Γεώργιος
Σιδηρόπουλος, Καθηγητής Ιστορικής Γεωγραφίας Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Γνώρισα το Γέροντα στο Όρος. Η
συνοδεία μόλις είχε εγκατασταθεί προερχόμενη από τα Μετέωρα. Εγώ με μια ομάδα
ένδεκα γυμνασιόπαιδων, από την Ανάληψη στην Θεσσαλονίκη, με επικεφαλής τον
Σκρέκα τον Αργύρη (αργότερα π. Στέφανο στην Κωνσταμονίτου). Το μοναστήρι ακόμα
με το «χρώμα» της παλαιάς της συνοδείας. Ζητήσαμε τον ηγούμενο, είπαν ότι «δεν
ήταν σίγουρο», αλλά ήρθε. Μας μίλησε έξω στο μπαλκόνι του συνοδικού..
Αργότερα πλησίασα περισσότερο την Σιμωνόπετρα όταν στενός φίλος (π. Βενέδικτος),
προστέθηκε στην συνοδεία. Άρχισα να μαθαίνω για την βιωτή τους. Είχε μία φήμη
στα πνευματικά. Συγχρόνως και ένα ρόλο στην επάνδρωση του Αγίου Όρους. Τις
εσωτερικές μετακινήσεις – επανδρώσεις εντός της χερσονήσου, από τον πυρήνα του
Γέροντα Ιωσήφ και του Γέροντα Παϊσίου, ακολούθησαν οι εισροές απ’ έξω.
Οι Σιμωνοπετρίτες ήταν η πρώτη συνοδεία από αυτές το1973.
ρισκόμουν στο εξωτερικό για σπουδές. Τα διακυβεύματα επιτακτικά και μόλις
είχα γνωρίσει την μέλλουσα γυναίκα μου. Οι έσω αναζητήσεις, μου
υποδείκνυαν να ανεβάσω τους ρυθμούς. Ο γάμος έθεσε θέμα κοινής
καθοδήγησης πνευματικής. Η διερεύνηση έγινε συστηματική. Γνωρίζοντας το
μοναστήρι, ήθελα να βρεθώ μαζί τους, αλλά δεν φαίνονταν κάποιο παράθυρο
ανοικτό.
Η τρίτη φορά το 1980, ήταν καθοριστική, οπότε και η σύνδεση με τον γέροντα Αιμιλιανό.
Όχι τυχαία η ανάληψη κάποιου υπό την σκέπη του. Κανείς από τους φίλους μοναχούς
δεν ήταν ενθαρρυντικός στο αν θα με αναλάμβανε ο Γέροντας, ούτε και οι ίδιοι
φαίνεται ότι είχαν την ευλογία να προτείνουν. Ο Γέροντας είχε τα δικά του
κριτήρια για το ποιος θα έμπαινε υπό την πνευματική του εποπτεία. Είχα δει τον
γέροντα προηγουμένως μία, δυο φορές. Στη μία από αυτές με συμβούλεψε να
παντρευτούμε ένα χρόνο νωρίτερα στα δεκαεννιά, απ’ ό,τι τελικά το κάναμε. Πλην
όμως δεν ήξερα αν αυτό συνιστά υπαγωγή υπό την σκέπη του. Έθεσα το ερώτημα σε
κάποιον γέροντα. Με ρώτησε, «σου διάβασε την ευχή;». Πράγματι μου την είχε
διαβάσει σε εκείνη την επίσκεψη. Μου απάντησε «εντάξει, αυτό είναι».
Πράγματι έτσι ήταν. Μας σκέπασε στην αγκαλιά του. Το καταλάβαμε όχι μόνον
πνευματικά. Σκέφτονταν τα μικρά πράγματα, τα υλικά. Δεχόμασταν επιστολές,
μηνύματα, τηλεφωνήματά του. Γίναμε κοινωνοί του ενδιαφέροντος του, όχι όπως και
όποτε νομίζαμε αλλά απροειδοποίητα. Εκ των υστέρων γίνονταν αντιληπτό ότι τότε
έπρεπε. Μας ενίσχυσε και χρηματικά. Με μια περίεργη, όπως μου φάνηκε τότε
λογική. Δεν έκανε καμία υπόδειξη πως θα χρησιμοποιήσουμε τα χρήματα. Ήταν δώρο
χωρίς υλική υπόσταση, δώρα αγάπης,
δεν δεχτήκαμε χρήματα αλλά αγάπη. «Ὁ Θεός δίδει πᾶσιν ἀφειδῶς.» Άγ, Πέτρος Δαμασκηνός
(Φιλοκαλία), «Ἡ ἀγάπη… οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς» (Α´ Κορ. 13,5).
Πολύ αργότερα μιλώντας μας σχετικά, και γνωρίζοντας τα περιορισμένα μας
οικονομικά, μας συμβούλεψε «να κανονίζετε μόνο για το φαγητό και τα βιβλία
σας».

.jpg)

