Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Ὀδυσσέας

 

πίμετρο μεταγενέστερο κα πάντως φηγηματικ

Θεέ μου, ατς νθρωπος εναι λος δυ μάτια! Δυ μάτια γεμάτα Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες, Φαίακες, γεμάτα δρόμους, τέλειωτους δρόμους. Τν συναντ στν προκυμαία, στ εροδρόμιο, στν ποβάθρα το τραίνου. Εναι πάντα μόνος νάμεσα στ πλθος πο πηγαινοέρχεται διάκοπα.  Τ πλοα, τ τρανα, τ’ εροπλάνα ρχονται κα φεύγουν γεμάτα νθρώπους, νθρώπους π’ λα τ μέρη τς γς, φορτωμένους πολύχρωμα, πολυταξιδεμένα μπαγκάζια.  μως ατς εναι πάντα σ’ ατος πο πομένουν. Κι εναι τόση νοσταλγία στ μάτια του, πο δν μο χρειάζεται λλη σύσταση γι ν τν γνωρίσω.  ποια στιγμ θέλω, θ βγάλω τ καπέλλο μου κα θ το χαμογελάσω φιλικά. — Σς ξέρω, θ π, εσαστε δυσσέας...  Δν θ ρνηθ, δν μπορε ν ρνηθ, εναι νας θλιβερός, ταξίδευτος δυσσέας.

πόψε λοιπν μ τ σούρουπο δυσσέας μου περπατάει στ δρόμο. Περπατάει στν κρη το δρόμου σκυφτός, λίγο κουρασμένος, μ τος μους κυρτούς. σως ρχεται π’ τ εροδρόμιο, τν προκυμαία, τ σταθμό.  Εδε τ’ εροπλάνα, τ πλοα τ τρανα ν φεύγουν γι μι κόμη φορά, γεμάτα βιαστικος κι διάφορους νθρώπους. τσι δείχνουν πάντα ο νθρωποι στς ποβάθρες, στ’ εροδρόμια κα στς προκυμαες, πάντοτε βιαστικο κι διάφοροι, σ νναι τ ταξίδι τ τελευταο π τ πράγματα πο τος νδιαφέρουν, σως κα νναι τσι στ’ λήθεια, ν μ τος νδιαφέρη τ ταξίδι, φαίνεται πς εναι σπάνιο στς μέρες μας ν βρς ναν νθρωπο πο ταξιδεύει γι ν ζήση, να πραγματικ δυσσέα.  π’ σο ξέρω, σήμερα τ πι πολ ταξιδεύουν ο μποροι, μπορικο ντιπρόσωποι κι πιχειρηματίες, πάντα νευρικο κι νυπόμονοι, φορτωμένοι φροντίδες, μ τνα μάτι στ ρολόι τους κα τ’ λλο στν ρα τς ναχώρησης, μ τσάντες φουσκωμένες κα κλειδωμένες καλά.  Βέβαια, ξέρω πς ταξιδεύουν κι ο τουρίστες, μ ατο εναι γέροι ο πι πολλοί, σπρουλο κα ζαρωμένοι, χουνε ζήσει τ ζωή τους κι φησαν τ ταξίδι γι στερόγραφο.  σο γι μερικος πιστήμονες κα ερωμένους, πο τος βρίσκετε ν πηγαίνουν γι συνέδρια κα συναντήσεις διεθνες, χουν τόσο κομπασμ γι τν τιμ πο τος γίνεται, στε δν μένει περιθώριο γι τν ταξιδιωτικ εαισθησία πο λέγαμε.

σως γι’ ατ εναι μοναδικς δυσσέας μου, ατς θλιβερός, ταξίδευτος δυσσέας μου, μ τ μάτια πάντα γεμάτα Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες, Φαίακες, γεμάτα δρόμους, τέλειωτους δρόμους. Τν βλέπω κα πάλι πόψε πο περπατάει στ δρόμο μ τ σούρουπο.  Επα, τι εναι ψηλός, λίγο κυρτς κα συνήθως κουρασμένος. Παρατηρ τ σκιά του πο προπορεύεται, κατεβαίνει στ πόγεια, νεβαίνει στ σκαλοπάτια, κυματίζει στ ρείθρα το δρόμου κι νθρωπος κολουθάει σκυφτός, μ ργό, σερνάμενο βμα. Εναι μόνος στ δρόμο, δρόμος εναι στενός, τ σπίτια ψηλά, χτισμένα μ μπετ κα μ σίδερο, μικρ νθρώπινη σιλουέττα προχωρε φυλακισμένη μέσα στ διπλ ατ τεχος. Ποτ δν ξανάδα τόση μοναξι κι γωνία μαζεμένες σ μι μικρ σιλουέττα, δίπλα στος πανύψηλους τοίχους, σ μι σκιά, πο σπαρταράει στ σκαλοπάτια κα στ ρείθρα. κατοντάδες νθρωποι βαδίζουν κάθε μέρα ατ τ δρόμο, λοι ο νθρωποι τς γειτονις μου βαδίζουν κάθε μέρα ατ τ δρόμο, μ κανένας δν ποψιάζεται τ φυλακή, κανενς σκι δν παραδέρνει τ σούρουπο τόσο θλιβερ στ κράσπεδο το τείχους. σως γιατ λοι χουν τς δουλειές τους, τ σπίτια τους, χουν τ γυναίκα τους κα τ παιδιά τους, θέλω ν π πς χουν κάθε μέρα τ κορμί τους χορτάτο κι εχαριστημένο κι πιπλέον βλέπουν τ ζωή τους ν παίρνη προέκταση στ πρόσωπα τν παιδιν τους. Εναι φυσικ λοιπν πο δν καταλαβαίνουν τ φυλακή.  Γι’ ατ κα θέλω ν σς βεβαιώσω, πς γειτονιά μας εναι μι πολ χαρούμενη γειτονιά, ατ πο λέμε «κοινωνικ ζω» εναι νεπτυγμένο στ πακρο. Συχωρέστε μου τν πεζότητα, ο μοδίστρες, ξέρετε, δουλεύουν σν τρελλές, ο κομμώτριες τ διο, κι ο ταξιτζδες εναι πολ χαριτωμένοι στς ποκλίσεις τους νοίγοντας κάθε βράδυ τς πόρτες στ στολισμένα, μυρωδάτα ντρόγυνα.  Κανένας δν διανοεται ν δραπετεύση, φο κι ο κοπέλλες πο εναι νύπαντρες στ γειτονιά μας δ βλέπουν τν ρα ν βρεθ τ παλληκάρι, ν πο-κατασταθον κι ατς μέσα στν δια μακαριότητα το πετυχημένου ροσμπφ κα τς εφρόσυνης κρεββατοκάμαρας.

Μένει λοιπν μονάχος δυσσέας μου, ν περπατάη πόψε στν ρημο δρόμο, μι μικρ σκι στν κρη το τείχους, μ βμα κουρασμένο κι ργό.  Ξέρω γιατ ο μοι του χουν κυρτώσει τόσο νωρίς, γιατ εναι τόσο κουρασμένο τ βμα του. Στν ποιαδήποτε στιγμ μπορ ν ποκλιθ μπροστά του, μ τ καπέλλο στ χέρι, χαμογελώντας φιλικά. — Ξέρω, θ το π, μόνο να δίλημμα, ασθηση κάποιου χρέους, χι; Μόνο ατ μπορε ν φυλακίση ναν δυσσέα. Ν δτε πο δν θ’ ρνηθ, δν μπορε ν’ ρνηθ, ατ εναι μόνη ατία.

σως περιττεύουν ο διευκρινίσεις, πιστεύω πς δυσσέας μου εναι κιόλας σ λους γνωστός.  Μ σοι δυσκολεύονται κόμα κα στ’ ατονόητα, ς ρθουν ν ψάξουν στ γειτονιά μου γι ν βρον τ σκολειό μας.  Εμαι σίγουρος πς κε μέσα χουν πολλς πιθανότητες ν συναντήσουν τν δυσσέα μου.  Τν φαντάζομαι Καθηγητ ή κα δάσκαλο. σφαλς π τ χέρια του περννε λόκληρες γενις μαθητν, τόσα κουρεμένα κεφάλια, πο πρέπει ν γεμίσουν γνώση, πίστη κι ασιοδοξία γι τ ζωή.  Κα πρέπει ν τ δώση λα ατ φτωχς δυσσέας μου, πο δειασε πι τόσα χρόνια κι π γνώση κι π πίστη κι π ασιοδοξία. Κάποτε ρκοσε κα μόνο τ ραμα τν κουρεμένων Χερουβείμ.  Τώρα, γεύση τς ρηχότητας κα το κενο πο διάκοπα μεγαλώνει εναι να μαρτύριο.  Πρέπει ν φύγη. Κάθε τρανο, πλοο κι εροπλάνο εναι μι σπαραχτικ πρόσκληση γι ν ζήση, ν γνωρίση τ ζω πο εναι τ ταξίδι, πο εναι γνώση, πιστήμη, σπουδή.  Περισσεύει μέσα του δύναμη, ξεχειλίζει. Πς ν τν κλείσης στ μικρό, καθημεριν καθκον;

Φυσικά, μπορε νναι κα γιατρς δυσσέας μου, φυλακισμένος σ μι φτωχικ πολυκλινική, σως νναι κα φτωχς μεροκαματιάρης, πο τν περιμένουν στ σπίτι κάθε μέρα γι τ ψωμί.  γ δν ποκλείω καθόλου νναι κα πρόσωπο στορικό, συχν ποψιάζομαι μήπως εναι λιόσα.  Φυσικά, νας λιόσα, πο δν βρκε κόμα τν Ζωσιμ, — σως χετε κουστ πς σήμερα ξέλιπαν ο Ζωσιμάδες π τν κόσμο μας, μόνο κακέκτυπα βρίσκεις.  ν εχε βρ τν ληθιν πάτερ Ζωσιμ θ βρισκόταν κιόλας στ δρόμο, ναν λιόσα δν μποροσε ν τν κρατήση στ μοναστήρι Ζωσιμς, διος λαμποκοποσε π χαρ ταν τν στελνε ν φύγη στν «κόσμο».  Μ σήμερα ατς ζωοποις θάνατος το κόκκου το σίτου φτασε ν εναι μι νέκρωση νέλπιδη κι διέξοδη, π’ τν παραξενι κα τ στενοκεφαλι τν νθρώπων.  Γι’ ατ κα λυπμαι τόσο βαθει τν καημένο τν λιόσα, πι πολ π’ λους τος λλους, γιατ κάθε μέρα διακινδυνεύει στ τραγικό του δίλημμα τν γάπη το Θεο.

Βλέπετε, λοιπόν, πόσο βάρος μαζεύτηκε σ’ ατ τ μικρ κυρτωμένη σιλουέττα, πο σέρνεται ργ στ κράσπεδο τς φυλακς... Ατς λιόσα, δάσκαλος, γιατρός, μεροκαματιάρης, ατο ο λάχιστοι πο πόμειναν χωρς ν συνθηκολογήσουν, θέλω ν π, ατς τραγικς δυσσέας μου, θλιβερς κι ταξίδευτος κι μως πι πολ δυσσέας π’ λους τος πλάνητες το καιρο μας. Τ βήματά του ντηχον κόμα στος δρόμους μας, χος τους εναι ξένος πι γι τ’ ατιά μας, δυσσέας εναι ξένος πι γι τν κόσμο μας, κάθε του βμα εναι κα μι ναχώρηση, σκιά του προπορεύεται, βιάζεται, θέλει ν’ ποσπαστ κα ν φύγη, τσι πο παραδέρνει στ κράσπεδα τς φυλακισμένης ζως μας...

Θεέ μου, ατς νθρωπος, μέσα στ νύχτα το κόσμου μας, εναι, πωσδήποτε, να δικό Σου σημάδι...

1962

Πείνα και Δίψα σελ. 67-71, εκδ. Γρηγόρη.

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Ο φυλακισμένος με την πορφύρα") είναι έργο του π. Σταμάτη Σκλήρη.

 Ὀδυσσέας - Αντίφωνο