Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

Επίσκοπος Κερνίτσης Χρύσανθος: "Μας σπάσαν της ψυχής τα φτερά..."




Με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια εορτάστηκε η μνήμη του Οσίου Ιωακείμ, Ηγουμένου της Μονής των Νοτενών, στην Πάτρα. Παραμονή της εορτής, 2 Ιουλίου, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Κερνίτσης κ. Χρύσανθος χοροστάτησε στον Μέγα Πανηγυρικό Εσπερινό στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Νοτενών, στην Μονή που ασκήτευσε ο Όσιος. Η Ακολουθία του Εσπερινού τελέσθηκε στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωακείμ του Νέου, εντός του οποίου βρίσκεται το ασκητήριο του Οσίου. Ανήμερα της εορτής, 3 Ιουλίου, ο Θεοφιλέστατος προεξήρχε στον Όρθρο και στην Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό του Οσίου Ιωακείμ στην έξω Αγυιά Πατρών.   Και τις δύο ημέρες ο Θεοφιλέστατος στην ομιλία του αναφέρθηκε στον σύγχρονο Όσιο Ιωακείμ, λέγοντας πως είναι καύχημα για την Μητρόπολή μας ο σύγχρονος αυτός Όσιος. 
Ίδιαιτέρως αναφέρθηκε στις άοκνες προσπάθειες του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ.κ. Χρυσοστόμου για την ανάδειξη και την προβολή του Οσίου. 
Σχολιάζοντας την σύγχρονη επικαιρότητα ο Θεοφιλέστατος υπογράμμισε πως ο λαός και η χώρα μας ζουν τραγικές στιγμές, αλλά το παρήγορο είναι πως ο λαός μας δείχνει ψυχραιμία, εν αναμονή των εξελίξεων.
Μας σπάσαν της ψυχής τα φτερά. Μας γέλασαν φοβερά... είπε φανερά συγκινημένος ο Θεοφιλέστατος, δίνονται μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση. Μας κορόιδεψαν όλοι. Μόνο ο Χριστός, η Εσταυρωμένη αγάπη, στέκεται δίπλα μας κάθε δύσκολη στιγμή, ακούει κάθε τί που θα του ζητήσουμε με πίστη και σπεύδει να υλοποιήσει κάθε εύλογη επιθυμία μας.
Κλείνοντας ο Θεοφιλέστατος ευχήθηκε σε όλους δύναμη και υπομονή και ο Θεός να δείξει το καλύτερο για την Πατρίδα μας. 










