Κυριακή 29 Μαΐου 2022

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΗ ΤΟΥ


Δεν μπορεί κανείς να σκεφθεί τον μήνα Μάιο, χωρίς να του έρθει στο νου εκείνος ο βασιλιάς, που πήρε την ανθρωπότητα  από το βαθύ σκοτάδι της ειδωλολατρικής κακίας και την οδήγησε στην άνοιξη τη ζωής “ως εν ουρανώ και επί της γης”.

          Μέσα σε αυτόν τον τρίτο μήνα της άνοιξης, συνοψίζεται η περίληψη της ιστορίας της απόπειρας της ανθρωπότητας να φέρει για πρώτη-και τελευταία μάλλον- φορά, το πρότυπο της ζωής του Ουρανού στη γη. Και συνοψίζεται με τρεις επετείους:

          Α. Με την εορτή του θανάτου αυτού του βασιλιά, ο οποίος θεμελίωσε τούτο το καινό, το μηδέποτε, μέχρι τότε, δοκιμασμένο πολίτευμα.

          Β. Με την επέτειο την μνήμης της Πόλης του, δηλαδή  τα εγκαίνιά της και Γ. Με την επέτειο του θανάτου της Πόλης του, δηλαδή, της Άλωσής της  από βαρβάρους και της οριστικής της αλλοτρίωσης από τον τρόπο ζωής, που ο ιδρυτής της είχε οραματισθεί.

          Ο Μάϊος ανήκει στον Κωνσταντίνο, στον πρώτο και Μέγα βασιλέα και αυτοκράτορα και στην Πόλη του Κωνσταντίνου, στην Βασιλεύουσα Πόλη, στο “καύχημα των υπό την ηλίου Ανατολήν”, στην Κωνσταντινούπολη.

          Την εικοστή πρώτη μέρα αυτού του Μαΐου , θα απέχουμε χίλια εξακόσια ογδόντα και πέντε χρόνια από την οσία τελείωση του μεγάλου βασιλέα.

          Την ενδέκατη μέρα αυτού του Μαΐου, θα απέχουμε χίλια εξακόσια ενενήντα και δύο χρόνια από τα εγκαίνια  της Πόλης του.

          Και την εικοστή ένατη μέρα αυτού του Μαΐου, θα απέχουμε πεντακόσια και οκτώ χρόνια από την πτώση της Πόλης του, από το τέλος του πολιτεύματος, το οποίο ήτα εκείνος ο πρώτος του εμπνευστής, αλλά κατανοήθηκε και αγαπήθηκε από ολόκληρο τον ετερόκλητο πληθυσμό της Ανατολικής αυτοκρατορίας.

          Η ζωή και η προσωπικότητα αυτού του Μεγάλου ανθρώπου, δεν ήταν και δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί. Σαν άνθρωπος χωρίς πατρίδα, έζησε και γνώρισε σχεδόν όλη την τότε οικουμένη και διάλεξε μόνος του τον τόπο που έκανε πατρίδα του και τον έδωσε σε όλους  όσοι θέλησαν να ξεπεράσουν τα στενά όρια της φυλής, της καταγωγής, της γενεάς και να ενταχθούν σε ένα νέο “λαό”, στον Λαό του Θεού. Γι’ αυτό και οι αυτοκράτορες που τον ακολούθησαν, δεν είχαν κανένα φυλετικό ή άλλο εμπόδιο, αλλά ήσαν από όλες τις φυλές. Έλληνες, Ίσαυροι, Αρμένιοι, Μακεδόνες, από όλα τα μορφωτικά επίπεδα, διανοούμενοι ευγενείς ή ολιγογράμματοι (ή και αγράμματοι) στρατιώτες, αλλά υπέγραφαν όλοι, μηδενός εξαιρουμένου: “Πιστός εν Χριστώ τω Θεώ βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων”!

          Βασιλείς και πολίτες της Πόλης του Κωνσταντίνου και της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίνου, έτσι προσδιόριζαν τον εαυτό τους, έτσι δήλωναν την καταγωγή τους, έτσι δήλωνα την ταυτότητά τους: Πιστοί στον Χριστό, τον Θεό, Ρωμαίοι. Αυτή ήταν η σφραγίδα της ύπαρξή τους και έτσι έμειναν στην ιστορική μνήμη των ανθρώπων, ακόμη και αυτών που εν συμφωνούσαν με αυτό τον τρόπο ζωής, ή, που δεν συμφωνούν ούτε και σήμερα, αλλά δεν μπορούν να μην τον βλέπουν και να μην τον διαπιστώνουν.

