Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μνημοσύνου πρός τήν Ἀνατολή τελεῖται

 


Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μνημοσύνου, ὅπως καὶ κάθε Ἀκολουθία στὴν Ἐκκλησία μας τελεῖται ἁγιοπατερικά, παραδοσιακά, πρὸς τὴν Ἀνατολή.1 Καὶ τὸ Μνημόσυνον προσευχή εἶναι. Ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ περασμένου αἰώνα, κυρίως λόγῳ τῆς προτεσταντολατινογενοῦς πλάνης «versus populum» τῆς λειτουργικῆς κινήσεως (τουτέστι κατ’ οὐσίαν «θεατρική» προσευχή πρὸς τὸν Λαόν, ποὺ ἄρχισε ἀπὸ τὸν Λούθηρο καὶ τοὺς Προτεστάντες, πέρασε στοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, καὶ ὑπεστηρίχθη στήν αἱρετική Βʹ Βατικάνειο Σύνοδόν των), τὴν ὁποίαν προώθησαν καθ’ ἡμᾶς ἡμέτεροι παρασυρθέντες θεολόγοι, λειτουργιολόγοι, κληρικοί, τὸ μεγαλύτερο ποσοστὸ τῶν Ἱερέων μας - δυστυχῶς - τελοῦν τὸ Μνημόσυνον πρὸς τὸν Λαόν. Ὑπάρχουν καὶ μερικοὶ ὑποστηρικτὲς τοῦ παρασυρθέντος Φουντούλη, ποὺ προωθοῦν τὴν ἀδιαφορία ἐν γένει γιὰ τὴν κατ’ Ἀνατολάς τέλεση τῶν Ἀκολουθιῶν, καὶ ὅτι ὅλα εἶναι «ἐντάξει». Αὐτὸ εἶναι μεγάλη πλάνη (ὑποσ. 1), καὶ τὰ πράγματα δὲν εἶχαν ἔτσι, οὔτε στὴν νεότητά μας στὸ χωριό, ὅπου οἱ Ἱερεῖς τελοῦσαν τὸ Μνημόσυνον πάντοτε πρὸς Ἀνατολάς, στὸ κέντρον τοῦ Ναοῦ, κάτω ἀπὸ τὸν μέγα Πολυέλεο (στὸ ἴδιο περίπου σημεῖο ὅπου διαβαζόταν παλαιὰ καὶ ἡ ὀπισθάμβωνος Εὐχή). Πολλῷ δὲ μᾶλλον ὅταν τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ ὅλες οἱ ὑπόλοιπες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἄλλων χωρῶν τηροῦν τὴν Παράδοση τῆς κατ’ Ἀνατολὰς τελέσεως τοῦ Μνημοσύνου, ἀκόμη καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀμερικῆς ποὺ ἄγνωστο πῶς δὲν παρεσύρθη ἀπὸ τοὺς δικούς μας. 2


Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μνημοσύνου εἶναι κυρίως Ἀκολουθία εὐεργετικὴ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους ποῦ γίνεται ἀπὸ τὴν στρατευομένη Ἐκκλησία (ἀπὸ τοὺς ζῶντες Χριστιανούς). Οἱ κεκοιμημένοι ἅπαξ καὶ ἐκοιμήθησαν δὲν μποροῦν νὰ μετανοήσουν, διότι ἐν τῷ Ἅδη οὐκ ἔστι μετάνοια. Ὅμως ἡ ἀγάπη τῶν πιστῶν καὶ τῶν κληρικῶν πρὸς αὐτοὺς μέσῳ τῆς προσευχῆς τους στὰ Μνημόσυνα, καὶ ἰδιαίτερα στὴν Λειτουργία καὶ εἰδικὰ στὰ 40λείτουργα3 (ποῦ μποροῦν νὰ γίνονται καὶ ὁποτεδήποτε, ἀρκεῖ νὰ βρεθεῖ Ἱερεὺς ἢ Μοναστήρι νὰ λειτουργεῖ καθημερινῶς), τοὺς εὐεργετεῖ πάρα πολύ,4 καὶ ἀναλόγως τῆς καταστάσεως ποῦ ἔφυγαν (Κύριος οἶδεν).5

Ὀλίγας δεκαετίας πρίν, ἕνα μνημόσυνο γινότανε γιὰ ὅλα μαζὶ τὰ κόλλυβα.

