Παρασκευή 12 Απριλίου 2024

Εὐαγόρας Παλληκαρίδης: Ἕνα ξεχασμένο πρότυπο

 

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας σήμερα εἶναι τά πρότυπα. Ὅταν παρατηροῦμε, συνήθως ἐπικριτικά, τίς συμπεριφορές τῶν νέων ἀνθρώπων, ἀποφεύγουμε νά ἀναζητήσουμε τά αἴτια πού τίς διεμόρφωσαν. Θεωροῦμε ὅτι ἕνα πολύ βασικό ἀπό αὐτά εἶναι ἡ ἔλλειψις προτύπων, ἤ ἀκόμη χειρότερα, ἡ καλλιέργεια καί ἡ προβολή τῶν λάθος προτύπων.

Πόσοι ἄραγε θυμήθηκαν αὐτήν τήν ἑβδομάδα ὅτι τέτοιες μέρες τό 1957 ἐβάδιζε πρός τήν ἀθανασία ὁ ἀγωνιστής τῆς ΕΟΚΑ Εὐαγόρας Παλληκαρίδης; Πόσοι μίλησαν στά παιδιά τους γιά αὐτόν τόν ἥρωα πού ἔμεινε αἰώνια 19 χρονῶν, ἔχοντας προλάβει νά ἀφήσει, πέρα ἀπό ἕνα παράδειγμα ἡρωικοῦ τρόπου ζωῆς, τίς παρακαταθῆκες τῶν συγγραμμάτων του. Ὁ Παλληκαρίδης χάραξε μέ τήν πέννα του φράσεις πού μιλοῦν στήν ψυχή τοῦ Ἕλληνα. Τοῦ πραγματικοῦ Ἕλληνα. Λόγια πού ὑπερβαίνουν ἀκόμη καί πολλούς καταξιωμένους λογοτέχνες. Λόγια ἱκανά νά ἐξοβελίσουν τήν μικρότητα κάποιων οὐτιδανῶν, τούς ὁποίους κάποιοι θέλουν νά μᾶς ἐπιβάλλουν σάν πρότυπα μιᾶς νέας (!) ἐποχῆς.

«Θά πάρω μιάν ἀναφορά, θά πάρω μονοπάτια, νά βρῶ τά σκαλοπάτια, πού πᾶν’ στή λευτεριά» ἔγραψε ὁ Παλληκαρίδης στούς συμμαθητές του, τήν ἡμέρα πού ἄφησε τό σχολεῖο γιά νά βγεῖ στόν ἀγῶνα. Νά ἀνταποκριθεῖ στήν σάλπιγγα τοῦ Ἀρχηγοῦ Διγενῆ πού «στόν ἦχο τῆς φωνῆς του ἔτρεξε ὅλη ἡ λεβεντιά γιά ν’ ἀρχίσουνε τή δράση εἰς τῆς Κύπρου τά βουνά.»

Θυμίζουν οἱ στίχοι τοῦ Παλληκαρίδη τό δημῶδες πού κάποτε διδασκόταν στά σχολεῖα, ὅπου ὁ ἀνώνυμος Ἕλληνας τοῦ 1821 προσωποποιούμενος μέ τό ὄνομα Βασίλης ἀπορρίπτει τίς προτροπές νά «κάτσει φρόνιμα καί νά γίνει νοικοκύρης» ὑπό τόν ζυγό τῶν Τούρκων. Καί ἀπευθυνόμενος πρός τήν Μάννα, τήν αἰώνια Ἑλληνίδα μάννα, τῆς λέγει: «Φέρε μου τ’ ἀλαφρό σπαθί καί τό βαριό τουφέκι / νά πεταχτῶ σάν τό πουλί ψηλά στά κορφοβούνια / νά πάρω δίπλα τά βουνά, νά περπατήσω λόγκους / νά βρῶ λημέρια τῶν κλεφτῶν, γιατάκια καπετάνων / καί νά σουρίξω κλέφτικα, νά σμίξω τούς συντρόφους / πού πολεμοῦν μέ τήν Τουρκιά καί μέ τούς Ἀρβανῖτες».Ὁ Βασίλης τοῦ 1821 ἦταν τό πρότυπο γιά τόν Εὐαγόρα Παλληκαρίδη τοῦ 1957. Ὁ Παλληκαρίδης ἔπρεπε νά εἶναι τό πρότυπο γιά τά δικά μας παιδιά. Γενιές καί γενιές Ἑλλήνων μεγάλωσαν, ἔζησαν ἀγωνίσθηκαν, καί βῆμα-βῆμα ἀπελευθέρωναν τήν Ἑλλάδα. Ἀψήφησαν τά κανόνια τῶν Τούρκων καί τίς κρεμάλες τῶν Ἄγγλων, καί κράτησαν ψηλά τά ἰδανικά τῆς φυλῆς μαχόμενοι «γιά τοῦ Χριστοῦ τήν Πίστη τήν Ἁγία καί γιά τῆς Πατρίδος τήν Ἐλευθερία.»

Καί ἦλθαν σήμερα κάποιοι ἀνιστόρητοι, πού ἔχουν ἀναδειχθεῖ καί σέ δημόσια πρόσωπα, νά ὑποστηρίξουν ὅτι ἡ πίστις πού κράτησε τούς Ἕλληνες ζωντανούς σέ αἰῶνες ἀντιξοοτήτων εἶναι «ξεπερασμένη», ὅτι ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας εἶναι «ἰμπεριαλισμός» ὅτι ὁ ἐθνικισμός εἶναι κάτι κακό. Δέν θά ποῦμε πολλά. Δέν τούς ἀξίζει. Θά ἀναφέρουμε μόνον ὅτι ὁ διορατικός κεντρῶος πολιτικός τοῦ μεσοπολέμου Ἀλέξανδρος Παπαναστασίου ἀνήγαγε τόν ἐθνικισμό σέ εὐγενῆ πατριωτισμό.

Μᾶς ὁδηγοῦν νά ξεκόψουμε ἀπό τίς ρίζες τοῦ ἐθνικοῦ μας κορμοῦ, νά ἀρνηθοῦμε πανανθρώπινες ἀρχές καί ἀξίες καί νά υἱοθετήσουμε παρακμιακά πρότυπα ἀτόμων πού προβάλλουν τά συμπλέγματά τους ὡς ἀρετές. Καί μετά ἀποροῦμε πού οἱ νέοι ἀντιδροῦν στό κοινωνικό περιβάλλον πού ἔχει διαμορφωθεῖ. Πού ἀπορρίπτουν τίς πνευματικές ψῶρες τίς ὁποῖες κάναμε πρότυπα ζωῆς. Νά θυμίσουμε ὅτι ἔτσι ἐχαρακτήριζε τόν κομμουνισμό ὁ κορυφαῖος Νῖκος Καζαντζάκης, ἀλλά οἱ ψῶρες αὐτές στήν ἐποχή μας εἶναι πολύ περισσότερες.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι κάποιοι νέοι ἀντιδροῦν κατά τρόπο ὑπερβολικό. Θά ἐπαναλάβουμε ὅμως ὅτι δέν φταῖνε αὐτοί. Ἀντιδροῦν μέσα σέ ἕνα πλαίσιο πού δέν τούς ἐμπνέει γιά τίποτε καλύτερο, εὐγενέστερο, ὑψηλότερο. Ἀκόμη καί τήν οἰκογένεια τήν ὑποβαθμίσαμε σέ προϊόν συμβολαιογραφικῆς πράξεως. Πῶς λοιπόν τέτοιες κατ’ εὐφημισμόν ἑνώσεις προσώπων θά διαπλάσουν χαρακτῆρες μέ ἀρετές; Καί ποῦ εἶναι τό ἑλληνικό σχολεῖο νά βαπτίσει τούς νέους Ἕλληνες στά νάματ τῆς φυλῆς; Οἱ «ἀγράμματοι» μαχητές τοῦ 1821 ἦσαν πολύ πιό μορφωμένοι ἀπό ὅλους ἐμᾶς.

Καί ὁ Παλληκαρίδης, ἡ φυσική συνέχειά τους, ἔγραφε: «Δέν λυπᾶμαι γιά τίποτα. Ἄς χάσω τό κάθε τί. Μία φορά κανείς πεθαίνει. Θά βαδίσω χαρούμενος στήν τελευταία μου κατοικία. Τί σήμερα, τί αὔριο; Ὅλοι πεθαίνουν μιά μέρα. Εἶναι καλό πρᾶγμα νά πεθαίνει κανείς γιά τήν Ἑλλάδα. Ὥρα 7:30. Ἡ πιό ὄμορφη μέρα τῆς ζωῆς μου. Ἡ πιό ὄμορφη ὥρα. Μή ρωτᾶτε γιατί».

Ἦταν 14 Μαρτίου 1957. Στίς Κεντρικές Φυλακές τῆς Λευκωσίας. Σέ ἕναν τόπο θυσίας καί προσκυνήματος. Ἐκεῖ ἀπό ὅπου πρέπει τοὐλάχιστον μιά φορά στήν ζωή του νά περάσει κάθε Ἕλληνας καί νά σκύψει τό κεφάλι μπροστά στά Φυλακισμένα Μνήματα. Ἐκεῖ ὅπου ἀναπαύονται κάποιοι ἀπό τούς τελευταίους ἥρωες τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2024

Η οδός του ιερέα

 


Αγίου Σωφρονίου του Αθωνίτου *

Μπορούμε να πούμε ότι στην εποχή μας δημιουργήθηκε μία κατάσταση ,κατά την οποία ο ιερέας αναγκάζεται να βρει τρόπο συμπεριφοράς .Καταντά ανούσιο να πορευτεί σε συνάντηση με τους ανθρώπους να τους ελκύσει στην Εκκλησία να μιλήσει σε αυτούς για το Θεό και τη Σωτηρία .

Πολλοί ιερείς και ποιμένες θεωρούν ότι είναι αναγκαίο να εισέλθουν μέσα στον κόσμο, να βρουν έννοιες σε κατανοητή γλώσσα για τους ανθρώπους να μοιραστούν μαζί τους το δράμα και τη χαρά και τα παρόμοια .

Εγώ είμαι βαθιά πεπεισμένος πως παρόμοια δραστηριότητα είναι ανώφελη η μόνη οδός για να βοηθήσουμε τους ανθρώπους ,ακόμη και τους συγχρόνους μας είναι να ζήσουμε οι ίδιοι το Θεό τον Ζώντα Θεό.

Οφείλουμε να γίνουμε φορείς της αιώνιας ζωής, η Άννα, και τότε πλέον μετά από αυτό να κηρύξουμε το Ευαγγέλιο που είναι πάνω από όλα κήρυγμα για την Ανάσταση... και όχι μόνο του Χριστού αλλά πάντων των αιώνων κεκοιμημένων .

Ποια ωφέλεια μπορεί να έχει ο λόγος του ανθρώπου όταν ο ίδιος δεν γνωρίζει εκ πείρας αυτή την Ανάσταση;

Όλα όσα θα λέει στους ανθρώπους θα είναι νεκρά, κατά κάποιο τρόπο εικασίες από μισότυφλη πίστη. Για τον ίδιο τον άνθρωπο και αυτή μισότυφλη πίστη είναι ήδη δώρο Άνωθεν και μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική ελπίδα, αλλά δεν μπορεί καθόλου να πείσει τους άλλους.

Οι μοναχοί μου αρχίζουν να το κατανοούν αυτό, και παραμένουν ήρεμοι μπροστά σε όλες τις οικουμενιστικές προκλήσεις να πορευτούν μέσα στον κόσμο. Γνωρίζουν ότι αν έχουν οι ίδιοι μέσα τους τη θεία Πνοή, τότε αυτή η δύναμη του Θεού οπωσδήποτε θα πληροφόρηση και τους άλλους ακόμα και χωρίς λόγια .Αν όμως αυτό δεν υπάρχει τότε αντί για σωτηρία του κόσμου, το μόνο αποτέλεσμα θα είναι η προσωπική τους απώλεια μαζί με αυτό τον κόσμο που  αποστράφηκε το Θεό.

Ετσι αγωνιζόμαστε να ζήσουμε στο δικό μας μικρό κύκλο .

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κλεινόμαστε στον εαυτό μας αδιαφορώντας για τα πεπρωμένα του κόσμου, τέτοια αδιαφορία θα ήταν για μας θανατηφόρα.

Τελούμε τη Θεία Λειτουργία με φλογερή έφεση να ζήσουμε όλη την τραγωδία του κόσμου ,δεόμαστε στον Θεό για ζώντες και νεκρούς, συμπάσχουμε με τους ασθενείς τους φτωχούς τους καταφρονημένους τους θλιβομένους τους απεγνωσμένους, και όλα αυτά τα αναφέρουμε στο Θεό από το βάθος της καρδιάς μας, με προσευχές και με την τέλεση της Θείας Λειτουργίας .

Έτσι έζησαν οι ασκητές πατέρες μας στην Αίγυπτο την Παλαιστίνη και στο Άγιον Όρος του Άθωνα, έτσι έζησαν ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ ο Σέργιος του Ραντονέζ και οι άλλοι Άγιοι.

Τρίτη 9 Απριλίου 2024

ΓΛΩΣΣΙΚΑ ΤΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ Τι με φοβή, Πανάμωμε;

 


Ένα πραγματικό διαμάντι [άγνωστο, δυστυχώς, στους πολλούς] περιμένει εκείνον που θα ακούσει τον Κανόνα του Όρθρου της εορτής του Ευαγγελισμού. Στον Κανόνα αυτό γίνεται ούτε λίγο ούτε πολύ, αναλυτικός διάλογος(!) μεταξύ της Θεοτόκου και του Αγγέλου [Πρόκειται, φυσικά,   για τον Αρχάγγελο Γαβριήλ].

Στον διάλογο αυτό η Παναγία εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε αυτό που βλέπει και αυτά που ακούει, είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι το πρώτο τροπάριο στο οποίο μιλάει εκείνη [έχει προηγηθεί ο Άγγελος] απαρτίζεται σχεδόν μόνο από ερωτήσεις!

            Αξίζει πραγματικά να δει κανείς αναλυτικά όλα αυτά τα τροπάρια [από κάθε άποψη: νοηματική, γλωσσική, υψηλού ύφους, διαλόγου που παραπέμπει σε θεατρική «διδασκαλία»], αλλά δεν επαρκεί εδώ ο χώρος.

            Αρκούμαστε σε μια ματιά στο τελευταίο τροπάριο του Κανόνα, όπου μιλάει ο Άγγελος και κλείνει με διπλή ερώτηση τον όλο διάλογο: «τι με φοβή, Πανάμωμε, τον μάλλόν σε φοβούμενον; Τι ευλαβή με, Δέσποινα, τον σε σεπτώς ευλαβούμενον;»

            Για να αποδοθεί στη Νέα Ελληνική αυτό το υπέροχο κλείσιμο, θα πρέπει να δοθούν κάποιες απαραίτητες διευκρινήσεις σχετικά με το ρήμα «ευλαβούμαι», το οποίο στα Αρχαία Ελληνικά δεν έχει μόνο τη σημερινή σημασία, αλλά μπορεί να σημαίνει επίσης  «προσέχω», «είμαι επιφυλακτικός», «προφυλάσσομαι»/φυλάγομαι από κάτι» (όπως, π. χ. όταν αυτό είναι πρωτόγνωρο, και άρα δυσερμήνευτο/ ανερμήνευτο), «φοβούμαι [μήπως]». [Την τελευταία αυτή σημασία έχει στο τέλος του αμέσως προηγούμενου τροπαρίου του ίδιου Κανόνα, όπου μιλάει για τελευταία η Παναγία, λέγοντας: «δέδοικα τον ασπασμόν τον ξένον σου, ευλαβουμένη τον όλισθον»= φοβούμαι τον παράξενο/ παράδοξο χαιρετισμό σου, φοβούμενη μήπως πέσω σε ολίσθημα/σφάλμα»]. Ακόμη, το «ευλαβούμαι» σημαίνει στον Ευριπίδη «αναμένω», «περιμένω» ήσυχα».

Έτσι η διπλή ερώτηση του [Αρχαγγέλου, με την οποία κατακλείεται ο υπέροχος αυτός Κανόνας, μπορεί να αποδοθεί ωε εξής:

            «Γιατί, Πάναγνε, με φοβάσαι, εμένα που μάλλον εγώ σε φοβάμαι; ( ο αγγελικός φόβος έχει να κάνει με το ότι η Παναγία θα συλλάβει τον Υιόν του Θεού). Γιατί είσαι επιφυλακτική απέναντι σ’ εμένα, Δέσποινα, ο οποίος σε τιμώ με σεβασμό» (η: ο οποίος περιμένω με σεβασμό , την απάντησή σου;)

Ανδρέας Μοράτος

Δευτέρα 8 Απριλίου 2024

Από την επίκαιρη υμνολογία της Εκκλησία μας

 



Κύριε, ο επί σταυρού εκουσίως υφαπλώσας τας παλάμας σου,

τούτον κατανύξει καρδίας προσκυνείν ημάς αξίωσον,

λελαμπρυσμένους καλώς νηστείαις και δεήσεσι και εγκρατεία και ευποιϊα,

ως αγαθός και φιλάνθρωπος.

[ύμνος από τον κατανυκτικό Εσπερινό της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως]

Φωτεινό παράδειγμα

 



Μέσα στην ζοφώδη κατάσταση που ζούμε, ο Θεός έχει τους ανθρώπους του, που μας ενισχύουν όχι μόνο  με την παρουσία  τους, αλλά και με τη όλη βιωτή τους. Ένας από τους πολλούς εκλεκτούς αδελφούς μας, είναι ο ζωγράφος Τριαντάφυλλος Ηλιάδης. Ο κ. Τριαντάφυλλος γεννήθηκε σχεδόν χωρίς χέρια, Η θέλησή του όμως ήταν τόσο ισχυρή και η δύναμη της ψυχής του για δημιουργία τόσο μεγάλη, που έχει χαρίσει στην τέχνη της ζωγραφικής την δική του… πινελιά. Ζωγραφίζει με το στόμα!...

            Τα έργα του εκπέμπουν φως, αρμονία, ηρεμία και χαρά. Η ιδιαιτερότητα να ζωγραφίζονται από το στόμα και όχι από το χέρι του καλλιτέχνη, μεταδίδουν θέληση για ζωή και αισιοδοξία. Ο Παύλειος λόγος « η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεια τελειούται» βρίσκει εφαρμογή στην ζωή του κ. Τριαντάφυλλου, ο οποίος με την ζωή και το παράδειγμά του θεολογεί! Ο μακαριστός Γέροντάς μας, ο οποίος τον εκτιμούσε  βαθύτατα, έλεγε συχνά: «θέλω, μπορώ, προσπαθώ, αγωνίζομαι, στεφανούμαι»! Αυτό ακριβώς «κηρύττει με την ζωή του ο κ. Τριαντάφυλλος, κι ας μην είναι ιεροκήρυκας.

            Έχει βραβευτεί από την Ακαδημία Αθηνών και είναι μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Αναπήρων Καλλιτεχνών. Έχει λάβει μέρος σε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Τα έργα του κοσμούν βιβλία, ημερολόγια και έχουν γίνει κάρτες.

            «ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ», τ. 612