Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

ΘΕΟΠΤΙΑ


 π.Παϊσίου

Διηγήθηκε ο Γέροντας: «Από ένδεκα χρονών διάβαζα βίους Αγίων και έκανα νηστείες και αγρυπνίες. Ο αδελφός μου ο μεγαλύτερος έπαιρνε και έκρυβε τους βίους. Δεν κατάφερε τίποτε. Πήγαινα στο δάσος και συνέχιζα. Κάποιος φίλος του τότε, ο Κώστας, του είπε : «Θα σου τον κάνω να τα παρατήσει όλα».
Ήρθε και μου ανέπτυξε τη θεωρία του Δαρβίνου. Κλονίστηκα τότε και είπα:  «Θα πάω να προσευχηθώ και, αν ο Χριστός είναι Θεός, θα μου παρουσιαστεί να πιστέψω. Μιά σκιά, μιά φωνή, κάτι θα μου δείξει». Τόσο μου ‘κοβε. Πήγα και άρχισα μετάνοιες και προσευχή για ώρες, αλλά τίποτε. Στο τέλος τσακισμένος σταμάτησα. Μου ήρθε τότε στην σκέψη κάτι που μου ‘χε πεί ο Κώστας :  «Παραδέχομαι ότι  ο Χριστός είναι ένας σπουδαίος άνθρωπος, δίκαιος, ενάρετος, τον οποίο εμίσησαν από φθόνο για την αρετή του και τον κατεδίκασαν οι συμπατριώτες του». Τότε είπα : «Αφού είναι τέτοιος, και άνθρωπος να ήταν, αξίζει να τον αγαπήσω, να τον υπακούσω και να θυσιασθώ γι’ Αυτόν. Δεν θέλω ούτε παράδεισο ούτε τίποτε. Για την αγιότητά του και την καλωσύνη του αξίζει κάθε θυσία ’’. (Καλός λογισμός και φιλότιμο).
Ο Θεός περίμενε την αντιμετώπισή μου. Ύστερα από αυτό παρουσιάσθηκε ο ίδιος ο Χριστός μέσα σε άφθονο φως. Φαινόταν από τη μέση και πάνω. Με κοίταξε με πολλή αγάπη και μου είπε: «Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται». Τα λόγια αυτά ήταν γραμμένα και στο Ευαγγέλιο που κρατούσε ανοιχτό στο αριστερό χέρι Του».
Το γεγονός αυτό διέλυσε στον δεκαπενταετή Αρσένιο [ ενν. Παΐσιο] τους λογισμούς αμφιβολίας, που τάραζαν την παιδική του ψυχή, και γνώρισε με την χάρη του Θεού τον Χριστό ως Θεό αληθινό και Σωτήρα του κόσμου. Βεβαιώθηκε για τον Θεάνθρωπο, όχι από άνθρωπο ή από βιβλία, αλλά από τον ίδιο τον Κύριο, που του αποκαλύφθηκε και μάλιστα σε τέτοια ηλικία. Στερεωμένος τώρα στην πίστη μονολογούσε: « Κώστα, άμα θέλεις τώρα, έλα να συζητήσουμε».  

από το βιβλίο του γέροντος Ισαάκ

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ΧΘΕς ΕΙΧΕ ΕΝΑ ΝΤΟΚΟΜΑΝΤΕΡ Η ΝΕΤ!!!

Όταν το Πάσχα πέφτει ... Νοέμβριο!

Kυριακή πρωί, ώρα εφτάμιση. Η ειδοποίηση από το κινητό τού θύμισε ότι έπρεπε να σηκωθεί. Η ζεστασιά της κουβέρτας δεν τον βοηθούσε....