας



          «Ελπισάτωσαν επί σοι οι γινώσκοντες το όνομα σου Κύριε...»

          Πολλές φορές έρχονται στη ζωή μας περιστάσεις και έχει κανείς την αίσθηση ότι ακόμη και οι ευσεβείς αγνοούνται από το Θεό. Παρατηρούμε, ότι οι πιστοί στη πορεία του επίγειου βίου τους αδικούνται, υποφέρουν, αρρωσταίνουν βαριά, καταπιέζονται. Και από το άλλο μέρος έχουμε  τις  ειρωνείες των ασεβών, οι οποίοι με προκλητικό τρόπο λένε: Πού βρίσκεται ο Θεός σας για να σας προστατεύσει;
       Κάνουν όμως ένα μεγάλο λάθος, γιατί αν οι ευσεβείς εύρισκαν αμέσως, αυτόματα την ιδιαίτερη προστασία και εύνοια του Θεού, δηλ. αν όλα πήγαιναν καλά γι’ αυτούς, δεν θα είχε και μεγάλη αξία η πίστη των πιστών και ευσεβών ανθρώπων.
         Ο Θεός επιτρέπει να θλίβονται οι δικοί του άνθρωποι, να υποφέρουν, να δοκιμάζονται. Διότι η δοκιμασία αυτή είναι γι’ αυτούς τίτλος τιμής, ένα μέσο καταρτισμού για την  καλλιέργεια της αρετής, και ένα διδακτικό παράδειγμα για τους άλλους.
          Ο Θεός όμως δεν θ’ αργήσει να παρέμβει για να βοηθήσει και να σώσει τους ευσεβείς. Μάλιστα την ώρα που μας επισκιάζει η απελπισία και όλα γύρω σκοτεινιάζουν, τότε απλώνεται το προστατευτικό και παντοδύναμο χέρι του Θεού, για να προφυλάξει, να προστατέψει και να μας απαλλάξει από το αδιέξοδο στο οποίο έχουμε περιέλθει, διότι «ουκ εγκατέλειπες τους εκζητούντας σε, Κύριε».

          Γ.     

Ποιοι παραλαμβάνουν τις ψυχές;



του ενορίτου μας Νικολάου Βοϊνέσκου

Τι συμβαίνει κατά την ώρα του θανάτου, όταν η ψυχή χωρίζεται από το σώμα; Ποιοί παραλαμβάνουν τις ψυχές και πού τις οδηγούν; Στα ερωτήματα αυτά, πού δεν μπόρεσαν, ούτε θα μπορέσουν ποτέ να απαντήσουν και οι σοφότεροι άνθρωποι, δίδει απάντηση η ιερά παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας με αποκαλυπτικά θαύματα που συναντάμε στους βίους των αγίων και σε άλλα ορθόδοξα βιβλία. Δύο αποκαλυπτικά θαύματα, που περιέχονται στο σπουδαιότατο και ψυχωφελέστατο Γεροντικό, θα αναφέρουμε παρακάτω προς ψυχική μας ωφέλεια:
Α. Σαν έμαθαν οι πολυάριθμοι ασκητές στο βουνό του Μεγάλου Αντωνίου πως ο Αββάς Σισώης ήταν στα τελευταία του, μαζεύτηκαν στην καλύβα του να πάρουν την ευχή του. Η εκτίμησή τους γι’ αυτόν δεν είχε όρια. Τον έλεγαν «διαμάντι της Ερήμου» και πολύ δίκαια. Όλη η μακρόχρονη ζωή του ήταν ένας αγώνας για την αγιότητα και τώρα στο θάνατό του έλαμψε σ’ όλη της την πληρότητα. Στη σεβάσμια μορφή του είχε χαραχτεί μια έκφραση ήρεμης ευτυχίας. Σαν ένοιωσε γύρω του τους συνασκητάς του, τους αδελφούς του, τους συντρόφους του στον «καλόν αγώνα», που τώρα αυτός νικητής άγγιζε στο τέρμα του, τα χείλη του αργοσάλεψαν, κάτι θέλησε να πει. Εκείνοι, Γέροντες και νεώτεροι, σεβάσμιοι Πατέρες και αρχάριοι υποτακτικοί, όλοι τους δακρυσμένοι από βαθιά συγκίνηση, στέκονταν με ευλάβεια μπροστά σε αυτήν την μυσταγωγία. Απόλυτη σιγή είχε απλωθεί γύρω. Περίμεναν να ακούσουν τα τελευταία λόγια ενός μεγάλου Αγίου, να τα φυλάξουν σαν παρακαταθήκη ιερή. Μα εκείνος είχε μεταρσιωθεί, δεν έβλεπε πια παρά μόνο τα ουράνια. «Έρχεται ο Αββάς μου», τον άκουσαν να ψιθυρίζει. Ρίγος πέρασε από τα λιπόσαρκα σώματα των ασκητών. Είδαν για μια στιγμή, με τα μάτια της ψυχής τους, την μεγάλη μορφή του «Καθηγητού των Μοναστών», τον Όσιο Αντώνιο, να απλώνει το ευλογημένο χέρι του για να πάρει κοντά του τον πιο εκλεκτό από τους μαθητές του, εκείνον που αντέγραψε και τις πιο μικρές λεπτομέρειες της παράδοξης ζωής του. «Να ο χορός των Αποστόλων και των Προφητών!». Το πρόσωπο του ετοιμοθανάτου έλαμψε από φως ουράνιο, καθώς σιγοψιθύρισε αυτά τα λόγια. Τα χείλη του αργοσάλευαν ακόμη, λες και κουβέντιαζε με όντα που μόνο εκείνος έβλεπε. «Με ποιόν συνομιλείς Πάτερ;» ρώτησαν οι γεροντότεροι από τους συνασκητάς του. «Οι Άγιοι Άγγελοι θέλουν να με πάρουν και τους παρακαλώ να με αφήσουν ακόμη να μετανοήσω», είπε με κόπο και δύο δάκρυα κύλισαν πίσω από τα πεσμένα βλέφαρά του. «Δεν έχεις πια ανάγκη από μετάνοια, μακάριε Σισώη. Συ μετανοούσες σε όλη σου την ζωή» του αποκρίθηκαν οι Πατέρες θαυμάζοντας την ταπεινοφροσύνη του. «Δεν ξεύρω, αδελφοί μου, να έχω βάλει ακόμη αρχή». Καθώς έλεγε αυτά, άστραψε ξαφνικά το πρόσωπό του, λες κι έβλεπες σ’ αυτό τον ίδιο τον ήλιο. Οι γύρω έμειναν εκστατικοί από θαυμασμό μαζί και φόβο. «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου! Δόξα σοι!». Ήταν τα τελευταία του λόγια. Μ’ αυτά πέταξε η ψυχή του στα ουράνια. Είχε ιδεί τον Ιησού, που λάτρευε από τα βάθη της καρδιάς του. Κανείς δεν μπορούσε να ειπεί, μα όλοι το βεβαίωναν. Το παράδοξο φώς που έβλεπαν στη μορφή του, η υπερκόσμια γαλήνη που είχε χυθεί στην ταπεινή καλύβα, η άρρητη ευωδία, όλα μαρτυρούσαν την επίσκεψη του Ουρανίου Βασιλέως στον εκλεκτό φίλο του.
Β. Κατέβηκε μια μέρα στην πόλη, να πουλήσει τα πανέρια του ένας γέρος Αββάς. Κατάκοπος από την οδοιπορία πήγε και κάθισε  στα σκαλοπάτια ενός μεγάλου σπιτιού, που βρέθηκε στο δρόμο του. Τη στιγμή εκείνη ψυχοραγγούσε ο πλούσιος νοικοκύρης του σπιτιού. Ενώ ο Αββάς ξεκουραζόταν, ανίδεος για ό,τι γινόταν μέσα, είδε ξαφνικά να έρχονται καλπάζοντας πλήθος μαύροι καβαλάρηδες άγριοι στην όψη. Στην εξώθυρα κατέβηκαν από τα κατάμαυρα επίσης άλογά τους κι όρμησαν στο σπίτι. Ο Γέροντας κατάλαβε και τους ακολούθησε ως επάνω στο δωμάτιο του ετοιμοθάνατου. Σαν τους αντίκρυσε εκείνος, έβγαλε σπαρακτικές κραυγές: «Θεέ μου, σώσε με». Εκείνοι τον ειρωνεύτηκαν σκληρά. «Τώρα στην δύση της ζωής σου θυμάσαι τάχα τον Θεό; Πολύ αργά το σκέφτηκες. Γιατί δεν τον φώναζες από την αυγή; Τώρα μας ανήκεις». Καθώς έλεγαν αυτά εκείνοι οι απάνθρωποι, απόσπασαν με βία την ψυχή του και με θριαμβευτικό αλαλαγμό απομακρύνθηκαν. Ο Αββάς έμεινε σαν πεθαμένος από την θλίψη  και την τρομάρα του. Όταν ύστερα από πολλή ώρα συνήλθε, διηγήθηκε για ωφέλεια των άλλων, τι του είχε φανερώσει ο Θεός.
Όπως βλέπετε, αδελφοί μου, άγγελοι ή δαίμονες παραλαμβάνουν τις ψυχές. Γι’ αυτό ας μετανοήσουμε, ας εκκλίνουμε από το κακό και ας ποιήσουμε το αγαθό, επιρρίπτοντας τον εαυτό μας στο έλεος του Θεού, για να ελπίσουμε ότι, κατά την κρισιμότατη ώρα του θανάτου μας, άγγελοι θα παραλάβουν τις ψυχές μας, που θα τις οδηγήσουν κοντά στο Θεάνθρωπο Σωτήρα και Λυτρωτή μας, το χορηγό της αιωνίου μακαριότητος και δόξης. Αμήν.

