Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Ιστορικό Ι.Μ.Εισοδίων της Θεοτόκου Ομπλού


Νότια από την πόλη της Πάτρας, αφήνοντας αριστερά μας τον Γλαύκο και τον κατάφυτο λόφο της γνωστής και παλαιότατης οινοποιίας «Αχαΐα Κλάους», προχωράμε προς τις υπώρειες του Πανα­χαϊκού. Μετά το Πετρωτό και το Σαραβάλι ανηφορίζουμε μέσα από ένα πευκοδάσος, έχοντας στα πόδια μας πανοραμική άποψη της Πά­τρας και όλου του Πατραϊκού, από το Ρίο μέχρι το ακρωτήριο του Πάπα (Άραξος) και στο κέντρο του πίνακα τα βουνά της Αιτωλοα­καρνανίας, που κλείνουν τον ορίζοντα στα βόρεια. Συνεχίξοντας την ανάβαση και πλησιάζοντας τον κύριο γυμνό όγκο του Παναχαϊκού το τοπίο γίνεται ορεινό, με σχίνα, σπάρτα και πουρνάρια. Σύμφωνα με τις οδικές πινακίδες αφήνουμε τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, που συνεχίζει για Κρυσταλλοπηγή, και ακολουθούμε για 2 χλμ. έναν καλής βα­τότητας χωματόδρομο, που οδηγεί στη Μονή Ομπλού.

Το μοναστήρι σε υψόμετρο 750 μ. είναι κτισμένο σε μικρή χαράδρα, με πλατάνια, καρυδιές και βαλανιδιές. Η ονομασία Ομπλού απασχό­λησε πολλούς ερευνητές από τις αρχές του 20ού αιώνα. Κατά τον Θωμόπουλο προέρχεται από το αλβανικό όμπιλε που σημαίνει γλυκό (Όμπιλ Παναγιά) και το απέδωσε στους γύρω κατοικούντες αλβα­νόφωνους. Τα σχετικά με τη μονή παλαιότερα σιγίλια του 1647, 1648 και 1682 αναφέρουν «μονήν της Θεοτόκου Ομπλού» και σπανιότερα «Ομπλίτισσας». Στο κτιτορικό του Μεγάλου Σπηλαίου αναφέρεται «Οπλούς, επί το χυδαιότερον Ομπλούς», θεωρώντας ότι το όνομα προ­έρχεται από το όπλο. Άλλη ετυμολογική ερμηνεία παρέχει ο καθηγη­τής Ν. Ανδριώτης, από τη λέξη οπλή, πόδι ζώου, πάτημα ζώου, κατ' επέκταση μονοπάτι, και σημειώνει την αναφορά της ως τοπωνύμιο σε πολλά νησιά, στην Κύπρο και την Ήπειρο.

Η ίδρυση της μονής, σύμφωνα με τον κατά αιώνες μεταγενέστερο κώδικά της (πιιθανόν των αρχών του 18ου), ανάγεται στο 1315, όταν ιερομόναχος ονομαζόμενος Ιωακείμ με δύο μαθητές του έκτισαν δύο κελιά δίπλα σε υπάρχοντα μικρό ναό και εγκαταστάθηκαν. Ο Λίνος Πολίτης, που μελέτησε το αρχειακό υλικό της μονής, αποδέχεται τη χρονολογία θεωρώντας μοναδικό κατάλοιπο της πρώτης οικοδομικής της φάσης τμήμα μεγαλογράμματης επιγραφής, που σώζεται εντοιχι­σμένο μαζί με μια μεταγενέστερη επιγραφή στον τοίχο της βόρειας σκάλας που οδηγεί στον όροφο των κελιών. Το σωζόμενο απόσπασμα αναφέρει ΜΕΝΗΝ, ΝΑΟΝ ΜΕΓΙΣΤ και από τον τύπο των γραμμάτων μπορεί να χρονολογηθεί στον 14ο αιώνα.

Η πρώτη ασφαλής ιστορική μαρτυρία είναι σιγίλιο του πατριάρχη Ιερεμία Β' του 1581, με το οποίο η μονή ανακηρύσσεται σταυροπηγιακή.

Δεύτερο σιγίλιο του πατριάρχη Κύριλλου Α' του 1626 αναφέρεται στη συνένωση του μοναστηριού με άλλο, του Αγίου Κωνσταντίνου στο Σαραβάλι. Το Χρονικό της μονής αναφέρει στα 1581 «ιερομόναχο Παχώμιο κα πατριαρχικό αρχιμανδρίτη» και στη συνέχεια τον Γεώργιο Δεμένικα, ο οποίος έκτισε την εκκλησία εκ θεμελίων το 1689 και «το μοναστήριον ολόγυρα, το οποίον πρωτύτερα δεν είχε παρά πέντε κελλία όλα και εκκλησία δεν έφαίνετο, τελείως κρυμνισμένα και χαλασμένα από τους άθεους Άγαρηνούς». Η επιγραφή που αναφέρθηκε παρα­πάνω, με ανακατωμένη μεγαλογράμματη και μικρογράμματη γραφή σε ελεγειακά δίστιχα, φέρει την ημερομηνία 31 Αυγούστου 1693 και μέσα σε κύκλους κρυπτογράμματα, που σημαίνουν «Αδάμ πεπτωκώς μετέστη σταυρόν», αριστερά, και «τόπος κρανίου παράδεισος γέγονε», δεξιά.

Το 1698 κατά τη Β' Βενετοκρατία γίνεται απογραφή της περιουσίας της μονής και της αφαιρούνται οι αλυκές της Καμενίτσας που είχε στην κατοχή της, στα 1707 συνεισφέρει 50 ρεάλια για την επι­σκευή του κάστρου του Ρίου, όσα και η Μονή Γηροκομείου. Το 1770 δέχθηκε επίθεση Τουρκαλβανών, οι οποίοι τη λεηλάτησαν και την κα­τέστρεψαν. Πάλι επισκευάσθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με το Χρονικό της μονής «1821 Μαρτίου 3 ήλθε ή έπανάστασις του Μουρέως... 26 Ιουνίου έκάηκε το μοναστήρι από τον Ίουσούφ πασά και δεν έμεινε λίθους επί λίθους». Στη μονή δημιουργείται ελ­ληνικό στρατόπεδο από το οποίο πέρασαν οι Παπαδιαμαντόπουλος και Μαυροκορδάτος. Τον Σεπτέμβριο μπροστά στην πύλη σκοτώθηκε ο Πατρινός οπλαρχηγός Παναγιώτης Καραντζάς.

Η είσοδος στο μοναστήρι γίνεται μέσα από θολόκτιστο διαβατικό. Ο περιποιημένος περίβολος έχει και στις τέσσερις πλευρές τοξωτά ανοίγματα στο ισόγειο των πτερύγων των κελιών. Η βόρεια πτέρυγα διαμορφώνεται τριώροφη, στη νότια εξωτερικά σώζονται πολεμίστρες. Το καθολικό είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός, με οκτάπλευρο εξωτερικά τρούλο και εξωνάρθηκα, που έχει στις τρεις πλευρές τοξω­τά ανοίγματα και στεγάζεται με τυφλούς θόλους. Στο βόρειο τμήμα του εξωνάρθηκα, στον εξωτερικό τοίχο του κυρίως ναού, είναι εντοι­χισμένο μαρμάρινο υπέρθυρο ή τμήμα επιστυλίου τέμπλου με ανά­γλυφο διάκοσμο. Συνεχής βλαστός σχηματίζει κύκλους που περιβάλ­λουν ανθέμια. Το διακοσμητικό θέμα και η τεχνική απόδοσης του επιτρέπουν τη χρονολόγηση στον 14ο μ.Χ. αιώνα. Ο εσωτερικός τοιχογραφικός διάκοσμος του λαού και το απλό ξυ­λόγλυπτο τέμπλο ανήκουν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Στο τέ­μπλο ενδιαφέρουσες εικόνες είναι τα Εισόδια της Θεοτόκου με χρονο­λογία 1839, εικόνα της Παναγίας με αργυρή επένδυση και χρονολογία 1817, και η εικόνα των Τριών Ιεραρχών, καλό έργο του 18ου αιώνα.

Στην Μονή, εκτός από τα σιγίλια, χειρόγραφο και άλλα έγγραφα, φυλάσσεται ένα οστέινο κιβωτίδιο, που περιήλθε στην κατοχή της από αγορά του ηγουμένου της Μονής Μπαμπιώτα που υπήρξε μετόχι της. Η αγορά πραγματοποιήθηκε το 1794 με αντίτιμο 150 γρόσια και πιθανότατα έγινε γιατί θεωρήθηκε ότι ήταν λειψανοθήκη. Το κιβωτί­διο, το μοναδικό σωζόμενο σήμερα στον ελλαδικό χώρο, ενώ σημαντικός αριθμός εκτίθεται σε μουσεία του εξωτερικού, είχε κοσμική χρήση, για τη φύλαξη κοσμημάτων ή νομισμάτων. Είναι ξύλινη θήκη διαστά­σεων 6,6 χ 23,5 χ 13 εκ. με συρταρωτό κάλυμμα, επενδεδυμένη με οστέινες πλάκες που φέρουν ανάγλυφο διάκοσμο. Τα διακοσμητικά θέματα είναι ποικίλα, φυτικά κοσμήματα, ρόδακες και αστεροειδή άνθη, ζώα όπως παγόνι σε περιρραντήριο, λιοντάρια, λέαινες, λύκοι, γρύπες. Στο σκέπασμα υπάρχει παράσταση ερωτιδέων που παίζουν και χορεύουν. Τα μοτίβα και η τεχνική απόδοσης τους απαντά σε σειρά κιβωτιδίων που χρονολογούνται στον 12ο μΧ. αιώνα, πολλά των οποίων έχει θεωρηθεί ότι κατασκευάσθηκαν στην Ιταλία. Ανάλογη χρονολόγηση (β' μισό του 12ου) έχει και το κιβωτίδιο της Μονής Ομπλού και φαίνεται πιθανό να προέρχεται από ιταλικό εργαστήριο, καθώς στο πωλητήριο αναφέρεται ότι αγοράστηκε από τον «κυρ Ανδρέα Κοκόσλη Μαραβέγια εκ Κεφαλληνίας», ο οποίος ήταν πρόξενος της Βενετίας στην Πάτρα.


Μ.Γ.-Β.


Από το βιβλίο "Βυζαντινά και Μεταβυζαντινά Μοναστήρια της Αχαΐας" Πάτρα 2006, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης





2 σχόλια:

Αναστάσιος είπε...

Την ιστορία της Ιεράς Μονής Ομπλού έχει συγγράψει και ο Θεολόγος Λύσανδρος Φάσσος ο μετέπειτα εγκαταβιώσας στην Μονή ως Χριστόδουλος Φάσσος.

Ι. Ν. Αγ.Βαρβάρας-Οσ. Σάββα είπε...

Αν την έχετε, ευχαρίστως θα την θέλαμε και εμείς.