Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

Περί παίδων αγωγής (μέρος β')

Ευτυχώς παρήλθε η εποχή αυτή και σήμερα βλέπουμε ότι ανακαλύψαμε, ξαναβρήκαμε τον εαυτό μας, τις ρίζες μας, την παράδοση μας. Και βλέπουμε νέους ανθρώπους εις την Εκκλησία, βλέπουμε νέους ανθρώπους να αγαπούν το Θεό, να μπαίνουν στην Εκκλησία με νέα δεδομένα, με νέες προϋποθέσεις. Μπορεί να έχουν τις δυσκολίες τους, τα προβλήματα τους, τις πτώσεις τους, τις αδυναμίες τους, όπως κι όλοι μας. Αλλά ακούν για την αγάπη του Θεού. Κι αυτό είναι που πρέπει, αδελφοί μου, να λέμε στα παιδιά μας. Να μάθουν να αγαπούν το Θεό. Όταν αγαπούν το Θεό, τότε ανακαλύπτουν μέσα τους τη μεγάλη εμπειρία της αγάπης Του. Τότε μαθαίνουν και αποκτούν ένα ισχυρό πνευματικό αντίσωμα μέσα τους, το οποίο είναι ένα αντίβαρο εις το βάρος της αμαρτίας. Και ό,τι κι αν πληγωθεί από την αμαρτία, η παρουσία της αγάπης του Χριστού παρηγορεί την καρδιά του. Ξέρει ότι δε θα σωθεί απ’ τις δικές του δυνάμεις, δε θα σωθεί με τα δικά του δεδομένα. Αλλά με την αγάπη του Θεού, με την ευσπλαχνία του Θεού, με την ελεημοσύνη του Θεού, με τη θυσία του Χριστού πάνω στο Σταυρό για μας όλους. Αν μιλούμε για αγωγή σήμερα στην Εκκλησία, μιλούμε ακριβώς γι’ αυτή τη μύηση, γι’ αυτή την οδηγία. Το να βοηθήσεις τον άνθρωπο να αγαπήσει το Θεό. Τότε η Εκκλησία θα δημιουργήσει μάρτυρες.

Πώς μπορεί κανείς να ερμηνεύσει αυτό που είδαμε σήμερα στο θέατρο που μας παρουσιάσατε. Μια μάνα παρέδωσε τα παιδιά της εις θάνατο. Δε θα μπορούσε να κάνει κάτι, να αποφύγει αυτό το πράγμα; Πώς άντεξε αυτή η γυναίκα να δει τα παιδιά της, το ένα μετά το άλλο, να σκοτώνονται; Πώς άντεξαν μικρές κοπέλες εννιά, δέκα, δώδεκα χρονών, να υποφέρουν τα φρικτά εκείνα βασανιστήρια, που ακούσαμε; Ένα κοριτσάκι μιαν ένεση σήμερα φοβάται να την αντιμετωπίσει, όχι να του κόψουν το κεφάλι και να το διαλύσουν κυριολεκτικά. Νήπια, γυναίκες, άνδρες, νέοι, γέροι, ηλικιωμένοι, υπερήλικες, μικροί, μεγάλοι, έτρεχαν εις το μαρτύριο. Όχι γιατί πίστευαν σε μια ιδέα, αλλά γιατί αγαπούσαν το Χριστό. Κι αυτή η αγάπη του Χριστού ήταν που έκαιγε μες στην καρδιά τους και ξεπερνούσαν όλες τις δυσκολίες.

Τελειώνοντας, γιατί ξέρω ότι πέρασε η ώρα, κρατάω και το ρολόι μου, θα σας πω μόνο ένα παράδειγμα. Το λέω συχνά, αλλά είναι κάτι που πράγματι, νομίζω ότι εκφράζει αυτή την εμπειρία των Αγίων, για να δούμε πως οι Άγιοι είχαν μέσα τους μια φλόγα που έσβηνε όλες τις άλλες φλόγες. Λέγεται λοιπόν, στο βίο του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, αυτού του αδάμαντος της Εκκλησίας του Χριστού, ότι μαζί με τα πολλά και φρικώδη μαρτύρια που υπέστη, του έβαλαν κι ακόμη ένα φοβερότερο.

Μαζεύτηκαν όλοι στο θέατρο, στο στάδιο εκείνο της εποχής όπου γινόντουσαν οι ιπποδρομίες με δυνατά άλογα ταχύτητας. Πήραν σιδερένια παπούτσια, τα οποία είχαν μέσα καρφιά και τα πύρωσαν τόσο ώστε έγιναν κατακόκκινα τα σιδερένια εκείνα παπούτσια μέσα στη φωτιά που τα επύρωνε. Τα φόρεσαν στα πόδια του Αγίου. Τον έδεσαν πίσω από τα άλογα και άρχισαν να τρέχουν τα άλογα μέσα στον ιππόδρομο. Όλοι οι άλλοι να βλέπουν, να φωνάζουν και να αντιμετωπίζουν το φρικιαστικό θέαμα με έναν τρόπο οικείο στους ανθρώπους που δε γνωρίζουν το Θεό.

Ο δε Άγιος Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος, όπως λέει ο βίος του, μετά χαράς έβλεπε τα τελούμενα. Και φορώντας εκείνα τα φρικτά σιδερένια παπούτσια τα γεμάτα καρφιά, έτρεχε με τόση προθυμία, λέγων εις εαυτόν ο μάρτυς του Χριστού: “Τρέχε Γεώργιε, ίνα λάβεις τον ποθούμενον Κύριον”.

Όλοι ξέρουμε ότι όταν μία πέτρα μπει στο παπούτσι μας δυσκολευόμαστε να περπατήσουμε, όχι να’ χει καρφιά, με σίδερα πυρωμένα! Βλέπετε ποιο ήταν το ήθος των “Αγίων και των Μαρτύρων; “Ο Άγιος δεν έβλεπε μπροστά του κανένα και τίποτα, ούτε τα άλογα, ούτε αυτούς που φώναζαν, ούτε τις κακίες των ανθρώπων, άλλα έβλεπε μόνο το Χριστό. Αυτόν έβλεπε και γι’ αυτό έτρεχε. Γι’ αυτό μετά προθυμίας πολλής έτρεχε κι όλα ήταν μηδέν, γιατί μες στην καρδιά του άναβε μια φλόγα, πιο μεγάλη από τη φλόγα των παπουτσιών και μες στην ψυχή του άναβε η αγάπη του Χρίστου που διέλυε όλες τις άλλες δυσκολίες. Και σήμερα, αδελφοί μου, εάν θέλουμε τα παιδιά μας και ο καθένας μας να τρέχει μετά χαράς τον «προκείμενον ημίν αγώνα», πρέπει να μάθουμε να βλέπουμε μπροστά μας τον «της πίστεως Αρχηγό και τελειωτήν Ιησού». Αυτός που βλέπει τον Χριστό συνεχώς μπροστά του δε γελιέται, δε χάνεται, δεν απατάται, δε σβήνει αυτή η φλόγα που έχει μέσα του. Το ζητούμενο λοιπόν είναι να αγαπήσουμε τον Χριστό. Να μάθουμε ότι ο Χριστός είναι αυτό το πρόσωπο, που μας αγάπησε πρώτος και εμείς Τον αγαπούμε.

Είχα πάει τελευταία σ’ ένα νηπιαγωγείο στη Λεμεσό και ρώτησα τα παιδιά: «Παιδιά, γιατί πρέπει να αγαπούμε τον Χριστό;» Και μου έκανε φοβερή εντύπωση ένα παιδάκι που είπε: «Κύριε, πρέπει να τον αγαπούμε τον Χριστό, γιατί αυτός μας αγάπησε». Βλέπετε, φοβερή απάντηση! Είναι η απάντηση του Αποστόλου Παύλου: «Ημείς αγαπώμεν Αυτόν, οτι Αυτός πρώτος ηγάπησε ημάς». Εμείς αγαπούμε τον Χριστό, γιατί αυτός πρώτα μας αγάπησε. Και την αγάπη του Χριστού δεν την έχουμε μέσα μας σαν μια απλή διαλογική κατάσταση, αλλά σαν εμπειρία ζωής. Για μας, αδελφοί μου, ο Χριστός πρέπει να είναι το σημείο της ζωής μας. Το κέντρο της υπάρξεως μας. Πρέπει να είναι το νόημα της ίδιας της δικής μας ζωής και κατάστασης. «Αν ο Χριστός για μας είναι έτσι, τότε και στα παιδιά μας θα δώσουμε την εμπειρία του Χριστού. Και μόνον αυτή η εμπειρία μπορεί να τα κρατήσει μακριά απ’ όλες τις άλλες εμπειρίες που τους προσφέρονται σήμερα. Τα ναρκωτικά, η βία, οι ηδονές, ο πλούτος είναι εμπειρίες καταστροφικές μεν, αλλά εμπειρίες ζωής ή και θανάτου ακόμα. Η πιο μεγάλη εμπειρία που μπορεί να κρατήσει έναν νέο άνθρωπο είναι η εμπειρία της αγάπης του Χριστού.

Ας προσπαθήσουμε να δώσουμε αυτή τη φλόγα που ο Χριστός άναψε στις καρδιές των ανθρώπων και αυτή η φλόγα τότε θα καίει και τα παιδιά μας και όλοι θα πορευόμαστε εν ασφαλεία και ειρήνη.


2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

γιατί κατι δέν μ αρέσει;

Ανώνυμος είπε...

ομιζω πως δέν μου αρέσει γιατί είναι σάν νά κατέχει όλη τήν αληθεια.Σάν νάχει βρεί όλες τίς απαντήσεις.Οι απαντήσεις όμως είναι πάντα προσωπικές.