ΚΑΘΕ ΑΓΙΟΣ όταν είναι ζωντανός βρίσκεται πάντα ΕΠΙ-ΚΗΡΥΓΜΕΝΟΣ, διότι ως αληθινός και τίμιος είναι πάντα απρόβλεπτος και μία ωρολογιακή βόμβα για τα ανθρώπινα στεγανά καθεστώτα.(Βλ.Άγιο Αθανάσιο ,Άγιο Νεκτάριο, Άγιο Γαβριήλ εκ Γεωργίας κ.α.)
ΚΑΘΕ ΑΓΙΟΣ όταν είναι ζωντανός βρίσκεται πάντα ΕΠΙ-ΚΗΡΥΓΜΕΝΟΣ, διότι ως αληθινός και τίμιος είναι πάντα απρόβλεπτος και μία ωρολογιακή βόμβα για τα ανθρώπινα στεγανά καθεστώτα.(Βλ.Άγιο Αθανάσιο ,Άγιο Νεκτάριο, Άγιο Γαβριήλ εκ Γεωργίας κ.α.)
«Χριστιανός άθεος» ή πιστεύοντας στον Θεό,
Η έκφραση «χριστιανός άθεος» αποτελεί εκ πρώτης όψεως οξύμωρο σχήμα, δεδομένου ότι συνδυάζει δύο φαινομενικά αντιφατικούς όρους. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η συγκεκριμένη αντιφατική έκφραση περιγράφει μια πολύπλευρη πνευματική πραγματικότητα, που αναδεικνύει με αυξανόμενη ένταση, την απόσταση ανάμεσα στην ομολογία της πίστης και την πραγματική υπαρξιακή συμμετοχή στη ζωή του Θεού.[1]
Η βιβλική παράδοση αναφέρεται επανειλημμένα στον κίνδυνο μίας «νεκρής πίστεως», δηλαδή μίας πίστεως που δεν συνοδεύεται από έργα, όπως αναπτύσσεται ρητώς στην καθολική επιστολή του Ιακώβου.[2] Επιπλέον, συναντούμε την πραγματικότητα της υποκριτικής λατρείας, όταν ο άνθρωπος τιμά τον Θεό με τα χείλη, ενώ η καρδιά του παραμένει μακριά απ’ Αυτόν.[3] Από τα αποστολικά μάλιστα χρόνια, η Εκκλησία βρέθηκε αντιμέτωπη με το φαινόμενο εκείνων των «αθέων πιστών», εκείνων που είχαν μόνο μία επιφανειακή εξωτερική μορφή ευσέβειας, αλλά ταυτόχρονα είχαν αρνηθεί τη δύναμη αυτής. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμήνευσαν την κατάσταση αυτή όχι απλώς ως ηθική αδυναμία, αλλά ως απώλεια της ζωντανής και προσωπικής σχέσης με τον Χριστό, που καλείται να αποκαταστήσει η μετάνοια, η προσευχή και η μυστηριακή ζωή.
Στο σύγχρονο κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι, όπου κυριαρχούν η εκκοσμίκευση, ο ατομικισμός, ο σχετικισμός, ο άκρατος και άκριτος δικαιωματισμός και η λειτουργική «κατανάλωση» της θρησκείας, το φαινόμενο του «χριστιανού αθέου» καθίσταται ολοένα και πιο διαδεδομένο. Συχνά η πίστη περιορίζεται σε μια θεωρητική αποδοχή, σε μια απλή πολιτισμική ταυτότητα ή ακόμα και σε έναν «ασφαλιστικό μηχανισμό» απέναντι στον θάνατο, χωρίς να παράγει ουσιαστική υπαρξιακή μεταμόρφωση στον άνθρωπο. Η στοχευμένη αντιμετώπιση αυτής της εσωτερικής κρίσης προϋποθέτει από την Εκκλησία μια ποιμαντική προσέγγιση που δεν αρκείται στην καταγγελία, αλλά παρακινεί τον άνθρωπο να εισέλθει ξανά σε μια βαθύτερη και ζωντανή σχέση με τον Ζώντα Θεό.
