Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ΛΟΥΚΑ (Λκ. 7, 16)




ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

       Την προηγούμενη Κυριακή η παραγγελία του Χριστού ήταν : « γίνεσθε οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ μου οικτίρμων εστί». Αυτή η προτροπή του Χριστού βλέπουμε σήμερα να πραγματοποιείται από τον Ίδιο.
       Ο ιερός ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει, ότι ενώ ο Ιησούς βάδιζε έξω από την πόλη Ναϊν , συνάντησε την πομπή μιας κηδείας. Μια μάνα κήδευε το μονάκριβο παιδί της. Ο Χριστός είδε την γυναίκα να κλαίει και τη λυπήθηκε, τη συμπόνεσε. Σταματά τη πομπή και λέει στη γυναίκα να σταματήσει να κλαίει και έβαλε το χέρι Του επάνω στο φέρετρο. Δίνει εντολή στο νεκρό, « νεανίσκε, σοι λέγω εγέρθητι», κι’εκείνος αναστήθηκε και τον παρέδωσε στη μάνα του.
       Οι άνθρωποι βλέποντας το θαύμα άρχισαν να δοξάζουν τον Θεό και το γεγονός αυτό έγινε γνωστό σ’ολόκληρη την περιοχή.
       Παρατηρούμε, ότι ο Χριστός δεν ζητάει από τους ανθρώπους πίστη για να προχωρήσει στην ανάσταση του νέου. Αυτό που κάνει είναι να συμπονέσει αυτούς τους συγκεκριμένους ανθρώπους και να δει την κατάσταση της μάνας.
       Η ευσπλαχνία και η συμπόνια Του αποτελούν το κέντρο αυτού του θαύματος κι’όχι άλλες προϋποθέσεις που συνήθως συναντούμε στα άλλα θαύματα του Χριστού.
       Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Θεός έγινε άνθρωπος και φέρει το δικό μας σώμα και έχοντας την δική μας εμπειρία. Ο ένας άνθρωπος πονάει τον άλλο γιατί μοιάζει ο ένας με τον άλλο. Αλλά κι’ο Θεός πόνεσε τους ανθρώπους, γιατί έγινε άνθρωπος, και μάλιστα μας σπλαχνίστηκε περισσότερο απ’ό,τι εμείς , γιατί έχει στο ακέραιο αυτό που εμείς έχουμε λειψό: την ευθύνη και την αγάπη προς τους άλλους.. Η απόσταση μεταξύ μας είναι μεγάλη.
       Έχει σημασία ακόμα η αντίδραση των ανθρώπων. Στην αρχή φοβήθηκαν και μετά άρχισαν να δοξάζουν τον Θεό. Δεν υπάρχει περίπτωση στην Αγία Γραφή να εμφανίζεται ο Θεός και οι άνθρωποι να μην φοβούνται, όταν ο Θεός έρχεται κοντά στους ανθρώπους. Ο άνθρωπος φοβάται και μαζεύεται. Αλλά εδώ αν και φοβήθηκαν οι άνθρωποι άρχισαν να δοξάζουν τον Θεό και να λένε, ότι τους επισκέφτηκε ο Θεός.
       Σε μια άλλη περίπτωση όμως δεν έγινε το ίδιο. Όταν ο Χριστός θεράπευσε τον δαιμονισμένο των Γαδαρηνών,οι άνθρωποι βλέποντας τον πρώην γυμνό ντυμένο να είναι καλά, φοβήθηκαν. Είδαν τα έργα του Θεού και αντί να Τον δοξάσουν, παρακάλεσαν τον Χριστό να φύγει από το μέρος τους. Δεν άντεχαν και δεν ήθελαν να Τον βλέπουν.
        
       Στο  σημερινό ευαγγέλιο συμβαίνει το αντίθετο. Γιατί αλήθεια υπάρχει πάντα φόβος, όταν αναγνωρίζουν οι άνθρωποι τα έργα του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού, άλλοτε Τον δοξάζουν και άλλοτε Τον διώχνουν;
       Ο άνθρωπος ενεργεί κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Άλλες ήταν οι συνθήκες των Γαδαρηνών και άλλες των κατοίκων της Ναϊν. Οι πρώτοι νόμιζαν, ότι η περίπτωση του δαιμονισμένου δεν τους έγγιζε και ότι υπάρχει μεγάλη απόσταση από την κατάσταση του, γι’αυτό και δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν το έργο του Χριστού, να το προσεγγίσουν και να το κάνουν δικό τους. Αντίθετα τους κατοίκους της Ναϊν ο Χριστός τους συνάντησε μπροστά σ’ένα φέρετρο που το κουβαλούσαν οι ίδιοι στην πλάτη τους. Το φέρετρο όχι μόνο είχε ακουμπήσει στην πλάτη τους, αλλά είχε φτάσει βαθειά στην ύπαρξη τους. Πονούσαν όλοι πολύ και η αίσθηση του θανάτου κατάργησε την μεταξύ τους απόσταση και αυτό έγινε με βίαιο τρόπο. Έτσι όταν εμφανίστηκε ο Χριστός και ανέστησε το νεκρό βρέθηκαν σε απρόβλεπτη κατάσταση. Όμως ήταν και έτοιμοι να δοξάσουν τον Θεό που τους επισκέφτηκε.
       Ο δοξασμός του Θεού προϋποθέτει μια προετοιμασία που οδηγεί στην αποδοχή του Θεού. Ο πόνος οδηγεί τον άνθρωπο στα όρια του. Ο άνθρωπος μπροστά στον πόνο κλονίζεται και τότε αποκτάει επίγνωση δύο πραγμάτων. Πρώτα αποκτά επίγνωση  και ποιός είναι ο ίδιος και ποια τα όρια της προσωπικότητας του. Και δεύτερο γνωρίζει οι άνθρωπος με τον πόνο τι τον ενώνει και τι τον χωρίζει από τους άλλους. Με τον πόνο συναντάει τον εαυτό του, αναπτύσσεται, μεγαλώνει και γίνεται περισσότερο αυτό που θέλει ο Θεός να είναι.
       Όταν βλέπουμε έναν πεθαμένο πονάμε γι’αυτόν και τους συγγενείς του. Αυτά όμως είναι δεύτερα πράγματα. Αυτό για το οποίο πονάμε είναι ο δικός μας θάνατος. Ο άνθρωπος όταν βλέπει κεκοιμημένους να οδεύουν προς ταφή, θυμάται τον δικό του θάνατο και μέσα του κλαίει τη στιγμή που το σκέπτεται. Τότε δεν του μένουν περιθώρια. Καταλαβαίνει ποια είναι τα ουσιαστικά πράγματα αυτού του κόσμου.
       Αναγνωρίζει, ότι αυτά είναι η ζωή και ο Θεός, και αρχίζει να προσαρμόζεται. Εδώ δεν υπάρχει άλλη διέξοδος. Πρέπει να δει τον Θεό και να Τον δοξάσει. Οι άνθρωποι του σημερινού ευαγγελίου μέσα στον πόνο τους, είδαν την επίσκεψη του Θεού και κατάλαβαν γιατί ήρθε στον κόσμο. Ήρθε για να μοιάσει μαζί μας, να μας καταλάβει και να μας ευσπλαχνισθεί. Αυτό κατάλαβαν και διακήρυξαν.
       Έχοντας κατά νου το σημερινό επεισόδιο που περιγράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς μακάρι να Τον αναγνωρίσουμε κιέμείς, ‘όπως οι κάτοικοι της Ναϊν. Γιατί και σε μας δεν λείπει ο πόνος, Αργά ή γρήγορα έρχεται στη ζωή μας .Ας τον δούμε σαν αφορμή ανάπτυξης της συνείδησης μας, που θα μας οδηγήσει σε επίγνωση του εαυτού μας, των αδελφών μας και στην επίγνωση του Θεού

π.Γ.Στ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: