Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Ὁ Σωφέρ καί ἡ κούρασή του


γιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

(πίσκοπος χρίδος)

Στενοχωρεσαι. Βαρέθηκες τν δουλειά σου. λες ο λλες ργασίες σο φαίνονται καλύτερες. Εσαι πικραμένος κα νήσυχος, γιατί δν μπορες ν βρς λλο πάγγελμα!


Πολ
σκέφθηκα πρν πάρω τ μολύβι μου ν σο παντήσω. Προσπάθησα μ τν φαντασία μου ν ρθω στν θέση σου. Προσπάθησα ν μπ στν μαυρίλα κα στν θόρυβο τς μηχανς. Φαντάσθηκα τν αυτό μου κατάμαυρο κα δρωμένο ν κοιτάζω μ προσοχή, μ προσοχ πάντα μπροστά, ν πίσω μου ρχεται νας μικρς λαός: γέροι, γονες, παιδιά, γεμόνες, διπλωμάτες, πάλληλοι, χωρικοί, ργάτες, μέ-ροκαματιάρηδες. λοι γνωστοί μου, κα λοι ατ τν στιγμ ξαρτνται π μένα! Ετε τ κουβεντιάζουν μεταξύ τους, ετε πλς τ σκέπτονται μέσα τους. λοι τρέχουν μ λαχτάρα γι τν προορισμό τους. Κα γ ξαρτμαι π τν Θεό.


Ο
πιβάτες δν τ καταλαβαίνουν πόσο ξαρτνται π μένα! Χωρς ν μ γνωρίζουν. Χωρς ν μ ξέρουν! Κα μως μ μπιστεύονται. Κα ατ κριβς μο δίνει χαρά! ταν νέβηκαν στ χημα κα ξεκινήσαμε, κανες δν ρθε ν μ δ κα ν μ γνωρίση! Κανες δν ναρωτήθηκε: Μήπως εναι τρελλς τυφλς μεθυσμένος; λοι μο μπιστεύθηκαν τν ζωή τους! Χωρς ν εναι σίγουροι τι εμαι πι κανς νθρωπος σ' ατν τν θορυβώδη κίνηση τς πόλης, πο ο πιβάτες μένουν στ χημά μου γι λίγο κα συνεχς λλάζουν! Κανενς δν πέρασε τέτοια σκέψη. Κα ατ μ χαροποιε κόμη περισσότερο. Χαίρω, γιατί τόσος λας μπιστεύεται τν ζωή του στ χέρια μου.


Κα
τότε παρ' λο τν κόπο μου ασθάνθηκα μιά βαθει εχαρίστηση κα ρχισα ν δοξολογ τν Θε μ τ λόγια:


-
Θεέ μου, μεγάλε κα θαυμαστέ! Δόξα σ Σένα κα εχαριστία. Γιατί μο δωσες μιά τέτοια σπουδαία ργασία πο μοιάζει μ τν δική Σου! Γιατί, Κύριε, κα Σ εσαι κρυμμένος, γνωστος κα όρατος μέσα στν μηχανή, πο νομάζεται πλάση. Τ δικό Σου χημα εναι τεράστιο. Κα ο πιβάτες του ναρίθμητοι. σ εσαι δηγς το σύμπαντος! Κα μως πολλοί, πάρα πολλοί, δν Σ σκέπτονται καθόλου. Οτε Σ ναζητον. Κα μως Σ τος δηγες καλά. Σ τος ξέρεις. Σ τος δίνεις τροφ κα νάπαυση κα χαρά. Κα τος θυμίζεις πότε πρέπει ν φάγουν, κα πο ν κατεβον!


λοι μας λάχιστα πράγματα ξέρουμε γι τ χημα ατό. Γι τ ξεκίνημά του. Κα γι τ τέρμα του. Κα μως μ μπιστοσύνη νεβαίνουμε κα κατεβαίνουμε σ ατό. Κα ς εσαι Σύ, Κύριε, κρυμμένος, γνωστος κα όρατος! Χίλιες χιλιάδες φορς Σ δοξολογ. Κα Σ εχαριστ. Κα σ παρακαλ, τν Τεχνίτη κα Δημιουργό το Παντός, τν Παντεπόπτη κα Παντοδύναμο. Σ Σένα μπιστεύομαι σ λα. Κα γι λα, σα θ μο συμβον. σ εσαι μοναδικός μου βοηθός. Σ θ μ πς στ τέρμα.


Νεαρέ μου φίλε! Τί καλύτερη δουλει
θ μποροσες ν κάμς; Νομίζεις ταν καλύτερη ργασία το ποστόλου Πέτρου, πού ταν ψαράς, το ποστόλου Παύλου πού ταν σκηνοποιός; Τ δικό σου πάγγελμα εναι πολ πι καλό! Πρέπει ν εχαριστς τν Θεία Πρόνοια πού σο μπιστεύθηκε μιά τέτοια ργασία.

Μετ.:
Ἄρχιμ. Ἄβελ Κωνσταντινίδης

Αγία ζώνη

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ενδιαφέρουσα προσέγγιση.
Δεν μπορώ να καταλάβω πως εσείς οι χριστιανοί ότι και να σας συμβεί στη ζωή το μετατρέπετε σε ευλογία.
Μυστήριο τρένοι είσαστε βρε!