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Εορτή της Υπαπαντής στην Αγία Βαρβάρα



 
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΤΡΩΝ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΑΝΗΓΥΡΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

            Το προσεχές Σάββατο 2 Φεβρουαρίου, εορτή της ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, εορτάζει ο Ιερός Ναός μας την θησαυρισμένη σ’ αυτόν  Εικόνα της Υπαπαντής κατά το ακόλουθο πρόγραμμα:

Παρασκευή εσπέρας ώρα 5 μ. μ. Μέγας Εσπερινός.
       
 Σάββατο πρωί ώρα 7-10 π. μ.   Πανηγυρική Θ. Λειτουργία μετ’ αρτοκλασίας και θ. κηρύγματος υπό του πρωτ. Γερασιμαγγέλου Στανίτσα.

        Μετά το πέρας της Θ. Λειτουργίας θα ψαλεί Ι. Παράκληση υπέρ «υπέρ υγείας και φωτισμού των μητέρων» αφού σύμφωνα με την Ορθόδοξη Παράδοση η ημέρα αυτή ήταν αφιερωμένη στην « Εορτή της Μητέρας».

                                                                                      ΕΚ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ    

Καθημερινά σήματα πορείας




«Ούτος έστιν ο Θεός ημών εις τον αιώνα….αυτός ποιμανεί ημάς…»

Ο άνθρωπος είχε πλάσει πολλούς Θεούς και προσκυνούσε πολλά είδωλα την προχριστιανική εποχή, δηλ. προσκυνούσε και λάτρευε ανύπαρκτες θεότητες. Αλλ’ ο Θεός ο αληθινός, ο μόνος και ένας Θεός, φανερώθηκε πρώτα στον Ιουδαϊκό λαό και μετά δια του Υιού Του-του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού-σε ολόκληρο τον κόσμο.
          Είναι ο αιώνιος και άπειρος Θεός, του οποίου η δόξα και η μεγαλοπρέπεια δεν πρόκειται ποτέ να καταργηθεί. Αυτός είναι ο προστάτης και ο κηδεμόνας μας. Διότι δεν στέκει σε απόσταση, αλλά συγκαταβαίνει προς σε μας με αγάπη. Όπως ο ποιμένας οδηγεί τα πρόβατά του στη βοσκή, κατά παρόμοιο τρόπο και ο Θεός γίνεται οδηγός μας και παιδαγωγός μας.
          Φροντίζει για τις ανάγκες μας, ιδιαίτερα για την πνευματική μας τροφοδοσία. Ζητεί να μας οδηγήσει στην επιτυχία του προορισμού μας. Και αν εμείς Τον λησμονούμε ή τον αγνοούμε, Εκείνος  δεν μας εγκαταλείπει και δεν μας λησμονεί.
Αυτό μόνο αγάπη και ευγνωμοσύνη μπορεί να μας εμπνεύσει.

Δ. Γ. Παναγιωτόπουλου, «Από την πηγή της Αλήθειας»