Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης -Περί Νοεράς Προσευχής
Ο προσφάτως εκλιπών Χρήστος Γιανναράς υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές της Ελλάδας τον 20ο αιώνα, με μεγάλη προσφορά σε διάφορους τομείς της Θεολογίας. Τα βιβλία του για την Ιστορία της Φιλοσοφίας, την γένεση και κριτική της Νεωτερικότητας, το ορθόδοξο "ήθος" κ.λπ. είναι πολύτιμα. Από την άλλη μεριά χρειάζεται και μια αποτίμηση του έργου του, καθώς υπήρξαν και σημεία που προκαλούν αντιρρήσεις. Γι' αυτό κρίναμε σκόπιμο να συγκρίνουμε το έργο του με αυτό του κορυφαίου δογματολόγου του 20ου αιώνα αγίου Δημητρίου Στανιλοάε, ο οποίος βέβαια δεν ήταν απλώς ένας στοχαστής, αλλά θεοφόρος άγιος με λόγο εμπνευσμένο από το Άγιο Πνεύμα. Όλη του η ζωή μαρτυρεί για αυτό. Δεν πρόκειται να προβούμε σε μια συστηματική παρουσίαση των συγκλίσεων και των διαφορών μεταξύ των δύο διανοουμένων: περισσότερο θα κρατήσουμε κάτι σαν σημειώσεις. Παρακαλώ τον αναγνώστη να με συγχωρήσει για αυτό.
***************
Θα ξεκινήσουμε προσπαθώντας να δούμε τι σημαίνει ο όρος "τρόπος υπάρξεως" στον Γιανναρά. Λοιπόν, κατά τον φιλόσοφο και θεολόγο, υπάρχει ο "Λόγος της Φύσεως", που αναφέρεται στο τι είναι ένα ον (στα κοινά χαρακτηριστικά, τους βιολογικούς ή φυσικούς νόμους που διέπουν την ουσία του) και ο "Τρόπος υπάρξεως", που αναφέρεται στο πώς υπάρχει το ον- δηλαδή στη μοναδική και ελεύθερη πραγμάτωση της ύπαρξης ως πρόσωπο. Βασικοί άξονες του Τρόπου Υπάρξεως στον άνθρωπο είναι η "Σχέση και η Κοινωνία" (το μεμονωμένο άτομο πραγματώνεται ως πρόσωπο μόνο μέσα από την σχέση και την κοινωνία με τον άλλον), ο Εκστατικός Χαρακτήρας (η ύπαρξη εξ-ίσταται, βγαίνει δηλαδή από τα όρια της ατομικής της φιλαυτίας και φυσικής αναγκαιότητας για να προσφερθεί σε σχέση), ο Έρως ως Τρόπος (ο έρωτας δεν είναι για τον Γιανναρά απλά ένα συναίσθημα ή μια βιολογική ορμή, αλλά ο κατεξοχήν τρόπος υπάρξεως) και η Ελευθερία και η Ετερότητα (η απόλυτη μοναδικότητα του προσώπου).
Είδαμε τις βασικές θέσεις του Χρ. Γιανναρά. Τι λέει ο άγιος Δημήτριος για όλα αυτά; Λοιπόν, καταφάσκει μεν τα όσα λέγει ο Γιανναράς, αλλά προσεγγίζει όλα αυτά με ένα πρίσμα πιο έντονα τριαδολογικό και δογματικό, με ορισμένες λεπτές αλλά κρίσιμες διαφοροποιήσεις από την υπαρξιακή (και ενίοτε επηρεασμένη από τον Χάιντεγκερ) οπτική του Γιανναρά. Όχι ότι ο Γιανναράς δεν μιλά για το τριαδολογικό δόγμα, αλλά με έναν τρόπο πολύ λεπτό, η διδασκαλία του για την σχέση δεν έχει ως απόλυτη βάση την Τριαδολογία. Είναι πιο "υπαρξιστική": ο άνθρωπος μπορεί ελεύθερα, κατά Χάιντεγκερ και Σαρτρ, να βγει από την φύση του και να "ερωτευθεί". Δεν είναι ανάγκη να θεμελιώσει αυτή την έξοδο πάνω στην ίδια την Αγία Τριάδα. Όταν ερωτεύεται κανείς, και άσχετος να είναι με την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, πραγματοποιεί με τον "Έρωτά" του αυτή την εκ-στατική σχέση. Βγαίνει από τη "φύση" του και γίνεται πρόσωπο. Ο έρωτας τρόπον τινά αυτονομείται έναντι της τριαδολογικής διδασκαλίας της Εκκλησίας.
Λοιπόν, για τον άγιο Δημήτριο ο τρόπος υπάρξεως ταυτίζεται απόλυτα με την έννοια της "κοινωνίας", που έχει μια λεπτή νοηματική διαφορά από τον όρο "σχέση". Η Αγία Τριάδα δεν είναι απλώς ένα δόγμα, αλλά η "υπέρτατη κοινωνία της αγάπης" και το απόλυτο οντολογικό πρότυπο για τον άνθρωπο. Τα Τρία Πρόσωπα δεν "βγαίνουν" απλώς από τον εαυτό τους, αλλά "αλληλοπεριχωρούνται", ενοικούν δηλαδή το Ένα μέσα στο άλλο. Ο Πατήρ είναι πλήρως παρών στον Υιό και το Πνεύμα. Η αγάπη στην Αγία Τριάδα, και πρέπει να το προσέξουμε απολύτως αυτό, δεν είναι απλώς "εκστατική" κίνηση, αλλά μια κατάσταση αμοιβαίας διαφάνειας και χαράς. Η "περιχώρησις" έχει τεράστια διαφορά από την απλή έκ-σταση. Αυτό είναι μια κρίσιμη διαφορά.