 http://episkopos-kernitsis.blogspot.gr

Άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης Αρχιεπίσκοπος Κρήτης



 Βιογραφία

 «Ζηλοῦτε τὰ πνευματικά» (Α' προς Κορινθίους, ιδ' 1). Να επιθυμείτε με ζήλο τα πνευματικά χαρίσματα. Τέτοιο ζήλο σε όλη του τη ζωή είχε και ο άγιος Ανδρέας. Από τους μεγάλους εκκλησιαστικούς ποιητές ο Ανδρέας, γεννήθηκε στη Δαμασκό από γονείς ευσεβείς, το Γεώργιο και τη Γρηγορία. Σε ηλικία 15 χρονών, κατατάχθηκε στον κλήρο (αναγνώστης) του πατριαρχικού θρόνου των Ιεροσολύμων, από τον τότε Πατριάρχη Θεόδωρο. Στην Ιερουσαλήμ, ο Ανδρέας διακρίθηκε για τη μόρφωση και την αρετή του μεταξύ των αγιοταφιτών πατέρων, γι' αυτό και τον προέκριναν να σταλεί στην Κωνσταντινούπολη, για την έκτη Οικουμενική Σύνοδο κατά των Μονοφυσιτών.
 Μετά το τέλος της Συνόδου, ο Ανδρέας παρέμεινε στη βασιλεύουσα, όπου χειροτονήθηκε διάκονος και διορίσθηκε διευθυντής του ορφανοτροφείου «Άγιος Παύλος». Η έξοχη επιμέλεια που ανέπτυξε στο φιλανθρωπικό αυτό ίδρυμα, τον ανέδειξε αρχιεπίσκοπο Κρήτης. Αφοσιωμένος στα καθήκοντα της νέας του θέσης, αναδείχθηκε μέγας εκκλησιαστικός διοικητής, αλλά και λαμπρός διδάσκαλος και ρήτορας. Γι' αυτό και όλο του το ποίμνιο τον θεωρούσε πραγματικά πατέρα. Αλλά ως μητροπολίτης πήρε μέρος στη σύνοδο που συγκάλεσε ο Φιλιππικός Βαρδάνης (712 μ.Χ.) και υποστήριξε τον Μονοφυσιτισμό, αλλά επανήλθε στην ορθή πίστη μετά τον θάνατο του Βαρδάνη.
 Στο γυρισμό από την Κωνσταντινούπολη, όπου είχε πάει για διάφορες υποθέσεις, πέθανε (740μ.Χ.) επάνω στο καράβι. Τον έθαψαν στην Ερεσό της Μυτιλήνης, στο ναό της Αγίας Αναστασίας.
 Να σημειώσουμε επίσης, ότι ο Άγιος Ανδρέας, υπήρξε ο καλύτερος ρήτορας της εποχής του, με έργα όπου αναπτύσσει λόγο πλούσιο, με ρητορικά σχήματα απαράμιλλου κάλλους. Πρώτος αυτός παρουσίασε πλήρες σύστημα εορταστικών ομιλιών, από τις οποίες σώζονται περίπου 30, εκδιδόμενες και ανέκδοτες. Έγραψε αρκετά εγκώμια και λόγους. Σώζονται περίπου 100 Κανόνες και πολυάριθμα ιδιόμελα τροπάρια. Ως μελωδός έγραψε όχι μόνο τα κείμενα αλλά και την μουσική τους. Ο Μέγας Κανών, που ψάλλεται την Πέμπτη της Ε' εβδομάδος Νηστειών της Μ. Τεσσαρακοστής, είναι το κατεξοχήν πρωτότυπο και εκτεταμένο υμνογραφικό έργο του Ανδρέα Κρήτης. Είναι πιθανόν ο Μέγας Κανών να γράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη ή στον τόπο θανάτου του, την Ερεσό της Λέσβου, σε μεγάλη ηλικία.

Μέγας Κανών

Αποτελείται από 261 τροπάρια, από τα οποία 11 είναι Ειρμοί. Ονομάστηκε Μέγας λόγω της έκτασής του και αποτελείται από 9 ωδές. Ο αριθμός των τροπαρίων ποικίλλει στα διάφορα χειρόγραφα. Στην τελευταία έκδοσή του ( Migne ), που χρησιμοποιεί το εν χρήσει Τριώδιο της Εκκλησίας ο αριθμός των τροπαρίων κατά ωδές έχει ως εξής: α΄ 25, β΄ 29+12, γ΄ 9+19, δ΄ 29, ε΄ 23, στ΄ 17+16, ζ΄ 22, η΄ 22, θ΄ 27. Η ομοιοκαταληξία αν και όχι συστηματική είναι συχνή: Ουκ ήκουσα της φωνής σου /παρήκουσα της γραφής σου. / Το σώμα κατερρυπώθην. / Το πνεύμα κατεσπιλώθην. - Μη υπερίδης με. - Μη παρίδης με. Οι παρομοιώσεις είναι άφθονες, τα δε κοσμητικά επίθετα είναι πολύ εντυπωσιακά, πολλές φορές με νεολογισμούς, όπως φιλήδονος ορμή, πατρόθεος Δαυίδ, αισθητή Εύα, πρωτόκτιστον κάλλος . Η γλώσσα του Μεγάλου Κανόνα είναι η λόγια κοινή της εποχής. Ο Μέγας Κανών είναι ένα κείμενο βαθύτατα κατανυκτικό, γεμάτο δύναμη και εικόνες, οι οποίες χαρακτηρίζονται από έντονα δραματικά στοιχεία με παράλληλη χρήση παραδειγμάτων από την Αγία Γραφή. Από τα εσωτερικά στοιχεία του Μεγάλου Κανόνα μπορούμε να διακρίνουμε, την αμαρτωλή κατάσταση του ανθρώπου, τον τέλος της ροπής προς ηθική κατάρρευσή του, τη συναίσθηση της αμαρτίας του, τη μετάνοια του, τη βεβαιότητα της σωτηρίας του. Ψάλλεται ολόκληρος την παραμονή της Πέμπτης της ΣΤ΄ εβδομάδας των Νηστειών, διαιρεμένος σε τέσσερα τμήματα, και κατά τις τέσσερις πρώτες ημέρες της καθαρής εβδομάδας.


Ἀπολυτίκιον


Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.

Τοῦ Δαβίδ τήν κινύραν Πάτερ μιμούμενος, ἐν Ἐκκλησία Ὁσίων προσάδεις ἄσμα καινόν, ὡς σοφός ὑφηγητής τοῦ θείου Πνεύματος, σύ γάρ ἐβρόντησας ἡμῖν, τάς τῆς χάριτος ὠδάς, καί λόγον δικαιοσύνης, Ἀνδρέα Πατέρων κλέος, πρός σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν


 saint.g

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015

Άγιος Υάκινθος ο κουβικουλάριος (θαλαμηπόλος)



Βιογραφία

Ο Άγιος Υάκινθος καταγόταν από την Καισαρεία της Καππαδοκίας και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Τραϊανού (98 - 117 μ.Χ.).Ήταν άνθρωπος με εξαιρετική συμπεριφορά και διετέλεσε κουβικουλάριος του αυτοκράτορα. Διεκπεραίωνε τα καθήκοντα του μέσα στο παλάτι κατά τον καλύτερο τρόπο. Ήταν προσεκτικός και δε μολύνθηκε από τη χλιδή των ανακτόρων. Η ψυχή του ολόκληρη ήταν δοσμένη στο Σωτήρα Χριστό. Γι' αυτό, όταν ο Τραϊανός διέταξε διωγμό κατά των χριστιανών, ο Υάκινθος δε δίστασε να ομολογήσει μπροστά στον αυτοκράτορα ότι είναι χριστιανός. Ο Τραϊανός εξεπλάγη και του είπε ότι είναι αχάριστος, για την εμπιστοσύνη και την υπόληψη που του πρόσφερε το παλάτι. Τότε ο Υάκινθος με ψυχική άνεση απάντησε: «Αν η ευγνωμοσύνη είναι αρετή, βασιλιά, ποια απολογία θα μπορέσω να δώσω αρνούμενος το Σωτήρα μου Χριστό, ο όποιος έχυσε για μένα το αίμα του, ο οποίος μου χάρισε την πίστη, την ελπίδα, την αγάπη, ο όποιος μου δίνει λιμάνι στις τρικυμίες της ψυχής, παρηγοριά στη θλίψη, ασφάλεια στα κύματα, θώρακα στις δοκιμασίες; Και ο οποίος μου επιφυλάσσει συμμετοχή αιώνια στη βασιλεία Του και τη δόξα»; Ο Τραϊανός, στενοχωρημένος από τα λόγια του Υακίνθου, διέταξε να τον φυλακίσουν χωρίς να του δίνουν καθόλου φαγητό, εκτός και αν ήθελε να φάει ειδωλόθυτα. Σαράντα μέρες πέρασε έτσι ο Υάκινθος, χωρίς να αγγίξει τα ειδωλόθυτα. Την 41η, όμως, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο. (Η μνήμη του Αγίου αυτού, μαζί μ' αυτή του Αγίου Διομήδη, από ορισμένους Συναξαριστές, επαναλαμβάνεται περιττώς και την 3η Ιουνίου).


Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡς Λίθος ὑάκινθος, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, ἀστράπτεις τοὶς πέρασι, ταὶς τῶν χαρίτων αὐγαίς, παμμάκαρ Ὑάκινθε, σὺ γὰρ ὁμολογία, πυρσωθεῖς εὐσέβειας, ἔλαμψας ἐν ἀθλήσει,
τὴ τοῦ Λόγου μιμήσει, ἐντεῦθεν καταφαιδρύνεις, τοὺς σὲ γεραίροντας.

