Σάββατο 10 Μαΐου 2014

Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ (Παραλύτου) Ευαγγέλιο: Ιω. 5, 1-15


ΑΝΘΡΩΠΟ ΔΕΝ ΕΙΧΕ, ΑΛΛΑ  ΤΟΝ  ΒΡΗΚΕ  Ο ΘΕΟΣ

            Εν ολίγοις

            Στην Εκκλησία μας σήμερα, Δ΄ Κυριακή από του Πάσχα, αναγινώσκεται η ευαγγελική περικοπή της θεραπείας του παράλυτου στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά. Ο παράλυτος δεν είναι ένας απλός ασθενής που βρήκε τη σωτηρία του. Η αρρώστια την εποχή του Χριστού θεωρούνταν ως εγκατάλειψη του Θεού λόγω της αμαρτίας του ανθρώπου. Έτσι ο παράλυτος φέρει πάνω του το στίγμα της θείας εγκατάλειψης κάτι που τον οδηγεί στην απομόνωση. Γι’ αυτό και 38 χρόνια δεν βρέθηκε κανείς να τον βοηθήσει και να μπει στο νερό της κολυμβήθρας, όταν ταράσσονταν από τον άγγελο του Θεού, για ν’ αποκατασταθεί η υγεία του. «Άνθρωπο ουκ έχω», λέγει ο ίδιος, εκφράζοντας την απελπιστική του θέση.
            Σ’ αυτόν λοιπόν τον άνθρωπο ο Χριστός χαρίζει τη ζωή, του δίνει τη δυνατότητα να σταθεί στα πόδια του για να σηκώσει το κρεβάτι του και να δείξει την τέλεια αποκατάστασή του.
            Αλλά το ευαγγελικό κείμενο μας παραπέμπει σ’ ένα όχι και τόσο άγνωστο στους περισσότερους θέμα. Πρόκειται για τη μεγάλη αρρώστια της εποχής μας: την εξοντωτική μοναξιά του σημερινού ανθρώπου. Τον παράλυτο της Βηθεσδά δεν τον  βασανίζει τόσο η αρρώστια του, όσο η μοναξιά που βιώνει. Τριάντα οκτώ χρόνια είχε σχεδόν εξοικειωθεί μαζί της, αλλά η μοναξιά όλα αυτά τα χρόνια δεν έπαψε να τον πληγώνει ούτε για μια στιγμή. Γι’ αυτό όταν τον πλησιάζει ο Χριστός, ο παράλυτος αφήνει να ξεχειλίσει το παράπονό του: « Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω….». Ο παράλυτος δεν του μιλά για την αρρώστια του, αλλά για την μοναξιά του. Δεν του λέει πονώ, αλλά «δεν έχω άνθρωπο».
            Δεν θα βρίσκονταν κανείς μακριά από την αλήθεια αν θεωρούσε και τη σημερινή κοινωνία σαν μια απέραντη Βηθεσδά, μ’ ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων να συνωστίζονται κάτω από τις στοές της να ελπίζουν, να αγωνίζονται, να μοχθούν, να πεθαίνουν μένοντας ανώνυμοι και άγνωστοι.
            Αλλά η μοναξιά είναι και δικός μας καημός. Οι ειδικοί μας πληροφορούν, ότι η μοναξιά είναι ένα από τα μεγαλύτερα ψυχολογικά προβλήματα της εποχής μας. Αυτό μαρτυρεί η πείρα της καθημερινής ζωής. Ιδιαίτερα μάλιστα στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις η μοναξιά του ανθρώπου είναι ανυπόφορη. Ο άνθρωπος κατάντησε νούμερο, μονάδα ποσότητας.
            Πού οφείλεται άραγε αυτή η κατάσταση;
            Πρώτα απ’ όλα στον εγωκεντρισμό του σημερινού ανθρώπου που έχει στήσει τείχη και τον αποξενώνουν από τον συνάνθρωπο του. Μετά είναι η υπερβολική ανάπτυξη του τεχνικού πολιτισμού και η κυριαρχία της μηχανής. Η τεχνική πρόοδος από το ένα μέρος έφερε κοντά τους ανθρώπους και από το άλλο τους αποξένωσε. Σήμερα η επικοινωνία πραγματοποιείται με την παρεμβολή της μηχανής, η οποία κατάντησε ο στενότερος συνεργάτης μας. Δεν έχει σημασία ποια είναι η μηχανική εξάρτηση. Σημασία έχει ότι χάσαμε τη συντροφιά, τη ζεστασιά, την ψυχή του ανθρώπου.
            Τελικά τι μπορεί να γίνει μ’ αυτό το πρόβλημα; Πώς μπορεί  ο άνθρωπος να σπάσει αυτό το μαρτύριο της ψυχοκτόνου μοναξιάς;
            Πάντως δεν γίνεται ν’ αρνηθούμε τον σύγχρονο πολιτισμό μας, διότι αυτό είναι και ανέφικτο και ουτοπικό. Εκείνο που χρειάζεται είναι ν’ ανακαλύψουμε μέσα μας τον χαμένο άνθρωπο και να προσφέρουμε ανθρωπιά στους άλλους. Να γκρεμίσουμε τα τείχη του εγωκεντρισμού, να προσεγγίσουμε τον συνάνθρωπό μας και να ζήσουμε το μυστήριο της χριστιανικής αγάπης.
            Η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου είναι αντικανονική. Γιατί τη νοιώθει όχι σ’ ένα ερημικό περιβάλλον μακριά από την κοινωνία, αλλά μέσα στην πολυκοσμία της σύγχρονης Βαβέλ. Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι αιτία αυτής της αφόρητης κατάστασης είναι η κυριαρχία της μηχανής, όπως αναφέραμε, αλλά η πραγματική αιτία είναι, ότι έχει φυγαδευτεί από την ψυχή του ανθρώπου η αγάπη. Και ασφαλώς αυτή την αγάπη έχει σήμερα ανάγκη ο άνθρωπος περισσότερο από κάθε τι άλλο.
            Μιλάμε για την αγάπη εκείνη που έκανε το Χριστό να πάρει επάνω της τας «ασθενείας ημών», όπως έγινε με την ασθένεια του παραλύτου, όταν έσκυψε επάνω του για να για ν’ ακούσει το παράπονό του. Από τη στιγμή που τον άκουσε έπαψε να υπάρχει αυτό το παράπονο,  γιατί δίπλα του δεν βρέθηκε  ένας απλός άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Θεός, που από αγάπη έγινε άνθρωπος από αγάπη προς τον άνθρωπο.
            Το ζητούμενο είναι, αν ο σημερινός άνθρωπος μέσα  στην παγερή αδιαφορία που ζει για τον συνάνθρωπο, θα καταλάβει τη σημασία της αγάπης του Θεού που έχασε; Θα θελήσει να ζήσει την αγάπη που έδιωξε και ν’ απαλλαγεί από τη μοναξιά του με την συντροφιά του Θεού και την κοινωνία της Εκκλησίας; Το ευχόμαστε.

Χριστός Ανέστη

π. γ. στ.

   

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ο εγωισμός είναι η σημερινή αρρώστεια του σημερινού ανθρώπου. Όλα από εκεί προέρχονται.

Ανώνυμος είπε...

Εξαιρετική ανάλυση πάτερ Γερασιμάγγελε.
Την ευχή σας και Χριστός Ανέστη.

Ανώνυμος είπε...

Εμπνευσμένη ανάλυση του μηνύματος του ευαγγελίου πάτερ, Χριστός Ανέστη