Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2021

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

 


Το κακό το στηρίζει και το κατευθύνει ο διάβολος και με αυτήν την πονηρή δύναμη το κακό τον παραπλανά και τον απομακρύνει από τον Θεό και τον κάνει εχθρό του εαυτού του και των άλλων ανθρώπων. Πρέπει λοιπόν, να ξέρουμε ποια είναι αυτή η εχθρική δύναμη και μάλιστα οι τρεις “δυνατοί άρχοντες του πονηρού διαβόλου”, για να τους πολεμήσουμε και να τους νικήσουμε, πάντοτε με τη βοήθεια του Θεού. Γι’ αυτούς τους τρεις γίγαντες, αλλά και για τον τρόπο κατανικήσεώς τους μας τους εξηγεί ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής με τα εξής:

          “Στην δική μας περίπτωση υπάρχουν τρεις δυνατοί και ισχυροί γίγαντες, πάνω στους οποίους στηρίζεται όλη η εχθρική δύναμη του νοητού διαβόλου. Αυτοί όταν πέσουν κάτω και νεκρωθούν, εύκολα θα εξασθενήσει όλη η δύναμη των πονηρών πνευμάτων. Αυτοί οι τρεις γίγαντες είναι: η άγνοια, μητέρα όλων των κακών, η λησμοσύνη, αδελφή, βοηθός και συνεργάτης της άγνοιας, και τρίτη η ραθυμία, η οποία υφαίνει το σκοτεινό και μαύρο σύννεφο για ένδυμα και σκέπασμα της ψυχής, και η οποία στηρίζει και δυναμώνει τις άλλες δύο και τους δίνει ύπαρξη και φυτεύει στην αμελέστατη ψυχή την κακία και την στερεώνει.

          Από την ραθυμία, την λησμοσύνη και την άγνοια δυναμώνουν τα υποστυλώματα των λοιπών παθών και μεγαλώνουν. Γιατί με το να είναι οι τρεις αυτές κακίες βοηθοί η μια  στην άλλη, αποδεικνύονται ισχυρές δυνάμεις και δυνατοί άρχοντες του πονηρού διαβόλου. Μέσω των οποίων ο στρατός των πονηρών πνευμάτων επιστρέφει και υποστηρίζεται και μπορεί να εκτελεί τις πονηρές βουλές του, και χωρίς αυτές, όσα είπαμε πριν δεν μπορούν να υπάρξουν.

          Αν, λοιπόν, θέλεις να νικήσεις τα πάθη, που αναφέραμε πριν, και να κατατροπώσεις με ευκολία τον στρατό των νοητών αλλοφύλων, αφού συμμαζευτείς στον εαυτό σου με την προσευχή και την βοήθεια του Θεού και αφού βυθιστείς στα βάθη της καρδιάς σου, ξετρύπωσε τους τρεις αυτούς δυνατούς γίγαντες του διαβόλου, την λησμοσύνη, την ραθυμία και την άγνοια, που είναι υποστυλώματα των δαιμόνων μέσω των οποίων επιστρέφουν και τα λοιπά πάθη της κακίας, και ενεργούν και ζουν και δυναμώνουν μέσα στις ψυχές των αμαθών και των φιλήδονων. Και με πολλή προσοχή και επιμέλεια του νου και με την θεία βοήθεια, και αφού βρεις αυτές τις μεγάλες κακίες, που οι άλλοι τις αγνοούν και ούτε φαντάζονται ότι υπάρχουν, αυτές, που είναι πιο καταστρεπτικές  από όλα τα άλλα κακά, πολέμησέ τες με τα όπλα της δικαιοσύνης, που είναι αντίθετα σ’ αυτές. Την λησμοσύνη πολέμησέ την με την αγαθή μνήμη, η οποία ειναι η αιτία όλων των καλών. Την άγνοια πολέμησέ την με την φωτισμένη γνώση, με την οποία η ψυχή ξαναξυπνάει και διώχνει από πάνω της το σκοτάδι της άγνοιας. Την ραθυμία πολέμησέ την με την προθυμία, που είναι  όπλο άριστο να βάλει σε τάξη και να σπρώξει την ψυχή προς την σωτηρία”.

          “ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ”, Π. Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΣ

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2021

23 Σεπτεμβρίου 1821: Η άλωση της Τριπολιτσάς

 

Μία από τις σημαντικότερες επιτυχίες των επαναστατημένων Ελλήνων επί των Τούρκων τους πρώτους μήνες του Αγώνα, ίσως η σημαντικότερη, ήταν η άλωση της Τριπολιτσάς (Τρίπολης), στις 23 Σεπτεμβρίου 1821.

O Stefano Magno στο έργο του «Estratti degli Annali Veneti» («Αποσπάσματα των Χρονικών της Βενετίας»), το 1467,   αναφέρει την Dropoliza,(Ντροπολιτσά) ως ένα από τα ερειπωμένα κάστρα της Πελοποννήσου. Το ίδιο όνομα χρησιμοποιείται και σε χάρτες του 16ου αιώνα. Ο άσημος αρχικά οικισμός, άρχισε να αναπτύσσεται μετά την κατάληψη του Μουχλίου (βυζαντινής πόλης της Αρκαδίας) από τους Οθωμανούς (1458), όμως σπανιότατα μνημονεύεται τους δύο πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας. Μετά τα μέσα του 17ου αιώνα και ιδιαίτερα μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Βενετούς (1699), υπάρχουν μαρτυρίες για πρόσωπα που κατάγονταν από την πόλη.

Η ανακατάληψη του Μοριά από τους Οθωμανούς το 1715, ήταν καθοριστικής σημασίας για την Τριπολιτσά, η οποία το 1719 έγινε έδρα του Πασά της Πελοποννήσου, του Μόρα-Βαλεσή.


Η Τριπολιτσά τις παραμονές της Επανάστασης

Στις 9 Νοεμβρίου 1820, μπήκε στην Τριπολιτσά με κάθε επισημότητα, ο νέος Μόρα-Βαλεσή Χουρσίτ πασάς. Η αποστολή του ικανότατου Χουρσίτ από την Υψηλή Πύλη έγινε, καθώς πλήθαιναν οι φήμες για επικείμενη εξέγερση των Ελλήνων. Ο σουλτάνος όμως την ίδια εποχή, αντιμετώπιζε κι ένα άλλο, υπαρκτό και σοβαρότατο πρόβλημα: τον Αλή πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος «απασχολούσε» περισσότερους από 80.000 άνδρες που πολιορκούσαν την πρωτεύουσα της Ηπείρου από το καλοκαίρι του 1820.

Στις 6 Ιανουαρίου 1821, ο Χουρσίτ διατάχθηκε να μεταβεί στην Ήπειρο για να τεθεί επικεφαλής των επιχειρήσεων εναντίον του Αλή. Αντικαταστάτης του ορίστηκε ο Μεχμέτ Σαλήχ, ο οποίος δεν είχε ούτε τις ικανότητες του Χουρσίτ, ούτε τις απαραίτητες στρατιωτικές δυνάμεις για να καταπνίξει ενδεχόμενη επαναστατική κίνηση.

Η μυστική άφιξη στη Μεσσηνία των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Χρήστου Αναγνωσταρά, καθώς και η απροθυμία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη να τους συλλάβει, θορύβησαν ακόμα περισσότερο τους Τούρκους.

Σύντομα, προδόθηκε η λειτουργία των μπαρουτόμυλων των αδελφών Σπηλιωτόπουλων στη Δημητσάνα και η παραγωγή πυρίτιδας πάνω από το επιτρεπόμενο όριο.

Επίσης έγινε γνωστό ότι στη Βοστίτσα (Αίγιο), είχαν συγκεντρωθεί πρόκριτοι και αρχιερείς των επαρχιών Αχαΐας, Καλαβρύτων και Βοστίτσας, οι οποίοι είχαν μαζί τους μεγάλη συνοδεία από ένοπλους σωματοφύλακες.

Οι Τούρκοι τότε, εφάρμοσαν την πάγια, σε περιπτώσεις πολιτικών αναταραχών, τακτική τους. Τη σύλληψη ομήρων. Φοβούμενοι ελληνική εξέγερση, έστειλαν στα μέσα Φεβρουαρίου 1821, ταχυδρόμους σε όλες τις πόλεις του Μοριά, ζητώντας από αρχιερείς και προκρίτους να μεταβούν στην Τριπολιτσά, με σκοπό, τάχα, να συσκεφθούν υπό τον καϊμακάμη (υποδιοικητή), για σπουδαία ζητήματα.

Ήταν φανερό, ότι όσοι μετέβαιναν στην Τριπολιτσά, θα κρατούνταν ως όμηροι, για να μείνουν «ακέφαλοι οι ραγιάδες». Οι περισσότεροι από όσους «προσκλήθηκαν», αποφάσισαν να ανταποκριθούν στο κάλεσμα. Θεωρούσαν ότι δεν θα έμεναν όμηροι για πολλές μέρες και ότι έτσι θα διασκέδαζαν τις ανησυχίες του Μεχμέτ Σαλήχ.

Έτσι, στην Τριπολιτσά πήγαν: ο Θεόδωρος Δεληγιάννης, ο επίσκοπος Μονεμβασιάς Χρύσανθος, ο Πανάγος Κυριακός, ο Μήτρος Ροδόπουλος, ο επίσκοπος Κορίνθου Κύριλλος, ο Σωτήρης Νοταράς, ο επίσκοπος Αργολίδος Γρηγόριος, ο επίσκοπος Δημητσάνας φιλόθεος και πολλοί ακόμα. Μόλις έφτασαν στην πόλη, έσπευσαν να καθησυχάσουν τον Μεχμέτ Σαλήχ, λέγοντάς του ότι οι φήμες για εξέγερση οφείλονταν σε ραδιουργίες του Αλή πασά. Υπήρχαν όμως και κάποιοι που δεν πήγαν στην Τριπολιτσά: ο Ανδρέας Ζαΐμης, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, ο Σωτήρης Χαραλάμπης, ο Ανδρέας Λόντος και ο Παναγιώτης Κρεββατάς. Ο πλέον επιφανής πρόκριτος Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, έλαβε πρόσκληση αλλά δεν πήγε στην Τριπολιτσά. Έστειλε όμως τον γιο του Αναστάση και τον ανιψιό του Πανάγο Πικουλάκη, κάτι που καθησύχασε τον Μεχμέτ Σαλήχ.

Όμως, στις 23 Μαρτίου 1821, ο Κολοκοτρώνης, ο Παπαφλέσσας, ο Νικηταράς, ο Πετρόμπεης, ο Αναγνωσταράς και ο Μούρτζινος, κατέλαβαν χωρίς αντίσταση την Καλαμάτα. Ο Κολοκοτρώνης, στο πολεμικό συμβούλιο που ακολούθησε, ανέπτυξε το σχέδιό του για την πολιορκία της Τριπολιτσάς, του βασικού κέντρου των Τούρκων στον Μοριά.
Η νευραλγική θέση της πόλης, την καθιστούσε διοικητικό, στρατιωτικό και συγκοινωνιακό κέντρο. Μέσα στην Τριπολιτσά, κατοικούσαν 35.000 μουσουλμάνοι, χριστιανοί και Εβραίοι. Επίσης υπήρχαν και 8.000 πρόσφυγες Τούρκοι από την υπόλοιπη Πελοπόννησο, που έφτασαν εκεί μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης. Η αρχική φρουρά της πόλης, αποτελούνταν από 7.000 στρατιώτες. Υπήρχαν ακόμα 3.000 ένοπλοι από το Φανάρι (της Ολυμπίας), την Καρύταινα, τον Μυστρά και το Λεοντάρι, καθώς και 900 σωματοφύλακες των αγάδων.

Λόγω της γενικής συνέλευσης με τους πρόκριτους και τους αρχιερείς αλλά και των επαναστατικών γεγονότων που ακολούθησαν, στην Τριπολιτσά βρισκόταν επιφανείς Τούρκοι αξιωματούχοι της Πελοποννήσου: ο Κιαμήλ μπέης της Κορίνθου, ο Μπινά Εμίνης, ο Σεΐχ Νετσήπ εφέντης κ.ά. Όσο η πόλη βρισκόταν σε τουρκικά χέρια, θα αποτελούσε μια μόνιμη απειλή για την επανάσταση. Όμως οι άλλοι οπλαρχηγοί δεν δέχτηκαν την πρόταση του Κολοκοτρώνη.

Ο διασκορπισμός από τη φρουρά της Τριπολιτσάς των Ελλήνων που πολιορκούσαν την Καρύταινα και η διάλυση δύο στρατοπέδων στην Πιάνα (6 Απριλίου 1821) και στο Βαλτέτσι (24 Απριλίου 1821), τους έκαναν να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους. Σε νέο συμβούλιο των επαναστατών ανατέθηκε η αρχιστρατηγία των αρμάτων της επαρχίας Καρύταινας στον Κολοκοτρώνη, ο οποίος δημιούργησε στρατόπεδα στην Πιάνα, το Χρυσοβίτσι και το Βαλτέτσι.


Τουρκικές ενισχύσεις στον Μοριά

Όταν έφτασαν τα νέα στην Κωνσταντινούπολη, η Υψηλή Πύλη έδωσε διαταγή στον Χουρσίτ πασά να καταπνίξει την επανάσταση.

Ο Χουρσίτ εκτός των άλλων, είχε και προσωπικούς λόγους να εξουδετερώσει τους επαναστάτες, καθώς στην Τριπολιτσά βρισκόταν η σύζυγος, το χαρέμι και οι θησαυροί του. Διέταξε τους στρατηγούς Κιοσέ Μεχμέτ και Ομέρ Βρυώνη να μεταβούν στην Πελοπόννησο μέσω Θεσσαλίας, Στερεάς Ελλάδας και Ισθμού, ενώ ταυτόχρονα έστειλε τον ικανό αξιωματικό και έμπιστό του Μουσταφάμπεη να κινηθεί μέσω της Αιτωλοακαρνανίας και του Ρίου, επικεφαλής 3.500 Αλβανών, προς την Τριπολιτσά.

Ο Χουρσίτ είχε την εντύπωση ότι δεν υπήρχε γενικευμένη εξέγερση, αλλά ότι οι πρόκριτοι και οι αρχιερείς του Μοριά, μετά την πρόσκληση που έλαβαν απ’ τον Μεχμέτ Σαλήχ, φοβούμενοι για τις ζωές τους, είχαν οργανώσει κάποια μικρή ανταρσία σε συνεργασία με τους παλιούς κλέφτες της Πελοποννήσου. Πίστευε ακόμα ότι θα κατάφερναν οι Αλβανοί με τον Μουσταφάμπεη, να αντιμετωπίσουν τους επαναστάτες μέχρι να φτάσουν ισχυρότερες τουρκικές δυνάμεις.

Ο Μουσταφάμπεης πέρασε από την Αιτωλοακαρνανία χωρίς καμία αντίσταση. Με τα αλιευτικά πλοιάρια του Μεσολογγίου έφτασε στο Ρίο. Έστειλε απεσταλμένους σε όλη την Αχαΐα με υποσχέσεις για αμνηστία και αφού λεηλάτησε την Πάτρα, κατευθύνθηκε προς τη Βοστίτσα (Αίγιο).

Οι σκορπισμένοι σε πολλά μέρη Έλληνες, δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τον Μουσταφάμπεη, ο οποίος έκαψε τη Βοστίτσα, εξουδετέρωσε τους πολιορκητές του Ναυπλίου και του Ακροκορίνθου και εισήλθε πανηγυρικά στην Τριπολιτσά στις 6 Μαΐου, με πολλά λάφυρα και αιχμαλώτους.

Οι Τούρκοι κάτοικοι της πόλης τον υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό, πιστεύοντας ότι η ελληνική εξέγερση είχε καταπνιγεί.

Στην Τριπολιτσά όμως, ο Μουσταφάμπεης παρέμεινε αδρανής, καθώς περίμενε μάταια τις δηλώσεις υποταγής που είχε ζητήσει, ενώ πίστευε ότι οι ελληνικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν. Λέγεται μάλιστα, ότι ζούσε κι ένα φλογερό έρωτα με μια από τις χανούμισσες του χαρεμιού του Χουρσίτ…Οι ελληνικές δυνάμεις όμως στο διάστημα αυτό, άδραξαν την ευκαιρία και (ανα) διοργανώθηκαν. Στις 12 Μαΐου, αντιστάθηκαν με επιτυχία στο Βαλτέτσι, στην επίθεση που δέχτηκαν από τη φρουρά της Τριπολιτσάς, ενώ η νίκη στα Δολιανά στις 18 Μαΐου έσφιξε τον κλοιό γύρω από την πόλη και ουσιαστικά σηματοδότησε την αρχή της πολιορκίας της.

Η πολιορκία της Τριπολιτσάς

Την εποχή εκείνη, εκτός από το κύριο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη στους Αγίους Θεοδώρους, υπήρχε από την ίδια πλευρά, δυτικά της πόλης, το στρατόπεδο του Αγίου Βλάση, ενώ βόρεια υπήρχαν τα στρατόπεδα της Αγίας Παρασκευής και της Επάνω Χρέπας, το οποίο διαλύθηκε, καθώς οι Καλαβρυτινοί αγωνιστές που το αποτελούσαν, στρατοπέδευσαν βορειότερα, στη θέση Δεμέστιχα για να αντιμετωπίσουν πιθανή τουρκική επίθεση στην πόλη τους. Στα νότια της Τριπολιτσάς ιδρύθηκε στρατόπεδο στη θέση Θάνα, μετά την ελληνική νίκη εκεί. Είχε προηγηθεί στις 5 Ιουνίου, και άλλη ελληνική νίκη στον Άγιο Βλάση. Ανατολικά της Τριπολιτσάς, στους πρόποδες του όρους Παρθένι, υπήρχαν στρατόπεδα από Κυνουραίους, Μονεμβασίτες και Μανιάτες στα χωρία Ρίζες, Βερτσοβά και Στενό. Βορειότερα, κοντά στα Τσιπιανά, προς το βουνό Καπνίστρα υπήρχε το στρατόπεδο των Αργείων. Από τον Ιούνιο η πολιορκία άρχισε να οργανώνεται καλύτερα.
Σημαντική ήταν η προσφορά των κατοίκων της Δημητσάνας, που κατόρθωναν να παράγουν στους περίφημους μπαρουτόμυλούς της, 500 κιλά πυρίτιδα την ημέρα. Εκτός από μολύβι, χρησιμοποιήθηκαν τότε και πολλά βιβλία και χειρόγραφα της περίφημης βιβλιοθήκης της Δημητσάνας μεγάλης ιστορικής αξίας. Ήταν όμως αναγκαίο κακό και έσχατη λύση για την κατασκευή της πυρίτιδας.

Στο μεταξύ, οι πολιορκητές έκοψαν τη ροή των υδάτων από τα βουνά προς τα δύο υδραγωγεία, στους Κήπους και τους Μύλους, δημιουργώντας έτσι τεράστιο πρόβλημα ύδρευσης στους πολιορκημένους της Τριπολιτσάς.

Η πολιορκία σφίγγει…

Στα τέλη Ιουνίου, ο Κολοκοτρώνης και οι περισσότεροι οπλαρχηγοί, έφυγαν για το Άστρος, προκειμένου να υποδεχθούν τον πρίγκιπα Δημήτριο Υψηλάντη. Στο στρατόπεδο των Αγίων Θεοδώρων, επικεφαλής έμεινε ο Πάνος Κολοκοτρώνης, που νίκησε τους Τούρκους που επιχείρησαν έξοδο από την Τριπολιτσά. Στις 2 Ιουλίου, ο Υψηλάντης έφτασε στα Τρίκορφα, όπου του έγινε αποθεωτική υποδοχή. Οι Τούρκοι θορυβήθηκαν και γιατί συνέδεσαν τον ερχομό του με επικείμενη ρωσική επίθεση. Οι συγκεντρωμένοι Έλληνες, ξεπερνούσαν τις 7.000. Τις παραμονές της άλωσης της Τριπολιτσάς, ξεπέρασαν τις 10.000. Ο Υψηλάντης οργάνωσε καλύτερα τους άντρες στα στρατόπεδα και δημιούργησε ειδικά αποσπάσματα για ενέδρες, προφυλακές και περιπολίες.

Το τείχος της Τριπολιτσάς, είχε περίμετρο 3,5 χιλιόμετρα, ύψος 5,5 μέτρα, «έκλεινε» έκταση 1.320.000 τ.μ. και διέθετε επτά πύλες. Σε κάθε πύλη υπήρχε πυργίσκος με πυροβόλο. Οι Τούρκοι διέθεταν 30 πυροβόλα, 18 από τα οποία ήταν σε άριστη κατάσταση και εκπαιδευμένους πυροβολητές.
Εκτός από τα πυροβόλα των τειχών, υπήρχαν και άλλα πάνω στη λεγόμενη Μεγάλη Τάπια (τάπια και ντάπια = οχύρωμα), ένα μικρό φρούριο φτιαγμένο σ’ ένα ύψωμα στη νοτιοδυτική πλευρά του τείχους. Αυτά τα πυροβόλα παρεμπόδιζαν κάθε ελληνική προσπάθεια για προώθηση. Ωστόσο οι Έλληνες κατασκεύασαν ένα μεγάλο προμαχώνα απέναντι από τη Μεγάλη Τάπια, στη θέση Κάρτσοβα και εγκατέστησαν εκεί ένα τμήμα πολεμιστών από τον Μυστρά που με εύστοχες βολές ανάγκασαν τους Τούρκους να σταματήσουν να πυροβολούν.

Τα ελληνικά πυροβόλα όμως, ήταν σε κακή κατάσταση. Η περίφημη «Κοψαχείλα» που μεταφέρθηκε από τον Μυστρά, αχρηστεύθηκε σύντομα από τους αδέξιους χειρισμούς των Ελλήνων. Ο Ιταλός τυχοδιώκτης Τόσι, που εμφανίστηκε ως ειδικός στον χειρισμό πυροβόλων και οι Γάλλοι φιλέλληνες Ρεμπό και Βουτιέ, δεν μπόρεσαν να προσφέρουν ουσιαστικές υπηρεσίες.
Τη νύχτα της 9ης προς τη 10η Αυγούστου, 6.000 Τούρκοι πεζοί και ιππείς με επικεφαλής τον Μουσταφάμπεη βγήκαν από την Τριπολιτσά και κινήθηκαν προς τα χωριά της περιοχής του Λουκά και των Τσιπιανών για να τα λεηλατήσουν. Ο ευφυής Κολοκοτρώνης, είχε δώσει εντολή λίγες μέρες πριν, να φτιαχτεί μια γράνα (τάφρος) στο στενό απ’ όπου περνούσε ο δρόμος για το Λεβίδι και τα Καλάβρυτα. Οι Τούρκοι, αφού λεηλάτησαν μερικά χωριά και αποκόμισαν πολλά λάφυρα, επέστρεφαν στην Τριπολιτσά. Παράλληλα, ο αδελφός του Μουσταφάμπεη Αλή Βεγής, βγήκε από την πόλη για να του εξασφαλίσει την επιστροφή του.

Μετά από σκληρές μάχες, 2.000 Έλληνες αγωνιστές συνέτριψαν τις τουρκικές δυνάμεις. Πολλοί Τούρκοι παγιδεύτηκαν στη Γράνα. Ο Αλή Βεγής και άλλοι 400 σκοτώθηκαν. Οι Έλληνες είχαν 29 νεκρούς και 26 τραυματίες. Οι απώλειες των Τούρκων θα ήταν πολύ μεγαλύτερες, αν οι Έλληνες αγωνιστές δεν ασχολούνταν περισσότερο με τη λαφυραγωγία. Έτσι έληξε ο περίφημος «πόλεμος της γράνας» που ήταν καθοριστικός για την έκβαση της πολιορκίας της Τριπολιτσάς. Η μάχη διήρκησε μια ώρα. Σ’ αυτήν, διακρίθηκαν ιδιαίτερα ο Ιωάννης Νταγρές, ο Αθανάσιος Κίντζιος και οι Επτανήσιοι σωματοφύλακες του Κολοκοτρώνη που, όπως αναφέρει ο Φωτάκος «έκαμαν πολύ φόνο εις τους Τούρκους, διότι ήταν συνηθισμένοι στο τουφέκι ως κυνηγοί».

Οι Έλληνες όμηροι της Τριπολιτσάς

Στο μεταξύ οι Έλληνες πρόκριτοι και αρχιερείς που αρχικά ζούσαν υπό απλή επιτήρηση, σε διάστημα ενός μήνα μπήκαν σε οδυνηρή δοκιμασία.

Στα μέσα Απριλίου, όταν πλέον ήταν φανερό ότι είχε ξεσπάσει ελληνική επανάσταση, αποκεφαλίστηκαν ο ανιψιός ενός προεστού και ένας υπηρέτης.

Οι υπόλοιποι φυλακίστηκαν. Εξαιρέθηκαν ο επίσκοπος Κορίνθου Κύριλλος, ο Σωτήρης Νοταράς, ο Δημήτριος Ροδόπουλος, ο Ανδρέας Καλαμογδάρτης και ο Αναστάσης Μαυρομιχάλης. Την επόμενη μέρα, δολοφονήθηκαν 18 φυλακισμένοι σωματοφύλακες των Ελλήνων, ενώ αρχιερείς και προεστοί (38 άτομα συνολικά), κλείστηκαν σε φυλακή για εγκληματίες. Αυτή είχε εμβαδόν 95 τ.μ. και ένα μόνο μικρό παράθυρο. Δυο υπηρέτες είχαν ελεύθερα τα χέρια. Οι υπόλοιποι ήταν δεμένοι όλοι μαζί με μιαν αλυσίδα από τον λαιμό (ξεχωριστά οι πρόκριτοι – αρχιερείς και ξεχωριστά οι υπηρέτες), έτσι ώστε όταν σηκωνόταν κάποιος να σηκώνονται όλοι μαζί του.

Επί πέντε μήνες, με ελάχιστη τροφή, πέρασαν αυτό το μαρτύριο. Μόνο δύο φορές βγήκαν από τη φυλακή για μικρό χρονικό διάστημα! Μέσα στο κελί, πέθαναν ο επίσκοπος Μονεμβασίας Χρύσανθος και ένας διάκονος. Όταν τελικά οι Τούρκοι τους αποφυλάκισαν, στις 10 Σεπτεμβρίου, η εικόνα τους ήταν τραγική. Ρακένδυτοι, γεμάτοι ψείρες, σκελετωμένοι από την ασιτία, «περισσότερο σκιές ανθρώπων παρά πραγματικοί άνθρωποι», γράφει ο Σπυρίδων Τρικούπης. Έξι πέθαναν την ίδια μέρα της αποφυλάκισής τους. Ανάμεσά τους τρεις αρχιερείς, ο Ναυπλίου Γρηγόριος, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός και ο Δημητσάνης Φιλόθεος. Δυο προεστοί, ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης και ο Ιωάννης Περρούκας, ξεψύχησαν καθώς γύριζαν στα σπίτια τους.

Νωρίτερα, οι Τούρκοι υποχρέωσαν τους ομήρους, να υπογράψουν επιστολή προς τους αρχηγούς της πολιορκίας η οποία ρίχτηκε από μία έπαλξη του φρουρίου. Σ’ αυτή, οι έγκλειστοι καλούσαν  τους επαναστάτες να εγκαταλείψουν τον αγώνα, βεβαιώνοντας τους ότι αν καταθέσουν τα όπλα, θα εξασφάλιζαν τη συγχώρηση και την αμνηστία του σουλτάνου. Ωστόσο, οι Έλληνες οπλαρχηγοί κατάλαβαν ότι αυτά είχαν γραφτεί μετά από τουρκικές πιέσεις και απάντησαν ότι ήταν αμετάπειστοι στην απόφαση να ελευθερωθούν ή να πεθάνουν και τόνιζαν ότι αν οι Τούρκοι ήθελαν να φύγουν, οι Έλληνες ήταν διατεθειμένοι να τους διευκολύνουν.

Η άλωση της Τριπολιτσάς

Οι πολιορκημένοι βρίσκονταν σε τραγική θέση. Μεταξύ τους υπήρχαν διαφορετικές απόψεις για το τι έπρεπε να κάνουν. Ο κεχαγιάμπεης, ο καϊμακάμης Μεχμέτ Σαλήχ και η «πρώτιστη» γυναίκα του Χουρσίτ Εσμά Χανούμ, πίστευαν ότι έπρεπε να φύγουν προς το Ναύπλιο.

Οι ντόπιοι Τούρκοι αξιωματούχοι καθώς και οι Σεΐχ Νετζίπ εφέντης, Δεφτέρ – Κεχαγιάς και ο Κιαμήλ της Κορίνθου, πίστευαν ότι έπρεπε να συνθηκολογήσουν. Αλλά και οι Αλβανοί, υπό τους Ελμάζ μπέη και Βελή μπέη Κογιάτσα, ήθελαν ξεχωριστές διαπραγματεύσεις με τους Έλληνες, για να διαφύγουν και να εξασφαλίσουν τις περιουσίες τους.

Οι Έλληνες πλέον, κανόνιζαν τη διανομή των λαφύρων μετά τη διαφαινόμενη πτώση της Τριπολιτσάς. Στις 13 Σεπτεμβρίου, ο Δ. Υψηλάντης μαζί με τους γιους του Θ. Κολοκοτρώνη Πάνο και Ιωάννη (Γενναίο), έφυγαν με 1.000 άνδρες για τον Κορινθιακό Κόλπο, όπου πλησίαζε ο τουρκικός στόλος. Άλλοι 1.000, με επικεφαλής τον Σωτήρη Χαραλάμπη, κινήθηκαν προς τα Καλάβρυτα για να τα προστατεύσουν.

Οι διαπραγματεύσεις Ελλήνων και Τούρκων δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Αντίθετα, στις 18 Σεπτεμβρίου οι Αλβανοί έστειλαν τον Ελμάζ Βεγή στον Κολοκοτρώνη και συμφώνησαν να αποχωρήσουν ένοπλοι προς την Ήπειρο, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να μην πολεμήσουν πάλι εναντίον των Ελλήνων.

Ο Κολοκοτρώνης είχε λάβει έκκληση Σουλιωτών και Ακαρνάνων οπλαρχηγών υπέρ των πολιορκημένων Αλβανών (ως ομοεθνών των συμμάχων τους στην Ήπειρο), έγραφε στις 21 Σεπτεμβρίου στους Υδραίους πρόκριτους ότι συμφωνήθηκε με τους Αλβανούς «άφεσις ανεπηρέαστος της εξόδου των δια την Ρούμελην προς τον Αλή πασάν» και προσέθετε ότι «αφού συν Θεώ απαλλαγώμεν των Αλβανιτών, ελπίζουμε εντός ολίγου την καταστροφήν των εγχωρίων».
Την Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 1821 κι ενώ το έγγραφο για την αναχώρηση των Αλβανών δεν είχε ακόμα υπογραφεί καθώς προέκυψαν διαφωνίες μεταξύ Κολοκοτρώνη και Αναγνωσταρά, ενώ παράλληλα ο κεχαγιάμπεης είχε καλέσει τους αξιωματούχους σε σύσκεψη, ένας απλός στρατιώτης, ο Μανόλης Δούνιας από τον Πραστό της Κυνουρίας, έπεισε ένα γνωστό του Τούρκο που βρισκόταν σε προμαχώνα του τείχους κοντά στην πύλη του Ναυπλίου, πως θα τον προστατεύσει μετά την πτώση της Τριπολιτσάς, ανέβηκε στα τείχη με δυο συντρόφους του και τον εξουδετέρωσε πριν προλάβει να αντιδράσει.

 Αμέσως μετά, συνάδελφοι τους από τον Άγιο Πέτρο της Κυνουρίας, με σχοινιά ανέβηκαν στα τείχη και μπήκαν στην πόλη. Άνοιξαν την πύλη του Ναυπλίου, απ’ όπου μπήκαν πολλοί άνδρες των σωμάτων του Ζαφειρόπουλου, του Κονδάκη, του Βαλσαμή και άλλων που έσπευσαν να ανοίξουν και τις άλλες πύλες. Παράλληλα, έστρεψαν ένα τουρκικό κανόνι προς το εσωτερικό της πόλης χτυπώντας τους Τούρκους.

Σημαντικοί οπλαρχηγοί, όπως ο Παπατσώνης, ο Γιατράκος, ο Κεφάλας, ο Κρεββατάς και ο επίσκοπος Βρεσθένης που μπήκαν στην πόλη, κατά τον Φιλήμονα ύψωσαν την ελληνική σημαία στο μέγαρο του μουσταφάμπεη. Μέσα στη γενική σύγχυση, οι Αλβανοί που δεν είχαν φύγει ακόμα, κινδύνευαν να σκοτωθούν.

Με προσωπική παρέμβαση του Κολοκοτρώνη και με τη συνοδεία-ομηρία Ελλήνων υπό τον Πλαπούτα όμως, έφυγαν προς τα Καλάβρυτα, τη Βοστίτσα και στη συνέχεια την Αιτωλοακαρνανία και την Ήπειρο.

Η αποχώρηση αυτή συντέλεσε στη γρήγορη εξουδετέρωση των πολιορκημένων.

Οι  λεηλασίες και οι σφαγές στην Τριπολιτσά

Το τι ακολούθησε μετά την είσοδο και άλλων Ελλήνων στην πόλη, είναι απερίγραπτο. Ο Θ. Κολοκοτρώνης, γράφει:

«Το ασκέρι όπου ήτον μέσα το ελληνικό έκοβε (=έσφαζε) και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακήν γυναίκες, παιδιά και άντρες τριάντα δύο χιλιάδες, μια ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς. Ένας Υδραίος έσφαξε ενενήντα. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατό. Έτσι πήρε τέλος. Τελάλη, να παύσει ο σφαγμός».

Ο αυτόπτης μάρτυρας Μιχαήλ Οικονόμου, γράφει:

«Εις τε τα μέρη ταύτα και εντός της πόλεως εις τας οδούς και αυλάς, επί πολλάς τινας ημέρας έκειντο τα πτώματα άταφα μένοντα και θέαμα οικτρόν και ελεεινόν (ικανοποιούν άλλως το πνεύμα της εθνικής εκδικήσεως). Καθώς τα πτώματα δεν ενταφιάστηκαν έγκαιρα, ενέσκηψε λοιμός «και πολλήν προξενήσασαν θραύσιν (κατά θείαν ίσως δίκην ή συγχώρησιν…»), γράφει ο Οικονόμου.

Ο Άγγλος Τζορτζ Φίνλεϊ που έζησε στη μετεπαναστατική Ελλάδα και μπλέχτηκε σε δίκη για ένα οικόπεδο απέναντι από τον Εθνικό Κήπο, γράφει:
«Σπάνια, ανθρώπινα όντα έχουν διαπράξει τόσες πολλές κακουργίες σε ίσο αριθμό συνανθρώπων τους, από όσες διαπράξανε οι νικητές σ’ αυτή την περίπτωση».
Ο αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος Φραντζής, χρησιμοποιώντας «δικολαβίστικη δικαιολογία», κατά τον Σ. Καργάκο, αποδίδει τις σφαγές και τις αρπαγές στην περιφρονητική στάση των Τούρκων, ακόμα και μετά την πτώση της πόλης, προς τους Έλληνες.

Ο Φωτάκος όμως παραδέχεται την πραγματικότητα:

«Ουδείς αρνείται το κακόν και ημείς απέχομεν πάσης υπερασπίσεως».

Παρά την εκδικητική μανία των Ελλήνων, οι επίσημοι Τούρκοι αξιωματούχοι έμειναν αλώβητοι, καθώς τους προστάτευσαν οι οπλαρχηγοί.
Χαρακτηριστικό είναι ακόμα, ότι και οι Εβραίοι της Τριπολιτσάς σφαγιάστηκαν, σε αντίποινα για τη στάση τους απέναντι σε χριστιανικούς πληθυσμούς.

Υπήρχαν και εξαιρέσεις: «Και όμως, έπειτα από όλα αυτά, την οικογένειαν του Χανάμ πλουσίου Εβραίου και καλού και αγαθού δεν την έβλαψαν, αλλά την έβγαλαν έξω της πόλεως την προηγουμένην της εφόδου ημέραν δια της μεσιτείας του Αναγνώστη Ζαφειρόπουλου, φίλου του Κολοκοτρώνη, και δια την έξοδον ταύτην και εγώ συνετέλεσα. Ένα δε άλλον Ιουδαίον Λευί ονομαζόμενον πλούσιον επίσης και καλόν άνθρωπον, έσωσε ο Κολοκοτρώνης μετά την έφοδον» (Φωτάκος).

Εξισλαμισμένοι Έλληνες αλλά και Έλληνες που συνεργάστηκαν με τους Τούρκους, όπως ο Σωτήρης Κουγιάς, βρήκαν τραγικό θάνατο. Το σπίτι όπου είχε κλειστεί ο διαβόητος αξιωματικός Αλή Τσεκούρας με πολλούς στρατιώτες πυρπολήθηκε, όπως κι ένα άλλο οίκημα όπου είχαν οχυρωθεί δερβίσηδες (Οθωμανοί ιερωμένοι) και πυροβολούσαν εναντίον των Ελλήνων.

Ως τις 26 Σεπτεμβρίου που σίγησε και παραδόθηκε και η τελευταία εστία αντίστασης, η Μεγάλη Τάπια, πάνω από 25.000 Οθωμανοί κάτοικοι της Τρίπολης είχαν σκοτωθεί. Άλλοι 8.000 αιχμαλωτίστηκαν από τους Έλληνες. Μόνο 38 κατάφεραν να διαφύγουν στην αρχή της πολιορκίας προς την Αργολίδα. Οι ελληνικές απώλειες ήταν μικρές. Ίσως περισσότεροι από 100 άνδρες που γράφει ο Κολοκοτρώνης ή και 300 που αναφέρουν άλλες πηγές.
Στις 30 Σεπτεμβρίου επέστρεψε στην Τριπολιτσά ο Δ. Υψηλάντης και φρόντισε για την αποκατάσταση της τάξης, την καθαριότητα της πόλης και την προστασία των αιχμαλώτων.

Ο αντίκτυπος της άλωσης της Τριπολιτσάς-Τι γράφουν Τούρκοι ιστορικοί;

 Όπως αναφέραμε, οι λεηλασίες και οι σφαγές στην Τριπολιτσά, προκάλεσαν άσχημη εντύπωση και πολλά αρνητικά σχόλια στο εξωτερικό. Όμως και Έλληνες ιστορικοί, όπως ο Γιάννης Κορδάτος, επικρίνουν σφοδρά τον Κολοκοτρώνη.

«Αυτός με την Μπουμπουλίνα όχι μόνο αρπάξανε από τις Τουρκάλες και τις Εβραίσσες τα πιο πολύτιμά τους χρυσαφικά αλλά και διατάξανε γενική σφαγή για να μπορέσουν να πλιατσικολογήσουν ελεύτερα και με την ησυχία τους».

Ποιος όμως θα μπορούσε να συγκρατήσει τον στρατιώτη που είχε χάσει τον αδερφό του λίγες μέρες πριν σε μάχη και ήταν από τους πρώτους που ξεκίνησαν τις σφαγές;

Ή τους συγγενείς του Δεληγιάννη, που τον παρέλαβαν νεκρό μετά από 5 μήνες εξευτελιστικής ομηρίας; Ή τους Αϊβαλιώτες πολεμιστές, που έχασαν δεκάδες συμπατριώτες τους από τις σφαγές των Τούρκων; Ποιος απ’ όλους δεν θα σκεφτόταν τις σφαγές αθώων Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, με σημαντικότερη εκείνη του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’;

Και οι Τούρκοι ιστορικοί όμως όπως ο Δζεβδέτ πασάς, είναι λάβροι εναντίον των συμπατριωτών τους.

Ο ιστορικός Γιουσούφ βέης, προχώρησε ένα βήμα παραπέρα: «Ο λαός ούτος (ενν. οι Τούρκοι), ήτο έκδοτος εις την μέθην, εις την ηδυπάθειαν και εις τον έκλυτον βίον. Είχε καταντήσει να θεωρούνται επιτρεπτά δι’ αυτούς όλα τα ανοσιουργήματα και όλαι αι ανηθικότητες ώστε μοι επιτρέπεται να είπω ότι κατέστησαν άξιοι της θείας τιμωρίας…».

Στις 18 Μαΐου 1821, ο Κολοκοτρώνης έστειλε στον Μουσταφάμπεη επιστολή με την οποία του ζητούσε να παραδώσει την Τριπολιτσά. Το γράμμα τελείωνε με τη φράση «…καλές αντάμωσες στο σεράγι σου μέσα». Στις 26 Σεπτεμβρίου 1821, ο Κολοκοτρώνης συνάντησε τον αιχμάλωτο Μουσταφάμπεη και του είπε: «να που ο Θεός τόφερε και σμίξαμε στο σεράγι». Ο Γέρος του Μοριά κράτησε την υπόσχεση του και έβαλε τις βάσεις για την απελευθέρωση της Πελοποννήσου και της υπόλοιπης Ελλάδας…

Οι “ορθόδοξοι Πάπες”

 

Ο Πάπας σύμφωνα με τις αποφάσεις της Α΄ Βατικανής Συνόδου έχει καθορισθεί ως “αλάθητος” όταν ομιλεί “εκ καθέδρας”, είναι ανώτερος από τις Συνόδους  και μάλιστα τις Οικουμενικές, αφού αυτός κρίνει κατά πόσον μια Σύνοδος αποφασίζει σωστά ή όχι.

          Εναντίον αυτής της νοοτροπίας που δημιούργησε πολλά δεινά στον δυτικό Χριστιανισμό, εμφανίστηκαν οι Μεταρρυθμιστές Προτεστάντες, οι οποίοι όχι μόνον αμφισβήτησαν το αλάθητο του Πάπα, αλλά κατέληξαν στο σημείο καθένας να γίνει ένας πάπας, που κρίνει όλους τους άλλους.

          Δυστυχώς, αυτή η νοοτροπία εισήχθη και μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία από κληρικούς και θεολόγους, και εκφράζεται ως ένας “ορθόδοξος παπισμός”, όταν ο κάθε θεολόγος εκφράζει παπικές νοοτροπίες, αφού, μάλιστα, αρνούνται και τον συνοδικό θεσμό της Εκκλησίας.

          Έτσι, κατά καιρούς, όπως και στις ημέρες μας εμφανίζονται κάποιοι που έχουν καταρτίσει ένα ιδεολογικό σύστημα και βάσει αυτού κρίνουν τους πάντες και τα πάντα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό κλίμα στους γύρω τους, που δεν αφήνουν κανέναν να αναπνεύσει, αφού όλοι οι άλλοι θεωρούνται αιρετικοί.

          Οι “ παπίζοντες ορθόδοξοι” όταν συναντήσουν κάποιον που συμφωνεί απολύτως με τις απόψεις τους, τον επαινούν μέχρι “τρίτου ουρανού” ότι είναι “παραδοσιακός” θεολόγος, ότι υπερασπίζεται την ορθόδοξη αλήθεια, ότι στηρίζει πνευματικά τους πιστούς κ. α. Και όταν αυτός ο ίδιος “παραδοσιακός” θεολόγος σε κάποια στιγμή εκφράσει μια άποψη που είναι αντίθετη με τις δικές του “παπικές” αντιλήψεις, τότε τον κατηγορούν ότι “μεταλλάχθηκε”, ότι “έπληξε το θεολογικό του κύρος” κ. α.

          Έχουμε, λοιπόν, το φαινόμενο, που κάποιος την μια ημέρα διαβάζει τα βιβλία ενός συγγραφέως και την άλλη ημέρα τα θέτει κατά κυριολεξία στην πυρά, τα καίει, διότι και αυτά τα βιβλία τα έγραψε τότε που ήταν, κατά την γνώμη τους, “παραδοσιακός” και εκφραστής των πατερικών διδασκαλιών, τώρα όμως και αυτά είναι του αντιχρίστου και γι’ αυτό πρέπει να καούν.

          Λυπάται κανείς γι’ αυτήν την νοοτροπία συγχρόνων “ορθοδόξων παπών”, οι οποίοι ανάγονται σε κριτές των πάντων, τους “ανεβάζουν” και τους “κατεβάζουν” με το δικό τους “ασανσέρ”.

          Πρόκειται για μια παθογένεια, για μια σχιζοφρενική συμπεριφορά, για μια παράνοια, για ένα “διπολικό σύνδρομο”.

          Νοσταλγώ την επικοινωνία με αγίους, οι οποίοι ξέρουν να αγαπούν τους άλλους με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους, ξέρουν να εκτιμούν ή ακόμη να κρίνουν “αγαπητικά”, ξέρουν να δημιουργούν κοντά τους μια ατμόσφαιρα καλώς νοουμένης  ελευθερίας.

          Πάντως, είναι φοβερό και τελικά βολικό να πολεμά κανείς τους άλλους με “παπική” νοοτροπία, που εκφράζεται ως “ορθόδοξη ομολογία”. Είναι όντως φοβερό και δαιμονικό.

          “ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ”. τ. 301

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2021

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ "Το μυστικό του χριστιανού"


Το μυστικό του χριστιανού είναι: να χρησιμοποιεί τα του κόσμου, αλλά να μην κάνει κατάχρηση αυτών. Από το ένα μέρος, να είναι όπου είναι, να κάνει, ό, τι κάνει, σαν να είναι αιώνιο αυτό που κάνει να είναι μόνιμη η θέση στην οποία βρίσκεται. Από το άλλο μέρος, ανά πάσα στιγμή να είναι έτοιμος να αποχωρισθεί τη όποια θέση, το όποιο έργο. Να το μυστικό. Όποιος πιστέψει έτσι, σύντομα θα διαπιστώσει ότι ο Θεός τον απογυμνώνει από όλα τα ανθρώπινα δεδομένα, του αφαιρεί κάθε ανθρώπινο δεδομένο,, του αφαιρεί κάθε ανθρώπινο στήριγμα, και βρίσκεται γυμνός και τετραχιλισμένος ενώπιον του Θεού και ανθρώπων.

          Εδώ ακριβώς είναι το κρίσιμο σημείο. Οι πιο πολλές ψυχές δεν μπορούν να σηκώσουν αυτό το άδειασμα, να βαστάσουν αυτό το ξεγύμνωμα από όλα, αυτό το ψηλαφητό τίποτε. Αφήνουν λοιπόν το έργο και γυρίζουν πίσω. Η λοξοδρόμηση σε δρόμους που δεν είναι σωτηρία, άσχετα αν μοιάζουν για πορεία και προχώρημα.

          Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ

Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2021

Η βάση της Θεολογίας

 

Είναι πολύ σημαντικό ότι ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής στην αρχή του θεολογικού του αγώνα ομιλούσε για τα ησυχαστικά, νηπτικά ζητήματα. Άρχισε, δηλαδή, με τα κείμενα, τα περί αγάπης και γενικότερα με τα κείμενα τα οποία ομιλούν για την θεραπεία του ανθρώπου. Η δεύτερη φάση του αγώνος του ήταν το πως θα μεταφέρει την ορολογία των Καππαδοκών Πατέρων περί του Τριαδικού Θεού στο Πρόσωπο του Χριστού. Και η τρίτη φάση του θεολογικού του αγώνος ήταν ότι κάθε φύση έχει την δική της θέληση, δηλαδή, ήταν εναντίον του μονοθελητισμού στον Χριστό.

          Αλλά θεωρώ ότι η βάση της διδασκαλίας του άγιου Μαξίμου του Ομολογητού ήταν αυτή η ησυχαστική παράδοση. Είναι μεγάλος ησυχαστής και μεγάλος ομολογητής. Δεν μπορεί κανείς να είναι πραγματικά ομολογητής, αν προηγουμένως δεν είναι ησυχαστής. Καθ αυτό το βλέπουμε καθαρά στα πρώτα κείμενα τα οποία συνέγραψε ο άγιος Μάξιμος.

          Θυμάμαι πριν από χρόνια, όταν έγινα κληρικός, ήθελα να δω τι ακριβώς είναι η αγάπη και διάβασα τα “κεφάλαια περί αγάπης” του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού και προσπαθούσα να εντοπίσω τι ακριβώς είναι η αγάπη. Νόμιζα ότι θα βρω στον άγιο Μάξιμο το να ορίζει τι ακριβώς είναι η αγάπη, αλλά εκείνο το οποίο διέκρινα είναι ότι μιλούσε συνέχεια για τα πάθη, και το κυριότερο πάθος έλεγε είναι ότι είναι το πάθος της φιλαυτίας.

          ... Εάν η φιλαυτία είναι η ρίζα, όπως  ακριβώς το ονομάζει, όλων των παθών, τότε από αυτή την ρίζα και τον κορμό τη φιλαυτίας γεννιούνται τα πάθη της φιληδονίας. Επομένως, όλος ο αγώνας που πρέπει να γίνει από τον Χριστιανό και τον μοναχό είναι το πάθος της φιλαυτίας.

          Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου

          “Εκκλ. Παρέμβαση”, τ. 301

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2021

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ



Στην υπακοή μπορεί να είναι κανείς εντελώς αναπαυμένος, όπως ένα μικρό παιδί που σκεπάζεται από  την αγάπη των γονιών του, αλλά και από την πλευρά ότι ο Θεός δεν θα σου στερήσει τίποτε. Εάν αργεί, σημαίνει ότι εμπόδιο είναι η ψυχή. Γι’ αυτό, μόλις βλέπετε να θέλει η ψυχή σας να δικαιολογηθεί, να αυτοδικαιωθεί, καθόλου να μην τα δέχεσθε αυτά. Έχει την τάση ο άνθρωπος να επηρεάζεται από τον εαυτό του και να μην μπορεί να δει τις δωρεές του Θεού. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη ενώπιον του Θεού σας λέω: Μην το κάνετε αυτό. Να δέχεσθε ανεπιφύλακτα την αλήθεια του Θεού. Να μην επιτρέπεται να χρησιμοποιεί ο εαυτός σας. Να μην επιτρέπεται να χρησιμοποιεί ο εαυτός  σας το δικό του φίλτρο.

          Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ

Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2021

Μνήμη, δηλαδή βούληση

 

Η απόδοση τιμής μνήμης στα θύματα της γενοκτονίας, που βάδισαν με απίστευτη για τα σημερινά μέτρα γενναιότητα προς τον μαρτυρικό θάνατο, περιφρονώντας τον άλλο δρόμο, της υποταγής και του εκτουρκισμού-όλοι γνωρίζουμε πως συγκροτήθηκε το τουρκικό έθνος στα αιματοπότιστα χώματα της Μικρασίας- δεν είναι μόνο στοιχειώδες ηθικό καθήκον προς εκείνες τις ψυχές αλλά και αναγνώριση πως χωρίς μνήμη δεν υπάρχει αξιοπρέπεια και χωρίς αξιοπρέπεια δεν έχει νόημα η ζωή. Η μνήμη όμως δεν μεταφέρεται μηχανικά-το βλέπουμε ακόμη και σε απογόνους θυμάτων που συναγελάζονται με τον θύτη, κι όχι από χριστιανική μεγαλοψυχία αλλά από ταπεινές ενορμήσεις.

          Χωρίς βούληση η μνήμη παύει να είναι αυτό το λυπημένο μα αξιοπρεπές φως και γίνεται κάρβουνο, κάποτε και στάχτη. Εύκολα τότε εξαφανίζεται-πανάρχαια μέθοδος για να μη πονάς- και υποκαθίσταται από ιδεολογίες ή και από συμφέροντα. Για τούτο οφείλουμε να μη ξεχνάμε και εκείνους που διαφύλαξαν την ιερή μνήμη των θυμάτων. Γιατί, όσο κι αν μοιάζει εξωφρενικό σε νεώτερους, είχαμε φτάσει στην κατάντια, πριν σαράντα χρόνια, να εορτάζονται αυτήν ακριβώς την ημέρα, στο λεγόμενο “σπίτι του Κεμάλ” στη Θεσσαλονίκη, παρουσία Ελλήνων επισήμων, τα εκατό χρόνια από την γέννηση του Τούρκου Αδόλφου. Έλειψε η μνήμη; Όχι. Έλειψε η βούληση. Η βούληση  να υπερασπιζόμαστε εμπράκτως την μνήμη των θυμάτων αρνούμενοι κάθε συνδιαλλαγή με τους θύτες μέχρι την ημέρα που κάποιος πρόεδρος της τουρκικής δημοκρατίας θα γονατίσει μπροστά σ’ ένα μνημείο της γενοκτονίας, σ’ ένα μνημείο στην Σαμψούντα, εκεί που πριν από εκατόν δύο χρόνια αποβιβάστηκε ο Κεμάλ για να ολοκληρώσει  ένα από τα πιο ειδεχθή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Κ. Χατζηαντωνίου, “ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ” Αρ. Φυλ. 1079

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2021

Το τάγμα των μοναχών είναι φοβερό στους δαίμονες, Από το Γεροντικό

 

Εγώ – έλεγε κάποιος γέροντας από τη Θηβαΐδα – ήμουν γιος ενός ιερέα των ειδωλολατρών. Όταν λοιπόν ήμουν παιδί, είδα μια μέρα τον πατέρα μου να μπαίνει ως συνήθως στον ναό των ειδώλων για να προσφέρει θυσία, και μπήκα και εγώ ξοπίσω του. Είδα τότε τον σατανά καθισμένο και γύρω του να στέκεται όλη η στρατιά του, και στη συνέχεια ένας από τους αξιωματικούς του προχώρησε στο κέντρο και τον προσκύνησε.

Εκείνος τον ρώτησε: «Από πού έρχεσαι;» «Ήμουν στην τάδε χώρα», αποκρίθηκε, «και ξεσήκωσα πολέμους και έκανα να χυθεί πολύ αίμα, και ήρθα να σου το αναφέρω». «Σε πόσο διάστημα το έκανες αυτό;» είπε ο διάβολος. Αυτός απάντησε: «Σε τριάντα μέρες». Όταν το άκουσε ο σατανάς, πρόσταξε να τον μαστιγώσουν, λέγοντας: «Σε τόσο διάστημα αυτό μόνο έκανες;»

Πλησίασε έπειτα ένας άλλος και είπε: «Εγώ ήμουν στη θάλασσα και ξεσήκωσα ανεμοθύελλες και βούλιαξα πλοία και έπνιξα πολλούς ανθρώπους, και ήρθα να σου το αναφέρω». Τον ρώτησε και αυτόν σε πόσον καιρό το έκανε και μαθαίνοντας ότι σε είκοσι μέρες, πρόσταξε να τον μαστιγώσουν όπως τον πρώτο, επειδή σε τόσο διάστημα δεν κατόρθωσε τίποτε άλλο.

Παρουσιάστηκε στη συνέχεια άλλος· αυτός, σε κάποια πόλη που γινόταν γάμος, προκάλεσε μάχη ανάμεσα στους καλεσμένους, ώστε να χυθεί πολύ αίμα, και έκανε να σκοτωθούν ακόμη και ο γαμπρός και η νύφη. Και έλεγε ότι αυτό το πέτυχε σε δέκα μέρες. Και αυτός όμως, όπως και οι προηγούμενοι, κατηγορήθηκε για χάσιμο χρόνου και μαστιγώθηκε.

Μετά από αυτούς λοιπόν προχώρησε στο κέντρο και ένας άλλος, και ο διάβολος τον ρώτησε: «Από πού έρχεσαι και εσύ;» «Ήμουν στην έρημο», απάντησε, «εδώ και σαράντα χρόνια και πολεμούσα έναν μοναχό· και τη νύχτα αυτή τον έριξα στην πορνεία».

Μόλις το άκουσε ο διάβολος, σηκώθηκε αμέσως, τον φίλησε, και βγάζοντας το στέμμα που φορούσε, το έβαλε στο κεφάλι του. Και έφεραν έναν θρόνο, τον έβαλαν κοντά στον δικό του και τον κάθισε εκεί, ευχαριστώντας τον και λέγοντας: «Μπόρεσες να κάνεις αυτό το μεγάλο κατόρθωμα!»

Βλέποντας λοιπόν αυτά εγώ – συνέχισε ο γέροντας – κατάλαβα πόσο μεγάλο είναι το τάγμα των μοναχών και πόσο φοβερό στους δαίμονες, και έφυγα με τη χάρη του Θεού και έγινα μοναχός.

 Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Α’, Υπόθεση ΛΒ’ (32), σελ. 310. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2001.

https://www.koinoniaorthodoxias.org

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2021

Όσιος Πορφύριος: όταν αναπαύουμε τον αδελφό μας, αναπαύουμε τον ίδιο τον Θεό μας

          Κάποια φορά – διηγείται η γερόντισσα Χριστονύμφη, Ιερά Μονή Ευαγγελισμού, Πάτμος – που είχα πάει με την σεβαστή Γερόντισσά μου (την μακαριστή γερόντισσα Ευστοχία) στον άγιο Πορφύριο, τον ρώτησα για ένα θέμα που με απασχολούσε εκείνο το διάστημα. Επειδή η Γερόντισσα ήταν πλέον ηλικιωμένη και αρκετά κουρασμένη απ’ όλες τις υπευθυνότητες της Μονής μας αλλά και του Ορφανοτροφείου της Ρόδου, αδυνατούσε να καλή τις αδελφές σε εξαγόρευση τακτικά. Συχνά λοιπόν έρχονταν οι αδελφές σε εμένα, επειδή με εμπιστεύονταν, να μου πουν κάτι που τους απασχολούσε ή όταν είχαν ένα πρόβλημα να τις αναπαύσω. Αυτό το γνώριζε η Γερόντισσα.

Όμως εγώ, επειδή δεν είχα πολύ χρόνο διαθέσιμο, και είχα την ανάγκη και να προσευχηθώ, όταν πήγαινα στο κελλί μου για προσευχή και μάλιστα την ώρα της απομονώσεως (μία ώρα 5.30′-6.30′ μετά τον Εσπερινό που καθιέρωσε ο γέροντας Αμφιλόχιος να την αφιερώνουμε στην μελέτη του Θείου λόγου, στην προσευχή και στην αυτοεξέταση πριν την δύση του ηλίου), δυσανασχετούσα, όταν οι αδελφές έρχονταν αμέσως και μου χτυπούσαν την πόρτα για να μου μιλήσουν, και συχνά δεν τις άνοιγα.

Έλεγα μάλιστα με τον λογισμό μου ότι, εφ’ όσον δεν είμαι ηγουμένη, δεν έχω ευθύνη. Υπάρχουν μεγαλύτερες σε ηλικία αδελφές, μπορούν να πάνε σ’ αυτές όσες θέλουν να μιλήσουν και ν’ αναπαυτούν. Εγώ πού θα βρω χρόνο για προσευχή, αν χάσω αυτήν την ώρα της απομονώσεως; Έτσι καθησύχαζα τον εαυτό μου και δεν άνοιγα την πόρτα μου και συχνά οι αδελφές έφευγαν λυπημένες.

Ρώτησα λοιπόν τον άγιο Πορφύριο αν πράττω σωστά, διότι ένοιωθα παράλληλα και την συνείδησή μου να με ελέγχη, όταν δεν ανέπαυα την αδελφή μου. Και ο άγιος Γέροντας μου απάντησε:

– Δεν μου λες, παιδί μου, όταν φεύγη η αδελφή εσύ συνεχίζεις την προσευχή σου; Μπορείς και προσεύχεσαι;

– Όχι, Γέροντα, του απαντώ, γιατί αρχίζω και σκέφτομαι ότι μπορεί να έχω πληγώσει την αδελφή, η οποία όντως να είχε ανάγκη κι εγώ την περιφρόνησα.

– Να, λοιπόν που το βρήκες μόνη σου, αδελφή Χριστονύμφη. Σε παρακαλώ, στο εξής ν’ ανοίγης την πόρτα σου. Πιο καλά ν’ αναπαύσης την αδελφή σου παρά ν’ αναπαύης τον εαυτό σου. Κι εσένα θα σε αναπαύση ο Χριστός. Όταν αναπαύουμε τον αδελφό μας, αναπαύουμε τον ίδιο τον Θεό μας, συνέχισε ο Όσιος. Και πράγματι από τότε τήρησα την συμβουλή του.

Από το βιβλίο: «Ο Όσιος Πορφύριος (Μαρτυρίες – Διηγήσεις – Νουθεσίες)». Α’. Μαρτυρίες. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» (απόσπασμα από το “β’. Πώς γνώρισα τον άγιο Πορφύριο”).

https://www.koinoniaorthodoxias.org/gerontes/osios-porfyrios-otan-anapayoume-ton-adelfo-mas-anapayvoume-ton-idio-ton-theo-mas/

Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2021

Άγιοι και Εκκλησία

 

Συχνά στον λόγο μας επικαλούμαστε τους Αγίους, οι οποίοι κατά διαφόρους βαθμούς μετέχουν της θεοποιού ενεργείας του Θεού και ο Θεός δι’ αυτών επιτελεί θαύματα, αποκαλύπτει το θέλημά Του.

          Στην θεολογική παράδοση επικρατεί σε θεολογικά ζητήματα η συμφωνία των Πατέρων. Φυσικά, εννοείται ότι αυτό σχετίζεται με την εμπειρία, αφού υπάρχει ταυτότητα εμπειριών μεταξύ Προφητών, Αποστόλων και Πατέρων, αλλά κια καθένας απο  αυτούς εκφράζεται με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με τα χαρίσματα του και την παιδεία του.

          Όταν ανακύπτουν διάφορα θέματα, τότε οι εμπειρικοί θεολόγοι-Επίσκοποι συνέρχονται σε Συνόδους και αποφασίζουν όχι μόνον για την εμπειρία, αλλά και για την ορολογία.

          Με τον τρόπο αυτόν απαρτίσθηκε το Σύμβολο της Πίστεως, το λεγόμενο “Πιστεύω”, το οποίο απαγγέλλουμε σε κάθε ιερά ακολουθία και σε κάθε μυστήριο και δεν διανοείται κανείς ούτε επιτρέπεται να αλλάξει μία λέξη ή μία συλλαβή, ούτε να αφαιρέσει ούτε να προσθέσει.

          Είναι ευνόητον ότι η αλήθεια της πίστεως εκφράζεται από του Αγίους και μάλιστα συνοδικά, δηλαδή εκκλησιαστικά. Η Εκκλησία συνέρχεται εν Συνόδω , με την παρουσία των Αγίων και με τις διδασκαλίες τους και αποφασίζει για τους όρους, και για όλα τα θέματα που απασχολούν την Εκκλησία. Έτσι συνδέονται στενότατα η Εκκλησία με τον συνοδικό θεσμοί της, οποίος έχει απαρτισθεί από τους Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων, και τους Αγίους, και δεν μπορεί να χωρισθεί το ένα από το άλλο.

          Η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού και κοινωνία θεώσεως γεννά Αγίους Πατέρες και οι άγιοι Πατέρες ως τέκνα της Εκκλησίας ζουν μέσα στην Εκκλησία ομολογούν την Ορθόδοξη πίστη και αγιάζονται στην Εκκλησία.

          Έτσι, οι Άγιοι ως οργανικά μέλη της Εκκλησίας, θεωρούν την Εκκλησία, που εκφράζεται συνοδικά, ως μητέρα τους και την δοξάζουν με όλη τους την ζωή. Ζουν μέσα στην Εκκλησία, αγιάζονται από την κεφαλή της που είναι ο Χριστός, πορεύονται “συν πάσι  τοις αγίοις” και κοιμούνται εν Χριστώ μέσα στην Εκκλησία. Τρέφονται από την Εκκλησία, αναπνέουν τον πνευματικό της αέρα Και εισέρχονται και στην ουράνια Εκκλησία.

Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2021

Τι είναι η ζωή

 

Το θέμα περί του ανθρώπου, ο οποίος έχει ψυχή και σώμα, απασχόλησε πολύ την θεολογία και την επιστήμη. Τα ερωτήματα που τέθηκαν είναι: Τι είναι ζωή, πια είναι η σχέση μεταξύ της ψυχής  και της ζωής, ποια είναι η διαφορά μεταξύ της ζωής τον άνθρωπο και στα άλογα ζώα, όπως και ποια είναι η διαφορά μεταξύ των ζωντανών οργανισμών και της άψυχης ύλης....

          Με την ανακάλυψη του DNA και των γονιδίων άρχισε η εποχή της “δικτατορίας” των γονιδίων και είχε αρχικά θεωρηθεί ότι εκεί βρίσκεται όλο το μυστήριο της ζωής και του θανάτου. Αργότερα έγινε φανερό ότι τα γονίδια υπόκεινται και αυτά σε σημαντική επίδραση  από το περιβάλλον και περάσαμε στην εποχή της επιγενετικής και άρχισαν να ανακαλύπτονται οι βιολογικοί μηχανισμοί αυτής της επίδρασης, όμως το τι είναι η ζωή παραμένει αναπάντητο.....

          Παρά ταύτα, το ερώτημα παραμένει για το τι η επιστήμη θεωρεί ως ζωή. Δεν μπορεί κανείς να δώσει έναν ακριβή ορισμό για την ζωή, γι’ αυτό και κάνουν λόγο για την ζωτική ενέργεια......

          Όπως είναι δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημα τι είναι η ζωή, έτσι είναι δύσκολη η απάντηση στο ερώτημα τι είναι ο θάνατος, η καλύτερα  τι είναι το φαινόμενο της γήρανσης. Μάλιστα, έχουν διατυπωθεί περίπου 300 θεωρίες για το φαινόμενο  της γήρανσης των οργανισμών και εξακολουθεί αυτό το γεγονός να είναι αίνιγμα για τους επιστήμονες.....

          Η Ορθόδοξη θεολογία διδάσκει ότι ο Θεός είναι η πηγή της ζωής. Αυτός  έδωσε την ζωή σε όλα τα όντα και μέσα σε όλη την κτίση υπάρχουν οι μικροί “λόγοι”, δηλαδή η άκτιστη ενέργεια του Θεού, που δίνει την ζωή σε όλη την κτίση.

          “ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ”, τ. 298

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2021

ΝΑ ΣΚΟΤΩΣΩ Ή ΝΑ ΣΚΟΤΩΘΩ;

 

Μέγα  το ερώτημα και δίλημμα για κάθε χριστιανό, αν βρεθεί σε τέτοια ώρα, όταν δηλαδή συναντηθεί με άνθρωπο, που θέλει να τον σκοτώσει. Τι πρέπει να κάνει; Να σκοτώσει για να σωθεί ή να μην αντιδράσει και να σκοτωθεί ο ίδιος; Να αμυνθεί, όπως λένε τα ένστικτα  και η λογική του κόσμου τούτου, ή όχι; Χρέος έχει βέβαια να σεβαστεί την ζωή του άλλου και του εαυτού του. Ο Χριστός μας είπε ξεκάθαρα να μη φοβόμαστε: “Μη φοβηθείτε από των αποκτενόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι. Φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι εν γεέννη”. Η θυσία της ζωής μας χάριν υπακοής στο θείον λόγον και χάριν αγάπης προς τον άλλον άνθρωπον είναι το χρέος του πιστού χριστιανού. Διότι πάνω από την γήινη αυτή ζωή είναι η εντολή του Θεού, που σώζει αληθινά και την ψυχή και το σώμα. Γι’ αυτό και ο Μέγας Άγιος Σισώης, όταν τον ρώτησαν , εξήγησε  την εντολή με τα εξής:

- “Κάποιος από τους Πατέρες της ερήμου ερώτησε μια μέρα τον Αββά Σισώη, λέγοντας: “Αν είμαι στην έρημο και έλθει ένας βάρβαρος θέλοντας να με σκοτώσει και τον καταβάλω, να τον σκοτώσω”; Και απάντησε ο γέροντας: “Όχι. Να μην τον σκοτώσεις, αλλά να τον παραδώσεις στον Θεό. Όποιος πειρασμός και αν έλθει στον άνθρωπο, ας λέγει ότι εξ αιτίας των αμαρτιών μου συνέβη αυτό. Αν δε συμβεί κάτι καλό, να λέγει ότι αυτό είναι οικονομία του Θεού”.

          Πόσες φορές όμως εμείς δεν σκοτώνουμε τους άλλους , όχι με όπλα, αλλά με πολλούς έμμεσους τρόπους  και δεν έχουμε συναίσθηση ότι αφαιρούμε τις ζωές των άλλων και ξεχνούμε την εντολή του Θεού και δεν δείχνουμε πίστη, ελπίδα, αγάπη, ταπεινοφροσύνη......

          “ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ”. Π. Μ. Σωτήρχος

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2021

1821-2021: Η μετάπτωση της γιορτής σε πένθος

 

Ο Χρήστος Γιανναράς, στα πλαίσια μιας αποκλειστικής του συνομιλίας με το Αντίφωνο, αναφορικά προς την 200στή επέτειο της Εθνικής Επανάστασης, απαντά κατ' αρχήν στο ερώτημα αν η παρούσα στιγμή μάς δίνει ευκαιρία για συλλογικό αναστοχασμό, και κυρίως αν υπήρχε άλλος δρόμος που θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει, στη διάρκεια αυτών των δύο αιώνων, το ανεξάρτητο κράτος μας.

Ακόμα, σε τι συνοψιζόταν το όραμα των αγωνιστών του '21, και ποιον ρόλο έπαιξαν οι “διαφωτιστικές” ιδέες στον ξεσηκωμό.

Εν τέλει, διερευνά σε τι ομονοούμε οι Έλληνες σήμερα, αν ισχύει ακόμα ο ιδιαίτερος τρόπος του τόπου, σε τι κατατείνει η ενεστώσα παιδεία μας, ποια μπορεί να είναι η συμβολή των αποδήμων συμπατριωτών μας. Ενώ στέκεται, για την πιο επίκαιρη ίσως φορά, ενώπιον του ερωτήματος περί «finis Greaciae».

antifono

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2021

Λυκούργος Λογοθέτης: ο πολύπλευρος ηγέτης της Σάμου

 

1821 Λυκούργος Λογοθέτης: ο πολύπλευρος ηγέτης της Σάμου Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Ο Λυκούργος Λογοθέτης (1772-1850), ηγέτης της Σάμου κατά την Επανάσταση του 1821, είναι, όπως γράφει ο Ακαδημαϊκός Μιχαήλ Σακελλαρίου (1912-2014), «μια όχι μόνο από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες του Αγώνα, αλλά και μοναδική από ορισμένες απόψεις». Και εξηγεί: «Μόνος αυτός είναι ένας τόσο πολύπλευρος ηγέτης. Γνήσιος πολιτικός, συνέταξε οργανικό νόμο και στρατιωτικό κανονισμό και κυβέρνησε σύμφωνα με αυτούς. Διαμόρφωσε και εφάρμοσε δημοκρατικούς θεσμούς. Εισήγαγε τη λαϊκή κυριαρχία....». (Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου «Γεώργιος Λυκούργος Λογοθέτης της Σάμου: Ένας Συνταγματικός Δημοκράτης Ηγέτης κατά την Επανάσταση του ΄21», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2014, σελ. ΧΙ).

 Το πραγματικό όνομα του ήταν Γεώργιος Παπλωματάς. Γεννήθηκε στο Καρλόβασι της Σάμου. Οι γονείς του δεν ήσαν πλούσιοι, ούτε γραμματισμένοι, όμως είδαν την ευφυΐα του παιδιού τους και το βοήθησαν να μάθει γράμματα στην Πορφυριάδα Σχολή Καρλοβάσου και στην Κωνσταντινούπολη. Ο Λογοθέτης μορφώθηκε μέσα στην Παράδοση της «καθ’ ημάς Ανατολής». Γνώρισε τη δυτική σκέψη και, ως Έλληνας, προσέγγισε και αφομοίωσε ό,τι του φάνηκε χρήσιμο. Πρώτα έγινε γραμματικός στο Πατριαρχείο και από το 1795 στους ηγεμόνες της Βλαχίας Αλέξανδρο Υψηλάντη και Αλέξανδρο Σούτζο. Ο δεύτερος τον προήγαγε στο αξίωμα του δεύτερου Λογοθέτη, και του έδωσε μεγάλο μισθό. Έκτοτε ο Γεώργιος Παπλωματάς έλαβε το επώνυμο Λογοθέτης.

Το 1806, με εμπειρίες και πλούτο που αποκόμισε από τις υπηρεσίες του στους Έλληνες ηγεμόνες ο Λογοθέτης επέστρεψε στη Σάμο, όπου βρέθηκε στο μέσον της έχθρας των Σαμιώτικων φατριών «Καρμανιόλων» και «Καλικαντζάρων». Κατηγορήθηκε από τους «Καλικάντζαρους» ότι υποκινεί τους Σαμιώτες σε ανταρσία κατά της οθωμανικής εξουσίας και πάρα τρίχα σώθηκε η ζωή του. Ο ίδιος διηγόταν αργότερα, ότι ενώ ήταν φυλακισμένος, την παραμονή της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου είδε την Παναγία που τον βεβαίωσε ότι σύντομα θα απελευθερωθεί. Από τότε και σε όλη του τη ζωή γιόρταζε ευλαβικά την ημέρα των Εισοδίων. (Επαμεινώνδα Ι. Σταματιάδου «Σαμιακά», Τόμος Β΄, Εκδ. Ζαφείρης – Σοφούλης, Αθήνα, 1965, σελ. 106-107). Οι Οθωμανοί τον εξόρισαν στο Άγιον Όρος. Εκεί έως το 1810 χρησιμοποιήθηκε ως γραμματέας της Ιεράς Κοινότητας. Τότε επέστρεψε στη Σάμο, αλλά πάλι κυνηγήθηκε και το 1812 κατέφυγε στη Μύκονο. Το 1814 γύρισε στη Σάμο, όπου πάλι τον πιάσανε και τον φυλάκισαν. Με καταβολή υψηλού ποσού από τον πεθερό του απελευθερώθηκε και διέφυγε στη Σμύρνη. Εκεί το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αριστείδη Παπά και του δόθηκε το συνθηματικό όνομα «Λυκούργος». Έκτοτε άλλαξε και το βαφτιστικό του όνομα και κράτησε το όνομα του Σπαρτιάτη Νομοθέτη. Έτσι προέκυψε το Λυκούργος Λογοθέτης...

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση στον Μοριά ο Λυκούργος πληροφορήθηκε ότι οι σφαγές στην Κωνσταντινούπολη θα επεκταθούν στη Σμύρνη και επέστρεψε στη Σάμο, όπου ανέλαβε την ηγεσία των Σαμιωτών. Στις 8 Μαΐου 1821 ο Λυκούργος, ύστερα από αρχιερατική τελετή, ύψωσε στο Καρλόβασι τη Σημαία της Εθνεγερσίας με το Σταυρό, παρουσία του κλήρου και του λαού του νησιού. Με την έναρξη της Επανάστασης οι Σαμιώτες απέλασαν τον Βοεβόδα και φόνευσαν πολλούς Τούρκους. Οι δυνάστες σε αντίποινα φόνευσαν Σαμιώτες, που κατοικούσαν στα Βουρλά και σε άλλα κοντινά προς τη Σάμο μέρη της Μικρασιατικής ακτής.

Η Πύλη προς καθυπόταξη της Επανάστασης στη Σάμο έστειλε πλοία υπό τον Καρά Αλή με 4000 στρατιώτες. Μπαρούτη δεν είχαν οι Σαμιώτες. Ο δάσκαλος Ιγνάτιος με όσες γνώσεις είχε Χημείας έφτιαξε 500 οκάδες μπαρούτης. Ο Λυκούργος οχύρωσε, κατά το δυνατό, το νησί και για να φανεί πολύς ο στρατός των Ελλήνων μηχανεύτηκε το στρατήγημα να ντύσει αντρικά γυναίκες. Αυτές κουβαλούσαν ξύλα που έμοιαζαν για όπλα και για να φαίνονται πολλές από κρυφό μονοπάτι ξαναγύριζαν... Το ευφυές τέχνασμα του Λυκούργου, η από θαλάσσης βοήθεια των Υδραίων και Σπετσιωτών και η γενναιότητα των Σαμιωτών κατανίκησαν τις χιλιάδες των Τούρκων εισβολέων.

 

Όταν ο Δημ. Υψηλάντης πληροφορήθηκε τις νίκες των Σαμιωτών απέστειλε επιστολή στον Λυκούργο Λογοθέτη, στην οποία, μεταξύ άλλων έγραψε: « Φιλογενέστατε κύριε Λογοθέτα Λυκούργε, αρχηγέ των στρατευμάτων της Σάμου, με άκραν μου ευχαρίστησιν ανέγνων την περιγραφήν των γενναίων κατά των τυράννων ανδραγαθημάτων σας. Οι Σάμιοι υπό την στρατηγίαν σου ανεκάλεσαν τον λαμπρόν εκείνον αιώνα της Ελληνικής ανδρείας και ελευθερίας». Στον ίδιο φάκελο «δυνάμει της παρά της Αρχής πληρεξουσιότητάς του» ο Υψηλάντης τον διόρισε «αρχηγόν πληρεξούσιον των στρατιωτικών δυνάμεων της Σάμου» και του χόρηγησε το σχετικό δίπλωμα, το οποίο έγραφε μεταξύ άλλων:

 

«Ο φιλογενέστατος κύριος Λογοθέτης, αρχιστράτηγος των εν Σάμω Ελληνικών στρατευμάτων, επειδή εκ των έργων ανεφάνη ανήρ συνετός, στρατηγικός και πιστός εις την πατρίδα και το έθνος, διορίζεται παρ’ ημών πληρεξούσιος αρχιστράτηγος της Σάμου δια να παύη τας διχονοίας, δια να συστέλλη τους Τουρκολάτρας και να ανατρέπη τους ασεβείς και προδοτικούς σκοπούς των, να υπερασπίζεται τους φιλοπάτριδας και δια να ανταμείβη τους αξίους στρατιώτας και αξιωματικούς.... Εν τω στρατοπέδω της Τροπολιτζάς τη 31η Αυγούστου 1821, Δημήτριος Υψηλάντης». ( Βλ. «Σαμιακά», Β΄ Τόμο, σελ. 161-162).

 

Επί των ημερών του Λογοθέτη συνέβη η τραγωδία της σφαγής της Χίου, το 1822. Ο ίδιος, σε επιστολή του την οποία υπέβαλαν στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, οι πληρεξούσιοι της Σάμου Χριστόδουλος Καψάλης και Αναγνώστης Αμήρισσας, περιγράφει το πώς πολέμησαν οι Σαμιώτες στη Χίο και εκφράζει τη λύπη του διότι «πολλήν αδιαφορίαν ευρήκαμεν μεταξύ των Χίων και μάλιστα το χειρότερον της αδιαφορίας, και φιλοτουρκίαν». Στη συνέχεια καταγγέλλει ότι ο Χιώτης πρώην αξιωματικός του Ναπολέοντα Χ. Αντώνιος Βουρνιάς, «με τους ιδικούς του περιέρχεται και λαφυραγωγεί, λεηλατεί και γυμνόνει...χωρίς να στοχασθή ή χριστιανικόν είναι το αρπαζόμενον, ή τουρκικόν».

 

Η άποψη Χιωτών είναι διαφορετική. Ο μάρτυρας των γενομένων Χριστόφορος Πλ. Καστάνης στο αγγλιστί, το 1851, εκτυπωθέν βιβλίο του για τη Σφαγή της Χίου κακίζει τη διεκδίκηση των πρωτείων μεταξύ των Λογοθέτη και Μπουρνιά, που είχεν ως αποτέλεσμα «την εγκατάλειψιν της εκστρατείας προς ικανοποίησιν του μίσους εναντίον των ουδετέρων, τους οποίους κατέστρεψαν οι Τούρκοι». (Μαρίας Γιατράκου «Ειδήσεις περί της Επαναστάσεως της Χίου (1822)», Ανάτυπο, 22ου τόμου «Δελτίου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος», Αθήναι, 1979, σελ. 176). Η αντικειμενική αλήθεια είναι ότι ο Λογοθέτης δεν ήθελε να αναμιχθεί στις επαναστατικές ενέργειες της Χίου, ο Μπουρνιάς τον έπεισε να λάβει μέρος σε αυτές, χωρίς όμως να υλοποιήσει τα όσα του υποσχέθηκε, περί της συμμετοχής των Χιωτών. Επί πλέον δεν θέλησε να συνεργασθεί μαζί του, θεωρώντας ότι εκείνος, ως Χιώτης, θάπρεπε να δίνει τις διαταγές...-