Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Μηδένα προ του τέλους μακάριζε...




Η κατάρρευση ενός μύθου- ειδώλου

          Ο Αριστοτέλης Ωνάσης έζησε σχεδόν δύο χρόνια και κάτι μετά το θάνατο του γιού του Αλέξανδρου. Τον πρώτο καιρό δούλευε ασταμάτητα για να ξεχνά το κακό που τον βρήκε και κάπνιζε συνέχεια. Όταν έμενε μόνος του αναλύονταν σε λυγμούς και στο φίλο του δημοσιογράφο Λυμπερόπουλο έλεγε: « Αχ καλά μου είχες πει, να τον παντρέψω . Με γυναίκα και παιδιά δεν θα ξημεροβραδιαζότανε στα αεροπλάνα».
          Ο Ωνάσης πήγαινε συχνά στον τάφο του γιού του  περπατώντας πάνω -κάτω με σκυμμένο το κεφάλι και κάπνιζε διαρκώς. Μια μέρα περπατώντας στην παραλία σιωπηλά είπε: « τι να τα κάνω τα πλούτη… Ό, τι κι αν απόκτησα βουλιάζει στην άμμο…». Ο μεγάλος εφοπλιστής, ο μεγιστάνας του πλούτου, ο γλεντζές, ο άρπαγας του πλούτου, ο εραστής και σύζυγος δεν υπήρχε πια. Ένα ασπρομάλλικο, ρυτιδιασμένο, σκυφτό  ανθρωπάκι είχε αντικαταστήσει ξαφνικά το φιγουρατζή άντρα που άλλοτε έσερνε πίσω του έναν Τσόρτσιλ, μια Γάρμπο, μία Κάλλας,  Κένεντι.
          Ο καπετάνιος ήταν άρρωστος. Σαν γέρικος αποκαμωμένος από τη ζωή ελέφαντας, έψαχνε να βρει τα κοιμητήρι του. Η μυασθένεια άρχιζε να προσβάλλει το νευρικό του σύστημα. Μία αρρώστια που δεν έδινε ελπίδα σωτηρίας.
          Από το 1974 ο Ωνάσης έπαιρνε συνέχεια κορτιζόνη, τα ματοτσίνορα του μάδησαν. Τα βλέφαρα του βάρυναν, μέχρι του σημείου να τα συγκρατεί με λευκοπλάστη. Η μυασθένεια τον ταλαιπωρούσε. « Λιώνω σαν κερί, έλεγε στην αδελφή του». Έπιανε με την αδύναμη παλάμη του τα κρεμασμένα μάγουλά του και με βραχνή φωνή έλεγε: « γιατί να συμβεί το κακό στο γιό μου;». Δεν τον ένοιαζε η κατάντια του, αλλά ο χαμός του Αλέξανδρου. Και μετά έλεγε: «Ήμαρτον Θεέ μου, θυμόμαστε τα δικά μας παιδιά και ξεχνάμε αυτά που χάθηκαν στην Μικρασιατική καταστροφή!».
          Έφυγε από την Ελλάδα για τελευταία φορά                                         για το Παρίσι, το ύστατο ταξίδι στη ζωή του.  Πριν μπει στη λιμουζίνα σκυφτός, αποκαμωμένος, χωρίς τα γυαλιά του, με  βαριά πρησμένα βλέφαρα και κάτασπρα μαλλιά, εντελώς αγνώριστος, κοντοστάθηκε και είπε: «Ο άνθρωπος είναι θεριό, δύσκολα παραδίνει ψυχή…».
           Αυτή ήταν η τελευταία κουβέντα επί ελληνικού εδάφους.  Βλέποντας κανείς αυτή την εικόνα δεν μπορεί εύκολα να συμβιβαστεί με την ιδέα, ότι αυτός ο υπεράνθρωπος πήγαινε να μπει σε μία απομονωμένη σουίτα νοσοκομείου, όχι για να γιατρευτεί, αλλά για να πεθάνει, μακριά από τα πλούτη του, τους παπαράτσι και την ιατρική επιστήμη να τον βοηθήσει σε όσο το δυνατόν πιο ανώδυνο φευγιό.
          Και μία σύμπτωση. Πριν λίγο καιρό στο διαδίκτυο κυκλοφόρησε σαν σύνθημα μία προφητεία άξια προσοχής του Ωνάση που έλεγε: «Θα  έρθει μια μέρα , που η απληστία της ιδιοκτησίας, του πλούτου και της έπαρσης θα αποθηκευτούν στις τράπεζες, στις πολυεθνικές και σε τόσους λίγους,  που οι πολλοί μη έχοντες θα ξεσπάσουν σαν θεομηνία, που θα κάνει τη ζωή των ολίγων κατεχόντων κόλαση». Μήπως έχει επαληθευτεί η Ωνασική προφητεία και δεν το έχουμε αντιληφθεί; Τα σημεία των καιρών επιβεβαιώνουν πάντως την εκπλήρωση της.
          Υπάρχουν ή υπήρξαν και πλούσιοι που γνώριζαν τα όρια της ύβρεως. Μπορεί κι αυτοί να τα ξεπέρασαν, αλλά πικρά διαπίστωσαν τελικά πως είναι κοινή η μοίρα των ανθρώπων, πλούσιων και πτωχών:
ο θάνατος.
          Τελικά επιβεβαιώνεται ο Έλληνας αρχαίος σοφός σχετικά με την ευτυχία του πλούτου με όσα είπε στον Κροίσο: « Μηδένα προ του τέλους μακάριζε». Γι αυτό και ο Ιησούς Χριστός μακάρισε την ευλογημένη πτωχεία λέγοντας: «Μακάριοι οι πτωχοί ότι υμετέρα έστιν η βασιλεία του Θεού».
           Η κραυγαλέα περίπτωση του συμπατριώτη μας κροίσου ας μας φρονηματίσει, ιδιαίτερα σήμερα,  που χάνοντας τα οικονομικά ερείσματα ως τα μόνα που προσφέρουν ευτυχία στον άνθρωπο, καταλήγουν σε ακραίες περιπτώσεις και ασέβεια απέναντι στη ζωή.
          Ας μη λησμονούμε τον ευαγγελικό λόγο: «Ουκ επ’ αρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος», και « ζητείτε πρώτον την βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και πάντα ταύτα προστεθήσεται υμίν».

          π.γ.στ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Ο Άγιος Παΐσιος εξηγεί τι αισθάνεται κάποιος, όταν πεθαίνει

«Γέροντα, όταν πεθάνει ο άνθρωπος, συναισθάνεται αμέσως σε τι κατάσταση βρίσκεται;»  Ναι, συνέρχεται και λέει «τι έκανα;», αλλά «φαϊν...