Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

«Ψηλαφήσατέ με»!

 


Ήδη από την εποχή του Ομήρου, μια από τις βασικές σημασίες του ρήματος ψηλαφάω/ψηλαφώ είναι  «προσπαθώ να διαπιστώσω/ ελέγξω/ εξακριβώσω κάτι με τις άκρες των δακτύλων μου» (όπως συμβαίνει κατεξοχήν με κάποιον που είναι τυφλός/τυφλωμένος ή βρίσκεται σε σκοτεινό χώρο)….

          Στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του Θωμά –Ιωάν.20.19-31, ο Θωμάς απαντά στην ρητή πρόσκληση εκ μέρους του Αναστημένου Κυρίου «φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρα σου και βάλε στην πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος , αλλά πιστός» με τη φράση «ο Κύριός μου και ο Θεός μου», χωρίς να λέγεται ρητά ότι Τον ψηλάφησε. Στη συνείδηση ωστόσο της Εκκλησίας η ψηλάφηση αυτή έλαβε χώρα  καθώς στο Συναξάρι του Όρθρου αναφέρεται: «Τη αυτή ημέρα, Κυριακή Δευτέρα από του Πάσχα….εορτάζομεν…την του αγίου Αποστόλου Θωμά ψηλάφησιν».

          Πάντως η ψηλάφηση του Αναστημένου Χριστού δεν ήταν μόνο αίτημα του Θωμά, αλλά προτροπή του ίδιου του Αναστημένου Χριστού στους Μαθητές Του, όπως αναφέρεται στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο: «ίδετε τας χείρας μου και τους πόδας μου, ότι αυτός εγώ είμι. Ψηλαφήσατέ με και ίδετε, ότι πνεύμα σάρκα  και οστέα ουκ έχει καθώς εμέ θεωρείτε έχοντα» [= «δείτε  τα χέρια μου και τα πόδια μου-και  διαπιστώσετε- ότι εγώ ο ίδιος είμαι. Ψηλαφήσετέ και δείτε ότι δεν είμαι πνεύμα= φάντασμα] , διότι ένα πνεύμα-φάντασμα δεν έχει σάρκα καο οστά, όπως με βλέπετε εμένα να έχω»].

          Έτσι, δεν μας κάνει εντύπωση η δήλωση του Ιωάννη (όχι του Θωμά) στην αρχή κιόλας της Επιστολής του-Α΄ Ιωάν. 1.1-, «ο ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν…» [= «αυτό που έχουμε ακούσει, αυτό που έχουμε δει με τα μάτια μας, αυτό που παρατηρήσαμε/εξετάσαμε από κοντά και ψηλάφησαν τα χέρια μας..»].

          Υπόψιν, ότι το ρήμα θεάομαι / θεώμαι (του οποίου αόριστος είναι το εθεασάμεθα, που έχουμε εδώ) δεν σημαίνει απλώς βλέπω, αλλά εξετάζω με θαυμασμό, παρατηρώ, εξετάζω.

`Ανδρέας Μοράτος, «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ», φ. 1189

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Η ασθένεια της φιλαργυρίας

 


Η ασθένεια της φιλαργυρίας εκδηλώνετε με τρεις τρόπους, τους οποίους καταδικάζουν τόσο οι θείες γραφές , όσο και οι διδασκαλίες των Πατέρων. 

          Ο πρώτος τρόπος είναι  αυτός που κάνει τους ελεεινούς να αποχτούν και να μαζεύουν αυτά που δεν είχαν στον κόσμο. Ο δεύτερος είναι αυτός εκείνος που κάνει να ζητούν πίσω, αφού μια φορά απαρνήθηκαν τα χρήματα, ό, τι πρόσφεραν στον Θεό. Και ο τρίτος τρόπος είναι αυτός που, αφού κατ΄ αρχήν δέσει τον μοναχό με απιστία και χλιαρότητα, δεν του επιτρέπει να απαλλαγεί εντελώς από τα πράγματα του κόσμου, αλλά του υποβάλλει φόβο της φτώχειας και απιστία στην πρόνοια του Θεού.

          Αξιοκατάκριτα παραδείγματα των τριών αυτών τρόπων και μορφών φιλαργυρίας, όπως τα εξής:

          Ο Γιεζεί προσπαθώντας να αποχτήσει χρήματα που δεν είχε, έχασε το προφητικό χάρισμα, το οποίο ο διδάσκαλός του, ο Ελισσαίος ήθελε να του αφήσει ως κληρονομιά. Και έτσι αντί για ευλογία κληρονόμησε την κατάρα του προφήτη λέπρα αγιάτρευτη. ( Δ΄Βας. 5, 27).

          Και ο Ιούδας, όταν θέλησε να πάρει χρήματα, που προηγουμένως ακολουθώντας το Χριστό τα είχε πετάξει από πάνω του, όχι μόνο  ξέπεσε από την ομάδα των αποστόλων ξεγλιστρώντας  στην προδοσία του Δεσπότη Χριστού, αλλά και την ίδια τη σωματική του ζωή, έχασε δίνοντάς της βίαιο τέρμα (Ματθ. Κζ΄5).

          Ο Ανανίας και η Σαπφείρα πάλι, επειδή κράτησαν μερικά από αυτά που είχαν αποχτήσει, τιμωρήθηκαν με θάνατο που τον απάγγειλε το αποστολικό στόμα (Πραξ. Ε΄ 5-10).

          «ΜΙΚΡΗ ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ»

Αναστάσιμες ανταύγειες» - Ομιλία του πατρός Σπυρίδωνος Βασιλάκου, στον Άγιο Νικόλαο Φιλοπάππου

 


Άγιος Νικόλαος Φιλοπάππου

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Εσύ μήπως είσαι βολεμένος;

 


ΚΑΘΕ ΑΓΙΟΣ όταν είναι ζωντανός βρίσκεται πάντα ΕΠΙ-ΚΗΡΥΓΜΕΝΟΣ, διότι ως αληθινός και τίμιος είναι πάντα απρόβλεπτος και μία ωρολογιακή βόμβα για τα ανθρώπινα στεγανά καθεστώτα.(Βλ.Άγιο Αθανάσιο ,Άγιο Νεκτάριο, Άγιο Γαβριήλ εκ Γεωργίας κ.α.)

Μετά Θάνατον όμως καθίσταται εξ αντιθέτου ΑΝΑ-ΚΗΡΥΓΜΕΝΟΣ αφού ως νεκρός είναι ακίνδυνος και ασφαλής για την ψευτιά αυτού του κόσμου.
Κάθε Χριστιανός λοιπόν ως μιμητής του ίδιου του αντιλεγόμενου Χριστού(Λουκ.β΄,34) πρέπει πάντα να είναι και ετούτος αντιλεγόμενος ,μη προσδιορίσιμος σε ανθρώπινα καλούπια, κατηγορίες και ομοιομορφίες και να μην τον συλλαμβάνει κανένας πουθενά , ως αεικίνητο μέσα στην Θεϊκή απέραντη αλήθεια , πράγμα το οποίο θα τον καθιστά πάντα απρόβλεπτο και επικίνδυνο λαμβάνοντας μοιραίως τον δρόμο της απόρριψης και της αποδοκιμασίας.
Εσύ λοιπόν είσαι αντιλεγόμενος 
ή έχεις εξασφαλιστεί ήδη στα αεροστεγή συρταράκια και την επιδοκιμασία των ανθρώπων ;
π.Διονύσιος Ταμπάκης

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Xρ. Γιανναράς: Η διαχρονία του Ελληνικού τρόπου


 1) Τι σήμαινε «κατ’ αλήθειαν βίος» για τους αρχαίους Έλληνες; Πώς σχηματίζεται το κατόρθωμα της πόλεως και της κοινωνίας των σχέσεων; Υπάρχουν δείγματα αυτής της προτεραιότητας σε μεταγενέστερες ιστορικές περιόδους της πατρίδας μας;

2) Πώς κατέστη δυνατός ο πολιτιστικός εξελληνισμός, η ένδοθεν άλωση της πανίσχυρης Ρωμαικής Αυτοκρατορίας; 3) Πώς απάντησε ο χριστιανισμός στις μεταφυσικές αναζητήσεις του ελληνισμού; 4) Είναι η γλώσσα μας το πιο απτό τεκμήριο της διαχρονικής μας συνέχειας; Πώς η αρχαία ελληνική γλώσσα υπηρέτησε το άθλημα της πολιτικής τέχνης στην κλασσική περίοδο, αλλά και το πρωταρχικό βιωματικό περιεχόμενο της χριστιανικής εκκλησιαστικής εμπειρίας; 5) Υπάρχει σύνδεση του αρχαιοελληνικού φιλοσοφικού λόγου με τον λόγο των Πατέρων της Εκκλησίας; 6) Η Βυζαντινή εκκλησίας των πιστών είχε στοιχεία πολιτικού γεγονότος; Είχε αυτή η κοινωνία σχέσων διοικητικές προεκτάσεις; 7) Υπάρχει ποιοτική συνέχεια μεταξύ βυζαντινής και αρχαιοελληνικής τέχνης; 8) Πως μπορεί να εξηγηθεί η διατήρηση της ελληνικής συνειδήσεως και η αξιοθαύμαστη αντοχή της στα 400 χρόνια σκλαβιάς κατά την τουρκοκρατία; 9) Έχετε αναφέρει ότι για να ερμηνεύσει κανείς τα γραφόμενα του Στρατηγού Μακρυγιάννη χρειάζεται να έχει γνώση της εκκλησιαστικής εμπειρίας. Πως συνέβη να έχει ο Μακρυγιάννης αυτήν την εμπειρία μετά τα 400 χρόνια σκλαβιάς και ο σύχρονος έλληνας να την έχει χάσει σε πολύ πιο σύντομο χρονικό διάστημα και σε συνθήκες ελευθερίας ως επί το πλείστον; 10) Ποιός ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας που οδήγησε στην σημερινή πολιτιστική αλλοτρίωση; Τι τους έκανε να αδιαφορήσυον για το μεγαλείο και την χαρά που τους έδινε η πατροπαράδοτη πολιτιστική τους πρόταση και να ζηλέψουν μια πρόταση που απευθύνεται στα κατώτερα ένστικτα του ανθρωπίνου γένους; 11) Πως θα μπορούσε ο σύγχρονος άνθρωπος να νιώσει την ανάγκη για συμμετοχή στην κοινωνία των σχέσεων και νιώσει την χαρά του αθλήματος όντας απόλυτα προσηλωμένος στον υλικό κόσμο της χρησιμοθηρίας; 12) Είναι δυνατόν να μεταλαμπαδευθεί ο έρωτας για την μεταφυσική; Διαδικτυακή συζήτηση την Κυριακή 17 Οκτωβρίου του 2021, με την ελληνική κοινότητα στο Pawtucket, της πολιτείας του Rhode Island των ΗΠΑ. (   • Η διαχρονία του Ελληνικού τρόπου (Συζήτηση)  ) ► Κάντε εγγραφή (Subscribe) 🙏 στο κανάλι του αντιφώνου. 📌 Ιστοσελίδα: www.Antifono.gr 💪 Υποστήριξη: www.antifono.gr/support 😁 Facebook: www.facebook.com 📩 Στείλτε μας μήνυμα: antifono@gmail.com

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

«Χριστιανός άθεος» ή πιστεύοντας στον Θεό, αλλά ζώντας σαν Αυτός να μην υπάρχει - π. Χριστοφόρου Χρόνη



 «Χριστιανός άθεος» ή πιστεύοντας στον Θεό, 

αλλά ζώντας σαν Αυτός να μην υπάρχει
 
Πρωτοπρεσβυτέρου Χριστοφόρου Χρόνη
Κληρικού Ι. Μ. Αιτωλίας κ΄ Ακαρνανίας 
(Εφημερίου Ι. Ν. Αγίου Χριστοφόρου Αγρινίου)
Επίκουρου Καθηγητή στο ΕΚΠΑ
Θεολογική Σχολή-Τμήμα Θεολογίας
 

         Η έκφραση «χριστιανός άθεος» αποτελεί εκ πρώτης όψεως οξύμωρο σχήμα, δεδομένου ότι συνδυάζει δύο φαινομενικά αντιφατικούς όρους. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η συγκεκριμένη αντιφατική έκφραση περιγράφει μια πολύπλευρη πνευματική πραγματικότητα, που αναδεικνύει με αυξανόμενη ένταση, την απόσταση ανάμεσα στην ομολογία της πίστης και την πραγματική υπαρξιακή συμμετοχή στη ζωή του Θεού.[1]

         Η βιβλική παράδοση αναφέρεται επανειλημμένα στον κίνδυνο μίας «νεκρής πίστεως», δηλαδή μίας πίστεως που δεν συνοδεύεται από έργα, όπως αναπτύσσεται ρητώς στην καθολική επιστολή του Ιακώβου.[2] Επιπλέον, συναντούμε την πραγματικότητα της υποκριτικής λατρείας, όταν ο άνθρωπος τιμά τον Θεό με τα χείλη, ενώ η καρδιά του παραμένει μακριά απ’ Αυτόν.[3] Από τα αποστολικά μάλιστα χρόνια, η Εκκλησία βρέθηκε αντιμέτωπη με το φαινόμενο εκείνων των «αθέων πιστών», εκείνων που είχαν μόνο μία επιφανειακή εξωτερική μορφή ευσέβειας, αλλά ταυτόχρονα είχαν αρνηθεί τη δύναμη αυτής. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμήνευσαν την κατάσταση αυτή όχι απλώς ως ηθική αδυναμία, αλλά ως απώλεια της ζωντανής και προσωπικής σχέσης με τον Χριστό, που καλείται να αποκαταστήσει η μετάνοια, η προσευχή και η μυστηριακή ζωή.

        Στο σύγχρονο κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι, όπου κυριαρχούν η εκκοσμίκευση, ο ατομικισμός, ο σχετικισμός, ο άκρατος και άκριτος δικαιωματισμός και η λειτουργική «κατανάλωση» της θρησκείας, το φαινόμενο του «χριστιανού αθέου» καθίσταται ολοένα και πιο διαδεδομένο. Συχνά η πίστη περιορίζεται σε μια θεωρητική αποδοχή, σε μια απλή πολιτισμική ταυτότητα ή ακόμα και σε έναν «ασφαλιστικό μηχανισμό» απέναντι στον θάνατο, χωρίς να παράγει ουσιαστική υπαρξιακή μεταμόρφωση στον άνθρωπο. Η στοχευμένη αντιμετώπιση αυτής της εσωτερικής κρίσης προϋποθέτει από την Εκκλησία μια ποιμαντική προσέγγιση που δεν αρκείται στην καταγγελία, αλλά παρακινεί τον άνθρωπο να εισέλθει ξανά σε μια βαθύτερη και ζωντανή σχέση με τον Ζώντα Θεό.

        Επομένως, ο όρος «χριστιανός άθεος» δεν πρέπει να ερμηνευτεί απλώς ως κριτική προς όσους επιδεικνύουν «ελλιπή» πίστη, αλλά ως ένα πνευματικό σύμπτωμα που απαιτεί από την Εκκλησία να προβεί σε εσωτερική αυτοκριτική και να καλλιεργήσει ποιμαντικές παρεμβάσεις με υπευθυνότητα και ευαισθησία. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δεν αφορά αποκλειστικά τον «άλλον», αλλά συχνά αντανακλά και πτυχές της δικής μας προσωπικής ζωής, ειδικά όταν αυτή απομακρύνεται από την καθημερινή εμπειρία της χάριτος.

         1. Χαρακτηριστικά του «χριστιανού αθέου»

         Σύμφωνα με την ποιμαντική πρακτική, ο «χριστιανός άθεος» παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα (αναφέρονται επιγραμματικά, καθώς η αναλυτική παρουσίασή τους θα υπερέβαινε κατά πολύ τα όρια του παρόντος σύντομου κειμένου), τα οποία μαρτυρούν ασυνέπεια μεταξύ ομολογίας πίστεως και καθημερινής ζωής. Έτσι, ένας «χριστιανός άθεος» μπορεί να:

1. Πιστεύει στον Θεό χωρίς να Τον γνωρίζει σε προσωπικό επίπεδο.

2. Πιστεύει στον Θεό, ωστόσο δεν προσεύχεται.

3. Πιστεύει στον Θεό, αλλά δεν Τον εμπιστεύεται στις πρακτικές επιλογές της καθημερινότητας.

4. Πιστεύει στον Θεό, αλλά αμφιβάλλει για την δικαιοσύνη και την αγάπη Του.

5. Πιστεύει στον Θεό, αλλά εκφράζει αμφιβολίες ή απορρίπτει την Εκκλησία ως θεσμό.

6. Πιστεύει στον Θεό, όμως εμπιστεύεται περισσότερο τα χρήματα.

7. Πιστεύει στον Θεό, αλλά αδυνατεί να συγχωρεί τους συνανθρώπους του.

8. Πιστεύει στον Θεό, αλλά ζει κυρίως για την προσωπική του άνεση και υλική ευημερία.

9. Πιστεύει στον Θεό, αλλά αποφεύγει την ενεργή μυστηριακή ζωή.

10. Πιστεύει στον Θεό, αλλά απομακρύνεται από τη ζωντανή συμμετοχή στη ζωή της εκκλησιαστικής κοινότητας.

11. Πιστεύει στον Θεό, αλλά αγνοεί την Αγία Γραφή.

12. Πιστεύει στον Θεό, αλλά δεν ενσωματώνει τις χριστιανικές αξίες στις καθημερινές ηθικές και υπαρξιακές επιλογές του.

13. Πιστεύει στον Θεό, όμως αδυνατεί να υπομένει τον πόνο, τις δοκιμασίες και τους πειρασμούς.

14. Πιστεύει στον Θεό, αλλά απορρίπτει την έμπρακτη μετάνοια.

15. Πιστεύει στον Θεό, αλλά αγνοεί συστηματικά τη σημασία της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αγάπης προς τον πλησίον και της φιλανθρωπίας.

16. Πιστεύει στον Θεό, αλλά επιδιώκει μια επιφανειακή θρησκευτικότητα χωρίς ριζική μεταμόρφωση του νου και της καρδιάς, του «έσω ανθρώπου».

17. Πιστεύει στον Θεό, αλλά περιορίζεται σε «από μηχανής» θρησκευτικές συνήθειες.

18. Πιστεύει στον Θεό, αλλά συγχέει την πνευματική ζωή με μια αόριστη ηθικολογία.

19. Πιστεύει στον Θεό, όμως δεν θεωρεί τη σχέση μαζί Του ως ζωντανή κοινωνία, αλλά ως απλή ιδεολογική αναφορά.

20. Ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό….

         2. Ποιμαντική προοπτική

         Η απλή παράθεση των χαρακτηριστικών του φαινομένου του «χριστιανού αθέου» δεν αποσκοπεί στην καταδίκη ή τον στιγματισμό, αλλά παρακινεί και καθοδηγεί την ποιμαντική διακονία με στόχο την ενίσχυση της αυθεντικής και βιωματικής σχέσης του πιστού με τον Θεό. Η ποιμαντική προσέγγιση απαιτεί διάκριση, ευαισθησία και συστηματική καθοδήγηση από τον ποιμένα ή τον κάθε λαϊκό χριστιανό, ο οποίος οφείλει να προσεγγίζει όσους βιώνουν αυτήν την πνευματική αντίφαση με μεθόδους ικανές να στηρίζουν την προσωπική μεταμόρφωση και την ενεργό συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας.

        Η ποιμαντική διακονία απέναντι στον «χριστιανό άθεο» χρειάζεται να είναι βαθιά εμπνευσμένη από το πνεύμα της Ορθόδοξης παράδοσης και του Ευαγγελίου, με καρδιά ανοιχτή και χέρια που αγκαλιάζουν. Πρωταρχικός στόχος είναι η αγαπητική, αλλά σταθερή καθοδήγηση του «χριστιανού αθέου» προς τη ζωντανή πίστη, μέσα από την αναγνώριση και την αποδοχή των πνευματικών αδυναμιών και των στρεβλώσεών του. Αυτό σημαίνει ότι ο πιστός καλείται να εισέλθει στην πνευματική άσκηση της ταπεινής και καθοδηγούμενης αυτοκριτικής, μέσα στην ζωντανή αγκαλιά της Εκκλησίας. Εκεί, μέσω του ιερού μυστηρίου της Μετανοίας και Εξομολογήσεως, φανερώνεται η ιαματική δωρεά του Θεού, η οποία διαλύει τα σκοτάδια, ελευθερώνει από την εσωτερική ξηρασία και γεμίζει την ψυχή με το φως και τη δύναμη της θείας χάριτος.

        Η καθημερινή προσευχή οφείλει να γίνει το βασικό στοιχείο της ζωής του πιστού, ως συνάντηση της ψυχής με τον ζωντανό Θεό. Τα μυστήρια της Εκκλησίας, από το Βάπτισμα μέχρι τη Θεία Κοινωνία, να γίνουν γέφυρες μυστικής ένωσης με τον Χριστό, αναγεννώντας τον άνθρωπο εκ των έσω, ώστε η πίστη να φανερώνεται όχι μόνο ως θεωρία, αλλά ως βιωμένη πραγματικότητα και πηγή εκκλησιαστικής ενότητας.

        Επιπρόσθετα, ο διάλογος και η συμβουλευτική είναι συστατικά μέρη της ποιμαντικής προσέγγισης. Με υπομονή και αγάπη, ο ποιμένας ακούει τον πιστό, στέκεται δίπλα του στα αδιέξοδα και στις εσωτερικές συγκρούσεις, και μέσα από την πνευματική νουθεσία και την ποιμαντική συμβουλευτική, φωτίζει τα σκοτεινά σημεία της ψυχής, ώστε να γεννηθούν η ελπίδα και η πνευματική ωριμότητα.

        Τέλος, η ενορία, ως ζώσα εκκλησιαστική κοινότητα, καλείται να στηρίξει τον «χριστιανό άθεο» με ζεστή αγκαλιά, ενισχύοντας την ενεργό συμμετοχή του στα φιλανθρωπικά και κοινωνικά έργα, εκεί όπου γίνεται πράξη η πίστη και ζωντανεύει το Ευαγγέλιο στο πρόσωπο του άλλου. Η ποιμαντική διακονία λειτουργεί ως σπόρος ενσυνείδητης και ευαγγελικής ζωής, βοηθώντας τον πιστό να παίρνει καθημερινές αποφάσεις που αναδεικνύουν την πίστη ως τρόπος ζωής και όχι ως απλή θεωρία.

         Η ποιμαντική τέχνη και επιστήμη δεν αποβλέπει απλώς σε εξωτερικές αλλαγές, αλλά στην αναγέννηση της πίστης ως απτής και βιωμένης εμπειρίας του ζωντανού Θεού, η οποία μεταμορφώνει τον άνθρωπο ολοκληρωτικά και τον καθιστά φως στον κόσμο, ζωντανή μαρτυρία της Εκκλησίας ως σώμα Χριστού. Μόνο έτσι ένας «χριστιανός άθεος» μπορεί να μεταμορφωθεί σε «ὑπηρέτη Χριστοῦ καὶ οἰκονόμο τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ».[4]



[1] Δύο κατατοπιστικές μελέτες για τον όρο «χριστιανός άθεος» είναι 1) Craig Groeschel, The Christian Atheist: Believing in God but Living As If He Doesn’t Exist, Zondervan, ePub Edition 2010, και 2) Brian Mountford, Christian atheist: Belonging without believing, O-Books 2011.
[2] Ιακ. 2,17 «οὕτω καὶ  πίστιςἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃνεκρά ἐστι καθἑαυτήν».
[3] Ματθ. 15,8 «ἐγγίζει μοι λαὸς οὗτος τῷ στόματι αὐτῶν καὶ τοῖς χείλεσίν με τιμᾷ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπἐμοῦ».
[4] Α΄ Κορ. 4,1

Αναστάσιος: «Χριστιανός άθεος» ή πιστεύοντας στον Θεό, αλλά ζώντας σαν Αυτός να μην υπάρχει - π. Χριστοφόρου Χρόνη

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

«Η σχέση μας με τον πνευματικό και το μυστήριο της εξομολογήσεως» Με τον π. Σπυρίδωνα Σκουτή


 Ομιλία που πραγματοποιήθηκε στις 20 Απριλίου 2026 από τον π. Σπυρίδωνα Σκουτή στον Ιερό Προσκυνηματικό Ναό Ευαγγελιστού Λουκά στη Θήβα και θέμα «Η σχέση μας με τον πνευματικό και το μυστήριο της εξομολογήσεως