Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2021

Εξομολόγηση: Ο δρόμος τώρα αρχίζει! (θαυμάσιο άρθρο)

 

Ἄν ἀξιώθηκες νά πᾶς νά ἐξομολογηθῆς, καί μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ νά ξεπλυθῆς ἀπό τόν ρύπο τῶν ἁμαρτιῶν σου, μή νομίσεις ὅτι ὅλα πιά τελείωσαν, ὅτι μέχρις ἐδῶ ἦταν!

Ὄχι! Μή τό βάλεις αὐτό μέσα στό μυαλό σου! Μέ τήν ἐξομολόγηση, δέν τελείωσαν ὅλα! Ἀντίθετα, ἀπό ἐκεῖ καί πέρα ἀρχίζει ὁ μεγάλος ἅγιος ἀγώνας γιά εὐαρέστηση τοῦ Κυρίου.

 

Μέ τήν ἐξομολόγησή σου, ἔκαμες μιά δήλωση στόν Θεό, ὅτι ἀποτάσσεσαι τόν σατανᾶ καί τά ἔργα του. Τό δήλωσες δυνατά καί δυναμικά. Καί τό ὑποσχέθηκες ὅτι τώρα πιά θά ζεῖς μέ ἀρχηγό σου τόν Χριστό.

* * *

Θυμήσου ὅτι: Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ζεῖ περιορισμένος καί δεμένος στό σπίτι του καί στήν δουλειά του, κανέναν δέν ἐνοχλεῖ· καί κανένας δέν τόν φοβᾶται.

Μά ἄν τύχει καί μπεῖ σέ ἐπαναστατική ὁμάδα, ὅλοι ἀρχίζουν καί τόν τρέμουν! Τό ἴδιο παθαίνει ὁ διάβολος, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἐπαναστατώντας ἐναντίον του, γίνεται πρόκληση καί γιά ἄλλους πολλούς νά τόν μιμηθοῦν. Ὁ ἐπαναστατημένος τέως δοῦλος τοῦ διαβόλου, τοῦ χαλάει τώρα τήν δουλειά. Καί γι᾿ αὐτό σκάει καί γίνεται θηρίο ἐναντίον του. Καί κινητοποιοῦνται ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους (=τοῦ κόσμου καί τοῦ ὑποκόσμου) ἐναντίον του! Νά τόν ξαναγυρίσουν στήν «ὄμορφη ζωή του»!

Καί ἀρχίζει μιά παράξενη ψυχική πίεση. Νά θυμηθῆ, τί χάνει. Καί ὅτι θά χαλάει τά πιό ὄμορφα χρόνια τῆς ζωῆς του, ἄν εἶναι νέος. Καί, ὅτι - στό κάτω-κάτω - ἔχει περιθώριο χρόνο καί προθεσμία, νά ἀλλάξει λίγο ἀργότερα!

Καί τοῦ θυμίζει: Ἡ ψυχή θέλει ψίχαλα! Ἐδῶ εἶναι ὁ παράδεισος. Ἐδῶ εἶναι καί ἡ κόλαση.

* * *

Μή γίνεσαι τόσο ρηχός, νά παίρνεις τόν σατανᾶ ὁδηγό σου καί δάσκαλό σου!

Στάσου γενναῖος.Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα «θέλω».Τό ζῶο ἔχει ἔνστικτα!

Ὁ ἄνθρωπος ἔχει νόμο μέσα του πνευματικό. Καί ἐλευθερία. Μπορεῖ νά εἰπεῖ ναί. Μπορεῖ νά εἰπεῖ καί ὄχι.

Μέ τήν τοποθέτηση-ἀπόφασή του δείχνει τί ἄνθρωπος εἶναι καί πόσο ζυγίζει πνευματικά.

Μελετίου Καλαμαρά (Μητροπολίτου Νικοπόλεως και Πρεβέζης)

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ (Ζακχαίου) (Λ κ. 19, 1-10)

 

Οι αναζητητές του Θεού

          Καθώς πλησιάζουμε προς την όμορφη και κατανυκτική περίοδο του Τριωδίου, η Εκκλησία μας προετοιμάζει κατάλληλα. Ένα μέρος αυτής της προετοιμασίας αποτελεί το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα προβάλλοντας την μετάνοια του Ζακχαίου. Πρόκειται για μια μετάνοια με συνέπειες όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για το περιβάλλον του. Μια μετάνοια που δίνει την ευκαιρία στον ίδιο το Θεό να επισκέπτεται τον κόσμο της φθοράς και της αμαρτίας να τον μεταμορφώνει  και ν’ αναγεννά τον άνθρωπο.

          Ο Ιησούς μπαίνοντας  στην Ιεριχώ έρχεται και φέρνει την ευλογία στην πόλη αυτή που τη βάραινε η κατάρα του Ιησού του Ναυή, και την οποία πρώτος γεύτηκε ο τυφλός στην είσοδο τη πόλης και τώρα ο αρχιτελώνης Ζακχαίος, ο οποίος είχε μεγάλο πόθο να γνωρίσει από κοντά τον Θεό. Ο άδικος πλούτος του, καρπός συκοφαντίας και αρπαγής, τον έκανε μισητό στο λαό. Όμως αυτός ο άνθρωπος ζητούσε μέσα του να συναντήσει τον Ιησού Χριστό. Μπορεί να ένοιωθε κενό, αδιέξοδο, την ακόρεστη δίψα για τον ζώντα Θεό, την οποία καμία δύναμη αυτού του κόσμου δεν μπορούσε να του εξασφαλίσει.

          Αλλά ο ίδιος πόθος που άναψε ξαφνικά στην καρδιά του πλούσιου αρχιτελώνη, πυρπολεί συχνά και την ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου. Τον Ιησού Χριστό να δει και να γνωρίσει ζητά ο Ζακχαίος; Αλλά και ο άνθρωπος σήμερα δεν κάνει το ίδιο; Απογοητευμένος από την μικρότητα του κόσμου, κουρασμένος από την υποκρισία και την αδικία, την κακία και τη ασυνέπεια,  την μηχανική και απρόσωπη ζωή του τεχνολογικού πολιτισμού, αναζητά την αλήθεια, λαχταρά την αγάπη, την προσωπική κοινωνία, ποθεί την πολυπόθητη ειρήνη και πνευματική ανάταση.

          Όμως εκείνο που αναζητά στρέφεται προ τον Χριστό. Ένας χριστιανός στοχαστής γράφει: “ Όποιος ψάχνει για την αλήθεια, ψάχνει χωρίς να το καταλαβαίνει, ψάχνει για τον Χριστό, που είναι η μόνη Αλήθεια που αξίζει να μάθει κανείς. Κι’ όποιος απλώνει το χέρι του με αγωνία για την ειρήνη, απλώνει σε Σένα που είσαι η μόνη ειρήνη όπου μπορεί να βρουν ανάπαυση οι καρδιές. Όλοι σε φωνάζουμε χωρίς να το ξέρουμε. Τελικά είμαστε μια γενεά ζητούντες τον Κύριον”.

          Στην αναζήτηση του Θεού από τον σύγχρονο  άνθρωπο παρεμβάλλονται κυρίως δυο εμπόδια, όπως στην περίπτωση του Ζακχαίου. Το πρώτο είναι κοινωνικό και προέρχεται μέσα από το περιβάλλον στο οποίο ζει. Το δεύτερο είναι ατομικό. Αφορά τον ίδιο τον εαυτό του και για την ακρίβεια ο παλαιός εαυτός του. Αυτόν έπρεπε πρώτα να νικήσει κι ας νόμιζε πως έφταιγε το μικρό του ύψος, το οποίο μάλιστα προσπαθούσε να το αναπληρώσει με την αύξηση του πλούτου. Αυτή την ψευδή αυτάρκεια του πλούτου έπρεπε να συντρίψει για να μπορέσει ν’ αντικρύσει το Χριστό. Δηλαδή τον παλαιό άνθρωπο έπρεπε να εγκαταλείψει, κι’ όχι τον κόσμο , το λαό μέσα στον οποίο ζούσε.

          Εμπόδιο είναι η ψυχική μικρότητα  και καχεξία. Στα κυπαρισσένια κορμιά πολλές φορές κατοικεί μια αναιμική και μικρή ψυχή. Όμως τον Χριστό τον συναντούν άνθρωποι με ψυχικό μεγαλείο, γιατί συναντώ τον Χριστό σημαίνει τον πιο σκληρό αλλά και ένδοξο αγώνα παλεύοντας και υπηρετώντας την ανθρώπινη ιστορία. Οι μικρόψυχοι δεν αντέχουν μια τέτοια συνάντηση, γιατί συνθλίβονται απο το βάρος της Αλήθειας.

          Πάντως ο Ζακχαίος νίκησε και τα δύο εμπόδια και συνάντησε το Χριστό. Το πρώτο το παραμέρισε με τη ανάβαση στη “συκομορέα”. Ένα ανέβασμα που τον ανύψωσε ψηλότερα από τον “όχλο”. Και το δεύτερο μ’ ένα σκύψιμο, με μια κίνηση ταπείνωσης. Χρειάστηκε να θυσιάσει τον εγωισμό του στον πόθο του να γνωρίσει τον Χριστό σκαρφαλώνοντας σαν λαθραίος θεατής του γηπέδου, αυτός ο πλούσιος, ο τόσο γνωστός  αρχιτελώνης Ζακχαίος.

          Το παράδειγμα του Ζακχαίου φωτίζει το δρόμο όλων των αναζητητών του Θεού δια μέσου των αιώνων, φυσικά και το δικό μας δρόμο σήμερα. Ένα ανέβασμα κι’ ένα σκύψιμο όμοιο με δικό του είναι το μυστικό της επιτυχίας σ’ αυτή την αναζήτηση. Αν θέλουμε να συναντήσουμε το Χριστό και να βρούμε την Αλήθεια, πρέπει ν’ ανεβούμε ψηλότερα από τον “όχλο” που βρίσκεται γύρω μας. Ψηλότερα από τις μικρότητες, από τους συμβιβασμούς, από την μαλθακότητα, κι ακόμη να σκύψουμε, να ταπεινωθούμε, να νοιώσουμε, ότι μπορεί ο άνθρωπος να είναι ο πρίγκιπας της δημιουργίας αλλά πάνω απ’ αυτόν στέκεται ο Θεός.

          Ο Ζακχαίος δεν “ανέβη εις όρος υψηλόν”.  Ανέβη όμως “επί την συκομορέαν”, ίνα ίδη τον διερχόμενον Χριστό. Ανέβηκε πάνω από τον εαυτό του, την πλεονεξία και την ματαιοδοξία του. Ξεπέρασε την αγωνία του τι θα πουν οι άνθρωποι γι’ αυτόν και το φόβο, ότι με τις πολλές αμαρτίες του δεν πρόκειται να σωθεί. Και η κίνηση αυτή ήταν αρκετή, ήταν το πρώτο βήμα για ν’ αλλάξει η ζωή του, η αρχή της μεταμορφώσεως του.

          Ο Ζακχαίος δείχνει το βάθος της αλλαγής του, ότι η ζωή του αλλάζει ριζικά, όταν δέχεται  το Χριστό στο σπίτι του και υπόσχεται ν’ αποκαταστήσει τις αδικίες που είχε διαπράξει. Μοιράζει τη μισή του περιουσία στους φτωχούς και ό, τι πήρε βίαια το επιστρέφει στο τετραπλάσιο.

          Αυτά δεν είναι στιγμές ενθουσιασμού, αλλά ειλικρινούς μετάνοιας που φανερώνεται ως δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω. Ο Ζακχαίος ζει ήδη τη Βασιλεία του Θεού και μετανοημένος κοινωνεί με τον Χριστό. Ζει τη Βασιλεία Του ως Εκκλησία, όπου τα πάντα είναι κοινά, καθώς μοιράζεται τον Ευχαριστιακό Άρτο. Συγχρόνως όμως ομολογεί και την αδικία του σε βάρος όσων είχε διαπράξει.

          Ο οίκος του Ζακχαίου άνοιξε και δέχθηκε τον Χριστό και δεν περιορίζεται μόνο στους φίλους  και οικείους. Χωράει και άλλους, τους ξένους που γίνονται δικοί του, των φτωχών και αδικημένων και όσων έχει λυπήσει. Χωράει όλο τον κόσμο.

         Η Εκκλησία μάλιστα εν όψει και του γεγονότος ότι προσεγγίζει το Τριώδιο, θέλει να μας υπενθυμίσει σήμερα κάτι: Ο Ζακχαίος είναι ένα πρόσωπο διαχρονικό. Και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που ξεπερνούν τον παλιό εαυτό τους και τα άλλα εμπόδια, βρίσκοντας στη ζωή τους τον Θεό. Όπου επίσης υπάρχει και Εκκλησία, που ενώ είναι κοντά στην Εκκλησία, βρίσκονται ουσιαστικά μακριά από τον Θεό.

          Σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες ανήκουμε όλοι.

          Καλή Κυριακή

          π. γ. στ.

30 Ιανουαρίου, Τριών Ιεραρχών

 

Διαχρονικό και σωτήριο το έργο των Τριών Ιεραρχών

          Ο Χριστός, οι Πατέρες της Εκκλησίας, με πρώτους τους Τρεις Ιεράρχες, έδωσαν τεράστια σημασία στο παιδί. Πραγματικός χριστιανός, είπαν, είναι αυτός που έχει συμπεριφορά μικρού παιδιού. Πρέπει λοιπόν το παιδί να διδαχθεί τόσα και όσα θα το διατηρήσουν αγνό και αθώο μέχρι  να μεγαλώσει. Μεγάλη όμως πρέπει να είναι και η προσπάθεια για να αποκτήσουν και οι μεγάλοι παιδική ψυχή και νου. Αναλώνονται λοιπόν οι Τρεις Ιεράρχες γι’ αυτόν τον σκοπό. Πηγές τους για την άντληση  των “πρώτων υλών” η αρχαία Ελλάδα και ο Χριστιανισμός. Εκεί αναζητούν τα στοιχεία με τα οποία θα συνθέσουν τη νέα δημιουργία, που στη συνέχεια, ολοκληρωμένα πλέον, καλείται Ορθοδοξία.

          Άριστοι γνώστες και εκτιμητές του αρχαίου ελληνικού πνεύματος-μαθήτευσαν και οι Τρεις στην Αθήνα τον 4ο μ. Χ. Αιώνα- αποτέλεσαν την πνευματική γέφυρα μεταξύ της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας και του Χριστιανισμού, που είχαν ως βασικό κοινό στοιχείο τον “ανθρωποκεντρισμό”.

          Έτσι, από μόνα τους τα πράγματα οδηγούνται σε μια ελληνική Παιδεία του νου και της ψυχής, η οποία κυριαρχεί στην , ουσιαστικά πλέον, ελληνική αυτοκρατορία της Ανατολής. Αυτή την ελληνική Παιδεία, για μικρούς και για μεγάλους διαμορφώνουν και υπηρετούν οι Τρεις Ιεράρχες, αφήνοντας αξεπέραστα διαχρονικά μηνύματα.

          Ο Μέγας Βασίλειος, πρώτος στον κόσμο, βάζει στη ζωή της ανθρωπότητας τη φιλανθρωπία. Ιδρύει σχολές και εκπονεί εκπαιδευτικά προγράμματα, που, αν τα μελετήσουν σήμερα οι υπουργοί Παιδείας, θα βρουν πολύ πιο λειτουργικά και σύγχρονα από αυτά που εφαρμόζονται τώρα, γιατί είχαν υφανθεί με βάση την ελληνική Παιδεία, αλλά και των Ελληνοπαίδων την ψυχολογία. Αντίθετα, σήμερα οι “αρμόδιοι” αναζητούν προγράμματα “εις την ...αλλοδαπήν”! Γι’ αυτό και αποτυγχάνουν.

          Τεράστιος σε κύρος, πνεύμα και λόγο ο Ιωάννης, έχει τη δυνατότητα να συνεγείρει κάθε εποχής τον νέο. Σήμερα, ακόμη περισσότερο, αφού οι νέοι μας αντιμετωπίζουν τεράστια υπαρξιακά προβλήματα, ανεργία, αδιαφορία, κοινωνική απομόνωση, ναρκωτικά και τόσα άλλα.

          Θα πλησίαζε την οικογένεια και τα προβλήματά της και τον δάσκαλο. Θα του μάθαινε για την αγωγή των παιδιών, “παιδεύοντας” ουσιαστικά και τις ψυχές των μεγάλων. Ο θείος Χρυσόστομος θα άνοιγε σήμερα δρόμους ελπίδας με οράματα, ό, τι δηλαδή απουσιάζει από  τη ζωή μας, γι’ αυτό και οδηγούμαστε μικροί και μεγάλοι στα πάσης φύσεως αδιέξοδα.

          Τέλος ο Γρηγόριος θα δίδασκε την αυταπάρνηση, την ταπεινότητα, την αποστροφή και την απαγκίστρωση από κάθε μορφής εξουσία-δουλεία ουσιαστικά. Θα μιλούσε σε μικρούς και μεγάλους για αρετή ψυχής, ευθύνη, κόπο και υπομονή. Θα εξηγούσε -όπως τότε -απλά και κατανοητά, το ελεύθερο ορθόδοξο πνεύμα. Βέβαια, σ’ αυτό το σημείο πρέπει να τονίσουμε, ότι την υλοποίηση των όσων πρότειναν οι τρεις Πατέρες, την εμπιστεύονταν  σε χέρια δασκάλων που ακολουθούσαν με πάθος αυτόν το δρόμο και όχι σε ανθρώπους που καταλαμβάνουν τη διδασκαλική έδρα, απλώς και μόνο για να επιβιώσουν.



          Δυστυχώς, οι Τρεις Ιεράρχες, δεν υπάρχουν σήμερα. Έχουμε, όμως, ολοζώντανο το έργο τους. Μόνο που είναι για λίγους. Οι θεολόγοι το κρατούν καλά κλεισμένο, μέσα σε δύσχρηστους τόμους, όπως και κάθε κείμενο, που θα έπρεπε να είναι κτήμα και του πιο απλού πολίτη. Διαπράττεται και εδώ το ίδιο λάθος που οδήγησε τη γλώσσα μας σε συρρίκνωση. Για να μάθουν τα παιδιά για το μήνυμα της Αντιγόνης, έπρεπε να διαβάσουν όλη την τραγωδία. Για να γευτούν τις συμβουλές του Μ. Βασιλείου, πρέπει να διαβάσουν τεράστια δύσκολα κείμενα. Ενώ, εάν μέσα σε μια καλαίσθητη έκδοση, συγκέντρωναν οι εκπαιδευτικοί -θεολόγοι και φιλόλογοι-όλα εκείνα τα βασικά σημεία που χρειάζονται και τα επένδυαν με δικές τους χρήσιμες σημειώσεις και φυσικά τα δίδασκαν απλά και ακολουθούσε διάλογος, τότε σήμερα οι Τρεις Ιεράρχες, η Αντιγόνη και όχι μόνον, θα ήταν σίγουρα τα πρότυπα χιλιάδων παιδιών που διψούν για σωστή μάθηση. Βέβαια ποτέ δεν είναι αργά, αλλά, αν πάμε και εδώ με την ....ταχύτητα που ετοιμάζει η Ακαδημία Αθηνών το Λεξικό, θα έχει πάει περίπατο η ελληνική Παιδεία.

          “Παιδεία” όμως πρόσφεραν οι Τρεις Ιεράρχες και προς τους κάθε λογής ηγέτες, με παράδειγμα, τον τρόπο της δικής τους ηγετικής συμπεριφοράς.

          Ο Μέγας Βασίλειος παρακαλεί τον Γρηγόριο να γίνει επίσκοπος και εκείνος αρνείται. Και όταν πείθεται και πηγαίνει στα Σάσιμα, φεύγει αμέσως, αφού η Επισκοπή διεκδικείται και από άλλον. Μαλλιοτραβιούνται σήμερα οι “ηγέτες” μας για μια καρέκλα”!

          Ο Χρυσόστομος, δεν δίστασε να τα βάλει με την βασίλισσα Ευδοξία, γιατί παρέβη τον θείο νόμο. Με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί απο αρχιεπίσκοπος και να διωχθεί. Θα διακινδύνευε κάποιος από τους πολιτικούς και πνευματικούς ηγέτες σήμερα την υψηλή του θέση, για να μην παραβεί τις αρχές του;

          Όμως οι Τρεις Ιεράρχες, μπορούν να μας ανοίξουν δρόμους και σε θέματα που αφορούν τη γυναίκα, το περιβάλλον, την αστρονομία, γενικά τις επιστήμες, την ειρήνη και τόσα άλλα. Μόνο που χρειάζεται να τους πλησιάσουμε. Και δυστυχώς, οι σημερινές “πάσης φύσεως” ηγεσίες αλλά και πολλές κατηγορίες ανθρώπων, δεν.... εξυπηρετούνται, προς το παρόν, από τέτοιες προσεγγίσεις.

          Γρηγόρη Καλοκαιρινού- “Καθημερινή”

Σαράντης Καργάκος 'Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ 1821'

 

megasfilippos

Ο Σαράντης Καργάκος και ο Δημήτρης Νατσιός σπάνε την ηχομόνωση της Νέας Εποχής Η αλήθεια για το ΄1821

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2021

Χ. Γιανναράς: Ανεξαρτησία και κρατική αλλοτρίωση

 


από το Άρδην τ. 29, Μάρτιος-Απρίλιος 2001

Η επανάσταση εναντίον των Τούρκων και ο αγώνας για την ανεξαρτησία των Ελλήνων, ύστερα από τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς, ήταν καρπός της ζωντανής ακόμα εκκλησιαστικής πίστης του λαού και έργο, σε μεγάλο ποσοστό, του κλήρου. Αυτή η διαπίστωση έστω και αφοριστική, είναι προφανέστερη για τον μελετητή των ιστορικών πηγών της περιόδου- με αμεσότερη πηγή τα απομνημονεύματα των ίδιων των αγωνιστών^.

Τα κίνητρα της συμμετοχής στον αγώνα σίγουρα επηρεάζονται και απο παράγοντες κοινωνικών ή οικονομικών επιδιώξεων. Συγκλίνουν ωστόσο στο κοινό αίτημα, που έχει την απόλυτη προτεραιότητα στις γραπτές μαρτυρίες: Την απόκτηση πολιτικής και θρησκευτικής ελευθερίας. Να ζήσουν (οι Έλληνες) ως άνθρωποι σε αυτή την πατρίδα και με αυτήν τη θρησκείαν, κατά την απαράμιλλη διατύπωση του Μακρυγιάννη. Η θρησκεία καθόριζε την εθνική ταυτότητα της πατρίδας και η μαρτυρία των πηγών δύσκολο αναιρείται από τα κωδικά ιδεολογήματα που μονοπώλησαν κατά καιρούς την ερμηνεία των κινήτρων του αγώνα.

Σίγουρα, οι ιδέες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης έπαιξαν επίσης ρόλο στην προετοιμασία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, αλλά σχεδόν αποκλειστικά μεταξύ των μορφωμένων στη Δύση λογίων. Οι απλοί αγρότες, κτηνοτρόφοι έμποροι και ναυτικοί, που σχημάτισα* τα επαναστατικά σώματα, όπως και ο καπεταναίοι αρχηγοί τους, είναι φανερό ότι από αλλού αντλούσαν το νόημα του αγώνα. Πολεμούσαν στο όνομα της ορθόδοξης πίστης, που αυτη τους διαφοροποιούσε και εθνικά: Η ιδιότητα του Έλληνα ταυτιζόταν με αυτήν του Ορθόδοξου, που τον ξεχώριζε από τον αλλόδοξο Τούρκο και τον ετερόδοξο «Φράγκο».

Μια από τις πολλές χαρακτηριστικές συνέπειες αυτής της ταύτισης ήταν και το γεγονός, ότι τις ελπίδες για εξωτερική βοήθεια τις στήριζε ο λαός -στους αιώνες της σκλαβιάς, αλλά και στα πρώτα χρόνια του αγώνα-στην ομόδοξη Ρωσία και όχι στην Ευρώπη. Όπως και το γεγονός ότι ως φυσική ηγεσία στην εξέγερση αναγνώριζε ο λαός τον κλήρο. Για την κήρυξη της επανάστασης, σχεδόν κατά κανόνα, έπρεπε να πρωτοστατήσει κληρικός που να ξεσηκώσει τον λαό «εις το όνομα της πίστεως και της πατρίδος». Και συνήθως κάποιο μοναστήρι θα γινόταν ορμητήριο, στρατηγείο, κέντρο εφοδιασμού ή τόπος περίθαλψης τραυματιών και προσφύγων.

Επίσκοποι και πρεσβύτεροι συγκροτούσαν, μαζί με τους καπεταναίους, τα πολεμικά συμβούλια των επαναστατών, αναλάμβαναν την ηγεσία ακόμα και στρατιωτικών σωμάτων, πολεμούσαν συχνά στην πρώτη γραμμή της μάχης. Οι ίδιοι στελέχωσαν τις πρώτες τοπικές διοικήσεις και πήραν ενεργό μέρος στις πρώτες Εθνοσυνελεύσεις. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Σαλώνων Ησαΐας, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Ταλαντίου Νεόφυτος, ο Κερνίκης Προκόπιος, ο Ρωγών Ιωσήφ, ο Μεθώνης Γρηγόριος, ο Κορίνθου Κύριλλος, ο Τριπόλεως Δανιήλ, ο Ρέοντος Διονύσιος ή ακόμα, ο Γρηγόριος Δικαί-ος-Παπαφλέσσας και ο Αθανάσιος Διάκος, είναι τα πιο γνωστά ονόματα από τους κληρικούς που πρωτοστάτησαν στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Υπάρχει όμως πλήθος ακόμα ονομάτων, γνωστών ή και άγνωστων στην ιστορική έρευνα. Ο ίδιος ο Μάουρερ υπολόγιζε σε ογδόντα μόνο τους επισκόπους που σκοτώθηκαν στη επανάσταση2.

0 αριθμός των ιερέων πρέπει να ανέρχεται σε πολλές εκατοντάδες.

Αλλά, μόλις η επανάσταση γενικεύτηκε και οι ελπίδες για την επικράτηση της ισχυροποιήθηκαν, η φυσική ηγεσία του εξεγερμένου λαού, κλήρος και καπεταναίοι, αρχίζει προοδευτικά να παραμερίζεται, καθώς προβάλλεται ως αδήριτη η ανάγκη μιας εκσυγχρονισμένης και αποτελεσματικότερης πολιτικής οργάνωσης. Καινούργιες ηγετικές ομάδες εμφανίζονται με τη φιλοδοξία να αναλάβουν τη διαχείριση του αγώνα και την ευθύνη της συγκρότησης κράτους. Είναι παλαιοί πρόκριτοι, ισχυροί καραβοκυραίοι, Φαναριώτες από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες και λόγιοι της ευρωπαϊκής διασποράς. Η ανάγκη να προβληθεί στην Ευρώπη η εικόνα ενός λαού που εξεγέρθηκε ενάντια στην ασιατική βαρβαρότητα και διεκδικεί τη φυσική του θέση ανάμεσα στα πολιτισμένα έθνη, επιβάλλει σε όλες τις ηγετικές ομάδες τη δυτικότροπη εκδοχή των στόχων της εξέγερσης και τα συνακόλουθα κριτήρια οργάνωσης του καινούργιου κράτους.

Έτσι, από την πρώτη σπερματική του καταβολή το αναδυόμενο από τη λαϊκή επανάσταση ελλαδικό κρατίδιο αναζητάει την πολιτική και κοινωνική του ταυτότητα στα δάνεια πρότυπα της Δύσης. Οι επιδιώξεις και τα οράματα των αγωνιστών δεν ενδιαφέρουν, ούτε οι συγκεκριμένες λαϊκές ανάγκες, τα ιδιόμορφα δεδομένα κοινωνικής λειτουργικότητας, οι αφοσιωμένες μέσα από έναν πολιτισμό αιώνων προτεραιότητες. Ενδιαφέρει αποκλειστικά η απομίμηση εκείνων των πολιτικών και κοινωνικών σχημάτων, που έπειθε τους Ευρωπαίους για την πρόθεση των Ελλήνων να καταστούν «έθνος ευρωπαϊκόν».

Όμως αυτή η άνωθεν επιβολή καινούργιων στόχων και προοπτικών δεν ήταν εύκολη ή ανώδυνη. Στη δεύτερη κιόλας φάση της επανάστασης, μετά το 1824, αρχίζουν οι συγκρούσεις ανάμεσα στις ηγετικές ομάδες. Οι παλαιοί πρόκριτοι επιμένουν σε πιο παραδοσιακές και με δοκιμασμένη λειτουργικότητα μορφές κρατικής οργάνωσης: θέλουν μιαν αποκεντρωμένη εξουσία, με ισχυρά τοπικά πολιτικο-διοικητικά όργανα. Αντίθετα, οι δυτικότροποι μένουν αμετακίνητοι στην ιδέα ενός συγκεντρωτικού κράτους, με ισχυρή κεντρική διοίκηση3.

Στη βασική αυτή διαφορά αντιλήψεων συνοψίζονται βέβαια και πολλές άλλες, συχνά ευτελέστατες αφορμές διαφωνιών και συγκρούσεων: Προσωπικές φιλοδοξίες, άμυνα κεκτημένων, συσπειρώσεις των καπεταναίων που παραγκωνίζονται και κατάφωρα αδικούνται από τους πολιτικούς, συμφέροντα των καραβοκυραίων ή των ισχυρών προκρίτων, φανατικοί τοπικισμοί. Το αποτέλεσμα ήταν, μετά από τα δύο πρώτα ένδοξα χρόνια με τις περίλαμπρες νίκες και την εκδίωξη των Τούρκων από καίρια στρατηγικά κέντρα, η επανάσταση να εκφυλιστεί σε μια τραγωδία εμφύλιας αιματοχυσίας. Οι Τούρκοι επανακτούν σε μεγάλο ποσοστό τον έλεγχο των επαναστατημένων περιοχών, ελάχιστες λωρίδες γης απομένουν ελεύθερες, όμως για τέσσερα ολόκληρα χρόνια οι Έλληνες δεν μεριμνούν πια παρά μόνο για τις αδελφοκτόνες διενέξεις τους.

Έτσι, αν υπήρξε τελικά απελευθέρωση έστω μικρού τμήματος ελληνικής γης και ίδρυση ανεξάρτητου κράτους, αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην επέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Αν αυτές δεν επενέβαιναν, το πιθανότερο θα ήταν να είχε και η επανάσταση του 1821 την τύχη των «ορλωφικών» ή της εξέγερσης του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, ή άλλων ανάλογων και αποτυχημένων τοπικών κινημάτων. Με το επιπλέον στίγμα της ντροπής για τον εμφύλιο σπαραγμό και την αυτοπαραίτηση από την ελευθερία.

Η παρέμβαση Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας αποφασίστηκε στη Συμφωνία τ ου Λονδίνου, στις 6 Ιουλί-ου1827, με πρωτοβουλία του άγγλου υπουργού εξωτερικών George Canning. Προτάθηκε στους Έλληνες και στους Τούρκους λύση συμβιβαστική: Ίδρυση αυτόνομου ελληνικού κράτους, αλλά υποτελούς στον Σουλτάνο, με εκφρασμένη την πρόθεση των τριών δυνάμεων να επιβάλουν οπωσδήποτε ανακωχή. Οι Έλληνες δέχτηκαν την πρόταση, οι Τούρκοι την απέρριψαν, και οι στόλοι των συμμάχων διατάχθηκαν να διακόψουν τον ανεφοδιασμό του Ιμπραήμ, αντιβασιλέα της Αιγύπτου, που με οργανωμένη στρατιά σάρωνε ανελέητα τις επαναστατικές αντιστάσεις στην Πελοπόννησο. Σε ναυμαχία στον κόλπο του Ναυαρίνου, στις 20 Οκτωβρίου του 1827, καταστράφηκε ολοκληρωτικά ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος, με πρωτοβουλία του άγγλου ναυάρχου που αποφάσισε να ερμηνεύσει δυναμικά την εντολή διακοπής του ανεφοδιασμού των Αιγυπτίων. Η ναυμαχία του Ναυαρίνου αποτέλεσε εκ των πραγμάτων, έστω και συμπτωματικά, τη ληξιαρχική πράξη που υπέγραψαν οι Ευρωπαίοι για τη γένεση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Τα αίτια και τα κίνητρα της παρέμβασης των ευρωπαϊκών δυνάμεων στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων δεν είναι δύσκολο να τα διαγνώσει κανείς. Υπήρξε καταρχάς πίεση που πραγματικά άσκησε η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη προς τις κυβερνήσεις των μεγάλων δυνάμεων και τις υποχρέωσε σε φιλέλληνα πολιτική. Τα κατορθώματα των Ελληνων στα δύο πρώτα χρόνια της επανάστασης ήταν έκπληξη για την Ευρώπη, και μαζί με τις θηριωδίες τη; αντίδρασης των Τούρκων (απαγχονισμός του Πατριάρχη, δολοφονίες επισκόπων και φαναριωτών. σφαγή της Χίου, σφαγή των Ψαρών, κλπ “ο κάλεσαν τη συμπάθεια και το έντονο ενδιαφέρον των Ευρωπαίων για τους αγωνιζόμενους Έλληνες. Το κλιμα ρομαντικού ουμανισμού και νεοκλασσικισμού, όπως και ο φιλελευθερισμός του Διαφωτισμού, ήταν οπωσδήποτε από τους παράγοντες που ευαισθητοποίησαν την ευρωπαϊκή κοινή μη και δημιούργησαν ένα ισχυρό κύμα φιλελληνισμού. Αποφασιστικά επίσης υπήρξε και η παρουσία στον αγώνα φιλελλήνων από κάθε γωνιά της Ευρώπης, και μάλιστα η θυσία γνωστων προσωπικοτήτων, όπως ο λόρδος Byron.

Δεύτερο προφανές κίνητρο, ήταν ο φόβος για μονομερή λύση του περιβόητου «ανατολικού ζητήματος -της διανομής των σφαιρών επιρροής αλλά και των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που έδινε, δεκαετίες πριν, την εικόνα του μεγάλου ασθενούς».

Ως τρίτο κίνητρο για την παρέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων θα μπορούσε να προσδιοριστεί, στη συντομογραφική αυτή επισήμανση η στρατηγική του ελέγχου της νευραλγικής για το εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα γεωγραφικής θέσης του νέου κρατιδίου. Με την προοπτική διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γιατί εκείνα τα χρόνια φαινόταν πολυ πιθανή, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ενδιαφέρονταν να επενδύσουν έγκαιρα τα στρατηγικά τους συμφέροντα σε ένα κρατίδιο οικονομικά και πολιτικά εξαρτημένο από αυτές.

Ήδη πολύ πριν από το Ναυαρίνο, η οικονομική υποτέλεια του διαφαινόμενου νέου κρατικού σχήματος στις ευρωπαϊκές δυνάμεις είχε εξασφαλιστεί. Το πρώτο και το δεύτερο «δάνειον της ανεξαρτησίας» (1824 και 1825) δόθηκε από τους Ευρωπαίους με τόσο επαχθείς όρους, που προδίκαζαν την ολοκληρωτική εξάρτηση των Ελλήνων από τη Δύση. Ακολούθησαν αλλεπάλληλοι δανεισμοί, προκειμένου να συγκροτηθεί μια στοιχειώδης εθνική οικονομία, αλλά κάθε καινούριο δάνειο χρησίμευε κυρίως για να εξοφληθούν τα προηγούμενα.

Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από κάθε μεγάλο δάνειο ακολουθεί κήρυξη πτώχευσης του νέου κρατιδίου. Η πρώτη μεγάλη πτώχευση (1827) ακολουθεί τη σύναψη των δύο πρώτων «δανείων της ανεξαρτησίας». Η δεύτερη πτώχευση (1843) έρχεται μετά τη χορήγηση δανείου στον Όθωνα. Τρία χρόνια μετά το δάνειο του 1890 έχουμε την τρίτη πτώχευση (1893). Και μετά τα δάνεια για την αποκατάσταση των μικρασιατών προσφύγων, ακολουθεί η τέταρτη πτώχευση (1932)4.

Η οικονομική υποτέλεια είναι ολοκληρωτική. Το ελλαδικό κρατίδιο βρίσκεται για μακρό χρονικό διάστημα κάτω και από διπλωματικό έλεγχο της οικονομίας του – φαινόμενο μοναδικό στη διεθνή πολιτική ιστορία5. Και η οικονομική υποτέλεια συνεπάγεται άμεσα και πολιτική υποτέλεια, κοινωνικό-ψυχολογικό κλίμα υποδούλωσης, εξάρτησης όλων των κρίσιμων πτυχών του εθνικού βίου από τη δυτική πολιτική6.

Οι φατριασμοί του εμφύλιου σπαραγμού της πρώτης τετραετίας καταλήγουν – με την κατάλληλη χειραγώγηση των φατριών από τη δυτική διπλωματία – στη διαμόρφωση τριών πολιτικών κομμάτων, που το καθένα επικαλείται και μια προστάτιδα δύναμη. Στηρίζεται κάθε κόμμα από μια ευρωπαϊκή δύναμη και φυσικά – συνειδητά ή ανεπίγνωστα – πρακτορεύει τα συμφέροντά της. Υπάρχει το γαλλικό κόμμα, του Ιωάννη Κωλέττη, το αγγλικό κόμμα, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, και ίο ρωσικό κόμμα του Ανδρέα Μεταξά . Η διαφοροποίηση των κομμάτων με βάση την εξάρτηση τους από ξένες δυνάμεις είναι φαινόμενο που εμπεδώνεται και προσδιορίζει τον ελλαδικό πολιτικό βίο σε ολόκληρη την ιστορική του διαδρομή. Ακόμα κι όταν εμφανίζονται, πολύ αργότερα, ιδεολογικές διαφοροποιήσεις των κομμάτων, διαιωνίζουν κι αυτές την ξενική εξάρτηση, αφού και οι ιδεολογίες από τη Δύση εισάγονται και η πολιτική που υπαγορεύουν κατευθύνεται από συγκεκριμένα ξένα κέντρα ή πρότυπα.

Έτσι το ελλαδικό κρατίδιο, από τη ίδια τη σύσταση και καταγωγή του, έχει τυπική μόνο αυτονομία και ανεξαρτησία, ενώ στην πραγματικότητα είναι ολοκληρωτικά υποταγμένο στους σχεδιασμούς και στα συμφέροντα των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Είναι κρατίδιο που ονομάζεται και θέλει να είναι ελληνικό, αλλά που έχει a priori παραιτηθεί από κάθε στοιχείο ελληνικότητας στη θεσμική του οργάνωση και στην πολιτική του λειτουργία. Με άλλα λόγια, η ίδια η συγκρότηση του κρατιδίου δεν προϋπέθετε και δεν απέβλεπε στις ανάγκες του συγκεκριμένου λαού, στην κοινωνική, χαρακτηρολογική και πολιτιστική του ιδιοπροσωπία, αλλά καθιέρωνε και επέβαλλε θεσμούς και σχήματα κρατικής λειτουργίας, που είχαν προκύψει από διαφορετικές κοινωνικές ανάγκες και προϋποθέσεις άλλων λαών. Με αποτέλεσμα, ακόμα ως σήμερα – τέλη του 20ού αιώνα – οι ουσιώδεις λειτουργίες κοινωνικής συναίνεσης, δηλαδή η ίδια η λειτουργικότητα του κράτους, να μην υπακούει στους ξενόφερτους θεσμούς, αλλά να τους παρακάμπτει επινοώντας εξωθεσμικές διεξόδους8.

Σημειώσεις

1. Ο Στέφανος Παπαγεωργίου (Το ελληνικόν κράτος 1821-1909, Οδηγός αρχειακών πηγών της νεοελληνικής ιστορίας, Αθήνα (Εκδόσεις Παπαζήση) 1988, σελ. 65-68) καταγράφει 41 απομνημονευτικά εργάτης επαναστατικής περιόδου. Είναι το πρωτογενές πληροφοριακό υλικό, οπωσδήποτε εγκυρότερο από τις μεταγενέστερες ιδεολογικές κωδικοποιήσεις στη δευτερεύουσα βιβλιογραφία. Αποκαλυπτικές παραμένουν και οι διακηρύξεις των Εθνοσυνελεύσεων της Επιδαύρου (1826) και της Τροιζήνας (1827). Η πρώτη διακήρυξε ότι «ο λαός της Ελλάδος έλαβε τα όπλα και δεν ζητεί δια των όπλων παρά την δόξαν και την λαμπρότητα της του Χριστού Εκκλησίας, η οποία μετά του ιερού αυτής Κλήρου κατεδιώκετο και κατεφρονείτο υπό των τούρκων». Και η δεύτερη πρόσθετε «Ως χριστιανοί ούτε ήτο, ούτε είναι δυνατόν να πειθαρχήσωμεν δεσποζόμενοι από τους θρησκομανείς Μωαμεθανούς, οι οποίοι κατέσχιζον και κατεπάτουν τας αγίας εικόνας, κατεδάφιζαν τους ιερούς ναούς, κατεφρόνουν το Ιερατείον, υβρίζοντες το θείον όνομα του Ιησού, του Τιμίου Σταυρού, και μας εβίαζον ή να γίνωμεν θύματα της μαχαίρας των, αποθνήσκοντες χριστιανοί, ή να ζήσωμεν τούρκοι αρνηταί του Χριστού και οπαδοί του Μωάμεθ. Πολεμούμεν προς τους εχθρούς του Κυρίου μας». Βλ. Α. ΜΑΜΟΥΚΑ, Τα κατά την αναγέννηοιν της Ελλάδος, Πειραιεύς 1839-1852, τόμος Ε’, σελ. 14, και τόμος 0′, σελ. 59-60.

 

2.Das griechische Volk in ipffentlicher Kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe, Heidelberg 1835, I, σελ. 468.

3. Στεφ. Παπαγεωργίου, ο.π., σελ.38-39

4.Βλ. Τάσου Λιγνάδη, Η ξενική εξάρτη-αις κατά την διαδρομήν του νεοελληνικού κράτους (1821-1945), Αθήναι 1975, σελ. 159. – Του ιδίου, Το πρώτον δάνειον της Ανεξαρτησίας, Αθήναι 1970.

5. Τ. Λιγνάδη, Η ξενική εξάρτηοις, σελ. 159.

6.  «Η σύναψις των δύο δανείων κατά την διάρκειαν του Αγώνος δια την Α-νεξαρτησίαν, οδήγησε το ελλαδικόν κρατίδιον εις την υποτέλειαν, την δι-ήκουσαν καθ’ όλην την νεωτέραν και νεωτάτην ιστορικήν διαδρομήν αυτού. Συνετέλεσεν εις την συγκεκριμενοποίησα της ελληνικής διχονοίας και των στόχων του εμφυλίου πολέμου, υπε-βοήθησε τας πολιτικός επιδιώξεις και βλέψεις του ξένου παράγοντος, υπήρξεν η μήτρα της κυήσεως των ξενοκινήτων κομματικών πυρήνων και κυρίως εδημιούργησε την αφετηρίαν του περίφημου Χρέους της Ελλάδος, το οποίον εχρησιμοποίουν οι ξένοι, οσάκις ήθελον να εξαναγκασθή το Έθνος να κύπτη τον αυχένα εις τα επιθυμίας των»: Τ. Λιγνάδη, Η ξενική ε-ξάρτηοις, σελ. 98-99.

7. «Οι πολιτικοί μας και οι ξένοι τρώγονταν και καθένας κύταζε να περισχί-σει η δική του φατρία. Άλλως το ήθελε Αγγλικόν, άλλος Ρούσικον, άλλος Γαλλικόν… Να είχετε πολιτικόν τον Μαυροκορδάτο, να είχετε τον Κωλέ-τη, να είχετε τον Ζαίμη, τον Μεταξά κι άλλους τοιούτους, να θέλουν άλλος την Αγγλία, άλλος την Γαλλία, άλλος την Ρουσσία, άλλος της Αούστρια κι άλλος την Μπαυαρία και να κάνουν χιλιάδες αντενέργειες και συχνούς εμφύλιους πολέμους… Κι όποιος δεν είναι εις την σημαία του Μαυροκορδάτου φατριαστής κι Αγγλιστής, Κω-λέτη και Γαλλιστής, Μεταξά και Ρουσ-σιστής, και είναι Έλληνας δια την πατρίδα του και θρησκεία του, τον αφα-νίζουνε»: Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Κεφ. Γ’ και Δ’.

8. Βλ. Δημήτρη Χαραλάμπη, Πελατειακές σχέσεις και λαϊκισμός: Η εξω-θεσμική συναίνεση στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, Αθήνα (Εξάντας) 1989.

προδρομικος

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2021

Επιβατήριος Λόγος Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου

 

Ο επιβατήριος λόγος του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου που εκφώνησε την ημέρα της ενθρονίσεώς του, στις 9 Μαΐου 1998.

«Πού είσαι, ρε Χριστόδουλε», μια φράση που ακούγεται μέχρι και σήμερα αν και έχουν περάσει 13 χρόνια από την κοίμησή του

 

Πού είσαι, ρε Χριστόδουλε», είναι μια φράση που ακούγεται μέχρι και σήμερα, αν και έχουν περάσει 13 χρόνια από την κοίμησή του (28 Ιανουαρίου του 2008) και την ανάδειξη στο θρόνο της Αρχιεπισκοπής του κ. Ιερωνύμου.

Ειδικά τώρα με την πανδημία πολλοί είναι εκείνοι οι οποίοι δημόσια και μη εκτιμούν οτι ο μακαριστός δεν θα επέτρεπε το κλείσιμο  των ναών και δεν άφηνε περιθώρια σε επιστήμονες και μη να αμφισβητούν την Θεία Κοινωνία.

Κάτι ανάλογο έλεγαν για τη συμφωνία των Πρεσπών και τις συγκεντρώσεις  όπου η Εκκλησία είχε κρατήσει μια πιο διακριτική σχέση, ενθυμούμενοι τη μεγάλη κόντρα με την κυβέρνηση Σημίτη για τις ταυτότητες.

Είτε το θέλει κάποιος είτε όχι μοιραία γίνεται η σύγκριση μεταξύ Χριστόδουλου και Ιερώνυμου.

Ο μεν Χριστόδουλος ήταν πληθωρικός και ακούραστος για μια δεκαετία (1998-2008) κυριάρχησε στη ζωή του τόπου, συγκρούστηκε, αγωνίστηκε γι’ αυτά που πίστευε και υπηρετούσε με στόχο να λειτουργήσει ως «ο μέγας καμπανάρης» προκειμένου να αφυπνίσει χαλαρές συνειδήσεις για τη σωτηρία του έθνους των Ελλήνων.

Διέβλεψε τα δεινά που έρχονταν, κατακεραύνωσε τους πολιτικούς για τον τρόπο που χρησιμοποιούσαν τον λαό, τα έβαλε με τους ανθρώπους του πνεύματος και με όλους εκείνους οι οποίοι είχαν ξεμείνει από αξίες και όνειρα.

Στον αντίποδα ο Ιερώνυμος είναι πιο χαμηλών τόνων ,δεν απογειώνεται μπροστά τα μικρόφωνα και γενικώς έχει επιλέξει  να ακολουθήσει μια ήρεμη πορεία λειαίνοντας  πολλές φορές τις γωνίες. Ο λόγος αλλά και ο τρόπος που επικοινωνεί με τους πιστούς δεν έχει καμία σχέση με αυτόν του Χριστόδουλου.

Αυτό που όλοι αναγνωρίζουν στον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο  οτι είχε τον τρόπο του να προσεγγίζει τα παιδιά ξεπερνώντας τα στερεότυπα.

Τα λάτρεψε  και τα έφερε πιο κοντά στην Εκκλησία, χωρίς να επιδιώξει να τα αλλάξει.

Είναι χαρακτηριστική η δήλωση ενός μαθητή ο οποίος όταν ρωτήθηκε για τον Χριστόδουλο είχε πει: «Αυτόν τον παππούλη τον πάω». «Σας πάω κι εγώ», είχε απαντήσει για να γίνει η φράση αυτή το «μότο» που ένωσε Εκκλησία και νέους.

Χριστόδουλος: Ο Έλληνας, ο ηγέτης | RISE TV

 

Ένας φόρος τιμής στον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο.

Ο Άγιος Βασίλειος με τα μάτια του π. Αθανάσιου Γιέφτιτς (1987)

 

Ο αρχιμανδρίτης, τότε, Αθανάσιος Γιέφτιτς, πατρολόγος στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου, μιλά για τον «ανεξάντλητο χώρο» του Μεγάλου Βασιλείου: Του πρώτου Πατέρα της εκκλησιαστικής βιοτής ο οποίος ονόμασε την ουσία του Θεού Κοινωνία.

«Του πιο μορφωμένου, ίσως, ανθρώπου της εποχής του» −συγγραφέα κατόπιν της διδαχής για την εξ ελληνικών λόγων ωφέλεια.

Με λόγο περιεκτικό και εκφραστικό, ο π. Αθανάσιος, αναφέρεται στην προσφορά του αγίου στην παιδεία της Εκκλησίας, στη λειτουργική της ζωή, στην ποιμαντική της, στον μοναχισμό, στην κοινωνική συνδρομή, στον θεολογικό στοχασμό −στην ιστορική εν κατακλείδι δημιουργικότητα.

Η συζήτηση, με τον Δημήτρη Μαυρόπουλο, μεταδόθηκε το 1987 από την ΕΡΤ, μέσα στα πλαίσια της εκπομπής «Σήμερα είναι Κυριακή».

Αντίφωνο   ( Antifono.gr)


Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2021

Μεταλαμβάνοντας σε καιρούς πανδημίας ή τα Χριστολογικά βάθη του εαυτού και η Θεία Κοινωνία.

 

Η παγκόσμια επιδημία με τους θανάτους και την συνοδό φοβική της αύρα επέβαλε όχι μόνον ψυχολογική αλλά και πνευματική διερώτηση σε κάποιο τμήμα του πληθυσμού, όπως είναι φυσικό. Πολύς λόγος έγινε και για την Ευχαριστία, για την δυνατότητα μετάδοσης της ασθένειας μέσω αυτής, μέσω δηλαδή του τρόπου της προσφοράς της με κοινής χρήσης λαβίδα. Το ζήτημα εξελίχθηκε σε θεολογική διαμάχη και μάλιστα διεθνή. Στην πραγματικότητα βέβαια το τεθέν ερώτημα είναι θεολογικό κυρίως: πώς μπορεί θεολογικά να στηριχθεί η πεποίθηση πως η Ευχαριστία δεν μεταδίδει ασθένειες με τον τρόπο που ενεργείται στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Το ερώτημα φαίνεται ασφαλώς να επιδέχεται καταρχήν μιαν εμπειρική απάντηση: τεράστιο πλήθος ιερέων, του γράφοντος τις γραμμές αυτές συμπεριλαμβανομένου, έχει πάμπολλες φορές κοινωνήσει εξακολουθητικά ανθρώπους με βαρύτατες και κάποτε αθεράπευτες ασθένειες και φυσικά, όπως επιβάλλεται από τους λειτουργικούς κανόνες, κατέλυσε το υπόλοιπο, χωρίς ποτέ να πάθει τίποτα. Αλλά χρειάζεται και συζήτηση θεολογική. Αφορμή γι’ αυτήν μεταξύ άλλων δίνει πρόσφατο δημοσίευμα του Σταύρου Ζουμπουλάκη στο Lifo, όπου υποστηρίζεται πως οι ουσιώδεις ιδιότητες του καθαγιασμένου άρτου δεν μεταβάλλονται και αυτός υπόκειται σε παντοειδείς φθορές και μολύνσεις και συνεπώς μεταδίδει ιούς και ασθένειες· μόνη ελπίδα, ο τρόπος μετάδοσης να αλλάξει. Εάν ο ισχυρισμός αυτός ήταν σωστός, τότε κανείς από τους ιερείς δεν θα ξεπερνούσε τα 35 ή 40 χρόνια ζωής, το δε εκκλησίασμα, κοινωνώντας μάλιστα μαζικά κατά τις μεγάλες εορτές, θα έπασχε συνεχώς και βαρέως. Παρά ταύτα, εδώ υπάρχει ένα βαθύτερο θεολογικό ζήτημα.

Στον Ζουμπουλάκη απάντησε βίαια ο Δημήτρης Δημητριάδης, διαβλέποντας μιαν ομολογία βαθύτερης αποτυχίας στα γραφόμενά του και προχωρώντας σε μια θανατική καταδίκη του Χριστιανισμού καθ’ ολοκληρίαν, με το επιχείρημα πως, αφού δεν μπορεί να εξασφαλίσει ο Χριστός στοιχειωδώς την δυνατότητα ενός καθαγιασμένου άρτου να μην μολύνει, πώς είναι δυνατόν να αφθαρτοποιήσει την ανθρώπινη φύση στα έσχατα. Ο Δημητριάδης είναι σημαντικός συγγραφέας· καταλογίζει ωστόσο, από άγνοια, βαρύτατες κατηγορίες κατά της ίδιας της Χριστιανικής θεολογίας και μάλιστα ειδικά της ανθρωπολογίας. Εάν υπήρχε δυνατότητα συζήτησης, θα του πρότεινα το τελευταίο μου βιβλίο, πάνω στην Χριστιανική έννοια του εαυτού, για αρχή: Analogical Identities: the Creation of Christian Self. Beyond Spirituality and Mysticism in the Patristic Era, Brepols 2019. Ωστόσο, εν προκειμένω, στον πυρήνα της ένστασής του έχει κάποιο δίκαιο: εάν ο ισχυρισμός του Ζουμπουλάκη είναι ορθός, τότε υπάρχει πρόβλημα στην ίδια την πραγματικότητα της Ενσάρκωσης και ειδικά της Ανάστασης του Χριστού. Αλλά, ας ξεκινήσουμε από την, προσφιλή στον Δημητριάδη, ανθρωπολογία.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2021

Άγιον Όρος : Δοξολογία Κοσμά Μαδυτινού Ήχος πλ α κάτω Κε

 


Ψάλλει ο Γέροντας Δαμασκηνός Νεοσκητιώτης. Συμψάλλουν οι Νεοσκητιώτες πατέρες Αβράμιος και Θεοδόσιος. Δοξολογία Κοσμά του Μαδυτινού σε ήχος πλ. α' με βάση τον κάτω Κε. Πρόκειται για ηχογράφηση που έλαβε χώρα στο κελί των Αβραμαίων στη Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους στις 2 Φεβρουαρίου 2007, εκτός Ακολουθίας
ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΟΝ ΘΕΌ

 

Τι ευτυχία να μπορώ να μιλώ, Λόγε του Θεού! Να διατυπώνω τις σκέψεις μου, να εκφράζω τα αισθήματά μου. Να έρχομαι σε επαφή με τους αδελφούς μου τους ανθρώπους και με Σένα.

  Πως θα ήμουν, αν δεν μπορούσα να μιλήσω και να γράψω...Ολόθερμο το ευχαριστώ αναβλύζει απ’ την ψυχή μου.

 Αισθάνομαι όμως ένοχος απέναντι Σου, Κύριε.

 Δεν χρησιμοποιώ το δώρο του λόγου, που χάρισες μ’ έναν τρόπο άγιο και υπεύθυνο.

Πόσες αερολογίες αραδιάζω κάθε μέρα, πόσες άσκοπες φλυαρίες. Πόσες φορές έκαμα τη γλώσσα μου όπλο αδικίας και ψεύδους.

 Μη με κατακρίνεις, σε παρακαλώ, για την αμαρτωλή κι ανόητη χρήση ενός πανάκριβου δώρου. Αλλά βοήθησέ με.

 Εξαγίασε και διόρθωσε τη λειτουργία του λόγου στη ζωή μου. Ώστε να βγαίνουν από τα χείλη  ου μόνο “όσα εστίν αληθή, όσα σεμνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα προσφιλή, όσα εύφημα....”

 Μην επιτρέψεις να πληγώσω με τα λόγια μου τους συνανθρώπους  μου. Η ομιλία μου κι η καθημερινή αναστροφή μου να μην εμφανίζει αιχμές.

Μην αφήσεις να βουτήξω την γλώσσα μου ή την πέννα μου στο βούρκο. Θέλω ό, τι λέω ν’ αντέχει στο φως, να έχει μαι κρυστάλλινη διαύγεια, να μη φοβάται τη δημοσιότητα.

Τα λόγια μου να γίνονται φορείς χαράς και δημιουργοί χαράς. Νάναι, Θεέ  μου, νόστιμα, ευχάριστα. Νάναι λόγια που θα παρηγορούν εκείνους που πονούν, θα τονώσουν εκείνους που κλονίζονται, θα εμψυχώνουν όσους είναι αναποφάσιστοι και διστακτικοί.

Να μπορούν να φέρνουν ένα ευχάριστο, ολοκάθαρο γέλιο στο στόμα των αδελφών μου, μια ανακούφιση, μια τονωτική  χαλάρωση μέσα στην ένταση της δουλειάς.

Θεέ μου, χάρισέ μου το δώρο της διάκρισης, για να ξέρω πότε να μιλώ, που και πόσο.

Τι να λέω και  με τι τρόπο να το λέω.

Ευδόκησε να χρησιμοποιήσεις και την φτωχή μου γλώσσα για το καλό και τι δίκαιο.

Κάνε την εργαλείο του αγίου.

          ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρχιεπισκόπου πρώην Αμερικής

Μια μικρή και διδακτική διήγηση

 


Ήταν κάποτε μία γριούλα που αφού γέρασε αρκετά αποφάσισε πως καλύτερα θα ήταν για την ίδια, να μπει σε κέντρο φροντίδας ηλικιωμένων. Έτσι ετοίμασε μία μικρή βαλίτσα και με ένα ταξί πήγε. Η νοσοκόμα, που γνώριζε για την άφιξή της, την πλησίασε και της είπε:

-Ελάτε παρακαλώ να σας δείξω το δωμάτιό σας πριν το ετοιμάσουμε.

 -Μα δεν χρειάζεται να το δω. Ετοιμάστε το, απάντησε η γριούλα.

 -Μα έχετε επιλογή σε 3 είδη, αν θέλετε να τα δείτε και να διαλέξετε ποιό από όλα σας αρέσει πιο πολύ.

-Δεν χρειάζεται καλή μου, επανέλαβε η γριούλα. Δεν χρειάζεται να το δω, μου αρέσει ήδη.

-Μα πως; Ξαναρώτησε η νοσοκόμα. Αφού δεν το είδατε.

-Δεν χρειάζεται να το δω. Έχω ήδη αποφασίσει ότι μου αρέσει, απάντησε με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο γλυκό αλλά γερασμένο προσωπάκι της.

Τότε η νοσοκόμα της έδειξε το ένα από τα τρία δωμάτια και την συνόδεψε μέχρι εκεί. Η γριούλα την ευχαρίστησε και η νοσοκόμα την ρωτάει ξανά με κάποιο δισταγμό.

-Είστε σίγουρα εντάξει; Τώρα που το είδατε συνεχίζετε να πιστεύετε ότι αυτό σας αρέσει; Χωρίς να δείτε και τις άλλες δύο επιλογές;

-Μα φυσικά. Πολλά πράγματα στη ζωή κορίτσι μου, της απάντησε η γριούλα, δεν θέλουν πολύ σκέψη. Είναι θέμα απόφασις ότι θα το αγαπώ, χωρίς να μπω στην διαδικασία να διαλέξω ανάμεσα σε άλλα. Σάμπως μία γυναίκα άμα γεννήσει το παιδί της , όσο άσχημο Και αν είναι, δεν θα το αγαπάει;. Άσε που δεν θα το δει ποτέ άσχημο. Είναι θέμα απόφασης και αγάπης.

Ας μην γελιόμαστε, τίποτα δεν είναι εύκολο και όλα είναι στο χέρι μας. Μα κυρίως,  όλα είναι θέμα νου, τρόπου σκέψης. Ο νους που αποφασίζει-και πρέπει να αποφασίζει- να ευτυχήσει, αντί να επιλέξει τον εύκολο δρόμο του παραπόνου, της μιζέριας και της εγκατάλειψης.

Μην εγκαταλείπετε την ελπίδα, την προσπάθεια, την αισιοδοξία και την απλότητα. Διότι τελικά, αυτή η παραγκωνισμένη απλότητα, στην σκέψη και στις επιλογές, είναι η μεγάλη δίδυμη αδελφή της ευτυχίας.

          (Από το έντυπο “Φίλοι των φυλακισμένων “ΟΝΗΣΙΜΟΣ”)

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2021

Η Δεξιά, η Αριστερά και η κατάρρευση της οικογένειας*

 

Του Κρίστοφερ Λας από τον νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 19

Η προοδευτική ρητορική έχει την ιδιότητα να συγκαλύπτει την κοινωνική κρίση και την ηθική κατάρρευση, παρουσιάζοντάς τες σαν να είναι τα υλικά μιας «διαλεκτικής» που κυοφορεί μέσα από τις ωδίνες της έναν νέο κόσμο. Η Αριστερά απορρίπτει κάθε συζήτηση σχετικά με την κρίση της οικογενειακής ζωής και προτιμά να μιλάει για την ανάδυση «εναλλακτικών τρόπων ζωής» και για  την αυξανόμενη διαφοροποίηση των οικογενειακών προτύπων.

Η Μπέτυ Φρίνταν (Betty Friedan) εκφράζει αυτή τη διαφωτιστική συναίνεση, όταν υποστηρίζει ότι οι Αμερικάνοι θα πρέπει να απορρίψουν την «απαρχαιωμένη εικόνα της οικογένειας», να κατανοήσουν «την πολλαπλότητα των οικογενειακών μορφών μέσα στις οποίες ζουν πλέον οι άνθρωποι» και να συνειδητοποιήσουν, εν τέλει, ότι σήμερα η οικογένεια αποτελείται από «δύο ή περισσότερα άτομα που μοιράζονται τις ίδιες αξίες και στόχους, και διατηρούν κάποιες δεσμεύσεις μεταξύ τους για κάποια χρονική διάρκεια», όπως λέει και η Αμερικανική Ένωση Οικιακής Οικονομίας. Αυτός ο αναιμικός, ευφημιστικός ορισμός της οικογένειας μας θυμίζει την εύστοχη παρατήρηση του Τζωρτζ Όργουελ ότι κάποιο πρόβλημα υποκρύπτεται όταν τα πράγματα δεν ονοματίζονται με το πραγματικό τους όνομα και εγκαταλείπεται ο απλός, ευθύς λόγος.

Το ζήτημα εδώ είναι ότι οι περισσότερες από αυτές τις εναλλακτικές μορφές συνύπαρξης, όπως λέγονται, οφείλονται στην κατάρρευση των γάμων και όχι στην μετεξέλιξή τους – κάτι που επιβεβαιώνεται ακόμα και από τα ίδια τα στατιστικά στοιχεία, που έρχονται να υποστηρίξουν την ποικιλία των τρόπων ζωής που πλέον μπορούν να επιλέξουν οι άνθρωποι. Οι «μεικτές» ή «ανασυγκροτημένες» οικογένειες είναι προϊόν των διαζυγίων, όπως ακριβώς και οι μονογονεϊκές οικογένειες. Όσο για τις υπόλοιπες «εναλλακτικές» μορφές οικογένειας, που τόσο πολύ εκθειάζουν οι φιλελεύθεροι –τα «μονοπρόσωπα νοικοκυριά», οι γάμοι των ομοφυλοφίλων κ.ο.κ.–, δεν βγάζει κανένα νόημα το να τις θεωρήσουμε οικογένειες, ακόμα και αν είχαν κάποια στατιστική βαρύτητα, που δεν έχουν. Η προσπάθεια να επαναπροσδιοριστεί η οικογένεια ως μια αμιγώς εθελούσια διευθέτηση (μία από τις πολλές «εναλλακτικές» μορφές συμβίωσης) τροφοδοτείται από τη σύγχρονη αυταπάτη ότι οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να αφήνουν διαρκώς ανοιχτές όλες τις επιλογές τους, αποφεύγοντας κάθε περιορισμό ή υποχρέωση, στο μέτρο που οι ίδιοι δεν έχουν απαιτήσεις και «δεν επιβάλλουν τις δικές τους αξίες» σε άλλους. Ο επαναπροσδιορισμός της οικογένειας από την Αριστερά ενθαρρύνει την ψευδαίσθηση ότι είναι πιθανό να αποφύγει κανείς την «παγίδα» της ακούσιας συσχέτισης και την ίδια στιγμή να απολαμβάνει τα πλεονεκτήματά της.             

Το ζήτημα της οικογένειας, το οποίο στις μέρες μας διχάζει την κοινωνία μας τόσο βαθιά, σε βαθμό που οι αντιτιθέμενες πλευρές να μην μπορούν καν να συμφωνήσουν σ’ έναν κοινό ορισμό της, καταδεικνύει και επιβεβαιώνει την πεποίθηση ότι η Αριστερά έχει χάσει την επαφή της με την κοινή γνώμη, επιτρέποντας έτσι στη Δεξιά να αυτοπαρουσιάζεται ως η παράταξη της κοινής λογικής. Η παραδοχή που βρίσκεται πίσω από τον παλιό ορισμό της οικογένειας είναι ότι οι δεσμοί συγγένειας, ακόμα και εκείνοι του γάμου και της υιοθεσίας, είναι δυνατόν να είναι πιο δεσμευτικοί από τους δεσμούς φιλίας και εγγύτητας. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να τους αξιολογούν θετικότερα. Για τους περισσότερους Αμερικανούς, ακόμα και για όσους είναι δυσαρεστημένοι με τον δικό τους γάμο, η οικογενειακή ζωή συνεχίζει να αντιπροσωπεύει μια σταθεροποιητική επιρροή και μια πηγή προσωπικής πειθαρχίας, μέσα σε έναν κόσμο όπου η προσωπική αποδόμηση αποτελεί πάντοτε έναν πιθανὀ κίνδυνο.  […]Αλλά εάν το ζήτημα της οικογένειας αναδεικνύει τις χαρακτηριστικές αδυναμίες του αμερικανικού φιλελευθερισμού, τις οποίες έχει αποτελεσματικά εκμεταλλευτεί η Δεξιά, αποκαλύπτει επίσης και το γιατί η δεξιόστροφη υπεράσπιση των παραδοσιακών αξιών αποβαίνει εν τέλει εξίσου αναποτελεσματική. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το βιβλίο της Ρίτα Κράμερ, In Defense of the Family (Υπερασπίζοντας την Οικογένεια). Παρ’ όλο που περιέχει αρκετά ικανοποιητικές αντιλήψεις σχετικά με την ανατροφή των παιδιών, η εξήγηση που δίνει στην κρίση της οικογένειας είναι εντελώς ανεπαρκής. Η Κράμερ λέει ότι  αυτή οφείλεται στην παρεμβατικότητα των ειδικών, στους φιλελεύθερους διανοούμενους που προβάλλουν τη δική τους επιτρεπτική ηθική ως επιστημονική αλήθεια, στα ΜΜΕ, και το γραφειοκρατικό κράτος πρόνοιας. Αντίθετα, αθωώνει τον βιομηχανικό καπιταλισμό, «ο οποίος λανθασμένα κατηγορείται για το ζήτημα», και γίνεται εντελώς εκθειαστική κάθε φορά που αγγίζει το ζήτημα της βιομηχανικής τεχνολογίας. Μιλάει με μεγάλη απαξίωση για εκείνους που «θέλουν να πετάξουμε όλες τις μηχανές και να επιστρέψουμε στους προβιομηχανικούς τρόπους ζωής». Επιμένει ότι μπορούμε να αντισταθούμε στα «συνθλιπτικά και παντοδύναμα ΜΜΕ» συνεχίζοντας να απολαμβάνουμε τις «αδιαμφισβήτητες ευλογίες της τεχνολογίας». Η θέση της μάλλον είναι ότι η πυρηνική οικογένεια αποτελεί, μακράν την ανώτερη μορφή ανατροφής των παιδιών, και η επιβίωσή της θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη – υπό τον όρο να πάψει ο παρεμβατισμός των ειδικών. 

Κρίστοφερ Λας

Έτσι, οι συντηρητικοί ταυτίζονται άθελά τους με τις κοινωνικές δυνάμεις που συμβάλλουν στην καταστροφή των παραδοσιακών αξιών.

Αυτό το επιχείρημα δεν λαμβάνει διόλου υπόψη του τα αδιαμφισβήτητα στοιχεία που δείχνουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ζουν πλέον μέσα σε πυρηνικές οικογένειες. Δεν εξετάζει, επίσης, καθόλου το ενδεχόμενο οι γυναίκες να έχουν εισέλθει στην αγορά εργασίας, όχι γιατί έχουν παρασυρθεί από τη φεμινιστική ιδεολογία, έχοντας πειστεί ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος «αυτοπραγμάτωσης», αλλά γιατί δεν έχουν πραγματικά άλλη επιλογή. Όντως, κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, παρατηρήθηκε η κατάρρευση του μοντέλου «μία οικογένεια, ένας μισθός», στο οποίο είχε επενδύσει η αμερικανική επιχείρηση ως το καλύτερο μέσο ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης και εξουδετέρωσης της μαχητικότητάς της. Αυτή η εξέλιξη είναι μία ακόμα από εκείνες που ενθαρρύνουν την έλευση της «κοινωνίας των δύο τρίτων». Σήμερα, δεν ισχύει πλέον ο άγραφος νόμος ότι η βιομηχανία διατηρεί τους μισθούς σε ένα επίπεδο που να επιτρέπει σε έναν και μόνο μισθό να συντηρεί μία οικογένεια. Ήδη το 1976, μόνο το 40% των μισθών μπορούσαν να συντηρήσουν μια οικογένεια. Αυτή η τάση αντικατοπτρίζει, ανάμεσα σε άλλα, τη ριζική αποειδίκευση της εργατικής δύναμης, την υποκατάσταση της ειδικευμένης εργασίας από τις μηχανές, και τη μεγάλη αύξηση της κακοπληρωμένης, ανειδίκευτης εργασίας – μεγάλο μέρος της οποίας, βέβαια, αναλαμβάνεται από τις γυναίκες. Να, μία απ’ τις «ευλογίες» της τεχνολογίας, την οποία εκθειάζει η Ρίτα Κράμερ.

Εν τω μεταξύ, η καταναλωτική ηθική έχει εξαπλωθεί στους άνδρες, όπως αποκαλύπτει η Μπάρμπαρα Ερενράιχ στη μελέτη της με τίτλο TheHeartsofMen(Οι καρδιές των ανδρών). Για τριάντα χρόνια, περιοδικά όπως το Playboy παρακινούν τους άνδρες να θεωρούν τους εαυτούς τους όχι ως στυλοβάτες της οικογένειας, αλλά ως συβαρίτες, εραστές, βιρτουόζους του σεξ και του στυλ – με λίγα λόγια, ως πλευμπόι. Η ιδέα ότι οι άνδρες έχουν υποχρέωση να στηρίξουν τη γυναίκα και την οικογένειά τους μπήκε στο στόχαστρο όχι από φεμινιστές διανοούμενους ή γραφειοκράτες της κυβέρνησης αλλά από τον Χιου Χέφνερ[1] και άλλους υποστηρικτές του καταναλωτισμού.    

Είναι η λογική του καταναλωτισμού που υπονομεύει τις αξίες της αφοσίωσης και της διάρκειας και προωθεί ένα σύνολο από άλλες αξίες, καταστροφικές όχι μόνο για την οικογενειακή ζωή. Η Κράμερ υποστηρίζει ότι οι αρετές της παλιάς αστικής τάξης θα πρέπει να επανεκτιμηθούν σοβαρά, προτού τις απεμπολήσουμε στο όνομα της αυτοπραγμάτωσης ή του αλτρουϊσμού. Αλλά αυτές οι αξίες εγκαταλείπονται σήμερα, ακριβώς γιατί δεν υπηρετούν πια τις ανάγκες ενός συστήματος παραγωγής που στηρίζεται στην εξελιγμένη τεχνολογία, την ανειδίκευτη εργασία και τη μαζική κατανάλωση. […]

***

Οι αναγνώστες θα θεωρήσουν τις θέσεις μου δυσνόητες μόνο αν επιμένουν να πιστεύουν ότι κάθε θέση που δεν εντάσσεται ανοιχτά στο κλασικό σχήμα Αριστερά-Δεξιά παραπέμπει αυτόματα στη Δεξιά. Η εμπειρία της πόλωσης, με την άνοδο του Ρήγκαν στην εξουσία, ενίσχυσε την απαίτηση για ιδεολογική ομοιογένεια στο εσωτερικό της Αριστεράς, κι έτσι ενθάρρυνε αυτόν τον τρόπο σκέψης ο οποίος απευθύνεται κυρίως σε ανασφαλή άτομα που επιθυμούν πάντοτε να παίρνουν θέση στην ατελεύτητη διαμάχη μεταξύ των δυνάμεων της προόδου και εκείνων της «αντίδρασης». «Με ποια πλευρά συντάσσεστε λοιπόν;» Όσο τα στρατόπεδα ήταν ξεκάθαρα, αυτό το ερώτημα είχε κάποιο νόημα – και συνεχίζει να έχει για όσους τρέφουν μια ανιδιοτελή αγάπη για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, που τους κάνει να δυσπιστούν απέναντι στο χρήμα και την εξουσία, στεκόμενοι πάντα στο πλευρό των ταπεινών και καταφρονεμένων.

Ωστόσο, η Αριστερά έχασε κάθε ενεργό ενδιαφέρον γι’ αυτούς τους καταφρονεμένους. Πλέον είναι αλλεργική σε οτιδήποτε θεωρεί χαμένη υπόθεση. Το ηθικό πλεονέκτημα που κάποτε απολάμβανε πήγαζε από την ταύτισή της με τους καταπιεσμένους· όμως, η γοητεία που ασκεί στους διανοούμενους την έκανε δυστυχώς να επιλέξει μάλλον τη συστράτευσή της με τη «σωστή πλευρά της Ιστορίας» και της προόδου. Και το στοιχείο που ενίσχυσε την πίεση για επιλογή στρατοπέδου ήταν η βεβαιότητα ότι εκείνος που επέλεγε τον σοσιαλισμό διάλεγε τους νικητές, καθώς υπήρχε η βεβαιότητα ότι, εν τέλει, η «συνεργατική κοινοπολιτεία» μακροπρόθεσμα θα επικρατήσει. Εν τούτοις, η μόνη υπερασπίσιμη ηθικά επιλογή είναι να επιλέξει κανείς τον οίκτο, τη συμπόνοια και τη συγχώρεση, ενάντια στους άρχοντες και τις εξουσίες αυτού του κόσμου, να επιλέξει την αλήθεια έναντι της ιδεολογίας. Και για να κάνει κανείς αυτή την επιλογή σήμερα, θα πρέπει να απορρίψει εξ ίσου την Αριστερά και τη Δεξιά.  […]

Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι προτιμούν ακόμα τη σταθερότητα των μακροχρόνιων συζυγικών και δια-γενεακών δεσμεύσεων. Ωστόσο αυτές δεν υποστηρίζονται πλέον αρκετά στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας και της επικρατούσας ιδεολογίας των ατομικών δικαιωμάτων – οι φιλελεύθερες κοινωνίες τείνουν να υπονομεύσουν την οικογενειακή ζωή, ακόμα κι όταν οι περισσότερες από αυτές διακηρύσσουν μια συναισθηματική προσκόλληση στις «οικογενειακές αξίες». Αυτή η τάση ήταν ήδη παρούσα από τις απαρχές της φιλελεύθερης καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων, κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα.

Ο οικογενειακός μισθός λειτούργησε, αρχικά, ως ένα ωχρό υποκατάστατο της αυτοσυντηρούμενης οικιακής οικονομίας, που καταστράφηκε από την εκβιομηχάνιση. Διότι, όχι μόνον οι μισθοί δεν έφταναν για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της οικογένειας, αλλά το σύστημα του οικογενειακού μισθού, ειδικά όταν πετύχαινε τον σκοπό του, είχε ως συνέπεια να εξαρτά οικονομικά τις γυναίκες από τους άνδρες – κάτι που δημιουργούσε περαιτέρω προβλήματα.

Δεύτερον, η ιδεολογία των ατομικών δικαιωμάτων ερχόταν σε σύγκρουση με τις «οικογενειακές αξίες» (κάτι που η Δεξιά ποτέ δεν επισήμανε). Προσδιορίζοντας το άτομο ως έναν ορθολογικό ωφελιμιστή, η φιλελεύθερη ιδεολογία δεν μπορούσε να αναγνωρίσει καμιά άλλη μορφή συσχέτισης πέραν εκείνης που στηριζόταν στον υπολογισμό του αμοιβαίου οφέλους – δηλαδή, σε ένα συμβόλαιο. Ο φιλελευθερισμός δεν αφήνει κανένα χώρο για εκείνες τις μορφές συσχέτισης που βασίζονται στην αυθόρμητη συνεργασία – ή, στην καλύτερη περίπτωση, καταδικάζει αυτές τις σχέσεις στην ανασφάλεια και το περιθώριο. Όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να διαπληκτίζονται για τα δικαιώματά τους και για τη δίκαιη μοιρασιά των αγαθών, η αυθόρμητη συνεργασία καταρρέει. Και αντιστρόφως, όταν η συνεργασία καταρρέει, οι άνθρωποι αρχίζουν και διαπληκτίζονται για τα δικαιώματά τους. Δεν είναι τόσο σημαντικό να ξεδιαλύνει  κανείς ποιο προηγήθηκε ιστορικά, όσο το να αναγνωρίσει την ένταση που υφίσταται, από τη μία, ανάμεσα στη συμβασιακή συσχέτιση, του γάμου και της οικογένειας ιδιαίτερα, και από την άλλη πλευρά, στην άποψη που βλέπει την υπόσχεση της δέσμευσης όχι ως συμβασιακή υποχρέωση αλλά ως δοκιμασία του ανθρώπινου χαρακτήρα. Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, η υπόσχεση της δέσμευσης ισχύει όσο αυτή λειτουργεί προς αμοιβαίο όφελος, ή –σε μια παραλλαγή λίγο καλύτερη από αυτή την προνοητική ηθική– επειδή ο καθένας κρίνει επιθυμητή την εδραίωση της αντίληψης ότι τηρεί τις υποσχέσεις του. Η δεύτερη άποψη, αντίθετα, αρνείται να θεωρήσει ότι η τήρηση των υποσχέσεων είναι ζήτημα κοινωνικής σύμβασης. Υποστηρίζει ότι «αυτός που τηρεί τις υποσχέσεις του», όπως γράφει και ο Κ. Ρ. Μινόγκ  στο βιβλίο του TheLiberalMind(Ο φιλελεύθερος νους),«έχει διαφορετικό χαρακτήρα από εκείνον που τις αθετεί» και ότι «αυτός ο χαρακτήρας μπορεί να αξιολογηθεί επαρκώς μόνο με ηθικούς όρους».      

Καθώς είμαστε παράγωγα της φιλελεύθερης κουλτούρας μας, είναι δύσκολο για εμάς να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία που απέδιδαν άλλες πολιτικές παραδόσεις στην αυθόρμητη συνεργασία και την αξία που έχει η τήρηση των υποσχέσεων. Για τους Έλληνες, η δυνατότητα να τηρεί κανείς τις υποσχέσεις του εγγράφονταν στην ίδια τη φύση του ανθρώπου ως πολιτικού ζώου. Ο φεουδαλισμός στηριζόταν, επίσης, σε μια διαφορετική, αλλά εξίσου ισχυρή αξιολόγηση των δεσμευτικών όρκων. Η σύγχρονη αντίληψη, από την άλλη πλευρά, που καθορίζει τον πολίτη και τον υπεύθυνο ενήλικα –όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε– είναι θεμελιωδώς απολίτικη, και έχει να κάνει με τη δυνατότητα ορθολογικής επιλογής, του σωστού υπολογισμού της χρησιμότητας και της προσωπικής ωφέλειας. Δίνει, έτσι, μικρή σημασία στις δεσμευτικές υποσχέσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται η οικογένεια, ιδίως αν στην ιδεολογία των ατομικών δικαιωμάτων προσθέσουμε και την καθολική υποχρέωση να είμαστε ευτυχισμένοι.

Η φιλελεύθερη ιδεολογία, όχι μόνον υποτιμά την οικογένεια, αλλά δεν μπορεί καν να την κατανοήσει. Σαν θεσμός της φαντάζει απολύτως ανορθολογικός, καθώς τα μέλη της, στην ιδεατή της μορφή, δεν σκέφτονται τα ιδιαίτερά τους συμφέροντα και τα δικαιώματα που έχουν σχεδιαστεί για να τα προστατέψουν – επιπλέον, μάλιστα, υπόσχονται να παραμείνουν μαζί και σε όλη τους τη ζωή. Τι ανοησία! Η όλη τάση της σύγχρονης κοινωνίας –του σύγχρονου φιλελευθερισμού, συγκεκριμένα– περιορίζει την οικογενειακή ζωή (νοούμενη σε οποιαδήποτε συμβατική εκδοχή της) στη σφαίρα της «νοσταλγίας».

Αξίζει, βέβαια, να σημειωθεί ότι για την αστάθεια της οικογενειακής ζωής δεν θεωρώ υπεύθυνο τον φεμινισμό. Από τη στιγμή που ο τελευταίος είναι μια έκφραση εξαιρετικά βάσιμων διαμαρτυριών, και από τη στιγμή που η οικονομική και ιδεολογική επίθεση στην οικογενειακή ζωή προηγήθηκε της ανάδυσης του φεμινιστικού κινήματος, θα ήταν κουτό να κατηγορήσει κανείς τον φεμινισμό για τη διάλυση της οικογενειακής ζωής. Αλλά είναι εξίσου κουτό το να προσποιείται κανείς ότι ο φεμινισμός είναι συμβατός με την οικογένεια. Ο φεμινισμός είναι, μεταξύ άλλων, παράγωγο του φιλελευθερισμού και μοιράζεται την πίστη του τελευταίου στα ατομικά δικαιώματα, στις συμβασιακές σχέσεις και στην προτεραιότητα της δικαιοσύνης – πράγματα που δεν μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε τη φύση και την αξία της αυθόρμητης συνεργασίας. 

Αυθόρμητες ενώσεις, όπως είναι η οικογένεια, θεσμοποιούν (υπό μορφή υποσχέσεων, όρκων και διαθηκών) τη βούληση να αποδεχτούμε τις επιπτώσεις των πράξεών μας – και, στην περίπτωση της οικογένειας, την πράξη της τεκνοποίησης. H οικογένεια εντάσσει τις μεγαλύτερες γενιές στη ζωή των νέων. Αντιστρατεύεται την –ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στο ανθρώπινο είδος και ιδιαίτερα στους άρρενες– τάση αποφυγής της ευθύνης των παιδιών. Η οικογένεια είναι η απάντηση της κουλτούρας στην ιδιαίτερη διαμόρφωση της ανθρώπινης βιολογίας, δηλαδή στην απουσία σεξουαλικής περιοδικότητας, που επιτρέπει στους ανθρώπους να τεκνοποιούν και να εγκαταλείπουν τα παιδιά, και στην παρατεταμένη εξάρτηση των νεαρών από τους γονείς. Ο συνδυασμός αυτών των δύο βιολογικών ιδιοτήτων θα μπορούσε να αποβεί θανάσιμος για τις δυνατότητες της αναπαραγωγής και της πολιτισμικής μεταβίβασης, εάν δεν υπήρχαν θεσμοί σχεδιασμένοι να συγκρατούν τους ανθρώπους κοντά στους απογόνους τους και να υποχρεώνουν και τα δύο φύλα να συμμετέχουν στη φροντίδα τους.

Παρ΄ όλο που ο θεσμός της οικογένειας εξανάγκασε τους άνδρες να γίνουν μονογαμικοί, η εφαρμογή δύο μέτρων και δύο σταθμών στη σεξουαλική τους συμπεριφορά ερχόταν να δικαιολογήσει τις συχνές παρεκκλίσεις τους από αυτό το ιδεώδες, την ίδια στιγμή που οι γυναίκες τιμωρούνταν, ενίοτε βίαια και αυστηρά, για τις ίδιες παρεκκλίσεις. Αυτά τα δύο μέτρα και δύο σταθμά ήταν ίσως η κυριότερη αιτία για την οποία τελικά η οικογένεια απαξιώθηκε.  […]

Επειδή το μονογαμικό ιδεώδες, όπως έχει θεσμοποιηθεί στην οικογένεια, έρχεται σε αντίθεση με την ανθρώπινη βιολογία, είναι βάσιμο να προσεγγίσουμε την οικογένεια κατ’ εξοχήν ως ένα σύστημα περιορισμών. Για την εποχή μας, εκείνη του Διαφωτισμού, η προφανής ανορθολογικότητα αυτών των περιορισμών, ακόμα και η ίδια η ιδέα των όποιων περιορισμών, πυροδοτεί πολλή δραστηριότητα προς αναζήτηση «εναλλακτικών τρόπων ζωής» (μια απόπειρα, ωστόσο, που είναι πολύ λιγότερο διάχυτη απ’ όσο θέλουν να πιστεύουμε οι απελευθερωτές μας, καθώς έρχεται σε αντίθεση με έναν σκληρό λαϊκό ρεαλισμό πάνω σε αυτά τα ζητήματα). Μπροστά σε αυτή την εξέγερση ενάντια στους οικογενειακούς περιορισμούς, είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε την αξία τους. Αξία, η οποία στηρίζεται όχι μόνο στο ανασταλτικό τους αποτέλεσμα –το ότι δηλαδή χωρίς αυτούς θα ήταν ευκολότερο για τους άνδρες να εγκαταλείπουν τις συζύγους και τα παιδιά τους–, αλλά και στο ότι η ύπαρξή τους επιτρέπει μια καλύτερη κατανόηση της ίδιας της ελευθερίας, σε μια εκδοχή της που υπερβαίνει την ταύτισή της με το δικαίωμα στις απεριόριστες επιλογές και στη «μη-δεσμευτική αφοσίωση». 

*Αποσπάσματα από το βιβλίο του Κρίστοφερ Λας, Ποιο είναι το σφάλμα της Δεξιάς; – Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον;, που κυκλοφορεί από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις.