Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2016

Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι θεοπαράδοτη ἐντολή καί ἀποτελεῖ ἕνα τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ ἐξομολόγηση δέν εἶναι μία τυπική, ἀπό συνήθεια «γιά τό καλό» καί λόγω τῶν ἐπικείμενων ἑορτῶν, βεβιασμένη καί πρόχειρη πράξη ἀπό ἕνα καί μόνο καθῆκον ἤ ὑποχρέωση καί πρός ψυχολογική ἐκτόνωση. Ἡ ἐξομολόγηση θά πρέπει νἄναι συνδυασμένη πάντοτε μέ τή μετάνοια. Μᾶς ἔλεγε Ἁγιορείτης Γέροντας: Πολλοί ἐξομολογοῦνται, λίγοι μετανοοῦν! (Αἰμιλιανός Σιμωνοπετρίτης).

 Ἡ μετάνοια εἶναι μία ἐλεύθερη, καλλιεργημένη, ἐσωτερική διεργασία ἐπιμελημένη, συντριβῆς καί λύπης, γιά τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Θεό διά τῆς ἁμαρτίας. Ἡ μετάνοια ἡ ἀληθινή δέν συνδυάζεται μέ τήν ἀφόρητη θλίψη, τήν ὑπερβολική στενοχώρια καί τίς ἀδυσώπητες ἐνοχές. Τότε δέν εἶναι μᾶλλον εἰλικρινής μετάνοια, ἀλλά κρυφός ἐγωισμός, στραπατσάρισμα τοῦ «ἐγώ», θυμός μέ τόν ἑαυτό μας, πού ἐκδικεῖται γιατί ἐκτίθεται καί ντροπιάζεται καί δέν ἀνέχεται κάτι τέτοιο. Μετάνοια σημαίνει ἀλλαγή νοῦ, νοοτροπίας, μεταβολισμός, ἐγκεντρισμός χρηστοήθειας, μίσος τῆς ἁμαρτίας. Μετάνοια ἀκόμη σημαίνει ἀγάπη τῆς ἀρετῆς, καλοκαγαθία, ἐπιθυμία, προθυμία καί διάθεση σφοδρή ἐπανασυνδέσεως μέ τόν Χριστό διά τῆς Χάριτος τοῦ πανσθενουργοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ μετάνοια ξεκινᾶ ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς, ὁλοκληρώνεται ὅμως ἀπαραίτητα στό μυστήριο τῆς θείας καί ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.

 Ὁ ἐξομολογούμενος ἐξομολογεῖται εἰλικρινά καί ταπεινά ἐνώπιον τοῦ ἐξομολόγου, ὡς ἐν προσώπῳ τοῦ Χριστοῦ. Κανένας ἐπιστήμονας, ψυχολόγος, ψυχαναλυτής, ψυχίατρος, κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, θεολόγος δέν μπορεῖ ν' ἀντικαταστήσει τόν ἐξομολόγο. Καμία εἰκόνα, ἔστω καί ἡ πιό θαυματουργή, δέν μπορεῖ νά δώσει αὐτό πού δίνει τό πετραχήλι τοῦ ἐξομολόγου, τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν. Ὁ ἐξομολόγος ἀναλαμβάνει τόν ἐξομολογούμενο, τόν υἱοθετεῖ καί τόν ἀναγεννᾶ πνευματικά, γι' αὐτό καί ὀνομάζεται πνευματικός πατέρας. Ἡ πνευματική πατρότητα κανονικά εἶναι ἰσόβια, ἱερή καί δυνατή, δυνατότερη καί συγγενικοῦ δεσμοῦ. Ὁ πνευματικός τοκετός εἶναι ὀδυνηρός. Ὁ ἐξομολόγος μέ φόβο Θεοῦ «ὡς λόγον ἀποδώσων», γνώση, ταπείνωση καί ἀγάπη παρακολουθεῖ τόν ἀγώνα τοῦ ἐξομολογούμενου καί τόν χειραγωγεῖ διακριτικά στήν ἀνοδική πορεία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.

 Ὁ ἐξομολόγος ἱερεύς ἔχει εἰδική εὐλογία ἀπό τόν ἐπίσκοπο γιά τό ἐξομολογητικό του ἔργο. Κανονικά ὅμως τό χάρισμα τοῦ «δεσμεῖν καί λύειν» ἁμαρτίες τό λαμβάνει μέ τή χειροτονία του εἰς πρεσβύτερο. Καθίσταται διάδοχος τῶν ἁγίων ἀποστόλων. Ἔτσι σημασία κύρια καί μεγάλη ἔχει ἡ ἐγκυρότητα καί ἡ κανονικότητα τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς διά τῶν ἐπισκόπων. Τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως ὅπως καί ὅλα τ' ἅγια μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας τελεσιουργοῦνται καί χαριτώνουν τούς πιστούς ὄχι κατά τήν ἀξία, ἱκανότητα, ἐπιστημοσύνη, λογιοσύνη, εὐφράδεια, δραστηριότητα καί τέχνη τοῦ ἱερέως, ἀκόμη καί τήν ἀρετή καί ἁγιότητά του, ἀλλά τή διά τῆς κανονικότητος τῆς ἱερωσύνης καί τοῦ Τελεταρχικοῦ Παναγίου Πνεύματος. Οἱ τυχόν ἁμαρτίες τοῦ ἱερέως δέν ἐμποδίζουν τή θεία Χάρη τῶν μυστηρίων. Ἀλλοίμονο ἄν ἀμφιβάλλουμε ἄν κατά τήν ἀναξιότητα τοῦ ἱερέως τό ψωμί καί τό κρασί ἔγινε σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ κατά τή θεία Λειτουργία. Αὐτό βεβαίως δέν σημαίνει ὅτι ὁ ἱερεύς δέν θά πρέπει μόνιμα ν' ἀγωνίζεται γιά τήν καθαρότητά του. Ἔτσι δέν ὑπάρχουν καλοί καί κακοί ἐξομολόγοι. Ὅλοι οἱ ἐξομολόγοι τήν ἴδια ἄφεση δίνουν. Ἔχουμε ὅμως τό δικαίωμα ἐπιλογῆς τοῦ ἐξομολόγου. Μποροῦμε νά προστρέξουμε σέ αὐτόν πού ἀληθινά μᾶς ἀναπαύει. Δέν εἶναι σοβαρή ὅμως ἡ συνεχής ἀλλαγή ἐξομολόγου. Δέν φανερώνει κάτι τέτοιο πνευματική ὡριμότητα. Οὔτε ὅμως καί οἱ ἐξομολόγοι θά πρέπει νά στενοχωροῦνται παράφορα καί νά δημιουργοῦν μάλιστα καί προβλήματα ὅταν ἀναχωρήσει κάποιο πνευματικό τους τέκνο. Ἴσως τοῦτο σημαίνει πώς ἦταν νοσηρά συνδεδεμένοι μαζί του, συναισθηματικά, προσωποπαγῶς, δεμένοι μέ τό πρόσωπό του καί ὄχι μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία, καί θεωροῦν τήν ἀναχώρηση προσβολή, μείωση, ὅτι δέν ὑπάρχει καλύτερος ἤ μία αἴσθηση ὅτι οἱ ἄλλοι μᾶς ἀνήκουν ἀποκλειστικά καί μποροῦμε νά τούς ἐξουσιάζουμε καί νά τούς φερόμαστε μάλιστα ἐξαναγκαστικά ὡς καταπιεσμένους καί ἀνελεύθερους ὑποτακτικούς. Εἴπαμε βέβαια πώς ὁ ἐξομολόγος εἶναι πνευματικός πατέρας καί ὁ πνευματικός τοκετός ἐνέχει ὀδύνη. Ἔτσι εἶναι φυσικό νά λυπᾶται γιά τήν ἀναχώρηση τοῦ υἱοῦ του. Προτιμότερο ὅμως εἶναι νά εὔχεται γιά τήν πνευματική του πρόοδο καί τή σύνδεσή του μέ τήν Ἐκκλησία, ἔστω καί παρά τήν ἀποσύνδεσή του ἀπό τόν ἴδιο. Νά εὔχεται καί ὄχι νά ἀπεύχεται.

 Τό ἔργο τοῦ ἐξομολόγου δέν εἶναι μόνο ἡ ἁπλή ἀκρόαση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἐξομολογούμενου καί ἡ ἀνάγνωση στό τέλος τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς. Οὔτε πάλι περιορίζεται μόνο στήν ὥρα τῆς ἐξομολογήσεως. Ὁ ἐξομολόγος σάν καλός πατέρας φροντίζει συνεχῶς τό τέκνο του, τό ἀκούει καί τό παρακολουθεῖ προσεκτικά, τό νουθετεῖ κατάλληλα, τό κατευθύνει εὐαγγελικά, τονίζει τά τάλαντά του, δέν τοῦ θέτει ὑπερβολικά βάρη, τό κανονίζει μέτρια ὅταν πρέπει, τό οἰκονομεῖ ὅταν ἀπογοητεύεται, βαρύνεται, δυσανασχετεῖ, ἀποκάμνει, τό θεραπεύει ἀνάλογα, δέν τό ἀποθαρρύνει ποτέ, συνεχίζοντας τόν ἀγώνα παθοκτονίας καί ἀρετοσυγκομιδῆς, μορφώνοντας στήν ψυχή του τήν ἀθάνατη Χριστό.

 Ἡ ἀναπτυσσόμενη αὐτή πατρική καί υἱική σχέση ἐξομολόγου καί ἐξομολογουμένου δημιουργεῖ μία ἄνεση, ἐμπιστοσύνη, σεβασμό, ἱερότητα καί ἀνάταση. Ὁ ἐξομολογούμενος ἀνοίγει τήν καρδιά του στόν ἐξομολόγο καί τοῦ ἐκθέτει τά πιό κρύφια, τά πιό δόλια, τά πιό ἀκάθαρτα, ὅλα τά μυστικά του, πράξεις ἀπόκρυφες καί ἐπιθυμίες βλαβερές, ἀκόμη καί αὐτά πού δέν θέλει νά ὁμολογήσει στόν ἴδιο του τόν ἑαυτό καί δέν λέει στόν πιό στενό συγγενὴ του καί τόν καλύτερο φίλο του. Ἔτσι ὁ ἐξομολόγος θά πρέπει ἀπόλυτα νά σεβασθεῖ αὐτή τήν ἀπεριόριστη ἐμπιστοσύνη τοῦ ἐξομολογούμενου. Ἡ ἐμπιστοσύνη αὐτή ἐπαυξάνεται ὁπωσδήποτε καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ ἐξομολόγος εἶναι αὐστηρά δεσμευμένος, μέχρι θανάτου μάλιστα, ἀπό τούς θείους καί Ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μέ τό ἀπόρρητο τῆς ἐξομολογήσεως.

 Στήν ὀρθόδοξη ἐξομολογητική δέν ὑπάρχουν βέβαια γενικές συνταγές, γιατί ἡ πνευματική καθοδήγηση τῆς κάθε μοναδικῆς ψυχῆς γίνεται ἐξατομικευμένα. Ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἀνεπανάληπτος, μέ ἰδιαίτερη ψυχοσύνθεση, ἄλλο χαρακτήρα, διάφορες δυνάμεις καί δυνατότητες, ὅρια, ἐφέσεις, ἀντοχές, γνώσεις, ἀνάγκες καί διαθέσεις. Ὁ ἐξομολόγος μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τή θεία φώτιση θά πρέπει νά διακρίνει ὄλ' αὐτά, ὥστε ν' ἀποφασίσει τί καλύτερα θά πρέπει νά χρησιμοποιήσει γιά νά βοηθήσει τόν ἐξομολογούμενο. Ἄλλοτε χρειάζεται ἡ ἐπιείκεια καί ἄλλοτε ἡ αὐστηρότητα. Δέν εἶναι γιά ὅλους πάντοτε τά ἴδια. Οὔτε ὁ ἐξομολόγος θά πρέπει νἄναι πάντα αὐστηρός, ἔτσι μόνο γιά νά λέγεται αὐστηρός καί νά ἐκτιμᾶται. Οὔτε ὑπερβολικά ἐπιεικής, γιά νά προτιμᾶται καί νά λέγεται πνευματικός πατέρας πολλῶν. Χρειάζεται φόβος Θεοῦ, διάκριση, τιμιότητα, εἰλικρίνεια, ταπείνωση, μελέτη, γνώση καί προσευχή.

 Ἡ «οἰκονομία» δέν ἀπαιτεῖται ἀπό τόν ἐξομολογούμενο. Οὔτε εἶναι ὀρθό νά γίνει κανόνας ἀπό τόν ἐξομολόγο. Ἡ «οἰκονομία» θά πρέπει νά παραμείνει ἐξαίρεση. Ἡ «οἰκονομία» ἐπίσης θά πρέπει νά εἶναι πάντα πρός καιρόν (Ἀρχιμ. Γεώργιος Γρηγοριάτης). Ὅταν ἐκλείψουν οἱ λόγοι πού τήν ἐπιβάλλουν ἀσφαλῶς δέν θά πρέπει νά χρησιμοποιεῖται. Γιά τήν ἴδια ἁμαρτία μποροῦμε νά ἔχουμε πολλούς διαφορετικούς τρόπους πρός ἀντιμετώπισή της.



 Ὁ κανόνας δέν εἶναι πάντοτε ἀπαραίτητος. Ὁ κανόνας δέν εἶναι τιμωρία. Εἶναι παιδαγωγία. Ὁ κανόνας δέν τίθεται πρός ἱκανοποίηση τοῦ προσβληθέντος Θεοῦ καί ἐξιλέωση τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἐνώπιον τῆς Θείας δικαιοσύνης. Αὐτή εἶναι μιὰ καθαρά αἱρετική διδασκαλία. Ὁ κανόνας συνήθως τίθεται στήν ἀνώριμη μετάνοια, πρός συναίσθηση καί συνειδητοποίηση τοῦ μεγέθους τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία κατά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία δέν εἶναι τόσο παράβαση τοῦ νόμου, ὅσο ἔλλειψη ἀγάπης στό Θεό. Ἀγάπα καί κᾶνε ὅ,τι θέλεις, ἔλεγε ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος.

 Ὁ κανόνας τίθεται πρός ὁλοκλήρωση τῆς μετάνοιας τοῦ ἐξομολογούμενου, γι' αὐτό, καθώς ὀρθά λέγει ὁ π. Ἀθανάσιος Μετεωρίτης, ὅπως ὁ ἐξομολόγος δέν ἐπιτρέπεται νά κοινοποιεῖ τίς ἁμαρτίες τοῦ ἐξομολογουμένου, ἔτσι κι ὁ ἐξομολογούμενος δέν ἐπιτρέπεται νά κοινοποιεῖ στούς ἄλλους τόν κανόνα πού τοῦ ἔθεσε ἰδιαίτερα ὁ ἐξομολόγος, πού εἶναι συνισταμένη πολλῶν παραμέτρων.

 Ὁ ἐξομολόγος λειτουργεῖ ὡς χορηγός τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κατά τήν ὥρα τοῦ μυστηρίου δέν λειτουργεῖ ὡς ψυχολόγος καί ἐπιστήμονας. Λειτουργεῖ ὡς ἱερεύς, ὡς ἔμπειρος ἰατρός, ὡς φιλόστοργος πατέρας. Ἀκούγοντας τ' ἁμαρτήματα τοῦ ἐξομολογουμένου προσεύχεται νά τόν φωτίσει ὁ Θεός νά δώσει τό καλύτερο φάρμακο πρός θεραπεία, νά σφυγμομετρήσει τόν βαθμό καί τήν ποιότητα τῆς μετανοίας του. Ὁ ἐξομολόγος δέν στέκεται ἀπέναντι στόν ἐξομολογούμενο μέ περιέργεια, καχυποψία, ζήλεια, ὑπερβολική αὐστηρότητα, ἐξουσιαστικότητα καί ἀλαζονεία, ἀλλά οὔτε καί ἀδιάφορα, ἐπιπόλαια, ἀπρόσεκτα καί κουρασμένα. Ἡ ταπείνωση, ἡ ἀγάπη καί ἡ προσοχή τοῦ ἐξομολόγου θά βοηθήσει πολύ τόν ἐξομολογούμενο. Οὔτε ὁ ἐξομολόγος θά πρέπει νά κάνει πολλές, περιττές καί ἀδιάκριτες ἐρωτήσεις. Ἰδιαίτερα θά πρέπει νά διακόπτει τίς λεπτομερεῖς περιγραφές διαφόρων ἁμαρτημάτων καί ἰδιαίτερα σαρκικῶν, ἀκόμη καί τίς ἀναφορές ὀνομάτων, ὥστε ν' ἀσφαλίζεται περισσότερο. Ὁ ἐξομολογούμενος πάλι δέν θά πρέπει νά φοβᾶται, νά δειλιάζει καί νά ντρέπεται, ἀλλά νά σέβεται, νά ἐμπιστεύεται, νά τιμᾶ καί νά εὐλαβεῖται τόν ἐξομολόγο. Αὐτό τό κλίμα πάντως τῆς ἱερότητος, ἀλληλοσεβασμοῦ καί ἐμπιστοσύνης κυρίως θά τό καλλιεργήσει, ἐμπνεύσει καί δημιουργήσει ὁ ἐξομολόγος.

 Ἡ ἁγία μητέρα μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ, εἶναι ἕνα ἀπέραντο θεραπευτήριο, ἀποθεραπείας τῶν ἀσθενῶν ἁμαρτωλῶν πιστῶν, ἀπό τά τραύματα, τίς πληγές καί τίς ἀσθένειες τῆς ἁμαρτίας, τῶν παθογόνων δαιμόνων καί τῶν ἰοβόλων δαιμονικῶν παγίδων καί ἐπηρειῶν τῶν δαιμονοκινήτων παθῶν.

 Ἡ Ἐκκλησία μας δέν εἶναι παράρτημα τοῦ ὑπουργείου κοινωνικῆς προνοίας, οὔτε συναγωνίζεται νά ξεπεράσει τούς διάφορους συλλόγους κοινωνικῆς εὐποιΐας, δίχως διόλου ν' ἀρνεῖται τό σπουδαῖο καί ἀγαθό αὐτό ἔργο καί νά μή τό ἐπιτελεῖ πλούσια, ἐπαινετά καί θαυμάσια, ἀλλά κυρίως εἶναι ἡ χορηγός νοήματος τῆς ζωῆς, λυτρώσεως καί σωτηρίας τῶν πιστῶν «ὑπέρ ὧν Χριστός ἀπέθανεν» διά τῆς συμμετοχῆς τους στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Τό πετραχήλι τοῦ Ἱερέως εἶναι πλάνη, ὅπως ἔλεγε ὁ Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, πού λειαίνει καί ἰσιάζει τούς ἀνθρώπους, εἶναι θεραπευτικό νυστέρι παθοκτονίας καί ὄχι μιστρὶ ἐργασιομανίας ἤ σύμβολο ἐξουσίας. Εἶναι ὑπηρετική ποδιά διακονίας τῶν ἀνθρώπων πρός θεραπεία καί σωτηρία.

 Ὁ Θεός χρησιμοποιεῖ τόν ἱερέα γιά τή συγχώρηση τοῦ πλάσματός του. Τό λέγει χαρακτηριστικά ἡ εὐχή: «Ὁ Θεός συγχωρῆσαι σοι δι' ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ πάντα, καί ἐν τῷ νῦν αἰώνι καί ἐν τῷ μέλλοντι. καί ἀκατάκριτόν σε παραστῆσαι ἐν τῷ φοβερῶ αὐτοῦ Βήματι. περί δέ τῶν ἑξαγορευθέντων ἐγκλημάτων μηδεμίαν φροντίδα ἔχων, πορεύου εἰς εἰρήνην». Ἀνεξομολόγητες ἁμαρτίες θά βαραίνουν τόν ἄνθρωπο καί στόν μέλλοντα αἰώνα. Ἐξομολογημένες ἁμαρτίες δέν ἐξομολογοῦνται. Εἶναι σάν νά μή πιστεύει κανείς στήν χάρη τοῦ μυστηρίου. Ὁ Θεός τά γνωρίζει, ἀλλά θά πρέπει πρός ἄφεση, ταπείνωση καί ἴαση νά ἑξαγορευθοῦν. Ἡ ἐνίοτε ἐπιτίμηση ἁμαρτιῶν δέν ἀναιρεῖ τήν ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀποτελεῖ παιδαγωγική ἐπίσκεψη πρός καλύτερη συναίσθηση τῶν πταισμάτων.

 Κατά τόν ὅσιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη «ἡ ἐξομολόγησις εἶναι μία θεληματική διά στόματος φανέρωσις τῶν πονηρῶν ἔργων καί λόγων καί λογισμῶν, κατανυκτική, κατηγορητική, εὐθεία, χωρίς ἐντροπήν, ἀποφασιστική, πρός νόμιμον πνευματικόν γινομένη». Ὁ θεοφόρος ὅσιος εὐσύνοπτα, μεστά καί σημαντικά ἀναφέρει πώς ἡ ἐξομολόγηση πρέπει νά γίνεται θεληματικά, ἐλεύθερα, ἀβίαστα, ἀνεξανάγκαστα, δίχως ὁ ἐξομολόγος ν' ἄγχεται νά ἐκμαιεύσει τήν ὁμολογία τοῦ ἐξομολογουμένου. Μέ κατάνυξη, συναίσθηση δηλαδή τῆς λύπης πού προκάλεσε εἰλικρινά μέ τήν ἁμαρτία στόν Θεό. Ὄχι συναισθηματικά, ὑποκριτικά, λιπόψυχα δάκρυα. Κατάνυξη γνήσια πού σημαίνει συντριβή, μεταμέλεια, μίσος τῆς ἁμαρτίας, ἀγάπη τῆς ἀρετῆς, ἐπίγνωση εὐγνωμοσύνης στόν Δωρεοδότη Θεό. Κατηγορητική σημαίνει ὑπεύθυνη ἐξομολόγηση, δίχως δικαιολογίες, ὑπεκφυγές, στρεψοδικίες, ἀνευθυνότητες καί μεταθέσεις, μέ εἰλικρινῆ αὐτομεμψία καί γνήσια αὐτοεξουθένωση, πού φέρει τή χαρμολύπη καί τό χαροποιό πένθος τῆς Ἐκκλησίας. Εὐθεία σημαίνει ἐξομολόγηση μέ κάθε εἰλικρίνεια, εὐθύτητα καί ἀκρίβεια, ἀνδρεία καί θάρρος, αὐστηρότητα καί γενναιότητα. Συμβαίνει ἀκόμη καί τήν ὥρα αὐτή ὁ ἄνθρωπος νά μή παραδέχεται τήν ἥττα του, τήν πτώση καί τήν ἀδυναμία του καί μέ ὡραιολογίες καί μακρυλογίες νά μεταθέτει τά ποσοστά εὐθύνης του, μέ περιστροφές καί μισόλογα, κατηγορώντας καί τούς ἄλλους, προκειμένου νά φυλάξει ἀκόμη καί τώρα ἀτσαλάκωτο τό ἐγώ του. Χωρίς ἐντροπή ἐξομολόγηση σημαίνει παρουσίαση τοῦ πραγματικοῦ οἰκτροῦ ἑαυτοῦ μας. Ἡ ντροπή εἶναι καλή πρό τῆς ἁμαρτίας καί ὄχι μετά καί μπροστά στόν ἐξομολόγο. Ἡ πρό τοῦ ἐξομολόγου ντροπή λέγουν θά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τή ντροπή στήν ἔσχατη κρίση, ἀφοῦ ὅ,τι συγχωρήσει ὁ ἐξομολόγος δέν θά ξανακριθεῖ. Ἀποφασιστική ἐξομολόγηση σημαίνει νά εἶναι καθαρή, συγκεκριμένη, εἰλικρινής καί μέ τήν ἀπόφαση νά μή ἐπαναλάβει τά ἐξομολογηθέντα ἁμαρτήματα ὁ πιστός. Ἀκόμη ἡ ἐξομολόγηση θά πρέπει νά εἶναι συνεχής, ὥστε τά φιλεπίστροφα, κατά τόν ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, πάθη νά μή ἰσχυροποιοῦνται, ἀλλά ἀντίθετα σύντομα νά θεραπεύονται. Ἔτσι δέν λησμονοῦνται οἱ ἁμαρτίες, ὑπάρχει τακτικός ἔλεγχος, αὐτοπαρατήρηση, αὐτοέλεγχος, αὐτογνωσία καί αὐτομεμψία, δέν ἐγκαταλείπει ἡ Θεία Χάρη καί οἱ δαιμονικές παγίδες συντρίβονται εὐκολότερα καί ἡ μνήμη τοῦ θανάτου δέν εἶναι φοβερή καί τρομακτική.

 Συμβαίνει συχνά-πυκνά καί τ' ὁμολογοῦμε μέ πολύ πόνο καί περισσή ἀγάπη τό κήρυγμα νά μήν εἶναι τόσο ὀρθόδοξο. Δηλαδή νά ἐξαντλεῖται σ' ἕνα ἀκόμη σχολιασμό τῆς φθηνῆς ἐπικαιρότητος καί νά μετατρέπεται κατά κάποιο τρόπο ὁ ἱερός ἄμβωνας σέ τηλεοπτικό «παράθυρο», ὅπου λέμε καί ἐμεῖς τή γνώμη μας γιά τά τρέχοντα καί συμβαίνοντα. Ὅμως τ' ὀρθόδοξο κήρυγμα κυρίως εἶναι ἐκκλησιολογικό, χριστολογικό, σωτηριολογικό, ἁγιολογικό καί ψυχωφελές. Τό κήρυγμα τῆς μετανοίας ἀπό τῶν Προφητῶν, τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καί πάντων τῶν ἁγίων παραμένει λίαν ἐπίκαιρο καί ἀναγκαῖο. Βασική προϋπόθεση τῆς μετοχῆς στ' ἅγια μυστήρια καί τῆς ἀνοδικῆς πνευματικῆς πορείας εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς. Καθαρότητα ἀπό τήν ποικίλη ἁμαρτία, τό πνεῦμα τῆς ἀπληστίας καί τῆς εὐδαιμονίας τῆς σύγχρονης ὑπερκαταναλωτικῆς κοινωνίας, τό πνεῦμα τῆς ἀντίθεης ὑπερηφάνειας ἑνός κόσμου ναρκισσευομένου, ἀτομικιστικοῦ, ἀταπείνωτου, ἀφιλάνθρωπου, ὑπερφίαλου καί παράδοξου, τό δαιμονικό πνεῦμα τῶν πονηρῶν λογισμῶν, τῶν φαντασιῶν καί φαντασιώσεων, τῶν καχυποψιῶν καί ζηλοφθονιῶν, τῶν ἀκαθάρτων καί σκοτεινῶν.



 Κατάντησε δυσεύρετο κόσμημα ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, στίς ἀδελφικές σχέσεις, τίς συζυγίες, τίς συναδελφικές ὑποχρεώσεις, τίς φιλίες, τίς συζητήσεις, τίς σκέψεις, τίς ἐπιθυμίες, τίς ἱερατικές κλήσεις. Τά λεγόμενα μέσα μαζικῆς ἐνημερώσεως ξέπεσαν σέ ρυπογόνες ἑστίες. Λησμονήθηκε ἡ νηπτική ἐγρήγορση, ἡ ἀσκητική νηφαλιότητα, ἡ παραδοσιακή ὀλιγάρκεια, ἁπλότητα καί λεβεντιά. Ἔτσι μολύνεται τό λογιστικό τῆς ψυχῆς, διεγείρεται στήν ἀπληστία τό ἐπιθυμητικό καί ἀμβλύνεται σοβαρά τό βουλητικό, ὥστε ἀδύναμος ὁ ἄνθρωπος νά παρασύρεται στό κακό δίχως φραγμό καί ὅρια.

 Ἐπικρατεῖ ἡ αὐτοδικαίωση, ἡ δικαιολόγηση τῶν παθῶν, ἡ ὡραιοποίηση τῆς ἁμαρτίας, ἡ κατοχύρωσή της διά νέων ψυχολογικῶν ἐρεισμάτων. Θεωρεῖται μείωση, ἀδυναμία καί λάθος ἡ παραδοχή τοῦ λάθους, ἡ ἀνάληψη τῆς εὐθύνης καί ἡ ταπεινή ἀποδοχή τοῦ σφάλματος. Ἡ συνεχής δικαιολόγηση τοῦ ἑαυτοῦ μας καί ἡ ἐπιμελημένη μετάθεση εὐθυνῶν δημιουργοῦν ἕνα ἄνθρωπο συγχυσμένο, διχασμένο, ταραγμένο, ταλαιπωρημένο, δυστυχισμένο καί ἐγωπαθῆ, ἐμπαιζόμενο ἀπό τόν δαίμονα, αἰχμαλωτιζόμενο ἀπό αὐτόν στ' ἄφωτα δίχτυά του.Κυριαρχεῖ ἕνας ἀνόητος ὀρθολογισμός, ὁ ὁποῖος ἐπιλέγει εὐαγγελικές ἀρετές καί συνοδικούς κανόνες, κατά τήν ἀρέσκεια, προτίμηση καί εὐκολία, σέ σοβαρά θέματα νηστειῶν, ἐγκράτειας, τεκνογονίας, ἤθους, σεμνότητος, αἰδοῦς, τιμιότητος καί ἀκριβείας. Κατόπιν ὅλων τούτων, τά ὁποῖα δέν νομίζω ὅτι ὑπερβάλλουμε, θεωροῦμε ὅτι οἱ ἐξομολόγοι δέν ἔχουν εὔκολο ἔργο. Δέν ἀρκεῖ πλέον ἡ χειραγωγία στή μετάνοια καί ἡ καλλιέργεια τῆς ταπεινώσεως, ἀλλά χρειάζεται τό ποίμνιο κατήχηση, ἐπαναευαγγελισμό, κατάρτιση, μεταβολισμό πνευματικό πρός ἀπόκτηση ἰσχυρῶν ἀντισωμάτων. Ἀπαραίτητη ἡ ἀντίσταση, ἀντίδραση καί ἀντιμετώπιση τοῦ σφοδροῦ ρεύματος τῆς ἀποϊεροποιήσεως, τῆς ἐκκοσμικεύσεως, τοῦ ἀποηρωισμοῦ, τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, τοῦ πλουτισμοῦ καί κορεσμοῦ. Ἰδιαιτέρως προσοχῆς, διδαχῆς καί ἀγάπης ἔχουν ἀνάγκη οἱ νέοι, πού ἡ ἀγωγή δέν τούς βοηθᾶ νά συνειδητοποιήσουν τό νόημα καί τό σκοπό τῆς ζωῆς, τό κενό, τό ἄκοσμο, τό ἄνομο, τό ἄφωτο τῆς ἁμαρτίας. Σοβαρό πρόβλημα ἀποτελεῖ ἀκόμη καί γιά τούς χριστιανούς μας ἡ ἀγχώδης συχνά ἀναζήτηση μιᾶς ἄκοπης, ἄμοχθης καί ἄλυπης ζωῆς. Ἀναζητοῦμε Κυρηναίους. Δέν ἀποδεχόμεθα τήν ἄρση τοῦ προσωπικοῦ μας σταυροῦ. Δέν γνωρίζουμε τό βάθος καί τό εὖρος τοῦ σταυροῦ. Προσκυνοῦμε τόν σταυρό στήν ἐκκλησία, κάνουμε τόν σταυρό μας, ἀλλά δέν ἀσπαζόμαστε τόν προσωπικό μας σταυρό. Τελικά θέλουμε ἕνα ἀσταύρωτο Χριστιανισμό. Δέν ὑπάρχει ὅμως Πάσχα δίχως Μεγάλη Παρασκευή.

 Τιμᾶμε τούς μάρτυρες καί τούς ὁσίους, ἀλλά δέν θέλουμε ἐμεῖς καμιά κακοπάθεια, καμιά καθυστέρηση, καμιά δυσκολία. Δυσκολευόμαστε στή νηστεία, δυσανασχετοῦμε στήν ἀσθένεια, δέν ἀνεχόμαστε πικρό λόγο, ἀκόμη καί ὅταν φταῖμε, ὁπότε πῶς νά ὑπομένουμε ἀδικία, συκοφαντία, κατατρεγμό καί ἐξορία, ὅπως οἱ ἅγιοί μας; Εἶναι γεγονός ἀδιαμφισβήτητο πώς τό σύγχρονο κοσμικό πνεῦμα τῆς εὐκολίας, τῆς ἀνέσεως καί τοῦ ὑπερκαταναλωτισμοῦ ἔχει ἐπηρεάσει ἰσχυρά τό μέτρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Θέλουμε γενικά ἕνα ἀντιασκητικό Χριστιανισμό. Ἡ Ὀρθοδοξία ὅμως βάση ἔχει τό ἀσκητικό Εὐαγγέλιο. Ἕνα ἄλλο μεγάλο πρόβλημα τῆς ἐποχῆς μας εἶναι ἡ νοσηρή καί ὑπερβολική ἐμπιστοσύνη τοῦ ἀνθρώπου στή λογική, τή διάνοια, τή γνώση καί τήν κρίση του. Πρόκειται γιά τόν παχυλό καί κουραστικό ἐν τέλει ὀρθολογισμό. Ἡ νηπτική ὀρθόδοξη θεολογία μᾶς διδάσκει τό νοῦ νά τόν ἔχουμε ἐργαλεῖο καί νά τόν κατεβάσουμε στήν καρδιά. Ἡ Ἐκκλησία μας δέν καλλιεργεῖ καί παράγει διανοούμενους. Γιά μᾶς ὁ ὀρθολογισμός δέν εἶναι φιλοσοφική νοοτροπία, ἀλλά μιὰ καθαρά ἁμαρτητική βιοθεωρία, μιὰ μορφή ἀθεΐας, ἀφοῦ ἀντιβαίνει στήν ἐντολή τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος, τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐμπιστοσύνης στόν Θεό. Ὁ ὀρθολογιστής κρίνει τά πάντα μέ τήν κρισάρα τοῦ μυαλοῦ, μόνο μέ τόν πεπερασμένο νοῦ του, κέντρο εἶναι ὁ ἐαυτός του καί τό κυρίαρχο ἐγώ του καί δέν ἐμπιστεύεται τή θεία Πρόνοια, τή θεία Χάρη καί θεία Βοήθεια στή ζωή του. Θεωρώντας συχνά τόν ἑαυτό του ἀλάνθαστο ὁ ὀρθολογιστής δέν ἐπιτρέπει στόν Θεό νά ἐπέμβει στή ζωή του καί νά τόν κρίνει. Ἔτσι δέν θεωρεῖ ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἐξομολογήσεως. Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος ὅμως λέγει πώς τό νά νομίζει κάποιος πώς δέν ἔπεσε σέ ἁμαρτήματα, αὐτό εἶναι ἡ πιό μεγάλη πτώση καί πλάνη καί τό πιό μεγάλο ἁμάρτημα. Παρασυρμένοι ὁρισμένοι νεώτεροι θεολόγοι μιλοῦν γι' ἀστοχία καί ὄχι γιά ἁμαρτία, θέλοντας ν' ἀμβλύνουν τή φυσική διαμαρτυρία τῆς συνειδήσεως. Ἡ αὐτάρκεια ὁρισμένων ἐκκλησιαζομένων καί νηστευόντων χριστιανῶν κρύβει ἐνίοτε ἕνα λανθάνοντα φαρισαϊσμό, ὅτι δέν εἶναι ὅπως οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων καί ὡς ἐκ τούτου δέν χρήζουν ἐξομολογήσεως.Κατά τούς ἁγίους πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας τό μεγαλύτερο κακό εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ μητέρα ὅλων τῶν παθῶν κατά τόν ὅσιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος. Πρόκειται γιά πολύτεκνη μητέρα μέ πρῶτες θυγατέρες τήν κενοδοξία καί τήν αὐτοδικαίωση. Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι μιὰ μορφή ἄρνησης Θεοῦ, εἶναι ἐφεύρεση τῶν πονηρῶν δαιμόνων, ἀποτέλεσμα πολλῶν κολακειῶν καί ἐπαίνων, πού ἐπιφέρει τήν ἐξουδένωση καί ἐξουθένωση τῶν ἀνθρώπων, τή θεομίσητη κατάκριση, τόν θυμό, τήν ὀργή, τήν ὑποκρισία, τήν ἀσπλαχνία, τή μισανθρωπία, τή βλασφημία. Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἕνα πάθος φοβερό, δύσκολο, δυνατό καί δυσθεράπευτο. Ἡ ὑπερηφάνεια ἐπίσης εἶναι πολυδύναμη καί πολυπρόσωπη. Ἐκδηλώνεται ὡς ματαιοδοξία, μεγαλαυχία, οἴηση, ἀλαζονεία, ὑπεροψία, φυσίωση, τύφωση, καύχηση, ἰταμότητα, ἔπαρση, μεγαλομανία, φιλοδοξία, φιλαυτία, φιλαρέσκεια, φιλοχρηματία, φιλοσαρκία, φιλαρχία, φιλοκατηγορία καί φιλονικία. Ἀκόμη ὡς αὐταρέσκεια, προσωποληψία, αὐθάδεια, ἀναίδεια, παρρησία, ἀναλγησία, ἀντιλογία, ἰσχυρογνωμοσύνη, ἀνυπακοή, εἰρωνεία, πεῖσμα, περιφρόνηση, προσβολή, τελειομανία καί ὑπερευαισθησία. Ἡ ὑπερηφάνεια τελικά ὁδηγεῖ στήν ἀμετανοησία. Ὄργανο τῆς ὑπερηφάνειας συχνά γίνεται ἡ γλώσσα. Μέ τήν ἀργολογία, τή φλυαρία, τήν πολυλογία, τό κουτσομπολιό, τή μωρολογία, τή ματαιολογία, τήν ἀνειλικρίνεια, τήν ἀδιακρισία, τή διγλωσσία, τή διπλωματία, τήν εὐτραπελία, τήν προσποίηση καί τόν ἐμπαιγμό.