Tὸ μνημόσυνον τελοῦνταν πάντοτε μὲ Θεία Λειτουργία, ἀφοῦ στὴν Θεία Λειτουργία γίνεται τὸ κατ’ ἐξοχὴν μνημόσυνον τοῦ τεθνεῶτος.

Τὰ κόλλυβα τοῦ Μνημοσύνου εὑρίσκοντο «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, στὴν ἴδια εὐθεία μὲ τὴν Ἁγία Τράπεζα (στὸν κεντρικό/διαμήκη ἄξονα τῆς Ἐκκλησίας), περίπου κάτω ἀπὸ τὸν μέγα πολυέλεο. Δὲν ὑπῆρχαν λουλούδια, οὔτε ἀνθοστολισμοὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία, παρὰ μόνον δύο μεγάλες λαμπάδες δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τῶν τραπεζιῶν τῶν κολλύβων καὶ πρὸς τὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τῶν τραπεζιῶν6 (πρὸς τὸ Ἱερό).

Οἱ συγγενεῖς τοῦ ἀποθανόντος στέκονταν στὸ κεντρικὸν κλῖτος τοῦ Ναοῦ,7 πίσω ἀπὸ τὰ κόλλυβα σὲ κάποια ἀπόσταση (γιατὶ θὰ ἐρχόταν ὁ Ἱερεὺς στὸ τραπέζι τῶν Κολλύβων νὰ τελέσει τὸ μνημόσυνον βλέπων πρὸς Ἀνατολάς). Λίγες καρέκλες ὑπῆρχαν μπροστὰ ἀπὸ τὰ κόλλυβα σὲ μια σειρά. Καθὼς ἔρχονταν στὴν Ἐκκλησία καὶ ἄλλοι συγγενεῖς καὶ φίλοι δημιουργοῦσαν στὸ κεντρικὸν κλῖτος «σειρὲς» πρὸς τὰ πίσω, ἰστάμενοι ὄρθιοι μέχρι τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας καὶ τοῦ Μνημοσύνου (ὅπως καὶ ὁ πλεῖστος Λαὸς ὄρθιοι στέκονταν μέχρι τὸ τέλος).

Κατὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Μνημοσύνου, οἱ ἱερεῖς ἐξέρχοντο τοῦ Ἱεροῦ Βήματος καὶ ἵσταντο ἔμπροσθεν τῶν κολλύβων μὲ τὸ πρόσωπο στραμμένο γιὰ Προσ-Εὐχή, ἤτοι στραμμένοι πρὸς Ἀνατολάς.

Ὁ Λαὸς τῆς Ἐκκλησίας στὸ Μνημόσυνο ἄφηνε τὴν θέση του καὶ προσέγγιζε καὶ στεκόταν πίσω καὶ στὰ πλάγια ἀπὸ τὸ Μνημόσυνον.

 

Τί ὡραῖα νὰ προσεύχεται ὅλη ἡ Ἐκκλησία, ὅλοι οἱ Πιστοὶ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους σου!

Τί δύναμη ἔχει αὐτὴ ἡ προσευχή!

Σύγκρινε μὲ τὴν σημερινὴ πρακτικὴ τῶν πολλαπλῶν ξεχωριστῶν μνημοσύνων μετὰ τὴν Λειτουργία καὶ τὸ ἀντίδωρον, ἀφότου φύγει ὁ Λαός, εἰς τὰς ἐνορίας τῶν μεγαλουπόλεων ἢ τὰ ἰδιωτικὰ μνημόσυνα.

Ἀλοίμονο, μὲ τοὺς μοντερνισμοὺς καὶ προτεσταντισμοὺς ἐξασθενίζει ἡ Προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ποτὲ δὲν θυμόμαστε στὴν ἐπαρχία Μνημόσυνο νὰ τελέστηκε σὲ νεκροταφεῖο, ἢ ἀφ' ὅτου φύγει ὁ κόσμος ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Δὲν φταίει ὁ κόσμος ποῦ τυχὸν κάνει ἰδιωτικὰ μνημόσυνα στὰ νεκροταφεῖα. Ὁ Ἱερεὺς καὶ ὁ Ἐπίσκοπος πρέπει νὰ κατηχοῦν τὸν κόσμο νὰ κάνει τὰ μνημόσυνα στὴν ἐνορία γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ ὅλος ὁ λαὸς γιὰ τὸν κεκοιμημένο τους. Τὰ μνημόσυνα πρέπει νὰ τελοῦνται μὲ τὸν κόσμο παρόντα στὴν Ἐκκλησία, λαὸς ὁλόκληρος λέει ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος,8 καὶ ὁ κόσμος πρέπει νὰ κατηχηθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς, ὅτι ἰδιαίτερα ἐκείνη τὴν ἡμέρα ποῦ τελεῖται τὸ μνημόσυνο πρέπει νὰ προσεύχονται (καὶ) γιὰ τὴν ψυχή του ἀποθανόντος.

