Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ΛΟΥΚΑ ( Λκ. 18, 18- 27)


 
Η ΜΟΙΡΑΙΑ ΕΛΛΕΙΨΗ
 
         Ένας καθώς πρέπει άνθρωπος πλησίασε και ρώτησε τον Ιησού για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να κερδίσει την αιώνια ζωή. «Διδάσκαλε αγαθέ, τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;» ( Λκ. 18,18). Από νέος είχε σεβασθεί τη ζωή, την τιμή και την αξιοπρέπεια των άλλων. Δεν είχε ψευδορκήσει και είχε δείξει έμπρακτα το σεβασμό και την αγάπη προς τους γονείς του. Παρ’ όλα αυτά δεν ήταν ικανοποιημένος από ό,τι είχε κάμει. Ένοιωθε ότι κάτι του έλειπε για να κερδίσει την αιωνιότητα και τον έτρωγε η αμφιβολία, ότι θα υπάρχει κάτι που καταστρέφει όλα τα άλλα. Γι’ αυτό όταν άκουσε ότι ήλθε στην πόλη του ο Ιησούς έσπευσε με ενδιαφέρον να Τον ρωτήσει για το θέμα αυτό.
        Αλλά πως μπορούσε να είναι ήσυχος ένας πλούσιος που κρατά το χέρι του κλειστό; Ήταν δυνατό να είναι μέσα του ήσυχος; Μπορεί να μη τον ελέγχει η συνείδηση  του, όταν η δυστυχία του διπλανού του κτυπά κάθε τόσο την πόρτα  και αυτός με διάφορα προσχήματα την απέφευγε; Με δύο λόγια: πώς να είναι βέβαιος, ότι έχει εξασφαλίσει την αιώνια ζωή, όταν τα τόσα δώρα που του εμπιστεύθηκε ο Θεός τα χρησιμοποιούσε αποκλειστικά για τον εαυτό του ή το στενό οικογενειακό του περιβάλλον; Μόνο ένας πωρωμένος θα μπορούσε να κοιμάται ήσυχος και ικανοποιημένος.
        Μήπως όμως ο σημερινός πλούσιος του Ευαγγελίου είναι η μοναδική περίπτωση του καθώς πρέπει ανθρώπου που δεν έχει κάμει εκείνο που θα τον ικανοποιούσε; Δυστυχώς είναι πάρα πολλοί. Θα μπορούσαμε να λέγαμε, ότι στην κατηγορία του πλουσίου ανήκουμε οι περισσότεροι. Όχι γιατί είμαστε πλούσιοι, αλλά γιατί οι περισσότεροι τα οποιαδήποτε τάλαντα που μας έχει εμπιστευθεί ο Θεός, τα χρησιμοποιούμε μόνο για τον εαυτό μας.
        Λ.χ. ένας έχει εξαιρετικά ανεπτυγμένη διάνοια, άλλος έχει έντονο καλλιτεχνικό συναίσθημα, ο τρίτος είναι επιστήμονας, ο τέταρτος έμπορος, ο πέμπτος υπάλληλος κ.ο.κ. Πόσοι όμως από εμάς σκεπτόμαστε, ότι ο,τιδήποτε κι’ αν είμαστε ή θέση κι’ αν κατέχουμε, δεν την κατέχουμε για τον εαυτό μας, αλλά είμαστε ταυτόχρονα και διάκονοι των άλλων; Διότι αν αναπτύξουμε τα τάλαντα που μας έδωκε ο Θεός και διακονούμε τους αδελφούς μας θα εργαζόμαστε ταυτόχρονα και για τη Βασιλεία του Θεού και θα την κερδίζαμε κιόλας. Αλλά οι περισσότεροι, όπως ο πλούσιος της περικοπής χάνουμε τα πολλά ή μάλλον χάνει τα πάντα, γιατί ό,τι δημιουργούμε το αρπάζουμε από το σχέδιο του Θεού και το ιδιοποιούμαστε εμείς.
        Θα ρωτήσει ίσως κανείς: γιατί ενώ εκτιμάμε την αιώνια ζωή κινδυνεύουμε να τη χάσουμε; Τα αίτια είναι πολλά, αλλά θα αναφέρουμε μόνο δύο.
        Το πρώτο και το κυριότερο είναι ότι πιστεύουμε πως με ένα μηδαμινό τίμημα μπορούμε να εξαγοράσουμε την αιώνια ζωή. Ίσως γιατί δεν την εκτιμάμε όσο πρέπει, ίσως γιατί όλοι μας είμαστε προσκολλημένοι σε ό,τι αγαπάμε περισσότερο και το θέλουμε ολόκληρο για τον εαυτό μας. προσφέρουμε πολύ λίγα, ακριβώς ό,τι μας κοστίζει λιγότερο, για να αποκτήσουμε τον αιώνιο θησαυρό.
        Και το δεύτερο αίτιο για τη στάση μας αυτή είναι, ότι ως χριστιανοί έχουμε θέσει κατά μέρος το πνεύμα της θυσίας. Θεωρούμε πολύ φυσικό, ότι τη θυσία που υπέστη ο Χριστός για χάρη μας, την υπέστησαν οι Άγιοι Απόστολοι, οι άγιοι μάρτυρες και πολλοί από τους Αγίους της Εκκλησίας μας. Το θεωρούμε κάπως φυσικό να την υφίστανται χάρη ημών μερικοί από τους σημερινούς οπαδούς του Χριστού, ποτέ όμως δεν το θεωρούμε εξ ίσου φυσικό, ότι και εμείς πρέπει να υποστούμε θυσίες χάρη των άλλων. Θεωρούμε όμως δίκαιο και πρέπον οι άλλοι να κάνουν θυσίες για χάρη μας. Εμείς όμως να τους κάνουμε την τιμή να τις απολαμβάνουμε.
        Πως θα αποκτήσουμε το «εν» που μας  λείπει; Πώς δεν θα πάθουμε ό,τι έπαθε ο πλούσιος του σημερινού Ευαγγελίου; Εκείνος άκουσε τη σαφή πρόσκληση για την αιωνιότητα και κλείνοντας τ’αυτιά του «απήλθε λυπούμενος». Ήταν τόσο πολύ προσκολλημένος σε όσα θεωρούσε δικά του, που του φάνηκε αδιανόητο, πως μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτά, ενώ χωρίς αυτά μπορούσε να ζήσει αληθινά την αιώνια ζωή.
        Η θεραπεία λοιπόν συνίσταται κυρίως στο να συνηθίσουμε τον εαυτό μας στο πνεύμα της θυσίας. Να αποβάλλουμε την αντίληψη, ότι είναι δυνατό να εξακολουθήσουμε ν’ απολαμβάνομε κάθε τι που προσφέρουν οι άλλοι και μείς να μην προσφέρουμε τίποτα για τους άλλους.
        Επιτέλους ο Σταυρός του Χριστού πρέπει να πάψει να είναι για μας μόνο ένα σύμβολο και να γίνει πραγματικότητα της ζωής μας. Ο Χριστός δεν σταυρώθηκε για χάρη μας για να αποφύγουμε εμείς κάθε θυσία, αλλά για να την υποστούμε κι’ εμείς με τη χάρη και τη βοήθεια Του. Και εκείνο που θα θεραπεύσει την έλλειψη μας αυτή είναι να το αποκτήσουμε από τώρα και ν’ αρχίσουμε να εξασκούμε το πνεύμα της θυσίας.
         Και αυτό ας αρχίσει από το οικογενειακό μας περιβάλλον, στην επαγγελματική μας ζωή και στον κύκλο των γνωριμιών μας. Ας αρχίσουμε έστω από μικρές θυσίες, αλλά επιτέλους ας κάνουμε μια αρχή. Λείπει σχεδόν από όλους μας αυτό και αποτελεί μοιραία έλλειψη που αχρηστεύει και ό,τι καλό έχουμε. Είναι αυτό που μας κάνει να φεύγουμε μακριά από τον Χριστό « λυπούμενοι» και που τροφοδοτεί με το δηλητήριο της λύπης για όλη την υπόλοιπη ζωή μας.
        Η αρχή αποτελεί καλή προοπτική και αν επιμείνουμε θα πετύχουμε και στην παρούσα ζωή, αλλά προπαντός θα έχουμε κερδίσει το ποθούμενο, την αιώνια ζωή.

π.Γ.Στ.        

1 σχόλιο:

Λένα Μ. είπε...

Πατερούλη ευχαριστούμε πολύ. Ο λόγος σας ήρθε την στιγμή που τον είχαμε ανάγκη. Ποια είναι όμως η διάκριση μεταξύ "Θυσίας" και "ανάλωσης του εαυτού μας στα πράγματα του κόσμου τούτου" ή "ανάλωσης του εαυτού μας σε ανθρώπους του οικείου περιβάλλοντός μας που το μόνο αίτημά τους είναι να εξυπηρετούμε τις υλικές τους ανάγκες και μάλιστα χωρίς κανένα όριο και κορεσμό". Γιατί πατερούλη ο Χριστός μας δεν άφησε εκείνον τον νέο να γυρίσει και να θάψει τον πατέρα του; Κάποιος θα μπορούσε να πει "ε, ας έκανε κι αυτός μια θυσία για τον πατέρα που τον μεγάλωσε... μια θυσία για τους συγγενείς του...".