Επομένως, ο όρος «χριστιανός άθεος» δεν πρέπει να ερμηνευτεί απλώς ως κριτική προς όσους επιδεικνύουν «ελλιπή» πίστη, αλλά ως ένα πνευματικό σύμπτωμα που απαιτεί από την Εκκλησία να προβεί σε εσωτερική αυτοκριτική και να καλλιεργήσει ποιμαντικές παρεμβάσεις με υπευθυνότητα και ευαισθησία. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δεν αφορά αποκλειστικά τον «άλλον», αλλά συχνά αντανακλά και πτυχές της δικής μας προσωπικής ζωής, ειδικά όταν αυτή απομακρύνεται από την καθημερινή εμπειρία της χάριτος.
1. Χαρακτηριστικά του «χριστιανού αθέου»
Σύμφωνα με την ποιμαντική πρακτική, ο «χριστιανός άθεος» παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα (αναφέρονται επιγραμματικά, καθώς η αναλυτική παρουσίασή τους θα υπερέβαινε κατά πολύ τα όρια του παρόντος σύντομου κειμένου), τα οποία μαρτυρούν ασυνέπεια μεταξύ ομολογίας πίστεως και καθημερινής ζωής. Έτσι, ένας «χριστιανός άθεος» μπορεί να:
1. Πιστεύει στον Θεό χωρίς να Τον γνωρίζει σε προσωπικό επίπεδο.
2. Πιστεύει στον Θεό, ωστόσο δεν προσεύχεται.
3. Πιστεύει στον Θεό, αλλά δεν Τον εμπιστεύεται στις πρακτικές επιλογές της καθημερινότητας.
4. Πιστεύει στον Θεό, αλλά αμφιβάλλει για την δικαιοσύνη και την αγάπη Του.
5. Πιστεύει στον Θεό, αλλά εκφράζει αμφιβολίες ή απορρίπτει την Εκκλησία ως θεσμό.
6. Πιστεύει στον Θεό, όμως εμπιστεύεται περισσότερο τα χρήματα.
7. Πιστεύει στον Θεό, αλλά αδυνατεί να συγχωρεί τους συνανθρώπους του.
8. Πιστεύει στον Θεό, αλλά ζει κυρίως για την προσωπική του άνεση και υλική ευημερία.
9. Πιστεύει στον Θεό, αλλά αποφεύγει την ενεργή μυστηριακή ζωή.
10. Πιστεύει στον Θεό, αλλά απομακρύνεται από τη ζωντανή συμμετοχή στη ζωή της εκκλησιαστικής κοινότητας.
11. Πιστεύει στον Θεό, αλλά αγνοεί την Αγία Γραφή.
12. Πιστεύει στον Θεό, αλλά δεν ενσωματώνει τις χριστιανικές αξίες στις καθημερινές ηθικές και υπαρξιακές επιλογές του.
13. Πιστεύει στον Θεό, όμως αδυνατεί να υπομένει τον πόνο, τις δοκιμασίες και τους πειρασμούς.
14. Πιστεύει στον Θεό, αλλά απορρίπτει την έμπρακτη μετάνοια.
15. Πιστεύει στον Θεό, αλλά αγνοεί συστηματικά τη σημασία της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αγάπης προς τον πλησίον και της φιλανθρωπίας.
16. Πιστεύει στον Θεό, αλλά επιδιώκει μια επιφανειακή θρησκευτικότητα χωρίς ριζική μεταμόρφωση του νου και της καρδιάς, του «έσω ανθρώπου».
17. Πιστεύει στον Θεό, αλλά περιορίζεται σε «από μηχανής» θρησκευτικές συνήθειες.
18. Πιστεύει στον Θεό, αλλά συγχέει την πνευματική ζωή με μια αόριστη ηθικολογία.
19. Πιστεύει στον Θεό, όμως δεν θεωρεί τη σχέση μαζί Του ως ζωντανή κοινωνία, αλλά ως απλή ιδεολογική αναφορά.
20. Ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό….
2. Ποιμαντική προοπτική
Η απλή παράθεση των χαρακτηριστικών του φαινομένου του «χριστιανού αθέου» δεν αποσκοπεί στην καταδίκη ή τον στιγματισμό, αλλά παρακινεί και καθοδηγεί την ποιμαντική διακονία με στόχο την ενίσχυση της αυθεντικής και βιωματικής σχέσης του πιστού με τον Θεό. Η ποιμαντική προσέγγιση απαιτεί διάκριση, ευαισθησία και συστηματική καθοδήγηση από τον ποιμένα ή τον κάθε λαϊκό χριστιανό, ο οποίος οφείλει να προσεγγίζει όσους βιώνουν αυτήν την πνευματική αντίφαση με μεθόδους ικανές να στηρίζουν την προσωπική μεταμόρφωση και την ενεργό συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας.
Η ποιμαντική διακονία απέναντι στον «χριστιανό άθεο» χρειάζεται να είναι βαθιά εμπνευσμένη από το πνεύμα της Ορθόδοξης παράδοσης και του Ευαγγελίου, με καρδιά ανοιχτή και χέρια που αγκαλιάζουν. Πρωταρχικός στόχος είναι η αγαπητική, αλλά σταθερή καθοδήγηση του «χριστιανού αθέου» προς τη ζωντανή πίστη, μέσα από την αναγνώριση και την αποδοχή των πνευματικών αδυναμιών και των στρεβλώσεών του. Αυτό σημαίνει ότι ο πιστός καλείται να εισέλθει στην πνευματική άσκηση της ταπεινής και καθοδηγούμενης αυτοκριτικής, μέσα στην ζωντανή αγκαλιά της Εκκλησίας. Εκεί, μέσω του ιερού μυστηρίου της Μετανοίας και Εξομολογήσεως, φανερώνεται η ιαματική δωρεά του Θεού, η οποία διαλύει τα σκοτάδια, ελευθερώνει από την εσωτερική ξηρασία και γεμίζει την ψυχή με το φως και τη δύναμη της θείας χάριτος.
Η καθημερινή προσευχή οφείλει να γίνει το βασικό στοιχείο της ζωής του πιστού, ως συνάντηση της ψυχής με τον ζωντανό Θεό. Τα μυστήρια της Εκκλησίας, από το Βάπτισμα μέχρι τη Θεία Κοινωνία, να γίνουν γέφυρες μυστικής ένωσης με τον Χριστό, αναγεννώντας τον άνθρωπο εκ των έσω, ώστε η πίστη να φανερώνεται όχι μόνο ως θεωρία, αλλά ως βιωμένη πραγματικότητα και πηγή εκκλησιαστικής ενότητας.
Επιπρόσθετα, ο διάλογος και η συμβουλευτική είναι συστατικά μέρη της ποιμαντικής προσέγγισης. Με υπομονή και αγάπη, ο ποιμένας ακούει τον πιστό, στέκεται δίπλα του στα αδιέξοδα και στις εσωτερικές συγκρούσεις, και μέσα από την πνευματική νουθεσία και την ποιμαντική συμβουλευτική, φωτίζει τα σκοτεινά σημεία της ψυχής, ώστε να γεννηθούν η ελπίδα και η πνευματική ωριμότητα.
Τέλος, η ενορία, ως ζώσα εκκλησιαστική κοινότητα, καλείται να στηρίξει τον «χριστιανό άθεο» με ζεστή αγκαλιά, ενισχύοντας την ενεργό συμμετοχή του στα φιλανθρωπικά και κοινωνικά έργα, εκεί όπου γίνεται πράξη η πίστη και ζωντανεύει το Ευαγγέλιο στο πρόσωπο του άλλου. Η ποιμαντική διακονία λειτουργεί ως σπόρος ενσυνείδητης και ευαγγελικής ζωής, βοηθώντας τον πιστό να παίρνει καθημερινές αποφάσεις που αναδεικνύουν την πίστη ως τρόπος ζωής και όχι ως απλή θεωρία.
Η ποιμαντική τέχνη και επιστήμη δεν αποβλέπει απλώς σε εξωτερικές αλλαγές, αλλά στην αναγέννηση της πίστης ως απτής και βιωμένης εμπειρίας του ζωντανού Θεού, η οποία μεταμορφώνει τον άνθρωπο ολοκληρωτικά και τον καθιστά φως στον κόσμο, ζωντανή μαρτυρία της Εκκλησίας ως σώμα Χριστού. Μόνο έτσι ένας «χριστιανός άθεος» μπορεί να μεταμορφωθεί σε «ὑπηρέτη Χριστοῦ καὶ οἰκονόμο τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ».[4]
Ο κ. Χρήστος Γιανναράς ήταν καλεσμένος στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Ασπροπύργου τον Φεβρουάριο του 2010 και μίλησε με θέμα: "Η Ελληνικότητα ως προσωπική εύρεση". Στην ομιλία του αναρωτήθηκε τι προσφέρει στη πληρότητα της ζωής η ελληνική πολιτισμική ταυτότητα και αναφέρθηκε στο ζήτημα της ύπαρξης μιας στάσης ζωής που εξυπηρετεί συγκεκριμένες ανάγκες ενός τρόπου του βίου (πολιτισμού), που ενδιαφέρει παναθρώπινα, και θα μπορούσε μέσα από όλες τις εκφάνσεις του (τέχνη, αρχιτεκτονική, μεταφυσική) να χαρακτηρισθεί ως ελληνική ιδιαιτερότητα. Στο τέλος ακολούθησε συζήτηση με τους συμμετέχοντες.
Στις δύσκολες ώρες του σταυρικού θανάτου του Χριστού και ενώ οι μαθητές του διασκορπίστηκαν «εις τα ίδια» τρομοκρατημένοι, αναλαμβάνουν δράση και κηδεύουν τον Ιησού οι κρυφοί μαθητές Ιωσήφ και Νικόδημος, συνεπικουρούμενοι από τις πανταχού παρούσες Μυροφόρες, που πλαισίωναν πάντα τη Μητέρα του Κυρίου (Κυριακή των Μυροφόρων).
«Άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας» ήταν ο Ιωσήφ και «ευσχήμων βουλευτής». Κατείχε το αξίωμα του βουλευτή, ήταν δηλαδή σεβαστό και επίσημο μέλος του ιουδαϊκού συνεδρίου. Αλλά ήταν και μαθητής του Ιησού, «κεκρυμμένος δε διά τον φόβον των Ιουδαίων». Είχε μαθητεύσει στον Χριστό, αλλά κρυφά, για να μη διακινδυνεύσει τη θέση του. Είχε εγκολπωθεί το κήρυγμα του Χριστού περί της Βασιλείας του Θεού και ανέμενε και αυτός τον ερχομό της.
Παρομοίως και ο Νικόδημος ήταν μέλος του συνεδρίου, από την τάξη των Φαρισαίων, «άρχων των Ιουδαίων» και «διδάσκαλος του Ισραήλ». Για να αποφύγει την πολεμική εκ μέρους των Φαρισαίων, πήγαινε και συνομιλούσε με τον Χριστό κρυφά τη νύχτα. Και πολλοί άλλοι «εκ των αρχόντων επίστευσαν» στον Χριστό, αλλά από τον φόβο των Φαρισαίων δεν το ομολογούσαν αυτό φανερά, για να μην τους διώξουν από τη συναγωγή. «Ίνα μη αποσυνάγωγοι γένωνται».
Θα έλεγε κανείς ότι ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος και άλλοι άρχοντες που πίστευαν κρυφά στον Χριστό, δεν τηρούσαν στάση σωστή. Μήπως αγάπησαν και αυτοί τη δόξα των ανθρώπων περισσότερο από τη δόξα του Θεού, όπως λέει για κάποιους ο ευαγγελιστής Ιωάννης; Όμως οι βιαστικές κρίσεις είναι πάντα επισφαλείς. Καλό είναι να αποφεύγονται. Όταν δεν περιμένουμε την τελική έκβαση των πραγμάτων, αλλά προδικάζουμε το αποτέλεσμα, μπορεί να πέσουμε έξω.
Έτσι και τα γεγονότα που συνόδευσαν το Πάθος του Χριστού, έφεραν τα άνω κάτω, ανέτρεψαν άρδην τις υπάρχουσες ισορροπίες. Οι φανεροί μαθητές κρύφτηκαν περιδεείς, ενώ οι κρυφοί τόλμησαν το αδιανόητο. Ο Ιωσήφ διαχώρισε τη θέση του στο συνέδριο και, κόντρα στη γνώμη των πολλών, αρνήθηκε ευθαρσώς να συνυπογράψει την καταδίκη του Χριστού. Και επειδή οι καταδικασμένοι σε σταυρικό θάνατο δεν θάπτονταν, αλλά ρίπτονταν βορά στα θηρία, ο Ιωσήφ δεν δίστασε να παρουσιαστεί στον Πιλάτο και να ζητήσει άδεια ταφής του Χριστού, την οποία και πραγματοποίησε με τη βοήθεια του Νικοδήμου. «Θάρσος έλαβον οι πρώην δειλιώντες».
Πόσο θα τους αδικούσαμε, αν σπεύδαμε να τους κρίνουμε πρόωρα, προ του τέλους, επιπόλαια!
Τον παλιό καιρό κάποτε ένα δεκάχρονο παιδί μπήκε σε κάποιο ζαχαροπλαστείο, κάθισε σ’ ένα τραπέζι και ρώτησε τη σερβιτόρα:
«Πόσο κάνει ένα παγωτό σοκολάτα με αμύγδαλα;»
«Εξήντα δραχμές», απάντησε εκείνη.
Το παιδί έβγαλε από την τσέπη μια χούφτα κέρματα κι άρχισε να μετράει.
«Και πόσο κάνει χωρίς αμύγδαλα;» ρώτησε ξανά λίγο μουδιασμένο.
Άλλοι πελάτες περίμεναν, η κοπέλα άρχισε να χάνει την υπομονή της με το παιδί που την καθυστερούσε.
«Σαράντα πέντε δραχμές», του είπε ενοχλημένη.
Το παιδί μέτρησε πάλι τα κέρματα και είπε:
«Θέλω ένα παγωτό σοκολάτα χωρίς αμύγδαλα».
Η σερβιτόρα έφερε την παραγγελία με την απόδειξη. Το παιδί έφαγε το παγωτό, πλήρωσε στο ταμείο και έφυγε. Όταν η σερβιτόρα ήρθε στο τραπέζι να μαζέψει, τα μάτια της δάκρυσαν. Δίπλα στο άδειο πιατάκι, τακτοποιημένα όμορφα, βρίσκονταν κέρματα αξίας δέκα πέντε δραχμών. Το παιδί στερήθηκε τα αμύγδαλα στο παγωτό του για να της αφήσει φιλοδώρημα. Μήπως ανήκεις και συ σ’ αυτούς που βγάζουν βιαστικά συμπεράσματα;
Χριστός ανέστη! Καλή, ευλογημένη εβδομάδα! Καλό μήνα!
Συχνά διαπιστώνουμε ὅτι καί πολλοί συνειδητοί χριστιανοί εἶναι δέσμιοι τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος, γι’ αὐτό καί δέν ἔχουν ἰδιαίτερη πνευματική πρόοδο. Ἀρέσκονται νά συζητοῦν γιά θέματα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, χωρίς ὡστόσο νά παίρνουν μερικές ἀποφάσεις πού εἶναι ἀναγκαῖες. Ἀδιαφοροῦν γιά οὐσιώδη ζητήματα καί καθήκοντα, γιατί τά θεωροῦν δεδομένα, ἀλλά εἶναι ἀνύπαρκτα στούς ἴδιους!