          Ένας σύγχρονος ιστορικός γράφει: “Από τον καιρό του Κωνσταντίνου είναι που μπορεί κανείς εξ αρχής να διακρίνει όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία του Βυζαντινού πολιτισμού: μια μνημειώδη και απόρθητη πρωτεύουσα στην Κωνσταντινούπολη, κυρίαρχη Χριστιανικότητα, ένα πολιτικό σύστημα που εξαίρει το αυτοκρατορικού αξίωμα αλλά ταυτόχρονα του βάζει περιορισμούς. Θαυμασμό της ασκητικής πνευματικότητας. Έμφαση στην έμπρακτη έκφραση της πνευματικότητας και  μια τέτοια θεώρηση της απειλείς των ορίων, που ξεπερνούσε την αμιγώς στρατιωτική θεώρηση”.

          Επομένως, όταν δεν καταλαβαίνουν οι Δυτικοί ιστορικοί την ιδιαιτερότητα και τον τρόπο ζωής της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, δεν είναι ότι δεν καταλαβαίνουν, αλλά ότι δεν θέλουν να καταλάβουν.

          Και, όπως παραδέχεται και ένας άλλος σύγχρονος ιστορικός, καθηγητής της Οξφόρδης: “Για να κάνει κάποιος μια εκτίμηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, είναι απαραίτητο το να κάνει ένα άλμα πίστεως, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και αν το κάνει”.

          Και, αναφέροντας το τεράστιο διάστημα ανάμεσα στη λατρεία και στο έντονο μίσος, που δείχνουν κάποιοι ιστορικοί προς το πρόσωπο του Μ. Κωνσταντίνου, παραδέχεται ότι είναι αδύνατον να τον δει και να τον καταλάβει κάποιος, έξω από την Πίστη του, συμπληρώνοντας : “ακόμα και οι ουδέτεροι, μπορεί να είναι προκατειλημμένοι”.

          Μα πως μπορεί να δει κανείς, αυτή την προσωπικότητα και τη ζωή του, έξω από την Πίστη; Δεν είναι αρκετός ο χώρος, όχι ενός άρθρου, αλλά ούτε και ενός βιβλίου για να αναφέρει περιληπτικά κανείς, πόσες φορές η ζωή του κρεμόταν από μία κλωστή και πως σωζόταν την τελευταία στιγμή.

          Πως να ερμηνεύσει κανείς έξω από την Πίστη, το ότι ένας ειδωλολάτρης, οπαδός της λατρείας του Θεού- Ήλιου, υπακούει σε ένα όραμα, αναγνωρίζει ένα Φως πιο δυνατό από αυτό του ήλιου, που μέχρι τότε ήξερε και να Τον ακολουθήσει σε ένα δρόμο που έβγαζε στη Μουλβία Γέφυρα, σε ένα δρόμο που, στρατηγικά, δεν ήταν σωστός, έχοντας απέναντί του έναν μεγαλύτερο και καλύτερα οπλισμένο στρατό, γνωρίζοντας καλά ότι, αυτή η μάχη, θα τελείωνε μόνο με δύο τρόπους: η με το θάνατό του, η με τη νίκη του!

          Ποιος τρελός το κάνει αυτό χωρίς Πίστη; Και το αποτέλεσμα τι έδειξε; Τι λέτε; Ήταν τρελός;

          Επίσης, όταν προχωρούσε πρώτος, πάνω στο άλογό του χαράζοντας τα όρια της Πόλης του και οι αξιωματικοί του και οι μηχανικοί που ακολουθούσαν πίσω του κουράστηκαν και τον ρώτησαν πότε θα σταματήσει και αυτός απάντησε: “όταν σταματήσει αυτός που πηγαίνει μπροστά μου”, ενώ κανείς τους δεν έβλεπε τίποτα, τι πιστεύετε; Τον πέρασαν για τρελό;

          Κι η πράξη, ποιον δικαίωσε; Την Πίστη του Κωνσταντίνου, που μας εμπιστεύθηκε την Πόλη του και τον τρόπο της ζωή του, η την ολιγοπιστία τη δική μας και τον δικό μας τρόπο  ζωής, που μας έκανε να καταφέρουμε να την κρατήσουμε μόνο για 1123 χρόνια και 17 ημέρες;

          “ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ”, τ. 237

Δεν υπάρχουν σχόλια: