Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Τό φαινόμενο τοῦ «καημένου» μέσα στήν οἰκογένεια - Ἀγγελική-Ἐλευθερία Ἰ. Παπασαραντοπούλου

 


Συχνά, μέσα στήν οἰκογένεια, ἕνα παιδί πού παρουσιάζει κάποια σωματική, διανοητική, ψυχολογική ἤ συμπεριφορική δυσκολία γίνεται τό ἐπίκεντρο τῆς γονεϊκῆς ἀγωνίας. Οἱ γονεῖς, ἀπό ἀγάπη, συσπειρώνονται γύρω του καί τό προστατεύουν ὑπερβολικά· χωρίς νά τό καταλάβουν, ὅλη ἡ οἰκογένεια ἀρχίζει νά περιστρέφεται γύρω ἀπό τήν «ἀδυναμία» του.

 Ἕνα τέτοιο παιδί, καθώς μεγαλώνει, μπορεῖ νά μάθει –συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα– πώς ἡ ἀδυναμία του τοῦ προσφέρει κάτι πολύ ἰσχυρό: προσοχή, φροντίδα, ἀνοχή, ἐπιείκεια, ἀκόμη καί ἐξουσία μέσα στήν οἰκογένεια. Ἔτσι, μπορεῖ νά ταυτίσει τήν ἀγάπη μέ τήν ἐξάρτηση καί νά θεωρήσει τήν προνομιακή του φροντίδα ὡς ὑποχρέωση.

 Ἡ «εὐαισθησία» τοῦ ἑνός παιδιοῦ γίνεται κέντρο ζωῆς γιά τήν οἰκογένεια. Οἱ ἀνάγκες τῶν ὑπολοίπων περνοῦν σέ δεύτερη μοῖρα. Οἱ γονεῖς ζοῦν μέ μόνιμη ἀγωνία μήπως τό παιδί στεναχωρηθεῖ ἤ πιεστεῖ. Ἔτσι, συχνά, ἀποφεύγουν νά τοῦ θέσουν ὅρια καί νά τό φέρουν ἀντιμέτωπο μέ τίς συνέπειες τῶν πράξεών του. Αὐτό πού ἀρχίζει ὡς προστασία, μπορεῖ σταδιακά νά μετατραπεῖ σέ βαθιά δυσλειτουργία.

Τό παιδί δέν ἐνδυναμώνεται πραγματικά. Ἀντιθέτως, μπορεῖ νά παγιώνεται μέσα του ἡ αἴσθηση πώς εἶναι ἀδύναμο, ἀνίκανο ἤ διαρκῶς ἐξαρτημένο. Πρόκειται γιά τή λεγόμενη «μαθημένη ἀβοηθησία»: ὁ ἄνθρωπος παύει σταδιακά νά πιστεύει ὅτι μπορεῖ νά τά καταφέρει μόνος του, ἐπειδή ἔχει μάθει πώς κάποιος ἄλλος θά ἀναλάβει γιά ἐκεῖνον.

Παράλληλα, τό παιδί μπορεῖ νά χρησιμοποιεῖ –ἀκόμη καί ἀσυνείδητα– τήν ἀδυναμία του ὡς τρόπο ἐπιρροῆς. Ἡ θυματοποίηση γίνεται ἔμμεσος τρόπος ἐλέγχου. Ἕνα ξέσπασμα ἤ μιά ἐκδήλωση ἀνημπόριας ἀρκοῦν, γιά νά κινητοποιήσουν ὁλόκληρη τήν οἰκογένεια. Αὐτή εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἀδυναμίας.

Καί ἐνῷ ὅλοι ἑστιάζουν στό «εὐάλωτο» παιδί, συχνά ξεχνοῦν τά ὑπόλοιπα. Ὑπάρχουν παιδιά πού μεγαλώνουν ἀθόρυβα, σέ σπίτια ὅπου ὅλη ἡ προσοχή στρέφεται πρός τό «καημένο» παιδί. Εἶναι τά παιδιά πού «δέν δημιουργοῦν προβλήματα», πού «ἀντέχουν», πού ἀκοῦν

Ἡ ἀγάπη χωρίς διάκριση ὁδηγεῖ σέ ἀνισορροπία.

συνεχῶς: «Ἐσύ πρέπει νά δείξεις κατανόηση», «Ὁ καημένος ὁ ἀδελφός σου περνᾶ δύσκολα», «Ἐσύ μπορεῖς νά τό διαχειριστεῖς, εἶσαι δυνατός» κ.ἄ.

 Καί κάπως ἔτσι, τό παιδί πού φαίνεται πιό λειτουργικό, ὥριμο ἤ ἀνεξάρτητο, ἀρχίζει νά παραμελεῖται συναισθηματικά. Οἱ ἀνάγκες καί ὁ πόνος του ὑποβαθμίζονται. Τά παράπονά του χαρακτηρίζονται ἐγωιστικά. Συχνά, ζητᾶ ἰσότητα, δικαιοσύνη καί ἀναγνώριση, ἀντί γι’ αὐτό, ὅμως, εἰσπράττει ἐπίπληξη καί ἐνοχές.

Σέ πολλές οἰκογένειες, τό παιδί πού ἀρνεῖται νά μετέχει σέ αὐτή τήν ἀνισορροπία, θεωρεῖται τό «μαῦρο πρόβατο». Εἶναι ἐκεῖνο πού τολμᾶ νά πεῖ πώς κάτι δέν εἶναι δίκαιο· πού δέν ἀποδέχεται νά θυσιάζει συνεχῶς τίς δικές του ἀνάγκες· πού κουράστηκε νά ὑποχωρεῖ καί νά κατανοεῖ τούς πάντες, ἐνῷ κανείς δέν κατανοεῖ τή δική του θέση. Καί τότε χαρακτηρίζεται: «σκληρό», «ἀναίσθητο», «ζηλιάρικο», «κακό παιδί». Στήν πραγματικότητα, ὅμως, εἶναι συχνά τό μόνο μέλος πού βλέπει καθαρά τή δυσλειτουργία καί ἀρνεῖται νά τή διαιωνίσει. Γιατί, συχνά, ἔνοχος εἶναι, ὄχι ἐκεῖνος πού προκαλεῖ τή μεγαλύτερη βλάβη, ἀλλά ἐκεῖνος πού τολμᾶ νά τήν κατονομάσει.

Φυσικά, οἱ περισσότεροι γονεῖς δέν ἔχουν πρόθεση νά ἀδικήσουν· τό ἀντίθετο. Στήν προσπάθειά τους, ὅμως, νά πράξουν δίκαια καί νά μήν ἀδικήσουν τό «ἀδύναμο» παιδί, ἀδικοῦν –χωρίς νά τό κατα λαβαίνουν– τό «δυνατό».

 Δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού ἀδέλφια τέτοιων οἰκογενειῶν, μεγαλώνοντας, ἀπομακρύνονται μεταξύ τους· ἡ παιδική ἀδικία δέν ξεχνιέται εὔκολα. Τό παιδί πού ἔνιωθε ἀόρατο κουβαλᾶ θυμό, πικρία, συναισθηματική ἀποσύνδεση ἀπό τούς οἰκείους του καί βαθιά μοναξιά. Ἀπό τήν ἄλλη, καί τό «προστατευμένο» παιδί μπορεῖ ἀργότερα νά δυσκολεύεται νά σταθεῖ αὐτόνομα, νά ἀναλάβει εὐθύνες καί νά δημιουργήσει ὥριμες σχέσεις. Ἔτσι, τελικά, τραυματίζονται ὅλοι.

 Φυσικά, οἱ περισσότεροι γονεῖς δέν ἔχουν πρόθεση νά ἀδικήσουν· τό ἀντίθετο. Στήν προσπάθειά τους, ὅμως, νά πράξουν δίκαια καί νά μήν ἀδικήσουν τό «ἀδύναμο» παιδί, ἀδικοῦν –χωρίς νά τό καταλαβαίνουν– τό «δυνατό». Πίσω ἀπό αὐτή τή στάση ὑπάρχει φόβος, ἐνοχή ἤ βαθιά ταύτιση μέ τό παιδί πού φαίνεται πιό εὐάλωτο. Ἤ ἀκόμα, προσωπικά τραύματα καί βαθιά αἴσθηση ἀνεπάρκειας.

 Ἡ ἀγάπη χωρίς διάκριση ὁδηγεῖ σέ ἀνισορροπία. Ἡ ὑπερπροστασία μπορεῖ νά κρατήσει τόν ἄλλον ἐξαρτημένο, ἀδύναμο καί ἀνώριμο. Ἡ ἀληθινή ἀγάπη δέν εἶναι ἀπουσία ὁρίων, συνενοχή ἤ ἄκριτη ἀνοχή. Σέβεται τήν ἐλευθερία ὅλων καί ἐπιδιώκει τήν ὡρίμανση καί τήν αὐτονομία τοῦ εὐάλωτου, χωρίς νά τόν καθηλώνει στόν ρόλο τοῦ «καημένου».

Ἴσως, τελικά, μία ἀπό τίς μεγαλύτερες παγίδες μέσα στήν οἰκογένεια εἶναι νά συνηθίσουν ὅλοι τόσο πολύ στούς ρόλους πού τούς δόθηκαν, ὥστε κανείς νά μήν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἔξω ἀπό αὐτούς.

Καί τότε, ἡ οἰκογένεια μετατρέπεται σέ σύστημα ὅπου κάποιοι μαθαίνουν ὑποχρεωτικά νά σώζουν καί κάποιοι δικαιωματικά νά σώζονται διαρκῶς.

Ἄν τό φαινόμενο αὐτό δέν ἐντοπιστεῖ ἔγκαιρα, μπορεῖ νά διαλύσει ἀθόρυβα τό οἰκοδόμημα τῆς οἰκογένειας. Γιατί τούς ἀνθρώπους δέν τούς ἀπομακρύνει μόνο τό μῖσος, ἀλλά καί μιά ἀγάπη φοβισμένη, ἐνοχική καί ἄνιση.

Ἀγγελική-Ἐλευθερία Ἰ. Παπασαραντοπούλου,

Ψυχολόγος

 anastasiosk

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

«ΑΝΑΜΟΝΗ: Η ΤΕΧΝΗ ΠΟΥ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΠΙΑ ΝΑ ΑΣΚΕΙ» Μια φιλοσοφική στοχαστική προσέγγιση για τη λησμονημένη αξία της αναμονής σε έναν πολιτισμό που κυριαρχείται από την αμεσότητα

 

«ΑΝΑΜΟΝΗ: Η τέχνη που η σύγχρονη εποχή δεν ξέρει πλέον να ασκεί»

Γιατί ένας πολιτισμός που θέλει τα πάντα αμέσως (που τα θέλει όλα τώρα) κινδυνεύει να χάσει το νόημα του χρόνου.

                                             Συντακτικό Επιτελείο Inchiostronero



Η αναμονή είναι μία από τις πιο καθολικές ανθρώπινες εμπειρίες και, ταυτόχρονα, μία από τις λιγότερο κατανοητές. Σε έναν κόσμο οικοδομημένο πάνω στην αμεσότητα και την άμεση ικανοποίηση, η ικανότητα να περιμένει κανείς μοιάζει να ανήκει σε μια άλλη εποχή. Κι όμως, πολλές από τις σημαντικότερες φιλοσοφικές και πνευματικές παραδόσεις είδαν στην αναμονή όχι μια παθητική στάση, αλλά μια μορφή εσωτερικής προετοιμασίας. Το παρόν δοκίμιο διερευνά μια λησμονημένη αρετή, η οποία ίσως έχει πολλά να μας πει για τη σύγχρονη εποχή.

Η εποχή που δεν θέλει να περιμένει

Κάποτε οι άνθρωποι περίμεναν τα γράμματα. Περίμεναν την επιστροφή ενός αγαπημένου προσώπου, την άφιξη μιας είδησης, τη συγκομιδή μετά τη σπορά, ακόμη και την ολοκλήρωση ενός έργου προορισμένου να ξεπεράσει τη ζωή εκείνου που το είχε αρχίσει. Η αναμονή δεν θεωρούνταν ένα κενό διάστημα ανάμεσα σε δύο γεγονότα, αλλά ένα φυσικό συστατικό της ύπαρξης.

Σήμερα, όλα μοιάζουν οργανωμένα έτσι ώστε να την εξαλείψουν.

Αν μια ιστοσελίδα χρειαστεί μερικά δευτερόλεπτα για να φορτώσει, νιώθουμε εκνευρισμό. Αν ένα μήνυμα μείνει αναπάντητο για λίγες ώρες, φανταζόμαστε αμέσως ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Αν μια αγορά χρειαστεί ημέρες για να παραδοθεί, μας φαίνεται σχεδόν ανωμαλία. Η τεχνολογία έχει μετατρέψει την ταχύτητα σε αξία και την αμεσότητα σε ένα αυτονόητο δικαίωμα.

Κι όμως, αυτή η διαρκής επιτάχυνση δεν παρήγαγε μεγαλύτερη γαλήνη. Ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος δεν διέθετε τόσα μέσα για να μειώσει τις αποστάσεις και να συντομεύσει τους χρόνους, κι όμως σπάνια υπήρξε τόσο ανήσυχος. Η βιασύνη έχει μετατραπεί σε μόνιμη κατάσταση, σε μια νοητική στάση πριν ακόμη γίνει συμπεριφορά.

Ο φιλόσοφος Byung-Chul Han έχει παρατηρήσει ότι η εποχή μας δεν υποφέρει τόσο από έλλειψη ελευθερίας, όσο από υπερβολή ερεθισμάτων και απαιτήσεων απόδοσης. Το σύγχρονο άτομο ζει βυθισμένο σε ένα αδιάκοπο παρόν που δεν αφήνει περιθώρια για παύσεις, όπου κάθε αναμονή βιώνεται ως διακοπή και όχι ως μέρος της πορείας.