Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

XPИCTOC BOCKPEC! BOИCTИHY BOCKPEC!





Χαιρετοσαν νας τν λλο μ τν αχ τς νκης στ Τομπλσκ τς Σιβηρας, κοντ στ Ορλια ρη. Κι ο βαρις ρωσικς καμπνες κρουαν θριαμβικ στν πλη κι ντηχοσαν σ’ λα τ περχωρα. Μικρο-μεγλοι συνχτηκαν στς κκλησις μ τ βλμμα γεμτο προσδοκα. Τ Πσχα τ περμεναν ν τος λυτρσει π᾿ τος λοχρνιους καημος τους, π’ τ μιζρια τς φτωχς τους καθημεριντητας ο μουζκοι, π’ τς συμβατικτητες τς ζως τους ο ρχοντες. Λαχταροσαν λοι ν’ κοσουν τ σπασμνα κλεθρα το Αδη, ν ψηλαφσουν τ ζω πο λαφυραγγησε τ σκοτειν βασλεια. Κι στερα τ πανηγρι στ μεγλη πλατεα τς πολιτεας. Μπαλαλικες κα ντφια, χορο, φωνς, χαρς, τραγοδια φυγδευσαν π’ τς καρδις κθε σκι κα φβο. Κι ταν πι πρε ν σουρουπνει, πραν κι κενοι τ δρμο γι τ σπτια τους.
Ο μεγαλμπορος ᾿Αλξη Σαϊλφσκυ μ τ σζυγ του Τατινα βολετηκαν στ ζεστ τους λκηθρο, πρε στ χρια τ να Σαϊλφσκυ κα τ λκηθρο κλησε γοργ μ τ κουδουνκια του ν’ φνουν γλυκ πηχο. Τος περμενε στ ρχοντικ τους μονκριβος γυις τους, μ τ συντροφι τς καλγνωμης παραμνας κα δυ πιστν θεραπντων. Σν κουγαν τ κουδουνκια, βγαιναν ν τος καλοδεχτον· κα τ πλουσισπιτο γμιζε πλι ξεφωνητ κα ζω. ᾿Επιβλητικ ρθωνταν σ λγο κα τρα μπροστ τους, μεγαλπρεπο, μ... σιωπηλ. Η σιγ κυραρχη κα μισνοιχτη πρτα καναν τος Σαϊλφσκυ ν’ νησυχσουν.
- Δμνα! Ντμητρι! Κυρλλεφ!
Τος πντησε κρος ντλαλος κα τος ζωσε φβος. Κι γινε φβος φρκη, σν ντκρισαν στν εσοδο τος δυ νδρες ν κετονται κοντ-κοντ μ τ κεφλια νοιγμνα κα τν καλγνωμη Δμνα πι μσα παραμορφωμνη φρικτ. ᾿Αστραπιαα ρθε στυγερς Λυκοθωμς στ σκψη τους κα τος κυρευσε γωνα θαντου.
- Παιδ μου! Μικαλ! Μικαλ!
Ηταν Λυκοθωμς βαρυποιντης, πο μι δικαστικ πλνη τν κλεισε μ σβια καταδκη στ κτεργα τς Σιβηρας. Θωμς Ρυζκφ τ νομ του· Λυκοθωμ τν φναζαν ο λλοι κατδικοι, γιατ τυραγνισμνο κι ξαγριωμνο λκο τν εχαν καταντσει κακτητα τν ψευδομαρτρων κι ο νελητοι ραβδισμο. Κι ταν μιν γρια φθινοπωριτικη βραδι, πο καταρρακτδης βροχ πλημμρισε τς φυλακς κα ο σειρνες τν κατργων σφριζαν συναγερμ, κατφερε ν δραπετεσει, κανε ργο του χθνιο τν κδκηση. Κι οτε τν πτυχαν ο μοβροντες τν δεσμοφυλκων πο τν κυνγησαν ττε στ δσος· οτε τν βρκαν ο στρατιωτικς ρχς το Τομπλσκ οτε ο νιχνευτς μ τ κυνηγετικ σκυλι πο χτνισαν ξαν κα ξαν τν περιοχ. Οτε κα στθηκε καν πικρυξη μ τ τερστιο ποσ. Μνο κτελοσε μ’ να κυνηγετικ κιστν κα μ τν διο εδεχθ πντα τρπο τ θματ του, δκα χρνια τρα, κι μενε φαντος, φοβερ πληγ τν Οραλων.
- Μικαλ! Μικαλ! δευτρωσε, ματωμνη κραυγ, φων τς Τατινας.
Ξπνησε πορημνος μικρς κα τν κλεσε κοντ του. Ρχτηκε κενη λλφρονη π χαρ στ παιδικ του κρεβτι, κατατρεγμνη λαφνα πο ξανβρε τ σπλχνο της, τν σφιγγε στν κρφο της σ’ να κρεστο μητρικ παραλρημα κα βλθηκε ν τν φιλ μ’ ναφιλητ. Ο Μικαλ της ζοσε! Ζοσε!
Κι ρχισε θος μικρς μ τν γγελικ κσμο ν τς στορε πς κοιμταν, ταν ρμησε στ δωμτιο νας πολ μεγλος νθρωπος μ μακρι μαλλι κα γνια, κρατντας ψηλ να παιχνδι. Κα πς βιστηκε μικρς ν το δσει ντιχρισμα κι ατς τ δικ του παιχνιδκι π’ τ προσκφαλο, τ ραο πασχαλιτικο βγ πο ζωγρφισε μνος του.
XPИCTOC BOCKPEC! (Χριστς ᾿Ανστη) επε τενοντς το στν νθρωπο.
Κα πς μεινε νθρωπος ν τν κοιτ ρα πολλ στ μτια μλητος κι κνητος, γαλμα διος. Κι στερα ρχισε ν κατεβζει τ χρι του, κα το ‘πεσε τ δικ του παιχνδι κα πρε τ βγ το Μικαλ. Κα πς τ κοιτοσε λγυρα πμονα, σπου σκωσε τ μτια κι ντεπε μ λαχτρα·
- BOИCTИHY BOCKPEC! (᾿Αληθς ᾿Ανστη)
Τ εδε ττε μικρς ν’ φνουν φθονα δκρυα, δχως ν νοιζεται νθρωπος ν τ σκουπσει κα πς τν ρτησε γιατ τχα κλαει, μ κενος, σφγγοντας παιδιστικα τ αγ πνω στ στθος του, χθηκε τρχοντας σ ν μν κουσε. Κα πς ττε, ετυχισμνος μικρς πο μεγλος δχτηκε τ δρο του, ποκοιμθηκε πλι γλυκ...
***
Γνωστ σως σ πολλος στορα το Λυκοθωμ*, πο γινε Καλοθωμς, γγελος γπης γι τος χολεριασμνους το Τομπλσκ, παρασττης σ’ ,τι πσω τους φηναν, πατρας γι τ ρφαν τους· στορα το Ρσου σκητο το 19ου αἰώνα, πο πτισε τ Ορλια μ τ δκρυα τς μετανοας ς τ βαθι του γερματα.
Μ κι π’ σους δν τυχε ν τν κοσουν ν τ διαβσουν, πολλο θ μποροσαν ν τν στορσουν μ’ λλα λλων νματα. Κθε νομα κα μι στορα, τσο μοια κα τσο διαφορετικ. Σαλος δικτης, Μαρα Αγυπτα, Μωυσς Αθωψ...
Γνωστ στορα· κι στσο πντα κτι θ μνει κατανητο κα θαυμαστ, φθαστο κα προσφιλς, ψηλφητο κι ρασμιτατο. Πντα κτι θ μαγνητζει τν ψυχ, μ ψυχ θ στκεται μ θμβος· κι οτε ν περιγρψει θ μπορε σα ζησε οτε ν ξηγσει σα νιωσε. Θ μαγνητζει τν ψυχ μι λχιστη ριπ χρνου, μι στιγμ τς αωνιτητας, μι στιγμ τς ᾿Ανστασης.
                                                                                                Εσπερος
_______
*Γι τν στορα χρησιμοποιθηκε τ βιβλο «Μι στιγμ το Πσχα, Η ζω νς ρσσου σκητο», κδ. Ι. Καλβης Αγ. Χαραλμπους - Ν. Σκτη, Αγ.Ορος, 200412.

Πηγή: Περιοδικό "Η Δράση μας", Απρίλιος 2009 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Ἡ οὐκρανικὴ ταινία γιὰ τὸν Ἅγιο Λουκᾶ τὸν ἰατρὸ μὲ ἑλληνικοὺς ὑποτίτλους (Video)

Μια ταινία μάθημα να τη χαρακτηρίσω?? μάλλον χαστούκι ταιριάζει καλύτερα ,σε ολους εμας τους χλιαρούς χριστιανούς με τις ηθικές αρχές π...