 Ἀπό τά ἑπτά θανάσιμα ἁμαρτήματα προέρχονται πολλά ἄλλα πάθη. Ἀφοῦ ἀναφέραμε τά τῆς ὑπερηφάνειας, ἐρχόμαστε στή φιλαργυρία, πού γεννᾶ τή φιλοχρηματία, τήν πλεονεξία, τήν ἀπληστία, τήν τσιγγουνιά, τήν ἀνελεημοσύνη, τή σκληροκαρδία, τήν ἀπάτη, τήν τοκογλυφία, τήν ἀδικία, τή δολιότητα, τή σιμωνία, τή δωροληψία, τόν τζόγο. Ἡ πορνεία ἔχει μύριες ἐκφάνσεις ὅπως ὁ φθόνος μέ τίς ὕπουλες καί πονηρές κακίες του, ἡ ἀχόρταγη γαστριμαργία, ὁ θυμός καί ἡ ὕποπτη ἀκηδία καί ἀμέλεια. Ἰδιαιτέρως προσοχῆς χρήζουν πολλά ἀνορθόδοξα στοιχεῖα στήν οἰκογενειακή ζωή καί φρονοῦμε πώς θά πρέπει νά θεαθοῦν προσεκτικά ἀπό ἐξομολόγους καί ἐξομολογουμένους. Ἡ ἀποφυγή τῆς τεκνογονίας, ἡ εἰδωλοποίηση τῶν τέκνων, θεωρούμενα προέκταση τοῦ ἐγώ τῶν γονέων, ὑπερπροστατευόμενα, παρακολουθούμενα συνεχῶς καί ἐξουσιαζόμενα βάναυσα. Ὁ γάμος εἶναι στίβος ταπεινώσεως, ἀλληλοπεριχωρήσεως καί ἀλληλοσεβασμοῦ καί ὄχι παράλληλη ὅδευση δύο ἐγωισμῶν, παρά τήν ἰσόβια σύζευξη καί συνύπαρξη. Χορεύει ὁ δαίμονας ὅταν δέν ὑπάρχει συγχώρεση στίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καί τά καθημερινά σφάλματα. Οἱ γονεῖς θά βοηθήσουν σημαντικά τά παιδιά τους ὄχι μέ τήν πλούσια εὐγένεια ἔξω ἀπό τό σπίτι ἀλλά μέ τό εἰρηνικό, νηφάλιο καί ἀγαπητικό παράδειγμα καθημερινά μέσα στό σπίτι τους. Ἡ συμμετοχή τῶν παιδιῶν μαζί μέ τούς γονεῖς τους στό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως θά τούς ἐνδυναμώσει μέ τή θεία Χάρη καί θά τούς στερεώσει στή βιωματική ἐμπειρία μέ τόν Χριστό. Ζητώντας οἱ σύζυγοι εἰλικρινά συγγνώμην διδάσκουν τά παιδιά τους τήν ταπείνωση, πού καίει τίς δαιμονικές πλεκτάνες. Σ' ἕνα σπιτικό πού ἀνθεῖ ἡ ἀγάπη, ἡ ὁμόνοια, ἡ κατανόηση, ἡ ταπείνωση καί εἰρήνη ὑπάρχει πλούσια ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ καί γίνεται κάστρο ἀπόρθητο στήν κακία τοῦ κόσμου. Ἡ μέ τή συγχωρητικότητα ἀγωγή τῶν παιδιῶν δημιουργεῖ μία ὑγιά οἰκογενειακή ἑστία πού τά ἐμπνέει καί τά ἐνισχύει γιά τό μέλλον τους. Ἕνα ἄλλο μεγάλο θέμα, πού ἀποτελεῖ σοβαρό ἐμπόδιο γιά τή μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση εἶναι ἡ αὐτοδικαίωση, πού μαστίζει καί πολλούς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας. Βάση της ἔχει, ὅπως εἴπαμε, τή δαιμονική ὑπερηφάνεια. Κλασικό παράδειγμα ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ αὐτοδικαιούμενος ἄνθρωπος ἔχει φαινομενικά καλά, γιά τά ὁποῖα ὑπεραίρεται καί θέλει νά τιμᾶται καί ἐπαινεῖται. Χαίρεται νά τόν κολακεύουν, νά ἐξουθενώνει καί ταπεινώνει τούς ἄλλους. Αὐτοεκτιμᾶται ὑπερβολικά, αὐτοδικαιώνεται παράφορα καί θεωρεῖ τόν Θεό ἀναγκαστικά ὑποχρεωμένο νά τόν ἀνταμείψει. Πρόκειται τελικά γιά ταλαίπωρο ἄνθρωπο, ὅπου ταλαιπωρούμενος ταλαιπωρεῖ καί τούς ἄλλους. Διακατέχεται ἀπό νευρικότητα, ταραχή, ἀπαιτητικότητα, πού τόν αὐτοφυλακίζει καί δέν τόν ἀφήνει ν' ἀνοίξει τή θύρα τοῦ θείου ἐλέους, διά τῆς μετανοίας.

 Γέννημα τῆς ὑπερηφάνειας εἶναι καί ἡ κατάκριση, πού δυστυχῶς ἀποτελεῖ συνήθεια καί πολλῶν χριστιανῶν, πού ἀσχολοῦνται περισσότερο μέ τούς ἄλλους παρά μέ τόν ἑαυτό τους. Φαινόμενο τῆς ἐποχῆς μας καί τῆς κοινωνίας πού ὠθεῖ τόν κόσμο στή συνεχῆ ἐτεροπαρατήρηση καί ὄχι τήν αὐτοπαρατήρηση. Οἱ μύριες ἀσχολίες καί δραστηριότητες τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου δέν τόν θέλουν νά μείνει ποτέ μόνο πρός μελέτη, περίσκεψη, προσευχή, αὐτογνωσία, αὐτομεμψία, αὐτοέλεγχο καί μνήμη θανάτου. Τά λεγόμενα μέσα μαζικῆς ἐνημερώσεως ἀσταμάτητα ἀσχολοῦνται σκανδαλοθηρικά, ἐπίμονα καί μακρόσυρτα μέ τά πάθη, τίς ἁμαρτίες, τά παραπτώματα τῶν ἄλλων. Ὅλ' αὐτά προκαλοῦν, ἐντυπωσιάζουν καί ἄν δέν σκανδαλίζουν πάντως φορτώνουν τήν ψυχή καί τό νοῦ μέ τά βρωμερά καί ἄσχημα καί μάλιστα καθησυχάζουν, ἀφοῦ ἐμεῖς εἴμαστε καλύτεροι. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος συνηθίζει στή μετριότητα, χλιαρότητα καί ἐφημερότητα τῆς φθηνῆς καθημερινότητος, μή συγκρινόμενος μέ τούς ἁγίους καί τούς ἥρωες.Ἔτσι ἡ κατάκριση κυριαρχεῖ στίς μέρες μας, θεωρώντας ὁ ἄνθρωπος ὅτι ἐνεργεῖ δίκαιη κάθαρση, σπιλώνοντας ἄλλους καί μολύνοντας τόν ἑαυτό του, δημιουργώντας κακίες, μίση, ἔχθρες, μνησικακίες, ζηλοφθονίες καί ψυχρότητες. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής μάλιστα ἀναφέρει πώς ἐκεῖνος πού περιεργάζεται συνεχῶς τίς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων ἤ κρίνει τόν ἀδελφό του ἀπό ὑποψία καί μόνο, αὐτός δέν ἔκανε ἀκόμη ἀρχή μετανοίας, οὔτε ἄρχισε τήν ἔρευνα γιά νά γνωρίσει τίς ἁμαρτίες του.

 Λέγονται πολλά καί διάφορα. Ἕνα τελικά εἶναι τό καίριο, σημαντικό καί ἐξέχον. Ἡ σωτηρία μας, γιά τήν ὁποία δέν πολυνοιαζόμαστε παντοτεινά. Ἡ σωτηρία δέν ἐπιτυγχάνεται παρά μόνο μέ εἰλικρινῆ μετάνοια καί καθαρή ἐξομολόγηση. Ἡ μετάνοια δέν ἀνοίγει μόνο τόν οὐράνιο παράδεισο, ἀλλά καί τόν ἐπίγειο μέ τήν πρόγευση, ἔστω ἐν μέρει, τῆς ἀνεκλάλητης χαρᾶς τῆς ἀτελεύτητης βασιλείας τῶν οὐρανῶν καί τῆς ὑπέροχης εἰρήνης ἀπό τώρα. Οἱ ἐξομολογημένοι ἄνθρωποι μποροῦν νἄναι οἱ ἀληθινά γνήσια χαρούμενοι, οἱ εἰρηνικοί καί εἰρηνοφόροι, οἱ κήρυκες τῆς μετανοίας, τῆς ἀναστάσεως, τῆς μεταμορφώσεως, τῆς ἐλευθερίας, τῆς χάριτος, τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ στίς ψυχές τους καί τή ζωή τους. Ἡ πλούσια χάρη τοῦ Θεοῦ κάνει τόν λύκο πρόβατο, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Καμιά ἁμαρτία δέν ὑπερβαίνει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Κανείς ἁμαρτωλός ἄν θέλει δέν ἀδυνατεῖ ν' ἁγιάσει. Μᾶς τό ἀποδεικνύουν οἱ πολλοί μετανοημένοι ἅγιοι τοῦ Συναξαριστῆ.

 Ὁ ἐξομολόγος ἐξομολογεῖ καί συγχωρεῖ τούς ἐξομολογούμενους μέ τ' ἅγιο πετραχήλι του. Δέν μπορεῖ ὅμως νά αὐτοεξομολογηθεῖ καί νά θέσει ὁ ἴδιος τό πετραχήλι του στό κεφάλι του γιά νά συγχωρηθεῖ. Πρέπει ἀπαραίτητα νά σκύψει σέ ἄλλο ὁπωσδήποτε πετραχήλι. Ἔτσι λειτουργεῖ ὁ πνευματικός νόμος, ἔτσι τά ἔθεσε ἡ πανσοφία καί ἡ φιλευσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ. Δέν μπορεῖ νά ἐξομολογοῦμε καί νά μή ἐξομολογούμεθα. Νά διδάσκουμε καί νά μή πράττουμε. Νά μιλᾶμε γιά μετάνοια καί νά μή μετανοοῦμε οἱ ἴδιοι. Νά μιλᾶμε γιά ἐξομολόγηση καί νά μή ἐξομολογούμεθα τακτικά. Οὐδείς αὐτοκαθαίρεται καί οὐδείς αὐτοσυγχωρεῖται ποτέ. Οἱ ἀσύμβουλοι, οἱ ἀνυπάκουοι, οἱ ἀνεξομολόγητοι ἀποτελοῦν σοβαρό πρόβλημα τῆς Ἐκκλησίας μας.Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, τό πετραχήλι τοῦ πνευματικοῦ δύναται νά γίνει θαυματουργό νυστέρι ἀφαιρέσεως κακοήθων ὄγκων, ν' ἀναστήσει νεκρούς, ν' ἀνανεώσει καί μεταμορφώσει τόν ἄκοσμο κόσμο, νά χαροποιήσει γῆ καί οὐρανό. Ἡ Ἐκκλησία μας ἐμπιστεύθηκε τό μέγα λειτούργημα, τό ἱερό ὑπούργημα, στούς ἱερεῖς μας καί ὄχι στούς ἀγγέλους, γιά νά τούς πλησιάζουμε ἄνετα καί ἄφοβα ὡς ὁμοιοπαθεῖς καί ὁμόσαρκους. Ὅλα τά παραπάνω, εἰλικρινά καί διόλου ταπεινόσχημα, εἰπώθηκαν ἀπό ἕνα συναμαρτωλό, πού δέν θέλησε νά κάνει τόν δάσκαλο, ἀλλά τόν συναγωνιζόμενο συμμαθητή σας. Θέλησε ἀπό ἀγάπη νά σᾶς θυμίσει μέ ἁπλά καί ἄτεχνα λόγια τή ζῶσα παράδοση τῆς ἁγίας μητέρας μας Ἐκκλησίας ἐπί τοῦ πάντοτε ἐπίκαιρου θέματος τῆς θεοΰφαντης καί θεομακάριστης μετανοίας καί τῆς θεοπαράδοτης καί θεαγάπητης ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως.
το βρήκα : Αγία Ζώνη

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016

Ὁ π. Θεόκλητος Διονυσιάτης γιὰ τοὺς Νεορθοδόξους

Τί εἶναι κατὰ βάθος ἡ διδασκαλία τῶν νεορθοδόξων; Εἶναι ἕνα θεωρητικὸ σύστημα ποὺ συγκροτεῖται ἀπό στοιχεῖα παρέχοντα συνεχή καὶ ἀδιάπτωτη εὐδαιμονία, χαρά, εὐφορία, αἰσιοδοξία, ἐρωτικὲς ἀπολαύσεις, ὑποσχόμενο τὴν τελείωση τῶν βιούντων κατὰ τὰ πρότυπα τῶν νεορθοδόξων μὲ κατάληξη τὸν θεῖον ἔρωτα καὶ τὴν θέωση. Δηλαδὴ πρόκειται γιὰ ἕνα τρόπο ζωῆς, μέσα στὴν Ἐκκλησία, ποὺ συνίσταται ἀπό, κατ' ἐπιλογήν, δογματικὲς καὶ πνευματικὲς θέσεις, ὑφιστάμενες ἀπαραιτήτως, προκρούστιες ἐπεξεργασίες καὶ ὑποτασσσόμενες σὲ ἀναπλαστικὲς μεθοδεύσεις, γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν προσχηματισμένα μοντέλα στὴ θεωρία καὶ τὴν πράξη. Προσφέρουν ἔτσι μία dolce vita, ἀλλὰ προπαντός, ὀρθόδοξη ἀφοῦ δὲν στερεῖται ὀρθοδόξων στοιχείων! Καὶ ἀκριβῶς γι' αὐτὸ καὶ ἀπατηλή.

Ποιὸς δὲν θέλει τὴν εὐτυχία του, τὴ χαρά του καὶ τὴν αἰώνια σωτηρία του; Ἔτσι λοιπὸν ἡ ἀνθολογημένη αὐτὴ διαδαχὴ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία γίνεται ἀποδεκτὴ εὐχαρίστως, σὰν κάτι ἀντι-στασιακό, ἀντι-παλιολιθικό, ἀντι-συντηρητικό, σὰν "μιὰ ἄλλη γλώσσα, μιὰ ἄλλη θεώρηση αὐτοῦ τοῦ χώρου". Ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ αἴρεται πλέον, γιατί δὲν χρειάζεται, ἡ νέκρωση τῆς σάρκας καὶ τῶν παθῶν εἶναι περιττή, ἀφοῦ τὴν ἑτοιμάζουμε γιὰ ἐρωτικὲς ἀπολαύσεις, τηρουμένου βέβαια, τοῦ ὄρου ὅτι "προσφέρεται γιὰ τὴν εὐτυχία τοῦ ἄλλου".

Λόγος περὶ ἐντολῶν δὲν γίνεται, γιὰ νηστεῖες καὶ γενικῶς ἄσκηση γιὰ "στενὴ καὶ τεθλιμμένη" καὶ γιὰ πολέμους μὲ τὸν σατανᾶ καὶ τὰ πάθη, τελεία σιωπή. Ἡ Πατερικὴ Γραμματεία εἶναι καλή, ἀλλὰ ἀνθολογουμένη καὶ καταλλήλως ἑρμηνευομένη, γιὰ νὰ προβάλλει τὴν χαρούμενη Ὀρθοδοξία. Τὰ ἀριστουργήματα τῆς ὀσιακῆς ἐμπειρίας καὶ τῶν θεολογικῶν ἐλλάμψεων ποὺ ἔχουν ἐνσωματωθεῖ στὰ λειτουργικὰ βιβλία τῆς Παρακλητικῆς, τοῦ Τριωδίου, στὰ Μηναῖα, στὸ Θεοτοκάριον, στὸ Πεντηκοστάριον, εἶναι ἀποδεκτά, χωρὶς ὅμως τοὺς θρήνους τῆς μετανοία, χωρὶς τὴν αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος, τῆς ἐνοχῆς, τῆς εὐθύνης, τῶν χρεῶν ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι ἄπειρο πέλαγος ἀγαθότητος καὶ βλέπει τὶς ἀνθρώπινες ἀθλιότητες μὲ κατανόηση ὡς ἀστοχίες, ἀτευξίες.

Λόγος περὶ θείας δικαιοσύνης καὶ ἀνταποδόσεως, δὲν ἔχει θέση στὴ νεορθοδοξία, Ἐπίσης ὁ τὸσο εὔσπλαγχνος καὶ φιλάνθρωπος Κύριος, ἀδύνατον νὰ κολάσει, ἀφοῦ κάτι σχετικὸ τάχα λέγει καὶ ὁ Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, Ὁ φόβος ἔχει ἐκτοπισθεῖ ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ "τρέμω τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως", εἶναι ἄγνωστη γλώσσα, ἀφοῦ θὰ μᾶς δικαιώσει ὁ Κύριος σὰν τὸν Μαρμελάδωφ, μόνο καὶ μόνο γιατί θεωροῦσε τὸν εὐαυτό του ὡς χοῖρο.
Πηγή:Πατερικός

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

Ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Μητρ. Σερβίων καὶ Κοζάνης κυρὸς Διονύσιος

Ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ μᾶς ὁρίζει τὸ περιεχόμενο τοῦ λόγου. Ἀλλὰ τὸ πιὸ δύσκολο πάντα, καὶ μάλιστα στὸν καιρό μας, εἶναι νὰ ὁμιλήση κανεὶς γιὰ τὸ σταυρό.

Ὄχι γιὰ κάθε σταυρό, γιατὶ ὑπάρχουν πολλοὶ σταυροὶ στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ γιὰ τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου. Γιατὶ ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου εἶναι χρέος, εἶναι ἀπάρνηση ἑαυτοῦ καὶ θυσία. Μὰ εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ ἄνθρωποι σήμερα μόνο γιὰ τέτοια πράγματα δὲν θέλουν νὰ ἀκούσουν. Στὸν καιρό μας ὅλοι ἔμαθαν νὰ ὁμιλοῦν γιὰ τὰ δικαιώματά τους καὶ ξέχασαν ὁλωσδιόλου αὐτὸ ποὺ λέγεται χρέος. Δὲν θέλουν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀνήκουν σὲ κανέναν παρὰ μόνο ὁ καθένας στὸν ἑαυτό του. Γιατὶ τὸ χρέος εἶναι νὰ βγαίνης ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, ἀπ’ ὅ,τι ἀφορᾶ ἀποκλειστικὰ σὲ σένα καὶ νὰ προσφέρεται στὸν ἄλλο, νὰ ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου σὰν τὸν ἑαυτό σου, καθὼς εἶναι ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι συμβαίνει, ἐνῷ ὅλοι ὁμιλοῦν γιὰ κάποια κοινωνία καὶ γιὰ κοινωνικὲς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων, ὅμως κοινωνικοὶ δεσμοὶ δὲν ὑπάρχουν. Ὁ καθένας εἶναι κλεισμένος στὸν ἑαυτό του καὶ ἀμύνεται γιὰ τὰ δικαιώματά τουἀκόμα καὶ οἱ σύζυγοι, ὅταν οἱ γυναῖκες ὁμιλοῦν γιὰ ἐξίσωση, ἀκόμα καὶ τὰ παιδιὰ μέσα στὸ σπίτι, ὅταν κι αὐτὰ ἔμαθαν σὲ κάθε συμβουλὴ τῶν γονέων τους νὰ προβάλλουν τὴ διαμαρτυρία τῆς καταπίεσης.

Δὲν βοηθάει λοιπὸν τὸ κλίμα γιὰ νὰ ὁμιλήσουμε σήμερα γιὰ τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, ποὺ εἶναι τὸ ὄργανο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου, τὸ σημεῖο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ κι «σύνδεσμος τῆς τελειότητος» μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους σήμερα μπορεῖ νὰ εἶναι σταυροφόροι, νὰ φαίνωνται καὶ νὰ λέγωνται χριστιανοί, μὰ πολὺ λίγοι δέχονται νὰ εἶναι σταυρωμένοι. Γιατὶ χριστιανὸς θὰ πῆ σταυρωμένος ἄνθρωπος μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἔτσι καθὼς τὸ ζοῦσε καὶ τὸ ἔγραφε ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «Χριστῷ συνεσταύρωμαι...». Χριστιανὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ζῆ μὲ τὴν προσδοκία τῆς Ἀνάστασης καὶ πορεύεται πρὸς τὴν Ἀνάσταση, σηκώνοντας τὸ Σταυρό του, μὲ τὴ βαθειὰ πίστη πὼς ἡ Ἀνάσταση ἔρχεται μόνο μετὰ τὸ θάνατο στὸ Σταυρό. Ἀλλὰ βέβαια ὅλα αὐτὰ κινδυνεύουν νὰ εἶναι φιλολογία στὴ σημερινὴ ἑορτή, ὅταν εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ τὸ Σταυρό. Καὶ δὲν ὑπάρχει, ἀλήθεια, χειρότερο παρὰ τὸ κήρυγμα νὰ καταντᾶ φιλολογία. Γιατὶ τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πάντα ὁμολογία τῆς πίστεως, λόγος ἐμπράγματος «ἐν εἰλικρινείᾳ συνειδήσεως»3. Πῶς θὰ μποροῦσαν νὰ μᾶς πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι, ὅταν κηρύττωμε τὸ λόγο, ὁμιλοῦμε «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας»4; Ὅσο λιγώτερο ρητορεύομε, ὅσο λιγώτερο παραθέτομε λογικὲς ἀποδείξεις καὶ διαλεκτικὰ ἐπιχειρήματα. Ἡ ρητορεία καὶ ἡ διαλεκτικὴ εἶναι ὁ χειρότερος τρόπος τοῦ κηρύγματος, γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν θέλει δικηγόρους τῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ ὁμολογητές· οἱ ὁμολογητὲς σηκώνουν τὸ σταυρό τους καὶ σιωποῦν. Ἡ σημερινὴ ἑορτὴ εἶναι μιὰ ἑορτὴ χαρμόσυνη μαζὶ καὶ πένθιμη· μιὰ ἡμέρα σὰν τὴ Μεγ. Παρασκευή, ὅπου οἱ χριστιανοὶ ἑορτάζομε τὴ νίκη τοῦ Σταυροῦ, μὰ καὶ πενθοῦμε καὶ νηστεύομε στὴ μνήμη, ὅτι οἱ ἄνθρωποι διέπραξαν τὸ μεγάλο καὶ ἀνήκουστο ἔγκλημα, νὰ καταδικάσουν σὲ θάνατο καὶ νὰ σταυρώσουν τὸ Θεό. Ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ ἀκρότατο σημεῖο καὶ τὸ ἀνερμήνευτο μυστήριο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ γεννήθηκε, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πορεύεται γιὰ νὰ φτάση στὸ Σταυρὸ καὶ γιὰ νὰ πέραση ἀπὸ τὸ σταυρὸ στὴν Ἀνάσταση. Καὶ ὁμιλεῖ γιὰ ἕνα σταυρό, ποὺ πρέπει νὰ σηκώση κάθε δικός του, ἂν θέλη στ’ ἀλήθεια νὰ ἀκολουθῆ στὰ ἴχνη τὰ δικά του.

Μὰ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ρωτήσουμε. Ποῦ συναντᾶται τὸ Εὐαγγέλιο μὲ τὴ νοοτροπία τῶν ἀνθρώπων τοῦ καιροῦ μας; Πῶς ἀκούει ὁ κόσμος σήμερα, ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ πῶς ἀκοῦμε τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴν ὁμολογία τοῦ Σταυροῦ; Δὲν προέχει, ἀλλὰ καὶ δὲν μᾶς μένει ἄλλο παρὰ νὰ προσευχώμαστεσὲ κείνους ποὺ πιστεύουν νὰ δίνη ὁ Θεὸς ὑπομονή, καὶ κείνους ποὺ χάνονται στὴ θάλασσα τοῦ κόσμου νὰ τοὺς ὁδηγήση γιὰ νὰ βροῦν τὴ σωτηρία τους μέσα στὴν Ἐκκλησία.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν θέλησε ποτὲ νὰ ξεγελάση ἢ νὰ βιάση τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ κάμη ὀπαδούς. Τοὺς καλεῖ ὅλους καὶ τὸν ἀκολουθεῖ ὅποιος θέλειὅποιος εἶν’ ἕτοιμος νὰ σηκώση τὸ Σταυρό του καὶ νὰ σταυρωθῆ μαζί του. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ ὀπαδούς, ἀλλὰ θέλει πιστούς, κι ἂς εἶναι καὶ λίγοι. Οἱ ὀπαδοὶ εἶναι νὰ φωνάζουν στὸ δρόμο, οἱ πιστοὶ σηκώνουν τὸ σταυρό τους καὶ σιωποῦν.

Ἀλλὰ πῶς μποροῦμε τὸ κήρυγμα τοῦ Σταυροῦ νὰ τὸ ὡραιοποιήσουμε καὶ νὰ τὸ κάμωμε προσιτό; Ὄχι βέβαια μὲ τὴ ρητορεία οὔτε μὲ τὴ διαλεκτική. Ὁ Σταυρὸς εἶναι Σταυρὸς κι ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Χριστοῦ παραμένει γιὰ τὸ λογισμὸ τοῦ ἀνθρώπου ἄλυτο μυστήριο καὶ ἀνερμήνευτο θαῦμα. Μόνο μὲ τὴν πίστη μποροῦμε νὰ πλησιάσουμε τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, κι εἶναι ἀξιομνημόνευτα ἐδῶ τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: «Ὅταν, λέγει,τὸ τοῦ λόγου δυνατὸν προβαλλώμεθα, τὸ πιστεύειν ἀφέντες, καὶ τὸ τοῦ Πνεύματος ἀξιόπιστον ταῖς συζητήσεσι λύσωμεν, εἶτα ἡττηθῇ τοῦ μεγέθους τῶν πραγμάτων ὁ λόγος, ἡττηθήσεται δὲ πάντως, ἀπὸ ἀσθενοῦς ὀργάνου τῆς ἡμετέρας διανοίας ὁρμώμενοςτί γίνεται; Τὸ ἀσθενὲς τοῦ λόγου τοῦ μυστηρίου φαίνεταικαὶ οὔτε κένωσις τοῦ σταυροῦ τὸ τοῦ λόγου κομψὸν ἀναδείκνυται... ἡ γὰρ πίστις τοῦ καθ’ ἡμᾶς λόγου πλήρωσις»5. Ἀνάγκη πάσα νὰ μεταφέρωμε στὴ γλώσσα μας τὰ βαρυσήμαντα αὐτὰ λόγια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, ποὺ ἰσχύουν γιὰ κάθε περίπτωση, ποὺ τολμᾶμε νὰ ἑρμηνέψουμε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν, λέγει, ἀφήνωμε τὴν πίστη καὶ προτάσσουμε τὴ δύναμη τοῦ λόγου, καὶ μὲ τὴ διαλεκτικὴ καταργήσουμε τὴν ἀξιοπιστία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κι ὕστερα ἡττηθῆ ὁ λόγος, ἀπὸ τὸ μέγεθος τῶν πραγμάτων, καὶ θὰ ἡττηθῆ ὁπωσδήποτε, ὅταν ξεκινάη καὶ βασίζεται στὸ ἀδύνατο ὄργανο τῆς λογικῆς μας, τότε τί γίνεται; Ἡ ἀδυναμία τοῦ λόγου φαίνεται ἀδυναμία τοῦ μυστηρίου, κι ἔτσι ἡ τέχνη τοῦ λόγου γίνεται αἰτία νὰ χάση τὴν ἀξία του καὶ τὸ θεῖο περιεχόμενό του ὁ σταυρός. Γιατὶ ἡ πίστη εἶναι ποὺ συμπληρώνει καὶ στηρίζει τὸν ἀνθρώπινο λόγο. Αὐτὸ καὶ μένα σήμερα μὲ φέρνει σὲ πολὺ δύσκολη θέση. Δὲν εἶμαι σίγουρος κι ἐγὼ ποὺ σᾶς ὁμιλῶ πόσο πιστεύω, καὶ δὲν ξέρω καὶ σεῖς ποὺ μὲ ἀκοῦτε πόσο πιστεύετε. Πῶς λοιπὸν νὰ σᾶς πῶ καὶ πῶς νὰ σᾶς πείσω πὼς κι ἐγὼ σηκώνω τὸ σταυρό μου; Πῶς νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ; Καὶ πῶς τὸ λόγο σήμερα γιὰ τὸ Σταυρὸ νὰ τὸν κάμω καλοδεχούμενο;

Ὅσο κι ἂν ὀμορφήνωμε ρητορικὰ τὸ λόγο καὶ τὸν στηρίξουμε διαλεκτικά, ὁ Σταυρὸς παραμένει τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ δράμα τὸ δικό μας, τὸ ματωμένο ξύλο, τὸ θανατικὸ ὄργανο, τὸ σύμβολο τοῦ χρέους, τῆς αὐταπάρνησης καὶ τῆς θυσίας. Δὲν κερδίζω τίποτε καὶ δὲν κερδίζομε ὅλοι μας νὰ θέλωμε νὰ παρουσιάσουμε τὸ κήρυγμα τοῦ Σταυροῦ γιὰ εὔκολο πράγμα. Τὸ πιὸ προσωπικὰ ὑπεύθυνο καὶ ἡ πιὸ ἀξιόπιστη μαρτυρία τῆς πίστεως εἶναι νὰ σηκώνης μὲ συνέπεια τὸ σταυρό σου καὶ νὰ πεθαίνης γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο«ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου»6. Νὰ πεθαίνης, ὄχι γιὰ νὰ ὠφεληθῆ ὁ Χριστός, ἀλλὰ γιὰ νὰ ζήσης ἐσύ. Αὐτὴ εἶναι ἄλλη μιὰ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ὀπαδοῦ καὶ τοῦ πιστοῦ. Ὁ ὀπαδὸς φωνάζει καὶ σκοτώνεται γιὰ κάποια ἰδεολογία καὶ γιὰ τὸν ἀθέατο ἀρχηγό τουὁ πιστὸς σηκώνει τὸ σταυρό του κι ἀκολουθεῖ τὸ Χριστὸ γιὰ τὴ σωτηρία του. Γιατὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία...».

Ἐπιθυμῶ νὰ κλείσω τὴ σημερινὴ ὁμιλία μὲ τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι’ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγῶ τῷ κόσμῳ»8· ἐγὼ νὰ μὴ γίνει ποτὲ νὰ καυχηθῶ παρὰ μόνο γιὰ τὸ σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦμὲ τὴ δύναμη τοῦ σταυροῦ, γιὰ μένα ὁ κόσμος εἶναι σταυρωμένος κι ἐγὼ εἶμαι σταυρωμένος γιὰ τὸν κόσμο. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο θὰ πῆ πὼς ὁ κόσμος γιὰ μένα δὲν ὑπάρχει κι ἐγὼ δὲν ὑπάρχω γιὰ τὸν κόσμο. Αὐτὰ εἶναι λόγια καὶ μαρτυρία, ποὺ δὲν τὴ δίνει ὁ καθένας.Μὰ ὁ Παῦλος εἶναι ὁ ἄνθρωπος κι ὁ Ἀπόστολος μὲ τὸ ρωμαλέο φρόνημα, ποὺ δὲν γελιέται μήτε πάει νὰ ξεγελάση τοὺς ἄλλους. Τὰ λόγια του εἶναι λόγια μιᾶς ἀπόλυτης εἰλικρίνειας, ποὺ τὴν ἔχουν μόνο οἱ ἀληθινοὶ πνευματικοὶ ἀρχηγοίεἶναι λόγια μιᾶς ἠθικῆς συνέπειας, ποὺ εἶναι τὸ γνώρισμα τῶν ἀληθινὰ τίμιων ἀνθρώπωνεἶναι λόγια καὶ μαρτυρία ὅσων, ποὺ ζοῦν καὶ ἀναπνέουν στὸ ζωογόνο πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου.Οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν εἰλικρίνεια καὶ τὴν συνέπεια αὐτή, ὅλα σὲ ὅσα οἱ ἄλλοι σκαλώνουν, «εἴτε ἀληθείᾳ εἴτε προφάσει», τὰ ἀφήνουν πίσω κι ἕνα μόνο βλέπουν, τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου. Ὁ Σταυρὸς εἶναι τὸ μυστήριο τῆς πίστεως καὶ ἡ δύναμη τῆς Ἐκκλησίαςκι οἱ ἀληθινοὶ χριστιανοὶ ἕνα ξέρουν, τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν καινὴ κτίση. Αὐτὴ ἡ «καινὴ κτίσις», ἡ καινούργια δημιουργία, εἶναι ὁ κόσμος τῆς Ἐκκλησίας, ἕνας κόσμος πού, περνώντας ἀπὸ τὴ θλίψη τοῦ Σταυροῦ, καθαίρεται καὶ κάθε μέρα ἀνασταίνεται καὶ μεταμορφώνεται, γιὰ νὰ περάση ἀπὸ τὴ θνητότητα στὴν ἀθανασία κι ἀπὸ τὴ φθορὰ στὴν ἀφθαρσία. Ἀμήν.
Πηγή: Αντίφωνο

Τηλεόραση, τάμπλετ, κινητό: Πότε πρέπει να μπαίνει φρένο στο παιδί;

Η τηλεόραση εδώ και πολλές δεκαετίες και πιο πρόσφατα τα «έξυπνα» κινητά τηλέφωνα και τα τάμπλετ, καθώς και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έχουν κατακλύσει την καθημερινότητα και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής ενηλίκων και παιδιών.

 Οι αρνητικές επιδράσεις της υπερβολικής ενασχόλησης με την «οθόνη» αφορούν διάφορες πτυχές της ζωής των παιδιών, τόσο της σωματικής όσο και της ψυχικής του υγείας, όπως το υπερβάλλον βάρος, η χαμηλή σωματική δραστηριότητα, η έλλειψη ύπνου, τα μαθησιακά προβλήματα και η επιθετικότητα. Είναι συνεπώς, εξαιρετικής σημασίας να υπάρχουν κάποια όρια στη χρήση των ηλεκτρονικών μέσων.

 Αυτές είναι μερικές χρήσιμες συμβουλές, που μπορούν να βοηθήσουν τους γονείς:

 Βασικός κανόνας είναι να μην υπάρχει κανένα είδος οθόνης στο υπνοδωμάτιο των παιδιών. Και ενώ για την τηλεόραση ίσως να είναι πιο διαχειρίσιμο, μία λύση για τις υπόλοιπες μικρές ηλεκτρονικές συσκευές μπορεί να είναι το να φορτίζονται κάθε βράδυ, όλες μαζί, σε ξεχωριστό δωμάτιο.

 Βάσει και των συστάσεων της Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιάτρων, ο χρόνος που θα πρέπει ένα παιδί να αφιερώνει μπροστά από μία οθόνη δεν θα πρέπει να ξεπερνάει συνολικά τις δύο ώρες ημερησίως. Ειδικότερα για τα παιδιά κάτω των 2 ετών συστήνεται η μηδενική έκθεση στην τηλεόραση και τις άλλες οθόνες και η εκμετάλλευση του χρόνου για παιχνίδι-φυσική δραστηριότητα και άλλες δημιουργικές ασχολίες. Έχει ενδιαφέρον να αναφερθεί, ότι ο χρόνος που περνάει ένα παιδί σε αυτές τις μικρές ηλικίες στην τηλεόραση, φαίνεται να επηρεάζει την προσοχή που δίνει αργότερα στα μαθήματα στο σχολείο, καθώς έχοντας μάθει στη γρήγορη εναλλαγή εικόνων αδυνατεί να συγκεντρωθεί στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα που απαιτεί η διδασκαλία.

 Πέρα από την «ποσότητα» της έκθεσης, σημασία έχει και η «ποιότητα». Οι γονείς καλούνται να «εκπαιδεύσουν» τα παιδιά τους ως τηλεθεατές, παρακολουθώντας από κοινού τηλεοπτικά προγράμματα και σχολιάζοντας κριτικά στοιχεία και αξίες που προβάλλονται από αυτά.

 Οι γονείς θα πρέπει να είναι αυστηροί σε σχέση με θέματα ακατάλληλα για την ηλικία των παιδιών, τα οποία όμως, προβάλλονται κατά κόρον σε διάφορες τηλεοπτικές ζώνες. Η σήμανση των προγραμμάτων ανάλογα με την ηλικία μπορεί να αποδειχτεί ένα χρήσιμο εργαλείο.

 Σε ότι αφορά τον χρόνο τον οποίο τα παιδιά αφιερώνουν «σερφάροντας» στο διαδίκτυο, το οποίο αδιαμφισβήτητα και είναι απαραίτητο και χρήσιμο εργαλείο, αλλά παράλληλα εγκυμονεί και κινδύνους, συστήνεται καταρχάς η τοποθέτηση του υπολογιστή σε ένα εμφανές σημείο στο σπίτι. Με τον τρόπο αυτό, οι γονείς θα μπορούν να ελέγχουν διακριτικά το χρόνο που περνάει το παιδί τους «σερφάροντας», καθώς και το είδος των ιστοσελίδων τις οποίες επισκέπτεται.

 Τέλος, σε ότι έχει να κάνει με τον χρόνο που περνάνε καθώς και με τις κινήσεις των παιδιών τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (βλ. facebook, twitter), οι γονείς καλούνται να εξοικειωθούν και οι ίδιοι με αυτά και γιατί όχι να γίνουν ηλεκτρονικοί «φίλοι» με τα παιδιά τους. Επισημαίνεται ότι τα παιδιά που δεν έχουν φτάσει στην εφηβεία δεν θα πρέπει να διατηρούν τέτοιου είδους λογαριασμούς.

 Κλείνοντας, η χρήση των ηλεκτρονικών συσκευών είναι πια ένα αναγκαίο και αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Όμως, το πόσο και πώς θα διαχειριστούμε αυτή τη χρήση καθορίζει και το αν θα «προσλάβουμε» περισσότερο τα θετικά ή τα αρνητικά τους στοιχεία. Όπως και με κάθε θέμα για την εξασφάλιση της ισορροπίας, ισχύει ο κανόνας του «παν μέτρον άριστον», πόσο μάλλον όταν πρόκειται για την καλύτερη οχύρωση των παιδιών.
Πηγή:diakonima.gr

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2016

Ουκ εχρησάμεθα τη εξουσία ταύτη... (π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός)

Ο πολιτισμός μας σήμερα είναι των δικαιωμάτων. Κι ας καταπατούνται εμφανώς τόσο σε κοινωνικό επίπεδο, όσο και σε προσωπικό (ιδίως με τη βοήθεια της τεχνολογίας, που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να αισθάνεται ελεύθερος πουθενά, καθώς του δίνει τα εργαλεία με αντάλλαγμα την παρακολούθησή του από το ηλεκτρονικό σύστημα). Ο άνθρωπος θεωρεί ότι δικαιούται εκτός από τις ατομικές ελευθερίες και τη δυνατότητα επιλογής στη ζωή του για τις κύριες κατευθύνσεις της (εργασία, διαπροσωπικές σχέσεις), να κάνει πράξη το θέλημά του. Να πορεύεται κατά τις επιθυμίες του. Σταθμίζει μάλιστα το τι του επιτρέπεται σε συνδυασμό με τι τον ευχαριστεί και θέτει ως κέντρο της ζωή του το εγώ του, τον εαυτό του. Η αναφορικότητά του δεν είναι οι άλλοι, αλλά ζητά από τους άλλους να αναφέρονται σ’  αυτόν, να σκέπτονται όπως θέλει ο ίδιος, να πράττουν όπως θέλει ο ίδιος, να αποδέχονται και αν απορρίπτουν αυτούς που αποδέχεται και απορρίπτει. Γι’  αυτό και ολόκληρο το σύστημα του πολιτισμού μας ενισχύει το ανθρώπινο θέλημα. Το καθιστά πρωταγωνιστή. Το καλλιεργεί με τη διαφήμιση και τα προϊόντα και τις τεχνητές ανάγκες. Και το συνδέει με την εξουσία του ανθρώπου στον εαυτό του και στους άλλους. Διότι δικαιούμαι σημαίνει ότι έχω την εξουσία δια του θελήματός μου να οικειοποιηθώ  αυτό που ζητώ.

Το δικαίωμα, η εξουσία και το θέλημα υπάρχουν και στην πνευματική ζωή. Οι χριστιανοί δικαιούμαστε τη σωτηρία. Δικαιούμαστε να είμαστε παιδιά του Θεού. Δικαιούμαστε την αγάπη και τη στοργή της Εκκλησίας. Δικαιούμαστε κάποτε να απολαμβάνουμε και υλικά αγαθά και αναγνώριση από τους άλλους για την πνευματική μας προσπάθεια, για τους κόπους μας γι’  αυτούς, για τα χαρίσματα που τα αξιοποιούμε προς όφελός τους. Και κάποτε, ιδίως οι πνευματικοί ταγοί, οι επίσκοποι, οι κληρικοί, οι μοναχοί, έχουν από την Εκκλησία το εξουσιαστικό προνόμιο, αυτό που δικαιούνται, να απολαμβάνουν. Μπορεί στην εποχή μας αυτή η εξουσία να αντιμετωπίζεται απο τους εκτός Εκκλησίας με όρους ειρωνείας και από κάποιους, εντός Εκκλησίας, με σκεπτικισμό. Όμως έχει δοθεί, από τα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης ακόμα,  στους εργάτες του Ευαγγελίου  το προνόμιο της άσκησής της. Και ο άνθρωπος της εξουσίας και του δικαιώματος καλλιεργεί με αυτό τον τρόπο το θέλημα του. Ακόμη κι αν μία από τις εντολές της πίστης είναι η εκκοπή του θελήματος, σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα των ταγών, υπάρχει ελευθερία.  Κι αυτό διότι είναι ένας συμβολικός και συνάμα ουσιαστικός τρόπος πραγμάτωσης μιας ιεράρχησης ρόλων και διακονιών στη ζωή της Εκκλησίας, που δίδονται όμως ή θα έπρεπε να δίδονται κατά τα χαρίσματα των ανθρώπων.

Υπάρχει όμως και μία διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα αυτό. Είναι ο τρόπος του αποστόλου Παύλου. Απευθυνόμενος στους Κορινθίους περιγράφει τα δικαιώματά του στη ζωή της Εκκλησίας, τι του δίδεται από την παράδοση, αυτονόητα στοιχεία τα οποία κανονικά ουδείς έπρεπε να τα αμφισβητεί, από τη στιγμή που ήταν Απόστολος και ιδρυτής της εκκλησίας της Κορίνθου. Τέτοια δικαιώματα ήταν η καθημερινή διατροφή, το να έχει σύζυγο, το να μην εργάζεται χειρωνακτικά, αλλά να λαμβάνει τα προς το ζην από τη χριστιανική κοινότητα, το να μην ξοδεύει τα όσα προσποριζόταν από την εργασία του (του σκηνοποιού) για το ιεραποστολικό έργο. Τα σαρκικά έργα, τα έργα της καθημερινότητας, όφειλε η κοινότητα των Κορινθίων να του τα εξασφαλίσει. «Ουκ εχρησάμεθα τη εξουσία ταύτη, αλλά πάντα στέγομεν, ίνα μη εγκοπήν τινά δώμεν τω ευαγγελίω του Χριστού», αναφωνεί ο Παύλος (Α’  Κορ. 9, 12). «Εμείς όμως δεν κάναμε χρήση του δικαιώματος αυτού, αλλά υπομένουμε κάθε στέρηση, για να μη δημιουργήσουμε κανένα εμπόδιο στη διάδοση του Ευαγγελίου του Χριστού».  Κι έτσι ο Παύλος με μία άρνηση - «ουκ εχρησάμεθα»- περιγράφει την παραίτησή του από το δικαίωμα και την εξουσία και την μετατροπή του θελήματός του σε αγάπη για τον Χριστό και το Ευαγγέλιο, αλλά και σε απόφαση να μην είναι ο ίδιος και τα δικαιώματά του προσκόμματα στην πορεία των ανθρώπων για σωτηρία.

Ο Παύλος είναι γνώστης της μεμψιμοιρίας των Κορινθίων χριστιανών.  Δεν τη συμμερίζεται. Απαντά με επιχειρήματα σ’  αυτήν. Την αντιμετωπίζει όμως και με τον τρόπο του αναπάντεχου. Παραιτείται από αυτό που δικαιούται. Δεν το κάνει για να τους δείξει ότι είναι άγιος. Για να τον επιδοκιμάσουν. Τους δείχνει όμως ότι δεν έχουν πλέον καμία δικαιολογία για να μην αποδεχτούν τον τρόπο του Ευαγγελίου, αλλά και εισέρχεται στην καρδιά τους. Τους απογυμνώνει από την φλυαρία της κατάκρισης. Τους υποδεικνύει ότι ασχολούνται με μάταια θέματα. Παραβλέπουν την παράδοση και την αλήθεια που η πίστη διασώζει. Δε σέβονται την ιεράρχηση των προσώπων, αλλά και τη διακονία τους στην Εκκλησία. Και αφήνουν τους λογισμούς τους να  ταλαιπωρούνε την ύπαρξή τους με θέματα ανούσια, όπως το ποιος δικαιούται και τι , ποιος πρέπει να εξουσιάζει και γιατί. Ο χριστιανός δεν εκλήθη εντός της Εκκλησίας να ασχολείται με τα δικαιώματα. Εκλήθη να πίνει το ποτήριο του Χριστού, δηλαδή να σηκώνει σταυρούς και να βοηθά τους άλλους να σηκώσουν τους δικούς τους. Εκλήθη να αγαπά. Εκλήθη ακόμη να υπερβαίνει τον εαυτό του. Να παραιτείται και από τα δικαιώματά του αν χρειαστεί. Επειδή αγαπά. Επειδή θέλει να μοιάσει στον Χριστό.

Ο τρόπος του Παύλου είναι ο τρόπος της αληθινής αγάπης. Είναι αυτός που δεν νικιέται από το πνεύμα της εξουσίας και την ίδια στιγμή αφήνει στην άκρη το θέλημα. Μπορώ και δικαιούμαι να μη σου μιλήσω, να μη σε συγχωρήσω, να σε απορρίψω. Μπορώ και δικαιούμαι να σε χρησιμοποιήσω. Μπορώ και δικαιούμαι να  πάρω από σένα ό,τι μου χρειάζεται για τα «σαρκικά», τα καθημερινά μου έργα. Γνωρίζω και θα σε βοηθήσω να βρεις τον πνευματικό σου βηματισμό. Όμως ξέρω ότι το θέλημά σου και ο λογισμός σου με αμφισβητούν. Και γίνεται το δικαίωμά μου πρόσκομμα στη σωτηρία σου. Αντί να κοιτάζεις την πνευματική σου πρόοδο, να βλέπεις τον εαυτό σου, ασχολείσαι με μένα και για το αν δικαιούμαι αυτό που μου προσφέρεις υποχρεωτικά. Έτσι, επειδή σε αγαπώ,  παραιτούμαι από αυτό που μου προσφέρεις. Παραιτούμαι από την εξουσία μου.  Και σε αφήνω να ξαναδείς την πορεία σου χωρίς προσκόμματα από εμένα. Ο Παύλος, μη κάνοντας χρήση της εξουσίας του, αφήνει τους Κορινθίους και κάθε χριστιανό ενώπιον του θελήματός τους. Ενώπιον της έλλειψης αγάπης. Ενώπιον της ευθύνης τους να δούνε την δική τους σχέση με τον Χριστό και όχι να δικαιολογούνε τους εαυτούς τους κατακρίνοντας τους πνευματικούς τους πατέρες. Ξέρει ότι οι Κορίνθιοι δεν έχουν δίκιο. Τους νουθετεί  και τους αφήνει ελεύθερους να αποφασίσουν τελικά τι έχει σημασία για τη ζωή τους. Η ισότητα των δικαιωμάτων στα σαρκικά ή η αγάπη που κάνει τον άνθρωπο να αναπνέει πνευματικά και αιώνια. Και γίνεται ο τρόπος του Παύλου ένα μήνυμα για την εποχή και τον κόσμο μας. Δεν αρνούμαστε τα δικαιώματα. Την εξουσία. Το θέλημα. Προκρίνουμε όμως την αγάπη. Τον προσωπικό κόπο. Την απόφαση να μη γίνεται ό,τι δικαιούμαστε εμπόδιο για τους άλλους. Κι ας κουραστούμε παραπάνω.  Η χάρις του Θεού υπάρχει και κάνει γλυκιά την κούραση. Γλυκιά την μακροθυμία. Γλυκιά την αληθινή ελευθερία από κάθε εξάρτηση, κάθε ανάγκη, πραγματική και τεχνητή. Ακόμη και από ό,τι αισθανόμαστε ότι μας ανήκει. Κι εδώ βρίσκεται ο ύστερος και ωραιότερος δρόμος και τρόπος της Εκκλησίας, που οδηγεί σε έναν αλλιώτικο κόσμο.
Πηγή: συν-οδοιπορία

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Λόγος για το facebook (πολύ έξυπνα)

Όλοι έχουν τρελλαθεί με τους λογαριασμούς στο FaceBook. Φωτογραφίες, αναρτήσεις, like, dislike, φωτογραφίες και πάλι φωτογραφίες, βίντεο και ένα ατέλειωτος δρόμος γράψε σβήσε.

Όλοι συναγωνίζονται στο να κάνουν περισσότερος φίλους. Αυξάνει κάθε μέρα η διαδικτυακή φιλία (εικονική) και καταργήθηκε η πραγματική φιλία.

Τελικά μας κατάφεραν (ποιές άραγε σκοτεινές δυνάμεις;) να τα βγάλουμε όλα στη φόρα, να "ξεβρακωθούμε" (πολλές φορές και κυριολεκτικά).

Το εκμεταλλεύονται οι άντρες, οι γυναίκες τα παιδιά. το εκμεταλλεύονται τα κόμματα, οι υπηρεσίες (μυστικές και μη), οι εργοδότες και "κάθε πικραμμένος"που ψάχνει για αναγνώριση ή για πληροφορίες.

Ο καθένας βγάζει τα "μέσα" του και τα "έξω" του στο παζάρι των κοινωνικών μέσων διαδικτύωσης (facebook, twiter, instagramm κ.ά).  Που πήγαν, ποιόν είδαν, με ποιον έφαγαν, με ποιον χόρεψαν, με ποιον .... Και αντίστοιχα (όχι αναγκαία με ποιάν ή και αντιστρόφως). Άλλοι ποστάρουν το αυτοκίνητό τους, το παιδί τους, τη γυναίκα τους, το σπίτι τους, μέχρι και την τουαλέτα του σπιτιού τους. Γιατί άραγε; Ξέρουν τί κάνουν; Ξέρουν τί επιδιώκουν; Ένα είναι γεγονός: υπάρχει ασύληπτος όγκος πληροφοριών σε κοινή χρήση. Γιατί άραγε; Καλά έγραφαν παλαιότερα οι "αναρχικοί" στους τοίχους εποχή ματαίων επιδόσεων". Δυστυχώς τώρα το χρησιμοποιούν και οι ..."αναρχικοί".

Η χαρά του κόσμου και του υποκόσμου είναι απέραντη. Μαθαίνουν πληροφορίες που ποτέ άλλοτε δεν θα μπορούσαν να έχουν στη διάθεσή τους. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα ένα πλήθος ανθρώπων διαμαρτύρεται γι' αυτό το ξεγύμνωμα στο διαδίκτυο. Άλλοι καυτηριάζουν το θέμα στις συζητήσεις, άλλοι στην τηλεόραση, άλλοι στα περιοδικά και στις εφημερίδες, άλλοι στο διαδίκτυο και αλλού. Κάποιες παρουσιάσεις είναι πολύ έξυπνες. Σήμερα σας παρουσιάζουμε μια έξυπνη κριτική με μια φωτογραφία. Είναι η φωτογραφία που βρίσκεται στην κορυφή της ανάρτησης και αφορά τη φιλία μέσω Facebook.

Πηγή: Ενόριον

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Είναι επικίνδυνα τα κινούμενα σχέδια;

Σύμφωνα με νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Pediatrics».

οι γρήγορες εναλλαγές εικόνων επιβαρύνουν τους εγκεφάλους των παιδιών, ενώ τα  κινούμενα σχέδια επηρεάζουν την ικανότητα συγκέντρωσης και επίλυσης απλών ασκήσεων των νήπιων και επηρεάζουν αρνητικά και τη βραχυπρόθεσμη μνήμη τους. Σύμφωνα με την Dr Angeline Lillard του Πανεπιστημίου Virginia των ΗΠΑ και υπεύθυνη της έρευνας, τα τετράχρονα που παρακολουθούν κινούμενα σχέδια, όπου οι εναλλαγές των εικόνων γίνονται πολύ γρήγορα, αποδίδουνν χειρότερα σε διάφορα τεστ συγκριτικά με αυτά που δεν παρακολουθούν. Όπως υποστηρίζει η Lillard, η παρακολούθηση κινουμένων σχεδίων επιβαρύνει τους εγκεφάλους των μικρών παιδιών, ειδικά το τμήμα εκείνο που «ελέγχει» τη συμπεριφορά και τη θέσπιση στόχων, τη μνήμη καθώς επίσης και την ικανοποίηση που αισθάνονται. Η Dr Angeline Lillard δήλωσε ότι παρόλο που η δική της μελέτη έδειξε ότι τα παιδιά απέδιδαν χειρότερα αμέσως μετά την προβολή και παρακολούθηση κινουμένων σχεδίων, τα ευρήματά της υποστηρίζουν άλλες μελέτες που έχουν αποδείξει ότι υπάρχουν και μακροπρόθεσμες συνέπειες. «Τα αποτελέσματά μας είναι συνεπή με άλλες έρευνες που δείχνουν ότι υπάρχουν μακροπρόθεσμες αρνητικές συσχετίσεις μεταξύ της τηλεοπτικής ψυχαγωγίας και της προσοχής που επιδεικνύουν τα μικρά παιδιά» εξήγησε η ίδια. «Δεδομένης της δημοτικότητας ορισμένων τηλεοπτικών προγραμμάτων σε αυτές τις ηλικίες, είναι σημαντικό οι γονείς να είναι ενήμεροι ότι ενδέχεται να επηρεαστεί η ικανότητα των παιδιών τους και η εκτελεστική τους λειτουργία, τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα αμέσως μετά την παρακολούθησή τους» Στην έρευνα συμμετείχαν  παιδιά ηλικίας 4 ετών, τα οποία χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες:  Η πρώτη ομάδα παρακολούθησε εννιά λεπτά από το δημοφιλές αμερικανικό καρτούν «Μπομπ ο Σφουγγαράκης», στο οποίο οι εικόνες αλλάζουν κατά μέσο όρο κάθε 11 δευτερόλεπτα.

Η δεύτερη ομάδα παρακολούθησε ένα επιμορφωτικό βίντεο κινουμένων σχεδίων ίδιας διάρκειας, με τις εναλλαγές των εικόνων να γίνονται κάθε 34 δευτερόλεπτα, ενώ στην τρίτη ομάδα δόθηκαν μπογιές και χαρτιά και τους ζητήθηκε να ζωγραφίσουν.

 Στη συνέχεια τα παιδιά κλήθηκαν να συμπληρώσουν κάποια τεστ.

Η πρώτη ομάδα κλήθηκε να λύσει ένα «πρόβλημα» στο οποίο έπρεπε να βρουν με ποιο τρόπο θα μεταφέρουν μια στοίβα δίσκων διαφόρων μεγεθών από ένα πάσαλο σε έναν άλλο, μέσω ενός τρίτου, χωρίς όμως να μπορούν να τοποθετήσουν τους μεγαλύτερους δίσκους πάνω από τους μικρότερους.

Η δεύτερη ομάδα έπρεπε κάθε φορά που τους έλεγαν να αγγίξουν τα πόδια τους να αγγίζουν το κεφάλι τους και αντίστροφα. Στη συνέχεια τους έδειξαν δύο δίσκους, ο ένας εκ των οποίων είχε επάνω δύο γλυκά και ο άλλος δέκα και τους είπαν ότι αν περίμεναν να επιστρέψει ο ενήλικας που έκανε το τεστ θα μπορούσαν να πάρουν και τα δέκα γλυκά, διαφορετικά μπορούσαν να χτυπήσουν ένα κουδούνι οποιαδήποτε στιγμή και τότε θα μπορούσαν να πάρουν τα δύο γλυκά. Τέλος, τους δόθηκαν λίστες με αριθμούς και τους ζητήθηκε να τους επαναλάβουν αντίστροφα.

Η ομάδα των παιδιών που παρακολούθησε τον «Μπομπ Σφουγγαράκη» απέδωσαν τα μισά συγκριτικά με αυτά της δεύτερης ομάδας που παρακολούθησαν το επιμορφωτικό κινούμενο σχέδιο, τα οποία με τη σειρά τους απέδωσαν επίσης τα μισά σε σχέση με αυτά που δεν παρακολούθησαν κινούμενα σχέδια και απλά ζωγράφισαν.
Πηγή:www.imommy.gr