 saint.gr

Έχω ένα ραντεβού με τον Θεό…‏




Ένας ερημίτης προσευχόταν πολύ σκληρά και επίμονα, ζητώντας να συναντηθεί με τον Θεό. Επιτέλους κατάφερε να κλείσει ένα ραντεβού μαζί του. «Αύριο, πάνω στο όρος» του είπε ένας άγγελος. Την επόμενη ημέρα ο ερημίτης σηκώθηκε πολύ πρωί και κοίταξε το όρος, ήταν τελείως καθαρό από σύννεφα.
Ξεκίνησε , λοιπόν, χαρούμενος και με δέος, προς την κορυφή του βουνού. Κάποια στιγμή, εκεί που περπάταγε κατά μήκος του μονοπατιού συνάντησε έναν άνθρωπο που είχε πέσει κάτω μέσα στα αγκάθια και του ζήτησε βοήθεια. «Λυπάμαι, βιάζομαι, έχω «ραντεβού» με τον Θεό» απάντησε ο ερημίτης και συνέχισε τον δρόμο του.
Λίγο πιο κάτω συνάντησε μια γυναίκα που έκλαιγε δίπλα στο άρρωστο παιδί της «Βοήθησε με σε παρακαλώ».
-«Λυπάμαι, δεν έχω χρόνο, ο Θεός με περιμένει στην κορυφή του βουνού».
Προχώρησε ακόμα πιο γρήγορα για να μην αργήσει, αλλά εκεί που το μονοπάτι έγινε πιο δύσκολο, είδε ένα ηλικιωμένο εξαντλημένο, που του έδινε ένα ασκί
«Δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο, σε παρακαλώ πήγαινε να μου γεμίσεις το ασκί με νερό από την πηγή εδώ πιο κάτω.
«Κάνε υπομονή, καλέ μου άνθρωπε, έχω ένα ραντεβού με τον Θεό και δεν θέλω να αργήσω!»
Όταν ο ερημίτης έφτασε επιτέλους στην κορυφή του βουνού, στην πόρτα της καλύβας, όπου επρόκειτο να συναντηθεί με τον Θεό, βρήκε κρεμασμένο ένα μήνυμα: «Συγχώρεσε με που δεν είμαι εδώ, αλλά πήγα να βοηθήσω εκείνους που δεν βοήθησες εσύ στο διάβα σου»

 fdathanasiou.wordpress.com

Γέρων Άνθιμος ο Αγιαννανίτης († 15 Ιουνίου 1996)





Μας ξενάγησε στις φωτογραφίες. Στους προκατόχους του Γέροντες, που γνώρισε και δεν γνώρισε. Μιλούσε με πολύ σεβασμό. Μιλούσε για γεγονότα του περασμένου αιώνος, σαν να ήταν σημερινά. Σου ανέφερε σημαντικές λεπτομέρειες. Τί άσκηση, τί α­γώνες τότε, τί κακουχίες, δυσκολίες και ανέχεια. Και μεις σήμερα παραπονιόμαστε! Ο Γέρο Θεόφιλος ο υπεραιωνόβιος, ο μουσικολογιώτατος, ο Μαδυτινός, που κοιμόταν για λίγο σε μια ντουλάπα, που έμενε αξεκούραστος, για να εργάζεται και να προσεύχε­ται. Οι διάδοχοί του, οι αδελφοί κατά σάρκα Μι­χαήλ, ο αόμματος, και Γαβριήλ, και άλλοι.
Μετά ξανοίχθηκε στους πατέρες της πολυαγάπη­της του Σκήτης της αγίας θεοπρομήτορος Άννης, της οποίας διετέλεσε Δίκαιος. Τους Αγίους, τους Επισκόπους, τους Γέροντες, τους Μαδυτινούς, τους ασκητικούς, τους χαρισματούχους, τους ασκητές, τους αγωνιστές της ερήμου, τα καλλικέλαδα στρου­θία του ουρανού.
Για όλους αυτούς έγραψε και μου είπε να επιμεληθώ την ωραία έκδοση. Ήξερε να τιμά, να σέβεται, να ευγνωμονεί. Τώρα τον σεβόμαστε, τον τιμάμε, τον ευγνωμονούμε εμείς. Έτσι δεν πρέπει; Όταν μπήκε στο ναΐδριό του αλλοιώθηκε. Έγινε λαμπρότερος, φωτεινότερος, σεβασμιώτερος. Είχε ένα πασχαλινό πρόσωπο. Ήταν ένας χώρος γι’ αυτόν οικείος, πολύ αγαπητός. Είχε ζήσει πολλές ώρες μαζί του, εντός του. Φόρεσε το ράσο του και το πετραχήλι του με ιδι­αίτερη προσοχή. Μας έβγαλε τα τίμια λείψανα προς προσκύνηση. Μας εξηγούσε υπομονετικά. Μας μι­λούσε με μια υπέροχη φυσικότητα για τα θαύματα της Παναγίας. Λάτρευε την Παναγία μας. Και ποιός Αγιορείτης, αλήθεια, όχι; Κάθησε στο στασίδι ιλα­ρός και ενωμένος με τα πρόσωπα των αγίων των τόσων εικόνων. “Από εδώ πέρασε ο άγιος Σάββας της Καλύμνου. Εδώ σε εμάς έμαθε αγιογραφία”, έλεγε.
Μας πήγε στο αγιογραφείο το παλιό. Εικόνες πα­λιές των παλιών, μισές κι έτοιμες, πινέλλα, χρώματα σχέδια. Δεν ήταν τίποτα αριστουργήματα. Ήταν, όμως, τεχνουργημένα με αγάπη, αναγεννησιακά, αλλά με προσευχή, με φόβο Θεού. Τί να τις κάνεις τις άριστες τεχνικά, σύγχρονες λεγόμενες βυζαντινές αγιογραφίες, όταν δεν είναι καμωμένες με μοσχολίβανο, ευχή, προσευχή, μελέτη του βίου του εικονιζόμενου, αλλά με άλλους καπνούς, άσματα και ακριβά κοστολόγια; “Εδώ έμαθε ο άγιος Σάββας να ζωγρα­φίζει”, ξανάπε. “Αυτός που έκανε την πρώτη εικόνα του αγίου Νεκταρίου Αιγίνης, του αγίου Πενταπόλεως, που συνδεόταν με τον εκ Καισαρείας Γέροντα Ιωάσαφ της Σκήτης μας”, μας είπε στη συνέχεια. Μιλώντας μάς πήρε στην τράπεζα.
Καθίσαμε στη λιτή τράπεζα κι ευφρανθήκαμε το νερό και το παξιμάδι του ασκητή, τη σαλάτα και το φρούτο, το λουκούμι και τον καφέ. Οι ερωτήσεις της νεανικής μας περιέργειας τον έκαναν να συνεχίζει να μιλά. Είχε μια τεράστια μνήμη, είχε μια ωραία κρίση, ωραίος και στις αποστροφές του, ευθύς, έτοι­μος, ακριβής και ακέραιος. Μας έδωσε κάτι ευλογία.
Κατηφορίζαμε το καλντερίμι για το Κυριακό σιω­πηλοί. Θέλαμε να διατηρήσουμε, να μη χάσουμε αυ­τό που πήραμε. “Τι υπέροχος άνθρωπος”! μου είπε με συγκίνηση ο φίλος μου. Τον θυμόμαστε σε όλο μας το πρώτο εκείνο αλησμόνητο προσκύνημα. Ξαναπήγα. Πάντα θυμόμουν την πρώτη εκείνη φορά. Εκείνη που σημαδεύει καλά μια γνωριμία. Απορώ τώρα που γράφω τις λιτές αυτές γραμμές πώς θυμά­μαι τόσα από τότε. Αργότερα μου μιλούσε για το Άγιον Όρος, που το πονούσε αληθινά, δίχως μεγάλες κουβέντες, για τον θάνατο, τα γηρατειά του, την αγαπητή συνοδεία του.
Ο Γέρων Άνθιμος ανήκει στην γενεά των παλιών Αγιορειτών, που είχαν μια φυσική χάρη. Δεν είχαν την ποιότητα των δικών μας φθηνών υλικών. Πέρα­σαν πολλά, βίωσαν τον πόνο, σήκωσαν αγόγγυστα σταυρό, υπέμειναν την μόνωση, κοροΐδεψαν την ακηδία. Είχαν κι έδωσαν. Δεν έδωσαν δάνεια, έδω­σαν πνεύμα, που είχαν αποκτήσει με αίμα. Γι’ αυτό ευλογήθηκαν.

Ιερά Σκήτη Κουτλουμουσίου. Ιούνιος 1997.

(Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια, Ο Γέρων Άνθιμος ο Αγιαννανίτης, εκδ. Μυγδονία 2001, σ. 203-207)

ΠΗΓΗ.ΔΙΑΚΟΝΗΜΑ

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Κατάθεσις της Τιμίας Εσθήτος της Θεοτόκου

Βιογραφία

Στο ναό των Βλαχερνών, που είχε κτίσει η βασίλισσα Πουλχερία, κόρη του αυτοκράτορα Αρκαδίου και σύζυγος του αυτοκράτορα Μαρκιανού (451 - 457 μ.Χ.), είχαν κατατεθεί τα σπάργανα (εντάφια) της Θεοτόκου, τα όποια είχαν σταλεί από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιουβενάλιο (βλέπε ίδια ημέρα). Όταν δε ήταν αυτοκράτορας ο Λέων Α' ο Θράξ (457 - 474 μ.Χ.), οι πατρίκιοι Γάλβιος και Κάνδιδος έφεραν από τα Ιεροσόλυμα και την τίμια εσθήτα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο Λέων την παρέλαβε και την κατέθεσε στο ναό των Βλαχερνών, μέσα σε χρυσή λάρνακα. Η εσθήτα αυτή υπήρχε μέσα στο ναό των Βλαχερνών μέχρι το έτος 820 μ.Χ. Αλλά ο ναός αυτός το 1070 μ.Χ. κάηκε και κατόπιν, αφού ανοικοδομήθηκε, από απροσεξία ξανακάηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1434 μ.Χ. Βέβαια, πάντα τα τίμια αντικείμενα της Υπεραγίας Θεοτόκου γίνονται αφορμή στους αγωνιζόμενους χριστιανούς να μιμηθούν την αρετή της. Και όπως, λοιπόν, αυτή «διετήρει πάντα τὰ ρήματα (τοῦ Κυρίου) ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκά, θ' 51.), διατηρούσε, δηλαδή, τα λόγια του Υιού της βαθειά χαραγμένα στην καρδιά της, έτσι ας κάνουμε κι εμείς.




Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως

Θεῖον ἔνδυμα, τῶν οίκτιρμῶν σου, καὶ ἱμάτιον ἀθανασίας, τὴν ἁγίαν σου Ἐσθῆτα καὶ ἄφθαρτον, τῇ κληρουχίᾳ σου Κόρη δεδώρησαι, εἰς περιποίησιν πάντων καὶ σύναψιν. Ὅθεν Ἄχραντε, τὴν θείαν αὐτῆς κατάθεσιν, τιμῶντες εὐσεβῶς σὲ μεγαλύνομεν.


saint.gr

Χρήστου Γιανναρά "Κριτική πρόσληψη, όχι στείρα μίμηση"


  Τ​​α πέντε χρόνια της «κρίσης», όπου κρίση ονοματίσαμε την οικονομική μας (και όχι μόνο) χρεοκοπία, πρέπει να έδειξαν τις αργόσυρτες στον χρόνο αιτίες της ιστορικής παρακμής μας των Ελλήνων. Αλλά να τις δείξουν σε ποιους; Ενα από τα πιο αρνητικά συμπτώματα της παρακμής είναι και το γεγονός ότι στην ελλαδική κοινωνία δεν υπάρχουν ανοιχτά θέματα για διερεύνηση, απορίες, ζητούμενα. Ολοι τα ξέρουμε όλα – έχει ο καθένας μας την αράγιστη βεβαιότητα ότι διαθέτει την εγκυρότερη δυνατή πληροφόρηση, τη συνεπέστερη λογική ανάλυση της πληροφορίας, το «δικαίωμα» να εκφράζει γνώμη για οποιοδήποτε, έστω και άκρως εξειδικευμένο θέμα. Δεν πρέπει να υπάρχει άλλος λαός σήμερα στην υφήλιο με τόσο δραματικά μειωμένη τη μετριοπάθεια, τη σεμνότητα, τόσο υψηλούς τους δείχτες απαιτήσεων παντογνωσίας, ορθοκρισίας, διορατικότητας. Γι’ αυτό και είναι δύσκολο να υπολογίσει κανείς, πόσοι από εμάς τους Ελληνώνυμους σήμερα είναι σε θέση να διακρίνουν και να συνειδητοποιήσουν αν η διάλυση, η σήψη, ο εξευτελισμός που ζούμε, πέντε χρόνια τώρα, είναι μια συγκυριακή, περιπτωτική κρίση ή προχωρημένο στάδιο αδυσώπητης παρακμής.
   Το ξεχώρισμα της κρίσης από την παρακμή δεν είναι πρόβλημα για θεωρητικούς της ιστοριογραφίας ή της κοινωνιολογίας. Είναι προϋπόθεση για την ορθή διάγνωση, που θα οδηγήσει και στο σωστό φάρμακο. Βέβαια, εδώ που πια βρισκόμαστε, μοιάζει να είναι αργά και για ορθές διαγνώσεις και για φάρμακο αποτελεσματικό. Η κρίσιμη κοινωνική μάζα που θα μπορούσε να καθορίσει τον προσανατολισμό των σημερινών Ελλήνων, δεν έχει τον μπούσουλα, δηλαδή τα κριτήρια, για να το κάνει. Κάτι που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει είναι ότι: παλεύουμε δυο αιώνες τώρα να γίνουμε «Ευρωπαίοι» και δεν τα καταφέρνουμε. Ο καθένας μας έχει την εξήγησή του γι’ αυτή την ανημπόρια: Ο οξυνούστατος Παναγιώτης Κονδύλης την ερμήνευε καταφεύγοντας στην «καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία» – αλλά αστική τάξη θα αναπτυσσόταν, μόνο αν είχαμε καταφέρει να γίνουμε «Ευρωπαίοι», επομένως η ερμηνεία του αυτοακυρώνεται συνιστώντας «λήψιν του ζητουμένου». Κυνηγός λεκτικών πυροτεχνημάτων, ο Κώστας Αξελός εντόπιζε την αποτυχία εξευρωπαϊσμού ως συνέπεια του επαρχιώτικου «ελληνοκεντρισμού» που περιθωριοποίησε τους Ελλαδίτες, τους καθήλωσε σε μια ψευδαισθητική αυτάρκεια. Την ίδια ουσιαστικώς ερμηνεία υιοθέτησε (ex conversio) και ο Στέλιος Ράμφος, αποδίδοντας όλα τα δεινά του μη εξευρωπαϊσμού μας στον «ψυχικό μηδενισμό της βυζαντινής (ασκητικής) απορρίψεως του κόσμου».
   Παραλλαγές αυτών των ερμηνευτικών εκδοχών κυκλοφορούν πολλές: «Φταίει η Τουρκοκρατία», «ο κοτζαμπασισμός», «ο χαρακτήρας» των Ελλήνων: ο εγωισμός τους, η ροπή τους προς τη διχοστασία, η αδυναμία τους να μονοιάσουν, να συνεργαστούν. Ολες αυτές οι ερμηνείες προϋποθέτουν δύο a priori παραδοχές, δύο αυτονόητα, μη επιδεχόμενα συζήτηση «αξιώματα»: Πρώτον, ότι ο εξευρωπαϊσμός των Ελλήνων ήταν και είναι αυτό ακριβώς που χρειάζονται οι Ελληνες για να επιβιώσουν ιστορικά, να στήσουν κράτος, να γνωρίσουν «πρόοδο» και «ανάπτυξη», να ευτυχήσουν. Και δεύτερον, ότι κριτήριο για την επιλογή και πρόσληψη του μοντέλου της Δύσης δεν είναι οι ανάγκες μας των Ελλήνων, οι πιθανές ιδιαιτερότητες των αναγκών μας, οι μακραίωνοι ιστορικοί μας εθισμοί, οι διαφορές στον χαρακτήρα, στη νοο-τροπία. Το μοντέλο της Δύσης είναι αυταξία, πρέπει να πειθαρχήσουμε τις ανάγκες μας στις προδιαγραφές του μοντέλου, όχι να επιλέξουμε από το μοντέλο ό,τι θα μπορούσε να υπηρετήσει καλύτερα τις ανάγκες μας. Μια κριτική, επιλεκτική πρόσληψη του μοντέλου θα έσωζε την ελευθερία αυτοπροσδιορισμού των Ελλήνων, την ενεργό διάσωση ιδιαιτεροτήτων, που θα συνιστούσαν γόνιμη ετερότητα μετοχής στο ιστορικό γίγνεσθαι. Αντίθετα, η άνευ όρων υποταγή στο πρόσλημμα συνιστά εθελούσια αλλοτρίωση, μίμηση και πιθηκισμό, επαρχιώτικη ξιπασιά – παραίτηση από κάθε ετερότητα προσφοράς στις επικαιρικές και τρέχουσες διεθνείς ζυμώσεις.
  Στοιχείο ταυτότητας του δυτικού μοντέλου είναι η απόλυτη προτεραιότητα του κριτηρίου της χρησιμότητας. Η γλώσσα είναι χρηστικό εργαλείο συν-εννόησης και κατα-νόησης, η Ιστορία πεδίο άντλησης χρηστικών «διδαγμάτων» και τίτλων ισχύος ηγεμονικής, η θρησκεία εχέγγυο τυφλών, δογματικών «βεβαιοτήτων» που θωρακίζουν το εγώ και του τρέφουν την προσδοκία για μια «αιώνια», ατέρμονη σε γραμμικό χρόνο επιβίωση της ναρκισσιστικής αυτασφάλισης.
   Στοιχείο ταυτότητας του ελληνικού «τρόπου» ή πολιτισμού ήταν η απόλυτη προτεραιότητα της αναζήτησης του αληθούς: να κατορθώσουμε το αληθές ως «τρόπο» της ύπαρξής μας. Τότε η γλώσσα είναι γεγονός κοινωνίας της εμπειρίας του αληθούς, η Ιστορία πεδίο πολιτικής πραγμάτωσης του αληθούς (πραγμάτωσης του κοινού αθλήματος της «πόλεως»), η μεταφυσική επίσης άθλημα έμπρακτης μετοχής σε εκείνο τον κοινωνούμενο «τρόπο» που οδηγεί στο να υπάρχεις επειδή ελεύθερα θέλεις να υπάρχεις, και θέλεις να υπάρχεις επειδή αγαπάς. Εμείς, οι κάφροι του σημερινού Ελλαδιστάν, θυσιάσαμε τη γλώσσα των Ελλήνων στον βωμό της χρησιμότητας, κάναμε «μονοτονική» τη γραφή της για να στοιχίζουν λιγότερα οι γραφομηχανές και τα τυπογραφικά, αλλά και για να «ευκολύνονται» τα παιδιά, να γρυλίζουν ανετότερα με τα greeklish. Κάναμε την Ιστορία ιδεολόγημα, που ο καθένας το προσαρμόζει στην εγωκεντρική του ξιπασμένη επιλογή: «προοδευτικού», εθνικιστικού ή μηδενιστικού στραβού καπέλου. Ατιμάσαμε (επισήμως) τη ραχοκοκαλιά του «τρόπου», ή πολιτισμού μας, το εκκλησιαστικό γεγονός, το μεταλλάξαμε σε «επικρατούσα εν Ελλάδι θρησκεία»!, ναι, σε πρωτογονισμό ατομοκεντρικής θρησκείας.
   Δεν είχαμε ποτέ στον τόπο μας τη συσσώρευση κεφαλαίου σαν αυτοσκοπό, γι’ αυτό ούτε και απρόσωπη βιομηχανική εργατιά, δηλαδή ποτέ προλεταριάτο. Αλλά για να φαινόμαστε «Ευρωπαίοι» ονοματίσαμε τα κόμματά μας σαν τάχα «Δεξιά» και σαν δήθεν «Αριστερά» ή σαν κωμικό μεσοβέζικο «Κέντρο» για να μπορούμε να αερολογούμε στο βουλευτήριο παριστάνοντας τους εκσυγχρονισμένους, εξευρωπαϊσμένους. Δεν έχει απομείνει τίποτε πια που να σώζει ελληνική ιδιαιτερότητα στα χώματά μας και στις ακτές μας, στα όσα λέμε και στα όσα πράττουμε. Είμαστε ολοκληρωτικά τελειωμένοι. Ψωμοζητάμε, και δεχόμαστε να μας λοιδορεί άνετα ο κάθε δανειστής μας ή συμπαίζουμε αδιάντροπα. Ξέρω ότι υπάρχουν κάποιοι πιστοί αναγνώστες της επιφυλλίδας που, χρόνια τώρα,συζητάνε κάθε Κυριακή μαζί μου, χωρίς (ευτυχώς) να συμφωνούν με όλα όσα διαβάζουν. Θέλω να τους εμπιστευτώ το βιβλίο μου που μόλις κυκλοφόρησε από τον «Ικαρο»: «Η Ευρώπη γεννήθηκε από το Σχίσμα». Είναι μία συγκεφαλαίωση (νομίζω και διασάφηση) του καίριου, ζωτικού προβλήματος της διαφοράς του Ελληνισμού από τη Δύση. Με τη διαφορά να μη σημαίνει οπωσδήποτε αντιπαλότητα.

kathimerini.gr