Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009

«Η θάλασσα βάφτηκε κόκκινη απ' το αίμα»



Σφαγή. 320 αιχμάλωτοι Ελληνοκύπριοι σφαγιάστηκαν δίχως έλεος από Τούρκους στρατιώτες τον Αύγουστο του '74, σύμφωνα με νέα μαρτυρία Τουρκοκύπριου, που δημοσιεύει η εφημερίδα «Άφρικα».

Πλέον περισσεύουν τα λόγια για την αγριότητα του Αττίλα.

Όταν Τουρκοκύπριος τολμά να αποκαλύψει την αλήθεια για την αγριότητα του Τουρκικού Στρατού κατά την εισβολή στην Κύπρο, το καλοκαίρι του 1974, τότε τα λόγια περισσεύουν.


Όταν Τουρκοκύπριος δηλώνει ευθέως ότι η θάλασσα στην Κερύνεια βάφτηκε κόκκινη από το αίμα 320 Ελληνοκυπρίων αιχμαλώτων, τότε τα λόγια περισσεύουν.

Όταν οι αποκαλύψεις για τα απανωτά εγκλήματα πολέμου του Τουρκικού Στρατού εισβολής το 1974 στην Κύπρο πέφτουν σαν βροχή και η διεθνής κοινότητα αλληθωρίζει, τότε τα λόγια περισσεύουν.

Στις τόσες αποκαλύψεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας αυτό το καλοκαίρι, έρχεται να προστεθεί η πιο συγκλονιστική μαρτυρία για τη βαρβαρότητα των εγκλημάτων πολέμου που διέπραξε ο Τουρκικός Στρατός κατοχής στην Κύπρο.

Ο Τουρκοκύπριος -που για προφανείς λόγους κράτησε την ανωνυμία του- μίλησε στη γνωστή τουρκοκυπριακή εφημερίδα «Άφρικα» για μια πρωτοφανή πράξη που διαδραματίστηκε μπροστά στα μάτια του, τον Αύγουστο του 1974.

Σύμφωνα με τη συγκλονιστική του μαρτυρία, 320 Ελληνοκύπριοι αιχμάλωτοι πολέμου σφαγιάστηκαν εν ψυχρώ από Τούρκους στρατιώτες, στην ακτή δυτικά της Κερύνειας.

Πρόκειται για την πιο άγρια πράξη που έχει καταγραφεί από αυτόπτη μάρτυρα.


Σύμφωνα με τα όσα δήλωσε ο Τουρκοκύπριος, ο ίδιος ήταν ένας από τους συνοδούς των αιχμαλώτων, που μεταφέρθηκαν με οκτώ λεωφορεία (40 αιχμάλωτοι στο κάθε λεωφορείο) στο σημείο όπου είχε γίνει η απόβαση, δυτικά της Κερύνειας, προκειμένου να οδηγηθούν με πλοία σε φυλακές της Τουρκίας.

Όμως, οι 320 Ελληνοκύπριοι αιχμάλωτοι δεν επρόκειτο να μεταφερθούν ποτέ στην Τουρκία. Θα τους προλάβαινε η βαρβαρότητα των ορδών του τουρκικού Αττίλα.

Όπως γράφει η «Άφρικα», όταν τα λεωφορεία έφθασαν στο λιμάνι είχε ήδη καταπλεύσει ένα πλοίο με Τούρκους στρατιώτες, οι οποίοι μόλις είχαν αποβιβαστεί.

Όταν οι στρατιώτες πληροφορήθηκαν ότι στα λεωφορεία βρίσκονταν Ελληνοκύπριοι αιχμάλωτοι, έβγαλαν τις ξιφολόγχες και τους σκότωσαν με αγριότητα -μέχρις ενός!

«Η θάλασσα βάφτηκε κόκκινη από το αίμα των αιχμαλώτων» είναι η συγκλονιστική δήλωση-μαρτυρία του Τουρκοκύπριου, που αποτυπώνει ανάγλυφα το μέγεθος της αγριότητας των Τούρκων εισβολέων.

Ο Τουρκοκύπριος δήλωσε στην εφημερίδα ότι ακόμη και ο ίδιος φοβήθηκε για τη ζωή του, καθώς η μανία των Τούρκων στρατιωτών ήταν τόση, ώστε υπήρχε κίνδυνος να σφάξουν ακόμη και τους Τουρκοκύπριους που συνόδευαν τους αιχμάλωτους!

Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα, οι 320 Ελληνοκύπριοι αιχμάλωτοι ίσως να θάφτηκαν σε κάποιο χώρο κοντά στο ξενοδοχείο Μάρε Μόντε, το οποίο είχε λειτουργήσει λίγους μόνο μήνες πριν από την εισβολή.

Στη μαρτυρία του, ο Τουρκοκύπριος ανέφερε ότι η σφαγή έγινε στα τέλη Αυγούστου του 1974, δηλαδή λίγες μέρες μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής.

πηγή


Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή (στ')


Αρχίσαμε να βαδίζουμε πιασμένοι απ΄ το χέρι , κοντά ο ένας στον άλλον, χαμένοι, μουδιασμένοι, δισταχτικοί, σαν να ΄μαστε τυφλοί και δεν ξέρουμε που θα μας φέρει το κάθε βήμα που αποτολμούσαμε. Γυρεύαμε ξενοδοχείο στο λιμάνι για ν΄ ακουμπήσουμε και να περιμένουμε τους δικούς μας. Όπου όμως κι αν ρωτούσαμε, παίρναμε την ίδια στερεότυπη απόκριση:
-Απ΄τη Σμύρνη έρχεστε; Δε δεχόμαστε πρόσφυγες.
-Μα θα σας πληρώσουμε καλά, άνθρωποι του Θεού, έλεγε η θεία Ερμιόνη.
Εκείνοι επέμεναν στην άρνησή τους:
-Φοβόμαστε τις επιτάξεις . Δε μάθατε λοιπόν πως στη Χίο, στη Μυτιλήνη, στη Σάμο έφτασε προσφυγολόι, κι επιτάξανε όλα τα σχολεία, τα ξενοδοχεία, τα πάντα;
-Τι θέλαμε, τι γυρεύαμε μεις να ΄ρθούμε σε τούτον τον αφιλόξενο τόπο, έλεγε η κυρία Ελβίρα. Τι θέλαμε και τι γυρεύαμε να χωριστούμε από τους άνδρες μας!
Στο τέλος βρέθηκε ένας αναγκεμένος ξενοδόχος και μας έδωσε ένα σκοτεινό, άθλιο δωμάτιο με έξι κρεβάτια. Για πότε γινήκαμε πραγματικοί πρόσφυγες δεν το καταλάβαμε. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα όλος ο κόσμος αναποδογύρισε.
Βαπόρια φτάναν το ένα πίσω από τ΄ άλλο και ξεφόρτωναν κόσμο, έναν κόσμο ξεκουρντισμένον, αλλόκοτο, άρρωστο, συφοριασμένο, λες κι έβγαινε από φρενοκομεία, από νοσοκομεία, από νεκροταφεία. Έπηξαν οι δρόμοι, το λιμάνι οι εκκλησιές, τα σχολειά, οι δημόσιοι χώροι. Στα πεζοδρόμια γεννιόνταν παιδιά και πέθαιναν γέροι .
Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω απ΄ την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δένδρα και στα χωράφια το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν να φεύγουν κυνηγημένοι απ΄ το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Έρχεται μια τραγική στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, που το θεωρεί τύχη να μπορέσει να παρατήσει το έχει του, την πατρίδα του το παρελθόν του και να φύγει, να φύγει λαχανιασμένος αποζητώντας αλλού τη σιγουριά. Άρπαξαν οι άνθρωποι βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια, πέρασαν τη θάλασσα σ΄ έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας του Βόλου, της Πάτρας.
Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπαρκάρανε στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: «Πρόσφυγες!» Που να ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; Τι να σκεφτούν; τι να ξεχάσουν; τι να πράξουν; που να δουλέψουν; πώς να ζήσουν;


Τρέμαν ακόμα απ΄ το φόβο. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα απ΄ το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν. Και σαν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, μετρήθηκαν να δουν πόσοι φτάσανε και πόσοι λείπουν. Κι οι ζωντανοί δεν το πιστεύανε, μόνο άπλωναν τα χέρια τους στο κορμί τους και το ψάχνανε, για να βεβαιωθούνε πως δεν ήταν βρικόλακες. Και ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της. Μ΄ αυτή ήταν άφαντη. Είχε μείνει πίσω στην πατρίδα κοντά στους αγαπημένους νεκρούς και στους αιχμαλώτους, κοντά στα σπιτάκια, στα
χωράφια, στις δουλειές….
Κι είπαν : περαστικοί είμαστε, ας βολευτούμε όπως όπως , κι αύριο θα ματαγυρίσουμε στα μέρη μας. Κι αποζητούσαν, τούτη την ελπίδα, με την ίδια λαχτάρα σαν το ψωμί το νερό και τ΄ αλάτι.
Τόσοι ήταν, ενάμισι εκατομμύριο ρωμιοί μικρασιάτες, που στριφογύριζαν τώρα στο καύκαλο της Ελλάδας, σαν περιπλανώμενοι ιουδαίοι διωγμένοι από τη γη της Χαναάν. Χωρίς πατρίδα χωρίς δουλειά χωρίς σπίτι. Και μόλις χτες να θυμάσαι πως ήσουνα νοικοκύρης.
Ψάχναν για τον αίτιο , αναθεμάτιζαν τον ουρανό, τη γης ,τον Κεμάλ το Βενιζέλο τον Κωνσταντίνο, την Αντάντ, τον πόλεμο. Μα πριν απ΄ όλα τον ύπουλο τον Άγγλο ,τον υπολογιστή ,το διπλοπρόσωπο, το σφετεριστή που έκανε μπίζνες και αυτοκρατορική πολιτική με το αίμα και τη δυστυχία ενός λαού….

ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ "Οι νεκροί περιμένουν"


Σαν σήμερα

31 - 8 - 1788

Ο Λάμπρος Κατσώνης καταναυμαχεί και τρέπει σε φυγή τουρκική μοίρα κοντά στην Κάρπαθο.

31 - 8 - 1866

Κρήτες επαναστάτες υποχρεώνουν σε συνθηκολόγηση τον Ισμαήλ Πασά στις Βρύσες Αποκορώνου.

31 - 8 - 1923

Η Ιταλία εκμεταλλευόμενη τη δολοφονία του Στγού Τελλίνι σε ελληνικό έδαφος καταλαμβάνει μετά από βομβαρδισμό την Κέρκυρα.


Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή (ε')



Τ σπίτι κοντ στ θάλασσα
Τ σπίτια πο εχα μο τ πραν.
τυχε νά ναι τ χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμο ξενιτεμο
κάποτε
κυνηγς βρίσκει τ διαβατάρικα πουλι
κάποτε δ
ν τ βρίσκει τ κυνγι
ε
ταν καλ στ χρόνια μου, πραν πολλος τ σκάγια
ο
λλοι γυρίζουν τρελαίνουνται στ καταφύγια.

Μ
μο μιλς γι τ᾿ ηδόνι μήτε γι τν κορυδαλλ
μήτε γι
τ μικρούλα σουσουράδα
πο
γράφει νούμερα στ φς μ τν ορά της
δ
ν ξέρω πολλ πράγματα π σπίτια
ξέρω π
ς χουν τ φυλή τους, τίποτε λλο.

Καινούργια στ
ν ρχή, σν τ μωρ
πο
παίζουν στ περβόλια μ τ κρόσια το λιου,
κεντο
ν παραθυρόφυλλα χρωματιστ κα πόρτες
γυαλιστερ
ς πάνω στ μέρα
ταν τελειώσει ρχιτέκτονας λλάζουν,
ζαρώνουν
χαμογελον κόμη πεισματώνουν
μ
᾿ κείνους πο μειναν μ᾿ κείνους πο φυγαν
μ
᾿ λλους πο θ γυρίζανε ν μποροσαν
πο χαθκαν, τώρα πο γινε
κόσμος να πέραντο ξενοδοχεο.

Δ
ν ξέρω πολλ πράγματα π σπίτια,
θυμ
μαι τ χαρά τους κα τ λύπη τους
καμι
φορά, σ σταματήσω κόμη
καμι
φορά, κοντ στ θάλασσα, σ κάμαρες γυμνς
μ
᾿ να κρεββάτι σιδερένιο χωρς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τ
βραδινν ράχνη συλλογιέμαι
π
ς κάποιος τοιμάζεται ν ρθε, πς τν στολίζουν
μ
᾿ σπρα κα μαρα ροχα μ πολύχρωμα κοσμήματα
κα
γύρω του μιλον σιγ σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλι
κα σκοτεινς δαντέλες,
π
ς τοιμάζεται ν ρθε ν μ᾿ ποχαιρετήσει

μία γυνακα λικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας
π λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακο
σες λεξάντρεια,
π κλειστς πολιτεες σν τ ζεστ παραθυρόφυλλα,
μ
ρώματα χρυσν καρπν κα βότανα,
π
ς νεβαίνει τ σκαλι χωρς ν βλέπει
κείνους πο κοιμήθηκαν κάτω π᾿ τ σκάλα.

Ξέρεις τ
σπίτια πεισματώνουν εκολα, σν τ γυμνώσεις.

Γ. Σεφέρης(αναφέρεται στήν Μικρασιατικη καταστροφη τής οποίας υπηρξε και ο ίδιος θύμα και η οικογένεια του)


Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή (δ')


Φρικτές σκηνές !


Δεν είναι εύκολο βρει κανείς λόγια να περιγράψει τις φρικτές σκηνές εκείνων των ημερών. Μόνο η αμεσότητα της περιγραφής των αυτοπτών μαρτύρων μπορεί να δώσει, ίσως, το μέτρο της ανθρώπινης τραγωδίας:

«Ήμασταν στην Πούντα. Στέκαμε γραμμή για να μπαρκάρουμε. Ό,τι είχαμε, μπόγους, βαλίτσες, τα πατούσαν για να περάσουν. Πέρασε η μητέρα μου, η αδερφή μου έπεσε κάτω, ο κόσμος την πατούσε, δεν μπορούσε να σηκωθεί. Ένας στρατιώτης, καθώς βάσταγε το μωρό της, το τρύπησε με την ξιμφολόγχη. Το πέρασε από τη μια άκρια της φασκιάς έως την άλλη. Τι να κάνει; Το ‘βαλε σε μιαν ακρούλα. «ζήσε κόρη μου για τα άλλα σου παιδιά», της είπε η μάνα μας. Εγώ ακόμη δεν είχα περάσει τη ζώνη και με τραβά ένας Τουρκαλάς από το χέρι και μου λέει: «Ντουρ μωρή». Βάζω κάτι φωνές, κάτι κλάματα, φωνές και η μάνα μου. Πέρασαν πεντέξι, εμένα που να μ αφήσει να περάσω. «Αχ παιδάκι μου», λέει η μάνα μου. Πέφτει κάτω και λιποθυμά. Στο μεταξύ ο Τούρκος μου δίνει ένα σκαμπίλι, που άστραψε το φως μου. «Τσικάρ παρά», λέει. Θυμήθηκα το πεντόλιρο, τουτόδωσα. Μ αυτό γλίτωσα. Μου δίνει μια σπρωξιά. Πέφτω κάτω. Κι έσπασα τα γόνατά μου. Έχασα και το ένα μου παπούτσι. Εκεί πια οι Ιταλοί μας ανέβασαν αγκαλιά στο καράβι.

Οι Γάλλοι δείξαν βρωμερή στάση. Όσοι κατάφερναν να σκαρφαλώσουν στα καράβια τους, τους ρίχναν πίσω στη θάλασσα. Και παλικάρια, πιο πολύ τα παλικάρια ξανάριχναν στο νερό. Σαν τους βλέπαν να ζυγώνουν, τους πετούσαν ζεματιστό νερό, για να μη μπορέσουν ν’ ανέβουν. Οι Εγγλέζοι κάναν ό,τι κάναν, μα σα πήγαινε κανείς στα πλοία τους να σωθεί, τον δέχονταν καλά. Δεν τον διώχναν…»


(Αφήγηση: Άννα Καραμπέτσου, Νυμφαίο) .


Κυριακή 30 Αυγούστου 2009

Περιήγηση στην Στεμνίτσα α'











Αφιέρωμα στη Μικρασιατική Καταστροφή (γ')

Πριν από ογδόντα χρόνια έλαβε χώρα η μεγαλύτερη καταστροφή που γνώρισε ο Ελληνισμός. Το Γένος δεν έχασε τότε απλώς ένα τμήμα του, αλλά στην κυριολεξία, απώλεσε τον μισό εαυτό του. Σε όλες τις εποχές της ιστορίας μας, η Μ. Ασία αποτελούσε το ένα από τα δύο βάθρα του Ελληνισμού. Μετά το 1922, έχει μείνει το ένα μόνο βάθρο, η κυρίως Ελλάδα, και γι’ αυτό χωλαίνουμε. Σε ένα σύντομο κείμενο όπως αυτό, δεν μπορούν να γίνουν αναφορές στα αίτια της Καταστροφής και στις συνέπειές της. Εκείνο που πρέπει να επισημανθεί είναι, ότι όλοι οι Δυτικοί «Σύμμαχοι» (Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί)
στήριξαν τον Κεμάλ, τον σφαγέα του Μικρασιατικού Ελληνισμού για δύο λόγους.

Πρώτον, επειδή η Ελλάδα με την προσάρτηση της Μ. Ασίας θα ανερχόταν αμέσως σε μεγάλη δύναμη, πράγμα που δεν συνέφερε καμία από τις Μ. Δυνάμεις.

Δεύτερον, επειδή από εκείνη την εποχή ήθελαν η Τουρκία να αποτελεί, όπως συμβαίνει και σήμερα, τον ενδιάμεσο ανάμεσα στον Δυτικό Κόσμο και στο Ισλάμ.
Πέραν όμως από αυτά, σε βάρος των Μικρασιατών προσφύγων δεν έγιναν μόνο οι τουρκικές φρικαλεότητες, αλλά και δύο βασικότατες παραβιάσεις των ανθρωπίνων τους δικαιωμάτων από την Διεθνή Κοινότηα. Οι Έλληνες της Μ. Ασίας υποχρεώθηκαν σε ανταλλαγή, άρα αναγκάστηκαν να φύγουν από τη Μ. Ασία, σύμφωνα με όσα συμφωνήθηκαν στη Λωζάννη. Η παραμονή σε έναν οποιονδήποτε τόπο είναι, αναφαίρετο δικαίωμα κάθε ανθρώπου, σύμφωνα με τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτά τα έχει καθορίσει ο δυτικός κόσμος. Αλλά ακόμη χειρότερα παραβιάστηκαν τα δικαιώματα τους, όταν υπό την πίεση των Μ. Δυνάμεων, το 1930, η ελληνική κυβέρνηση ουσιαστικά χάρισε στο στρατοκρατικό κεμαλικό δημόσιο τις περιουσίες τουλάχιστον 1.500.000 Μικρασιατών Ελλήνων. Η επαίσχυντη αυτή συμφωνία αποτελεί μοναδικό παράδειγμα παγκοσμίως απροκάλυπτης ληστείας, που έλαβε χώρα με τη συγκατάθεση της Κοινωνίας των Εθνών.

Έτσι, σήμερα, η Τουρκική «Δημοκρατία» ―δικτατορία στην πραγματικότητα― βρίσκεται στα πρόθυρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα δικά μας χρήματα. Εάν η Τουρκία είχε πληρώσει τις περιουσίες των προσφύγων, αυτή τη στιγμή θα βρισκόταν στην οικονομική κατάσταση του Αφγανιστάν.
Κλείνοντας αυτή τη σύντομη αναφορά στο τεράστιο αυτό ζήτημα, δεν πρέπει να λησμονούμε ―παρά την επίσημη πολιτική της λήθης― τα δεινά που επισώρευσε όχι ο τουρκικός λαός, αλλά η κεμαλική ― στρατοκρατική του ηγεσία στον Μικρασιατικό Ελληνισμό.