**************
Ο Γιανναράς περαιτέρω, επηρεασμένος από τον Μητρ. Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα, λέγει ότι ο Πατήρ ως ελεύθερο Πρόσωπο (ασπάζεται την θεωρία της "Μοναρχίας" του Πατρός), ως Πρόσωπο είναι η αρχή της Οντολογίας. Ο Θεός είναι Αγάπη όχι επειδή η ουσία Του είναι Αγάπη, αλλά επειδή ως ελεύθερο πρόσωπο "γεννά" τον Υιό και "εκπορεύει" το Άγιο Πνεύμα. Η ελευθερία προηγείται της "αναγκαιότητας" της Ουσίας. Το Πρόσωπο είναι η αιτία του Είναι. Χωρίς το Πρόσωπο, η Θεία Ουσία θα ήταν μια αφηρημένη, καταναγκαστική κατηγορία. Υπάρχει δηλαδή ένα πρωτείο του Προσώπου έναντι της Ουσίας. Ο άγιος Δημήτριος το αρνείται αυτό και θεωρεί ότι η Τριαδική Κοινωνία είναι εξαρχής Πρόσωπο και Ουσία. Θεωρεί ότι ουσία και πρόσωπο στην Αγία Τριάδα είναι αδιάσπαστα συνυφασμένα. Ο Πατήρ δεν υφίσταται ποτέ "πριν" ή "πάνω" από την θεία Ουσία. Η ουσία είναι εξαρχής προσωπική. Η θεία Ουσία δεν είναι μια απρόσωπη δύναμη, αλλά το κοινό περιεχόμενο της Αγάπης που μοιράζονται τα Τρία Πρόσωπα. Πρέπει να πούμε ότι αυτό το θέμα έχει στις μέρες μας μελετηθεί εκτενώς, με αρκετές μάλιστα διατριβές, και είναι σαφές ότι ο άγιος Δημήτριος εκφράζει επακριβώς την μαξιμιανή και γενικότερα πατερική σκέψη. Το ότι πρέπει να "βγω" από την ουσία μου για να συναντήσω τον άλλο, μπορεί να είναι μια υπαρξιστική θέση, αλλά καθόλου πατερική. Η πατερική θέση είναι ότι η Φύση δεν είναι καθόλου "ανάγκη" αλλά ελευθερία. Και στον άνθρωπο ακόμη, η φύση δεν είναι ανάγκη: μπορώ να φάγω ή να μην φάγω, να κοιμηθώ ή να μην κοιμηθώ κ.λπ. Τίποτε δεν με αναγκάζει να φάγω. Βέβαια θα πει κανείς ότι κάποια στιγμή ως άνθρωπος, για να επιβιώσω, πρέπει να φάγω, γιατί αλλιώς θα πεθάνω. Αυτά είναι όμως οι λεγόμενοι "περιορισμοί της κτιστότητας", που δεν μεταβάλλουν την ανθρώπινη φύση σε ανάγκη. Άλλωστε ο Χριστός που προσέλαβε μόνο την ανθρώπινη φύση (ακόμη και ως άνθρωπος είχε ως Υπόσταση, αν το λέγω σωστά, αυτή του Θεού-Λόγου) ήταν ως άνθρωπος τελείως ελεύθερος, γιατί το θέλημα κατά τον άγιο Μάξιμο είναι ιδίωμα της φύσεως και όχι του Προσώπου. Αυτή που "θέλει" στην Αγία Τριάδα είναι η θεία Ουσία, γιατί, όπως είπαμε, η τελευταία έχει ως ιδίωμα την θέληση. Το θέμα αυτό είναι δογματικά πια εντελώς λυμένο. Αν όμως τα πράγματα είναι έτσι, τότε είναι προφανές ότι δεν μπορεί να υπάρξει εκ-στατικός ανθρώπινος "έρωτας" και "σχέση" έξω από το Μυστήριο της Αγίας Τριάδας- στοιχείο που απουσιάζει εντελώς από τον Χρήστο Γιανναρά. Πράγματι, για τον Γιανναρά μπορεί να υπάρξει ανθρώπινος "έρως" έξω από το Μυστήριο της Θείας Αγάπης, της Τριαδικής Αγάπης, όπου ο άνθρωπος προσοικειώνεται την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.
Ας μιλήσουμε κάπως περισσότερο για την έννοια του έρωτα στον Γιανναρά. Λοιπόν, για τον συγκεκριμένο στοχαστή, όπως είπαμε, η φύση του ανθρώπου διέπεται από ατομοκεντρισμό, φιλαυτία και τη φυσική αναγκαιότητα της φθοράς. Ο έρωτας λειτουργεί ως η δύναμη που κάνει τον άνθρωπο να "εξ-ίσταται" του εαυτού του, που τον βγάζει δηλαδή από την περιχαρακωμένη ατομικότητά του. Είναι η εκ-στατική έξοδος από το εγώ με σκοπό την προσφορά και την συνάντηση με τον Άλλο. Ο άνθρωπος βγαίνει από τα όρια της ατομικής του φιλαυτίας. Ο ατομικισμός εγκλωβίζει το άτομο στην επιβίωση και τον φόβο του θανάτου. Αντίθετα, ο έρωτας μετατοπίζει το κέντρο βάρους από το "εγώ" στο "εσύ", καθιστώντας την ύπαρξη μια σχέση κοινωνίας. Ο έρωτας είναι η δύναμη που μεταμορφώνει το άτομο σε πρόσωπο. Δεν αγαπάς τον άλλον για αυτά που σου προσφέρει, αλλά για αυτό που είναι ο ίδιος. Ο ανθρώπινος όμως έρωτας ενέχει και μια τραγική διάσταση, καθώς δεν έχει την δύναμη να απαλλάξει το πρόσωπο από τη δύναμη της φθοράς. Παραμένει δέσμιο του θανάτου. Για αυτό και ο ανθρώπινος έρωτας παραπέμπει στον θείο Έρωτα, που σώζει τον άνθρωπο.
**************
Η προσέγγιση του π. Δημητρίου είναι από την μια μεριά παρόμοια, καθώς τοποθετεί επίσης τον έρωτα στο επίκεντρο της ανθρώπινης δογματικής, ωστόσο έχει μια κάπως διαφορετική, πιο φωτεινή, διαλογική και κοσμική διάσταση, δίνοντας λιγότερη έμφαση στην υπαρξιακή τραγικότητα και περισσότερο στην ευχαριστιακή μεταμόρφωση. Ενώ ο Γιανναράς εστιάζει έντονα στο πέρασμα από το άτομο στο πρόσωπο, ο π. Δημήτριος βλέπει ολόκληρη τη δημιουργία ως έναν διαρκή "διάλογο αγάπης" μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Ο υλικός κόσμος δεν είναι απλώς το πεδίο όπου δοκιμάζεται ο έρωτας, αλλά το "δώρο" που προσφέρει ο Θεός στον άνθρωπο. Ο ανθρώπινος έρωτας είναι η απάντηση του ανθρώπου σε αυτό το θείο δώρο, μια κίνηση ευχαριστίας.
Υπενθυμίζουμε ότι η αγάπη για τον Άγιο δεν είναι μια ενέργεια που εκπέμπεται από μια αφηρημένη θεότητα, αλλά η ίδια η ζωή του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ο ανθρώπινος έρωτας είναι μια αντανάκλαση (εικόνα) της τριαδικής περιχώρησης. 'Οταν δύο άνθρωποι αγαπιούνται ερωτικά, χωρούν ο ένας μέσα στον άλλον χωρίς να χάνουν την ιδιαιτερότητά τους, ακριβώς όπως τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Περαιτέρω, ο π. Δημήτριος δίνει μεγάλη έμφαση στο ότι ο αγαπημένος/η παραμένει ένα "ανεξάντλητο μυστήριο". Όσο κι αν γνωρίσεις τον άλλον μέσα στον έρωτα, ποτέ δεν μπορείς να τον "κατακτήσεις" ή να τον ορίσεις πλήρως. Αυτό το ονομάζει "προσωπικό αποφατισμό": η αγάπη σου αποκαλύπτει τον άλλον, αλλά ταυτόχρονα σου φανερώνει ότι το βάθος της ύπαρξής του είναι ατελείωτο, ακριβώς όπως και το μυστήριο του Θεού. Συνεπώς ο άγιος Δημήτριος μιλά για τον έρωτα με περισσότερη έμφαση στην θεία χάρη, δίνει έμφαση στην δυνατότητα μεταμόρφωσης του έρωτα μέσω των Μυστηρίων της Εκκλησίας (ενώ ο Γιανναράς τονίζει περισσότερο την έντονη παρουσία του θανάτου και του υπαρξιακού αδιεξόδου στον κτιστό έρωτα) και θεωρεί το ερωτικό φαινόμενο ως ένα διάλογο και "γλώσσα" αγάπης μεταξύ Θεού και κτίσης. Για τον π. Δημήτριο ο έρωτας είναι η δύναμη που καθιστά τον άνθρωπο συν-δημιουργό με τον Θεό, μεταμορφώνοντας τη σχέση δύο ανθρώπων σε έναν "μικρό παράδεισο" που προετοιμάζει την αιώνια κοινωνία. Ο άγιος Δημήτριος τονίζει ότι τα Μυστήρια της Εκκλησίας διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην μεταμόρφωση και την τελείωση αυτής της αγάπης- κάτι που απουσιάζει εντελώς από τον Χρήστο Γιανναρά.
Πιο συγκεκριμένα, ο φυσικός έρωτας, όσο δυνατός κι αν είναι, παραμένει δέσμιος στον εγωκεντρισμό. Διά των Μυστηρίων, κατά τον π. Στανιλοάε, ο έρωτας προσλαμβάνεται από την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, καθαρίζεται από την εγωιστική εμπάθεια και ανάγεται πραγματικά σε εικόνα της αγάπης του Χριστού για την Εκκλησία. Τα ιερά Μυστήρια εντάσσουν το ερωτευμένο ζευγάρι σε αυτή την τριαδική δυναμική: ο έρωτας παύει να είναι μια κλειστή σχέση δύο ατόμων ("εγώ" και "εσύ") και ανοίγεται στον "Άλλον" (τον Θεό και τον πλησίον). Τα Μυστήρια, και εν προκειμένω το μυστήριο του Γάμου, που τελούνταν παλιά μάλιστα κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, βοηθούν τους συζύγους να βλέπουν ο ένας τον άλλον όχι ως αντικείμενο ηδονής ή ικανοποίησης, αλλά ως μοναδικό και αιώνιο πρόσωπο. Ο έρωτας γίνεται μέσο αμοιβαίας αποκάλυψης και διακονίας. Στο μυστήριο του Γάμου - για το οποίο εν γένει αποφεύγει να μιλήσει ρητά ο Γιανναράς, αφήνοντας χώρο για παρεξηγήσεις- η ανθρώπινη αγάπη στεφανώνεται και λαμβάνει εσχατολογική διάσταση. Η ένωση των συζύγων δεν αφορά μόνο το παρόν, αλλά καθίσταται ένα κοινό μονοπάτι προς τη θέωση ("θεωρία"). Η σαρκική και ψυχική συνάφεια αγιάζεται, καθιστώντας την οικογένεια μία "κατ΄ οίκον Εκκλησία", όπου η καθημερινή συγχώρηση, η υπομονή και η αυτοπροσφορά λειτουργούν ως συνεχής μυσταγωγία.
***************
Ας μιλήσουμε τώρα για την διαφορά της έννοιας του "αποφατισμού" στους δύο στοχαστές. Ο αποφατισμός λοιπόν του Χρήστου Γιανναρά είναι υπαρξιακός και προσωποκεντρικός. Επηρεασμένος από την χαϊντεγκεριανή οντολογία, ο Γιανναράς χρησιμοποιεί τον αποφατισμό ως εργαλείο κριτικής απέναντι στον δυτικό ορθολογισμό, την αντικειμενοποίηση και την "οντοθεολογία". Για αυτόν, αποφατισμός σημαίνει άρνηση υποταγής του Θεού σε νοητικά σχήματα. Ο Θεός είναι ακατάληπτος επειδή είναι Πρόσωπο. Η γνώση του Θεού επιτυγχάνεται μόνο ως άμεση, προσωπική και ερωτική σχέση/κοινωνία, η οποία δεν μεταφέρεται με αντικειμενικούς ορισμούς. Η γλώσσα και τα δόγματα λειτουργούν ως "σημαίνοντα" που δείχνουν προς την εμπειρία της σχέσης, χωρίς να εξαντλούν την αλήθεια της.
Αντίθετα, ο αποφατισμός του αγίου Δημητρίου είναι περισσότερο συνθετικός και Τριαδικός. Ο Στανιλοάε αποφεύγει την απόλυτη αντίθεση μεταξύ αποφατικής και καταφατικής θεολογίας. Υποστηρίζει ότι ο αποφατισμός και η κατάφαση διεισδύουν ο ένας στο άλλο. Η θεία αποκάλυψη παρέχει πραγματική, θετική γνώση για τον Θεό, η οποία όμως περιβάλλεται πάντα από το μυστήριο. Κάθε καταφατική πρόταση για τον Θεό (π.χ. "ο Θεός είναι αγάπη") εμπεριέχει έναν αποφατικό πυρήνα, διότι η θεία αγάπη υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη έννοια αγάπης. Περαιτέρω, ο αποφατισμός του είναι βαθύτατα ριζωμένος στην Αγία Τριάδα. Το μυστήριο του Θεού δεν είναι ένα απρόσιτο κενό, αλλά ένα "υπερχειλίζον φως" και ένας πλούτος αγάπης των Τριών Προσώπων. Τα Τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας ζουν σε μια αιώνια, άπειρη περιχώρηση αγάπης. Ο αποφατισμός εκφράζει το ανεξάντλητο βάθος αυτής της τριαδικής αγάπης, η οποία αποκαλύπτεται χωρίς ποτέ να εξαντλείται. Ο π. Δημήτριος τέλος βλέπει τον αποφατισμό περισσότερο μέσα από το πρίσμα της φιλοκαλικής και ησυχαστικής παράδοσης, ως μια δυναμική πορεία κάθαρσης και φωτισμού του νου, και λιγότερο ως φιλοσοφικό/υπαρξιακό αίτημα. Η γνώση του Θεού αποκτάται πράγματι διά της προσευχής, των Μυστηρίων και της μεταμόρφωσης του νου ("νήψη"), οδηγώντας στην θέωση. Ο Γιανναράς δηλαδή χρησιμοποιεί τον αποφατισμό ως οντολογικό και φιλοσοφικό εργαλείο για να διακηρύξει ότι η αλήθεια είναι σχέση και όχι νόηση, ενώ ο άγιος Δημήτριος τον χρησιμοποιεί ως πνευματική και μυσταγωγική πραγματικότητα, όπου το κτιστό συναντά το Άκτιστο μέσα στην άπειρη γλυκύτητα του θείου μυστηρίου.
******************
Ας περάσουμε τέλος τώρα στο να δούμε από πιο κοντά το βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά "Η Μεταφυσική του Σώματος", που ήταν από τα πρώτα του συγγράμματα (και πρέπει να πούμε ότι όλα αυτά που λέμε τώρα αφορούν τον πρώιμο Γιανναρά, όχι τα τελευταία του έργα, όπως το "Ενάντια στη Θρησκεία"). Εκεί λοιπόν μιλά για το ανθρώπινο σώμα μέσα από την σκέψη του αγίου Ιωάννη της Κλίμακος. Βασική θέση του βιβλίου είναι ότι το σώμα δεν είναι, όπως το θεωρεί η πλατωνική/δυτική αντίληψη, "φυλακή της ψυχής" ή κατώτερη, αμαρτωλή φύση, αλλά πρωτίστως φορέας σχέσης και ελευθερίας. Το σώμα δεν είναι απλώς βιολογικός μηχανισμός, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος φανερώνεται, επικοινωνεί και σχετίζεται με τον Θεό, τον συνάνθρωπο και τον κόσμο. Η αμαρτία δεν εντοπίζεται στην υλική υπόσταση του σώματος, αλλά στον εγωκεντρικό τρόπο ύπαρξης- όταν οι φυσικές ανάγκες γίνονται αυτοσκοπός και αποκόπτονται από την αγαπητική σχέση. Η ασκητική παράδοση, όπως την περιγράφει η "Κλίμαξ" του αγίου Ιωάννη δεν αποσκοπεί στην καταστροφή ή την περιφρόνηση του σώματος, αλλά στην μεταμόρφωσή του. Στόχος είναι η απελευθέρωση των σωματικών δυνάμεων από την υποταγή στη βιολογική αναγκαιότητα, ώστε το σώμα να γίνει όργανο πνευματικής ζωής και αγάπης. Τέλος, βασιζόμενος στην ορθόδοξη θεολογία, που μιλά για την Ανάσταση του Χριστού, ο Γιανναράς υποστηρίζει ότι το σώμα μετέχει πλήρως στη σωτηρία και την αιώνια ζωή.
Ως προς αυτό το σημείο οι θέσεις των δύο θεολόγων δεν απέχουν πολύ. Απλώς ο άγιος Δημήτριος διευρύνει τη "μεταφυσική του σώματος" μέσα από τη δική του προσωποκεντρική και κοσμολογική θεωρία. Και αυτός θεωρεί ότι ο άνθρωπος δεν είναι ψυχή που "κατοικεί" σε ένα σώμα, αλλά μια αδιαίρετη ψυχοσωματική ενότητα. Το σώμα είναι το υλικό στήριγμα μέσω του οποίου η ψυχή εκφράζεται, ενεργεί και αποκτά συνείδηση. Στη σκέψη του αγίου, όπως είπαμε, η κτίση, και μάλιστα το σώμα είναι ένα "δώρο" του Θεού στον άνθρωπο. Είναι ο ευαίσθητος "αποδέκτης" αυτής της θείας αγάπης και το όργανο με το οποίο ο άνθρωπος προσφέρει τον κόσμο πίσω στον Θεό (ως ιερέας της κτίσης). Παράλληλα, το ανθρώπινο πρόσωπο (και το πρόσωπο/βλέμμα ως σωματική φανέρωση) είναι το κατεξοχήν πεδίο συνάντησης με τον άλλο. Συμφωνεί με τον Γιανναρά ότι η άσκηση δεν στρέφεται κατά της υλικής φύσης, αλλά κατά της "φιλαυτίας". Με τη χάρη του Χριστού και τον Σταυρό, το σώμα καθαρίζεται και γίνεται "διαφανές" στη Θεία Ενέργεια, αποβάλλοντας τη φθορά, χωρίς να χάνει την ουσία του. Επιπροσθέτως, και ο π. Δημήτριος δίνει μεγάλη έμφαση στην εσχατολογική προοπτική. Η Σάρκωση και η Ανάσταση του Χριστού αγίασαν οριστικά τη σωματική φύση. Το σώμα δεν απορρίπτεται στο τέλος των αιώνων, αλλά ανασταίνεται μεταμορφωμένο, συμπαρασύροντας μαζί του στην αφθαρσία ολόκληρη την υλική κτίση.
Συνοπτικά, ενώ ο Γιανναράς εστιάζει στη σχέση και την υπέρβαση του ατομικισμού, ο Στανιλοάε συμπληρώνει τη θεώρηση αυτή τονίζοντας τη διαφάνεια της ύλης: το σώμα είναι ο ναός όπου η ύλη συναντά το Πνεύμα και ο αγωγός μέσω του οποίου ολόκληρος ο κόσμος αγιάζεται.
***************
Είδαμε τα σημεία στα οποία συγκλίνουν και αποκλίνουν οι δύο θεολόγοι (τονίζουμε ξανά ότι μιλήσαμε για τον πρώιμο Γιανναρά, με βιβλία όπως "Το Πρόσωπο και ο Έρως", "Η Ελευθερία του Ήθους" κ.λπ.). Ελπίζω να έγινε μέσω της σύγκρισης πιο κατανοητή η θεολογία τόσο του ενός όσο και του άλλου.
Στην εικαστική συμπλήρωση της σελίδας, παράθεση ζωγραφικού έργου της ουκρανής Ivanka Demchuk, μαζί με φωτογραφίες του αγίου Δημητρίου Στανιλοάε και του Χρήστου Γιανναρά
Άφωνοι έμειναν ενενήντα περίπου φοιτητές κατά τη διάρκεια του
μαθήματος "Ειδικά Ρεπορτάζ" στο τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής
Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου όταν ο καθηγητής τους κατά τη διάρκεια της
διδασκαλίας σήκωσε μια φοιτήτρια που καθόταν στην πρώτη σειρά του
αμφιθεάτρου και την φίλησε στο στόμα.
Ακολούθως ζήτησε απ” τους φοιτητές να καταγράψουν το
περιστατικό και να το στείλουν άμεσα ως ρεπορτάζ στο μέσο που υποτίθεται ότι
εργάζονταν.
Μόλις είχε ολοκληρωθεί εκτενέστατη συζήτηση με θέμα «Ηθικοί
κανόνες στο ρεπορτάζ, ηθικά διλήμματα, εισβολή στην ιδιωτική ζωή» και είχε
αναλυθεί η ανάγκη να ερευνούν σοβαρά και να ψάχνουν σε βάθος οποιοδήποτε θέμα
πριν το καταγράψουν για το μέσον όπου μελλοντικά θα εργάζονται.
Οι φοιτητές όντως κατέγραψαν αυτό που είδαν.
Και με οξύ τρόπο καυτηρίασαν την πράξη του καθηγητή
τους.
Ένας μάλιστα…αποχώρησε επιδεικτικά από το αμφιθέατρο σε
ένδειξη διαμαρτυρίας γι” αυτό που συνέβη στη συμφοιτήτριά του.
«Ήρθε να λυτρώσει τα σεξουαλικά του
βίτσια», έγραψε ο ένας,
«σεξουαλική επίθεση σε φοιτήτρια την ώρα του μαθήματος»,
έγραψε ο άλλος,
«πείραμα με σεξουαλικές προεκτάσεις», έγραψε ο τρίτος.
Χαμός.
Η συνέχεια έχει ακόμη πιο μεγάλο ενδιαφέρον.
Ο καθηγητής άκουγε όλο το φρικτό κατηγορητήριο
ατάραχος.
«Σας έχω βγάλει και φωτογραφία με το κινητό μου»
του φώναξε ένας φοιτητής,
«δεν φοβόσαστε ότι αύριο θα είστε πρωτοσέλιδο;» τον
ρώτησε.
Ο καθηγητής σηκώθηκε κι αφού ευχαρίστησε τους φοιτητές του
για τη συνεργασία, τους ανακοίνωσε ότι, αν δεν είναι εξαιρετικά προσεκτικοί και
δεν ερευνούν αυτό που πρόκειται να γράψουν, πέρα από το γεγονός ότι δεν θα
περάσουν ποτέ το μάθημά του, δεν θα γίνουν ποτέ καλοί δημοσιογράφοι.
Και αμέσως άρχισε να τους απαριθμεί τα λάθη τους:
Κανείς από τους φοιτητές-ρεπόρτερ δεν έκανε ρεπορτάζ.
Κανείς δεν σηκώθηκε από τη θέση του να ρωτήσει το «θύμα» αν
είχε κάποια σχέση με τον κ. καθηγητή, αν είχε προηγηθεί κάτι μεταξύ τους, αν
είχε προκληθεί ή είχε προκαλέσει τον καθηγητή.
Κανείς φοιτητής δεν παρατήρησε ότι η φοιτήτρια «θύμα» ήταν
τελείως άγνωστο σ” αυτούς πρόσωπο και προφανώς δεν την είχαν ξαναδεί ποτέ στο
αμφιθέατρο της σχολής.
Κανείς φοιτητής δεν πρόσεξε ότι αυτή η φοιτήτρια, όσο κι αν
έμοιαζε νέα, ήταν τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτερή τους.
Η φοιτήτρια «θύμα» δεν γνώριζε κανέναν, δεν μιλούσε και με
κανέναν, πράγμα ασύνηθες για φοιτητικό αμφιθέατρο.
Κανείς απ” τους φοιτητές δεν σκέφτηκε ότι το θέμα που μόλις
είχε αναλυθεί από τον καθηγητή είχε τίτλο «Ηθικοί κανόνες στη δημοσιογραφία»
και ότι αυτό σημαίνει.
Κανείς δεν ρώτησε τη συμφοιτήτρια που καθόταν δίπλα στο
«θύμα» αν πρόσεξε κάτι ιδιαίτερο στη συμπεριφορά του «θύματος» ή τη συμπεριφορά
του καθηγητή.
Κανείς δεν φρόντισε να ρωτήσει τον καθηγητή αν είναι σύνηθες
γι” αυτόν να καταφεύγει σε ανάλογες συμπεριφορές και αν αυτή είναι μια νέα
διδακτική μέθοδος.
Τέλος, κανείς δεν φρόντισε να μάθει γιατί επιτέλους διάλεξε
αυτή τη φοιτήτρια κι όχι μια άλλη… και, εν πάση περιπτώσει, αφού επρόκειτο να
τον κάνουν πρωτοσέλιδο να του ζητήσουν να πει κι αυτός την άποψή του.
Το μάθημα τελείωσε.
Οι φοιτητές συζητούσαν μεγαλόφωνα για το περιστατικό.
Ο καθηγητής έπρεπε να αποχωρήσει γρήγορα από την αίθουσα
γιατί το δίωρο της διδασκαλίας είχε τελειώσει.
Σηκώθηκε, μάζεψε τα πράγματά του από την έδρα, ζήτησε
από τους φοιτητές ένα λεπτό ησυχία για να τους συστήσει τη γυναίκα του, που
πρώτη φορά
παρακολούθησε μάθημά του.
by web

Ἐπίμετρο μεταγενέστερο καὶ πάντως ἀφηγηματικὸ
Θεέ μου, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅλος δυὸ μάτια! Δυὸ μάτια γεμάτα Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες,
Φαίακες, γεμάτα δρόμους, ἀτέλειωτους δρόμους. Τὸν συναντῶ στὴν προκυμαία, στὸ ἀεροδρόμιο, στὴν ἀποβάθρα τοῦ τραίνου. Εἶναι πάντα μόνος ἀνάμεσα στὸ πλῆθος ποὺ πηγαινοέρχεται ἀδιάκοπα. Τὰ πλοῖα, τὰ τραῖνα, τ’ ἀεροπλάνα ἔρχονται καὶ φεύγουν γεμάτα ἀνθρώπους, ἀνθρώπους ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς, φορτωμένους πολύχρωμα,
πολυταξιδεμένα μπαγκάζια. Ὅμως αὐτὸς εἶναι πάντα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀπομένουν. Κι εἶναι τόση ἡ νοσταλγία στὰ μάτια του, ποὺ δὲν μοῦ χρειάζεται ἄλλη σύσταση γιὰ νὰ τὸν γνωρίσω. Ὅποια στιγμὴ θέλω, θὰ βγάλω τὸ καπέλλο μου καὶ θὰ τοῦ χαμογελάσω φιλικά. — Σᾶς ξέρω, θὰ πῶ, εἴσαστε ὁ Ὀδυσσέας... Δὲν θὰ ἀρνηθῆ, δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθῆ, εἶναι ἕνας θλιβερός, ἀταξίδευτος Ὀδυσσέας.
Ἀπόψε λοιπὸν μὲ τὸ σούρουπο ὁ Ὀδυσσέας μου περπατάει στὸ δρόμο. Περπατάει στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου σκυφτός, λίγο κουρασμένος, μὲ τοὺς ὤμους κυρτούς. Ἴσως ἔρχεται ἀπ’ τὸ ἀεροδρόμιο, τὴν προκυμαία, ἢ τὸ σταθμό. Εἶδε τ’ ἀεροπλάνα, τὰ πλοῖα ἢ τὰ τραῖνα νὰ φεύγουν γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, γεμάτα βιαστικοὺς κι ἀδιάφορους ἀνθρώπους. Ἔτσι δείχνουν πάντα οἱ ἄνθρωποι στὶς ἀποβάθρες, στ’ ἀεροδρόμια καὶ στὶς προκυμαῖες, πάντοτε βιαστικοὶ κι ἀδιάφοροι, σὰ νἆναι τὸ ταξίδι τὸ τελευταῖο ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρουν, Ἴσως καὶ νἆναι ἔτσι στ’ ἀλήθεια, νὰ μὴ τοὺς ἐνδιαφέρη τὸ ταξίδι, φαίνεται πὼς εἶναι σπάνιο στὶς μέρες μας νὰ βρῆς ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ταξιδεύει γιὰ νὰ ζήση, ἕνα πραγματικὸ Ὀδυσσέα. Ἀπ’ ὅσο ξέρω, σήμερα τὸ πιὸ πολὺ ταξιδεύουν οἱ ἔμποροι, ἐμπορικοὶ ἀντιπρόσωποι κι ἐπιχειρηματίες, πάντα νευρικοὶ κι ἀνυπόμονοι, φορτωμένοι φροντίδες, μὲ τὄνα μάτι στὸ ρολόι τους καὶ τ’ ἄλλο στὴν ὥρα τῆς ἀναχώρησης, μὲ τσάντες φουσκωμένες καὶ κλειδωμένες καλά. Βέβαια, ξέρω
πὼς ταξιδεύουν κι οἱ τουρίστες, μὰ αὐτοὶ εἶναι γέροι οἱ πιὸ πολλοί, ἀσπρουλοὶ καὶ ζαρωμένοι, ἔχουνε ζήσει τὴ ζωή τους κι ἄφησαν τὸ ταξίδι γιὰ ὑστερόγραφο. Ὅσο γιὰ μερικοὺς ἐπιστήμονες ἢ καὶ ἱερωμένους, ποὺ τοὺς βρίσκετε νὰ πηγαίνουν γιὰ συνέδρια καὶ συναντήσεις διεθνεῖς, ἔχουν τόσο κομπασμὸ γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ τοὺς γίνεται, ὥστε δὲν μένει περιθώριο γιὰ τὴν ταξιδιωτικὴ εὐαισθησία ποὺ λέγαμε.
Ἴσως γι’ αὐτὸ εἶναι μοναδικὸς ὁ Ὀδυσσέας μου, αὐτὸς ὁ θλιβερός, ἀταξίδευτος Ὀδυσσέας μου, μὲ τὰ μάτια πάντα γεμάτα Λαιστρυγόνες,
Κύκλωπες, Φαίακες, γεμάτα δρόμους, ἀτέλειωτους δρόμους. Τὸν βλέπω καὶ πάλι ἀπόψε ποὺ περπατάει στὸ δρόμο μὲ τὸ σούρουπο. Εἶπα, ὅτι εἶναι ψηλός, λίγο κυρτὸς καὶ συνήθως κουρασμένος. Παρατηρῶ τὴ σκιά του ποὺ προπορεύεται, κατεβαίνει στὰ ὑπόγεια, ἀνεβαίνει στὰ σκαλοπάτια, κυματίζει στὰ ρείθρα τοῦ δρόμου κι ὁ ἄνθρωπος ἀκολουθάει σκυφτός, μὲ ἀργό, σερνάμενο βῆμα. Εἶναι μόνος στὸ δρόμο, ὁ δρόμος εἶναι στενός, τὰ σπίτια ψηλά, χτισμένα μὲ μπετὸ καὶ μὲ σίδερο, ἡ μικρὴ ἀνθρώπινη σιλουέττα προχωρεῖ φυλακισμένη μέσα στὸ διπλὸ αὐτὸ τεῖχος. Ποτὲ δὲν ξανάδα τόση μοναξιὰ κι ἀγωνία μαζεμένες σὲ μιὰ μικρὴ σιλουέττα, δίπλα στοὺς πανύψηλους τοίχους, σὲ μιὰ σκιά, ποὺ σπαρταράει στὰ σκαλοπάτια καὶ στὰ ρείθρα. Ἑκατοντάδες ἄνθρωποι βαδίζουν κάθε μέρα αὐτὸ τὸ δρόμο, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς γειτονιᾶς μου βαδίζουν κάθε μέρα αὐτὸ τὸ δρόμο, μὰ κανένας δὲν ὑποψιάζεται τὴ φυλακή, κανενὸς ἡ σκιὰ δὲν παραδέρνει τὸ σούρουπο τόσο θλιβερὰ στὸ κράσπεδο τοῦ τείχους. Ἴσως γιατὶ ὅλοι ἔχουν τὶς δουλειές τους, τὰ σπίτια τους, ἔχουν τὴ γυναίκα τους καὶ τὰ παιδιά τους, θέλω νὰ πῶ πὼς ἔχουν κάθε μέρα τὸ κορμί τους χορτάτο κι εὐχαριστημένο κι ἐπιπλέον βλέπουν τὴ ζωή τους νὰ παίρνη προέκταση στὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν τους. Εἶναι φυσικὸ λοιπὸν ποὺ δὲν καταλαβαίνουν τὴ φυλακή. Γι’ αὐτὸ καὶ θέλω νὰ σᾶς βεβαιώσω, πὼς ἡ γειτονιά μας εἶναι μιὰ πολὺ χαρούμενη γειτονιά, αὐτὸ ποὺ λέμε «κοινωνικὴ ζωὴ» εἶναι ἀνεπτυγμένο στὸ ἔπακρο. Συχωρέστε μου τὴν πεζότητα, οἱ μοδίστρες, ξέρετε, δουλεύουν σὰν τρελλές, οἱ κομμώτριες τὸ ἴδιο, κι οἱ ταξιτζῆδες εἶναι πολὺ χαριτωμένοι στὶς ὑποκλίσεις τους ἀνοίγοντας κάθε βράδυ τὶς πόρτες στὰ στολισμένα, μυρωδάτα ἀντρόγυνα. Κανένας δὲν διανοεῖται νὰ δραπετεύση, ἀφοῦ κι οἱ κοπέλλες ποὺ εἶναι ἀνύπαντρες στὴ γειτονιά μας δὲ βλέπουν τὴν ὥρα νὰ βρεθῆ τὸ παλληκάρι, νὰ ἀπο-κατασταθοῦν κι αὐτὲς μέσα στὴν ἴδια μακαριότητα τοῦ πετυχημένου ροσμπὶφ καὶ τῆς εὐφρόσυνης κρεββατοκάμαρας.
Μένει λοιπὸν μονάχος ὁ Ὀδυσσέας μου, νὰ περπατάη ἀπόψε στὸν ἔρημο δρόμο, μιὰ μικρὴ σκιὰ στὴν ἄκρη τοῦ τείχους, μὲ βῆμα κουρασμένο κι ἀργό. Ξέρω γιατὶ οἱ ὦμοι του ἔχουν κυρτώσει τόσο νωρίς, γιατὶ εἶναι τόσο κουρασμένο τὸ βῆμα του. Στὴν ὁποιαδήποτε στιγμὴ μπορῶ νὰ ὑποκλιθῶ μπροστά του, μὲ τὸ καπέλλο στὸ χέρι, χαμογελώντας φιλικά. — Ξέρω, θὰ τοῦ πῶ, μόνο ἕνα δίλημμα, ἡ αἴσθηση κάποιου χρέους, ἢ ὄχι; Μόνο αὐτὸ μπορεῖ νὰ φυλακίση ἕναν Ὀδυσσέα. Νὰ δῆτε ποὺ δὲν θ’ ἀρνηθῆ, δὲν μπορεῖ ν’ ἀρνηθῆ, αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη αἰτία.
Ἴσως περιττεύουν οἱ διευκρινίσεις, πιστεύω πὼς ὁ Ὀδυσσέας μου εἶναι κιόλας σὲ ὅλους γνωστός. Μὰ ὅσοι δυσκολεύονται ἀκόμα καὶ στ’ αὐτονόητα, ἂς ἔρθουν νὰ ψάξουν στὴ γειτονιά μου γιὰ νὰ βροῦν τὸ σκολειό μας. Εἶμαι σίγουρος πὼς ἐκεῖ μέσα ἔχουν πολλὲς πιθανότητες νὰ συναντήσουν τὸν Ὀδυσσέα μου. Τὸν φαντάζομαι Καθηγητὴ ή καὶ δάσκαλο. Ἀσφαλῶς ἀπὸ τὰ χέρια του περνᾶνε ὁλόκληρες γενιὲς μαθητῶν, τόσα κουρεμένα κεφάλια, ποὺ πρέπει νὰ γεμίσουν γνώση, πίστη κι αἰσιοδοξία γιὰ τὴ ζωή. Καὶ πρέπει νὰ τὰ δώση ὅλα αὐτὰ ὁ φτωχὸς Ὀδυσσέας μου, ποὺ ἄδειασε πιὰ τόσα χρόνια κι ἀπὸ γνώση κι ἀπὸ πίστη κι ἀπὸ αἰσιοδοξία. Κάποτε ἀρκοῦσε καὶ μόνο τὸ ὅραμα τῶν κουρεμένων Χερουβείμ. Τώρα, ἡ γεύση τῆς ρηχότητας καὶ τοῦ κενοῦ ποὺ ἀδιάκοπα μεγαλώνει εἶναι ἕνα μαρτύριο. Πρέπει νὰ φύγη. Κάθε τραῖνο, πλοῖο κι ἀεροπλάνο εἶναι μιὰ σπαραχτικὴ πρόσκληση γιὰ νὰ ζήση, νὰ γνωρίση τὴ ζωὴ ποὺ εἶναι τὸ ταξίδι, ποὺ εἶναι ἡ γνώση, ἡ ἐπιστήμη, ἡ σπουδή. Περισσεύει μέσα του ἡ δύναμη, ξεχειλίζει. Πῶς νὰ τὸν κλείσης στὸ μικρό, καθημερινὸ καθῆκον;
Φυσικά, μπορεῖ νἆναι καὶ γιατρὸς ὁ Ὀδυσσέας μου, φυλακισμένος σὲ μιὰ φτωχικὴ πολυκλινική, ἴσως νἆναι καὶ φτωχὸς μεροκαματιάρης, ποὺ τὸν περιμένουν στὸ σπίτι κάθε μέρα γιὰ τὸ ψωμί. Ἐγὼ δὲν ἀποκλείω καθόλου νἆναι καὶ πρόσωπο ἱστορικό, συχνὰ ὑποψιάζομαι μήπως εἶναι ὁ Ἀλιόσα. Φυσικά, ἕνας Ἀλιόσα, ποὺ δὲν βρῆκε ἀκόμα τὸν Ζωσιμᾶ, — ἴσως ἔχετε ἀκουστὰ πὼς σήμερα ἐξέλιπαν οἱ Ζωσιμάδες ἀπὸ τὸν κόσμο μας, μόνο κακέκτυπα
βρίσκεις. Ἂν εἶχε βρῆ τὸν ἀληθινὸ πάτερ Ζωσιμᾶ θὰ βρισκόταν κιόλας στὸ δρόμο, ἕναν Ἀλιόσα δὲν μποροῦσε νὰ τὸν κρατήση στὸ μοναστήρι ὁ Ζωσιμᾶς, ὁ ἴδιος λαμποκοποῦσε ἀπὸ χαρὰ ὅταν τὸν ἔστελνε νὰ φύγη στὸν «κόσμο». Μὰ σήμερα αὐτὸς ὁ ζωοποιὸς θάνατος τοῦ κόκκου τοῦ σίτου ἔφτασε νὰ εἶναι μιὰ νέκρωση ἀνέλπιδη κι ἀδιέξοδη, ἀπ’ τὴν παραξενιὰ καὶ τὴ στενοκεφαλιὰ τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτὸ καὶ λυπᾶμαι τόσο βαθειὰ τὸν καημένο τὸν Ἀλιόσα, πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους, γιατὶ κάθε μέρα διακινδυνεύει στὸ τραγικό του δίλημμα τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Βλέπετε, λοιπόν, πόσο βάρος μαζεύτηκε σ’ αὐτὴ τὴ μικρὴ κυρτωμένη σιλουέττα, ποὺ σέρνεται ἀργὰ στὸ κράσπεδο τῆς φυλακῆς... Αὐτὸς ὁ Ἀλιόσα, ὁ δάσκαλος, ὁ γιατρός, ὁ μεροκαματιάρης, αὐτοὶ οἱ ἐλάχιστοι ποὺ ἀπόμειναν χωρὶς νὰ συνθηκολογήσουν, θέλω νὰ πῶ, αὐτὸς ὁ τραγικὸς Ὀδυσσέας μου, θλιβερὸς κι ἀταξίδευτος κι ὅμως πιὸ πολὺ Ὀδυσσέας ἀπ’ ὅλους τοὺς πλάνητες τοῦ καιροῦ μας. Τὰ βήματά του ἀντηχοῦν ἀκόμα στοὺς δρόμους μας, ὁ ἦχος τους εἶναι ξένος πιὰ γιὰ τ’ αὐτιά μας, ὁ Ὀδυσσέας εἶναι ξένος πιὰ γιὰ τὸν κόσμο μας, κάθε του βῆμα εἶναι καὶ μιὰ ἀναχώρηση, ἡ σκιά του προπορεύεται, βιάζεται,
θέλει ν’ ἀποσπαστῆ καὶ νὰ φύγη, ἔτσι ποὺ παραδέρνει στὰ κράσπεδα τῆς φυλακισμένης ζωῆς μας...
Θεέ μου, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, μέσα στὴ νύχτα τοῦ κόσμου μας, εἶναι, ὁπωσδήποτε, ἕνα δικό Σου σημάδι...
1962
Πείνα και Δίψα σελ. 67-71, εκδ. Γρηγόρη.
Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα
("Ο φυλακισμένος με την πορφύρα") είναι έργο του π. Σταμάτη Σκλήρη.