Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

ΚΑΛΗ ΠΡΟΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΚΑΚΗ ΠΡΟΑΙΡΕΣΗ

του ενορίτου μας Νικολάου Βοϊνέσκου


Γιατί άλλοι λατρεύουν και δοξάζουν τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και άλλοι τον περιφρονούν και τον βλαστημούν; Γιατί άλλοι τηρούν τις άγιες εντολές Του και άλλοι τις ποδοταπούν; Γιατί άλλοι εκκλησιάζονται τακτικά και άλλοι αραιά ή καθόλου; Γιατί άλλοι κοινωνούν με πόθο το Πανάγιο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Χριστού και άλλοι δεν κοινωνούν ποτέ; Γιατί άλλοι πιστεύουν και προσδοκούν την αιώνιο ζωή και άλλοι αρνούνται την ύπαρξή της;

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα δεν είναι εύκολη, διότι η ψυχή του ανθρώπου είναι άβυσσος. Ο άνθρωπος γνωρίζει ένα μέρος της ψυχικής του καταστάσεως και αυτό ανάλογα με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Στο βάθος-βάθος την ψυχή τού κάθε ανθρώπου γνωρίζει μόνο ο Χριστός. Έτσι προσπαθώντας να δώσουμε την απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα μπορούμε βασιζόμενοι στη θεόπνευστη Αγία Γραφή και στους πνευματοφόρους Αγίους Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, να πούμε ότι άλλοι άνθρωποι ενεργούν με τον α΄ τρόπο και άλλοι με τον β΄ τρόπο, ανάλογα με την καλή ή την κακή προαίρεσή τους. Ο άνθρωπος, δηλαδή, επειδή είναι πλασμένος ελεύθερος από τον Θεό προαιρείται, προτιμά, επιλέγει το καλό ή το κακό, ανάλογα με την ελεύθερη καλή ή κακή προαίρεσή του. Για να καταλάβουμε λίγο αυτό το θέμα, θα αναφέρουμε δύο παραδείγματα, ένα παλαιότερο και ένα σύγχρονο.

Όταν ο Θεάνθρωπος Κύριος Εσταυρώθη, σταυρώθηκαν μαζί του δύο κακούργοι, δύο ληστές. Στην αρχή, όπως μας διηγείται ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, και οι δύο βλαστημούσαν το Χριστό,. Όμως ο εκ δεξιών ληστής βλέποντας την όλη συμπεριφορά του Χριστού και ακούγοντας τα άγια λόγια Του, συγκλονίστηκε εσωτερικά και επειδή είχε καλή προαίρεση, άλλαξε στάση και ειλικρινά μετανοημένος και ταπεινωμένος ήλεγξε τον άλλο ληστή λέγοντας: «ουδέ φοβή συ τον Θεόν, ότι εν τω αυτώ κρίματι ει; και ημείς μεν δικαίωςž άξια γαρ ων επράξαμεν, απολαμβάνομενž ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε» (Λουκ. κγ΄ 40-42). Κι έπειτα με μεγαλειώδη πίστη και αγάπη παρακάλεσε τον Κύριο: «Μνήσθητί μου Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου». Και ο Κύριος του είπε: «Αμήν, λέγω σοι, σήμερον μετ΄ εμού έση εν τω παραδείσω». Έτσι σώθηκε αυτός, ο άλλος όμως ληστής παρότι τα ίδια έβλεπε και άκουγε, επειδή είχε κακή προαίρεση, έμεινε αδιόρθωτος και αμετανόητος και έτσι έχασε την αιώνιο ζωή.

Ας δούμε τώρα δύο βαριά αρρώστους. Ο ένας ήταν δικηγόρος και δεν ζούσε πνευματική ζωή. Κάποια μέρα στο θάλαμο του νοσοκομείου που ήταν, πήγαν χριστιανοί νέοι να επισκεφτούν ένα φίλο τους σε διπλανό κρεβάτι. Ένας εξ αυτών πρόσεξε ότι ο δικηγόρος διάβαζε ένα κοσμικό περιοδικό. Τότε πήρε το θάρρος και του είπε: «με συγχωρείτε δεν θα ήταν προτιμότερο να διαβάσετε ένα άλλο βιβλίο που θα σας ωφελούσε;». «Σαν τι;»: ρώτησε ο δικηγόρος. «Να διαβάσετε την Καινή Διαθήκη που πολύ θα σας παρηγορήσει και θα σας ενισχύσει».

Τότε ο δικηγόρος αγρίεψε και είπε: «Δεν υπάρχει για μένα Θεός, δεν υπάρχει τίποτε. Αν υπήρχε Θεός, θα με βασάνιζε έτσι;». Ο νέος τότε μαζεύτηκε και δεν μίλησε άλλο. Μετά από μερικές μέρες αυτός ο νέος και οι φίλοι του πήγαν πάλι στο νοσοκομείο. Ο δικηγόρος δεν ήταν εκεί. Ρώτησε να μάθει τι απέγινε και ένας κύριος, που είχε ακούσει το διάλογο με το δικηγόρο, είπε στο νέο: «Θυμάστε που είχατε πει στο δικηγόρο να διαβάσει την Κ. Διαθήκη κι εκείνος αντέδρασε άσχημα; Όταν φύγατε, φαίνεται ότι το σκέφτηκε καλύτερα και ζήτησε να του φέρουν μία Κ. Διαθήκη. άρχισε να την διαβάζει και σύντομα ζήτησε ιερέα να εξομολογηθεί. Κατόπιν κοινώνησε και πριν λίγες μέρες έφυγε για τον παράδεισο».

Ας δούμε και τον άλλο άρρωστο. Αυτός ήταν Ελληνοαμερικανός και είχε καρκίνο. Νοσηλευόταν σε νοσοκομείο της Λάρισας. Κάποιοι γνωστοί είπαν στο μακαριστό π.Αθανάσιο Μυτιληναίο να πάει να τον δει. Εκείνος πήγε. Μίλησε με πολλή αγάπη και συμπάθεια στον άρρωστο και στο τέλος τον ρώτησε αν θέλει να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει. Εκείνος δυστυχώς αρνήθηκε. Έπειτα ο π.Αθανάσιος έκανε ένα σοφότατο τέχνασμα για να παρακινήσει τον Ελληνοαμερικανό να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει. Φρόντισε να εξομολογηθούν όλοι οι άρρωστοι που ήσαν στον ίδιο θάλαμο με τον Ελληνοαμερικανό και μετά μια μέρα πήγε και τους κοινώνησε. Μετά πήγε στον Ελληνοαμερικανό και του είπε: «Είδατε; Τι ωραία, όλοι κοινώνησαν». Τότε ο Ελληνοαμερικανός του είπε κατηγορηματικά: «Παπά μου, σου είπα, Δεν θέλω». Και δυστυχώς πέθανε χωρίς εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία.

Είναι προφανές ότι ο πρώτος άρρωστος είχε καλή προαίρεση και σώθηκε, ενώ ο δεύτερος είχε δυστυχώς κακή προαίρεση.

Ας προσευχόμεθα θερμά στο Χριστό να χαρίζει στην ψυχή μας και στις ψυχές όλων των ανθρώπων καλή προαίρεση, ώστε προς δόξαν Του, όλοι να σωθούμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: