Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ευαγγέλιο: Μτθ. 15, 1-18





Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟΛΗΠΤΗΣ

          Εν ολίγοις

          Η σημερινή ευαγγελική διήγηση αναφέρεται στην πονεμένη ιστορία και το δράμα μιας δυστυχισμένης γυναίκας που υφίσταται όλες τις ταπεινώσεις και υπομένει τα πάντα για την αγάπη της δαιμονισμένης κόρης της. Και από το άλλο μέρος εμφανίζεται ένας Χριστός τόσο διαφορετικός απ’ τις άλλες ευαγγελικές διηγήσεις. Μάλιστα δημιουργεί απορίες και σκάνδαλο μια τέτοια στάση του Ιησού απέναντι στη Χαναναία, σε τέτοιο σημείο μάλιστα που ακόμη κι οι μαθητές ν’ απορούν.
          Τι να συμβαίνει άραγε; Ο Χριστός να μη θέλει ούτε ένα λόγο ν’ απευθύνει στην πονεμένη γυναίκα, που τρέχει από πίσω Του και Τον ικετεύει για τη δύστυχη κόρη της; Αδιαφορεί ο Κύριος μπροστά στον πόνο μιας χαροκαμένης μάνας; Μας απογοητεύει ο Θεός;
          Η εμπειρία πως μόνο ο Θεός δεν απογοητεύει ή αδιαφορεί για τον άνθρωπο είναι καρπός στάσης και πορείας ζωής. Είναι εμπειρία πίστης που βιώνεται όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιήσει, ότι δεν εγκατέλειψε το Θεό. Διότι αν  Θεός εγκατέλειπε τον άνθρωπο, δεν θα ήταν σωτήρας.
\        Επομένως ο πιστός ποτέ δεν απογοητεύεται, γιατί γνωρίζει πως ο Χριστός είναι πιστός στο λόγο Του. Οπότε τι, λοιπόν, μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Ούτε παθήματα, ούτε στενοχώριες, ούτε διωγμοί, ούτε πείνα και γύμνια, κίνδυνοι ή μαρτυρικός θάνατος. Και η εγγύηση αυτή και πιστότητα μπροστά σε κάθε απογοήτευση της ζωής είναι δωρεά του Θεού. «Πιστός ο καλών ημάς» (Α΄ Θεσ. 5,24).
          Ναί, αλλά στην περίπτωση της Χαναναίας τί γίνεται;
          Ο Κύριος σιωπά και αυτό φαίνεται ως αδιαφορία.
          Μετά απαντά, αλλά με κάποια σκληρότητα. Αλλά οι άνθρωποι που δεν γνωρίζουν πότε να είναι επιεικείς και πότε αυστηροί δεν μπορούν να δεχτούν πότε να είναι επιεικείς και πότε αυστηροί δεν μπορούν να δεχτούν αυτή τη συμπεριφορά του Κυρίου και μάλιστα τον κρίνουν γι’ αυτή τη συμπεριφορά.
          Ας γνωρίζουμε, ότι ο λόγος του Κυρίου ή  η σιωπή είναι λόγος ή σιωπή που αποβλέπει στον σωφρονισμό για τη σωτηρία του ανθρώπου. Έχουν ένα σαφή κα συγκεκριμένο σκοπό: Να διαπαιδαγωγήσουν πρώτα τους μαθητές και μετά τη Χαναναία. Κι αν δούμε βαθύτερα τα πράγματα στόχος της σιωπής είναι πρωτίστως οι μαθητές. Έπρεπε να δουν και να διδαχθούν από την πίστη και την καρτερία της πονεμένης μητέρας. Ακόμη έπρεπε να έχουν ένα παράδειγμα που θα έβγαζαν συμπεράσματα από τη σύγκριση ανάμεσα στους δικούς τους Ιουδαίους και τους εθνικούς ως ξένους.
          Ο Κύριος είναι εύσπλαχνος και δεν ήθελε φυσικά να επιπλήξει και να πληγώσει αυτή την πονεμένη μητέρα. Απλώς επιθυμούσε να φέρει στην επιφάνεια το θησαυρό που έκρυβε στην καρδιά της, όχι για να πεισθεί ο ίδιος, αλλά για να δουν οι μαθητές και να πάρουν ένα μάθημα και να διδασκόμαστε κι’ εμείς. Ο Χριστός δοκίμασε την πίστη της Χαναναίας και αφού η πίστη της ξεπέρασε το κρίσιμο σημείο της δοκιμασίας, τότε μπροστά σε όλους διακήρυξε την μεγάλη πίστη της και εκπλήρωσε το αίτημά της θεραπεύοντας την θυγατέρα της.
          Εκείνος που αναζητεί τον Θεό αποφεύγει κάθε δόλιο τρόπο. Δεν πρέπει τίποτα να διχάζει την καρδιά του ή να του αλλοιώσει την πρόθεση του. Κανένα εμπόδιο ή έστω κι’ αυτή η «σιωπή του Θεού. Τίποτε δεν πρέπει να κλονίζει την εμπιστοσύνη του. Κανένας δεν φθάνει στο σημείο να ικετεύει τον Θεό, αν δεν έχει επίγνωση της καταστάσεώς του και αν δεν πεισθεί, ότι έχει ενώπιον του Χριστό που είναι Σωτήρας και προσφέρει τη σωτηρία. Διότι μπροστά στην οδύνη που νοιώθει ο άνθρωπος, δεν βρίσκει πιο πρόσφορη κραυγή από το «Κύριε ελέησον».
          Η Χαναναία έδειξε την αληθινή πίστη και αγάπη της που ανέβλυζε από τη πονεμένη καρδιά της. Το ύφος της όταν πλησιάζει τον Κύριο ήταν ικετευτικό. Ο άνθρωπος που αναζητά τον Θεό και επιδιώκει να εφαρμόσει το θέλημά του  προσέχει να μην γίνει το φως που έχει μέσα του σκοτάδι. Διότι χωρίς το φως του Χριστού ο άνθρωπος ζει στο σκοτάδι. Ο γνήσιος αναζητητής του Θεού για να τον βρει οφείλει  να είναι συνετός, με αγιότητα προθέσεως και απλότητας και τότε τον βρίσκει μέσα του και γύρω του.

          π. γ. στ.
         

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πολύ εύστοχο κύρηγμα!Να είστε καλά!

ΑΝ..........

Αν δεν ήσουν πανταχού παρών πως θα μ’ έβρισκες   την ώρα που από παντού θα με είχαν αποδιώξει; Αν δεν ήσουν παντοδύναμος, πως θα με βο...