Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοφάνεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοφάνεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2023

Εν Ιορδανη αργο απολυτικιο Θεοφανειων - Χασανιδης Ι.

 


ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ «Η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις»

 


Η σημερινή λαμπρή εορτή των Φώτων είναι πολυσήμαντη. Θεοφάνεια και Επιφάνεια στη γη. Ο Ιησούς Χριστός, «ο αρχηγός της ζωής», βαπτίζεται από τον τίμιο Πρόδρομο στον Ιορδάνη. Σύμφωνα με την ιερή υμνολογία ο Ιορδάνης ευφράνθηκε κι ολόκληρη η κτίση σκίρτησε από αγαλλίαση! Και «η φωνή του Λόγου», ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, βαπτίζοντας «χαίρει τη ψυχή και τρέμει τη χειρί».

          Γιατί βαπτίσθηκε ο Χριστός;

          Για να εκπληρώσει ό, ότι προέβλεπε το σχέδιο του Θεού για Εκείνον. Η προφητεία της Γέννησής Του είχε εκπληρωθεί. Το ίδιο έπρεπε να γίνει για τη βάπτιση και στη συνέχεια για τα υπόλοιπα σωτήρια γεγονότα  της Θείας Οικονομίας. Κατά τον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο όμως, το εκπληκτικό δεν είναι τόσο η ίδια η εκπλήρωση των προφητειών στο πρόσωπο του Χριστού, όσο η άκρα συγκατάβαση και κένωσή Του. Θεός όντας να γίνει άνθρωπος και να σώσει τον κόσμο.

          Στη βάπτιση του Θεανθρώπου έχουμε τη φωτεινή φανέρωση της Θεότητας. Γι’ αυτό κι η εορτή ονομάζεται Θεοφάνεια ή Επιφάνεια. Η φωνή του Θεού-Πατέρα και η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος αποκαλύπτουν τον Τριαδικό Θεό, ενώ ο σαρκωμένος Υιός, βαπτιζόμενος, συντρίβει τους δράκοντες-δαίμονες- στα νερά και ταυτόχρονα τα αγιάζει.

          Ο Θεός στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού φανερώνει στον άνθρωπο τον λόγο της ύπαρξής  του στη γη. Ποιος είναι αυτός; Η λατρεία και η δοξολογία του αληθινού Θεού. Ο Κύριος νίκησε και στο νερό τις αντίθεες πνευματικές δυνάμεις και κατάργησε στη συνέχεια με τον Σταυρό και την Ανάστασή Του την παντοδυναμία του θανάτου. Αυτά εμπόδιζαν τον άνθρωπο και τον κόσμο γενικότερα να εκπληρώσουν τον επίγειο σκοπό τους: τη δοξολογία και τη λατρεία του αληθινού Θεού, την προσκύνηση μ’ άλλα λόγια της Αγίας Τριάδος.

          Αληθινή Θεοφάνεια ζούμε και εμείς σήμερα εισερχόμενοι σ’ έναν αγιογραφημένο ιερό Ναό. Όλα εικονίζουν τη θαυμαστή κίνηση του Κυρίου, που «έκλινεν ουρανούς και κατέβη». Όλα εικονίζουν τη θεανθρώπινη κοινωνία της αγιωτάτης Εκκλησία μας. Κι όλα, επίγεια και επουράνια, συμμετέχουν στη θεία Ευχαριστία, την κορύφωση στο τώρα της ζωής μας, της πιο αληθινής και πιο ζωντανής Θεοφάνειας. Ποια πράξη της Εκκλησίας , ποιο μυστήριό της ανοίγει και σε μας την ωραία πύλη της βασιλείας του Κυρίου;

          Το άγιο Βάπτισμα. Στη βάπτιση του Ιησού Χριστού άνοιξε ο ουρανός. Και στου καθένα μας το ίδιο γίνεται. Με τον τρόπο αυτό μας καλεί προς την επουράνια πατρίδα ο Θεός και μας προτρέπει να μην έχουμε κανένα κοινό με τη γη, τη χοϊκότητα. Το βάπτισμα μας απαλλάσσει  από την αμαρτία και τον θάνατο. Μας χαρίζει τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος. Γινόμαστε παιδιά του Θεού στη γη και συγκληρονόμοι με τον Υιό Του της Βασιλείας Του στον ουρανό.

          Πρόγευση λοιπόν και εγγύηση του Παραδείσου για μας  είναι το Άγιο Πνεύμα. Και ο Χριστός; Η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή που οδηγούν σ’ αυτόν.

          Η ευχή μας είναι να γίνουμε πολίτες της Βασιλείας Του, οικιστές του παραδείσου.

          π. Γ.

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2022

Ασκητές μέσα στον κόσμο: Έλαμ­ψε το πρό­σω­πό της

 

Πα­ρα­μο­νή Θεο­φα­νεί­ων τοῦ 2000. Πρω­τά­για­ση (ἁγια­σμός τῆς πα­ρα­μο­νῆς τῶν Θεο­φα­νεί­ων). Στό Πή­λι­ου­ρι, ἕνα χω­ριό τῆς Χει­μάρ­ρας τῆς Βο­ρεί­ου Ἠπεί­ρου, ὁ ἱε­ρέ­ας κα­τε­βαί­νει ἀ­πό τό αὐ­το­κί­νη­το πού τούς με­τέ­φε­ρε ὡς ἐκεῖ καί ἑτοι­μά­ζε­ται ν᾽ ἁγιά­ση τά σπί­τια.

Μί­α ὥ­ρα καί ἕ­να τέ­ταρ­το ἔ­κα­ναν μέ τό αὐ­το­κί­νη­το γι­ά νά φτά­σουν. Τό χω­ριό εἶ­ναι κρυμ­μέ­νο πά­νω στά ὄ­μορ­φα ἱ­στο­ρι­κά Χει­μαρ­ρι­ώ­τι­κα βου­νά. Ὁ δρό­μος τρα­χύς, ἐ­πι­κίν­δυ­νος. Τό αὐ­το­κί­νη­το ἀγ­κο­μα­χοῦ­σε νά ξε­κολ­λή­ση ἀ­πό τίς λά­σπες πού δη­μι­ούρ­γη­σε ἡ βρο­χή τίς προ­η­γού­με­νες ἡ­μέ­ρες. Εἶ­ναι νέ­ος Ἱ­ε­ρεύς, μό­λις πρίν ἀ­πό δυ­ό μῆ­νες χει­ρο­το­νη­μέ­νος Πρε­σβύ­τε­ρος. Εἶ­χε ἔρ­θει ἀ­πό τήν Ἑλ­λά­δα μα­ζί μέ τρεῖς φοι­τη­τές γι­ά νά βο­η­θοῦν στό ἀ­να­λό­γιο καί γιά τήν με­τα­φο­ρά τῶν ἀ­ναγ­καί­ων γιά τίς ἱ­ε­ρο­πρα­ξί­ες στά χω­ριά τῆς πε­ρι­ο­χῆς καί ὅ­που ἀλ­λοῦ θά χρει­α­ζό­ταν.

Ἡ πρώ­τη τους ἐ­πί­σκε­ψη ἦ­ταν ὁ ἱερός Να­ός στήν εἴ­σο­δο τοῦ χω­ριοῦ. Τό ἄ­θε­ο κα­θε­στώς τόν ἔ­κα­με «σπί­τι τοῦ λα­οῦ», ἔ­πει­τα ἀ­πο­θή­κη. Θλι­βε­ρό τό θέ­α­μα! Χορ­τα­ρι­α­σμέ­να τά σκα­λο­πά­τια, ἀμ­πα­ρω­μέ­νη ἡ πόρ­τα. Κα­νέ­να ση­μά­δι ζω­ῆς. Ἀ­φη­μέ­νη, λές, στήν φθο­ρά τοῦ χρό­νου γι­ά νά κα­τα­στρέ­ψη ὅ­,τι ἄ­φη­σαν πί­σω τους οἱ ἄ­θε­οι.

Τά παι­διά ἔ­τρε­ξαν νά χτυ­πή­σουν τίς πόρ­τες τοῦ χω­ριοῦ, γιά νά ἀ­ναγ­γεί­λουν τήν ἄ­φι­ξη τοῦ ἱε­ρέ­α. Σέ λί­γο ἔ­γι­νε συ­να­γερ­μός. Ἡ μί­α νοι­κο­κυ­ρά μέ τήν ἄλ­λη μά­θαι­ναν τά σπου­δαῖ­α νέ­α. «Πρώ­τη φο­ρά με­τά ἀ­πό τό­σα χρό­νια ἦρ­θε πα­πᾶς νά μᾶς ἁ­γιά­ση», ἔ­λε­γαν μέ δά­κρυ­α στά μά­τια. Ἄλ­λες ἔρ­ρι­ξαν στρω­σί­δια στίς εἰ­σό­δους. Ἄλ­λες ἔ­κο­ψαν τά κα­λύ­τε­ρα ἄν­θη ἀ­πό τόν κῆ­πο τους γι­ά τήν ὑ­πο­δο­χή. Ὅ­λοι πε­ρί­με­ναν στήν ἐ­ξώ­πορ­τα. Τά σκυ­λιά στίς ὁ­λο­κά­θα­ρες αὐ­λές συμ­με­τεῖ­χαν στήν χα­ρά. Τό γαύ­γι­σμά τους χα­ρού­με­νο, δι­α­φο­ρε­τι­κό.

«Ἐν Ἰ­ορ­δά­νῃ βα­πτι­ζο­μέ­νου Σου, Κύ­ρι­ε…», ἀ­ντη­χοῦ­σε σ᾽ ὅ­λο τό χω­ριό. Τά ρά­σα τοῦ πα­πᾶ γέ­μι­σαν λά­σπες, βά­ρυ­ναν. Τά ὑ­πο­δή­μα­τα τῶν φοι­τη­τῶν καί αὐ­τά σκε­πά­στη­καν ἀ­πό τήν λά­σπη. Καί ὅ­μως ὅ­λοι χαί­ρο­νταν.

Πέ­ρα­σαν τρι­σή­μι­σι ὧ­ρες μέχρι νά ἁγιά­σουν ὅλα τά σπί­τια. Ἔ­μει­νε ἕ­να σπί­τι στήν ἄ­κρη τοῦ χω­ριοῦ. Κά­ποι­οι εἶ­παν ὅ­τι θά πᾶ­με ἐ­μεῖς νά τούς δώ­σου­με τόν ἁ­για­σμό για­τί εἶ­στε κου­ρα­σμέ­νοι. Δέν ἔ­πρε­πε νά γί­νη ὅ­μως ἔ­τσι. Δυ­ό γυ­ναῖ­κες, μία γε­ρόντισ­σα καί ἡ κό­ρη της πε­ρί­με­ναν τόν ἱ­ε­ρέ­α. Φί­λη­σαν μέ λα­χτά­ρα τόν Σταυ­ρό. Ὡ­δή­γη­σαν τόν ἱε­ρέ­α καί τήν συ­νο­δεί­α του σέ ὅ­λα τά δω­μά­τια τοῦ σπι­τιοῦ. Σέ ἕ­να ἀ­πό αὐ­τά μί­α νέα ἦ­ταν κα­τά­κοι­τη στό κρεβ­βάτι. «Πά­τερ, ἡ ἐγ­γο­νή μου», φω­νά­ζει σπα­ρα­κτι­κά ἡ γε­ρόντισ­σα. «Εἶ­ναι 18 ἐ­τῶν. Πο­λύ κα­λή κο­πέλ­λα. Περ­νά­ει μί­α δο­κι­μα­σί­α ἀλ­λά εἶ­ναι με­γά­λος ὁ Θε­ός». Ἡ μη­τέ­ρα της δί­πλα κλαί­ει βου­βά. Θέ­λουν καί οἱ δυ­ό γυ­ναῖ­κες νά ποῦν κά­τι στόν ἱ­ε­ρέ­α ἀλ­λά δι­στά­ζουν:

– Θά θέ­λα­με, πά­τερ, νά σᾶς ζη­τή­σου­με κά­τι. Ἡ κο­πέλ­λα πού ἁ­γι­ά­σα­τε μέ­σα στό δω­μά­τιο εἶ­ναι ἀ­νά­πη­ρη, τε­τρα­πλη­γι­κή. Πρίν ἀ­πό τρί­α χρό­νια βα­πτί­στη­κε. Ἀ­πό τό­τε νη­στεύ­ει αὐ­στη­ρά καί δέν ἔ­χει φά­ει κρέ­ας. Τε­τάρ­τη καί Πα­ρα­σκευ­ή οὔ­τε λά­δι. Προ­σεύ­χε­ται καί πε­ρι­μέ­νει μή­πως ἔρ­θη κά­ποι­ος ἱε­ρέ­ας νά τήν κοι­νω­νή­ση. Λέ­γα­με λοι­πόν μή­πως ἡ ἁ­γι­ό­της σου θά μπο­ροῦ­σε.

‒ Αὔ­ριο, εἶ­πε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας εἶ­ναι Θε­ο­φά­νεια. Με­γά­λη ἡ­μέ­ρα. Κά­τω στήν Χει­μάρ­ρα θά εἶ­ναι πο­λύς ὁ κό­σμος. Θά κοι­νω­νή­σουν καί στήν συ­νέ­χεια θά ρί­ξου­με τόν Τί­μιο Σταυ­ρό στήν θά­λασ­σα. Κα­τα­λα­βαί­νε­τε ὅ­τι θά ἀρ­γή­σου­με πο­λύ.

‒ Δέν πει­ρά­ζει, πά­τερ. Θά πε­ρι­μέ­νου­με ὅ­σο χρει­α­στεῖ. Ὅ­ταν τό μά­θη ἡ κο­πέλ­λα μας, δέν πρό­κει­ται ἀπό σή­με­ρα οὔ­τε νε­ρό νά πιῆ. Αὐ­τό τό λα­χτα­ρά­ει.

Τήν ἄλ­λη μέ­ρα, ἀρ­γά τό με­ση­μέ­ρι, τό ἴ­διο αὐ­το­κί­νη­το μέ τούς ἴ­διους ἀν­θρώ­πους κα­τευ­θύ­νε­ται στό χω­ριό. Κα­νείς δέν μι­λᾶ. Φτά­νουν. Περ­πα­τοῦν ἀρ­κε­τή ὥ­ρα μέ­χρι τό σπί­τι. Μπρο­στά προ­πο­ρεύ­ε­ται κά­ποι­ος μέ ἕ­να κε­ρί ἀ­ναμ­μέ­νο. Στό πλα­τύ­σκα­λο τοῦ σπι­τιοῦ οἱ δυ­ό γυ­ναῖ­κες κλαῖ­νε ἀ­πό χα­ρά κά­νοντας βα­θι­ές με­τά­νοι­ες γι­ά νά ἐκ­φρά­σουν τήν εὐ­γνω­μο­σύ­νη τους. Βου­βές, ἀ­μί­λη­τες κά­νουν τόν σταυ­ρό τους μέ σε­βα­σμό καί ὁ­δη­γοῦν μέ προ­σο­χή τόν ἱ­ε­ρέ­α στό δω­μά­τιο τῆς κό­ρης.

«Με­τα­λαμ­βά­νει ἡ δού­λη τοῦ Θε­οῦ Ἐ­λευ­θε­ρί­α τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ…». Ὅ­μως, πρίν με­τα­δώ­ση τά ἄ­χραντα μυ­στή­ρια ὁ λει­τουρ­γός τοῦ Θε­οῦ στα­μα­τᾶ. Κά­τι συμ­βαί­νει. Ἀ­νοι­γο­κλεί­νει τά βλέ­φα­ρά του. Σάν κά­τι νά τά ἐ­νο­χλῆ. Ἀ­φοῦ ἄ­φη­σε τήν ἁ­γί­α λα­βί­δα στό ἅ­γιο Πο­τή­ριο, ἔ­τρι­ψε τά μά­τια του πού θαμ­πώ­νονταν ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή, δι­ε­ρω­τώ­με­νος καθ᾽ ἑ­αυ­τόν μέ ἀ­πο­ρί­α δι­ά τό τί συμ­βαί­νει. Τά μά­τια τῆς Ἐ­λευ­θε­ρί­ας προ­ση­λω­μέ­να στό Ἅ­γιο Πο­τή­ριο λά­μπουν. Φεγ­γο­βο­λοῦν τό­σο πο­λύ, ὥ­στε κα­τά­πλη­κτος ὁ ἱ­ε­ρέ­ας νά μήν μπο­ρῆ πλέ­ον νά δι­α­κρί­νη τό πρό­σω­πό της. Ἕ­να φῶς ὑ­πέρ­λα­μπρο μέ συ­νε­χῶς αὐ­ξα­νό­με­νη ἔντα­ση ἁ­πλω­νό­ταν σι­γά–σι­γά σέ ὅ­λο τό δω­μά­τιο. Αἰ­σθα­νό­ταν ὅ­τι τόν ἀ­κουμ­πά­ει. Τό χέ­ρι του πού ἦ­ταν κοντά αἰ­σθάν­θη­κε τήν θαλ­πω­ρή του. Τρό­μα­ξε. Τό φῶς ἐ­κεῖ­νο δέν εἶ­χε τό χρῶ­μα τῆς φλό­γας λαμ­πά­δας ἀλ­λά ἦ­ταν λευ­κό, δυ­να­τό, ἁ­πα­λό, ὄ­χι ἐ­κτυ­φλω­τι­κό. Ἦ­ταν τό­σο δυ­να­τό πού ὁ ἱ­ε­ρέ­ας δέν ἔ­βλε­πε τό πρό­σω­πο καί τό στό­μα της.

Σα­στι­σμέ­νος καί μέ με­γά­λη προ­σπά­θεια γιά νά μήν τρέ­μη τό χέ­ρι του, ἔ­χοντας στήν μνή­μη του τό πρό­σω­πο τῆς κο­πέλ­λας, με­τα­δί­δει τήν θεί­α Κοι­νω­νία­. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι κοι­νώ­νη­σε, ὅ­ταν αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι ἡ ἁ­γί­α λα­βί­δα ἄγ­γι­ξε στά δόντια τῆς με­τα­λα­βού­σης. «Εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ, πά­τερ», ἄ­κου­σε στό βά­θος τοῦ μυα­λοῦ του τήν φω­νή τῆς νε­α­ρῆς κο­πέλ­λας.

Εἶ­χε σκο­πό νά κα­τα­λύ­ση τό Ἅ­γιο Πο­τή­ριο στό δω­μά­τιο μέ τό εἰ­κο­νο­στά­σι τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας. Ἀ­δύ­να­τον. Σιω­πη­λά χαι­ρε­τᾶ τίς σπι­το­νοι­κο­κυ­ρές κά­νο­ντας ἕ­να νεῦ­μα στούς φοι­τη­τές πού τόν βο­η­θοῦ­σαν, ὅτι πρέ­πει νά φύ­γουν. Ἐ­κεῖ­νες πα­ρα­κα­λοῦν γι­ά νά τούς φι­λο­ξε­νή­σουν. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ὅ­μως δέν ἀ­κού­ει. Κρα­τᾶ σφι­χτά στό δε­ξί του χέ­ρι τό Ἅ­γιο Πο­τή­ριο καί κα­τευ­θύ­νε­ται γορ­γά στό βά­θος τοῦ μι­κροῦ δά­σους πού βρί­σκε­ται πέ­ρα ἀ­πό τό σπί­τι. Τό ρῖ­γος δι­α­περ­νᾶ τό σῶ­μα του. Ἀ­να­λο­γί­ζε­ται τί ἦ­ταν αὐ­τό πού τοῦ συ­νέ­βη; Κα­τα­λύ­ει βι­α­στι­κά.

«Πά­τερ, εἶ­στε κα­λά;» ρω­τοῦν τά παι­διά. «Ναί, βέ­βαι­α, πᾶ­με τώ­ρα για­τί ἀρ­γή­σα­με…».

(Από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», Κεντρική διάθεση βιβλίου: Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής)

 

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2022

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Εις τα Άγια Θεοφάνεια. Γιατί ο Χριστός εβαπτίσθη;

 

ΕΙΣ ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«ΓΙΑΤΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΒΑΠΤΙΣΘΗ;»

       [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 6-1-1991]  (Γ 126)

      «Ποιος είναι ο Θεός;», έλεγε ο αρχαίος κόσμος. «Τι είναι ο Θεός;», ξαναρωτούσε ο αρχαίος κόσμος. Και οι απαντήσεις πολλές. Γιατί δεν υπήρχε απάντησις. Όμως η αγάπη και η φιλανθρωπία του όντως αληθινού Θεού, που έμενε κρυμμένος από τον αμαρτωλό άνθρωπο ή καλύτερα, η αμαρτία ετύφλωσε τον άνθρωπο και δεν μπορούσε να δει, ήλθε και έγινε φανερός. Λέγει ο Απόστολος Παύλος στη σημερινή αποστολική του περικοπή που ακούσαμε, προς Τίτον: «Ἡ χρηστότης καὶ ἡ φιλανθρωπία ἐπεφάνη τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ»«Ἐπεφάνη»Έγινε φανερή. Αυτό θα πει «επιφάνεια». Θα πει «φανέρωσις». Η Θεοφάνεια. Θα πει: «Φάνηκε ο Θεός».

Γιὰ τὸν Μέγα Ἁγιασμὸ

 

Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός τελεῖται κάθε χρόνο τήν 5η καί 6η Ἰανουαρίου. Πολλοί εἶναι αὐτοί οἱ ὁποῖοι ρωτοῦν ἄν ὁ Ἁγιασμός αὐτός πίνεται, χρησιμοποιεῖται γιά ραντισμό, φυλάσσεται στά σπίτια καί ἄν ἀντικαθιστᾶ τήν θεία Κοινωνία. Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ, μεταγλωττισμένο στήν νεοελληνική, ἀποτελεῖ «εἰδική γνωμοδότηση περί τοῦ θέματος τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, δηλ. πῶς λαμβάνεται αὐτός παρά τῶν χριστιανῶν, ἐάν φυλάσσεται καί ἐάν ἀπ' αὐτόν μεταλαμβάνουν» οἱ πιστοί, συνταχθέν ὑπό τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Πατρῶν κυροῦ Νικοδήμου. Ἀρχικῶς αὐτή δημοσιεύθηκε στά ΔΙΠΤΥΧΑ τοῦ ἔτους 1999 (σσ. οη΄-π΄), πρός ἐνημέρωση τῶν εὐλαβέστατων Ἐφημερίων καί πληροφόρηση τῶν πιστῶν:...

1. Ὑπάρχει διαφορά ἀνάμεσα στό Μεγάλο Ἁγιασμό πού τελεῖται τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἐκεῖνον τῆς κύριας ἡμέρας τῆς ἑορτῆς;

Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός πού τελεῖται τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἴδιος. Ἐσφαλμένα κάποιοι θεωροῦν ὅτι δῆθεν τελεῖται τήν παραμονή ὁ «μικρός Ἁγιασμός» καί τήν ἑπόμενη ὁ «Μέγας». Καί στίς δύο περιπτώσεις τελεῖται ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός. Μικρός Ἁγιασμός τελεῖται τήν πρώτη μέρα κάθε μήνα, καθώς καί ἐκτάκτως ὅταν τό ζητοῦν οἱ χριστιανοί σέ διάφορες περιστάσεις (ἐγκαίνια οἰκιῶν, καταστημάτων καί ἱδρυμάτων, σέ θεμελίωση κτισμάτων κ.λπ.). Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός τελεῖται μόνο δύο φορές τό χρόνο (τήν 5η καί 6η Ἰανουαρίου) στό Ναό.

2. Ποῦ φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός καί γιά ποιό λόγο;

Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός φυλάσσεται ὅλο τό χρόνο στό Ναό. Φυλάσσεται ὄχι ἄνευ λόγου. Καί ὁ λόγος δέν εἶναι ἄλλος, παρά γιά νά «μεταλαμβάνεται» ἀπό τούς πιστούς ὑπό ὁρισμένες συνθῆκες καί προϋποθέσεις. Συνηθισμένη εἶναι η περίπτωση πού ἀφορᾶ στούς διατελοῦντες ὑπό ἐπιτίμιο τοῦ Πνευματικοῦ, πού ἐμποδίζει τή συμμετοχή τους στη θεία Κοινωνία, γιά ὁρισμένο καιρό, καί εἴθισται νά δίδεται σέ αὐτούς, γιά εὐλογία καί παρηγοριά τους, Μέγας Ἁγιασμός. Κανένα κώλυμα δέν ὑφίσταται πρός τοῦτο, ἐφ' ὅσον μάλιστα βρίσκονται «ἐν μετανοίᾳ καί ἐξομολογήσει». Ἀπαραίτητα ὅμως πρέπει νά συνειδητοποιοῦν ὅτι ὁ Μέγας Ἁγιασμός δέν ὑποκαθιστᾶ οὔτε ἀντικαθιστᾶ τή θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γιά τήν ὁποία ὀφείλουν μέ τή μετάνοια νά προετοιμάζονται, γιά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τά κωλύματα τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νά ἀξιωθοῦν νά κοινωνήσουν τό ταχύτερο.

3. Μπορεῖ ὁ Μέγας Ἁγιασμός νά φυλάσσεται στό σπίτι καί νά πίνουν ἀπ' αὐτόν σέ καιρό ἀσθένειας ἤ γιά ἀποτροπή βασκανίας καί κάθε σατανικῆς ἐνέργειας;

Ἡ ἀπάντηση εἶναι θετική. Παρέχεται ἀπ' αὐτό τοῦτο τό ἱερό κείμενο τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, πού προβλέπει «ἵνα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ἔχοιεν αὐτό (τό ἡγιασμένον ὕδωρ...) πρός ἰατρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον», καί δή καί «δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον» (πρβλ. καί τή συναφή εὐχή σέ βασκανία· «φυγάδευσαν καί ἀπέλασαν πᾶσαν διαβολικήν ἐνέργειαν, πᾶσαν σατανικήν ἔφοδον καί πᾶσαν ἐπιβουλήν... καί ὀφθαλμῶν βασκανίαν τῶν κακοποιῶν ἀνθρώπων»). 

Ἀναντίρρητα χειραγωγεῖται μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ πιστός νά ἀποφεύγει ἄλλες διεξόδους («ξόρκια», μαγεῖες καί ἄλλες μεθοδεῖες τοῦ πονηροῦ), καί νά καταφεύγει στά ἔγκυρα «ἁγιάσματα» τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι ὁ Μέγας Ἁγιασμός, ἀλλά καί ὁ «μικρός» λεγόμενος Ἁγιασμός, ὡς συνειδητό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ταμειούχου τῆς θείας χάριτος, καί μέτοχος τῶν ἁγιαστικῶν της μέσων. Προϋποτίθεται βέβαια ὅτι στίς οἰκίες ὅπου φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός, καί τό καντήλι θά ἀνάβει καί θά καίει ἐπιμελῶς, καί ἡ εὐλάβεια θά ὑπάρχει στά μέλη τῆς οἰκογενείας, τούς συζύγους καί τά παιδιά, καί θά ἀποφεύγεται κάθε αἰτία πού ἀποδιώχνει τή θεία χάρη (ὅπως βλασφημίες ἤ ἄλλες ἀσχημοσύνες).

4. Ποιά ἡ σχέση νηστείας καί Μεγάλου Ἁγιασμοῦ;

Ἡ ἱστορική ἀρχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς: Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων -ὅπως τήν παραμονή τοῦ Πάσχα καί τῆς Πεντηκοστῆς- γινόταν ἡ βάπτιση τῶν Κατηχουμένων, δηλ. τῶν νέων χριστιανῶν. Τά μεσάνυχτα τελοῦνταν ὁ ἁγιασμός τοῦ ὕδατος γιά τήν τελετή τοῦ Βαπτίσματος· τότε εἰσήχθη ἡ συνήθεια -ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος- οἱ χριστιανοί νά παίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό καί νά πίνουν ἤ νά τό μεταφέρουν στά σπίτια τους γιά εὐλογία καί νά τό διατηροῦν ὁλόκληρο τό χρόνο· «Διά τοῦτο καί ἐν μεσονυκτίῳ κατά τήν ἑορτήν ταύτην ἅπαντες ὑδρευσάμενοι, οἴκαδε τά νάματα ἀποτίθενται, καί εἰς ἐνιαυτόν ὁλόκληρον φυλάττουσιν» (Λόγος εἰς τό ἅγιον βάπτισμα τοῦ Σωτῆρος· ΡG 49, 366).

Ἀργότερα ὅμως, σέ καιρούς λειτουργικῆς παρακμῆς, ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ ἀπομονώθηκε ἀπό αὐτή τοῦ Βαπτίσματος, παρόλο πού διατήρησε πολλά στοιχεῖα του. Παρέμεινε ἡ συνήθεια ὥστε οἱ πιστοί νά παίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό «πρός ἁγιασμόν οἴκων», ὅπως ἀναφέρει ἡ καθαγιαστική εὐχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ.

Νωρίς ἐπίσης ἐπικράτησε ἡ συνήθεια τῆς νηστείας πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων, γιά δύο λόγους:

Πρῶτο, οἱ δύο μεγάλες ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων στήν ἀρχαία Ἐκκλησία ἦταν ἑνωμένες σέ μία, αὐτή τῶν Θεοφανείων ἤ Ἐπιφανείων, πού τελοῦταν τήν 6η Ἰανουαρίου (συνήθεια πού διατηρεῖται στήν Ἀρμενική Ἐκκλησία μέχρι σήμερα)· ὅμως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (4ος αἰ.) χώρισε τίς δύο γιορτές καί ὅρισε ἡ μέν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ νά γιορτάζεται τήν 25η Δεκεμβρίου, ἡ δέ Βάπτιση καί φανέρωση τῆς ἁγίας Τριάδας τήν 6η Ἰανουαρίου. 

Πρίν ἀπό κάθε Δεσποτική ἑορτή προηγοῦνταν νηστεία γιά τήν ψυχική καί σωματική κάθαρση τῶν πιστῶν. Ἄς θυμηθοῦμε πώς ἡ νηστεία ἔχει μέσα της τό στοιχεῖο τοῦ πένθους γιά τίς ἁμαρτίες. Ἔτσι ὅταν χώρισαν οἱ δύο ἑορτές, ἡ νηστεία πού προηγοῦνταν ἀκολούθησε τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων· γι' αὐτό ἡ Ἐκκλησία ὅρισε νά νηστεύουμε μόνο τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων σάν προετοιμασία γιά τήν ἑορτή, καί ὄχι περισσότερες ἡμέρες, γιατί βρισκόμαστε σέ ἑορταστική περίοδο, τό ἅγιο Δωδεκαήμερο.

Καί δεύτερο· ἀρχαία συνήθεια ἦταν ἐπίσης αὐτοί πού θά βαπτίζονταν νά νηστεύουν καί μαζί μέ αὐτούς οἱ Ἀνάδοχοι, οἱ συγγενεῖς, ἀλλά καί ἄλλοι χριστιανοί οἱ ὁποῖοι τηροῦσαν ἐθελοντικά νηστεία «ὑπέρ τῶν βαπτιζομένων». Δέν ἦταν λοιπόν δύσκολο στή συνείδηση τῶν χριστιανῶν νά συνδεθοῦν ἡ πόση τοῦ ἁγιασμοῦ καί ἡ νηστεία, χωρίς νά ὑπάρχει αἰτιώδης σχέση μεταξύ αὐτῶν. 

Ἔτσι λοιπόν, μεταφέροντας τό ζήτημα στή σημερινή ἐποχή μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι οἱ τακτικῶς μεταλαμβάνοντες τῶν ἁγίων Μυστηρίων καί τηροῦντες τίς νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως καί τῆς 5ης Ἰανουαρίου, εἶναι ἤδη ἕτοιμοι ὥστε νά πιοῦν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό τῆς 5ης καί 6ης Ἰανουαρίου. Σέ ἄλλη περίπτωση, ἐνδείκνυται νά τελοῦν σχετική νηστεία, ὅπως ὁρίζει σ' αὐτούς ὁ Πνευματικός τους.

 

Τέλος ὅσοι ἐκτάκτως πίνουν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό πού φυλάσσουν στό σπίτι τους, σέ ὧρες ἀσθενειῶν καί κινδύνων κ.λπ., μετά ἤ ἄνευ νηστείας, ἄς μήν ὑστεροῦν στήν πνευματική νηστεία ἀπέχοντες «ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός τε καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 7,1).

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

ΕΝ ΙΟΡΔΑΝΗ - ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ

 

Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε, ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις· τοῦ γὰρ Γεννήτορος ἡ φωνὴ προσεμαρτύρει σοι, ἀγαπητὸν σε Υἱὸν ὀνομάζουσα, καὶ τὸ Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς, ἐβεβαίου τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές


Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2020

Εις τα Άγια Φώτα (Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου)


Πάλιν ο Ιησούς μου, και πάλι μυστήριο. Μυστήριο δε που δεν είναι ούτε ψεύτικο ούτε άπρεπες, ούτε προέρχεται από την ειδωλολατρική πλάνη και τη μέθη (διότι εγώ έτσι αποκαλώ τα της λατρείας τους και νομίζω ότι αυτό κάνει και κάθε λογικός άνθρωπος), αλλά είναι μυστήριο και θείο και υψηλό και δημιουργεί λαμπρότητα. Διότι η αγία ημέρα των Φώτων, στην οποίαν έχουμε φθάσει και την οποίαν έχουμε αξιωθεί να εορτάσουμε σήμερα, έχει μεν ως αρχή το βάπτισμα του Χριστού μου, του αληθινού φωτός «το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο ο οποίος έρχεται στον κόσμον», πραγματοποιεί δε τον καθαρισμό μου και βοηθεί το φως που έχουμε λάβει από τον Θεό κατά τη δημιουργία και το έχουμε κάνει να σκοτεινιάσει και να αδυνατίσει. Ακούστε λοιπόν τη φωνή του Θεού, η οποία σ’ εμένα μεν, τον οπαδό και τον εξηγητή των τέτοιων πραγμάτων, ακούγεται πολύ δυνατά, μακάρι δε να ακουσθεί και σε σας: «Εγώ είμαι το φως του κόσμου» και γι’ αυτό το λόγο «πλησιάστε τον και πάρετε φως, και τα πρόσωπά σας δεν θα σκιασθούν από ντροπή», επειδή έχουν την σφραγίδα του αληθινού φωτός. Να, ευκαιρία αναγεννήσεως· ας γίνουμε ουράνιοι. Να, καιρός αναδημιουργίας· ας ξαναβρούμε τον πρώτο Αδάμ. Να μην μείνουμε εκείνο που είμαστε, αλλά να γίνουμε εκείνο που κάποτε είμαστε. «Το φως φωτίζει μέσα στο σκοτάδι με την παρούσα ζωή και τη σάρκα. Και το καταδιώκει μεν, αλλά δεν κατορθώνει να το εξουδετερώσει το σκοτάδι, η εχθρική δηλαδή δύναμη, η οποία επιτίθεται μεν από θρασύτητα σ’ εκείνον που μοιάζει στον Αδάμ, αλλά πέφτει επάνω στο Θεό και νικιέται, για να ρίχνουμε από πάνω μας το σκοτάδι και να πλησιάζουμε στο φως και να γινόμαστε τέλειο φως, παιδιά τελείου φωτός. Βλέπετε την ωραιότητα της ημέρας; Βλέπετε τη δύναμη του μυστηρίου; Δεν έχετε υψωθεί από τη γη; Δεν ανεβήκατε πιο πάνω, βοηθούμενοι από τη δική μου φωνή και τους λόγους μου; Θα τοποθετηθείτε δε ακόμη υψηλότερα όταν θα βοηθήσει ο Λόγος το δικό μου λόγο. […]
Ο Ιωάννης όμως βαπτίζει και έρχεται να βαπτισθεί ο Ιησούς, για να αγιάσει μεν ενδεχομένως και τον βαπτιστή, όπως είναι δε καταφανές, για να θάψει μέσα στο νερό όλον τον παλαιό Αδάμ και να αγιάσει πριν απ’ αυτούς και για χάρη τους τον Ιορδάνη. Όπως δε ο ίδιος ήταν Πνεύμα και σάρκα, έτσι δίνει την πνευματική ολοκλήρωση με Πνεύμα και νερό. Ο βαπτιστής δεν δέχεται και ο Ιησούς αγωνίζεται (να τον πείσει). «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτι¬σθώ από σένα» λέει το λυχνάρι στον Ήλιο, η φωνή στο Λόγο, ο φίλος στον Νυμφίο, ο ανώτερος από κάθε άλλο γέννημα γυναίκας στον Πρωτότοκο ολόκληρης της δημιουργίας, εκείνος που σκίρτησε ενώ βρισκόταν μέσα στην κοιλιά σ’ εκείνον που προσκυνήθηκε μέσα στην κοιλιά, εκείνος που προέτρεξε και ο οποίος θα προστρέξει σ’ εκείνον που φάνηκε και θα φανεί. «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα» – πρόσθεσε και «δι’ εσέ» (διότι γνώριζε ότι επρόκειτο να βαπισθεί με το μαρτύριο) ή, όπως ο Πέτρος, το ότι θα καθαρίσεις όχι μόνον τα πόδια — «και συ έρχεσαι προς εμέ;». Και τούτο είναι προφητικό. Διότι γνώριζε ότι όπως μετά τον Ηρώδη επρόκειτο να καταληφθεί από μανία ο Πιλάτος, έτσι και μετά απ’ αυτόν, ο οποίος θα έφευγε προηγουμένως, θα ακολουθούσε ο Ιησούς. Τί δε λέει ο Ιησούς; «Άφησε τώρα τις αντιρρήσεις», διότι αυτό απαιτούσε το θείο σχέδιο. Διότι γνώριζε ότι μετά από λίγο επρόκειτο να βαπτίσει αυτός τον βαπτιστή. Τί δε είναι το φτυάρι; Η κάθαρση. Τί είναι δε το πυρ; Το κάψιμο κάθε ανόητου πράγματος και η αναζωπύρωση του πνεύματος. Τί είναι δε η αξίνα; Το κόψιμο της ψυχής, η οποία, αφού έχει γεμίσει με ακαθαρσίες, έχει καταστεί αθεράπευτη. Τί είναι δε το μαχαίρι; Η τομή την οποία κάνει ο Λόγος και η οποία ξεχωρίζει το κακό από το καλό και τον πιστό από τον άπιστο και η οποία κάνει τον υιό και τη θυγατέρα και την νύμφη να επαναστατούν κατά του πατέρα και της μητέρας και της πεθεράς, και τα νέα και πρόσφατα (να επαναστατούν) κατά των παλαιών τα οποία είναι σκιώδη. Τί είναι δε το κορδόνι του υποδήματος, που δε μπορείς να λύσεις συ που βαπτίζεις τον Ιησού, που έζησες στην έρημο με νηστεία, ο νέος Ηλίας, ο οποίος είσαι κάτι ανώτερο και από προφήτη, αφού είδες και εκείνον που είχες προφητεύσει και που συνδέεις την Πάλαια με την Καινή Διαθήκη; Τί είναι αυτό; Ενδεχομένως ο λόγος για την έλευση στη γη και περί της σαρκός, του οποίου και το ελάχιστο ακόμη τμήμα είναι αδύνατο να γίνει κατανοητό, όχι μόνον σ’ εκείνους οι οποίοι έχουν ακόμη σαρκικό φρόνημα και είναι ακόμη νήπια στο Χριστιανισμό, αλλά και σ’ εκείνους οι οποίοι διαθέτουν το Πνεύμα του Ιωάννη.

Αλλά και ανεβαίνει από το νερό ο Ιησούς. Ανεβάζει δε μαζί του και τον κόσμο και βλέπει να σχίζονται οι ουρανοί, τους οποίους ο Αδάμ είχε κλείσει για τον εαυτό του και για τους απογόνους του, όπως είχε κλείσει και με τη φλογίνη ρομφαία τον παράδεισο. Και το Πνεύμα μαρτυρεί τη Θεότητα (διότι το όμοιο σπεύδει προς το όμοιο) και η φωνή από τους ουρανούς (διότι απ’ εκεί προερχόταν εκείνος για τον οποίον διδόταν η μαρτυρία). Εμφανίζεται δε σαν περιστέρι (διότι τιμά το σώμα, αφού και αυτό γίνεται Θεός με τη θέωση, όταν αυτή θεωρείται από την πλευρά του σώματος) και λόγω του ότι είναι από πολύ παλαιά συνηθισμένο να φέρει την ευχάριστη αγγελία της παύσεως του κατακλυσμού το περιστέρι. Εάν δε κρίνεις την θεότητα με όγκους και με σταθμά, και για τον λόγο αυτόν σου φαίνεται μικρό το Πνεύμα, επειδή παρουσιάζεται με μορφή περιστεριού, ω ανόητε και μικρόψυχε για τα πιο μεγάλα, είναι καιρός να δυσφημίσεις και τη βασιλεία των ουρανών, επειδή παρομοιάζεται με ένα σπειρί από σινάπι, και να υπερυψώνεις το διάβολο Πιο πολύ από την μεγαλειότητα του Ιησού, επειδή αυτός μεν ονομάζεται βουνό μεγάλο και Λεβιάθαν και βασιλεύς όσων βρίσκονται στα νερά, ενώ ο Ιησούς ονομάζεται «αρνίον και μαργαρίτης και σταγών» και άλλα παρόμοια,
Επειδή δε σήμερα πανηγυρίζουμε το βάπτισμα και πρέπει να κακοπαθήσουμε λίγο για χάρη εκείνου ο οποίος για χάρη μας έγινε όπως εμείς και βαπτίσθηκε και σταυρώθηκε, ας εξετάσουμε φιλοσοφικά κάτι σχετικό με την διαφορά των Βαπτισμάτων, για να φύγουμε απ’ εδώ καθαρισμένοι. Ο Μωϋσής βάπτισε, αλλά βάπτισε στο νερό και πριν απ’ αυτό στη νεφέλη και στη θάλασσα. Αυτό δε αποτελούσε σύμβολο, όπως πιστεύει και ο Παύλος. Η θάλασσα του νερού, η νεφέλη του Πνεύματος, το μάννα του άρτου της ζωής, και το νερό, που έπιναν, του ουρανίου ποτού. Και ο Ιωάννης βάπτισε, αλλά όχι τελείως ιουδαϊκά, επειδή δεν βάπτισε μόνο στο νερό αλλά και στη μετάνοια. Όχι όμως και ολότελα πνευματικά, επειδή δεν προσθέτει και το «εις το Πνεύμα». Βαπτίζει και ο Ιησούς, αλλά στο Πνεύμα. Αυτό είναι η τελειότητα. Και πώς δεν είναι Θεός, για να γίνω και λίγο παράτολμος, εκείνος από τον οποίον θα γίνεις και συ Θεός; Γνωρίζω και τέταρτο βάπτισμα, το βάπτισμα του μαρτυρίου και του αίματος, στο οποίο βαπτίσθηκε και ο ίδιος ο Χριστός, και που είναι πολύ πιο αξιοσέβαστο από το άλλα, γιατί δεν μολύνεται από μεταγενέστερα αμαρτήματα. Γνωρίζω και πέμπτο ακόμη, το βάπτισμα των δακρύων, που είναι ακόμη πιο επίπονο, όπως «εκείνος ο οποίος βρέχει κάθε. νύκτα το κρεββάτι και το στρώμα του με δάκρυα», που «οι πληγές της κακίας μυρίζουν άσχημα και έχουν σαπίσει», που «πενθεί και βαδίζει με σκυμμένο κεφάλι» και που μιμείται την επιστροφή του Μανασσή και την ταπείνωση των κατοίκων της Νινευΐ, η οποία τους εξασφάλισε τη συγχώρηση·, ο οποίος, ακόμη, λέει αυτά που είπε ο τελώνης στο ναό και κέρδισε τη συγχώρηση αντί για τον καυχησιάρη φαρισαίο, και ο οποίος σκύβει με ταπείνωση, όπως η Χαναναία, και ζητά να τον ευσπλαγχνισθούν και να του δώσουν ως τροφή ψίχουλα, την τροφή δηλαδή που τρώει ο σκύλος όταν είναι πολύ πεινασμένος.
18. Εγώ λοιπόν (επειδή ομολογώ ότι ο άνθρωπος είναι ζώο που αλλάζει εύκολα και μεταβάλλεται η φύση του) και αυτό το δέχομαι με προθυμία, και προσκυνώ εκείνον που το έδωσε, και το δίνω και στους άλλους, και προσφέρω φιλανθρωπία έναντι της φιλανθρωπίας η οποία μου προσφέρεται. Διότι γνωρίζω ότι και εγώ είμαι άνθρωπος αδύνατος, και ότι με οποίο μέτρο θα κρίνω με το ίδιο θα κριθώ. Συ δε τί λες και τί νόμους βγάζεις, ω νέε φαρισαίε, ό οποίος είσαι καθαρός μεν ως προς το όνομα αλλά όχι και ως προς την ψυχική διάθεση, και που, ενώ είσαι το ίδιο αδύνατος με τους άλλους, διακηρύσσεις με έπαρση τις δοξασίας του Νοβάτου; Δεν δέχεσαι τη μετάνοια; Δεν συγκινείσαι με τους οδυρμούς; Δεν χύνεις ούτε ένα δάκρυ; Μακάρι να μην συναντήσεις ούτε συ τέτοιο κριτή. Δεν σέβεσαι τη φιλανθρωπία του Ιησού, ο οποίος πήρε τις αδυναμίας μας και σήκωσε τις ασθένειές μας, ο οποίος ήλθε όχι για τους δικαίους, αλλά για να μετανοήσουν οι αμαρτωλοί, ο οποίος «θέλει την ευσπλαχνία περισσότερό από τη θυσία», ο οποίος συγχωρεί τα αμαρτήματα «εβδομηκοντάκις επτά», δηλ. άπειρες φορές; Πόσο αξιομακάριστη θα ήταν η υψηλοφροσύνη σου, αν ήταν καθαρότητα και όχι ανόητη κενοδοξία, που θέτει νόμους ανώτερους από τις δυνάμεις του ανθρώπου και αντικαθιστά την επανόρθωση με την απόγνωση. Διότι το ίδιο κακό είναι και η χωρίς σωφροσύνη συγχώρηση και η χωρίς συγχώρηση καταδίκη. Επειδή η μεν πρώτη αφήνει τελείως ελεύθερα τα χαλινάρια ενώ η δεύτερη προκαλεί απόγνωση με την σκληρότητά της. Δείξε μου την καθαρότητα σου, και τότε θα δεχθώ να υπερηφανεύεσαι. Τώρα όμως φοβούμαι μήπως, ενώ είσαι γεμάτος από πληγές, βάλεις μέσα εκείνο το οποίο παραμένει αθεράπευτο. Ούτε δέχεσαι μετανοημένο τον Δαβίδ, ο οποίος με την μετάνοιά του διατήρησε το προφητικό του χάρισμα1; Ούτε τον Πέτρο τον μεγάλο, ο οποίος έπαθε κάτι ανθρώπινο κατά τη διάρκεια του σωτηρίου πάθους; Ο Ιησούς δε τον δέχθηκε και με την τριπλή ερώτηση και την τριπλή ομολογία θεράπευσε την τριπλή άρνηση. Η δεν δέχεσαι ούτε εκείνον ο οποίος τελειοποιήθηκε με το αίμα του; Και αυτό αποτελεί ένα ακόμη δείγμα της σκληρότητάς σου. Ούτε εκείνον ο οποίος παρανόμησε στην Κόρινθο; Ο Παύλος δε υπέδειξε ως ποινή την αγάπη, επειδή είδε τη διόρθωση και το αίτιο της διορθώσεως, «για να μη χαθεί εκείνος που είχε αμαρτήσει από την υπερβολική επιτίμηση». Ούτε επιτρέπεις στις νέες χήρες να παντρεύονται, επειδή η ηλικία τους είναι εύκολο να παρεκκλίνει προς την αμαρτία; Αυτό όμως το τόλμησε ο Παύλος, του οποίου συ γίνεσαι διδάσκαλος, σαν να είχες ανεβεί μέχρι τον τέταρτο ουρανό και σε άλλον παράδεισο, σαν να είχες ακούσει πιο απόρρητα πράγματα, και να είχες οδηγήσει στο Ευαγγέλιο μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων.[…]
Εμείς δε ας τιμήσουμε σήμερα το Βάπτισμα του Χριστού και ας το εορτάσουμε σωστά με το να χαιρόμαστε πνευματικά και όχι να περιποιούμαστε την κοιλία μας. Πώς δε θα χαρούμε; «Λουσθείτε για να καθαρισθείτε». Αν μεν είσθε κόκκινοι από την αμαρτία και λιγότερο κόκκινοι από το αίμα, τότε να γίνετε λευκοί όπως το χιόνι. Αν δε είσθε κόκκινοι και άνθρωποι γεμάτοι από αίματα, τότε ας φθάσετε έστω και τη λευκότητα του μαλλιού. Πάντως καθαρισθείτε και φροντίζετε να καθαρίζεστε, επειδή με τίποτε άλλο δεν χαίρεται τόσο πολύ ο Θεός, όσο με τη διόρθωση και τη σωτηρία του ανθρώπου, για χάρη του οποίου έχουν λεχθεί τα πάντα και έχουν δοθεί όλα τα μυστήρια· για να γίνετε φωτεινά αστέρια για τον κόσμο και δύναμη ζωτική για τους άλλους ανθρώπους. Για να παρουσιασθείτε σαν τέλεια φώτα στο μεγάλο φως, και να μυηθείτε στη φωταγωγία που πηγάζει από εκεί, παίρνοντας φως καθαρότερο και δυνατότερο από την Τριάδα, της οποίας σήμερα έχετε υποδεχτεί την μία αυγή από την μία θεότητα, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας, στον οποίον ανήκει η δόξα και η εξουσία στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΛΘ΄, «Εις τα Άγια Φώτα», ΕΠΕ, τ. 5ος , σ.73-113 –αποσπάσματα.)
 πεμπτουσια

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2020

Καταβασίες Θεοφανείων, Διπλές, Παναγιώτης Νεοχωρίτης, Στυλιανός Φλοίκος 06 01 2018


. Οι Ειρμοί των Κανόνων της Δεσποτικής εορτής των Θεοφανείων. Ψάλλει ο Άρχων Πρωτοψάλτης της Μ.τ.Χ.Ε. Παναγιώτης Νεοχωρίτης και ο Άρχων Λαμπαδάριος της Μ.τ.Χ.Ε. Στυλιανός Φλοίκος. Ζωντανή Ηχογράφηση από τον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό. Θεοφάνεια 2018.

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2019

Τα Άγια Θεοφάνεια


Εορτάζει σήμερα η αγία μας Εκκλησία τη μεγάλη εορτή των Θεοφανείων, δηλαδή της Βαπτίσεως του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη. Και ονομάζεται Θεοφάνεια τούτο το γεγονός, διότι φανερώνεται στον κόσμο ο Τριαδικός Θεός και η παρουσία του Χριστού επί της γης, με σκοπό την σωτηρία των ανθρώπων. Με τη Γέννηση του Χριστού έχουμε την απαρχή της παρουσίας του Θεού επί της γης, με τα Θεοφάνεια όμως γίνεται η φανέρωση της παρουσίας Του και μετά τη Βάπτιση αρχίζει ουσιαστικά το σωτήριο έργο και η διδασκαλία του Χριστού.
    Έρχεται ο Χριστός στον Ιορδάνη, εκεί που ο Ιωάννης ο Πρόδρομος κήρυττε μετάνοια και βάπτιζε τον λαό, και του ζητά να βαπτίσει και τον ίδιο. Εκείνος όμως τον εμπόδιζε, λέγοντάς Του ότι ο ίδιος είχε ανάγκη από το βάπτισμα του Θεανθρώπου. Τότε ο Χριστός του απάντησε ότι έτσι πρέπει να γίνει, και να μη φέρει αντιρρήσεις. Και τούτο, για να φανερωθεί στη συνέχεια η θεότητα του Χριστού. Υποχώρησε ο Ιωάννης, και μόλις ο Χριστός βαπτίστηκε, “ ανέβη ευθύς από του ύδατος”, δείχνοντας ότι όντως ως μόνος αναμάρτητος δεν είχε ανάγκη το βάπτισμα της μετανοίας, ούτε τον συμβολικό εξαγνισμό του ύδατος. Παράλληλα, άνοιξαν οι ουρανοί και το Πνεύμα του Θεού, “εν είδει περιστεράς”, ήλθε επάνω από τον Χριστό, και ακούστηκε φωνή από τον ουρανό που έλεγε “ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ώ ηυδόκησα”.
    Αυτή η φωνή του Θεού, έχει διπλό περιεχόμενο. Δηλώνει καταρχήν ότι όντως ο Χριστός είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, που σαρκώθηκε, δίδαξε, έπαθε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε, “υπέρ της του κόσμου σωτηρίας”. Είναι ο Υιός του Θεού, στον οποίο το Πνεύμα του Θεού αναπαύεται, το Πνεύμα της αληθείας και της ειρήνης. Και δεύτερον ότι είναι ο Υιός του Θεού, στον οποίο ο Πατέρας “ευδόκησε”, δηλαδή συγκατατέθηκε με χαρά στο να πραγματώσει το έργο της σωτηρίας. Πρώτη φορά ακούμε τη λέξη αυτή στη Γέννηση του Χριστού, όταν οι άγγελοι ψάλλουν το “Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία”, δηλαδή χαρά και ευφροσύνη για τους ανθρώπους, και απαλλαγή από τη θλίψη και την απελπισία. Σήμερα ο ίδιος ο Θεός Πατήρ δηλώνει ότι ευφραίνεται, διότι φανερώνεται επίσημα πλέον η παρουσία του μονογενούς Του Υιού στη γη, και γίνεται πράξη η ελπίδα όλου του κόσμου.
    Ο Χριστός βαπτίζεται στον Ιορδάνη, και ταυτόχρονα τελειώνει το βάπτισμα του Ιωάννη, που ήταν βάπτισμα μετανοίας και αρχίζει η περίοδος της χάριτος του Θεού, της αποκαταστάσεως της αγάπης στις καρδιές των ανθρώπων, του βαπτίσματος εν Αγίω Πνεύματι. Αυτά είναι και τα στάδια που οφείλει να ακολουθήσει η προσωπική μας πνευματική ζωή. Η μετάνοια, η εξομολόγηση και η πνευματική μας αναγέννηση με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Όσο ο άνθρωπος παραμένει εγκλωβισμένος στο σκοτάδι της αμαρτίας και των προσωπικών του παθών, είναι αδύνατο να προσεγγίσει και να κατανοήσει τον Θεό. Χρειάζεται επομένως η μετάνοια, η αλλαγή δηλαδή του  τρόπου με τον οποίο σκεπτόμαστε και στη συνέχεια η εξομολόγηση και η συγγνώμη. Δεν είναι τυχαίο που ο Χριστός, όταν αμέσως μετά τη Βάπτισή Του στον Ιορδάνη άρχισε το δημόσιο κήρυγμά Του, χρησιμοποίησε τα ίδια ακριβώς λόγια του Ιωάννη του Βαπτιστή: “Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών”. Μέσα πάλι από τα Ευαγγέλια βλέπουμε ότι ενώ δεν κατέκρινε τον αμαρτωλό, έδινε προτεραιότητα στη μετάνοια, στην επιστροφή του ανθρώπου κοντά στον Θεό, στην απαλλαγή του από την αμαρτία, στην πνευματική του μεταστροφή και μεταμόρφωση. Αλλά και κατά την Ανάληψή Του, λέει στους αγίους Αποστόλους να κηρύξουν την μετάνοια σε όλα τα έθνη.
    Την ίδια προτροπή κάνει διαχρονικά σε όλους μας, σε όσους επιθυμούν ειλικρινά να Τον ακολουθήσουν, να Τον ενστερνιστούν, να Τον συμπεριλάβουν στη ζωή τους, να γίνουν μέτοχοι του σώματός Του και κοινωνοί της ζωοποιού χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Ο ρόλος μας δεν είναι να παραμείνουμε απλοί θεατές του θαύματος, αλλά μέτοχοι του Βαπτίσματος, του Σταυρού και της Αναστάσεώς Του. Να αφήσουμε σε δεύτερη μοίρα τα βιοτικά, χωρίς βέβαια να σταματήσουμε να ασχολούμαστε με τα απαραίτητα, αλλά και χωρίς να τα θεωρούμε ως τον βασικό σκοπό της ύπαρξής μας. Να βάλουμε “αρχή μετανοίας” στη ζωή μας, και να αναζητήσουμε στην καθημερινότητά μας την παρουσία Του και την ευλογία Του, που έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει τη ζωή μας. Τότε μόνον θα έχουν αξία οι εορτές του Αγίου Δωδεκαημέρου, που ξεκινά από τα Χριστούγεννα και τελειώνει σήμερα, όταν έστω και λίγο αγγίξουν την ψυχή μας, όταν για την αγάπη του Θεού αποφασίσουμε να αναγεννηθούμε πνευματικά, όταν από αδιάφοροι θεατές γίνουμε γνήσιοι μαθητές του Χριστού.
 Γεώργιος Σαββίδης
ακτινες

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Θεοφάνεια: Γιατί τα γιορτάζουμε στις 6 Ιανουαρίου; Θεοφάνεια: Γιατί τα γιορτάζουμε στις 6 Ιανουαρίου;

Τα Θεοφάνεια ή και Θεοφάνια, είναι μεγάλη ετήσια χριστιανική εορτή της ανάμνησης της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. Εορτάζεται στις 6 Ιανουαρίου και είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου (εορτών των Χριστουγέννων).

Το όνομα Θεοφάνεια προκύπτει από τη φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας, η οποία συνέβη σύμφωνα με τρεις σχετικές ευαγγελικές περικοπές. Η εορτή των Θεοφανείων λέγεται επίσης και Επιφάνια και Φώτα ή Εορτή των Φώτων.

Κατά τις ευαγγελικές περικοπές στις αρχές του 30ου έτους της ηλικίας του Ιησού, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, ο επιλεγόμενος στη συνέχεια Βαπτιστής, που ήταν 6 μήνες μεγαλύτερος του Χριστού, και διέμενε στην έρημο, ασκητεύοντας και κηρύττοντας το βάπτισμα μετανοίας, βάπτισε με έκπληξη και τον Ιησού στον Ιορδάνη ποταμό. Κατά δε τη στιγμή της Βάπτισης κατέβηκε από τον ουρανό το Άγιο Πνεύμα υπό μορφή περιστεράς στον Ιησού και ταυτόχρονα ακούσθηκε φωνή από τον ουρανό που έλεγε ότι: Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκισα».

Το γεγονός αυτό έχουν καταγράψει οι τρεις από τους τέσσερις Ευαγγελιστές, ο Ματθαίος Γ’:13-17 ο Μάρκος Α’:9-11, και ο Λουκάς.Γ΄:21,22 . Αυτή δε είναι και η μοναδική φορά της εμφάνισης, στη Γη, της Αγίας και ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος υπό του πλήρους «μυστηρίου» της Θεότητας.

Το πότε καθιερώθηκε να εορτάζεται η μνήμη του γεγονότος της Βάπτισης του Ιησού δεν είναι γνωστό με βεβαιότητα. Φαίνεται όμως ότι αναφάνηκε πολύ νωρίς στη πρώτη Εκκλησιά των Χριστιανών. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Στρωμ. βιβλ. α΄) αναφέρει ότι κάποιοι αιρετικοί, οι περί τον Βασιλείδη γνωστικοί στις αρχές του Β΄ αιώνα εόρταζαν την ημέρα της Βάπτισης του Κυρίου «προδιανυκτερεύοντες» και ότι η εορτή αυτή γινόταν κατ΄ άλλους μεν στις 6 Ιανουαρίου, κατ΄ άλλους στις 10 Ιανουαρίου.

Κατά τον 3ο αιώνα η εορτή φαίνεται κοινότατη σε όλη την Χριστιανική Εκκλησία. Έτσι ενώ ο Gieseler ( Kirchengeschichte I ,376) δέχθηκε ότι πρώτοι οι Βασιλειδιανοί καθιέρωσαν την εορτή των Θεοφανίων ο Neander (Kirchengeschichte I 386) θέτει το ερώτημα: πως από «αιρετικούς» το δέχθηκε η Εκκλησία;

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος παραδέχεται και περιγράφει την εορτή ως αρχαία πανήγυρης μάλλον στην Αντιόχεια τη Μεγάλη, και ότι από εκεί την παρέλαβαν οι Γνωστικοί Βασιλειδιανοί… Κατά δε τις Αποστολικές Διαταγές (η΄ 38) η εορτή των Επιφανείων «ήγετο δια το εν αυτή ανάδειξιν γεγενήσθαι της του Χριστού θεότητος».

Με τη λήξη του 3ου αιώνα προστέθηκε και άλλη μια έννοια στον εορτασμό αυτό που άρχισε να πανηγυρίζεται και ως ημέρα της «εν σαρκί» φανερώσεως του Κυρίου, τόσο στην Αλεξάνδρεια κατά τον Κασσιανό, όσο και στην Κύπρο κατά Επιφάνιο. Από την εποχή αυτή, λοιπόν, είναι το πιθανότερο ότι ξεκινά και ο εορτασμός των Χριστουγέννων.

Κατά τον 4ο αιώνα η εορτή των Θεοφανίων γιορτάζεται πλέον με λαμπρότητα σε όλη την ανατολική Εκκλησία ως εορτή του φωτισμού της ανθρωπότητας δια του Αγίου Βαπτίσματος, απ΄ όπου και το όνομα «Τα Φώτα», εορτή «των Φώτων» (Γρηγόριος Ναζιανζηνός λόγος 39, Αστερίου Αμάσ. Λόγος εις «εορτών των Καλανδών»).Στη Δύση τα Θεοφάνεια τα συναντάμε στα μέσα του 4ου αιώνα, αλλά ήδη την εποχή εκείνη υπάρχει στη Ρωμαϊκή Εκκλησία και άλλη μια εορτή αφιερωμένη στη κατά σάρκα Γέννηση του Ιησού στις 25 Δεκεμβρίου. Όταν πλέον καθιερώθηκε αυτή η ημερομηνία για τα Χριστούγεννα σε όλο τον Χριστιανικό κόσμο έγινε και ο διαχωρισμός της εορτής των Φώτων στις 6 Ιανουαρίου, στα μέσα του 6ου αιώνα.

«Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω»


Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Πρόκλος, προσκαλεῖ τοὺς χριστιανοὺς νὰ γιορτάσουν τὰ Ἅγια Θεοφάνεια, μ΄ αὐτοὺς τοὺς λόγος: «Δεῦτε ἴδετε ξένον κατακλυσμόν, πολὺ βελτίονα καὶ κρείττονα, τοῦ ἐπὶ Νῶε, θεωρούμενον· τὴν ἀνθρωπείαν φύσιν ἐκεῖ τὸ ὕδωρ ἐθανάτωσεν, ἐνταύθα δὲ τὸ ὕδωρ τοῦ Βαπτίσματος διὰ τοῦ βαπτισθέντος τοὺς θανόντας ἐζωοποίησεν· ἐκεῖ ὁ Νῶε ἐκ ξύλων ἀσήπτων κιβωτὸν συνεπήξατο, ἐνταύθα δὲ ὁ Χριστός, ὁ νοητὸς Νῶε, ἐκ τῆς ἀφθόρου Μαρίας τὴν τοῦ σώματος Κιβωτὸν κατεσκεύασεν· ἐκεῖ περιστερά, κάρφος ἐλαίας βαστάζουσα, τὴν τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ εὐωδίαν ἐμήνυσεν, ἐνταύθα δὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐν εἴδει περιστερᾶς παραγενόμενον, τὸν ἐλεήμονα ὑποδείκνυσι Κύριον». Σὰν ἕνας δεύτερος κατακλυσμός, πραγματικά, εἶναι τὰ Ἅγια Θεοφάνεια. Ἕνας κατακλυσμὸς τῆς ἀγάπης καὶ τῆς χάριτος...

τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν πνευματικὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν εἰσαγωγή του καὶ πάλι στὸν Παράδεισο. Γι΄ αὐτὸ κι ὁ στίχος, ἐμπρὸςπὸ τὸ συναξάρι τῆς ἡμέρας, λέγει: 

Τοὺς οὐρανοὺς Βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ σχίσαν,

Τοὺς αὐτὸ μὴ χραίνοντας ἔνδον εἰσάγει

Τὰ Ἅγια Θεοφάνεια, γιορτάζουμε τὴ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὸν ἅγιο Πρόδρομο, στὸν Ἰορδάνη ποταμό. Ὅταν πέρασαν τριάντα χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, διάστημα ποὺ τὸ ἐπέρασεν ὁ Ἰησοῦς τηρώντας κατὰ πάντα τὸ «νόμο», θέλησε νὰ δείξει στοὺς ἀνθρώπους ὅτι εἶναι ὁ «Θεὸς ἐν σώματι» καὶ ὅτι εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γνήσιος καὶ «ὁμοούσιος τῷ Πατρί»· ἐκεῖνος, γιὰ τὸν ὁποῖον οἱ προφῆτες, στὶς τόσο νοσταλγικὲς προφητεῖες τους, μὲ πολλὴ προσδοκία ἐκήρυχναν.

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος εἶχεν ἔρθει ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ἐρήμου καὶ βάπτιζε «βάπτισμα μετανοίας», κατὰ τὸ πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ –ὅπως ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς: «ἐπ᾿ ἀρχιερέως Ἄννα καὶ Καϊάφα, ἐγένετο ῥῆμα Θεοῦ ἐπὶ Ἰωάννην τὸν Ζαχαρίου υἱὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ ἦλθεν εἰς πᾶσαν τὴν περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Λουκ. γ΄ 2-3). Καὶ μολονότι ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἁμαρτίες, ὄντας ἀναμάρτητος, γιὰ νὰ πληρώσει καὶ σ΄ αὐτὸ τὸ «νόμο» ἦρθε νὰ βαπτισθεῖ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη. Ὁ Ἰωάννης δειλιάζει, καὶ συλλογιζόμενος τὴν ἀναξιότητά του μπρὸς στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ ἀναφωνεῖ: 

«Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι καὶ σὺ ἔρχη πρὸς με;» -«Πῶς ἐκτείνω χείρα καὶ ἄψωμαι κορυφῆς κρατούσης τὰ σύμπαντα; Εἰ καὶ Μαρίας ὑπάρχεις βρέφος, ἀλλ΄ οἶδά σε Θεὸν προαιώνιον· ἐπὶ γῆς βαδίζεις, ὁ ὑμνούμενος ὑπὸ τῶν Σεραφείμ· καὶ δοῦλος, Δεσπότην βαπτίζειν οὐ μεμάθηκα»! Μὰ ὁ Χριστὸς ἀφοπλίζει τὴ λογικὴ δειλία τοῦ Βαπτιστοῦ, λέγοντας αὐτὰ τὰ λόγια: «Ἅφες ἄρτι. Οὕτω γάρ πρέπον ἡμῖν ἐστι πληρῶσαι πάσαν δικαιοσύνην». Τότε ὁ Ἰωάννης, χωρὶς νὰ φέρει πιὰ ἄλλην ἀντίσταση, ἔστερξε νὰ βαπτίσει τὸ Χριστό. Κ΄ εἶδεν εὐθὺς ὁ Ἰωάννης τὴ στιγμὴ ἐκείνη, νἀνοίγωνται οἱ οὐρανοί· νὰ κατεβαίνει «τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σωματικῷ εἴδη, ὡσεὶ περιστερὰ ἐπ΄ αὐτόν». Κι ἄκουσε νἂρχεται φωνὴ ἐξ οὐρανοῦ, ποὺ ἔλεγε: «Οὗτος ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς ἐν ὧ ηὐδόκησα»!

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἀναφέρει ἑφτὰ λόγους, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Χριστὸς βαπτίσθηκε: α) «βαπτίζεται δὲ ὁ Χριστός, οὐχ ὡς αὐτὸς χρήζων καθάρσεως, ἀλλὰ τὴν ἐμὴν οἰκειούμενος κάθαρσιν», β) νὰ συντρίψει τὰ κεφάλια τῶν δρακόντων πάνω στὸ νερό, γ) νὰ πνίξει τὴν ἁμαρτία κι ὅλο τὸν παλαιὸ Ἀδὰμ νὰ τὸν παραχώσει μὲς στὸ νερό, δ) ν΄ ἁγιάσει τὸν Ἰωάννη Πρόδρομο, τὸν Βαπτιστή, ε) νὰ «πληρώση» τὸν νόμο, στ) ν΄ ἀποκαλύψει στοὺς ἀνθρώπους τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ζ) νὰ γίνει γιὰ μᾶς τύπος καὶ ὑπογραμμὸς καὶ στὸ βάπτισμα. Σ΄ αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὁ νέος ἅγιος τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης προσθέτει κ΄ ἕναν  η) ν΄ ἁγιάσει τὴν φύση τῶν ὑδάτων· «ὅθεν καὶ τὸ νερὸν ὅπου λάβῃ τινὰς ἀπὸ πηγὴν ἢ ποταμὸν κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν Θεοφανείων, μένει ἄσηπτον».

Καὶ ἀναφέρει ὁ ἅγιος Νικόδημος μία χαρακτηριστικὴ περικοπὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ ἀξίζει τὸν κόπο νὰ τὴ μεταφέρουμε κ΄ ἐμεῖς ἐδῶ, μεταφράζοντάς την κάπως. Λέγει, λοιπόν, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Αὐτὴ εἶναι ἡ μέρα ποὺ (ὁ Χριστὸς) βαπτίσθηκε κι ἁγίασε ὅλα τὰ νερά. Γι΄ αὐτό, λοιπόν, καὶ στὴ γιορτὴ αὐτή, κατὰ τὸ μεσονύχτι (ἐπειδὴ κατὰ τὴν Παράδοση, ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ ἔγινε μέρα Τρίτη, «ὥρᾳ δεκάτῃ τῆς νυκτός»), ἔρχονται ὅλοι (οἱ χριστιανοὶ) καὶ παίρνουνε νερὸ γιὰ τὰ σπίτια τους· ὅπου τὸ νερὸ αὐτό, γιὰ τὸν λόγον ὅτι ἁγιάστηκαν ὅλα τὰ νερὰ σήμερα, τὸ φυλάγουν ὅλο τὸ χρόνο. 

Καὶ τὸ θαῦμα αὐτὸ γίνεται φανερό, ἀπ΄ τὸ ὅτι τὰ νερὰ ποὺ παίρνουμε (τὰ Φῶτα) δὲν ἀλλοιώνονται καὶ δὲν μυρίζουν, ὅσος καιρὸς κι ἂν περάσει· ἀλλὰ βαστοῦνε ἕνα χρόνο· ὁλάκερο, πολλὲς φορὲς καὶ δυὸ καὶ τρία χρόνια· καί, ὕστερ΄ ἀπὸ τόσα χρόνια, αὐτὸ τὸ νερὸ συναγωνίζεται σὲ φρεσκάδα καὶ σὲ καθαρότητα κ΄ ἐκεῖνα τὰ νερὰ ποὺ μόλις τώρα τὰ πῆραν ἀπὸ τὸ πηγάδι». Αὐτὸ εἶναι ἕνα θαῦμα ποὺ τὸ βλέπει κανεὶς κάθε χρόνο νὰ γίνεται, ἀκόμη καὶ στὶς ἁμαρτωλὲς ἡμέρες μας –ἰδίως στὰ χωριά μας, ποὺ μὲ θερμὴ πίστη κ΄ εὐλάβεια, αὐτὸ τὸ ἁγιασμένο νερό, τὸ βάζουν δίπλα ἀπὸ τὰ εἰκονίσματα, στὸν ἱερώτερο τόπο κάθε σπιτιοῦ.

Ὁ Χριστὸς ἔλαβε τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου. Κι αὐτὸ θὰ πεῖ, πὼς δὲν ἔλαβε οὔτε τὸ ἰουδαϊκὸ βάπτισμα ποὺ ἀφοροῦσε τὴν καθαρότητα σώματος καὶ ἐνδυμάτων, ἀλλὰ οὔτε τὸ δικό μας, μὲ τὴν τριπλῆ κατάδυση καὶ ἀνάδυση καὶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων. Τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου εἶχε μία κατάδυση καὶ μία ἀνάδυση τοῦ βαπτιζομένου. Καὶ λέγονταν βάπτισμα «μετανοίας», γιατί ὁ Ἰωάννης, τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐρχότανε νὰ βαπτισθοῦνε σ΄ αὐτόν, τοὺς βαστοῦσε μέσα στὸν Ἰορδάνη, ὥσπου νὰ ἐξομολογηθοῦνε ὅλες τὶς ἁμαρτίες τους, κ΄ ὕστερα τούς ἔβγαζε ἔξω. Ὁ Ἰωάννης δὲν εἶχε ἐξουσία νὰ παρέχει ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων. Τοὺς δίδασκε καὶ τοὺς ὁδηγοῦσε στὴ μετάνοια, ποὺ εἶχε ἐπιστέγασμά της τὸ βάπτισμα: «μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» καὶ «ποιήσατε καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας». 

Ὅμως, καθὼς μᾶς ἀναφέρουν οἱ Εὐαγγελισταὶ Ματθαῖος καὶ Μάρκος, ὁ Χριστὸς τὴν ὥρα τῆς βαπτίσεώς του «ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος». Γιατί; Ἰδοὺ ἡ ἀπάντηση, ποὺ δίνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Ὅτι, οἱ μὲν ἄλλοι ἄνθρωποι, βαπτιζόμενοι, ἐπειδὴ ἦτον ἁμαρτωλοί, ἐστέκοντο μέσα εἰς τὸ νερὸν βουτημένοι, ἕως ὁπού ἤθελαν ὁμολογήσουν ὄλας τὰς ἁμαρτίας των, καὶ τότε ἔβγαινον ἀπὸ τὸ νερόν. Ὅθεν, ἐπέρνα ἀναμεταξὺ διάστημα καιροῦ. Ὁ δὲ Κύριος, ἐπειδὴ ἦτον ἀναμάρτητος, καὶ ἁμαρτίας δὲν εἶχε νὰ ἐξομολογηθῇ, διὰ τοῦτο, εὐθὺς ὁπού ἐμβῆκεν εἰς τὸ νερόν, εὐθὺς καὶ ἐβγῆκεν ἔξω». Κ΄ ἔτσι ὁ Χριστὸς ἔκαμε τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου σὰν εἶδος γέφυρας, ποὺ μᾶς πέρασε ἀπ΄ τὸ ἰουδαϊκὸ-σωματικό, στὸ χριστιανικὸ-πνευματικὸ βάπτισμα, τὸ ὁποῖο μᾶς καθαρίζει ἀπὸ τὴν προπατορικὴ κι ἀπὸ κάθε ἄλλη ἁμαρτία καὶ μᾶς χαρίζει μιὰν ἄσπιλη κι ἀμόλυντη πνευματικὴ καθαρότητα.Ἀπ΄ ὅλο τὸν ὑμνογραφικὸ πλοῦτο τῆς ἑορτῆς τῶν Φώτων, ποὺ ὑπομνηματίζει μὲ τὸν πνευματικώτερο καὶ ποιητικώτερο τρόπο τὸ περιεχόμενο τῆς Βαπτίσεως, μεταφέρουμε ἐδῶ τὸ τελευταῖο τροπάριό της η΄ ὠδῆς τοῦ ἰαμβικοῦ κανόνος, ποίημα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ:

Λευχειμονείτω πᾶσα γήϊνος φύσις,

Ἐκπτώσεως νῦν οὐρανῶν ἐπηρμένη·

ᾯ γὰρ τὰ πάντα συντετήρηται Λόγῳ,

Νάουσι ῥείθροις ἐκπλυθεῖσα πταισμάτων,

Τῶν πρὶν πέφευγε παμφαῶς λελουμένη.



Ἤδη μὲ τὴν ἔκφραση «λευχειμονείτω πᾶσα γήϊνος φύσις», ὁ ἱερὸς μελωδὸς μᾶς μεταδίδει τὸ ἱερὸ δέος καὶ τὴν ἔνθεη συγκίνηση, εἰσάγοντάς μας σὲ μία πανηγυρικὴ ἀτμόσφαιρα. Ἂς ἀσπροφορέσει, λέγει, κάθε ἀνθρώπινη, κάθε γήινη φύση, γιατί μετὰ τὴν ἔκπτωσή της ἀπὸ τοὺς Οὐρανούς, σήμερα μπορεῖ πάλι νὰ ἀνεβεῖ στὸ προτερινὸ ὕψος της. Κι ὄχι μόνο γι΄ αὐτό, μὰ ἀκόμη, πρέπει ν΄ ἀσπροφορεῖ καὶ νὰ χαίρεται κάθε πλάση ἀνθρώπινη, γιατί ὁ θεῖος Λόγος τὴν ἀνθρώπινη φύση τὴν ξέπλυνε μέσα στὰ τρέχοντα νερὰ τοῦ Ἰορδάνου καὶ τὴν καθάρισε ἀπ΄ ὅλα τὰ προηγούμενα πταίσματά της, τὴν ἔκανε νὰ ξεφύγει ἀπὸ κάθε σκοτεινὴ σκιὰ ἁμαρτίας καὶ τὴν ἐκατάστησε πάμφωτη καὶ πεντακάθαρη –«τῶν πρὶν πέφευγε παμφαῶς λελουμένη».Ὁ τίτλος αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ κειμένου εἶναι: «ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω». Καὶ ὑπάρχει ἕνας σοβαρὸς λόγος, ποὺ εἶναι αὐτὸς ὁ τίτλος κι ὄχι ἕνας ἄλλος, πιὸ κατανοητὸς ἴσως στὸ λογικό τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ποιητικώτατη προφητικὴ αὐτὴ φράση τῶν Ψαλμῶν εἶναι πλουτισμένη μ΄ ἕνα ἀσυνήθιστο καὶ ἀνυποψίαστο, ἀκόμα καὶ στοὺς πιὸ φιλακόλουθους, πνευματικὸ βάθος. Ἂς προχωρήσουμε στὸ βαθὺ αὐτὸ νόημα, μὲ ὁδηγὸ καὶ συνέκδημο τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο –ποὺ πρέπει κάποτε νὰ πιάσει στὶς Θεολογικὲς Σχολὲς μας μιὰν ὁλόκληρη ἕδρα, γιὰ νὰ μπορέσει ν΄ ἀξιοποιήσει τοὺς θησαυροὺς τῆς ἁγίας κηρυκτικῆς πείρας του ἡ Ἐκκλησία κ΄ ἡ θεολογικὴ ἐπιστήμη.

Λέγει, λοιπόν, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, μέ τὴ γνωστὴ μέθοδό του, πὼς ὁ ποταμὸς Ἰορδάνης –ποὺ ἦταν πολυφημισμένος στὴν ἁγία Γραφὴ καὶ γιὰ πολλὰ ἄλλα θαύματα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ βάπτιση τοῦ Χριστοῦ σ΄ αὐτὸν- πηγάζει ἀπό δύο πηγές: ἡ μία λέγεται Ἰὸρ κ΄ ἡ ἄλλη Δάν. Καθὼς προχωροῦν τὰ δύο αὐτὰ ποτάμια, ἑνώνονται καὶ γίνονται ἕνα ποτάμι ποὺ ὀνομάζεται (ἀπ΄ τὶς πηγὲς τοῦ Ἰὸρ καὶ Δᾶν) Ἰορδάνης καὶ χύνεται στὴ Νεκρὰ θάλασσα. Ἡ ἀλληγορία ἐδῶ εἶναι βαθειὰ καὶ θεολογικώτατη, ὅπως τὴν φανερώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ὁ ποταμὸς Ἰορδάνης εἶναι ὁ τύπος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Οἱ δύο πηγὲς του συμβολίζουν τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα, τοὺς δύο προπάτορες, ἀπ΄ τοὺς ὁποίους ἀνέβλυσε –σὰν ἄλλος Ἰορδάνης- ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Κι ὅλο τοῦτο τὸ ἀνθρώπινο γένος, πρὸς τὰ ποῦ πήγαινε; στὴ νέκρωση καὶ στὸ θάνατο –ὅπως ὁ Ἰορδάνης στὴ Νεκρὰ θάλασσα. Ἦρθε ὅμως ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ πόνεσε γιὰ τὴν ἀθλιότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, κ΄ ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ ἔπαθε ἀπάνω στὸ σταυρό, καὶ κατήργησε, μὲ τὸν θάνατό του, τὸν θάνατο. Ἔτσι ἐχάρισε στοὺς ἀνθρώπους τὴ ζωὴ καὶ τοὺς ἔστρεψε πρὸς τὰ πίσω, τοὺς ἔκαμε νὰ μὴν τρέχουν πιὰ πρὸς τὴ νέκρωση καὶ τὸ θάνατο, ἀλλὰ πρὸς τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἀφθαρσία. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ποὺ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει, ὅτι «ὅσοι εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐβαπτίσθημεν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν». (Ρωμ. Στ΄ 3).Θὰ τελειώσουμε μ΄ ἕνα σύντομο ἀπόσπασμα τοῦ Μελετίου Πηγᾶ, ποὺ ἡ ἔκδοση τῶν λόγων του –ἀγνώστων σχεδὸν ὡς τὰ τώρα- τιμᾶ τὴν «Πηγὴ τοῦ Ὀρθοδόξου Βιβλίου», ποὺ ἔβαλε τὴ δαπάνη καὶ τὴ φροντίδα γιὰ νὰ τυπωθοῦν, καὶ μάλιστα μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια. «Ἀλλ΄ ἐκεῖνο τὸ ὕστερον, λέγει ὁ μεγάλος Πατριάρχης τῆς Τουρκοκρατίας, μὲ ἀναπτερώνει, διὰ τὸ ὁποῖον γίνεται τὸ βάπτισμα. Εἶναι τοῦτο, οἱ ἀνοιγόμενοι Οὐρανοί. Ὢ βάπτισμα, θύρα τοῦ Παραδείσου! Ὢ βάπτισμα, ἡ κλείς τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ! Ὢ βάπτισμα, ἡ κλίμαξ τῶν Οὐρανῶν, ὢ βάπτισμα, ἡ κολυμβήθρα τῆς ἀναγεννήσεως! Ὢ βάπτισμα, τὸ λουτρὸν τῆς παλιγγενεσίας! Ὢ βάπτισμα, τῆς υἱοθεσίας μυστήριον! Ὢ βάπτισμα, ἡ ταφὴ τῆς ταφῆς, ὁ θάνατος τοῦ θανάτου, ἡ ἀνάστασις τῆς ἀναστάσεως, διὰ τοῦ ὁποίου “συνθάπτομαι Χριστῷ καὶ συνανίσταμαι Χριστῶ”… Διὰ τ΄ ἐμᾶς εἶναι ἀνοιμένες οἱ θεόδμητες ἐκεῖνες πύλες τοῦ Οὐρανοῦ. Καὶ ἐμεῖς κατακυλιούμεστάνε χάμετες στὴν γῆν. Γιὰ τ΄ ἐμᾶς χύνεται τόσον καὶ τηλικοῦτον φῶς καὶ καθαρίζει μας καὶ λούει μας, καὶ ἀφαιρεῖ τὲς πονηρίες ἠμῶν “ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν” καὶ φωτίζει μας».


Δικαιολογημένη, λοιπόν, ἡ χαρὰ τῶν χριστιανῶν. «Τὰ σύμπαντα σήμερον ἀγαλλιάσθω». «Χριστὸς ἐφάνη ἐν Ἰορδάνη ἁγιᾶσαι τὰ ὕδατα» καὶ σῶσαι τὸν ἄνθρωπον»!
Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ἔρως Ὀρθοδοξίας» τοῦ Π.Β. Πάσχου, τῶν ἐκδόσεων «Ἀστὴρ»
το βρηκα:ρωμαικο οδοιπορικο

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Μεγάλος και Μικρός Αγιασμός: του μακαριστού Μητροπολίτου Πατρών κυρού Νικοδήμου


Ο Μεγάλος Αγιασμός τελείται κάθε χρόνο την 5η και 6η Ιανουαρίου.
Πολλοί είναι αυτοί οι οποίοι ρωτούν αν ο Αγιασμός αυτός πίνεται, χρησιμοποιείται για ραντισμό, φυλάσσεται στα σπίτια και αν αντικαθιστά τη θεία Κοινωνία.
Το κείμενο που ακολουθεί, μεταγλωττισμένο στη νεοελληνική, αποτελεί «ειδική γνωμοδότηση περί του θέματος του Μεγάλου Αγιασμού, δηλ. πως λαμβάνεται αυτός παρά των χριστιανών, εάν φυλάσσεται και εάν απ' αυτόν μεταλαμβάνουν» οι πιστοί, συνταχθέν υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Πατρών κυρού Νικοδήμου. Αρχικώς αυτή δημοσιεύθηκε στα ΔΙΠΤΥΧΑ του έτους 1999 (σσ. οη΄-π΄), προς ενημέρωση των ευλαβέστατων Εφημερίων και πληροφόρηση των πιστών.
1. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο Μεγάλο Αγιασμό που τελείται την παραμονή των Θεοφανείων και εκείνον της κύριας ημέρας της εορτής;
Ο Μεγάλος Αγιασμός που τελείται την παραμονή των Θεοφανείων και ανήμερα της εορτής είναι ακριβώς ο ίδιος. Εσφαλμένα κάποιοι θεωρούν ότι δήθεν τελείται την παραμονή ο «μικρός Αγιασμός» και την επόμενη ο «Μέγας». Καί στις δύο περιπτώσεις τελείται ο Μεγάλος Αγιασμός. Μικρός Αγιασμός τελείται την πρώτη μέρα κάθε μήνα, καθώς και εκτάκτως όταν το ζητούν οι χριστιανοί σε διάφορες περιστάσεις (εγκαίνια οικιών, καταστημάτων και ιδρυμάτων, σε θεμελίωση κτισμάτων κ.λπ.). Ο Μεγάλος Αγιασμός τελείται μόνο δύο φορές το χρόνο (την 5η και 6η Ιανουαρίου) στο Ναό.
Πού φυλάσσεται ο Μέγας Αγιασμός και για ποιό λόγο;
Ο Μεγάλος Αγιασμός φυλάσσεται όλο το χρόνο στο Ναό. Φυλάσσεται όχι άνευ λόγου. Καί ο λόγος δεν είναι άλλος, παρά για να «μεταλαμβάνεται» από τους πιστούς υπό ορισμένες συνθήκες και προϋποθέσεις. Συνηθισμένη είναι η περίπτωση που αφορά στους διατελούντες υπό επιτίμιο του Πνευματικού, που εμποδίζει τη συμμετοχή τους στη θεία Κοινωνία, για ορισμένο καιρό, και είθισται να δίδεται σε αυτούς, για ευλογία και παρηγοριά τους, Μέγας Αγιασμός. Κανένα κώλυμα δεν υφίσταται προς τούτο, εφ' όσον μάλιστα βρίσκονται «εν μετανοία και εξομολογήσει». Απαραίτητα όμως πρέπει να συνειδητοποιούν ότι ο Μέγας Αγιασμός δεν υποκαθιστά ούτε αντικαθιστά τη θεία Κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, για την οποία οφείλουν με τη μετάνοια να προετοιμάζονται, για να απαλλαγούν από τα κωλύματα της αμαρτίας, ώστε να αξιωθούν να κοινωνήσουν το ταχύτερο.
3. Μπορεί ο Μέγας Αγιασμός να φυλάσσεται στο σπίτι και να πίνουν απ' αυτόν σε καιρό ασθένειας ή για αποτροπή βασκανίας και κάθε σατανικής ενέργειας;
Η απάντηση είναι θετική. Παρέχεται απ' αυτό τούτο το ιερό κείμενο της Ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού, που προβλέπει «ίνα πάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό (το ηγιασμένον ύδωρ...) προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκων, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον», και δη και «δαίμοσιν ολέθριον, ταίς εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον» (πρβλ. και τη συναφή ευχή σε βασκανία· «φυγάδευσαν και απέλασαν πάσαν διαβολικήν ενέργειαν, πάσαν σατανικήν έφοδον και πάσαν επιβουλήν... και οφθαλμών βασκανίαν των κακοποιών ανθρώπων»). Αναντίρρητα χειραγωγείται με τον τρόπο αυτό ο πιστός να αποφεύγει άλλες διεξόδους («ξόρκια», μαγείες και άλλες μεθοδείες του πονηρού), και να καταφεύγει στα έγκυρα «αγιάσματα» της Εκκλησίας, όπως είναι ο Μέγας Αγιασμός, αλλά και ο «μικρός» λεγόμενος Αγιασμός, ως συνειδητό μέλος της Εκκλησίας, της ταμειούχου της θείας χάριτος, και μέτοχος των αγιαστικών της μέσων. Προϋποτίθεται βέβαια ότι στις οικίες όπου φυλάσσεται ο Μέγας Αγιασμός, και το καντήλι θα ανάβει και θα καίει επιμελώς, και η ευλάβεια θα υπάρχει στα μέλη της οικογενείας, τους συζύγους και τα παιδιά, και θα αποφεύγεται κάθε αιτία που αποδιώχνει τη θεία χάρη (όπως βλασφημίες ή άλλες ασχημοσύνες).
4. Ποιά η σχέση νηστείας και Μεγάλου Αγιασμού;
Η ιστορική αρχή του Μεγάλου Αγιασμού είναι η εξής: Στην αρχαία Εκκλησία την παραμονή των Θεοφανείων -όπως την παραμονή του Πάσχα και της Πεντηκοστής- γινόταν η βάπτιση των Κατηχουμένων, δηλ. των νέων χριστιανών. Τα μεσάνυχτα τελούνταν ο αγιασμός του ύδατος για την τελετή του Βαπτίσματος· τότε εισήχθη η συνήθεια -όπως μας πληροφορεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος- οι χριστιανοί να παίρνουν από το αγιασμένο νερό και να πίνουν ή να το μεταφέρουν στα σπίτια τους για ευλογία και να το διατηρούν ολόκληρο το χρόνο· «Διά τούτο και εν μεσονυκτίω κατά την εορτήν ταύτην άπαντες υδρευσάμενοι, οίκαδε τα νάματα αποτίθενται, και εις ενιαυτόν ολόκληρον φυλάττουσιν» (Λόγος εις το άγιον βάπτισμα του Σωτήρος· ΡG 49, 366).
Αργότερα όμως, σε καιρούς λειτουργικής παρακμής, η ακολουθία του Αγιασμού απομονώθηκε από αυτή του Βαπτίσματος, παρόλο που διατήρησε πολλά στοιχεία του. Παρέμεινε η συνήθεια ώστε οι πιστοί να παίρνουν από το αγιασμένο νερό «προς αγιασμόν οίκων», όπως αναφέρει η καθαγιαστική ευχή του Μεγάλου Αγιασμού.
Νωρίς επίσης επικράτησε η συνήθεια της νηστείας πριν από την εορτή των Θεοφανείων, για δύο λόγους:
Πρώτο, οι δύο μεγάλες εορτές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων στην αρχαία Εκκλησία ήταν ενωμένες σε μία, αυτή των Θεοφανείων ή Επιφανείων, που τελούταν την 6η Ιανουαρίου (συνήθεια που διατηρείται στην Αρμενική Εκκλησία μέχρι σήμερα)· όμως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (4ος αι.) χώρισε τις δύο γιορτές και όρισε η μεν Γέννηση του Χριστού να γιορτάζεται την 25η Δεκεμβρίου, η δε Βάπτιση και φανέρωση της αγίας Τριάδας την 6η Ιανουαρίου. Πριν από κάθε Δεσποτική εορτή προηγούνταν νηστεία για την ψυχική και σωματική κάθαρση των πιστών. Ας θυμηθούμε πως η νηστεία έχει μέσα της το στοιχείο του πένθους για τις αμαρτίες. Έτσι όταν χώρισαν οι δύο εορτές, η νηστεία που προηγούνταν ακολούθησε την εορτή των Χριστουγέννων· γι' αυτό η Εκκλησία όρισε να νηστεύουμε μόνο την παραμονή των Θεοφανείων σαν προετοιμασία για την εορτή, και όχι περισσότερες ημέρες, γιατί βρισκόμαστε σε εορταστική περίοδο, το άγιο Δωδεκαήμερο.
Καί δεύτερο· αρχαία συνήθεια ήταν επίσης αυτοί που θα βαπτίζονταν να νηστεύουν και μαζί με αυτούς οι Ανάδοχοι, οι συγγενείς, αλλά και άλλοι χριστιανοί οι οποίοι τηρούσαν εθελοντικά νηστεία «υπέρ των βαπτιζομένων». Δεν ήταν λοιπόν δύσκολο στη συνείδηση των χριστιανών να συνδεθούν η πόση του αγιασμού και η νηστεία, χωρίς να υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ αυτών.
Έτσι λοιπόν, μεταφέροντας το ζήτημα στη σημερινή εποχή μπορούμε να πούμε ότι οι τακτικώς μεταλαμβάνοντες των αγίων Μυστηρίων και τηρούντες τις νηστείες της Εκκλησίας μας, όπως και της 5ης Ιανουαρίου, είναι ήδη έτοιμοι ώστε να πιούν από το Μεγάλο Αγιασμό της 5ης και 6ης Ιανουαρίου. Σε άλλη περίπτωση, ενδείκνυται να τελούν σχετική νηστεία, όπως ορίζει σ' αυτούς ο Πνευματικός τους.
Τέλος όσοι εκτάκτως πίνουν από το Μεγάλο Αγιασμό που φυλάσσουν στο σπίτι τους, σε ώρες ασθενειών και κινδύνων κ.λπ., μετά ή άνευ νηστείας, ας μην υστερούν στην πνευματική νηστεία απέχοντες «από παντός μολυσμού σαρκός τε και πνεύματος, επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού» (Β΄ Κορ. 7,1).