Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Η μετάνοια ως αγάπη, π.Βασίλειος Θερμός


…Ο μεγάλος γιός της παραβολής, παρουσιάζεται μικρόψυχος. Ενώ ξαναβρίσκει τον αδελφό του που τον θεωρούσε χαμένο και είχε χρόνια να μάθει νέα του – δεν ήξερε καν αν ζει! – όχι μόνο δεν χοροπηδάει από τη χαρά του, αλλά αντ’ αυτού αρχίζει να γκρινιάζει προς τον πατέρα του νιώθοντας ζήλεια. Είναι φανερό πως ο άνθρωπος αυτός δεν έχει μέσα του αγάπη, δεν μπορεί να αγαπήσει. Κι αυτή η έλλειψη δεν του επιτρέπει να έχει και μετάνοια. Αντίθετα, ο αδελφός του έχει πολύ βαθειά, γνήσια και αληθινή μετάνοια, κατά το μέτρο της αγαπητικής του δύναμης. «Και από πού ξέρουμε πως ο μικρός γιός της παραβολής, ο άσωτος, είχε δύναμη αγαπητική;», θα αναρωτηθεί κάποιος. Την απάντηση μας τη δίνει το δεύτερο παράδειγμα που θα ήθελα να ανασύρω από την παράδοσή μας: η οσία Μαρία η Αιγυπτία.

Όπως ο άσωτος υιός («ο καταφαγών τον βίον μετά πορνών»), έτσι και η οσία Μαρία η Αιγυπτία πέρασε πολλά χρόνια μέσα στις σαρκικές απολαύσεις. Στο τέλος του βίου της, εξομολογείται τη ζωή της στον γέροντα Ζωσιμά και του αναφέρει κάτι που σοκάρει έναν πιστό: δεν πήγαινε με τους άντρες μονάχα επ’ αμοιβή, αλλά κάποιες φορές πήγαινε και χωρίς χρήματα, μόνο και μόνο επειδή το ήθελε – τόσο έντονη ήταν η σαρκικότητα και η δίψα της για απόλαυση. Αυτός ο πολύ ελευθεριάζων και βαθιά σαρκικός τρόπος ζωής υποδηλώνει πως υπήρχε μέσα της έντονη ικανότητα για αγάπη. Ήταν βέβαια μια ικανότητα που είχε διαστραφεί, είχε στραφεί ολοκληρωτικά στην απρόσωπη ηδονή, στην απρόσωπη ευχαρίστηση, στον «έρωτα σωμάτων», όπως λέει στην Κλίμακα ο άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης. Όμως παρ’ όλα αυτά, δεν έπαυε να είναι ικανότητα προς έρωτα, δηλαδή ικανότητα προς ισχυρή αγάπη. Και με τη θαυματουργική μεταστροφή της Οσίας, αυτή η αγαπητική δύναμη στρέφεται αποκλειστικά στο Θεό και της δίνει τη δυνατότητα να κάνει τέτοια άσκηση και κακοπάθεια, που να γίνεται αγνώριστη στην όψη. Τέτοιο αγώνα που αν τον κάναμε εμείς, όχι για σαράντα χρόνια όπως ο Οσία, αλλά έστω και για μια εβδομάδα, θα παθαίναμε μελαγχολία. Αυτού του είδους το ασκητικό κατόρθωμα δεν εξηγείται με οποιοδήποτε άλλο ερμηνευτικό σχήμα, παρά μόνο με την υπόθεση ότι οι άνθρωποι που επιδεικνύουν πολύ μεγάλη σαρκικότητα διαθέτουν πολύ έντονη αγαπητική δύναμη – έστω και φθαρμένη από τα πολυχρόνια πάθη. Αυτή η υπόθεση απαντά και στη περίπτωση του ασώτου.

Η μετάνοια επομένως είναι μια μεταποίηση των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου. Μια μεταποίηση που υποκινείται από την αγάπη και γι’ αυτό ακολουθεί τις ιδιαιτερότητες της αγαπητικής ικανότητας του καθενός μας. Αν θέλουμε να πάρουμε απάντηση στο ερώτημα «γιατί δεν μετανοούμε αρκετά;», ίσως πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε ότι πιθανόν δεν αγαπούμε αρκετά τον Θεό και τους ανθρώπους.


Περάσματα στην απέναντι όχθη – π. Βασίλειος Θερμός, Εκδόσεις: Εν πλω.


τ.


Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

Όνομα Ιησούς: ο Θεός που σώζει τον λαό Του

π. Αντώνιος Πινακούλας


«…και εμείς κάπως έτσι πρέπει να σκεπτόμαστε. Όπως ο Ιωσήφ. Δηλαδή να μην έχουμε στο μυαλό μας την πολύ διαδεδομένη ιδέα ότι πνευματική ζωή και ζωή μέσα στην Εκκλησία και ζωή σύμφωνη με τον Νόμο του Θεού είναι μια ζωή ηρεμίας, ησυχίας, γαλήνης, ανθρώπων κουρασμένων που πρέπει να ξεκουραστούν. Όχι, αυτό είναι λάθος. Αντίθετα, είναι πολλές φορές μια ζωή ταραχής, μια ζωή προβληματισμού, μια ζωή κρίσεως της συνειδήσεως, μια ζωή κατά την οποία ο άνθρωπος συχνά ταλαντεύεται, προβληματίζεται και βρίσκεται σε πολύ μεγάλα διλήμματα, όπως ο Ιωσήφ που ταράχθηκε. Ο άγιος αυτός άνθρωπος, που αξιώθηκε να υπηρετήσει όσο κανείς άλλος από τόσο κοντά το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Θεού, ταράχτηκε και πέρασε δύσκολες ώρες και μέρες και για να βρει την ησυχία του ήρθε ένας άγγελος για να τον οδηγήσει. Η πνευματική ζωή λοιπόν δεν είναι πάντα ησυχία και γαλήνη. Δεν είναι για ανθρώπους που έχουν κουραστεί και αισθάνονται την ανάγκη να ξεκουραστούν. Είναι ένας αγώνας συνεχής, ένας αγώνας για την τήρηση του Νόμου του Θεού, που πολλές φορές ο άνθρωπος δεν είναι σίγουρος τι πρέπει να κάνει μπροστά στον Θεό και μπροστά στους ανθρώπους. Είναι μια ζωή διακινδύνευσης. Χωρίς διακινδύνευση δεν υπάρχει αυθεντική πνευματική ζωή, σαν αυτήν που θέλει ο Θεός».


τ.