Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

ΜΙΚΡΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ- Το περιβόλι της Παναγίας




 
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟΥ Α΄

            Η Μονή Βατοπεδίου ευρίσκεται εις γραφικοτάτην τοποθεσίαν πλησίον της θαλάσσης, τρίτη κατά σειράν μονή εις τους οφθαλμούς του περιπλέοντος την βορείαν πλευράν της αθωνικής χερσονήσου με αφετηρίαν την Ιερισσόν. Από τας Καρυάς απέχει τρεις περίπου οδοιπορικάς ώρας προς βορειοδυτικά. Παρά ταύτα η μετάβασις από την πρωτεύουσαν εις την μεγάλην αυτήν μονήν, δεν είναι ούτε κάν πορεία. Είναι ένας μεγάλος περίπατος και μάλιστα εις οφιοειδή δρόμον και υπό συνεχή σχεδόν πρασίνην στοάν. Ο μόνος πιθανός συνοδοιπόρος και οδηγός είναι ίσως ένας μοναχός, ο οποίος είναι συνήθως άλαλος, διότι και κατά τον χρόνον της οδοιπορίας του προσεύχεται νοερώς, όπως και κατά τον χρόνον της στάσεως του. Εις τον δρόμον απαντά κανείς πτηνά, λαγούς, ενίοτε ζαρκάδια, άλλα άγρια ζώα, καθώς και άτακτα νυκτερινά σκαλίσματα αγριοχοίρων. Εις το μέσον της διαδρομής  υπάρχει ένας ξύλινος σταυρός τοποθετημένος  επί βάσεως προς το άκρον του δρόμου και δεικνύει τα δασικά όρια μεταξύ των μονών Παντοκράτορος και Βατοπεδίου.
            Και εδώ εις μίαν ερημικήν στροφήν βλέπει ο οδοιπόρος θέαμα καταπληκτικόν να απλώνεται ενώπιον του. Πύργοι κα τρούλλοι, κτιριακαί πτέρυγες και μεμονωμένα οικήματα, μεγάλα ή μικρότερα, κελλία και αποθήκαι, συνιστούν μικράν πολιτείαν. Είναι η μονή Βατοπεδίου.
            Εις τον περίβολον της μονής πλησίον της εισόδου υπάρχει ξύλινον περίπτερον αναμονής. Χρησιμοποιείται δια να δέχεται μοναχούς κατά την ώραν της σχολής των, συνήθως το απόγευμα, ή επισκέπτας. Από εκεί υπάρχει ωραιοτάτη θέα. Το ίδιον συμβαίνει εις όλα σχεδόν τα μοναστήρια του Όρους.
            Η είσοδος μορφώνεται εις ολόκληρον πυλώνα με διπλήν πύλην και διαβατικόν, επάνω από το οποίον υπάρχει παρεκκλήσιον. Παραπλεύρως της πύλης υψώνονται πύργοι δια να την ισχυροποιήσουν και να την καταστήσουν δυσάλωτον. Εις αυτήν την είσοδον ευρίσκεται πάντοτε ένας μοναχός. Αυτός υποδέχεται τους ξένους και αυτός εκτελεί τον πρώτον έλεγχον εις τα διαμονητήρια. Τον διαδέχεται ύστερα ο αρχοντάρης, δηλ. ο ξενοδόχος, ο οποίος και καταγράφει τα στοιχεία των επισκεπτών εις ειδικόν βιβλίον. Όταν εις το τέλος ο ξένος οδηγηθή εις το δωμάτιον, το οποίον του παραχωρεί ο αρχοντάρης εις το αρχονταρίκιον, διαπιστώνει ότι η ονομασία αυτή του ξενώνος δεν διαψεύδει το όνομα της. Τα δωμάτια είναι άνετα, τα κρεββάτια ευρύχωρα, οι καναπέδες αναπαυτικοί και το γαλάζιον της θαλάσσης καθώς και ο αέρας της εισέρχονται εις αυτά πλουσίως.
            Ο θρύλλος και η ιστορία αμιλλώνται δια να επιβάλλουν το κράτος των εις την ίδρυσιν του Βατοπεδίου. Ο πρώτος ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ο Μ. Κωνσταντίνος ίδρυσε την πρώτην μονήν, την οποία κατέστρεψεν ο Ιουλιανός ο παραβάτης και επανέκτισεν ο Μ. Θεοδόσιος από ευγνωμοσύνην. Ο λόγος δε της ευγνωμοσύνης είναι ο ακόλουθος: Ο υιός του Αρκάδιος, πλέων από την Ρώμην εις την ΚΠόλιν, εναυάγησεν εις τας αποκρήμνους ακτάς του Αγ. Όρους. Εσώθη όμως ο βασιλόπαις υπό της Παναγίας και απετέθη επί της παραλίας, όπου εύρον αυτόν κοιμώμενον πλησίον βάτου. Εκ τούτου εκλήθη και η μονή «Βατοπέδιον». Η αθωνική παράδοσις είναι πλήρης τοιούτων θρύλων.
            Η Δευτέρα δηλ. η ιστορία αποδίδει την ίδρυσιν της μονής εις τους εξ Ανδριανουπόλεως αδελφούς Αθανάσιον, Νικόλαον και Αντώνιον, κατά τα έτη 972-980. Τον 12ον αι. ο βασιλιάς της Σερβίας Συμεών και ο υιός αυτού Σάββας, προσελθόντες και μονάσαντες εις αυτήν προ της ιδρύσεως του Χιλανδαρίου, προσέθεσαν νέας οικοδομάς. Το γεγονός τούτο διασώζει και η συνεχιζόμενη έως σήμερον συνήθεια εις τας ακολουθίας της ετησίας πανηγύρεως της μονής Βατοπεδίου να προεξάρχουν μοναχοί χελανδαρινοί και τονάπαλιν εις τας   πανηγύρεις του Χελανδαρίου να προεξάρχουν βατοπεδινοί. Εις τον στελλόμενον εις εκάστην κατά περίπτωσιν προϊστάμενον εγχειρίζεται εις την είσοδον της άλλης μονής ηγουμενική ράβδος και κομβολόγιον εξ ηλέκτρου.

 Π. Κ. ΧΡΗΣΤΟΥ, ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ. Πατρ. Ίδρυμα Πατ. Μελετών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

«Ἡ Ἑλλάδα πεθαίνει»...

Μὲ τὸν σκληρὸ αὐτὸ τίτλο παρουσιάσθηκε κείμενο τοῦ βουλευτῆ Θεσσαλονίκης κ. Σ. Καλαφάτη, «ὁ ὁποῖος, σὲ σχετικὴ ἐρώτη­ση ποὺ κατέθεσε στὴ...