.jpg)
Τη ΔΕΥΤΕΡΑ 9 Μαρτίου 2026
εορτάζει ο Ιερός Ναός
των ΑΓΙΩΝ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ
στην κατασκήνωση της Γ.Ε.Χ.Α. (Παναγοπούλα)
- - - - - - - - - - - - - - - -
8.3.26 ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ (από 7.00 π.μ.)
μετά θείου κηρύγματος και αρτοκλασίας.
.jpg)
Τη ΔΕΥΤΕΡΑ 9 Μαρτίου 2026
εορτάζει ο Ιερός Ναός
των ΑΓΙΩΝ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ
στην κατασκήνωση της Γ.Ε.Χ.Α. (Παναγοπούλα)
- - - - - - - - - - - - - - - -
8.3.26 ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ (από 7.00 π.μ.)
μετά θείου κηρύγματος και αρτοκλασίας.
Οι άνθρωποι δεν χωρίζουν επειδή δεν αγαπιούνται πια. Χωρίζουν γιατί
χάνουν τον τρόπο να συναντιούνται. Γιατί μέσα στο βάρος της καθημερινότητας, οι
φωνές σκεπάζουν τη σιωπή, τα «πρέπει» σκεπάζουν τα «θέλω», και το βλέμμα παύει
να αναγνωρίζει τον άνθρωπο που κάποτε αγαπήθηκε.
Ο γάμος, όσο κι αν μοιάζει με υπόσχεση σταθερότητας, είναι στην ουσία
ένας ζωντανός οργανισμός. Αν δεν τον φροντίζεις, μαραίνεται. Αν δεν του δίνεις
οξυγόνο, πνίγεται μέσα στην ασφυξία των ρόλων, των συνηθειών, της βιασύνης.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η ατομικότητα έχει αναχθεί σε ύψιστη αξία. Μάθαμε
να αναζητούμε την «αυτοπραγμάτωση», την ελευθερία, τον χώρο μας, συχνά όμως,
χωρίς να μάθουμε πώς να μοιραζόμαστε. Έτσι, όταν η σχέση αρχίζει να απαιτεί
συμβιβασμό, να ζητά ευθύνη και ωριμότητα, πολλοί τρομάζουν. Αντί να συναντήσουν
τον άλλον, αποσύρονται μέσα στον εαυτό τους, με τη δικαιολογία ότι «χάθηκε η
αγάπη». Όμως, η αγάπη δεν χάνεται, εγκαταλείπεται.
Η συναισθηματική αποξένωση συνήθως ξεκινά αθόρυβα: μια κουβέντα που δεν
ειπώθηκε, ένα βλέμμα που δεν ανταλλάχθηκε, ένα άγγιγμα που παραλείφθηκε. Σιγά
σιγά, το ζευγάρι παύει να είναι «εμείς» και γίνεται «εγώ κι εσύ». Και τότε,
μέσα στην ψευδαίσθηση ότι «δεν ταιριάζουμε πια», κρύβεται η αλήθεια ότι απλώς
πάψαμε να βλέπουμε, να ακούμε, να προσπαθούμε.
Η εποχή μας μάς έμαθε να αντικαθιστούμε, όχι να επιδιορθώνουμε. Έτσι και
στις σχέσεις, όταν κάτι ραγίσει, προτιμούμε να φύγουμε, αντί να καθίσουμε
απέναντι, να κοιτάξουμε στα μάτια τον άλλον και να πούμε: «Πονάω. Φοβάμαι. Θέλω
να ξαναπροσπαθήσουμε.»
Κι όμως, εκείνη ακριβώς η στιγμή είναι η πιο ουσιαστική πράξη αγάπης· όχι
το πάθος των πρώτων ημερών, αλλά η επιλογή να μείνεις όταν όλα δυσκολεύουν.
Οι γάμοι σήμερα δεν τελειώνουν επειδή η αγάπη πέθανε· τελειώνουν γιατί η
σιωπή την πνίγει. Γιατί λείπει ο διάλογος, η ενσυναίσθηση, η αλήθεια. Γιατί
φοβόμαστε να εκτεθούμε, να ζητήσουμε, να παραδεχτούμε.
Αν θέλουμε λοιπόν να αλλάξει αυτό, δεν χρειάζεται να «σώσουμε τον γάμο»·
χρειάζεται να ξαναβρούμε την ικανότητα να αγαπάμε ώριμα, με παρουσία, ευθύνη
και σεβασμό στη μοναδικότητα του άλλου.
Ίσως τότε, ο γάμος να ξαναγίνει αυτό που προοριζόταν να είναι: όχι ένα
συμβόλαιο, αλλά μια συνεχής συνάντηση δύο ψυχών που επιλέγουν κάθε μέρα — όχι
από ανάγκη, αλλά από αλήθεια
ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ: Γιατί τόσοι γάμοι καταλήγουν σε διαζύγιο στις μέρες μας
Γεώργιος
Σιδηρόπουλος, Καθηγητής Ιστορικής Γεωγραφίας Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Γνώρισα το Γέροντα στο Όρος. Η
συνοδεία μόλις είχε εγκατασταθεί προερχόμενη από τα Μετέωρα. Εγώ με μια ομάδα
ένδεκα γυμνασιόπαιδων, από την Ανάληψη στην Θεσσαλονίκη, με επικεφαλής τον
Σκρέκα τον Αργύρη (αργότερα π. Στέφανο στην Κωνσταμονίτου). Το μοναστήρι ακόμα
με το «χρώμα» της παλαιάς της συνοδείας. Ζητήσαμε τον ηγούμενο, είπαν ότι «δεν
ήταν σίγουρο», αλλά ήρθε. Μας μίλησε έξω στο μπαλκόνι του συνοδικού..
Αργότερα πλησίασα περισσότερο την Σιμωνόπετρα όταν στενός φίλος (π. Βενέδικτος),
προστέθηκε στην συνοδεία. Άρχισα να μαθαίνω για την βιωτή τους. Είχε μία φήμη
στα πνευματικά. Συγχρόνως και ένα ρόλο στην επάνδρωση του Αγίου Όρους. Τις
εσωτερικές μετακινήσεις – επανδρώσεις εντός της χερσονήσου, από τον πυρήνα του
Γέροντα Ιωσήφ και του Γέροντα Παϊσίου, ακολούθησαν οι εισροές απ’ έξω.
Οι Σιμωνοπετρίτες ήταν η πρώτη συνοδεία από αυτές το1973.
ρισκόμουν στο εξωτερικό για σπουδές. Τα διακυβεύματα επιτακτικά και μόλις
είχα γνωρίσει την μέλλουσα γυναίκα μου. Οι έσω αναζητήσεις, μου
υποδείκνυαν να ανεβάσω τους ρυθμούς. Ο γάμος έθεσε θέμα κοινής
καθοδήγησης πνευματικής. Η διερεύνηση έγινε συστηματική. Γνωρίζοντας το
μοναστήρι, ήθελα να βρεθώ μαζί τους, αλλά δεν φαίνονταν κάποιο παράθυρο
ανοικτό.
Η τρίτη φορά το 1980, ήταν καθοριστική, οπότε και η σύνδεση με τον γέροντα Αιμιλιανό.
Όχι τυχαία η ανάληψη κάποιου υπό την σκέπη του. Κανείς από τους φίλους μοναχούς
δεν ήταν ενθαρρυντικός στο αν θα με αναλάμβανε ο Γέροντας, ούτε και οι ίδιοι
φαίνεται ότι είχαν την ευλογία να προτείνουν. Ο Γέροντας είχε τα δικά του
κριτήρια για το ποιος θα έμπαινε υπό την πνευματική του εποπτεία. Είχα δει τον
γέροντα προηγουμένως μία, δυο φορές. Στη μία από αυτές με συμβούλεψε να
παντρευτούμε ένα χρόνο νωρίτερα στα δεκαεννιά, απ’ ό,τι τελικά το κάναμε. Πλην
όμως δεν ήξερα αν αυτό συνιστά υπαγωγή υπό την σκέπη του. Έθεσα το ερώτημα σε
κάποιον γέροντα. Με ρώτησε, «σου διάβασε την ευχή;». Πράγματι μου την είχε
διαβάσει σε εκείνη την επίσκεψη. Μου απάντησε «εντάξει, αυτό είναι».
Πράγματι έτσι ήταν. Μας σκέπασε στην αγκαλιά του. Το καταλάβαμε όχι μόνον
πνευματικά. Σκέφτονταν τα μικρά πράγματα, τα υλικά. Δεχόμασταν επιστολές,
μηνύματα, τηλεφωνήματά του. Γίναμε κοινωνοί του ενδιαφέροντος του, όχι όπως και
όποτε νομίζαμε αλλά απροειδοποίητα. Εκ των υστέρων γίνονταν αντιληπτό ότι τότε
έπρεπε. Μας ενίσχυσε και χρηματικά. Με μια περίεργη, όπως μου φάνηκε τότε
λογική. Δεν έκανε καμία υπόδειξη πως θα χρησιμοποιήσουμε τα χρήματα. Ήταν δώρο
χωρίς υλική υπόσταση, δώρα αγάπης,
δεν δεχτήκαμε χρήματα αλλά αγάπη. «Ὁ Θεός δίδει πᾶσιν ἀφειδῶς.» Άγ, Πέτρος Δαμασκηνός
(Φιλοκαλία), «Ἡ ἀγάπη… οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς» (Α´ Κορ. 13,5).
Πολύ αργότερα μιλώντας μας σχετικά, και γνωρίζοντας τα περιορισμένα μας
οικονομικά, μας συμβούλεψε «να κανονίζετε μόνο για το φαγητό και τα βιβλία
σας».
Κύριε, μας είπες: «Μετανοείτε και πιστεύετε εν τω Ευαγγελίω».
Αυτός είναι ο πρώτος , ο κύριος όρος μιας αληθινής σχέσης μαζί Σου.
Πρέπει να Σου ομολογήσουμε ότι η πίστη μας στο Ευαγγέλιο δεν είναι πολύ
μεγάλη. Την χτύπησαν και τη χτυπούν καθημερινά τόσα και τόσα. Συχνά μας
φαίνεται υπερβολικό και ανεφάρμοστο. Συχνά το βλέπουμε πολύ απαιτητικό. Κι
είναι ώρες που μας φαίνεται ότι το Ευαγγέλιο είναι πρόκληση για τη λογική και
τη σύνεσή μας.
Δυσκολευόμαστε, Κύριε, να πιστεύσουμε
πλήρως και τελείως και ανεπιφύλακτα στο Ευαγγέλιο.
Ίσως όμως η αιτία να βρίσκεται
αλλού. Εσύ μας είπες: «μετανοείτε και
πιστεύετε εν τω ευαγγελίω». Εδώ κρύβεται ένα μεγάλο μυστικό. Η πίστη και
αποδοχή του Ευαγγελίου προϋποθέτει μια
ριζικά αλλαγή στη σκέψη, τη νοοτροπία. Μια αλλαγή τρόπου αντικρίσματος των
πραγμάτων, των προσώπων, των αξιών. Μας ζητάς να μετανοήσουμε, για να
πιστεύσουμε. Στο σημείο αυτό βρίσκεται ο κόμπος.
Το καινούργιο δυνατό κρασί του Ευαγγελίου σου απαιτεί ανάλογα δοχεία.
«Ουδέ βάλλουσιν οίνον νέον εις ασκούς παλαιούς, αλλά οίνον νέον εις ασκούς
βάλλουσι καινούς». Έτσι δε είπες;
Πρέπει ν’ αλλάξουμε. Αισθανόμαστε ότι πρέπει ν’ απαρνηθούμε την αμαρτωλή
νοοτροπία μας, το φτωχό ορθολογισμό μας, τη στενόψυχη θεώρηση των πραγμάτων.
Πρέπει να μετανοήσουμε. Να μας έδινες τη δύναμη και την απόφαση μιας τέτοιας
μετάνοιας, μιας τέτοιας αλλαγής.
Να μας χάριζες το δώρο της εγκάρδιας αποδοχής του λόγου Σου, Κύριε. Να
τοποθετούσες στην καρδιά και στα χείλη μας ένα ναι σαν απάντηση στο
«μετανοείτε και πιστεύετε εν τω
ευαγγελίω»!..
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρχιεπισκόπου πρώην Αμερικής
Η δυνατότητα να διαμορφώνουμε πεποίθηση για το τι «στέκει» και τι «δεν στέκει» (κοντολογίς, για το ερώτημα περί της αληθείας) είναι ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου. Είναι ευθύνη, η οποία γεννά το κρίσιμο ερώτημα, τι συνεπάγεται το να μιλάς για αλήθεια. Καθόσον ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τη ζωή μας: ότι η επίκληση της αλήθειας (σε ενικό) υπονοεί επιβολή της. Για πολλούς λοιπόν ο τρόπος αποφυγής αυτών των δυσκολιών είναι να απορρίπτεται καθαυτό το ερώτημα περί της αληθείας και να υψώνεται η σημαία του σχετικισμού. Το εργόχειρο λοιπόν στο οποίο χρειάζεται να κοπιάσουμε, είναι οι λεπτές διακρίσεις μεταξύ αναμέτρησης και μίσους, συγχώρεσης και κουκουλώματος, λυτρωτικής απο-ενοχοποίησης αλλά και ένοχης απο-ενοχοποίησης, θεοποίησης του τυράννου αλλά και μεσσιανισμού του ελευθερωτή.