Ἐπανερχόμενοι στὴν ἰστορία, στὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, λίγο μετὰ τὴν ἔξοδο τοῦ Ναοῦ, κρατοῦσαν δύο Ἐπίτροποι ἕνα μεγάλο λευκὸ σεντόνι, ἢ μία λεκάνη ἀργότερα, ὅπου ἔριχναν μαζὶ ὅλα τὰ κόλλυβα (ἀπὸ ὅλα τὰ μνημόσυνα). Μοιράζανε στὸν κόσμο χαρτοπετσέτες, καὶ μὲ ἕνα πιατάκι (ποῦ σέσουλα τότε) ἔδιδαν στὴν χαρτοπετσέτα ποῦ κράταγε ὁ κόσμος τὰ κόλλυβα (οὔτε κύπελα, οὔτε χαρτοσακκούλες μὲ σταυρούς καὶ ἀγγελάκια, οὔτε κουταλάκια, κλπ.).

Ἔτσι εἶχαν τὰ πράγματα στὸ χωριὸ ποῦ μεγαλώσαμε, καὶ μὲ ἔγγαμους Κληρικούς· οἱ Ἱερεῖς τελοῦσαν τὰ Μνημόσυνα «ἐν τῷ μέσῳ» πρὸς τὴν Ἀνατολή. Καὶ ὄχι μόνον στὸ χωριό, ἀλλὰ καὶ στὴν Ἀθήνα ὅπως μᾶς εἶπε ὁ π. Γεράσιμος Ἁγιορείτης:9 «Σὲ ὅσες ἐκκλησίες θυμᾶμαι Μνημόσυνα (ἀπὸ παιδί), κατ' Ἀνατολὰς ἦταν στραμμένος ὁ Ἱερέας».

Περίπου τὸ 2010 παρατηρήσαμε (συνειδητά) πρώτη φορά στὴν Ἀθήνα Ἱερεῖς νὰ τελοῦν τὸ Μνημόσυνον ἐξ’ ἀποστάσεως, πρὸς τὴν Δύση, καὶ ἀφ’ ὑψηλοῦ ἀπὸ τὴν Ὠραία Πύλη (οἱ περισσότεροι παρασυρθέντες ἐν ἀγνοίᾳ μὴ γνωρίζοντες γιατί, ἀλλὰ πολλοὶ δυστυχῶς οὔτε ἐνδιαφερόμενοι νὰ μάθουν), ἀτενίζοντες καὶ προσευχόμενοι πρὸς τὸν Λαόν,10 δηλ. προσευχόμενοι πρός τὴν Δύσιν (versus populum). Ἄλλοτε, ἂν εἶναι «Τρισάγιο», λίγα κόλλυβα τοποθετημένα στὰ σκαλιὰ τοῦ Ἱεροῦ, πάλιν Ἱερεῖς τὸ τελοῦν εἴτε πρὸς Βορρᾶ, εἶτε πρὸς Νότο,11 ὄχι ὅμως πρὸς τὴν Ἀνατολή, ἀναλόγως σὲ ποιὰ μεριὰ εἶναι τοποθετημένα τὰ κόλλυβα, μὴ μετακινούμενοι οὐδόλως ἐκ τῆς Ὠραίας Πύλης.

Τὴν σήμερον στὴν Ἑλλάδα, μεγάλο μέρος τῶν Κληρικῶν συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν Ἐπισκόπων, παρασυρθέντες, τελοῦν τὸ Μνημόσυνον ἀντικανονικῶς πρὸς τὴν Δύση. Καὶ στὴν Κύπρο, καὶ στὴν Αὐστραλία παρατηρήσαμε Ἑλληνορθόδοξους Ἐπισκόπους νὰ τελοῦν τὸ Μνημόσυνον πρὸς τὴν Δύση ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη. 

ὲ μεγίστη ἔκπληξη ἐπίσης μάθαμε ὅτι ἄλλοι Χριστιανοί, μεσήλικες μάλιστα, δὲν ἔχουν δεῖ ποτὲ τὸν Ἱερέα στὴν Ἑλλάδα νὰ τελεῖ τὸ Μνημόσυνον κατ’ Ἀνατολάς!12

Ὅμως καὶ τὸ Μνημόσυνον προσευχὴ εἶναι, καὶ ἔτσι καὶ αὐτὸ πρέπει ἱεροκανονικῶς, ἁγιοπατερικῶς, σύμφωνα μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρας μας καὶ τὴν Ἀποστολικὴ Παράδοση νὰ τελεῖται πρὸς Ἀνατολάς. 

Τελεῖται πρὸς Ἀνατολάς, σημαίνει νὰ ἐξέρχεται ὁ Ἱερεὺς (καὶ ὁ Ἀρχιερεὺς13) τῆς Ὠραίας Πύλης καὶ νὰ ἴσταται «ἐν τῷ μέσῳ» (στὴν εὐθεία μὲ τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστό τῆς Ἁγίας Τραπέζης), μπροστὰ ἀπὸ τὰ κόλλυβα τοῦ Μνημοσύνου, μὲ τὸ πρόσωπον διὰ Προσ-Εὐχὴν, ἤτοι στραμμένος πρὸς Ἀνατολάς, ὅπως καὶ ὅλος ὁ Λαὸς πρὸς τὴν Ἀνατολή προσεύχεται. 

Πάντως καὶ στὶς ἡμέρες μας εἶδαμε πρόσφατα παραδοσιακὴ τέλεση Μνημοσύνου στὴν Ἀθήνα, σὲ ἐνοριακὸ ναό (βλ. Εἰκ. 15). 

Στὴν Ἑλληνορθόδοξη Ἀρχιεπισκοπή Ἀμερικῆς, καὶ παλαιά, καὶ σήμερα, τελοῦν τὰ Μνημόσυνα πρὸς τὴν Ἀνατολήν, καὶ σὲ Συλλείτουργο. Δεῖτε τὶς φωτογραφίες στὸ τέλος τοῦ ἄρθρου. Καὶ σὲ μοναστήρια τοῦ γ. Ἐφραῖμ στὴν Ἀμερική, εἴδαμε ὅτι οἱ Ἱερεῖς πρὸς Ἀνατολάς τελοῦν τὸ Μνημόσυνον.

Στό δέ Ἅγιον Ὄρος, σύμφωνα μὲ τὸν π. Γεράσιμο Ἁγιορείτη:14 «σὲ μοναστήρια καὶ κελιά, σὲ ὅσα Μνημόσυνα ἔτυχα (εἴτε Κτιτορικά, εἴτε Πατέρων) ὅλοι οἱ Ἱερεῖς Ἀνατολικὰ ἦταν στραμμένοι (λέω Ἱερεῖς "πληθυντικό", γιατί στὰ Κτιτορικά, λόγῳ πανηγύρεως τοῦ Καθολικοῦ, λαμβάνουν μέρος πολλοὶ Ἱερεῖς καὶ Διάκοι)».

Στὶς ἑπόμενες ἑνότητες θὰ μελετήσουμε Τυπικά, ἐτήσια Τυπικά (Δίπτυχα), Ἱερατικά, καὶ ἄλλες πηγές, καὶ φυσικὰ τὴν ζῶσα Παράδοση, σχετικὰ μὲ τὴν τέλεση τοῦ Μνημοσύνου.



. Τὸ ἰσχῦον Τυπικὸν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (ΤΜΕ) 15

Τό ΤΜΕ δὲν ἔχει λεπτομέρειες γιὰ τὸ Μνημόσυνον (τὸ ὁποῖον θεωρεῖται αὐτονόητο), ἀλλὰ γιὰ τὸ Ψυχοσάββατον ἀναφέρει:

«… εἶτα ψάλλονται τὰ Τροπάρια Μετὰ πνευμάτων δικαίων, μνημονεύονται ἐπὶ τῶν κολλύβων τὰ ὀνόματα τῶν κεκοιμημένων …».16 

Μνημονεύονται λέει «ἐπὶ τῶν κολλύβων», ὄχι ἐξ ἀποστάσεως. Τὸ «ἐπὶ τῶν κολλύβων» εἶναι δηλωτικό ὅτι ὁ Ἱερεὺς ἐξέρχεται τοῦ Βήματος καὶ τῆς Ὡραίας Πύλης καὶ ἄρα τελεῖ τὸ Μνημόσυνον πρὸς Ἀνατολάς (πρβλ. ὑποσ. 1).

Τὸ ΤΜΕ καίτοι δὲν ἀναφέρει ἀκριβῶς τὴν θέσιν τῶν κολλύβων γιὰ τὸ Μνημόσυνον/Ψυχοσάββατον (προφανῶς τὰ μνημόσυνα δὲν ἤθελαν ἰδιαίτερη ἐπεξήγηση καθότι τελοῦνται τακτικότατα), ὑποννοεῖται ὅμως ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ναοῦ, ὅπως ἡ Παράδοσις μᾶς κληρονόμησε (βλ. Εἰκ. 8, Εἰκ. 9) καὶ τὸ εἴδαμε στὴν νεότητά μας στὶς ἐνορίες, καὶ ὅπως τὸ ἀναφέρει τό ΤΜΕ σὲ ἄλλες περιπτώσεις ὅπως:

Γιὰ τὴν Ἀρτοκλασία λέγοντας: «ὁ Διάκονος καὶ ὁ Ἱερεὺς … ἵστανται ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ναοῦ, ὅπου εἰσὶ προτεθειμένοι οἱ ἄρτοι, οἶνος καὶ ἔλαιον».17 

Ἐπίσης γιὰ τὴν Παγκόσμιο Ὕψωση τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, ἔχει: «Ὁ ἱερουργῶν Ἱερεύς … φέρει τὸν Σταυρὸν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ναοῦ ἔνθα ἵσταται τὸ Τετραπόδιον ηὐτρεπισμένον, καὶ κύκλῳ αὐτοῦ περιελθών τρὶς ἴσταται, καὶ βλέπων πρὸς Ἀνατολὰς, κρατῶν δὲ εἰς χεῖρας τὸν δίσκον ἐκφωνεῖ Σοφία, ὁρθοὶ, …».18

Ἐπίσης καὶ γιὰ τὰ Ἅγια Θεοφάνεια τό ΤΜΕ ἔχει: «… ὁ δὲ Πατριάρχης (ἢ ὁ Ἀρχιερεὺς) κατέρχεται τοῦ Θρόνου καὶ ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Ναοῦ, ἔνθα κεῖται ἡ τράπεζα καὶ τὸ δοχεῖον τοῦ Ἁγιασμοῦ, φορῶν ἐπιτραχήλιον καὶ ὠμόφορον».19

Ἄρα, ἡ σωστὴ τάξη τοῦ Μνημοσύνου εἶναι νὰ τεθοῦν τὰ κόλλυβα στὸ «κέντρο», «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ (ὅπως παλαιὰ στὶς ἐνορίες, τὸ ὁποῖον εἴδαμε νὰ ἀκολουθεῖται καὶ σήμερα) ἢ ὁπωσδήποτε στὴν ἴδια εὐθεία μὲ τὴν Ἁγία Τράπεζα (στὸν κεντρικό/διαμήκη ἄξονα τῆς Ἐκκλησίας), καὶ ὁ Ἱερεύς νὰ τελέσει τὸ Μνημόσυνον μπροστὰ ἀπὸ τὰ κόλλυβα μὲ τὸ πρόσωπον γιὰ προσευχή δηλ. στραμμένος πρὸς τὴν Ἀνατολή.

 

16. Τὰ κόλλυβα τοποθετοῦνται «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, ἢ μπροστὰ ἀπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ τοῦ Τέμπλου;

Ἡ Παράδοση λέει «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, ὅπως εἴδαμε καὶ ὅπως τηροῦνταν ἐκ νεότητός μας.

Παλαιὰ ὑπῆρχε μόνιμα μικρὸ φορητό (ἢ μὴ) εἰκονοστάσι (δισκέλιον) ἐν «τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ (ἢ καὶ περισσότερα ἀπὸ ἕνα), στὸν κεντρικὸ ἄξονα τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἄλλες εἰκόνες. Αὐτὸ τὸ φορητὸ εἰκονοστάσι (προσκυνητάρι) τὸ βλέπουμε «ἐν τῷ μέσῳ» καὶ σήμερα, στὴν Μ. Ἑβδομάδα, στὶς Παρακλήσεις τῆς Παναγίας μας, στὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο. Καὶ ὁ Ἐσταυρωμένος τῆς Μ. Πέμπτης τοποθετεῖται στὴν ἴδια θέση ἐν «τῷ μέσῳ», καὶ στὸ ἴδιο σημεῖο τελοῦνται ἡ Ἀρτοκλασία, ὁ Ἁγιασμός. Μερικὲς ἐνορίες καὶ σήμερα διατηροῦν τὸ κεντρικὸ αὐτὸ προσκυνητάρι σὲ μόνιμη βάση. Ἐπίσης καὶ ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τὸ διατηροῦν σὲ μόνιμη βάση.120 Ἐκεῖ στὸ ἴδιο περίπου σημεῖο διαβαζόταν παλαιὰ πρὸς Ἀνατολὰς καὶ ἡ ὀπισθάμβωνος Εὐχή. Αὐτὸ τὸ κεντρικὸ προσκυνητάρι θὰ πρέπει νὰ ἐπανέλθει στὶς ἐνορίες μας (φέρων τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τὶς Κυριακές! Ἄλλο καὶ τοῦτο στὶς Ἑλληνικὲς ἐκκλησίες, Κυριακὴ ἡμέρα κατ’ εξοχὴν τῆς Ἀναστάσεως, καὶ νὰ μὴν ὑπάρχει πρὸς προσκύνηση πουθενὰ ἡ εἰκὼν τῆς Ἀναστάσεως).

Ἄρα ἡ τοποθέτηση τῶν κολλύβων ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ τοῦ Τέμπλου (ὅπου γίνεται), ἀντὶ τῆς παραδόσεως ἐν «τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, ἴσως προέρχεται εἴτε ἀπὸ τὴν κατάργηση τοῦ κεντρικοῦ μικροῦ προσκυνηταρίου ἔμπροσθεν τοῦ ὁποίου τοποθετοῦνταν τὰ κόλλυβα (παλαιὰ βέβαια στὰ μοναστήρια γινόταν στὸν Νάρθηκα), εἴτε γινόταν κατ’ οἰκονομία (καὶ εὐκολία, ἢ καὶ διάκριση στὸν κόσμο) σὲ «μικρὰ» μνημόσυνα (“Τρισάγια”), καὶ ἡ οἰκονομία ἔγινε τελικὰ κανόνας καὶ στὰ μεγάλα Μνημόσυνα. Καὶ πάλιν ὅμως, ὁ Ἱερεὺς πρέπει νὰ κατεβαίνει κάτω ἔμπροσθεν τῶν Κολλύβων καὶ νὰ τελεῖ τὸ Μνημόσυνον κατ’ Ἀνατολάς.

Τὰ Κόλλυβα τῶν Μνημοσύνων (εἰδικὰ τοῦ 40ήμερου) κανονικὰ πρέπει νὰ τοποθετοῦνται παραδοσιακῶς «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ ὅπως παλαιά.121 Ἂν δὲν εἶναι ἐφικτὸν αὐτό, τότε μέχρι νὰ γίνει χῶρος στὸ κέντρον, νὰ τοποθετοῦνται στὸ κέντρον τοῦ Σολέα (πάντοτε στὴν εὐθεία τῆς Ἁγίας Τράπεζας), καὶ τὸ τραπέζι τῶν κολλύβων μπορεῖ νὰ μετακινεῖται στὸ κέντρον ὁλίγον πρὸ τοῦ Μνημοσύνου ὅπως στὴν Ἀρτοκλασία (οἱ ἀνθοδέσμες καὶ οἱ ἀνθόκηποι, καὶ οἱ δυτικὲς ἀτμόσφαιρες πρέπει ἐπιτέλους νὰ ἐκλείψουν ἢ τοὐλάχιστον νὰ μειωθοῦν κἂν σὲ …ἕνα ἁπλὸ μικρὸ βάζο).122

Καλὸ θὰ ἦταν ἐπίσης, τοὐλάχιστον σὲ μικρὲς ἐνορίες, νὰ ἐπανέλθει ἡ παράδοση τῆς διανομῆς καθαρῶν κεριῶν μελισσῶν, καὶ τῶν ἀναμμένων κεριῶν ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς καὶ τοὺς Πιστοὺς κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Μνημοσύνου, 

 


Δεν υπάρχουν σχόλια: