Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Ὁ Γιάννης ὁ φονιάς

 

 π. Μιλτιάδης Ζέρβας

 

Σὲ μιὰ ἄλλη ἐποχή, ὄχι τόσο μακρινή, τὰ πρόσωπα μιλοῦσαν μὲ φειδὼ καὶ πολὺ συχνὰ σιωποῦσαν μπροστὰ στὴν τραγικότητα τοῦ πολύπαθου βίου τῶν ἀνθρώπων. Πίστευαν οἱ παλιοὶ πὼς τὰ «πολλὰ λόγια εἶναι φτωχὰ» κι ἀνήμπορα νὰ χωρέσουν τὴν ὀδύνη, τὴ συμφορὰ καὶ τὸ κρίμα.

Δὲν κατανοοῦμε σήμερα τούτη τὴ στάση. Συχνὰ τὴν ἑρμηνεύουμε ὡς παθητικὴ καὶ συνένοχη. Κάποιοι ἀπὸ ἐμᾶς τελικά, δὲν διστάζουν νὰ καταγγείλουν μὲ φωνὴ σθεντόρια τὶς παλαιότερες γενιὲς ὡς ὑπαίτιες τῆς καλλιέργειας τῆς ἔμφυλης βίας, γιατὶ «ἡ σιωπὴ σημαίνει συγκάλυψη».

Κι ὅμως οἱ ἄνθρωποι κάποτε, ἀπὸ τὶς σιωπές τους φτιάχναν λόγια ἀκριβά. Λόγια ποὺ θέλαν νὰ κατανοήσουν τὴν ἀνθρώπινη φύση, λόγια ποὺ ἐπιχειροῦσαν νὰ αἰσθανθοῦν τὴν ἀνθρώπινη καρδιά, λόγια ποὺ γονάτιζαν γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν ἀνθρώπινο πόνο. Λόγια ποὺ δὲν εἶχαν τὴν ἔπαρση ὅτι εἶναι ἱκανὰ νὰ ἀλλάξουν τὸν κόσμο, ὅμως καλλιεργοῦσαν τὴν ἐλπίδα πὼς μπορεῖ τοῦτος ὁ κόσμος νὰ γίνει λίγο πιὸ φωτεινός. Ἔφτιαχναν, τότε, οἱ ἄνθρωποι μὲ τὶς σιωπές τους στίχους καὶ ποιήματα καὶ τραγούδια.

Ἕνα τέτοιο τραγούδι ἀκούστηκε τὸ 1975 ἀπὸ τὸν Μανώλη Μητσιά. Εἶχε γράψει τοὺς στίχους ὁ Νίκος Γκάτσος καὶ τὴ μουσικὴ ὁ Μάνος Χατζιδάκις. Τὸ τραγούδι φέρει τὸν τίτλο «Ὁ Γιάννης ὁ φονιάς».

Τρίτη 26 Μαΐου 2026

Ανήκομεν εις την Δύσιν" και ο Παπαδιαμάντης;

 

ο Σάββατο 10 Μαρτίου στην αίθουσα του Πολιτιστικού Κέντρου Κηφισιάς "Βασ. Γκατσόπουλος πραγματοποιήθηκε διάλεξη του Ομότιμου καθηγητή φιλοσοφίας και Πολιτιστικής Διπλωματίας του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Χρήστου Γιανναρά με θέμα "Ανήκομεν εις την Δύσιν" και ο Παπαδιαμάντης;

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Η ΑΠΕΙΛΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ



Ήταν πριν από καιρό, σε συνέδριο στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας, που ο γνωστός πολυεκατομμυριούχος  Ίλον Μάσκ προέβλεψε ότι μέσα σε λιγώτερο από δύο δεκαετίες τα ανθρωποειδή ρομπότ θα ξεπερνούσαν τους ανθρώπους: «Νομίζω ότι μέχρι το 2040 θα υπάρχουν περισσότερα ανθρωποειδή ρομπότ απ΄ ότι άνθρωποι».

          Στις ΗΠΑ ο γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς προειδοποίησε  πρόσφατα ότι, αν δεν υπάρξει νομοθετική παρέμβαση, η τεχνική νοημοσύνη θα μπορούσε να εξαλείψει σχεδόν 100 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ μέσα στην επόμενη δεκαετία. Στο CharGT της OpenAI, όταν κλήθηκε από την αρμόδια επιτροπή της Γερουσίας να αναλύσει τα δεδομένα απασχόλησης στις ΗΠΑ, υπολόγισε τις θέσεις εργασίας που θα χαθούν στα 97 εκατομμύρια- μόνο  στις ΗΠΑ!

