Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος εἰς τὸν Ἀπόστολον Θωμᾶν

κουσα, Θωμ, πν σν νθρωπος λλ παρν σν Θεός, ,τι επες στος δελφούς σου. μουν κοντά σας μ τ θεϊκότητά μου κα χώρια σας μ τν νθρωπίνη φύση μου. Θέλεις ν σο πενθυμίσω τ λόγια πο επες προηγουμένως; Δν επες, ν δ δ μέσα στ χέρια το τ σημάδια τν καρφιν κα δ βάλω τ δάχτυλό μου στ σημάδια τν καρφιν κα δ βάλω τ χέρι μου στν πλευρά του, δ θ πιστέψω; Δ βγκαν π τ χείλη σου τ λόγια ατά; Τ λόγια ατ δ νταποκρίνονται στος λογισμούς σου; Γι᾿ ατ ξαναλθα· γι ν μν μφιβάλλς. Γι᾿ ατ εμαι κοντ σας δεύτερη φορά, γι᾿ ατ πο πιθυμες χω φτάσει κα τώρα ρθα γι σένα, τν να, γ πο γι τ χαμένο πρόβατο κατέβηκα π τος ορανος χωρς ν τούτοις ν τος φήσω. Μ διστάσς λοιπν ν μάθς ,τι ποθες, μν ντρέπεσαι ν κοιτάξς καλ ,τι θέλεις. Μν ποφύγς ν βάλς τ δάχτυλό σου στ δια τ χέρια μου. νέχομαι κα τ περίεργα δάχτυλα, πως νέχτηκα τ καρφιά. πομένω τν περιέργεια το φίλου, πως πόμεινα τν κακία τν χθρν. Μ σταύρωσαν ο χθροί μου κα δν γανάκτησα κα δ θ ποφέρω τν δική σου ξέταση; Βάλε τ δάχτυλό σου δ κα δς τ χέρια μου, πο τραυματίστηκαν γι σς, γι ν θεραπεύουν τ χτυπήματα τν δικν σς ψυχν. δς τ χέρια μου κα συλλογίσου ν εμαι κενος πο θεληματικ σταυρώθηκε κάποιος λλος. δς τ χέρια μου, πο φησα ν διατηρον τ σύμβολα τς βραϊκς μανίας κι ταν μ τ συνηθισμένη ναίδειά τούς μο πον ο βραοι κατ τν μέρα τς κρίσεως τι μες Κύριε, δ σ σταυρώσαμε, τότε θ δείξω σ᾿ ατος πο μ πολέμησαν, τ χέρια μου μ᾿ ατ τ μορφ κα θ ντροπιάσω τος βραίους μόλις τ᾿ ντικρύσουν. δς τ χέρια μου, κα τ ληθιν γεγονς τς ναστάσεώς μου μ νομίσς πς εναι μία φαντασία. Κράτησε ατ τ χέρια, σν μήρους γι τν ξαναγεννημό σας. Κράτησε ατ τ χέρια, σν νέχυρα γι τν νάστασή σας μέσα π τν τάφο. Κράτησε ατ τ χέρια, σν γκυρα πο πεσε στ βυθ το δη. Καμμι χειμωνι τς ζως μ φοβηθς, καμμι ζάλη το κόσμου ς μ σ ζαλίσ. Μ φοβηθς τ φύσημα τν ντιθέτων νέμων, ς μ σ νησυχήσουν ο καταιγίδες κι ο σκόπελοι τς θάλασσας τν χθρν. Πέρνα μ θάρρος τ πέλαγος τς ζως, ταξίδευε κρατώντας τν γκυρα το πνεύματος, ταξίδευε χοντας μπροστά σου σν λιμάνι τν ορανό. Ταξίδευε κα ν φοβσαι μόνο τς ρνήσεώς μου τ ναυάγιο. Περιγέλα τ θάνατο σ νεκρό, περίπαιζε τ φθορ σν νίσχυρη. ποδέχου γι χάρη μου τ τέλος τς ζως σν ρχ μις πι σωτερικς ζως κα φέρε τ χέρι σου κα βάλτο στν πλευρά μου. ντλησε μ τ χέρι σου π τ βρύση ατ τς ζως τ νμα πο ποθες, τ δίψα σου νακούφισε. Φέρε τ χέρι σου κα βάλτο στν πλευρά μου. Βάλε τ χέρι στ ατρεο τς πλάσης κα βγάλε τ φάρμακο τς πιθυμίας σου. Δέχομαι γγιγμα χεριο πο μ᾿ γαπ γ πο δέχτηκα τν πληγ τς λόγχης. Φέρε τ χέρι σου κα βάλτο στν πλευρά μου, γι ν μπορες ν᾿ γωνίζεσαι γι᾿ ατήν, γι ν μπορες ν᾿ ποκριθς σ᾿ ατος πο πολεμον τν λήθεια, τι μ εδες μετ τν νάσταση κα μ᾿ ναγνώρισες κα μ ψηλάφησες προσεκτικά. Φέρε τ χέρι σου κα βάλτο στν πλευρά μου. Γι σένα τν φησα τσι γ πο θεράπευσα τ σώματα κα τς ψυχς τν λλων. Πρόβλεψα σν Θες τι θ θελήσς ν τ δς τσι κα βλέποντας τ᾿ χνάρια το πάθους στν σάρκα μου θέλησα ν θεραπεύσς τ πάθος τς ψυχς σου. Φέρε τ χέρι σου, κα βάλτο στν πλευρά μου πο τ φύλαξα τσι μ κάποιο σκοπό. ταν γυρίσω πάλι π τος ορανος κα καθίσω σ θρόνο κριτς ζωντανν κα νεκρν ν δον ο βραοι κατάματα τ ργα τς κακίας τους κα μόνοι τους ν᾿ ατοδικαστον - κα μ φανς πιστος λλ πιστός. Κακ πιστία, κάνει τν νο ν βουλιάξ. πίστη τν ναρπάζει στν ορανό. πιστία τυφλώνει τν ψυχή. πίστη σκορπ τ φς της στος λογισμούς. πίστη κα τ όρατα κατακάθαρα βλέπει, πιστος εναι σ᾿ γνοια λοκληρωτική. Μ γίνς πιστος λλ πιστός. Παραμέρισε τ νέφος τς πιστίας κα κοίταξε τς καθαρς κτνες τς πίστης. Γίνου μέσα σ λους ξιος πόστολος τς θεότητάς μου. Γίνου τέτοιος πως πρέπει ν εναι ατς πο μ συνάντησε κα εδε τέτοια πως σύ. μοια μ τος λλους ποστόλους σ κάλεσα, μοια μ᾿ ατος σ τίμησα, μοια μ᾿ ατος πλίσου. μοια μ᾿ ατος εδες ,τι εδαν, μοια μ᾿ ατος σ μπιστεύθηκα σ φίλο, λο μου τ μυστήριο, μοια μ᾿ ατος κήρυξε τ δύναμή μου. Μν πς πάλι, φο μ εδες μία φορά. ν δ δ πάλι στ χέρια του τ σημάδια τν καρφιν δ θ πιστέψω. σο εμαι μαζί σας φησε λεύθερη, πως θέλεις, τν περιέργειά σου. σο χεις δίπλα σου τ οράνιο κλμα λα τ κλαδι κα τ σταφύλια το ρεύνησε. Θ᾿ νεβ στος ορανούς, π᾿ που ρθα στ γ, θ᾿ νεβ, που εμαι. Θ᾿ νεβ μ τν νθρωπίνη φύση μου κε π᾿ που γι χάρη σς κατέβηκα μ τ θεία μου φύση. Θ᾿ νεβ μ᾿ ατό μου τ σμα, ν κα χωρς ατ ρθα π κε κι μεινα κε πέρα. Θ᾿ νεβ στος κόλπους τος πατρικος μ τ δική σας φύση, ν κα εμαι στος κόλπους το πατέρα. Τελείωσα τ ργο μου γι χάρη το κανα ατ τν πορεία.

phys.uoa

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Απίθανος ο λόγος του Αγ.Ιωάννου και πραγαματικά Χρυσόστομος.
Πολύ καλή η επιλογή του αποσπάσματος.