Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Ο περίπατος της αρκούδας

 


Η προφορική παράδοση της Εκκλησίας από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια μέχρι τις μέρες μας διέσωσε περιγραφές διαφόρων γεγονότων και περιστατικών, βιώματα χριστιανών, που ενισχύουν την πίστη και δίνουν ελπίδα.
Έτσι μάθαμε κι εμείς μερικές ιστορίες από τα χρόνια των διωγμών. Στη δεκαετία 1930-1940 στη Σοβιετική Ένωση πάρα πολλούς χριστιανούς, μετά τις ανακρίσεις και τα βασανιστήρια, τους έστελναν με ειδικά φορτηγά τρένα στους τόπους εξορίας. Προσφιλής τόπος των Αρχών η Σιβηρία.

Φεβρουάριος 1937. Βράδυ, με θερμοκρασία 40-45°C υπό το μηδέν. Ένα τραίνο κινείται με μεγάλη ταχύτητα ανάμεσα στα δάση, κατάλευκα από το πυκνό χιόνι, που πέφτει από το πρωί.

Επιβάτες του ιερείς, μοναχοί και μοναχές, που κατευθύνονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της βόρειας Σιβηρίας.

Ήταν τόση η ταλαιπωρία τους από τα βασανιστήρια και το σφοδρό κρύο, ώστε πολλοί πέθαιναν στο τρένο. Τότε οι φρουροί που τους συνόδευαν, άνοιγαν την πόρτα του τρένου και τους πετούσαν έξω στο χιόνι, ύψους περίπου 2-3 μέτρων.

Αυτό επαναλήφθηκε και με ένα νέο ιερέα, ο οποίος κοιμόταν στο πάτωμα. Τον νόμισαν νεκρό, τον άρπαξαν, άνοιξαν την πόρτα και τον πέταξαν έξω. Το τρένο συνέχισε την πορεία του.

«Έπεσα στο αφράτο χιόνι, θυμόταν αργότερα ο ιερέας, μισοκοιμισμένος, σαν πούπουλο, ενώ σταμάτησε η χιονόπτωση. Απόλυτη ησυχία. Μόνο οι δυνατοί κτύποι της καρδιάς μου νόμιζες ότι ενοχλούσαν και διέκοπταν την ησυχία. Δεν υπήρχαν δένδρα εκεί κοντά. Το πυκνό δάσος ήταν λίγο μακρύτερα. Δεν αισθανόμουν τόσο πολύ το κρύο. Να 'ταν η φλόγα της αδιάκοπης προσευχής μου στον Κύριο Ιησού Χριστό και την Υπεραγία Θεοτόκο; Τα δάκρυα που μούσκευαν το πρόσωπο και τα χιονισμένα ρούχα μου καθώς κατέβαζαν τον ουρανό στη γη; Ποιος ξέρει;

Και τότε ακούω βαριά βήματα στο χιόνι. Μια τεράστια καφετιά αρκούδα έρχεται από το κοντινό δάσος προς εμένα.

Με πλησιάζει, κάνει μια βόλτα γύρω μου και σιγά σιγά ξαπλώνει δίπλα μου. Με προσοχή να μη με συνθλίψει με το τεράστιο βάρος της, απλώνει το πόδι της κάτω από το σώμα μου και με το άλλο με καλύπτει απαλά ώστε να βρεθώ στην αγκαλιά της. Ένιωσα τόση ζεστασιά! Κοιμήθηκα.

Πόσο κράτησε αυτό δεν θυμάμαι. Όταν ξύπνησα ήταν μέρα πια, δε χιόνιζε. Από κάποια κίνησή μου η αρκούδα κατάλαβε ότι ξύπνησα. Μου έγλειψε το πρόσωπο και όσο πιο απαλά μπορούσε τράβηξε τα πόδια της και σηκώθηκε. Έκανε μια βόλτα γύρω μου και σιγά σιγά κατευθύνθηκε προς το πυκνό δάσος.

Σηκώθηκα. Ένας χείμαρρος δοξολογίας ξεπήδησε από την καρδιά και τα χείλη μου. Το χιόνι, το κρύο, τα δάση, ο ουρανός, η ζέστη, τα ζώα, η αρκούδα, όλα μαζί μου μιλούσαν, δοξολογούσαν ασταμάτητα τον πιο στοργικό Πατέρα και την πιο γλυκιά Μάνα της γης!

Ολομόναχος στη Σιβηρία. Κοίταξα τις γραμμές του τρένου. Κάποιο χωριό θα είναι κοντά, σκέφθηκα.

Πράγματι, ένα μικρό χωριό φάνηκε σε μικρή απόσταση. Λιγοστά σπίτια. Χτύπησα μια πόρτα. Μου άνοιξαν. Ξαφνιάστηκαν που με είδαν. Με φιλοξένησαν. Ήταν κρυπτοχριστιανοί. Έμεινα εκεί πολλές ημέρες, μέχρις ότου βρέθηκε η κατάλληλη ευκαιρία και έφυγα. Σώθηκα!». Θαύμα! Μόνο θαύμα;

Μέριμνα, προστασία! Μόνον;

Είναι η αλήθεια, η επαναλαμβανόμενη αλήθεια.

«Θεός ἐγγίζων ἐγώ εἰμί, λέγει Κύριος, καί οὐχί Θεός πόρρωθεν. Εἰ κρυβήσεταί τις ἐν κρυφαίοις, καί ἐγώ οὐκ ὄψομαι αὐτόν; Μή οὐχί τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἐγὼ πληρώ;» (Ἰερεμίας κγ' 23.24).

(Dr. Ναταλία Γ. Νικολάου, Καθηγήτρια Παν/μίου Λομονόσωφ Μόσχας, Περιοδ. Η Δράση μας)

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

«Φιλόστοργοι» - Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης



Ένα πρωί πριν τρία χρόνια, ήταν τις παραμονές των Χριστουγέννων, η κυρα-Πράπω η Σκαλιώτισσα, μια ψηλή, χοντρή γυναικάρα πενήντα οκτώ χρονών, είχε σηκωθεί να πάει να κάνει επίσκεψη στη νονά της στα Πατήσια. Είχε σπιτάκια με μεγάλη αυλή, σε μιαν άκρη της πόλης, οπού έτρεφε γίδες και προβατίνες και κότες και φραγκόκοτες και περιστέρια.

Το γάλα το πουλούσε ογδόντα λεπτά την οκά, με το δικό της το μετρίδι. Τα περιστέρια, μόνο σε έκτακτες περιστάσεις, χωρίς ορισμένο τιμολόγιο, αν της είχε πνίξει κανένα η γάτα ή αν έβρισκε πελάτες Γάλλους ή Ιταλούς του θεάτρου. Τα αυγά, προς 15 λεπτά το ένα, τη Σαρακοστή.

Αυτή, αν τραβούσε η όρεξή της να φάει αβγά, πράγμα σπάνιο, θα πήγαινε στην μεγάλη αγορά να τα ψωνίσει. Τα έβρισκε προς μια δεκάρα τα τρία, σπασμένα, αλλά φρέσκα, και με δοκιμή. Πού να γελαστεί αυτή!

Εκείνο το πρωί είχε σηκωθεί με την απόφαση να πάει να κάνει επίσκεψη στη νονά της, που ήταν αρχόντισσα με το σπίτι στα Πατήσια. Έρχονταν Χριστούγεννα, κι επιθυμούσε να της προσφέρει κατιτί. Τι άλλο από αβγά, που στο εμπόριό τους είχε ειδικότητα; Ήξερε ότι θα έβρισκε εκεί το νονό της, το γιο της γριάς, κι αυτός θα είχε το φιλότιμο να της πληρώσει καλά το δώρο της. Μέτρησε όσα αβγά είχε, και τα βρήκε δεκατέσσερα.

«Να τους τα πάει όλα; Έχουμε και λέμε, 14 αβγά, από μία δεκάρα, 14 δεκάρες, μια και σαράντα, κι από μια πεντάρα ακόμα, 14 πεντάρες, 7 δεκάρες, 70 λεπτά. 70 και 1,40 (μέτρησε στα δάχτυλα), δύο και δέκα.

»Τότε θα έχανε μια δεκάρα. Γιατί, βέβαια, δε θα της έδινε παραπάνω από δύο δραχμές ο νονός για το δώρο της.

»Να τους πάει τα δεκατρία, έχουμε και λέμε, βγάλε τα 15 λεπτά, 1,95, θα κέρδιζε μια πεντάρα. Γιατί, όσα και να πήγαινε, πάντα δυο δραχμές θα της τα πλήρωνε ο νονός της. Ας είναι τα 13. Μα το 13 λένε πως δεν είναι καλό νούμερο. Να τους πάει τα 12;… Είπαμε πόσα; 1,90, τα δεκατρία; Πόσα είπαμε; 2,10 τα δεκατέσσερα… Βγάλε τα 15, μένουν 1,95. Ναι, μια κι 95. Βγάλε τα 15, κάνουν 1,80 τα δώδεκα.

»Ας τους πάει τα δώδεκα που είναι και καλό νούμερο. Δεν θα της δώσει παρακάτω από ένα δίδραχμο ο νονός της, και ρέστα δεν θα καταδεχτεί να πάρει, και πού να έχει αυτή ρέστα πάνω της; Ναι, τα δώδεκα θα τους πάει.»

Τα τύλιξε σε άσπρη, καθαρή πετσέτα, και ξεκίνησε πεζή, κούτσα κούτσα, γιατί δεν ήταν και τόσο γερή στα πόδια, για τα Πατήσια. Είχε υπολογίσει την ώρα που θα έβρισκε εκεί το νονό της, όταν θα είχε έρθει λίγο πριν από το γραφείο του, αλλά όχι αμέσως, λίγο αργότερα, μόλις θα τέλειωναν το μεσημεριανό φαγητό, οπόταν θα τους έβρισκε σε καλή διάθεση. Ποτέ της δε θα έκανε, αυτή, το σφάλμα να εμφανιστεί την ώρα ακριβώς του φαγητού.

Η κυρα-Πράπω πέτυχε και με το παραπάνω. Δέχτηκαν τα αβγά (που πρέπει να το πούμε πως ήταν φρέσκα), της τα πλήρωσε ο νονός της ένα δίδραχμο, με μικρό μορφασμό της νονάς, που όμως δεν μπόρεσε να μην την καλέσει να καθίσει στο ίδιο τραπέζι της, για να χορτάσει με τα αποφάγια. Η κυρα-Πράπω δεν ήταν εντελώς νηστική, αλλά είχε φάει πρωινό στις δέκα. Έπειτα ο αέρας της εξοχής της είχε ανοίξει την όρεξη.

Αφού μίλησε για διάφορα πράγματα, ύστερα, χωρίς αδεξιότητα, ανάμεσα σε άλλα είπε πως είχε έρθει πεζή, και παραπονέθηκε για τα πόδια της… κλάφτηκε και για τα γεράματα του συζύγου της, του μπαρμπα-Πράπη, που δεν ήταν πια ικανός για τίποτα. Ο νονός, που είχε έρθει σε πολύ καλή διάθεση ύστερα από δύο ποτήρια δυνατό κρασί και από ένα ποτηράκι λικέρ σαρτρέζ με τον καφέ, έβγαλε και της έδωσε δύο ή τρείς δεκάρες, για να πληρώσει το λεωφορείο στην επιστροφή. Νέος μορφασμός της νονάς, που σκεφτόταν πως τα αβγά της βαφτισιμιάς κανείς δεν τα είχε προσκαλέσει να κάνουν τον κόπο να μεταφέρουν στα Πατήσια το χοντρό της σώμα.

Στο τέλος πήρε το θάρρος να μαζέψει λίγες πεπονόφλουδες, που είχαν μείνει πάνω στο τραπέζι, για την κατσίκα της, τις τύλιξε στην πετσέτα κι έφυγε. Είχε ξεκουραστεί πολύ και δεν νόμιζε πως ήταν ανάγκη να ανέβει στο λεωφορείο. Γύρισε πεζή.

Πέρασε από ένα εξοχικό σπιτάκι, όπου κατοικούσε μια περιβολάρισσα ξαδέρφη της, νυχτώθηκε, και γύρισε στην πόλη κρατώντας ένα μεγάλο δέμα κάτω από την μασχάλη της.

Είκοσι βήματα πριν φτάσει στο σπίτι της, την ώρα που είχαν ανάψει το φανάρι του γκαζιού που ήταν εκεί, βλέπει ένα μικρό παιδάκι μοναχό του, που έκλαιγε.

-Τι έχεις, παιδί μου;

Το παιδί ψέλλισε κάτι ζητώντας τη μητέρα στο σπίτι.

-Τίνος είσαι, μικρό μου;

Το παιδί δεν ήξερε να πει τίνος ήταν.

-Πώς τη λένε τη μάνα σου;

-Μαμά.

-Και τον πατέρα σου;

-Μπαμπά.

Η κυρα-Πράπω ήταν σε αμηχανία. Πήρε το παιδί από το χέρι και το έφερε ως την πόρτα της μάντρας όπου ήταν το σπίτι της. Εκεί στάθηκε για λίγα λεπτά, φώναξε με την ψηλή και τραχιά φωνή της την κόρη της, τη Μαρίνα, να την ξαλαφρώσει, και όταν αυτή ήρθε, της έδωσε το δέμα με τις φλούδες και τα εξωτερικά φύλλα των φυτών, όσα έφερνε, κι έπειτα έμεινε διστακτική, να ρωτάει με δυνατή φωνή τις γειτόνισσες, αν καμιά από αυτές γνώριζε το παιδί.

Πολλές το κοίταξαν κάτω από το φως του γκαζιού, το έψαξαν, το γύρισαν. Καμιά δεν έτυχε να το γνωρίζει.

Κατά τύχη, όπως συνηθίζεται στα παραμύθια, συνέπεσε να περνώ από εκεί. Άλλωστε ήμουν γείτονας, και ήταν η ώρα που συνήθως κατέβαινα στην συνοικία.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

 

«Φιλόστοργοι» Μέρος A'

Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα
(για παιδιά και νέους)
anastasiosk

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

«ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει 2019»: Μαυροβουνίου Αμφιλόχιος - Χρήστος Γιανναράς

 

«Ενοριακό Αρχονταρίκι» «Δύο παλιοί φίλοι συζητούν» Συμμετέχουν: • Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαυροβουνίου Αμφιλόχιος Ράντοβιτς • Χρήστος Γιανναράς, Ομ. Καθηγητής Φιλοσοφίας Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών, Συγγραφέας • Συντονίζει ο Πρωτοπρεσβύτερος Σπυρίδων Τσιμούρης, Θεολόγος. Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019 στα πλαίσια του προγράμματος «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει… 2019» του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Πειραιώς.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Ο Χριστός, ο χρόνος, ο θάνατος, Μητροπολίτη ΣΙΣΑΝΙΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ κυρού ΠΑΥΛΟΥ

 


Η Αρχή για ένα καινούργιο μέτρημα του χρόνου, είναι η Γέννηση του Χριστού και η επί γης παρουσία Του. Το δεύτερο, ότι αυτή η είσοδος του Χριστού μέσα στον χρόνο τέμνει τον χρόνο και την ιστορία σε δύο μεγάλες περιόδους, την προ και την μετά Χριστόν.

          Αλλά γιατί, θα ρωτήσει ίσως αυτό το πρόσωπο έχει τόσο κυριαρχική παρουσία μέσα στον χρόνο;

          Σκέψου λίγο τον χρόνο και το νόημά του. Ξέρεις πολύ καλά ότι μέσα στη ροή του χρόνου υπάρχει ένα σκάνδαλο. Αυτό το σκάνδαλο είναι ο θάνατος. Ο θάνατος σταματά τον χρόνο και μάλιστα πολλές φορές αιφνιδιαστικά. Μέσα σ’ αυτή την προοπτική ο κάθε χρόνος που περάνει είναι ένα βήμα προς το τέλος.

          Το ποτάμι του χρόνου κυλάει προς τον θάνατο. Αλλά αυτό αφαιρεί κάθε νόημα από τη ζωή. Σ’ αυτόν τον χρόνο τον ά-σκοπο και τον α-νόητο και τον παράλογο σε κάποια στιγμή γεννιέται ο Χριστός. Ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση και μπαίνει μέσα στον χώρο και τον χρόνο του ανθρώπου. Αυτή  όμως η είσοδος ανατρέπει τα μέχρι τότε δεδομένα του χρόνου. Η πορεία του δεν πλέον πορεία προς τον θάνατο, αλλά γίνεται πορεία προς την ζωή.

          Η έξοδος δια του θανάτου από  τον χρόνο γίνεται  την Ανάσταση του Χριστού, είσοδος στη Βασιλεία του Θεού. Ο χρόνος και ο άνθρωπος που είναι δεμένος με τον χρόνο, αποκτούν άλλες δυνατότητες. Ο Χριστός με την Γέννησή Του, με την είσοδό Του στον χρόνο, γίνεται η αρχή ενός νέου χρόνου, γίνεται το νόημα του χρόνου, γίνεται-τέμνοντας τον χρόνο- το κέντρο της Ιστορίας και είναι το τέλος της Ιστορίας, το τέλος με την έννοια της τελείωσης, της ολοκλήρωσης της ιστορίας.

          Να, γιατί οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε ότι το μόνο αληθινά καινούργιο μέσα στην αέναη ροή του χρόνου είναι η Γέννηση του Χριστού, η Σάρκωση δηλαδή, του Υιού του Λόγου του Θεού. Γιατί δεν είναι άλλο ο Χριστός και άλλο ο Θεός. Ο Χριστό είναι ο ίδιος ο Θεός που προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση για να της ξαναδώσει την αρχική της ακεραιότητα.

          Η Γέννηση λοιπόν, του Χριστού δεν είναι μια στιγμή μέσα στον χρόνο, δεν είναι δηλαδή ένα γεγονός  που προσδιορίζεται μόνο χρονικά, αλλά είναι μια οντολογική ανακαίνιση και του χρόνου  αλλά κυρίως του άνθρωπου. Αρχίζουμε πλέον ναου μετράμε από μια νέα αφετηρία, από μια νέα αρχή τον χρόνο, από τον Χριστό., γιατί έχουμε μια καινούργια δυνατότητα για τον  άνθρωπο και αυτή η δυνατότητα είναι η υπέρβαση του θανάτου  και η θέωση του ανθρώπου.

Μητροπολίτη ΣΙΣΑΝΙΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ κυρού ΠΑΥΛΟΥ

Δεν έχω πολύ χρόνο! Ας αλλάξω

 


Αρχή της μετάνοιας και αρχικά μια πολύ μικρή αλλαγή είναι να μπορέσεις να δεις τα λάθη σου.

Αυτό είναι το πρώτο βήμα. Ιδιαίτερα όταν είσαι γονιός, να δεις σε βάθος τα λάθη που έχεις κάνει με τα παιδιά σου. Θέλει κότσια, πνευματικά κότσια.

            Είναι δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο. Το επόμενο βήμα είναι να πάρεις αποφάσεις και η τελική πράξη είναι να θελήσεις να αλλάξεις. Όχι απλά με ένα συγγνώμη. Όχι με λόγια  του αέρα. Να αλλάξεις πρώτα την καρδιά σου. Να προσανατολιστείς πλέον τελείως διαφορετικά. Ύστερα να πας σε πράξεις. Πράξεις γενναίας αλλαγής.

            Όχι για να αποδείξεις κάτι στα παιδιά σου ή στον Θεό. Να δεις κατάματα τον εαυτό σου. Του τον χρωστάς Να βγάλεις μια κραυγή: «Τα έκανα μαντάρα δεν έχω πολύ χρόνο! Ας αλλάξω».

            π. Σπυρίδων Σκουντής

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

H αυτοθυσία μιας νεαρής γυναίκας


 «Στα χρόνια του Ρωσικού εμφυλίου πολέμου, όταν τα αντίθετα στρατεύματα διεκδικούσαν την εξουσία, κατακτώντας και χάνοντας εδάφη επί τρία χρόνια,

μια μικρή πόλη, η οποία είχε μείνει στην κατοχή των αυτοκρατορικών στρατευμάτων, τελικά έπεσε στα χέρια του “κόκκινου στρατού". Μια γυναίκα βρέθηκε εκεί με τα δύο παιδάκια της, τεσσάρων και πέντε ετών. Αντιμετώπιζαν μεγάλο κίνδυνο, γιατί ο σύζυγος της ανήκε στο αντίθετο στρατόπεδο. Κρύφτηκε, λοιπόν, σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα κατόρθωνε να διαφύγει. Ένα βράδυ μια νέα γυναίκα, η Ναταλία, της ίδιας με αυτήν ηλικίας, λίγο πάνω από είκοσι ετών, κτύπησε την πόρτα και την ρώτησε αν ήταν η τάδε... Όταν η μητέρα είπε ότι αυτή ήταν, η Ναταλία την προειδοποίησε ότι την ανακάλυψαν και ότι θα την έπαιρναν την ίδια νύχτα για να την εκτελέσουν. Και η νέα πρόσθεσε:

-Πρέπει να φύγεις αμέσως.

Η μητέρα κοίταξε τα παιδιά της και είπε:

-Πώς μπορώ να φύγω;

Η νέα, που μέχρι τότε δεν ήταν παρά μια άγνωστη, έγινε εκείνη την στιγμή ο “πλησίον" του Ευαγγελίου.

Γύρισε στη μητέρα και είπε:

-Μπορείς, γιατί θα μείνω εγώ εδώ και θα πω το όνομά σου, όταν θα έλθουν να συλλάβουν εσένα.

-Αλλά θα σε τουφεκίσουν, είπε η μητέρα.

-Ναι, μα εγώ δεν έχω παιδιά.

Και έμεινε στο σπίτι, ενώ η μητέρα με τα παιδιά έφυγαν.

Μπορούμε να φανταστούμε το τι έγινε κατόπιν. Μπορούμε να δούμε τη νύχτα να έρχεται, να τυλίγει μέσα στο σκοτάδι, στη μελαγχολία, στο κρύο και στην υγρασία αυτό το σπίτι. Μπορούμε να δούμε εκεί μια γυναίκα να περιμένει το θάνατό της και να θυμηθούμε τον κήπο της Γεθσημανή.

Φανταζόμαστε τη Ναταλία να ζητά “όπως παρέλθη το ποτήριον τούτο" από αυτήν και να συναντά, όπως ο Χριστός, τη θεϊκή σιωπή. Μπορούμε να φανταστούμε να στρέφεται με τη σκέψη σ' εκείνους που ίσως μπορούσαν να την στηρίξουν, αλλά που ήσαν μακρυά. Οι μαθητές του Χριστού κοιμήθηκαν!... Και εκείνη δεν μπορούσε να στραφεί σε κανένα χωρίς να προδώσει. Μπορούμε ακόμη να φανταστούμε ότι πολλές φορές θα προσευχήθηκε. τουλάχιστον η θυσία της να μην πήγαινε χαμένη.

 Η Ναταλία πιθανόν πολλές φορές διερωτήθηκε τι θα συνέβαινε στη μητέρα και στα παιδιά, όταν αυτή θα πέθαινε, και δεν υπήρχε απάντηση εκτός από τα λόγια του Χριστού: “Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ” (Ιωάν. 15, 13).

Πιθανόν πολλές φορές να σκέφθηκε ότι θα μπορούσε σε ένα λεπτό να βρεθεί ασφαλισμένη! Δεν είχε παρά να ανοίξει την πόρτα και από τη στιγμή που θα βρισκόταν στο δρόμο δεν θα ήταν πια εκείνη η γυναίκα, θα ήταν πάλι ο εαυτός της ο ίδιος. Θα ήταν αρκετό να αρνηθεί την ψεύτικη, τη μοιρασμένη της ταυτότητα. Αλλά η Ναταλία προτίμησε να πεθάνει, να τουφεκισθεί. Η μητέρα και τα παιδιά γλίτωσαν».

(Σόλων Νινίκας)

Από το βιβλίο: "Στιγμές Αγιότητας" επιμέλεια Μητροπολίτου Αργολίδος Νεκτάριου, εκδ. Επιστροφή.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Δημ. Μαυρόπουλος: Η πίστη ως δωρεά και η Αλήθεια που ελευθερώνει

 

H συζήτηση του Γιώργου Μπάρλα με τον θεολόγο Δημήτρη Μαυρόπουλο, επικεντρωμένη σε βασικά θέματα της χριστιανικής θεολογίας, αφορά τον ρόλο της θεολογίας στη σύγχρονη εποχή, εξετάζοντας την πίστη, την ηθική, και την έννοια του ιερού σε μια κοινωνία που συχνά τα υποτιμά. Ο Μαυρόπουλος μοιράζεται την προσωπική του διαδρομή ως θεολόγος, τονίζοντας την σημασία της σχέσης με τον Θεό και τους άλλους. Επιπλέον, πραγματεύεται τη διάκριση μεταξύ θρησκείας και Εκκλησίας, καθώς και την έννοια του προσώπου στην ορθόδοξη παράδοση, απαντώντας σε ερωτήσεις του κοινού. Παρασκευή 11 ΙΟΥΛΙΟΥ, GUSTAV ΑΤΗΕΝS , Οι εκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ διοργάνωσαν μια ανοιχτή συζήτηση με τον διακεκριμένο θεολόγο Δημήτρη Μαυρόπουλο. Συντόνισε ο θεολόγος - ραδιοφωνικός παραγωγός Γιώργος Μπάρλας. =========================== 🔴 Παραγωγή: https://antistudio.gr 👉 Δείτε:    • Antistudio.gr