          Αλήθεια, είμαστε βέβαιοι ότι θέλουμε να κινηθούμε προς τα εκεί; Και καλά, οι μηχανές είναι από τη φύση τους φτιαγμένες να δουλεύουν αυτόματα, είμαστε όμως και οι άνθρωποι καταδικασμένοι να βαδίζουμε «στον αυτόματο» προς μια αναπόφευκτη καταστροφή. Ζούμε, ούτως ή άλλως, σε παραδόξους καιρούς. Και ένα από τα παράδοξα είναι αυτό μιας κοινωνίας που θέλει  τα ρομπότ να μοιάζουν όλο και περισσότερο με ανθρώπους και τους ανθρώπους να μοιάζουν όσο και περισσότερο με ρομπότ…

          «ΖΩΗ», τ.4411


Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Τεχνητή Νοημοσύνη στη δικαιοσύνη: Ευκαιρίες, προκλήσεις και παραδείγματα εφαρμογής

www.offlinepost.gr

 Της Σοφίας Μιχαηλίδου,

Μπορείτε να φανταστείτε πώς θα ήταν ένα δικαστήριο, στο οποίο οι υποθέσεις θα αναλύονται σε λίγα μόνο λεπτά λόγω της ύπαρξης έξυπνων ψηφιακών βοηθών που θα συμβάλλουν στην διευκόλυνση και εγρήγορση του δικαστικού έργου; Αυτό το σενάριο δεν είναι ουτοπικό, αλλά αποτελεί πραγματικότητα σε αρκετές χώρες, όπως η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. 

Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στο δικαστικό σύστημα μπορεί να μειώσει το φόρτο εργασίας των δικαστών και να συμβάλλει στην εγρήγορση της διαδικασίας. Άλλωστε, ειδικά υπολογιστικά συστήματα μπορούν να επεξεργάζονται νομικές πληροφορίες, να αναλύουν μεγάλα σύνολα δεδομένων, να κάνουν προβλέψεις, να εντοπίζουν τις επίμαχες νομικές διατάξεις, να προτείνουν ποινές ή να εκδίδουν αποφάσεις. Με αυτό τον τρόπο, μειώνεται η γραφειοκρατία και αυξάνεται η αποδοτικότητα του δικαστικού συστήματος, εξοικονομώντας χρόνο και πόρους.

Από την άλλη πλευρά, η τεχνητή νοημοσύνη θέτει σοβαρές τεχνικές και ηθικές προκλήσεις. Η τεχνητή νοημοσύνη βασίζεται σε μηχανική μάθηση, επομένως για να υπάρξει και να λειτουργήσει τροφοδοτείται από δεδομένα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δίνεται στο υπολογιστικό σύστημα ένα σύνολο δεδομένων δικαστικών υποθέσεων και πραγματικών περιστατικών, τα οποία όμως υπάρχει περίπτωση να περιέχουν προκαταλήψεις ή να μην είναι αντιπροσωπευτικά και επομένως η απόφαση να μην είναι ορθή ή να είναι μεροληπτική. 

Ακόμα, συνήθως τα μοντέλα αυτά λειτουργούν ως “black box”, δηλαδή με τρόπο που τα δεδομένα και οι αυτοματοποιημένες διαδικασίες βάσει των οποίων λήφθηκε η απόφαση, είναι δύσκολα κατανοητά σε κάποιον μέσο πολίτη με επαρκείς γνώσεις πληροφορικής. Επομένως, περιορίζεται η διαφάνεια, καθώς δεν είναι εμφανές ποια δεδομένα επηρεάζουν περισσότερο την τελική πρόταση της τεχνητής νοημοσύνης και συνακόλουθα και την δικαστική απόφαση. 



Πηγή εικόνας: pexels.com/Δικαιώματα χρήσης: Diego Caumont

Σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες εισαγωγής των συστημάτων της τεχνητής νοημοσύνης στο δικαστικό σύστημα, δημιουργώντας αρκετά θέματα εμπιστοσύνης στους πολίτες, ειδικά μάλιστα όταν η τεχνολογία δεν συνδυάζεται καθόλου με ανθρώπινη επίβλεψη. 

Στην Κίνα, για παράδειγμα, έχουν δημιουργηθεί τα Smart Courts, ψηφιακές πλατφόρμες δικαστικής διαχείρισης, δηλαδή, οι οποίες επιτελούν πολλά διαδικαστικά στάδια με τρόπο αυτοματοποιημένο. Ειδικότερα, το στάδιο ακροάσεων γίνεται πιο εύκολο, καθώς μέσω ειδικών υπολογιστικών συστημάτων οι συνομιλίες μετατρέπονται σε κείμενο σε πραγματικό χρόνο με αλγορίθμους αναγνώρισης φωνής και χαρακτήρων. Ακόμα, οι καταθέσεις και τα υπόλοιπα έγγραφα του φακέλου της υπόθεσης αναλύονται αυτόματα, με το υπολογιστικό σύστημα να δίνει άμεσα προτάσεις ή πιθανές εκβάσεις της δίκης, εστιάζοντας στα κρίσιμα νομικά δεδομένα και δημιουργώντας reports για τους δικαστές. 

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρόλο που δεν έχει γίνει πλήρης ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στο δικαιοδοτικό σύστημα, έχουν δημιουργηθεί πολλά υποβοηθητικά εργαλεία. Οι εφαρμογές αυτές, οι οποίες σύμφωνα με σχετικές έρευνες χρησιμοποιούνται καθημερινά από τους δικαστές, συμβάλλουν στην δημιουργία χρονολογικών πινάκων, στην σύνταξη προσχεδίων αποφάσεων, στον εντοπισμό αδυναμιών σε δικόγραφα πάντοτε όμως με ανθρώπινη επίβλεψη, επιτήρηση και έλεγχο. Για την μεγαλύτερη ασφάλεια και για την προσαρμογή με την νέα αυτή πραγματικότητα, έχουν θεσπιστεί και ειδικές διατάξεις από αρκετές Πολιτείες, όπως η Καλιφόρνια και η Νέα Υόρκη, που επιτρέπουν την χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στο δικαστικό σύστημα, μόνο όμως σε συνδυασμό με τον ανθρώπινο παράγοντα και την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών, καθώς έτσι εξασφαλίζεται ότι οι δικαστικές αποφάσεις θα είναι ορθές και συγκεκριμένες με βάση τα εκάστοτε πραγματικά περιστατικά.



Πηγή εικόνας: pexels.com/Δικαιώματα χρήσης: Cottonbro studio

Στην Ινδία, παρόλο που απαγορεύεται η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στη λήψη των τελικών δικαστικών αποφάσεων, υπάρχει εκτεταμένη συμβολή των εργαλείων ΑΙ σε διοικητικές διαδικασίες, όπως στο στάδιο της νομικής έρευνας και στο στάδιο της διαχείρισης υποθέσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Supreme Court of India, το οποίο έχει εισαγάγει το σύστημα SUPACE, ένα εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης για την ανάλυση μεγάλου όγκου εγγράφων. 

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η είσοδος της τεχνητής νοημοσύνης σε όλους τους τομείς, όπως και στον δικαστικό, έγινε με τον Κανονισμό EU AI Act, ο οποίος κατατάσσει τα συστήματα ΑΙ που χρησιμοποιούνται στην δικαιοσύνη σε αυτά του «υψηλού κινδύνου» με αυστηρές απαιτήσεις διαφάνειας, λογοδοσίας, ανθρώπινης εποπτείας και ελέγχου της μεροληψίας. Στην Ισπανία η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται ευρύτερα για την αναζήτηση νομολογίας και νομικής πληροφόρησης. Η Εσθονία, ακόμα αξιοποιεί τα εργαλεία αυτά για την αυτοματοποίηση διοικητικών διαδικασιών και διαχείρισης υποθέσεων. Συνολικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει από την μια να διευκολύνει τις γραφειοκρατικές διαδικασίες και να αυξήσει την αποδοτικότητα, και από την άλλη να προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών, και δη το δικαίωμα δικαστικής προστασίας.

Επομένως, γίνεται φανερό από την πρακτική των περισσότερων χωρών, ότι υπάρχει μια επιφυλακτικότητα και προσοχή στην εισαγωγή των εφαρμογών της τεχνητής νοημοσύνης στην δικαστηριακή πράξη. Αυτό οφείλεται στον τρόπο που τα συστήματα ΑΙ λειτουργούν, αλλά και στην υποχρέωση των κρατών για αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος προσφυγής των πολιτών σε ανεξάρτητα και αμερόληπτα δικαστικά όργανα. Τα περισσότερα κράτη για τους παραπάνω λόγους επιλέγουν μόνο υποστηρικτικά και υποβοηθητικά εργαλεία, πάντοτε με την ανθρώπινη επίβλεψη και μόνο για διοικητικές και τεχνικές εργασίες, όχι για τη λήψη της τελικής απόφασης. 

Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να γίνει πολύτιμος αρωγός της δικαιοσύνης, αλλά η εμπειρία δείχνει ότι χρειάζεται προσεκτική και σταδιακή εισαγωγή των συστημάτων αυτών στο δικαστικό σύστημα, ώστε να διατηρηθεί η προστασία της δικαστικής ανεξαρτησίας και της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη δικαιοσύνη. Δεν γνωρίζουμε ακόμη ποια προσέγγιση θα αποδειχθεί πιο αποτελεσματική και πόσο ακόμα θα επέμβει η τεχνητή νοημοσύνη στο δικαστικό σύστημα, γεγονός που καθιστά την τρέχουσα εποχή μια περίοδο δοκιμών, πειραματισμού και μάθησης για τα δικαστικά συστήματα παγκοσμίως.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • D. Barysė, R. Sarel, Algorithms in the court: Does it matter which part of the judicial decision-making is automated?, 2023, link.springer.com, διαθέσιμο εδώ
  • The Use of Artificial Intelligence in the Administration of Justice: Suggested Framework of Ethical Principles and Reasoning of Judges in the Use of Intelligent Systems, deepdyve.com, διαθέσιμο εδώ
  • Gujarat HC releases policy on use of AI in judiciary: ‘Can never be employed to any form of judicial decision-making’, indianexpress.com, διαθέσιμο εδώ

Μια εικονίτσα στο θρανίο

 


Ηλίας Λιαμής, Πρόεδρος Συνοδικής Υποεπιτροπής Καλλιτεχνικών Εκδηλώσεων και Μουσικών Συνόλων της Εκκλησίας της Ελλάδος, Καθηγητής Ελληνογαλλικής Σχολής “ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ”

Η επιτήρηση στις κάθε λογής γραπτές εξετάσεις αποτελεί για τους καθηγητές μια ώρα δύσκολη. Ενώ η ματιά, με στόχευση ιέρακος, αναζητά την παρανομία και επιβλέπει το αδιάβλητον της διαδικασίας, ο νους αναζητά απασχόληση, προκειμένου να περάσει ένα από τα πιο μονότονα τρίωρα όλης της σχολικής χρονιάς. Έτσι, η σκέψη, άλλοτε ταξιδεύει στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής, (τι είναι ζωή, τι είναι θάνατος, ματαιότης ματαιοτήτων κ.λ.π.), άλλοτε ανακεφαλαιώνει τον προγραμματισμό των θερινών διακοπών, άλλοτε κατηγοριοποιεί τις εκκρεμότητες του σπιτιού και άλλοτε αφήνεται στη νοσταλγία. Αυτό το τελευταίο είναι το πιο περίεργο και συνάμα το πιο αντιφατικό, καθώς η γλυκιά ανάμνηση των μαθητικών χρόνων συνδυάζεται με την πικρή συνειδητοποίηση του χρόνου που περνά με ταχύτητα διαστημική.

Φέτος σκέφτηκα να πρωτοτυπήσω: Περπατώντας ανάμεσα στα θρανία, παρατηρούσα αυτά τα λίγα προσωπικά μαθητικά είδη που επιτρέπονται στις εξετάσεις και βάλθηκα, απ΄ αυτά, να ψυχολογήσω το κάθε παιδί και να βγάλω συμπέρασμα για το περιβάλλον του. Και ιδού, την ώρα αυτής της περιδιάβασης, μεταξύ, συνολικά, 300 πάνω κάτω παιδιών για φέτος, σε ένα, μόνο σε ένα θρανίο, είδα μια μικρή εικονίτσα. Αιφνιδιάστηκα γιατί, ακόμη και αυτή η μοναδική εξαίρεση, είχε αποκλειστεί εντελώς στο μυαλό μου. Και θυμήθηκα πως, μόλις(;) 40 χρόνια πριν, τα μισά τουλάχιστον παιδιά, εν ώρα εξετάσεων, είχαμε μπροστά μας από μια εικονίτσα.

Γυρίζοντας σπίτι, η εικονίτσα του θρανίου δεν μου έφυγε από το μυαλό και παρά τις τόσες υποχρεώσεις, υπέκυψα στη νοσταλγία και αναζήτησα σε ένα μικρό ξύλινο κουτί παιδικών και μαθητικών αναμνήσεων τη μικρή εικονίτσα που με συνόδευσε από την Α΄ Γυμνασίου μέχρι και τις Πανελλήνιες, τις πρώτες Πανελλήνιες, που έμελλε, από το πρώτο κιόλας μάθημα, να στιγματιστούν από την υποκλοπή των θεμάτων. Σύνολο έξι χρόνια, με διπλές εξετάσεις, χειμερινές και θερινές.

Η παλιά εικονίτσα μου δεν ήταν σπανία. Με δυτικότροπο στυλ, έδειχνε τον Χριστό να προσεύχεται στον κήπο της Γεσθημανή, λίγο πριν την σύλληψή Του. Εικονίτσα κοινή, κοινότατη, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η εικονίτσα όμως αυτή ήταν και παρέμεινε για τέσσερεις δεκαετίες και βάλε, η μία, η μοναδική, η δική μου εικονίτσα, δοσμένη από χέρι γονιού που πια δε ζει και με ευχές καρδιάς, τόσο σπάνιες, όσο οι έντιμοι πολιτικοί. Την κράτησα στα χέρια μου και αναλογιστικά ποσά γραπτά είδε να γράφω. Πού πήγαν όλες εκείνες οι ώρες των διαγωνισμών; Πού να βρίσκονται οι σφραγισμένες κόλλες, οι χαραγμένες με τον κόπο μου; Ποια ήταν η τύχη τους; Κι εκείνα τα κατεβατά, ο καρπός ατελείωτών ωρών διαβάσματος και αγωνίας, πού νάναι;

Όλα πέρασαν, όλα χάθηκαν και έμεινε μόνο αυτή η εικονίτσα να βρίσκεται μέσα στο ξύλινο κουτί και να αρνιέται να μ΄ εγκαταλείψει. Ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά το κάθε τετραγωνικό χιλιοστό της: Το σπαρακτικό βλέμμα του Χριστού που τρυπάει τη νύχτα, τα σταυρωμένα Του χέρια, το φως του φεγγαριού στο βάθος, το απειλητικό σκοτάδι που σε λίγο θα φέρει τον προδότη μαθητή για το φίλημα της προδοσίας!

Είμαι βέβαιος όμως πως και η εικονίτσα με ξέρει καλά. Σίγουρα θυμάται, πόσες φορές ζήτησα τη βοήθεια της την ώρα της παράδοσης των θεμάτων, τις στιγμές του πανικού για απαντήσεις άγνωστες, για το θέμα που έπεσε αλλά δεν ήταν ΣΟΣ, για τη μνήμη που λίγο πριν τά ΄ξερε όλα και τώρα με πρόδιδε! Ήταν στιγμές που παρακαλούσα τον Χριστό της εικονίτσας, να ξεχάσει λίγο το μαρτύριο που έρχεται και να προσευχηθεί στον Θεό Πατέρα να μου φανερώσει τη λύση σε δύσκολες εξισώσεις ή στη σύνταξη του άγνωστου κειμένου. Θα σας το ομολογήσω : Ποτέ δε μου ΄κάνε το χατήρι! Κι όταν το παράκανα με την επιμονή μου, σαν να άκουγα μια φωνή να βγαίνει απ’ το χρωματισμένο χαρτί και να μου λέει:

«Εγώ μυαλό σού ΄δωσα. Ας διαβάζες περισσότερο!»

Κι όμως, κακία δεν κράτησα ποτέ στην εικονίτσα. Γιατί ποτέ της δεν με πρόδωσε. Για μένα ήτανε πάντα μια παρουσία, μια συντροφιά, μια υποψία πως εκεί έξω ένας άλλος πλατύτερος κόσμος υπάρχει και με περιμένει να μου μάθει πράγματα που ακόμη δεν είχα βαλθεί να ρωτήσω σοβαρά. Ήταν αυτή η βεβαιότητα πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος απ΄ αυτόν που αντιλαμβάνονται τα μάτια και τ΄ αυτιά και η εικονίτσα αυτή ήταν ένα παράθυρο ανοιχτό σε μυστικά χρώματα και ήχους. Κι ερχόντουσαν στιγμές που το άγχος εξαερωνόταν και το μυαλό ονειρευόταν έναν κόσμο που δεν πιέζει, δεν επιβάλλεται, δεν βαθμολογεί, αλλά μόνον κανακεύει, ενθαρρύνει και υπόσχεται.

Η εικόνιτσα μου, αυτή του θρανίου των διαγωνισμών μου, τράβηξε πολλά από την πρώτη στιγμή που συμπορευτήκαμε: Πειράγματα και δηλητηριώδη σχολιάκια. Πρώτα των αγαπημένων μου παλιών συμμαθητών: Άλλοι μού την έλεγαν «γούρι» και κάποιοι άλλοι βάλθηκαν να μας χωρίσουν με λογικά επιχειρήματα για την εξήγηση του θρησκευτικού φαινομένου και ατράνταχτες αποδείξεις για την ανυπαρξία του Θεού. Ήρθαν στιγμές που δεν είχα τι ν΄ απαντήσω. Όταν πια η πίεση γινόταν μεγάλη, ένα πείσμα μ΄ έπιανε, κόντρα σε όλα, να υπερασπιστώ την εικονίτσα μου και να μην την πουλήσω.

Το σχολείο τέλειωσε, ήρθε το Πανεπιστήμιο. Κ εκείνη, αν και εξαφανίστηκε από τα φοιτητικά έδρανα, τοποθετήθηκε στο μικρό αναγνωστήριο της καρδιάς. Μα ακόμη και τότε, οι επιθέσεις, μικρές και μεγάλες, στην εικονίτσα μου συνεχίστηκαν. Οι τετράγωνοι συλλογισμοί των νεανικών μου χρόνων έφτασαν στο τσακ να την απομυθοποιήσουν και να μας οδηγήσουν σε ένα πολιτισμένο και συναινετικό διαζύγια. Ήρθε αργότερα η μανία με την ψυχολογία! Και τι δεν άκουσε! Πώς είναι δείγμα ψυχολογικής ανωριμότητας, άρνηση χειραφέτησης από την πατρική εξουσία, κεκτημένη ταχύτητα από άλλες εποχές, άρνηση να αμφισβητήσω τις σταθερές των περασμένων γενεών, έκφραση ανασφάλειας, μετασχηματισμός ορμών κλπ κλπ. Αλλά και η ακαδημαϊκή σπουδή στη θεολογία δεν της χαρίστηκε: Ο Μπούλτμαν και η παρέα του τη βάλανε στόχο: Ο ιστορικός Ιησούς άρχισε να παλεύει στα μαρμαρένια αλώνια του μυαλού μου με τον Ιησού της πίστεως, η ατομική θρησκευτικότητα να κονταροχτυπιέται με το Εκκλησιαστικό γεγονός και η γοητεία της ερμηνείας των Βιβλικών κειμένων βάλθηκε να προσπαθεί να ξεριζώσει τη ζεστασιά της και να την αναλύσει στη βάση των στοιχείων της επιστήμης: Πού είναι σήμερα ο κήπος της Γεσθημανή, ποια είναι τα μεσσιανικά και προφητικά στοιχεία της τελευταίας αυτής προσευχής του Κυρίου κλπ, κλπ.

Ούτε η καλλιτεχνική σπουδή την λυπήθηκε: Στον προσευχόμενο γλυκό Χριστό μου εντοπίστηκαν σημάδια δυτικής επιρροής και, ούτε λίγο ούτε πολύ, άρχισα να βλέπω την εικονίτσα μου σαν Δούρειο Ίππο της εισβολής των Δυτικών στην Ορθόδοξη παράδοσή μου. Τα χρόνια συνέχισαν να περνούν και πολλές κρίσιμες και κομβικές στιγμές, είτε εξετάσεων είτε συναντήσεων, είτε δράσεων έγιναν χωρίς την παρουσία της. Και όταν ήρθε ο καιρός της θητείας στο ΠΝ και αργότερα της επαγγελματικής μου απασχόλησης, είδα την εικονίτσα μου κι όλα αυτά που αντιπροσώπευε να δέχονται διωγμούς χειρότερους απ΄ του Διοκλητιανού. Σε συζητήσεις με κληρούχες και συναδέλφους, αλλοτε σιώπησα, άλλοτε διαφώνησα με χιούμορ, άλλοτε συγκρούστηκα, ποτέ όμως δεν βρήκα το θάρρος να βρεθώ στο κέντρο του Κολοσσαίου και να κλείσω τα μάτια περιμένοντας να με κατασπαράξουν τα θηρία. Πάντα, την κρίσιμη στιγμή, κάποιος συμβιβασμός γινόταν και συνεχίζαμε όλοι ευχαριστημένοι. Άλλα φύγανε, αλλά μένουν και ποιος ξέρει τι έρχεται. Και σ’ όλα αυτά, σταθερά απόλυτη η εικονίτσα που τώρα κρατώ. Τελικά άντεξε! Δεν έχασε το χρώμα της και το παράθυρο που μου άνοιγε μένει ακόμη ανοιχτό.

Όλα πια είναι φανερά: Τόσα χρόνια, εγώ ήμουν αυτός που δοκίμαζε ασυνείδητα την εικονίτσα, όπως ο Πέτρος τον Διδάσκαλό του, την ώρα του χαμού:

«Κύριε», του είπε, «αν είσαι εσύ, πρόσταξε να περπατήσω πάνω στο κύμα».

Και ο Κύριος δεν θίχτηκε από την πρόκληση, δεν προσβλήθηκε από τη δοκιμή, ίσως και να το χάρηκε. Και του είπε:

«Ελθέ!»

Βλέπω κι εγώ την εικονίτσα μου, που περπάτησε πάνω στα χίλια μύρια κύματα της θαλασσοταραχής μου κι ακόμα μένει στεγνή, με λίγη ίσως υγρασία, εκεί στην άκρη της από μια στάλα δάκρυ. Και είναι αυτή που ανέλαβε να μου πει το «ελθέ» σε κυματοπορεία πολύ πιο ασφαλή από τις βέβαιες μεγάλες λεωφόρους που περπάτησα και σιγουριά ποτέ δεν βρήκα.

Η μέρα της τελευταίας επιτήρησης έρχεται. Τα θέματα θα δοθούν και σε δυο τρεις ώρες τα παιδιά θα βγουν στην αυλή. Το θέαμα το γνωρίζω: Γρήγορα, βιαστικά το καθένα θ΄ ανοίξει την οθόνη του και θα αναζητήσει την παρέα της κινούμενης εικόνας της. Μια σκέψη μου έρχεται: Μήπως η οθόνη του κινητού και του τάμπλετ είναι η εικονίτσα του 21ου αιώνα; Μοιάζει, μα κάτι είναι ριζικά διάφορο:

Η ακίνητη εικονίτσα μου έμοιαζε με μια ακύμαντη θάλασσα κι εγώ έμοιαζα με πλεούμενο που με ολάνοιχτα τα πανιά του ταξιδεύει. Τώρα, φοβάμαι πως η συναρπαστική κίνηση της οθόνης μοιάζει με πέλαγο τρικυμισμένο που πάνω της λικνίζονται άδεια μπιτόνια με το στόμιο ανοιχτό, που λες, λίγο να γείρουν θα γεμίσουν νερό και θα καταποντιστούν.

Μπορεί να είμαι η ηχώ ενός κόσμου που πέρασε, μπορεί και ν΄ αξιώθηκα μισή στιγμή ποιήσεως για να διακρίνω τα δύσκολα που έρχονται. Ό,τι και να συμβαίνει, Αυτός που διέσωσε την εικονίτσα μου θα διασώσει και τις ανθρώπινες εικονίτσες του. Εγώ πάντως τη στατιστική μου θα τη συνεχίσω. Κάθε φορά που θα βλέπω μια εικονίτσα στο θρανίο, θα ψιθυρίζω ένα «Δόξα τω Θεώ» που η ελπίδα δε χάθηκε. _

 Μια εικονίτσα στο θρανίο - Pemptousia

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Τὸ «νομίζω» τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ

 


Θυμᾶμαι τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ στὶς ὁμιλίες του συχνὰ νὰ χρησιμοποιεῖ τὴ λέξη «νομίζω». 

Ἄλλοτε πάλι, ἐπέλεγε κάποια ἐκτενέστερη διατύπωση γιὰ νὰ ὑπηρετήσει τοῦτο τὸ νόημα· ἔλεγε: «δὲν μιλῶ μὲ βεβαιότητα, ἔχω ὄμως τὴν αίσθηση…» ἢ «μπορεῖ νὰ κάνω καὶ λάθος, μὰ ἐπιτρέψτε μου νὰ καταθέσω στὴν κρίση σας …».

Τὸ «νομίζω» γιὰ τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ δὲν ἦταν ἕνα τέχνασμα, ἕνα σχῆμα ρητορικό. Τοῦτο μποροῦσε εὔκολα νὰ τὸ κατανοήσει κανεὶς ἀκούγοντάς τον. Δὲν ὑπῆρχε ἴχνος ἐπιτήδευσης στὸ λόγο του, μόνο ἕνας τόνος ἀγωνίας ποὺ ταιριάζει σὲ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἀναζητᾶ τὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς· σὲ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δὲν ἀρκεῖται σὲ κάτι λιγότερο ἀπὸ τὴν ἀλήθεια· σὲ ἐκεῖνον ποὺ τολμᾶ, τελικά, νὰ ἀναλάβει τὴν εὐθύνη τῆς διδαχῆς.

Τὸ «νομίζω» τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ εἶχε μιὰ γνησιότητα, ἀφοῦ ἦταν γέννημα ἑνὸς φρονήματος ταπεινοῦ, μιᾶς φυσικῆς εὐγένειας, καὶ μιᾶς – ἂς μᾶς ἐπιτραπεῖ ὁ ἰσχυρισμός – ἔμφυτης ντροπαλοσύνης. Μὰ ἦταν τελικὰ καὶ κάτι περισσότερο, κάτι πληρέστερο. Ἦταν μιὰ αὐθεντικὴ μαρτυρία τῆς ἐκκλησιαστικότητάς του.

Ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς δὲν πίστευε πὼς εἶχε κατακτήσει τὴν Ἀλήθεια. Ἐπεδίωξε στὸ βίο του νὰ σχετιστεῖ μὲ Αὐτὴν πρωτίστως διὰ τοῦ λόγου, μὰ ὄχι μόνο μὲ αὐτόν. Ἡ πείνα καὶ ἡ δίψα ποὺ αἰσθανόταν γιὰ τὸν Θεὸ ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια· ἡ αὐστηρότητα καὶ ἡ ἀπαιτητικότητα πρὸς τὸν ἑαυτό του· τὸ ἦθος τῆς ἐλευθερίας καὶ ἡ ὁρμὴ τοῦ ἔρωτα· οἱ σπουδές του καὶ οἱ πνευματικές του ἀναζητήσεις· ἡ ἀγάπη γιὰ τὴ φιλοσοφία, καὶ ὁ ἔρωτας γιὰ τὴ θεολογία· ἡ ἀνάδειξη τοῦ ἑλληνικοῦ τρόπου καὶ ἡ μετοχὴ στὰ κοινὰ τῆς πόλης· ἡ κοινωνία διὰ τῆς συγγραφῆς καὶ ἡ εὐθύνη τῆς διδασκαλίας περιγράφουν τὴ δική του σχέση ὡς πρόσωπο μὲ τὴν Ἀλήθεια.

Κι ὅμως αὐτὰ ποὺ ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς εἶχε γνωρίσει, αὐτὰ ποὺ εἶχε κατανοήσει, αὐτὰ ποὺ ἦταν σὲ θέση νὰ διδάξει, αὐτὰ ποὺ «ἀλήθευαν» τὸ δικό του βίο εἶχε τὴν τόλμη νὰ τὰ τοποθετεῖ δίπλα σὲ ἕνα «νομίζω». Μὰ γιατί;

Διότι ἔθετε τὴ γνώση, τὴ σκέψη καὶ τὴ γνώμη του στὴν κρίση τοῦ Δήμου, στὸ κοινὸ βίωμα τῶν πολλῶν, στὴν ἐμπειρία τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος.

Αὐτὸ τὸ «νομίζω» καθιστοῦσε τὸν Χρῆστο Γιανναρᾶ συνομιλητὴ μὲ τὴν πατερικὴ θεολογία τῆς Ἀνατολῆς. Τόσο στὸ περιεχόμενο ὅσο καὶ στὴν μεθοδολογία ἀκολουθοῦσε τοὺς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τοῦτο ἔχει ἰδιαίτερη σημασία ἂν ἀναλογιστοῦμε πὼς ἡ θεολογικὴ σκέψη στὴν Ἐλλάδα κατὰ τὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα ἔμοιαζε δέσμια τῆς ἀκαδημαϊκῆς δυτικῆς θεολογίας, μὲ ἔντονα τα στίγματα τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τοῦ πιετισμοῦ. Ὁ Γιανναρᾶς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς λίγους ποὺ τὸν καιρὸ ἐκεῖνο τόλμησαν νὰ στρέψουν τὴν ὀρθόδοξη θεολογία πρὸς τὶς ἀληθινές της πηγές: τοὺς Καππαδόκες Πατέρες, τὸν Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ.

Αὐτὸ τὸ «νομίζω» μεταμόρφωνε κάθε λόγο τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ σὲ ἕνα μυστικὸ διάλογο μὲ τὴν Ἐκκλησία, μὲ τὴν κοινωνία τῶν προσώπων. Γιʹ αὐτὸ ἐνῷ μιλοῦσε συνήθως σὲ μεγάλα ἀκροατήρια, εἶχες τὴν αἴσθηση πὼς ἀπευθυνόταν σὲ ἐσένα προσωπικά. Ἀναζητοῦσε τὶς ἀντιδράσεις ἐκείνων ποὺ τὸν ἀκούγαμε, τὴν ἐπιδοκιμασία, τὴν ἀπορία, τὴν ἀμφισβήτηση· τὴν ἔψαχνε στὶς ἀνεπαίσθητες κινήσεις τῶν προσώπων ποὺ στέκονταν ἀπέναντί του, στοὺς μορφασμοὺς καὶ στὰ χαμόγελα, μὰ κυρίως στὰ βλέμματα. Γιατὶ ὁ Γιανναρᾶς σὲ κοιτοῦσε στὰ μάτια ὅταν μιλοῦσε, ἀφοῦ δὲν κόμιζε μόνο, ἀλλὰ καὶ ἀναζητοῦσε ἀπαντήσεις σὲ ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα καταπιανόταν.

Ὅλοι ἐμεῖς ὡς Ἐκκλησία, ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια, μετείχαμε σὲ μιὰ μυσταγωγία τοῦ Λόγου διαβάζοντας τὰ κείμενα καὶ ἀκούγοντας τὰ ὁμιλήματα τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ.

Ἐκεῖνος ἔψαχνε μανικῶς τὴν Ἀλήθεια καὶ τὴν κατέθετε σὲ μᾶς γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουμε τὴν γνησιότητά της καὶ συνάμα γιὰ νὰ τραφοῦμε ἀπ’ αὐτήν· κι ἄλλοτε – γιατὶ κι αὐτὸ συνέβη – γιὰ νὰ σταθοῦμε μὲ ἐπιφύλαξη σὲ ἀπόψεις του ποὺ ἴσως ἀπέκλιναν ἀπὸ τὴν ἐμπειρία μας ὡς ἐκκλησιαστικὸ σῶμα, ὥστε νὰ διαλεχθοῦμε μὲ αὐτὲς καὶ μὲ τὰ ὑπαρκτὰ ἐρωτήματα ποὺ τὶς γεννοῦσαν, προσφέροντάς μας ἔτσι τὸ δώρημα τῆς συνειδητότητας.

 Ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς δὲν φοβήθηκε τὴν κρίση τῶν ἄλλων, οὔτε κἂν τὴν ἀπόρριψη, δὲν μιλοῦσε γιὰ νὰ κάνει ὀπαδοὺς ἢ σχολή, δὲν συνέγραφε γιὰ νὰ ὑποτάξει ἢ νὰ διχάσει.

Κι ἦταν τοῦτο φυσικὸ ἀφοῦ ὁ στοχασμός του δὲν ἔμοιαζε μὲ τὴ βιαία πνοὴ τῆς βεβαιότητας, ἀλλὰ μὲ τὴν λεπτὴ αὔρα ἑνὸς «νομίζω».

 

Δημοσιεύθηκε στὸ τεῦχος 380 (Ἰούλιος-Αὔγουστος 2025) τοῦ περιοδικοῦ Πειραϊκὴ Ἐκκλησία, μέσα στὰ πλαίσια τοῦ ἀφιερώματος «Χρῆστος Γιανναρᾶς»