Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Μια συνέντευξη με τον Πατρινό, διεθνούς φήμης, πιανίστα, Παναγιώτη Γώγο


Ξεκινήσατε να μαθαίνετε πιάνο στη μικρή ηλικία των έξι ετών. Είχατε από την οικογένειά σας κάποια ερεθίσματα;
«Αφορμή ήταν περισσότερο η περιέργεια, η επιθυμία να ασχοληθώ με τη μουσική. Θα μπορούσα να ξεκινήσω οποιοδήποτε άλλο όργανο, ωστόσο ξεκίνησα με το πιάνο δειλά και στην πορεία με κέρδιζε όλο και περισσότερο. Αφού ξεκίνησα και είδαν και οι γονείς μου ότι μου άρεσε, πείστηκαν ότι χρειαζόταν να πάρω ένα δικό μου όργανο και έτσι αγοράσαμε το πρώτο μου πιάνο. Είναι ένα γερμανικό όργανο, πλέον αντίκα, που όμως αν αναλάβει κάποιος να το φτιάξει έχει πολλή αξία.»

Πώς εξελίχθηκαν οι σπουδές σας και πού βρίσκεστε σήμερα;
«Πήρα το δίπλωμα του πιάνου στην Πάτρα, με σπουδές στη Φιλαρμονική Εταιρεία. Το 2002 έφυγα από την Ελλάδα και πήγα στην Τουλούζ της Γαλλίας για τελειοποίηση στο πιάνο, όπου έμεινα τρία χρόνια και πήρα το δίπλωμα. Στη συνέχεια μετακόμισα στο Παρίσι, όπου έμενα μέχρι το Σεπτέμβριο, ενώ μένω πλέον μόνιμα στη Βιέννη.»

Πριν από λίγες μέρες εμφανιστήκατε στο φημισμένο Konzerthaus της Βιέννης. Πώς ήταν η εμπειρία σας από τη συναυλία;
«Ήταν η πρώτη μου συναυλία στην Αυστρία και μάλιστα σε έναν από τους πιο σημαντικούς μουσικούς χώρους, όχι μόνο της Αυστρίας, αλλά και όλης της Ευρώπης. Επρόκειτο, έτσι, για την πιο σημαντική στιγμή στην καριέρα μου και το πιο σημαντικό απ’ όλα ήταν το ότι η αίθουσα ήταν πλήρης - από τις 416 θέσεις είχαν πληρότητα οι 414. Το γεγονός αυτό ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικό, υπήρχαν μέσα στο κοινό πολλοί Έλληνες και περισσότεροι, φυσικά, Βιεννέζοι, από τους οποίους άκουσα και τις καλύτερες κριτικές.»

Κι εδώ;
Υπάρχουν ευκαιρίες στην Ελλάδα για νέους μουσικούς και ιδιαίτερα σολίστες κλασσικής μουσικής;

«Λείπω από την Ελλάδα τα τελευταία 10 χρόνια. Όσο ήμουν ακόμη φοιτητής εδώ, τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Τώρα που παρακολουθώ τις εξελίξεις από απόσταση και μέσω του ίντερνετ, έχω την εντύπωση ότι υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες πλέον, ότι γίνεται κάποια δουλειά και υπάρχει κάποια πρόοδος. Βλέπω ότι σταδιακά αρχίζουν και διατίθενται περισσότερες αίθουσες για συναυλίες - με λιγότερο ή περισσότερο κατάλληλες συνθήκες. Οι χώροι και η προσφορά συνθετών ή σολίστ είναι το ένα ζήτημα, αλλά το δύσκολο είναι η ζήτηση, που είναι θέμα ευρύτερης παιδείας από πλευράς του κοινού.»

Με φέρνετε από μόνος σας στην επόμενη ερώτηση: Πρόσφατα, σε άποψή σας στην εφημερίδα «Καθημερινή», μιλώντας για τη θέση και το ρόλο της κλασσικής μουσικής στην Ελλάδα, αναφέρατε περιπτώσεις που βιώσατε στο εξωτερικό, όπου ήταν πολλά τα μικρά παιδιά που παρακολουθούσαν παραστάσεις χωρίς να κάνουν την παραμικρή φασαρία. Στο ίδιο κείμενο, τονίζετε ότι η αγάπη για τη μουσική αρχίζει από μικρή ηλικία…
«Η ενασχόληση με τη μουσική δε σημαίνει ότι πρέπει κανείς από μικρός να αρχίσει αναγκαστικά κάποιο όργανο, αλλά να δεχθεί από μικρός τα ερεθίσματα κάθε είδους δυνατής μουσικής επιρροής, μέσα σε αυτές και της κλασσικής μουσικής. Στην Ελλάδα η κλασσική μουσική δεν είναι συνήθως μέσα στις επιλογές των νέων και γι’ αυτό φταίνε και οι γονείς και οι δάσκαλοι. Δυστυχώς, υπάρχουν άνθρωποι 20 - 30 χρονών, ακόμη και γνωστοί και φίλοι μου, που με βρίσκουν μετά από τις συναυλίες και μου λένε ότι πρώτη φορά άκουσαν ρεσιτάλ πιάνου ζωντανά.»

Πόσες ώρες τη μέρα μελετάτε;
«Αν και δε μου αρέσει η λέξη “επάγγελμα”, καθώς δεν ισχύει κάτι τέτοιο στη μουσική κατά τη γνώμη μου, είναι ωστόσο κι αυτό μια δουλειά και κανείς πρέπει να δουλεύει καθημερινά. Αυτό που προσπαθώ είναι να μελετώ πέντε ώρες την ημέρα πιάνο. Από εκεί και πέρα, η δουλειά με τη μουσική δεν καλύπτει συγκεκριμένες ώρες. Παρ’ όλα αυτά, μετά τη μελέτη ακούω μουσική, δουλεύω με παρτιτούρες κ.λπ., όλα αυτά, έστω και υποσυνείδητα, βοηθούν να ανοίξουν οι ορίζοντες.»

Σας αφήνει καθόλου ελεύθερο χρόνο η δουλειά σας; Τι άλλα ενδιαφέροντα έχετε;
«Η μεγάλη πιανίστας και φοβερή προσωπικότητα του Παρισιού Monique Deschaussees, με την οποία και είχα την τύχη να συνεργαστώ, μου είχε εκμυστηρευτεί τα λόγια που της είχε πει κάποτε ένας από τους μεγαλύτερους πιανίστες: “το να μπει κανείς στη μουσική, είναι σα να μπαίνει στη θρησκεία”. Ή αφιερώνεσαι ολοκληρωτικά ή κάνεις κάτι άλλο. Δεν είναι θέμα ελεύθερου χρόνου, γιατί είμαι τόσο χαρούμενος και πλήρης με αυτό που κάνω, ώστε θεωρώ τον εαυτό μου παραπάνω από τυχερό. Όλη τη μέρα κάνω και ακούω μουσική. Είναι η δουλειά μου, ο ελεύθερος χρόνος μου, το χόμπυ μου, το πάθος μου…»

Γνωρίζετε και έξι γλώσσες. Πόσο σας βοηθάει αυτό στη δουλειά σας;
«Είναι μια επιλογή μου, αφού ζούσα τόσα χρόνια εξωτερικό. Για μένα είναι σα χόμπυ, αφού πάντα είχα την επιθυμία με κάθε χώρα και πολιτισμό που συναναστρέφομαι να μπορώ να επικοινωνώ άμεσα. Εξάλλου, στο επίπεδο που τις κατέχω, μου είναι εξαιρετικά χρήσιμες στη δουλειά μου. Η γλώσσα της μουσικής, άλλωστε, είναι παγκόσμια, οφείλεις να ταξιδεύεις σε διάφορες χώρες, είναι είδος κοσμοπολιτισμού. Τόσο μέσα από τη μουσική, όσο και μέσα από τη γλώσσα, γνωρίζεις καινούργιες νοοτροπίες.»

Στη Μυτιλήνη
Πώς αποφασίστηκε η εμφάνισή σας στη Μυτιλήνη;

«Με μια συζήτηση που είχε ξεκινήσει την περασμένη άνοιξη με τη νομαρχία. Αρχικά είχε προγραμματιστεί για τέλη Σεπτεμβρίου, μας πρόλαβαν όμως οι εκλογές και αποφασίσαμε να εντάξουμε τη συναυλία στη χριστουγεννιάτικη περίοδο.»

Τι θα μας παρουσιάσετε τη Δευτέρα στο ΦΟΜ;
«Θα είναι ένα πρόγραμμα που παρουσίασα στο Λονδίνο πριν τρεις εβδομάδες και θα διαρκέσει περίπου μία ώρα, χωρίς διάλλειμα. Το πρώτο έργο θα είναι η “Φαντασία” του Μότσαρτ, ένα από τα κορυφαία του, μετά θα ακολουθήσει η γνωστή “Σονάτα υπό το Σεληνόφως” του Μπετόβεν και στη συνέχεια 12 από τα 24 πρελούδια του Σοπέν, ενός συνθέτη που συνειδητά ή μη τον αγαπούν όλοι, σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου. Πιστεύω ότι το πρόγραμμα είναι δομημένο ώστε να αγγίξει και το λιγότερο περίεργο ακροατή και ότι αξίζει τον κόπο να το ακούσει κανείς, καθώς πρόκειται για συνθέσεις κορυφαίων συνθετών και - κατά τη γνώμη μου - εξαιρετική, όμορφη μουσική.»

Ποια είναι τα σχέδια που έχετε για το επόμενο διάστημα;
«Στις 20 Δεκεμβρίου θα κάνω δύο συναυλίες στη Ζάκυνθο και σύντομα επιστρέφω στη Βιέννη. Έχω ήδη κλεισμένες συναυλίες για το καλοκαίρι στο Βερολίνο και τη Δρέσδη. Κατά πάσα πιθανότητα, τον επόμενο Οκτώβριο, θα είμαι ο μόνος Έλληνας που θα εμφανιστεί - και θεωρώ μέσα μου ότι κατά κάποιο τρόπο θα εκπροσωπήσω και την πατρίδα μου - στο πλαίσιο του διεθνούς εορτασμού για τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Σοπέν, που διοργανώνουν το “Salon Chopin” και το “Institute Bolognese”, με πιανίστες από όλο τον κόσμο. Μάλιστα, θα παίξω σε όργανο του 1837, στο οποίο εικάζεται ότι έχει παίξει και ο ίδιος ο Chopin.»

Δεν υπάρχουν σχόλια: