Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψήγματα χρυσού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψήγματα χρυσού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2021

Ο Χριστός η ελπίδα του κόσμου

 

Ο κόσμος βαδίζει προς την καταστροφή, χωρίς να το ξέρει, η καλύτερα χωρίς να θέλει να το ξέρει. Βλέπει το δρόμο της καταστροφής εύκολο και ευχάριστο: “ ευρύχωρος η οδός η απάγουσα εις την απώλειαν”. Συμβαίνει όμως και κάτι χειρότερο. Όταν βρίσκει στην πορεία του αυτή κάποιο εμπόδιο που μπορεί να γίνει αφορμή για να σκεφθεί την καταστροφή και ν’ αλλάξει το δρόμο του δεν το κάνει, αλλά προσπαθεί να το αγνοήσει ή να το παρακάμψει, για να συνεχίσει ήσυχος την πορεία του. Σ’ αυτό ενισχύεται απο τη συνήθεια και τη γνώμη των πολλών. ΄Έτσι χάνει ευκαιρίες, γιατί και αυτές του φαίνονται δυσάρεστες ή και οδυνηρές.....

          Πρέπει να γνωρίζουμε, ότι η αποφυγή της καταστροφής  δεν πραγματοποιείται με την ωραιοποίησή της, αλλά με την έναρξη μιας νέας πορείας. Ο Χριστός δεν ήρθε για να ωραιοποιήσει τον κόσμο που υποτάχθηκε στο θάνατο, αλλά για να τον ανακαινίσει: “Ιδού καινά ποιώ πάντα”.

          Η πίστη δεν είναι πίστη σε διδασκαλία, αλλά σε πρόσωπο, στο πρόσωπο του Χριστού, και αυτή η πίστη έρχεται ως συνέπεια της πίστεως στον Χριστό. Και μόνο τότε όταν υπάρχει η πίστη στον Χριστό, έχει νόημα και η πίστη στη διδασκαλία του, διαφορετικά δεν έχει καμιά ουσιαστική αξία.....

          Ο Χριστός στην χριστιανική γραμματεία δεν χαρακτηρίζεται συνήθως ως η πίστη, αλλά ως η ελπίδα των Χριστιανών. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Η πίστη συνδέεται με το παρελθόν, ενώ η ελπίδα αναφέρεται στο μέλλον. Ο Χριστός, τον οποίο πιστεύει και στον οποίο ελπίζει ο χριστιανός, θα φανερωθεί στο μέλλον ως Κύριος της δόξης. Και η φανέρωση αυτή του Χριστού θα είναι και η φανέρωση τη δόξας των πιστών. Θα είναι η φανέρωση της αλήθειας της πίστεως, που υπάρχει και βιώνεται “εκ μέρους” στην παρούσα ζωή, νικώντας τις δυσκολίες της και παραμερίζοντας τα προβλήματά της. Ο Χριστός ως η ελπίδα των Χριστιανών είναι το πλήρωμα της ζωής και της υπάρξεώς τους.

          Ο Χριστός είναι η ελπίδα του κόσμου. Είναι η οδός. Η αλήθεια και η ζωή του ανθρώπου. Είναι η αποκατάστασή του στην αρχική του θέση και ανύψωσή του στον τελικό του σκοπό. Είναι το Α και το Ω. Χωρίς τον Χριστό υπάρχει μόνο η διάλυση  και η καταστροφή.

          Επειδή όμως ο Χριστός είναι για τον άνθρωπο η μοναδική ελπίδα, η προσέγγισή του παρουσιάζεται δύσκολη και προβληματική. Ιδιαίτερα το πνεύμα της σύγχρονης κοινωνίας, η δομή κι οι στόχοι της, οι αξίες και οι επιδιώξεις της αποπροσανατολίζουν τον άνθρωπο και δημιουργούν τεράστια εμπόδια στην προσπάθεια του να προσεγγίσει τον Χριστό. Η θρησκευτική ζωή έγινε δύσκολη, και η προσήλωση σ’ αυτή αντιμετωπίζεται ως μωρία.

          Από την άλλη πλευρά ο Χριστός θέλει ολόκληρο τον άνθρωπο. Η πίστη στο πρόσωπό Του δεν αφήνει περιθώρια για επιφυλάξεις. Ή δέχεται κανείς τον Χριστό ή τον αρνείται. Και αν Τον δεχθεί, καλείται να εμπιστευθεί εξολοκλήρου τον εαυτό του στον Χριστό και να συμμορφωθεί προς την διδασκαλία Του.

          Ο Χριστός είναι η μόνη ελπίδα για τη σωτηρία του ανθρώπου. Και αυτό δεν έχει εποχιακή, αλλά διαχρονική ισχύ. “Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός, και εις τους αιώνας”. Ο Χριστός δεν ήταν μόνο η ελπίδα του παρελθόντος. Είναι και η ελπίδα του παρόντος, και θα είναι η ελπίδα κάθε εποχής.

          Γ. Μαντζαρίδη, “Η ΕΜΠΕΙΡΙΚΉ ΘΕΟΛΟΓΊΑ”

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2018

Αγία Γραφή


Ὁ χρόνος, κατά τήν πίστη μας, ἀποτελεῖ δωρεά τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο προκειμένου νά μετανοήσει. Ὅ,τι ζητεῖται ἐντέλει ἀπό τόν ἄνθρωπο εἶναι ἀκριβῶς ἡ μετάνοιά του. Καί μετάνοια σημαίνει νά ἀπομακρυνθῶ ἀπό ὅ,τι εἶναι ἁμαρτωλό καί νά στραφῶ πρός τόν Θεό μέ τή συνεπή τήρηση τοῦ θελήματός Του. Πῶς θά μάθω ὅμως μέ ἀκρίβεια τί εἶναι ἁμαρτία καί ποιό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ἀκριβῶς στό σημεῖο αὐτό ἔχει κατεξοχήν τή θέση της ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Μέ τή μελέτη τοῦ αἰώνιου βιβλίου φωτίζεται ὁ σκοτισμένος ἀπό τήν ἁμαρτία νοῦς τοῦ ἀνθρώπου καί ἀρχίζει ὁ πιστός νά βλέπει γύρω του καθαρά: ποιό εἶναι τό ἀληθινό συμφέρον του, τί ζητᾶ ἀπό αὐτόν ὁ Θεός, ποιό εἶναι τό οὐσιῶδες καί ποιό τό ἐπουσιῶδες στή ζωή. 
Γιά τό θέμα τῆς μελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἔχουν ἀσχοληθεῖ καί ἔχουν γράψει πολλοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι ὁ ὅσιος Παΐσιος, μολονότι δέν εἶναι Δάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ἁγιασμένη ἐμπειρία του ἔχει κάτι σημαντικό νά μᾶς πεῖ. Ἄς τόν ἀκούσουμε καί ἄς τόν σχολιάσουμε. 

«Νά μήν προσπαθεῖς νά κατανοήσεις γραφικά χωρία μέ τή λογική. Ἐκεῖ δέν χωρᾶ ἡ λογική. Ἐσύ νά διαβάζεις καί ὅ,τι καταλάβεις. Ὅταν θά εἶναι πρός τό συμφέρον σου, θά σοῦ τό ἀποκαλύψει ὁ Θεός. Καί ἐγώ διαβάζω μερικές φορές καί δέν κατανοῶ κάτι. Καταλαβαίνω μόνο ὅτι ἐδῶ κάτι καλό λέει. Ὅμως φαίνεται ὅτι αὐτό το καλό δέν εἶναι γιά μένα κι ἔτσι τ’ ἀφήνω. 
Ἐκεῖνο πού ἔχει μεγάλη σημασία εἶναι νά κάνουμε αὐτά πού καταλαβαίνουμε, γιατί ἐμεῖς σήμερα ἔχουμε μιά τάση μόνο νά μαθαίνουμε. Στά σπίτια μας ἔχουμε μεγάλες βιβλιοθῆκες, παίζουμε τή “Φιλοκαλία” στά δάχυλα, ὅμως ἀπό πράξη τίποτα. 
Ἕνας μουσουλμάνος, ἐδῶ, στά μέρη τῆς Θράκης, μιά μέρα διάβασε τό Εὐαγγέλιο, ἐνθουσιάστηκε καί ἐπειδή ἦταν καλοπροαίρετος, πίστεψε ἀπό τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Κατάλαβε ὅμως ἀπ’ ὅλο τό Εὐαγγέλιο τρία μόνο πράγματα · ὅτι πρέπει: α) νά ἀγαπᾶ τόν Θεό καί νά εὔχεται πρός Αὐτόν συνέχεια, γιά νά τόν βοηθᾶ, β) νά ἀγαπᾶ τόν πλησίον του καί γ) νά κάνει ὑπομονή σ’ ὅ,τι τοῦ συμβαίνει, γιά νά ὠφελεῖται ἡ ψυχή του. Αὐτά μόνο κατάλαβε, ἀλλά πῆγε καί βαπτίστηκε καί προσπαθοῦσε νά τηρεῖ αὐτά τά τρία πού κατάλαβε. 
Ὁ χότζας καί οἱ ἄλλοι μουσουλμάνοι, ἀνάμεσά τους καί οἱ συγγενεῖς, ὅταν κατάλαβαν ὅτι ἀπό μουσουλμάνος ἔγινε χριστιανός, τοῦ κήρυξαν τόν πόλεμο καί δέν τόν ἄφηναν σέ ἡσυχία. Ἐκεῖνος ὅμως ἐφάρμοσε τά τρία πράγματα πού εἶχε καταλάβει. Προσευχόταν συνέχεια στόν Θεό, ἀγαποῦσε τούς πλησίον του καί ἔκανε καί ὑπομονή. Αὐτό ὅμως εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά κάνει τούς μουσουλμάνους νά θαυμάζουν τήν καλωσύνη του καί ν’ ἀρχίζουν νά πιστεύουν στόν Χριστό καί νά βαπτίζονται. Κι ἔτσι καί τόν ἑαυτό του βοήθησε καί τούς συνανθρώπους του. 
Ἐμεῖς ὅμως, ἐπειδή δέν κάνουμε αὐτά πού γνωρίζουμε, ἀλλά γεμίζουμε συνέχεια τήν ψυχή μας μέ γνώσεις, μπερδευόμαστε καί δέν μποροῦμε οὔτε κἄν τόν ἑαυτό μας νά βοηθήσουμε καί νά τόν ἀπαλλάξουμε ἀπό τούς μάταιους λογισμούς. Οὔτε ἕνα “μουσουλμάνο” λογισμό δικό μας δέν μποροῦμε νά τόν κάνουμε “ὀρθόδοξο”». 
(Ἱερομ. Χριστοδούλου, ὁ Γέρων Παΐσιος, σσ. 226-227).
1. Ἡ Ἁγία Γραφή δέν κατανοεῖται μέ τή λογική· ἡ θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 
Ἡ προτροπή τοῦ ὁσίου εἶναι σαφής: «Νά μήν προσπαθεῖς νά κατανοήσεις γραφικά χωρία μέ τή λογική». Γιατί ἄραγε; Ἡ Ἁγία Γραφή δέν εἶναι ἕνα ἁπλό βιβλίο γραμμένο ἀπό ταλαντούχους ἔστω ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι στηρίχθηκαν στίς δυνάμεις καί τή φαντασία τους γιά νά τό γράψουν. Οὔτε ὅμως πρόκειται γιά ἕνα σοφό βιβλίο, πού ἀποτυπώνει τήν ἐμπειρία τῆς ἀνθρώπινης σοφίας καί ἱστορίας. Τέτοια βιβλία, ἀνθρωπίνως σοφά καί ἐμπνευσμένα, ὑπάρχουν πολλά, εἶναι πιθανῶς πολλαπλῶς ὠφέλιμα, μά ὑπόκεινται πάντοτε στόν ἔλεγχο τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ λογική του μπορεῖ νά λειτουργήσει ὡς κριτήριο γιά νά τά δεχτεῖ ἤ νά τά ἀπορρίψει. 
Ἡ Ἁγία Γραφή ἀποτελεῖ τό βιβλίο ἐκεῖνο, στό ὁποῖο καταγράφεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός διά τοῦ Πνεύματός Του ἐνέπνευσε πιστούς καί ἁγίους Του ἀνθρώπους, ὥστε νά ἀποτυπώσουν, μέ τίς δικές τους δυνάμεις ἀσφαλῶς, ὅσα Ἐκεῖνος ἔκρινε ἀπαραίτητα γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. «Οὐ γάρ θελήματι ἀνθρώπου ἠνέχθη ποτέ προφητεία, ἀλλ’ ὑπό Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β΄ Πέτρ. 1, 21). Εἶναι λοιπόν βιβλίο θεόπνευστο καί ὡς θεόπνευστο ἀπαιτεῖ τήν πίστη καί τήν ὑπακοή τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν κατανόησή του. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἐκεῖνος πού διά τῆς λογικῆς καί μόνον θά θελήσει νά προσεγγίσει τήν Ἁγία Γραφή, οὐσιαστικά θά τή διαστρέψει. Ἀφοῦ γράφτηκε ἡ Ἁγία Γραφή ἐν Πνεύματι, ἄρα μόνον ἐν Πνεύματι μπορεῖ καί νά κατανοηθεῖ. 
Καί πράγματι· ὅσοι μέχρι σήμερα θέλησαν στηριγμένοι στίς δυνάμεις τους νά ἑρμηνεύσουν τό θεόπνευστο αὐτό βιβλίο, ὁδηγήθηκαν στήν αἵρεση, στή διαστροφή δηλαδή τῆς ἀλήθειας. Διότι ἔθεσαν τόν δικό τους λόγο ὑπεράνω τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ κρίνει τόν ἄνθρωπο· δέν κρίνεται ἀπό αὐτόν. Ἀπό τήν ἄλλη, ὅσοι προσήγγισαν μέ πίστη καί ταπείνωση τήν Ἁγία Γραφή ἔνιωσαν νά διανοίγονται οἱ ὀφθαλμοί τῆς καρδίας τους «τοῦ συνιέναι τάς Γραφάς». Τελικῶς, τό ἴδιο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ὁδηγός τοῦ ἀνθρώπου στήν κατανόηση τῶν Γραφῶν. 
«Γιά τήν κατανόηση τῶν κειμένων τῆς Ἁγίας Γραφῆς δέν χρειάζεται ἀνθρώπινη σοφία, ἀλλά ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε, ἀφοῦ κατανοήσουμε τήν ἀληθινή σημασία τῶν κειμένων της, νά δεχθοῦμε ἀπό ἐκεῖ μεγάλη ὠφέλεια» (ἱερός Χρυσόστομος). 
Κι ἐπειδή τό Πνεῦμα αὐτό ἀποτελεῖ τήν ψυχή τῆς Ἐκκλησίας, γι’ αὐτό καί ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἔχει σαφῶς ἐκκλησιαστικό χαρακτήρα. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι πρό τῆς ἀναγνώσεως τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς στή Θεία Λειτουργία, ὁ ἱερέας ζητεῖ ἀπό τόν Θεό νά λάμψει στίς καρδιές τῶν πιστῶν καί νά διανοίξει τόν νοῦ τους γιά νά κατανοήσουν τά λόγιά Του: «Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα, τό τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς, καί τούς τῆς διανοίας ἡμῶν διάνοιξον ὀφθαλμούς εἰς τήν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν…». Ὅλοι γνωρίζουμε ἄλλωστε τήν ἀντίδραση τῶν δύο μαθητῶν στό χωριό Ἐμμαούς μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ: γεμᾶτοι θάμβος ἀπό τήν παρουσία τοῦ Κυρίου μαζί τους καί τή γιά δεύτερη φορά τέλεση ἀπό Αὐτόν τῆς Θείας Εὐχαριστίας, «ἐπιπλήττουν» τόν ἑαυτό τους λέγοντας: «Οὐχί ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καί ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τά γραφάς;» (Λουκ. 24, 32).
Ὥστε στήν Ἁγία Γραφή «δέν χωρᾶ ἡ λογική. Ἐσύ νά διαβάζεις καί ὅ,τι καταλάβεις. Ὅταν θά εἶναι πρός τό συμφέρον σου, θά σοῦ τό ἀποκαλύψει ὁ Θεός». 
2. Ἁγία Γραφή: ἡ γραπτή παράδοση τῆς Εκκλησίας.
Τό γεγονός ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή κατανοεῖται ὀρθά μέσα στά πλαίσια τῆς Ἐκκλησίας φανερώνει ὅτι τά κείμενά της δέν αὐτονομοῦνται. Μόνον στους αἱρετικούς Προτεστάντες ἔχουμε μιά αὐθαίρετη αὐτονόμηση καί ἀπολυτοποίηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, σάν νά εἶναι ἡ μοναδική πηγή τῆς ἀλήθειας. «Μόνη ἡ Γραφή» εἶναι τό βασικό τους δόγμα, πού ἀνοίγει βεβαίως, μαζί μέ τίς ἄλλες βασικές τους ἀρχές: «μόνη ἡ πίστη, μόνη ἡ χάρη», τόν δρόμο τῆς αὐθαιρεσίας καί τοῦ ἄκρατου ὑποκειμενισμοῦ. Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ εὔκολη ὑπέρβαση τῆς αὐθεντίας τῆς Γραφῆς ἀπό τούς Ρωμαιοκαθολικούς, μέ τόν ὑπερτονισμό τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως, ὁδηγεῖ σέ ἄλλου εἴδους αὐθαιρεσίες, γεγονός πού ἱστορικά ἐπισημαίνεται μέ τήν καθιέρωση δογμάτων, (π.χ. τό ἀλάθητο τοῦ πάπα, ἡ ἄσπιλη σύλληψη τῆς Θεοτόκου), ξένων πρός τήν ἀποκάλυψη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐμπειρία τῆς πρώτης καί ἑνωμένης στή συνέχεια μιᾶς Ἐκκλησίας. 
Γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη μας, πηγή τῆς ἀποκάλυψης εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί φορέας της τό ζωντανό σῶμα Του, ἡ Ἐκκλησία. Στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας λοιπόν ὑπάρχει ἡ παράδοση τῆς ἀποκάλυψης, ἐνῶ τμῆμα τῆς παράδοσης αὐτῆς ἀποτυπώθηκε γραπτῶς καί ἀπετέλεσε τήν Καινή Διαθήκη. Ἡ Καινή Διαθήκη, μαζί μέ τήν προφητεία γι’αὐτήν, τήν Παλαιά Διαθήκη, ἀπαρτίζουν τήν Ἁγία Γραφή. Ἔτσι ἡ Ἁγία Γραφή, ὡς προαναγγελία γιά τόν Χριστό (Π. Δ.) καί ὡς διακήρυξη τοῦ ἐρχομοῦ Του (Κ.Δ.), ἀποτελεῖ γιά τήν Ἐκκλησία τή γραπτή παράδοση, ἡ ὁποία γιά νά κατανοηθεῖ ὀρθά ἀπαιτεῖ τό φῶς τῆς ὅλης ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας, πού ὀνομάζεται Ἱερά Παράδοση. 
Κατά συνέπεια οὔτε μόνη ἡ Γραφή οὔτε μόνη ἡ Ἱερά Παράδοση, ὡς φορεῖς τῆς ἀποκάλυψης, μποροῦν νά μᾶς δώσουν τήν ἀλήθεια περί Χριστοῦ, ἀλλ’ ἡ Γραφή κάτω ἀπό τό φῶς τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Αὐτό σημαίνει ὅτι μιά ἀλήθεια εἶναι γνησίως χριστιανική, ὅταν ἀφενός ἔχει στήριγμα στή Γραφή καί ἀφετέρου ἑρμηνεύεται ἀπό τήν Ἱερά Παράδοση. Καί οἱ Προτεστάντες λοιπόν καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἐν προκειμένῳ, πού ἀπολυτοποιοῦν τόν ἕνα φορέα τῆς ἀποκάλυψης εἰς βάρος τοῦ ἄλλου, βρίσκονται ἐκτός τῆς ἀληθείας. 
3. Ὁ τρόπος μελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 
Τό μέλος λοιπόν τῆς Ἐκκλησίας, ὁ κάθε χριστιανός, εἶναι ὑποχρεωμένος νά μελετᾶ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, γιά νά φωτίζεται καί νά ὀρθοποδεῖ στόν δρόμο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἀλλ’ ἡ μελέτη αὐτή χρειάζεται νά γίνεται μέ τόν τρόπο πού ὑποδεικνύουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Κι ὁ τρόπος αὐτός ἤδη ἐπισημάνθηκε προηγουμένως: νά γίνεται μέ πίστη καί μέ ταπείνωση. Χωρίς πίστη καί ταπείνωση ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ παραμένει ἑρμητικά κλειστός γιά τόν μελετητή του, καί μάλιστα λειτουργεῖ καί ἀρνητικά γιά τή ζωή του· τόν κάνει ὑπερήφανο καί χειρότερο. 
Ἡ πίστη καί ἡ ταπείνωση αὐτή ὁδηγοῦν τόν χριστιανό στό νά μελετᾶ τήν Ἁγία Γραφή ἔμπρακτα· μέ προσπάθεια ἐφαρμογῆς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στή ζωή του. Κι ἡ ἐφαρμογή αὐτή θά τοῦ ἀποκαλύπτει σταδιακά τόν Θεό στήν καρδιά του. Διότι ὁ Θεός φανερώνεται ὄχι στόν μελετητή, ἀλλά στόν τηρητή τοῦ θελήματός Του. «Ὁ τηρῶν τάς ἐντολάς Αὐτοῦ, ἐν Αὐτῷ μένει καί Αὐτός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωά. 3, 24). 
«Μή λές, δέν γνωρίζω τό πρέπον καί ἑπομένως δέν ἁμαρτάνω πού δέν τό πράττω. Γιατί ἄν ἔκανες ὅσα καλά γνώριζες, θά σοῦ φανερώνονταν στή συνέχεια καί τά λοιπά, ὅπως βλέπεις καθώς προχωρεῖς τό ἕνα σπίτι μετά τό ἄλλο… Δέν σέ συμφέρει πρίν ἐργασθεῖς τά πρῶτα, νά μάθεις τά δεύτερα. Ἐπειδή ἡ γνώση φουσκώνει, δηλαδή φέρνει ὑπερηφάνεια ἐξαιτίας τῆς ἀργίας, ἐνῶ ἡ ἀγάπη οἰκοδομεῖ, γιατί ὑπομένει τά πάντα. Μελέτα τά λόγια τῆς θείας Γραφῆς μέ τήν πράξη καί μήν ἐπεκτείνεσαι σέ πολυλογία, ὑπερηφανευόμενος γιά σκέψεις θεωρητικές. Ἐκεῖνος πού ἄφησε τήν πράξη καί βασίζεται σέ μιά ἁπλή γνώση, ἀντί γιά δίκοπο μαχαίρι κρατᾶ καλαμένιο ραβδί, τό ὁποῖο σέ καιρό πολέμου, κατά τή Γραφή, θά τοῦ τρυπήσει τό χέρι καί θά μπεῖ μέσα σ’αὐτό καί θά τοῦ βάλει τό φυσικό δηλητήριο προτοῦ τοῦ τό βάλουν οἱ ἐχθροί» (ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητής). 
Τίς παραπάνω ἀλήθειες ἐπισημαίνει καί ὁ ὅσιος Παΐσιος: «Ἐκεῖνο πού ἔχει μεγάλη σημασία εἶναι νά κάνουμε αὐτά πού καταλαβαίνουμε, γιατί ἐμεῖς σήμερα ἔχουμε μιά τάση μόνο νά μαθαίνουμε». «Πρᾶξίς ἐστιν θεωρίας ἐπίβασις» κατά τούς Πατέρες. Ἀπό τήν πράξη προχωρᾶμε στή θεωρία καί τή γνώση. 
4. Ἡ ἱεραποστολή τοῦ μελετῶντος τόν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Τά λεγόμενα τοῦ ὁσίου Παϊσίου μᾶς ἐπισημαίνουν καί μιά ἄλλη πτυχή τοῦ μελετητῆ τῆς Ἁγίας Γραφῆς· τήν ἱεραποστολική του δράση. Αὐτός πού ὀρθά μελετᾶ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐπιδρᾶ καί στούς γύρω του, πολλές φορές κατά τρόπο ἀνεπίγνωστο στόν ἴδιο. Ὄχι μόνο δηλαδή ἔχει τή δυνατότητα λόγω τῆς γνώσεως τῶν Γραφῶν νά φωτίζει καί τούς ἄλλους μέ τόν λόγο του, μετά τόν φωτισμό τόν δικό του, μά μέ τή φωτισμένη πιά ζωή του γίνεται ὁδοδείκτης καί γι’ ἄλλους συνανθρώπους του. «Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων – εἶπε ὁ Κύριος - ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν Πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 5, 16). Ὁ ὅσιος Γέροντας μνημονεύει τόν μουσουλμάνο τῆς Θράκης. Ἐφάρμοσε ἐκεῖνος ὅ,τι κατάλαβε ἀπό τό Εὐαγγέλιο καί ἡ συνέπειά του αὐτή ὁδήγησε σιγά-σιγά καί τούς ἄλλους μουσουλμάνους στήν πίστη στόν Χριστό.
Πρόκειται, πέρα ἀπό τόν παραπάνω λόγο τοῦ Χριστοῦ, καί γιά τήν ἐπισήμανση τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρός τόν μαθητή του Τιμόθεο. Μελέτα, τοῦ γράφει, τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, μένε σ’ αὐτόν καί ἡ προκοπή σου θά γίνεται φανερή σέ ὅλους. «Ταῦτα μελέτα, ἐν τούτοις ἴσθι, ἵνα σου ἡ προκοπή φανερά ᾖ ἐν πᾶσι» (Α΄ Τιμ. 4, 15).
Ἄν εἴχαμε διάθεση γιά πραγματική σχέση μέ τόν Χριστό, ἄν ἀγαπούσαμε τόν Θεό καί τόν λόγο Του, ἡ παρουσία μας στόν κόσμο καί τό περιβάλλον μας θά ἦταν καταλυτική. Ὄχι τόσο ὁ λόγος μας, ἀλλά κυρίως ἡ ζωή μας θά κέρδιζε τούς συνανθρώπους μας. Γιατί, ἁπλούστατα, θά τούς ἕλκυε καί θά τούς γοήτευε ἡ ἐκπεμπόμενη ἀπό ἐμᾶς χάρη τοῦ Θεοῦ.

aktines.gr

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Τα μνημόσυνα και η ωφέλειά τους.


Μία αρχαία και σταθερή παράδοσις της Εκκλησίας μας είναι η δέησης για τους νεκρούς. Η διήγησης τού Ιερού Ευαγγελίου για την Θεία και φρικτή Μεταμόρφωση του Κυρίου παρουσιάζοντας μας τον Μωυσή και τον Ηλία, καθώς και η παραβολή του Λαζάρου και του πλουσίου, μας δείχνουν καθαρά ότι οι νεκροί διαθέτουν τέλεια συνείδηση. Η ζωή περνώντας από τον θάνατο συνεχίζεται. Αυτοί πού φεύγουν διατηρούν την πνευματική τους επικοινωνία με τα μέλη της Εκκλησίας πού βρίσκονται στη διά μέσου της κοινής αγάπης στο Χριστό. Αυτή η αγάπη συνδέει σε ένα σύνολο τούς πιστούς. Τούς συνδέει διότι η Εκκλησία είναι μία και έχει κεφαλή της το Χριστό. Σώμα της Εκκλησίας είμαστε εμείς πού πιστεύουμε και ξεχωριστά κάθε ένα μέλος του σώματος αυτού. Ο Θάνατος μόνον αισθητά αλλάζει τις σχέσεις μεταξύ εκείνων πού πέθαναν και ζουν. «Είτε ζούμε, είτε πεθαίνουμε, ανήκουμε στον Κύριο». Η Εκκλησία διαιρείται σε Θριαμβεύουσα και Στρατευομένη (Ρωμ. 14,7-8) Στην Θριαμβεύουσα ανήκουν εκείνοι που τελείωσαν νικηφόρα τον αγώνα τους στην επίγεια ζωή και αναμένουν τον στέφανο της δικαιοσύνης «εν εκείνη τη ημέρα». 
 Στην Στρατευομένη ανήκουν εκείνοι που ακόμη αγωνίζονται εναντίον της αμαρτίας για να φθάσουν στην τελείωση. Τα μέλη της Θριαμβεύουσας και της Στρατευομένης Εκκλησίας έχουν μία άρρηκτη σχέση μεταξύ τους.
  Όσοι βρίσκονται στον ουρανό δεν αδιαφορούν για εκείνους που βρίσκονται ακόμη στην παρούσα ζωή. «Ο επίγειος Θάνατος, ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, δεν καταστρέφει την σχέση του πιστού με την Εκκλησία. Δεν τον ξεχωρίζει από τα άλλα εν Χριστώ. συμμέλη του».
Άλλωστε η αγάπη είναι αιωνία όπως και οι ψυχές. Από τις πολλές μαρτυρίες πού υπάρχουν στην Αγία Γραφή, αλλά και προ πάντως στην Εκκλησιαστική μας Ιστορία και Παράδοση, πληροφορούμαστε ότι υπάρχει αμοιβαία πνευματική επικοινωνία και συμπαράστασης με την αγάπη και την προσευχή υπέρ αλλήλων μεταξύ των μελών της ουράνιας και επίγειας Εκκλησίας, διότι όλοι μαζί αποτελούμε «μία κοινωνία αγίων». Όσοι εξέδυσαν και όσοι ζούμε στον Κόσμο αυτό βρισκόμαστε σε μυστική και υπερφυσική κοινωνία ζωής, προσευχής και αδελφικής αγάπης μεταξύ μας. Με τον δεσμό αυτό οι μεν βοηθούν τούς δε. Έτσι όρισε ή αγάπη τού Θεού, θέλοντας ο ένας να σωθεί με την βοήθεια τού άλλου.
Πάνω στη σχέση αυτή βασίζονται τα μνημόσυνα της Εκκλησιάς μας, η οποία ανέκαθεν τα επιτελούσε και προσευχόταν για τους κεκοιμημένους. Αν δεν ωφελούσαν, δεν θα τα επιτελούσε και δεν θα εδέετο για τούς κεκοιμημένους.

 Μαρτυρίες περί των ιερών Μνημοσύνων

Από την Αγία Γραφή

1. Από την Παλαιά Διαθήκη

Την πρώτη αναφορά την έχουμε στο βιβλίο τού Νεεμία, όπου οι Ισραηλίτες παρακάλεσαν τον Θεό να συγχώρεση τις αμαρτίες των προκεκοιμημένων Πατέρων τους. «Την εικοστή τέταρτη μέρα τού ιδίου μήνα, άρχισαν οι Ισραηλίτες νηστεία. Φορούσαν πένθιμα ρούχα και έριχναν χώμα στο κεφάλι Τους. Αυτοί είχαν χωρισθεί από όλους τούς μη Ιουδαίους πού υπήρχαν στην περιοχή τους και είχαν συγκεντρωθεί γιά νά εξομολογηθούν τις αμαρτίες τις δικές τους και των προγόνων τους. Επί τρεις ωρες στέκονταν όρθιοι και ακούγαν την ανάγνωση από το βιβλίο τού νόμου τού Κυρίου τού Θεού τους για να τού ζητήσουν συγχώρεση» (Νεεμίας 9,1-5)

   Στο βιβλίο Β' Μακκαβαίων 12,36-45 αναφέρεται το εξής περιστατικό: Σε μια μάχη του Ιούδα με το Γοργία φάνηκε νικητής ο Ιούδας, πλην όμως είχε και νεκρούς. Μετά την μάχη «την επόμενη μέρα ήρθαν επειγόντως οι άνδρες του Ιούδα να μεταφέρουν τα πτώματα των σκοτωμένων και να τα θάψουν μαζί μέ τούς συγγενεις τους στους ταφους των προγονών τους. Κάτω όμως από τα ρούχα τού κάθε νεκρού βρέθηκαν μικρά ειδώλια των Θεών τής Ίάμνειας, πράγμα που απαγορεύεται αυστηρά από τον Ιουδαϊκό νόμο. Έτσι έγινε σε όλους φανερό ότι αυτοί σκοτώθηκαν εξ αιτίας αυτών των αντικειμένων... Ο γενναίος Ιούδας κάλεσε τον λαό να μην αμαρτήσουν πλέον... κατόπιν συγκέντρωσε συνεισφορές από κάθε άνδρα και έστειλε στα Ιεροσόλυμα δύο χιλιάδες δραχμές ασήμι, για να χρηματοδοτήσει μία θυσία για την εξιλέωση τής αμαρτίας αυτής. Αυτή τη θεάρεστη πράξη την έκανε επειδή πίστευε ότι υπάρχει ανάστασης νεκρών. Διότι αν δέν πίστευε ότι πρόκειται να αναστηθούν και αυτοί, θα ήταν περιττό και ανόητο να προσεύχεται γι' αυτούς. Έτσι έκαναν την θυσία για την εξιλέωση των νεκρών, ώστε οι τελευταίοι να απαλλαγούν από την αμαρτία που είχαν διαπράξει».

Μαρτυρίες από την Ιερά Παράδοση

Ι. Ο Πατέρες της Εκκλησίας

Πλούσιες όμως είναι οι πληροφορίες πού έχουμε από την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας.

1. 0ι Αποστολικές Διαταγές, ένα από τα αρχαιότερα βιβλία τής Εκκλησίας μας, διδάσκουν ότι πρέπει να τελούνται για τούς νεκρούς τρίτα, ένατα, τεσσαρακοστά και ενιαύσια μνημόσυνα.

2. Ο Τερτυλλιανός, το 200 μ.Χ., ένας από τούς αρχαιότερους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, μνημονεύει συνέχεια των Λειτουργιών πού εγένοντο υπέρ των κεκοιμημένων και ιδιαιτέρως στο βιβλίο του "Περί στεφάνου".

3. Ο ιερομάρτυς Κυπριανός, το 250 μ.Χ., σε μία του επιστολή μας πληροφορεί ότι οι χριστιανοί θεωρούσαν βασικό τους καθήκον να προσφέρουν για τους κεκοιμημένους θυσίες και προσευχές.

4. Ο Ιστορικός Ευσέβιος περιγράφοντας την μεγαλοπρεπή κηδεία τού Μ. Κωνσταντίνου στο ναό των αγ. Αποστόλων, αναφέρει ότι το σκήνος τής μακαρίας ψυχής ήτο «συναγελαζόμενον τω τού Θεού λαώ, θεσμών τε θείων και μυστικής λειτουργίας αξιούμενον».

5. Ο αγ. Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (330-337), τελούσε καθημερινά Θεία Λειτουργία για τον Ουλεντιανό, τον Θεοδόσιο και τον Σατύρο.

6. Ο Ιερός Αυγουστίνος (354-430) αφού εκθέτει την κηδεία τής μητέρας του, αναφέρει ότι ενώ το σώμα της ευρίσκετο ακόμη στον τάφο προσφερόταν «κατά το ειωθός ή θυσία τής ημετέρας απολυτρώσεως». Διότι, καθώς σημειώνει ο ίδιος παρακάτω, η ίδια η μητέρα του δεν θεωρούσε τίποτε άλλο τόσο σπουδαίο πράγμα, όσο το να αναφέρεται το όνομα της την ώρα τής Θείας Λειτουργίας. Επίσης έγραψε ολόκληρο βιβλίο υπέρ των κεκοιμημένων με τον τίτλο «De curra pro mortuis».
7. Ο αγ. Κύριλλος Ιεροσολύμων στις Κατηχήσεις του αναφέρει ότι μετά τον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων «μνημονεύομεν και των κεκοιμημένων, πρώτον Πατριαρχών, Αποστόλων, Προφητών, Μαρτύρων, όπως ο Θεός ευχαίς αυτών και πρεσβείαις προσδέξηται ημών την δέησιν».

8. Ο άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός έχει κάνει ολόκληρη πραγματεία με τίτλο « Υπέρ των εν πιστει κεκοιμημένων».

9. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει σχετικά: «Δεν νομοθετηθήκαν αυτά τυχαία από τούς θείους Αποστόλους, το να θυμούμαστε δηλαδή αυτούς πού έφυγαν από τη ζωή αυτή κατά την διάρκεια των φρικτών μυστηρίων, γνωρίζουν ότι από αυτό προκύπτει πολύ κέρδος, μεγάλη ωφέλεια» (ΕΠΕ 21,440).

10. Ο άγιος Νεομάρτυς Ιάκωβος, το 1520, όταν τον οδηγούσαν στο μαρτύριο, παρήγγειλε στους μαθητές του, να τού κάνουν τα μνημόσυνα κατά την τάξη της Εκκλησίας.


11. Και για να αναφερθούμε στον άγιο του αιώνα μας, τον Άγιο Νεκτάριο, έχει γράψει ολόκληρη πραγματεία με θέμα: «Περί αθανασίας τής ψυχής και περί Ιερών μνημοσύνων», όπου με πλήθος πατερικών χωρίων και περιστατικών από τούς βίους των αγίων τής Εκκλησίας μας, αποδεικνύει την ωφέλεια πού προέρχεται από τα μνημόσυνα.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Φοβερό κριτήριο την ώρα του θανάτου


Στην Σκήτη της «Αγίας Τριάδος» τα Καυσοκαλύβια, στην Καλύβα «Ζωοδόχος Πηγή» από το 1910 ασκητικά διαβίωνε ένας μεγάλος Καλλιτέχνης Ξυλόγλυπτης εκ Μυτιλήνης καταγόμενος Γερο -Αρσένιος με τους υποτακτικούς του, τον πνευματικό εξομολόγο Παπα – Νικόδημο και τον Μοναχό Γερμανό.
Ο Μοναχός Γερμανός παρέλαβε δυο από τα καλύτερα Ξυλόγλυπτα έργα του Γέροντα του, από τα οποία το μεν ένα παρίστανε την «Σταύρωση του Κυρίου» το δε άλλο την «Δευτέρα Παρουσία και την μέλλουσα Κρίση Αυτού».
Τα μεγάλης αξίας αυτά έργα ο Π. Γερμανός μετέφερε προς πώληση στην Αμερική, αλλά επειδή όπως μας πληροφόρησαν, ζητούσε μεγάλα χρηματικά ποσά και για τα δυο, δεν μπόρεσε να τα πουλήσει και τα είχε τοποθετήσει σε μια μεγάλη έκθεση, στην οποία, όσοι επιθυμούσαν να τα δουν, πλήρωναν ιδιαίτερο εισιτήριο.
Από τα ποσά που εισέπραττε, μέρος βαστούσε για την συντήρησή του και τα υπόλοιπα έστελνε στον Γέροντα του, διότι ήταν πολύ ευλαβής και θεοφοβούμενος υποκτακτικός.
Πέρασαν περισσότερα από σαράντα χρόνια από τότε πού έφυγε, και όταν γύρισε ο Π. Γερμανός στα Καυσοκαλύβια στην Μετάνοια του, ο Γέροντας του με τον πνευματικό Παπα – Νικόδημο είχαν απέλθει στας αιωνίους Μονάς, στην βασιλεία των ουρανών. Στη ζωή βρήκε μόνο τον νεώτερο από την Συνοδεία αυτή και ανεψιό του Παπα -Νικόδημου, Επιφάνειον Ιερομόναχον.
Ο Π. Επιφάνιος με χαρά άμετρη δέχθηκε τον εξ Αμερικής επιστρέψαντα Γέροντα Γερμανό, τον οποίον μετά προθυμίας εξυπηρέτησε μέχρι βαθέως γήρατος.
Ο Γέρο – Γερμανός, γεροντάκι πλέον, όταν πλησίασε ο καιρός της αναχωρήσεώς του από την ψεύτικη αυτή ζωή, είπε στον αδελφό Π. Επιφάνιο: «Αδελφέ νομίζω πώς ήλθε ο καιρός να φύγω για πάντα από την ζωή αυτή. Γι’ αυτό αν θέλεις παρακάλεσε τους πατέρες της Σκήτης να κάνουν δέηση και θερμή προσευχή προς Κύριον για την ταλαίπωρη ψυχή μου και ο θεός να ελπίσει και σένα και όλους τους αδελφούς».
Λέγοντας αυτά τα λόγια στον Π. Επιφάνιο, παρουσία και άλλων Πατέρων της Σκήτης, άρχισε ένα φοβερό Κριτήριο, στο οποίο απαντούσε ο Πάτερ Γερμανός μονολεκτικά με ένα ναί ή ένα όχι. Πού και πού έλεγε «Όχι αυτό δεν το έκανα, ψέμματα λέτε. Για εκείνο έκανα αυτό το καλό, έκανα εκείνη τη μετάνοια» και πάλι έλεγε «Ναι το έκανα, αλλά έδωσα ελεημοσύνη», και άλλοτε έλεγε «Όχι αυτό δεν το έκανα».

Τούτο διήρκεσε αρκετή ώρα και σ’ αυτή την κατάσταση παρέδωσε το πνεύμα του κατά το έτος 1955.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

Άγιος Ισαάκ ο Σύρος: Η μελέτη των θείων Γραφών μας ανακαινίζει και μας καθοδηγεί.

Ο σωματικός κόπος και η μελέτη των θείων Γραφών φυλάσσει την καθαρότητα του νου. Τον κόσμο πάλι, τον ενισχύει η ελπίδα και ο φόβος του Θεού. Την ελπίδα και το φόβο στηρίζουν μέσα μας η φυγή από τους κοσμικούς ανθρώπους και η αδιάλειπτη προσευχή.
Μέχρι να δεχθεί ο άνθρωπος τη χάρη του Παρακλήτου, χρειάζεται να μελετά τις θείες Γραφές, για να εντυπωθεί μέσα του η μνήμη του καλού, και για να ανακαινισθεί, με τη συνεχή ανάγνωση, η κίνηση της ψυχής του προς το αγαθό, και για να φυλάξει την ψυχή του από τους επικίνδυνους δρόμους της αμαρτίας.
Διότι ο αρχάριος αγωνιστής δεν απέκτησε ακόμη την πνευματική δύναμη που αποδιώκει την πλάνη: αυτή την πλάνη, που αιχμαλωτίζει τις ψυχωφελείς ενθυμήσεις και επιφέρει ψυχρότητα σκορπίζοντας εδώ κι εκεί το νου μας.
Διότι, όταν η δύναμη του αγίου Πνεύματος κυριαρχήσει στην ψυχή και την καθοδηγεί, τότε, αντί των γραπτών εντολών και των νόμων των θείων Γραφών, πιάνουν ρίζες και βλασταίνουν στην καρδιά οι εντολές του αγίου Πνεύματος. Και τότε διδάσκεται ο άνθρωπος μυστικά, από το άγιο Πνεύμα, και δε χρειάζεται πια τη βοήθεια των γραμμένων λόγων των θείων Γραφών, οπότε η μνήμη των λόγων του Θεού παραμένει αβλαβής, μακριά από τον κίνδυνο της πλάνης και της λήθης.



Αγίου Ισαάκ Του Σύρου

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

Έλκεται η Θεία Χάρις παιδί μου, δεν εκβιάζεται…


Ο Θεός παιδί μου, δεν κρύβεται πίσω απ'τους θάμνους.
Ούτε χρειάζεται να σκαρφαλώσεις στα βουνά για να Τον συναντήσεις. 
Έρχεται Αυτός και σε βρίσκει κάθε φορά που συγχωρείς κάποιον που σ' έβλαψε, κάθε φορά που βοηθάς κάποιον που βρίσκεται σ” ανάγκη.

Έλκεται η Θεία Χάρις παιδί μου, δεν εκβιάζεται…

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015

Τελικά θέλουμε κάτι από τον Χριστό ή θέλουμε τον ίδιο τον Χριστό;

Ο Θεός είναι διατεθειμένος να μείνη τελείως έξω από την ζωή μας, είναι έτοιμος να το σηκώση αυτό σαν ένα σταυρό, αλλά δεν είναι καθόλου διατεθειμένος να γίνη απλώς ένα μέρος της ζωής μας.Έτσι όταν σκεπτόμαστε την απουσία του Θεού, δεν αξίζει να ερωτήσουμε τον εαυτό μας: ποιος φταίει γι’ αυτό;
Πάντοτε αποδίδουμε την ενοχή στον Θεό, πάντοτε κατηγορούμε Εκείνον, είτε κατ’ ευθείαν, είτε μπροστά στους ανθρώπους, ότι είναι απών, ότι ποτέ δεν είναι παρών όταν Τον χρειαζόμαστε, ποτέ δεν ανταποκρίνεται οσάκις καταφεύγουμε σ’ Αυτόν.Είναι στιγμές που είμαστε περισσότερο «ευσεβείς» και λέμε ευλαβικά: «ο Θεός δοκιμάζει την υπομονή μου, την πίστη μου, την ταπείνωσί μου». Βρίσκομε ένα σωρό τρόπους για να μεταβάλουμε την εναντίον μας κρίσι του Θεού σε έπαινό μας. Είμαστε τόσο υπομονετικοί ώστε μπορούμε να υποφέρουμε ακόμα και τον Θεό!
Όταν πάμε να προσευχηθούμε όλες τις φορές θέλουμε ΚΑΤΙ από Εκείνον και καθόλου ΕΚΕΙΝΟΝ. Μπορεί αυτό να λεχθεί σχέση; Συμπεριφερόμαστε με τον τρόπο αυτόν στους φίλους μας; Αποβλέπουμε κυρίως σ’ αυτό που η φιλία μπορεί να μας δώση ή αγαπάμε τον φίλο; Συμβαίνει το ίδιο στις σχέσεις μας με τον Θεό;
Ας σκεφθούμε τις προσευχές μας, τις δικές σας και τις δικές μου. Σκεφθήτε την θέρμη, το βάθος και την έντασι που έχει η προσευχή σας, όταν αφορά κάποιον που αγαπάτε, ή κάτι που έχει σημασία για την ζωή σας. Τότε η καρδιά σας είναι ανοιχτή, όλος ο εσωτερικός σας εαυτός είναι προσηλωμένος στην προσευχή. Μήπως αυτό σημαίνει ότι ο Θεός έχει κάποια σημασία για σας; ΌΧΙ, καθόλου! Απλώς σημαίνει ότι το θέμα της προσευχής σάς απασχολεί.
Όταν κάνετε την γεμάτη πάθος, βαθειά και έντονη προσευχή, την σχετική με το αγαπώμενο πρόσωπο, ή την κατάστασι που σας στεναχωρεί και μετά στραφήτε στο επόμενο αίτημα, που δεν σας απασχολεί και πολύ και ξαφνικά παγώση η διάθεσί σας, τι άλλαξε; «Ψυχράθηκε» μήπως ο Θεός; Ή έχει «απομακρυνθεί»; Όχι ασφαλώς. Αυτό σημαίνει ότι όλη η έξαρσι, όλη η έντασι της προσευχής σας δεν γεννήθηκε από την παρουσία του Θεού, ούτε από την προς Αυτόν πίστι σας, την σφοδρή γι’ Αυτόν αγάπη, από την αίσθησι της παρουσίας Του. Αλλά γεννήθηκε, μόνο και μόνο, από την ανησυχία σας για κείνο το πρόσωπο ή για κείνη την υπόθεσι, και όχι για τον Θεό.
Γιατί λοιπόν μας εκπλήττει το γεγονός ότι αυτή η απουσία του Θεού μας πλήττει; Εμείς είμαστε εκείνοι που απουσιάζουμε, εμείς γινόμαστε ψυχροί, αφού δεν μας ενδιαφέρει πλέον ο Θεός. Γιατί; Διότι ο Θεός δεν έχει τόσο σημασία για εμάς. Υπάρχουν επίσης και άλλες περιπτώσεις που ο Θεός είναι «απών». Εφόσον εμείς είμαστε πραγματικοί, δηλαδή είμαστε, αληθινά, ο εαυτός μας, ο Θεός μπορεί να είναι παρών και να κάνη κάτι για εμάς. Αλλά από την στιγμή που προσπαθούμε να γίνουμε ότι στην ουσία δεν είμαστε, τότε δεν μένει τίποτε να πούμε ή να έχουμε. Γινόμαστε μία φανταστική προσωπικότης, μία ανειλικρινής παρουσία, και την παρουσία αυτήν δεν μπορεί να την πλησιάσει ο Θεός.
Για να μπορέσουμε να προσευχηθούμε πρέπει να ζήσουμε στην κατάστασι η οποία καθορίζεται σαν Βασιλεία του Θεού. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι Αυτός είναι ο Θεός, ο Βασιλεύς, οφείλουμε να παραδοθούμε σ’ Αυτόν. Τουλάχιστον πρέπει να ενδιαφερόμαστε για το θέλημά Του, ακόμη και αν δεν είμαστε ικανοί να το εκπληρώσουμε. Αλλά αν δεν είμαστε ικανοί γι’ αυτό, αν φερόμαστε στον Θεό όπως ο πλούσιος νεανίας που δεν μπορούσε να ακολουθήση τον Χριστό γιατί ήταν πάρα πολύ πλούσιος, τότε πώς θα Τον συναντήσουμε; Πολύ συχνά, ότι θα θέλαμε να είχαμε αποκτήσει δια της προσευχής, δια της βαθείας σχέσεως με τον Θεό, την οποίαν τόσο επιθυμούμε, είναι απλώς μια επιθυμία ευτυχίας και τίποτα παραπάνω. Δεν είμαστε προετοιμασμένοι να πουλήσουμε όλα όσα έχουμε για ναν αγοράσουμε τον πολύτιμο μαργαρίτη. Έτσι πώς είναι δυνατόν να κερδίσουμε αυτόν τον πολύτιμο μαργαρίτη; Είναι Αυτός η προσδοκία μας;

Τελικά θέλουμε κάτι από τον Χριστό ή θέλουμε τον ίδιο τον Χριστό;





ekklisiaonline.gr

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Γιατί νηστεύουμε την ημέρα του Σταυρού;


Μετά το πέρας της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (318 μ.Χ.), ο Άγιος Κωνσταντίνος ανέθεσε στον Επίσκοπο Ιεροσολύμων Μακάριο να ερευνήσει εντατικά για να βρει τον Τάφο και τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου, διότι έπειτα από τόσα χρόνια οι Χριστιανοί δεν γνώριζαν τίποτα για το πού μπορεί να βρίσκονται. Του έστειλε μάλιστα και αρκετά χρήματα για την Έρευνα. Μετά από λίγο καιρό όμως η Αγία Ελένη είδε Όραμα εκ Θεού, με το Οποίο την Πρόσταζε να πάει αυτοπροσώπως στους Αγίους Τόπους για να βρει τον Τίμιο Σταυρό. Αφού πήρε την συγκατάθεση του υιού της, αναχώρησε με μεγάλη συνοδεία. Όταν έφτασε εκεί η Αγία, άρχισε αμέσως να ερευνά για να βρει τον Πανάγιο Τάφο και τον Ζωοποιό Σταυρό. Έπειτα από πολλές προσπάθειες και προσευχές της Αγίας, του Επισκόπου Μακαρίου, των Αρχιερέων και του λαού, ο Θεός αποκάλυψε ότι ο Πανάγιος Τάφος και ο Τίμιος Σταυρός βρίσκονται κάτω από τον ειδωλολατρικό ναό της Αφροδίτης, εκεί όπου είναι και ο Τόπος ο λεγόμενος Γολγοθάς. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι στο Άγιο Αυτό Σημείο, έπειτα από τον Καιρό Εκείνο της Σταυρώσεως, είχε βλαστήσει ένα αρωματικό φυτό το οποίο αργότερα ονομάστηκε «Βασιλικός», αφού όπως αποδείχθηκε κάτω από τον Τόπο που αναβλάστανε, υπήρχε Θαμμένος ο Τίμιος Σταυρός του «Βασιλέως των βασιλέων». Κατά καιρούς μάλιστα οι ειδωλολάτρες (οι οποίοι είχαν εκεί το ναό και το άγαλμα της Αφροδίτης) κατέστρεφαν τον Βασιλικό, αλλά εκείνος όμως Θαυματουργικώς βλάστανε και πάλι!
Τότε η Αγία Ελένη συγκεντρώνοντας πλήθος τεχνιτών και εργατών, διέταξε να γκρεμίσουν εκ θεμελίων τον ακάθαρτο ναό και να ρίξουν το χώμα μακριά. Σκάβοντας εκεί βρήκαν τρεις σταυρούς, ενώ σχετικά κοντά σε αυτούς ανακάλυψαν και τον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου. Όταν δε έσκαψαν παρακάτω βρήκαν και τα Καρφιά με τα οποία Καρφώθηκε ο Κύριος, τα οποία άστραπταν και έλαμπαν, σε αντίθεση με τα καρφιά των ληστών που ήταν μαύρα και σκουριασμένα. Η Αγία Ελένη αν και χάρηκε που ο Θεός Εισάκουσε τις προσευχές τους, από την άλλη ήταν λυπημένη διότι δεν γνώριζε ποιος τελικά ήταν ο Σταυρός του Κυρίου. Ο Επίσκοπος Μακάριος όμως την καθησύχαζε, λέγοντας ότι ο Θεός θα φανερώσει τελικά τον Τίμιο Σταυρό. Και πράγματι το Θαύμα δεν άργησε να γίνει. Μία νεκρή γυναίκα χήρα, η οποία ήταν πολύ ευσεβής, αποτέλεσε τη λύση του μυστηρίου. Κατόπιν Θείας Υποδείξεως, ακούμπησαν επάνω της έναν-έναν και τους τρεις σταυρούς. Με τους πρώτους δύο δεν υπήρξε καμία μεταβολή. Μόλις όμως άγγιξε ο τρίτος το σώμα της, εκείνη αμέσως αναστήθηκε, σηκώθηκε επάνω και δόξαζε τον Θεό! Μετά από αυτό το Θαύμα, οι Χριστιανοί ήθελαν να δουν από κοντά και να προσκυνήσουν τον Σταυρό του Κυρίου μας, κάτι που λόγω της ύπαρξης μεγάλου πλήθους ήταν εντελώς αδύνατο. Για τον λόγο αυτό ο Επίσκοπος Μακάριος, Ύψωσε το 326 μ.Χ. τον Τίμιο Σταυρό στο Ιερό Σημείο του Γολγοθά, έτσι ώστε να μπορούν να τον βλέπουν και να τον προσκυνούν οι Χριστιανοί από οποιοδήποτε σημείο. Να αναφέρουμε εδώ ότι το μήκος του Σταυρού του Κυρίου μας κάθετα, ήταν 4,50 μέτρα περίπου, ενώ οριζόντια το πλάτος του ήταν 2,40 μέτρα περίπου. Κατά δε τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, το πάχος του ορθού και του πλαγίου Ξύλου του Σταυρού, ήταν μία σπιθαμή (δηλαδή 18 εκατοστά περίπου). Τριακόσια χρόνια περίπου μετά από αυτό το Γεγονός, το 614 μ.Χ., οι Πέρσες λεηλάτησαν την Παλαιστίνη και απήγαγαν τον Τίμιο Σταυρό. Εκείνος όμως μάλλον τους κατέκτησε, διότι Φώτισε τις ψυχές τους και τους οδήγησε στην κατάργηση της «λατρείας του πυρός». Το 628 μ.Χ. όμως, ο βασιλιάς Ηράκλειος ξεκίνησε εκστρατεία από την Κωνσταντινούπολη εναντίον των Περσών, για να επαναφέρει στους Χριστιανούς το Ζωηφόρο Ξύλο. Και αφού ανεδείχθη νικητής, επανήλθε θριαμβευτής στην Πόλη όπου και Ύψωσε (για δεύτερη φορά μετά το 326 μ.Χ.) τον Τίμιο Σταυρό στη Μεγάλη Εκκλησία, ενώπιον του επευφημούντος λαού της Κωνσταντινουπόλεως.
Για την Ανάμνηση λοιπόν της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού νηστεύουμε στις 14 Σεπτεμβρίου, επειδή ο Σταυρός είναι Ανάμνηση του Πάθους του Χριστού. Διότι όπως ο κάθε άνθρωπος που κάνει την ανακομιδή (εκταφή) των λειψάνων ενός συγγενή του (για παράδειγμα του πατέρα του, της μητέρας του και άλλων), λυπάται ενθυμούμενος το πρόσωπο αυτό, έτσι και εμείς οι Χριστιανοί βλέποντες τον Σταυρό και αναλογιζόμενοι ότι ο Χριστός Σταυρώθηκε για εμάς τους αμαρτωλούς και ως Άνθρωπος Έπαθε, ταπεινωνόμαστε και δείχνουμε Συντριβή καρδιάς νηστεύοντες. Οι μεν Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, επισημαίνουν ότι «η Εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι Ισότιμη με την Μεγάλη Παρασκευή», αφού και τις δύο αυτές Ημέρες τιμούμε εξίσου τα Πάθη και την Σταύρωση του Κυρίου. Η Νηστεία κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, «δεν γίνεται για το Πάσχα, ούτε για τον Σταυρό, αλλά για τις αμαρτίες μας….επειδή το Πάσχα δεν είναι υπόθεση Νηστείας και πένθους, αλλά ευφροσύνης και χαράς. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να λέμε ότι πενθούμε για τον Σταυρό. Ούτε για εκείνον πενθούμε. Αλλά για τα δικά μας αμαρτήματα». Επίσης νηστεύουμε για να μιμηθούμε τον Κύριο, ο Οποίος ενήστευσε για σαράντα ημερόνυχτα επάνω στο Σαραντάριον Όρος.
Τώρα «Γιατί σε καιρό νηστείας νηστεύουμε το λάδι και τα ψάρια και τρώμε ελιές και αυγοτάραχο;»
Η παλιά και αληθινή νηστεία συνίσταται στην πλήρη αποχή τροφής ή στην ξηροφαγία. Επειδή όμως αυτή δεν είναι δυνατόν να τηρηθεί στις μεγάλες περιόδους των νηστειών του εκκλησιαστικού έτους, λόγω δύσκολων συνθηκών ζωής ή έλλειψης ζήλου, έχουν στην πράξη επινοηθεί διάφορες διευκολύνσεις, ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της νηστείας από όλους τους πιστούς. Στην αρχαία εποχή οι χριστιανοί μετά την ενάτη ώρα (3 μ.μ.) των νηστήσιμων ημερών κατέλυαν μόνο νερό και ψωμί. Σιγά-σιγά όμως όχι μόνο η διάρκεια της ολοκληρωτικής αποχής από τροφή περιορίστηκε στα συνηθισμένα και στις άλλες μέρες όρια γι αυτό μετατέθηκαν και οι Εσπερινοί της Τεσσαρακοστής και οι Προηγιασμένες το πρωί αλλά και άλλα είδη τροφών άρχισαν να χρησιμοποιούνται, όπως οι καρποί, τα όσπρια, τα οστρακόδερμα, τα μαλάκια κ.ο.κ.
Μέσα στα πλαίσια αυτά μπορεί να κατανοηθεί και το ότι τρώμε ελιές κατά τις ημέρες πού δεν τρώμε λάδι, και αυγοτάραχο κατά τις ημέρες πού απέχουμε από ψάρια. Για το πρώτο μπορούμε να επικαλεστούμε το λόγο ότι οι ελιές τρώγονται ως καρπός, ενώ η απαγόρευση του λαδιού αφορά στα φαγητά πού παρασκευάζονται με λάδι. Για το δεύτερο η δικαιολογία είναι λιγότερο εύλογη, αφού δεν ισχύει το ίδιο για το γάλα ή τα αυγά, αλλά και αυτά απαγορεύονται κατά τις νηστείες μας ως «καρπός… και γεννήματα ών απεχόμεθα» κατά τον 56ο κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου. Γνωρίζω πάντως ευλαβείς χριστιανούς πού κατανοούν ότι πρόκειται για «οικονομία», και κατά τις ημέρες των μεγάλων νηστειών, όπως και την παραμονή πού θα κοινωνήσουν, απέχουν και από ελιές και από αυγοτάραχο.


Είναι αλήθεια πώς αυτή την ερώτηση την ακούμε συχνά από καλοπροαίρετους πιστούς και συχνότερα από μερικούς πού ειρωνεύονται τις νηστείες. Θα μπορούσε και στις δύο περιπτώσεις να υπογραμμιστεί η ελαστικότητα και το φιλάνθρωπο των σχετικών εθίμων και των κανόνων της Εκκλησίας, πού δεν έχουν σκοπό να εξοντώσουν τους ανθρώπους, αλλά να τους βοηθήσουν να ασκηθούν στην εγκράτεια και να κυριαρχήσουν στα πάθη τους. Αν τους σκανδαλίζουν οι τροφές αυτές, μπορούν να απέχουν από αυτές χωρίς κατά τον απόστολο να εξουθενώνουν τους «εσθίοντας» ή να «κρίνουν» (Ρω 14,3) την Εκκλησία για την φιλάνθρωπη τακτική της. Το να αναλάβει η Εκκλησία αγώνα για την εκκαθάριση των σχετικών με τη νηστεία εθίμων και των τροφών πού τρώγονται ή όχι σ αυτήν, ούτε του παρόντος είναι ούτε μπορεί να μείνει πάντοτε μέσα στα όρια της σοβαρότητος. Εκείνο πού πρωτεύει είναι ο τονισμός της ανάγκης της νηστείας και της πνευματικής ωφέλειας πού προέρχεται απ αυτή, καθώς και η προσπάθεια για την κατά το δυνατόν συμμόρφωση των πιστών στις σχετικές εκκλησιαστικές διατάξεις, πού αρκετά έχουν ατονήσει στις μέρες μας




Ιωννου Φουντούλη

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Η καθημερινή μελέτη της Αγίας Γραφής

Όπως η καθημερινή προσευχή, έτσι και η καθημερινή μελέτη της Αγίας Γραφής είναι απαραίτητη για την πνευματική μας ζωή. Με τη μελέτη της Αγίας Γραφής η προσευχή μας γίνεται θερμότερη. Και με την προσευχή μας ο νους μας φωτίζεται για την κατανόηση της Αγίας Γραφής. Εκτός από τα όσα αναφέραμε πιο πάνω, σημειώνουμε και μερικούς ακόμα πρακτικούς τρόπους.
α) Το προσωπικό μας αντίτυπο. Χρειάζεται ν’ αποκτήσουμε πριν απ’ όλα το προσωπικό μας αντίτυπο της Αγίας Γραφής. Αυτή να έχουμε πάντα. Να μην την δανείζουμε. Και μόνον απ’ αυτήν να διαβάζουμε. Έτσι θα αποκτήσουμε με κάθε λέξη προσωπική γνωριμία.
β) Σταδιακό πλησίασμα. Η Αγία Γραφή δεν διαβάζεται όπως όλα τα βιβλία. Κάθε φράση, κάθε λέξη έχει βάθος πολύ, ένα μήνυμα κρυμμένο. Οι πατέρες της Εκκλησίας έχουν δώσει θαυμάσιες ερμηνείες. Και σήμερα έχουμε την δυνατότητα μέσω αυτών των έργων τους, αλλά και σύγχρονων ερμηνευτών να γνωρίσουμε καλύτερα την Αγία Γ ραφή.
γ) «Προσπάθησα αλλά δεν καταλαβαίνω». Η Αγία Γραφή δεν είναι παιδικό βιβλίο, ούτε εύκολο. Γι’ αυτό και θέλει, όπως τονίσαμε, σταδιακό πλησίασμα, όταν συναντάμε κάτι που δεν καταλαβαίνουμε, δεν σταματάμε. Προχωρούμε πιο κάτω. Με τα ερμηνευτικά κείμενα που κυκλοφορούν, μπορούμε να κατανοήσουμε κάθε φορά και περισσότερα πράγματα.

Πολύ ωραία λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Εάν εσύ δεν καταλαβαίνεις, ο διάβολος καταλαβαίνει και τρέμει». Και σ’ άλλο σημείο τονίζει: «Στο δωμάτιο που υπάρχει Ευαγγέλιο τρέμουν να μπουν οι δαίμονες».

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

Που βρίσκεται και τι κάνει η ψυχή μετά το θάνατο;


Ο Χριστός ανασταίνοντας το Λάζαρο, την κόρη του Ιαείρου και το γιο της χήρας της Ναΐν, έδωσε εντολή να επιστρέψει η ψυχή από τον πνευματικό κόσμο στον υλικό και συγκεκριμένα στο σώμα της. Με το θάνατο του σώματος η ψυχή φεύγει και έχοντας αυτοσυνειδησία οδηγείται στον πνευματικό κόσμο. Οι ψυχές, ενθυμούνται όλη τη ζωή τους και μόνες τους κατατάσσουν τον εαυτό τους στον παράδεισο ή στην κόλαση. Γίνεται δηλαδή μια μερική κρίση. Αυτή η πρώτη κρίση δε σημαίνει και την τελεσίδικη δικαίωση ή καταδίκη. Η ολική και τελεσίδικη κρίση θα γίνει κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.
Οι αγαθές ψυχές οδηγούνται στον προθάλαμο του παραδείσου και προγεύονται τη χαρά του σε κάποιο βαθμό. Ο απόστολος Παύλος λέει ότι οι άγιοι δεν απόλαυσαν ακόμα την ουράνια βασιλεία, για να μη λάβουν την τελείωση χωρίς εμάς (Εβρ. 11, 39-40). Οι πονηρές ψυχές οδηγούνται στον προθάλαμο της κόλασης και προγεύονται κι αυτοί τη θλίψη της σε κάποιο βαθμό. Αυτή η περίοδος ζωής των ψυχών μετά το θάνατο του σώματος και πριν την τελική κρίση λέγεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας μας «μέση κατάσταση των ψυχών».
Οι μάρτυρες της Εκκλησίας του πρώτου αιώνα μ.Χ. κατά το όραμα του ευαγγελιστή Ιωάννη στην Αποκάλυψη, δε ζουν ολοκληρωμένα τη χαρά του παραδείσου και ζητούν να γίνει η κρίση και να τιμωρηθούν οι σφαγείς τους. Σ’ αυτούς ήλθε απάντηση να αναπαυθούν λίγο ακόμη περιμένοντας και τη θυσία αυτών που πρόκειται στο μέλλον να θυσιασθούν για το Θεό (Αποκ. 6,9-11). Μετά την κρίση ο Χριστός θα ανοίξει την είσοδο του παραδείσου για τους αγωνιστές χριστιανούς (Ματθ. 25,34).



Από το βιβλίο «Νεανικές Αναζητήσεις – Α’ Τόμος: Ζητήματα πίστεως» (σελ.136), Αρχ. Μαξίμου Παναγιώτου, Ιερά Μονή Παναγίας Παραμυθίας Ρόδου


Πηγές:makkavaios.blogspot.gr

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Άγιος Νικολάος Βελιμίροβιτς: Ποιά είναι η τελευταία μας προσδοκία;


Ποιά είναι η τελευταία μας προσδοκία; Τη νύχτα προσδοκούμε την ημέρα και την ημέρα προσδοκούμε τη νύχτα· και πάλι την ημέρα και πάλι τη νύχτα. Αλλά η προσδοκία αυτή δεν είναι η τελευταία. Ποιά είναι η τελευταία μας προσδοκία, αδελφοί; Σε καιρούς χαράς τρέμουμε περιμένοντας λύπες και σε καιρούς λύπης προσδοκούμε με ελπίδα τη χαρά· και ξανά λύπη και ξανά χαρά. Αλλά καμιά απ’ αυτές τις προσδοκίες δεν είναι η τελευταία μας. Αδελφοί, η τελευταία μας προσδοκία είναι η προσδοκία της Κρίσεως του Θεού. Όταν έλθει η Κρίση του Θεού – η Φοβερά Ημέρα Κυρίου, που έρχεται καιομένη ως κλίβανος (Μαλαχίας 4,1) – όλοι τότε θα λάβουμε αυτό που μας αξίζει: για κάποιους θα είναι η ημέρα η ανέσπερος, που δεν τη διαδέχεται νύχτα, ενώ για άλλους θα είναι νύχτα που δεν τη διαδέχεται ημέρα· χαρά που δεν μεταβάλλεται σε λύπη, για κάποιους· για άλλους λύπη που δεν μεταβάλλεται σε χαρά. Αδελφοί, αυτή είναι η τελευταία προσδοκία για την ανθρωπότητα – είτε το γνωρίζουμε είτε όχι, είτε το σκεπτόμαστε είτε όχι.
Όμως, εσείς οι πιστοί πρέπει να το γνωρίζετε αυτό και πρέπει να το σκέπτεστε. Ας είναι αυτή η γνώση το ζενίθ όλων των γνώσεών σας και ας είναι αυτή η σκέψη οδηγός για όλες τις άλλες σκέψεις σας. Στη γνώση και την περισυλλογή όλων αυτών, προσθέστε ακόμη κάτι πολύ σημαντικό: τη σπουδή σας, ώστε άσπιλοι και αμώμητοι αυτώ ευρεθήναι εν ειρήνη. Σπουδάσατε φιλοπόνως και με ζήλο, να έχετε καθαρό νου και καρδιά, να είσαστε αμώμητοι, για να μην σας τύπτει η συνείδησή σας και να ειρηνεύετε με τον Θεό. Μόνον τότε η τελευταία προσδοκία δεν θα σας τρομάξει με την απροσδόκητη έλευσή της· ούτε θα σας εκσφενδονίσει αίφνης μέσα στη ζοφώδη νύχτα χωρίς ημέρα, ή στη λύπη χωρίς χαρά. Όπως και καθετί άλλο στη ζωή του Κυρίου Ιησού Χριστού ήταν απροσδόκητο για τον άνθρωπο, έτσι απροσδόκητη επίσης θα είναι και η Δεύτερη Έλευσή Του – εν δόξη και δυνάμει πολλή. Απροσδόκητη ήταν η κατά σάρκα Γέννησή Του από την Παρθένο Παναγία· απροσδόκητη ήταν η πτωχεία Του· απροσδόκητη ήταν η θαυματουργία Του και η κάθε λέξη Του, η άκρα ταπείνωσή Του και ο εκούσιος θάνατός Του. Απροσδόκητη θα είναι επίσης η Δευτέρα Παρουσία Του – ένας συγκλονισμός που θα προκαλεί μεγαλύτερο δέος από κάθε άλλον! Ω Κύριε, Δικαιοκρίτα, πώς θα σε συναντήσουμε εμείς, οι οποίοι δεν είμαστε περιβεβλημένοι με την αγνότητα, το ένδυμα το άσπιλο και αμώμητο ή με την ειρήνη; Βοήθησέ μας, Κύριε -ώστε να προετοιμαστούμε όσο καλύτερα γίνεται για τη φοβερή συνάντηση με Εσένα.
Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.




(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδος, Ιούλιος, εκδ. Άθως, σ. 310-312)

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Η δύναμη του λόγου του Θεού- Αυγουστίνος Καντιώτης- Video (δίλεπτο Video)

Στο πολύ μικρὸ ἀπόπασμα τοῦ ντοκυμαντέρ ποὺ θὰ ἀκούσετε, ὁ π. Αὐγουστίνος αναφέρει ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴν δύναμη τοῦ θείου λόγου στὰ Γρεβενά και ἐμεῖς δημοσιεύουμε ἕνα δεύτερο ἀπὸ τὸν ἴδιο τόπο. Το καζάνι του μίσους και των πολιτικών παθών ἔβραζε καὶ στὰ Γρεβενά. Αδελφός σκότωνε αδελφό.
Ο αείμνηστος Αθανάσιος Μησιάκας, θεολόγος, έλεγε με ευγνωμοσύνη:
– Εγώ, αν δεν ερχόταν ο π. Αυγουστίνος στα Γρεβενά τὸ 1946 και δεν τον γνώριζα, θα ήμουνα όχι θεολόγος, αλλά φονιάς.
Μικρό παιδί τότε, είχα ορκιστεῖ να σκοτώσω τον φονιά του πατέρα μου. Ο Θεός, μέσω του π. Αυγουστίνου, με έσωσε.
Μπήκα στο ναό τὴν ὥρα ποὺ μιλοῦσε και συγκλονίστηκα από τα λόγια του. Ζήτησα στο τέλος του κηρύγματος να τον δω. Του είπα τον πόνο μου και τους όρκους για εκδίκησι, που έδωσα. Και μετά την συνάντησι αυτή από φονιάς, που ετοιμαζόμουν να γίνω, έγινα θεολόγος. «Αυτή η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου!».

Ο αδελφός Αθανάσιος, που πολύ γρήγορα έφυγε από αυτόν τον μάταιον κόσμο, στο κάλεσμα του Γέροντος επισκόπου να επανδρώση με ευλαβείς καθηγητάς το Εκκλησιαστικό Γυμνάσιο και Λύκειο της Φλώρινας, υπήκουσε. Εγκτέλειψε την Θεσσαλονίκη και την εργασία του και ήρθε στη Φλώρινα. Υπήρξε μέχρι τέλους πιστός συνεργάτης του π. Αυγουστίνου. Ήταν βαθύς και δυνατός επιστήμονας.