Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Η ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΖΩΗ Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου


Η ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΖΩΗ
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου

Οι υπόδικοι νεκροί

-Γέροντα, όταν πεθάνη ο άνθρωπος, συναισθάνεται αμέσως σε τι κατάσταση βρίσκεται;

Ναι, συνέρχεται και λέει «τι έκανα;», αλλα «φαϊντά γιόκ[1]», δηλαδή δεν οφελεί αυτό. Όπως ένας μεθυσμένος, αν σκοτώση λ.χ. την μάνα του, γελάει, τραγουδάει, επειδή δεν καταλαβαί­νει τι έκανε, και, όταν ξεμεθύση, κλαίει και οδύρεται και λέει «τι έκανα;», έτσι και όσοι σ' αυτήν την ζωή κάνουν αταξίες είναι σαν μεθυσμένοι. Δεν καταλα­βαίνουν τι κάνουν, δεν αισθάνονται την ενοχή τους. Όταν όμως πεθάνουν, τότε φεύγει αυτή η μέθη και συ­νέρχονται. Ανοίγουν τα μάτια της ψυχής τους και συ- ναισθάνονται την ενοχή τους, γιατί η ψυχή, όταν βγη από το σώμα, κινείται, βλέπει, αντιλαμβάνεται με μια ασύλληπτη ταχύτητα.

Μερικοί ρωτούν πότε θα γίνη η Δευτέρα Παρου­σία. Για τον άνθρωπο όμως που πεθαίνει γίνεται κατά κάποιον τρόπο η Δευτέρα Παρουσία, γιατί κρίνεται ανάλογα με την κατάσταση στην οποία τον βρίσκει ο θάνατος.

- Γέροντα, πως είναι οι κολασμένοι;

- Είναι υπόδικοι, φυλακισμένοι, που βασανίζονται ανάλογα με τις αμαρτίες που έκαναν και περιμένουν να γίνη η τελική δίκη, η μέλλουσα κρίση. Υπάρχουν βαρυποινίτες, υπάρχουν και υπόδικοι με ελαφρότερες ποινές.

- Και οι Άγιοι και ο ληστής[2];

- Οι Άγιοι και ο ληστής είναι στον Παράδεισο, άλλα δεν έχουν λάβει την τέλεια δόξα, όπως και οι υπόδικοι είναι στην κόλαση, άλλα δεν έχουν λάβει την τέλεια καταδίκη. Ο Θεός, ενώ έχει πει εδώ και τόσους αιώνες το «μετανοείτε ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών[3]», παρατείνει-παρατείνει τον χρόνο, επειδή περιμένει εμάς[4] να διορθωθούμε. Αλλά εμείς παραμένοντας στις κακομοιριές μας αδικούμε τους Αγίους, γιατί δεν μπορούν να λάβουν την τέλεια δόξα, την οποία θα λά­βουν μετά την μέλλουσα Κρίση.

Η προσευχή και τα μνημόσυνα για τους κεκοιμημένους[5]

- Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί μπορούν να προσεύ­χονται;

- Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρί­σκονται στον Άδη μόνον ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά, για να μετανοή­σουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μό­νοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περι­μένουν από μας βοήθεια. Γι' αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.

Μου λέει ο λογισμός ότι μόνον το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό, όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια. Γιατί, τί να τους κάνη ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει τον πατέ­ρα του. Ε, τι να το κάνη αυτό ο πατέρας του; Οι άλλοι όμως υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες τους. Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλα­δή ο Θεός μια ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνη η Δευτέρα Παρουσία. Και όπως σ' αυτήν την ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήση και να βοηθήση έναν υπόδικο, έτσι και αν είναι κανείς «φίλος» με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήση στον Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρη τους υπόδικους νεκρούς από την μια «φυλακή» σε άλλη καλύτερη, από το ένα «κρατητήριο» σε ένα άλλο καλύτερο. Η ακόμη μπορεί να τους μετα­φέρη και σε «δωμάτιο» η σε «διαμέρισμα».Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κ.λπ. που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για την ψυχή τους. Οι προ­σευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνη­μόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνη η τε­λική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχη πλέον δυνα­τότητα να βοηθηθούν.Ο Θεός θέλει να βοηθήση τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για την σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώση δικαίωμα στον διά­βολο να πη: «Πως τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε;». Όταν όμως εμείς προσευχώμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνη. Περισσό­τερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός, όταν κάνουμε προ­σευχή για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.

Γι' αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγό­ρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν την δυνα­τότητα και από την κόλαση να βγάλουν την ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβο για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα το σιτάρι. «Σπεί- ρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία»[6], λέει η Γρα­φή. Στον κόσμο μερικοί βαριούνται να βράσουν λίγο σιτάρι και πηγαίνουν στην εκκλησία σταφίδες, κουρα­μπιέδες, κουλουράκια, για να τα διαβάσουν οι ιερείς. Και βλέπεις, εκεί στο Άγιον Όρος κάτι γεροντάκια τα καημένα σε κάθε Θεία Λειτουργία κάνουν κόλλυβο και για τους κεκοιμημένους και για τον Άγιο που γιορ­τάζει, για να έχουν την ευλογία του.

- Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;

- Εμ, όταν μπαίνη καποιος στην φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο πολύ; Να κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, για να κάνη κάτι και γι' αυτούς ο Θεός. Ιδίως, όταν ξέρουμε ότι κάποιος ήταν σκληρός -θέλω να πω, ότι φαινόταν σκληρός, γιατί μπορεί να νομίζουμε ότι ήταν σκληρός, αλλά στην πραγματικότητα να μην ήταν- και είχε και αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε πολλή προ­σευχή, Θείες Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για την ψυχή του και να δίνουμε ελεημοσύνη[7] σε φτωχούς για την σωτηρία της ψυχής του, για να ευχηθούν οι φτωχοί «ν' αγιάσουν τα κόκκαλά του», ώστε να καμφθή ο Θεός και να τον ελεήση. Έτσι, ο,τι δεν έκανε εκείνος, το κά­νουμε εμείς γι' αυτόν. Ενώ ένας άνθρωπος που είχε καλωσύνη, ακόμη και αν η ζωή του δεν ήταν καλή, επειδή είχε καλή διάθεση, με λίγη προσευχή πολύ βοηθιέται.

Έχω υπ' όψιν μου γεγονότα που μαρτυρούν πόσο οι κεκοιμημένοι βοηθιούνται με την προσευχή πνευ­ματικών ανθρώπων. Κάποιος ήρθε στο Καλύβι και μου είπε με κλάματα: «Γέροντα, δεν έκανα προσευχή για κάποιον γνωστό μου κεκοιμημένο και μου παρουσιά­σθηκε στον ύπνο μου. «Είκοσι μέρες, μου είπε, έχεις να με βοηθήσης με ξέχασες και υποφέρω». Πράγματι, μου λέει, εδώ και είκοσι μέρες είχα ξεχασθή με διάφορες μέριμνες και ούτε για τον εαυτό μου δεν προσευχό­μουν».

- Όταν, Γέροντα, πεθάνη κάποιος και μας ζητήσουν να προσευχηθούμε γι' αυτόν, είναι καλό να κάνουμε κάθε μέρα ένα κομποσχοίνι μέχρι τα σαράντα;

- Άμα κάνης κομποσχοίνι γι' αυτόν, βάλε και άλλους κεκοιμημένους. Γιατί να πάη μια αμαξοστοιχία στον προορισμό της με έναν μόνον επιβάτη, ενώ χωράει και άλλους; Πόσοι κεκοιμημένοι έχουν άνάγκη οι καημέ­νοι και ζητούν βοήθεια και δεν έχουν κανέναν να προσευχηθή γι' αυτούς!

Μερικοί κάθε τόσο κάνουν μνημόσυνο μόνο για κάποιον δικό τους. Με αυτόν τον τρόπο δεν βοηθιέται ούτε ο δικός τους, γιατί η προσευχή τους δεν είναι τόσο ευάρεστη στον Θεό. Αφού τόσα μνημόσυνα έκαναν γι' αυτόν, ας κάνουν συγχρόνως και για τους ξένους.

- Γέροντα, με απασχολεί μερικές φορές η σωτηρία του πατέρα μου, γιατί δεν είχε καμμιά σχέση με την Εκκλησία.

- Δεν ξέρεις την κρίση του Θεού την τελευταία στιγ­μή. Πότε σε απασχολεί; Κάθε Σάββατο;

- Δεν έχω παρακολουθήσει, αλλά γιατί το Σάββατο;

- Γιατί αυτήν την ημέρα την δικαιούνται οι κεκοιμη­μένοι.

- Γέροντα, οι νεκροί που δεν έχουν ανθρώπους να προσεύχωνται γι' αυτούς βοηθιούνται από τις προσευ­χές εκείνων που προσεύχονται γενικά για τους κεκοιμημένους;

- Και βέβαια βοηθιούνται. Εγώ, όταν προσεύχομαι για όλους τους κεκοιμημένους, βλέπω στον ύπνο μου τους γονείς μου, γιατί αναπαύονται από την προσευχή που κάνω. Κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία, κάνω και γενικό μνημόσυνο για όλους τους κεκοιμημένους και εύχομαι για τους βασιλείς, για τους αρχιερείς κ.λπ. και στο τέλος λέω «και υπέρ ων τα ονόματα ουκ εμνημονεύθησαν». Αν καμμιά φορά δεν κάνω ευχή για τους κεκοιμημένους, παρουσιάζονται γνωστοί κεκοιμημένοι μπροστά μου. Έναν συγγενή μου, που είχε σκοτωθή στον πόλεμο, τον είδα ολόκληρο μπροστά μου μετά την Θεία Λειτουργία, την ώρα του μνημοσύνου, γιατί αυτόν δεν τον είχα ολόκληρο γραμμένο με τα ονό­ματα των κεκοιμημένων, επειδή μνημονευόταν στην Προσκομιδή με τους ηρωικώς πεσόντες. Κι εσείς στην Αγία Πρόθεση να μη δίνετε να μνημονευθούν μόνον ονόματα ασθενών, αλλά και ονόματα κεκοιμημένων, γιατί μεγαλύτερη ανάγκη έχουν οι κεκοιμημένοι.

Το καλύτερο μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους

Το καλύτερο από όλα τα μνημόσυνα που μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους είναι η προσεκτική ζωή μας, ο αγώνας που θα κάνουμε, για να κόψουμε τα ελαττώματά μας και να λαμπικάρουμε την ψυχή μας. Γιατί η δική μας ελευθερία από τα υλικά πράγμα­τα και από τα ψυχικά πάθη, έκτος από την δική μας ανακούφιση, έχει ως αποτέλεσμα και την ανακούφιση των κεκοιμημένων προπάππων όλης της γενιάς μας. Οι κεκοιμημένοι νιώθουν χαρά, όταν ένας απόγονός τους είναι κοντά στον Θεό. Αν εμείς δεν είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, τότε υποφέρουν οι κε­κοιμημένοι γονείς μας, ο πάππους μας, ο προπάππος μας, όλες οι γενεές. «Δες τι απογόνους κάναμε!», λένε και στενοχωριούνται. Αν όμως είμαστε σε καλή πνευ­ματική κατάσταση, ευφραίνονται, γιατί και αυτοί έγι­ναν συνεργοί να γεννηθούμε και ο Θεός κατά κάποιον τρόπο υποχρεώνεται να τους βοηθήση. Αυτό δηλαδή που θα δώση χαρά στους κεκοιμημένους είναι να αγωνισθούμε να ευαρεστήσουμε στον Θεό με την ζωή μας, ώστε να τους συναντήσουμε στον Παράδεισο και να ζήσουμε όλοι μαζί στην αιώνια ζωή.

Επομένως, αξίζει τον κόπο να χτυπήσουμε τον πα­λαιό μας άνθρωπο, για να γίνη καινός και να μη βλάπτη πια ούτε τον εαυτό του ούτε άλλους ανθρώπους, αλλά να βοηθάη και τον εαυτό του και τους άλλους, είτε ζώντες είναι είτε κεκοιμημένοι.

Η παρρησία των δικαίων προς τον Θεό

- Γέροντα, στην προς Αρχαρίους Επιστολή σας γρά­φετε: «Παρόλο που καταλαβαίνουν οι αληθινοί μοναχοί ότι αυτό που απολαμβάνουν σ' αυτήν την ζωή είναι μέ­ρος της χαράς του Παραδείσου και ότι στον Παράδεισο θα είναι περισσότερη, εν τούτοις από πολλή αγάπη προς τον πλησίον τους θέλουν να ζήσουν επί της γης, για να βοηθούν τους ανθρώπους με την προσευχή, να επεμβαίνη ο Θεός και να βοηθιέται ο κόσμος»[8].

- Γράψε: «Θέλουν να ζήσουν επί της γης, για να συ­μπάσχουν με τους ανθρώπους και να τους βοηθούν με την προσευχή».

- Στην άλλη ζωή, Γέροντα, ένας σωστός μοναχός πάλι δεν θα βοηθάη με την προσευχή του τους ανθρώπους;

- Και στην άλλη ζωή θα βοηθάη με την προσευχή του, αλλά δεν θα υποφέρη, ενώ τώρα συμπάσχει δεν περνάει χαρούμενα εδώ, «με χαρούμενη την όψη και με βλέμμα λαμπερό»! Όσο όμως υποφέρει για τον πλη­σίον του, τόσο ανταμείβεται με θεία παρηγοριά, και αυτό είναι κατά κάποιον τρόπο και η πληροφορία ότι βοηθιέται ο άλλος. Αύτη η παραδεισένια χαρά είναι η θεία ανταμοιβή για τον πόνο που νιώθει για τον αδελφό του.

- Δηλαδή, Γέροντα, οι Άγιοι που επικαλούμαστε να μας βοηθήσουν δεν συμπάσχουν μαζί μας;

- Εκεί δεν έχει πόνο, βρε παιδάκι μου! Στον Παρά­δεισο υποφέρουν; «Ένθα ουκ έστι πόνος ου λύπη ου στεναγμός»[9] δεν λέει;

Ύστερα οι Άγιοι έχουν υπ όψιν τους την θεία ανταμοιβή που θα λάβουν όσοι άνθρωποι βασανί­ζονται σ' αυτήν την ζωή και αυτό τους κάνει να χαίρωνται. Μα και ο Ίδιος ο Θεός που έχει τόση αγάπη, τόση ευσπλαχνία, πως αντέχει αυτόν τον μεγάλο πόνο των ανθρώπων; Αντέχει, γιατί έχει υπ' όψιν Του την θεία ανταμοιβή που τους περιμένει. Όσο δηλαδή βα­σανίζονται εδώ οι άνθρωποι, τόσο τους αποταμιεύει εκεί ουράνιο μισθό. Ενώ εμείς αυτά δεν τα βλέπουμε και συμπάσχουμε με όσους υποφέρουν. Γι' αυτό, όταν κάποιος τα βλέπη λίγο αυτά και έχη υπ' όψιν του την ανταμοιβή που θα λάβουν, δεν υποφέρει τόσο πολύ.

- Όταν, Γέροντα, παρακαλούμε τον Θεό να βοηθήση κάποιον κεκοιμημένο που δεν έχει ανάγκη, πάει χα­μένη αυτή η προσευχή;

- Πως να πάη χαμένη; Όταν λέμε «ανάπαυσον τον τάδε» και αυτός είναι σε καλή θέση στην άλλη ζωή, δεν παρεξηγείται ίσα- ίσα συγκινείται. «Για δες, λέει, εγώ είμαι σε καλή θέση και εκείνοι αγωνιούν», οπότε φιλοτιμείται και μας βοηθάει πιο πολύ, πρεσβεύοντας στον Θεό για μας. Άλλα που να ξέρης σε τι κατάσταση βρίσκεται ο άλλος; Φυσιολογικά κάνεις ευχή πρώτα γι' αυτούς που γνωρίζεις ότι με την ζωή τους λύπησαν τον Θεό και εύχεσαι και για άλλες ανάλογες περιπτώσεις και ύστερα εύχεσαι και για όλους τους κεκοιμημένους.

Η μέλλουσα Κρίση

- Γέροντα, πως εξαγνίζεται η ψυχή;

- Όταν ο άνθρωπος εργασθή τις εντολές του Θεού, κάνη δουλειά στον εαυτό του και καθαρισθή από τα πάθη, τότε ο νους φωτίζεται, φθάνει σε ύψος θεωρίας, και η ψυχή λαμπρύνεται και γίνεται όπως ήταν πρίν από την πτώση των Πρωτοπλάστων. Σε τέτοια κατάσταση θα βρίσκεται μετά την ανάσταση των νεκρών. Μπορεί όμως ο άνθρωπος να δη την ανάσταση της ψυχής του πριν από την κοινή ανάσταση, αν καθαρισθή τελείως από τα πάθη. Το σώμα του τότε θα είναι αγγελικό, άυλο, και δεν θα νοιάζεται για τροφή υλική.

- Γέροντα, πως θα γίνη η μέλλουσα Κρίση;

- Στην μέλλουσα Κρίση θα αποκαλυφθή σε μια στι­γμή η κατάσταση του κάθε ανθρώπου και μόνος του καθένας θα τραβήξη για 'κει που είναι. Καθένας θα βλέπη[10] σαν σε τηλεόραση τα δικά του χάλια και την πνευματική κατάσταση του άλλου. Θα καθρεφτίζη τον εαυτό του στον άλλον και θα σκύβη το κεφάλι και θα πηγαίνη στην θέση του. Δεν θα μπορή λ.χ. να πη μια νύφη που καθόταν μπροστά στην πεθερά της σταυρο- πόδι και η πεθερά της με σπασμένο πόδι φρόντιζε το εγγονάκι: «γιατί, Χριστέ μου, βάζεις την πεθερά μου στον Παράδεισο κι εμένα δεν με βάζεις;», επειδή θα έρχεται μπροστά της εκείνη η σκηνή. Θα θυμάται την πεθερά της που στεκόταν όρθια με σπασμένο πόδι και φρόντιζε το εγγονάκι της και δεν θα έχη μούτρα να πάη στον Παράδεισο, αλλά ούτε και θα χωράη στον Παρά­δεισο. Ή οι μοναχοί θα βλέπουν τι δυσκολίες, τι δο­κιμασίες είχαν οι κοσμικοί και πως τις αντιμετώπισαν και, αν δεν έχουν ζήσει σωστά, θα σκύψουν το κεφάλι και θα τραβήξουν μόνοι τους για εκεί που θα είναι.

Θα δουν εκεί οι μοναχές, που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, ηρωίδες μάνες, που ούτε υποσχέσεις έδωσαν, ούτε τις ευλογίες και τις ευκαιρίες τις δικές τους είχαν, πως αγωνίσθηκαν και σε τι κατάσταση πνευματική έφθασαν, και εκείνες, καλόγριες, με τι μικροπρέπειες ασχολούνταν και βασανίζονταν, και θα ντρέπονται! Έτσι μου λέει ο λογισμός ότι θα γίνη η Κρίση. Δεν θα πη δηλαδή ο Χριστός: «έλα εδώ εσύ, τι έκανες;» η «εσύ θα πας στην κόλαση, εσύ στον Παράδεισο», αλλά ο καθένας θα συγκρίνη τον εαυτό του με τον άλλον και θα τραβήξη για εκεί που θα είναι[11].

Η μέλλουσα ζωή

- Γέροντα, έφερα γλυκά να κεράσετε.

- Δες πως χαίρονται! Στην άλλη ζωή θα λέμε: «Με τι χαζά χαιρόμασταν! Τι μας συγκινούσαν τότε!». Ενώ τώρα σκιρτάει η καρδιά γι' αυτά.

- Γέροντα, πως θα το καταλάβουμε αυτό από τώρα;

- Άμα το καταλάβετε αυτό από τώρα, δεν θα το πήτε μεθαύριο στην άλλη ζωή. Πάντως, όσοι βρίσκονται εκεί επάνω, καλά περνούν. Ξέρεις τι εργόχειρο κάνουν εκεί στον Ουρανό; Συνέχεια δοξολογούν τον Θεό.

- Γέροντα, γιατί το σώμα Του νεκρού λέγεται «λεί­ψανο»;

- Γιατί είναι ό,τι μένει εδώ στην γη από τον άνθρωπο μετά τον θάνατο. Ο κυρίως άνθρωπος, που είναι η ψυχή, φεύγει στον Ουρανό. Στην μέλλουσα Κρίση θα αναστήση ο Θεός και το σώμα, για να κριθή με αυτό ο άνθρωπος, γιατί με αυτό έζησε και αμάρτησε. Στην άλλη ζωή όλοι θα έχουν το ίδιο σώμα - πνευματικό σώμα-, το ίδιο ανάστημα, και οι κοντοί και οι ψη­λοί, την ίδια ηλικία, και οι νέοι και οι γέροι και τα μωρά, αφού η ψυχή είναι ίδια. Θα υπάρχη δηλαδή μια αγγελική ηλικία.

- Γέροντα, στην άλλη ζωή όσοι θα είναι στην Κόλα­ση θα βλέπουν αυτούς που θα είναι στον Παράδεισο;

- Κοίταξε, όπως αυτοί που είναι την νύχτα έξω στο σκοτάδι βλέπουν όσους είναι μέσα σε ένα δωμάτιο φωτισμένο, έτσι και όσοι θα βρίσκονται στην κόλα­ση θα βλέπουν όσους θα είναι στον Παράδεισο. Και αυτό θα είναι μεγαλύτερη κόλαση. Όπως πάλι όσοι την νύχτα είναι στο φως, δεν βλέπουν αυτούς που είναι έξω στο σκοτάδι, έτσι και αυτοί που θα βρίσκονται στον Παράδεισο δεν θα βλέπουν αυτούς που θα είναι στην κόλαση. Γιατί, αν έβλεπαν τους κολασμένους, θα πονούσαν, θα θλίβονταν για την ταλαιπωρία τους, και δεν θα απολάμβαναν τον Παράδεισο, αλλά εκεί «ουκ εστί πόνος...»[12]. Και όχι μόνο δεν θα τους βλέπουν, αλλά ούτε θα θυμούνται αν είχαν αδελφό η πατέρα η μητέρα, αν δεν είναι και εκείνοι στον Παράδεισο. «Εν εκείνη τη ημέρα απολούνται πάντες οι διαλογισμοί αυτού»[13]λέει ο Ψαλμωδός. Γιατί, άμα τους θυμούνται, πως θα είναι Παράδεισος; Αύτος μάλιστα που θα είναι στον Παράδεισο, θα νομίζουν ότι δεν θα υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, ούτε θα θυμούνται τις αμαρτίες που είχαν κάνει. Γιατί, αν θυμούνται τις αμαρτίες τους, δεν θα αντέχουν από φιλότιμο στην σκέψη ότι λύπησαν τον Θεό.

Η ποσότητα πάλι της χαράς του καθενός στον Παρά­δεισο θα είναι διαφορετική. Άλλος θα έχη μια δαχτυλήθρα χαρά, άλλος ένα ποτήρι, άλλος μια ολόκληρη δεξα­μενή. Όλοι όμως θα αισθάνονται πλήρεις και κανένας δεν θα ξέρη το μέγεθος της χαράς, της αγαλλιάσεως, του άλλου. Τα κανόνισε έτσι ο Καλός Θεός, γιατί, αν γνώριζε ο ένας ότι ο άλλος έχει περισσότερη χαρά, δεν θα ήταν τότε Παράδεισος, επειδή θα υπήρχε το «γιατί εκείνος να έχη περισσότερη χαρά και εγώ λιγότερη; ». Δηλαδή καθένας θα βλέπη στον Παράδεισο την δόξα του Θεού ανάλογα με την καθαρότητα των οφθαλμών της ψυχής του. Η ορατότητα όμως δεν θα καθορισθή από τον Θεό, άλλα θα εξαρτηθή από την δική του κα­θαρότητα.

- Γέροντα, μερικοί δεν πιστεύουν ότι υπάρχει κόλα­ση και Παράδεισος.

- Δεν πιστεύουν ότι υπάρχει κόλαση και Παρά­δεισος; Πως είναι δυνατόν οι νεκροί να μείνουν στην ανυπαρξία, αφού είναι ψυχές; Ο Θεός είναι αθάνατος και ο άνθρωπος είναι κατά χάριν αθάνατος. Επομένως αθάνατος θα είναι και στην κόλαση. Ύστερα τον Πα­ράδεισο και την κόλαση τα ζη η ψυχή μας σε έναν βαθμό και από αυτήν την ζωή, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Όταν κάποιος έχη τύψεις συνειδήσεως και νιώθη φόβο, ταραχή, άγχος, απελπισία, η είναι κυριευμένος από μίσος, από φθόνο κ.λπ., τότε ζη την κόλαση. Ενώ, όταν μέσα του υπάρχη αγάπη, χαρά, ειρήνη, πραότητα, καλοσύνη κ.λπ., τότε ζη τον Παρά­δεισο. Όλη η βάση είναι η ψυχή, γιατί αυτή είναι που αισθάνεται και την χαρά και τον πόνο. Να, πήγαινε σε έναν πεθαμένο και πες του τα πιο ευχάριστα πράγμα­τα, λ.χ. «ήρθε ο αδελφός σου από την Αμερική» κ.λπ., δεν θα καταλάβη τίποτε. Αν Του σπάσης τα χέρια, τα πόδια, πάλι δεν θα καταλάβη. Επομένως η ψυχή είναι που αισθάνεται. Αυτά όλα δεν τους προβληματίζουν; Η, ας υποθέσουμε, βλέπεις ένα ωραίο, ένα ευχάριστο όνειρο, χαίρεσαι, χτυπάει γλυκά η καρδιά σου και, δεν θέλεις να τελείωση. Ξυπνάς και στενοχωριέσαι, γιατί ξύπνησες. Η βλέπεις ένα άσχημο όνειρο, ότι έπεσες λ.χ. και έσπασες τα πόδια σου, και υποφέρεις, κλαις. Από την αγωνία σου ξυπνάς με δάκρυα στα μάτια, βλέπεις ότι δεν έπαθες τίποτε και λες: «Ευτυχώς όνειρο ήταν!». Δηλαδή συμμετέχει η ψυχή. Από ένα άσχημο όνειρο υποφέρει κανείς περισσότερο από ό,τι στην πραγμα­τικότητα, όπως και ο άρρωστος υποφέρει πιο πολύ την νύχτα απ' ό,τι την ημέρα. Έτσι και όταν πεθάνη ο άνθρωπος, αν πάη στην κόλαση, θα είναι πιο οδυνηρό. Σκεφθήτε να ζη κανείς ένα αιώνιο εφιαλτικό όνειρο και να βασανίζεται αιώνια! 'Εδώ δεν μπορείς να αντέξης για λίγα λεπτά ένα άσχημο όνειρο, άντε τώρα αιώνια -Θεός φυλάξοι- να είσαι μέσα στην θλίψη. Γι' αυτό κα­λύτερα να μην πάμε στην κόλαση. 'Εσείς τι λέτε;

- Τόσον καιρό, Γέροντα, κάνουμε αγώνα να μην πάμε στην κόλαση λέτε, εκεί να καταλήξουμε;

- Αν δεν έχουμε μυαλό, εκεί θα πάμε. Εγώ εύχομαι η όλοι στον Παράδεισο η κανένας στην κόλαση... Κα­λά δεν λέω; Είναι πολύ βαρύ, μετά από όσα έκανε ο Θεός για μας τους ανθρώπους, να πάμε στην κόλαση και να Τον λυπήσουμε. Ο Θεός να φυλάξη, όχι μόνον άνθρωπος, αλλά ούτε πουλί να μην πάη στην κόλαση.

Ο Καλός Θεός ας μας δώση καλή μετάνοια, για να μας βρη ο θάνατος σε καλή πνευματική κατάσταση και, να απόκατασταθούμε στην Ουράνια Βασιλεία Του. Αμήν.

Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου

Η μετά θάνατον ζωη
www.impantokratoros.gr

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

Κατάθλιψη και έφηβοι


Η παγκόσμια οργάνωση υγείας επισημαίνει τον κίνδυνο στο φλέγων θέμα της ψυχικής υγείας και ισορροπίας, καθώς ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού υποφέρει από ψυχικές διαταραχές, μεταξύ των οποίων το άγχος και η κατάθλιψη. Φτάσαμε το 17% του πληθυσμού αυτού να είναι καταθλιπτικό και μάλιστα από όλο και μικρότερες ηλικίες.

          Πρόσφατο δημοσίευμα αναφέρει: “Ένα στα τέσσερα κορίτσια πάσχει από κλινική κατάθλιψη προτού κλείσει  τα δεκατέσσερα χρόνια, σύμφωνα με έρευνα που πυροδότησε νέους φόβους μήπως και οι έφηβοι στη Βρετανία πάσχουν από μια επιδημία κακής ψυχικής υγείας. Η μελέτη διαπιστώνει ότι το 24 ο/ο των δεκατετράχρονων κοριτσιών και το 9 ο/ο των αγοριών της ίδιας ηλικίας πάσχουν από κατάθλιψη. Αυτό σημαίνει ότι 166 χιλιάδες κορίτσια και 67 χιλιάδες αγόρια σε ολόκληρη τη Βρετανία είναι θλιμμένα”.

          Και στο εύλογο ερώτημα “γιατί;”, δύο διάσημοι ψυχίατροι απαντούν: “Έχουμε απωθήσει ένα βασικό στοιχείο, συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης, τη φωτισμένη συνείδηση, την έχουμε σπρώξει στον κόσμο του υποσυνειδήτου. Ο άνθρωπος ποτέ δεν κατόρθωσε μόνος του να υπερνικήσει τις δυνάμεις του υποσυνειδήτου χωρίς την βοήθεια που του έδινε κάθε φορά η αληθινή θρησκευτική πίστη”.
        “ΖΩΗ”, τ. 4317

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

Ποιος είναι ο πραγματικά Αυτάρκης Άνθρωπος π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός


Η αυτάρκεια είναι ένα από τα μεγάλα όνειρα της ανθρώπινης ζωής. Να μη μας λείπει κάτι που να μας κάνει να αισθανόμαστε ότι στερούμαστε. Να μην έχουμε εμπόδια, εντολές, διατάξεις, ελέγχους που να μας απαγορεύουν να χαρούμε όπως θεωρούμε ότι είμαστε προορισμένοι, από τον χαρακτήρα, τις ρίζες μας, τον τρόπο που προσλαμβάνουμε τον πολιτισμό και τον κόσμο. Ο πλούσιος θεωρείται αυτάρκης. Αυτός που μπορεί να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του, τουλάχιστον τις πιο βασικές, θεωρείται αυτάρκης. Αυτός που δεν εξαρτιέται από τους άλλους θεωρείται αυτάρκης.  Αυτός που έχει εξουσία στον εαυτό του και στους άλλους, αλλά και στις περιστάσεις της ζωής, θεωρείται αυτάρκης. Η αυτάρκεια όμως είναι ψευδαίσθηση. Ο άνθρωπος έχει πάντοτε να παλέψει με την κατάσταση που ονομάζουμε «πλεονεξία». Πάντοτε θέλουμε περισσότερα από όσα έχουμε. Κι αυτό διότι συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με όσους έχουν παραπάνω. Κάποτε αισθανόμαστε ότι το μέλλον είναι επίφοβο και όσα έχουμε, όχι κατ’ ανάγκην μόνο υλικά, αλλά και γνώσεις και ιδέες και σχέσεις, δε θα επαρκούν. Άλλοτε προκύπτουν εμπόδια που πιθανολογούμε ότι θα μας αποτρέψουν από το να διατηρήσουμε ή να προσθέσουμε στα όσα έχουμε και στα όσα είμαστε, με κορυφαίο τον θάνατο και, επομένως, κάπως θα πρέπει να έχουμε «παραπάνω», για να δυσκολευτούμε λιγότερο. Η αυτάρκεια λοιπόν, ακόμη κι αν υπάρχει, δεν μπορεί να διατηρήσει την ευτυχία που ονειρευόμαστε. Πάντοτε θα υπάρχει έλλειψη! Υπάρχει ένας όμορφος ευαγγελικός λόγος, από την επί του Όρους ομιλία του Χριστού, που μας δείχνει τον δρόμο για την αληθινή αυτάρκεια, η οποία δεν είναι απορριπτέα από την πνευματική μας παράδοση. Το αντίθετο. Δεν νοηματοδοτείται όμως μόνο από τα υλικά. Έχει βαθύτερη προοπτική. «Μη νομίσητε ὀτι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τους προφήτας. Ουκ ήλθον καταλύσαι, αλλά πληρώσαι»(Ματθ. 5, 17). «Μην πιστέψετε ότι ήρθα να καταργήσω τον μωσαϊκό νόμο ή τα παραγγέλματα των προφητών. Δεν ήρθα για να καταργήσω, αλλά για να τα ολοκληρώσω και να τα τελειοποιήσω». Ο λόγος αυτός δεν έχει να κάνει μόνο με την αποφυγή των καινοτομιών στην πίστη, τις οποίες κάνουν οι αιρετικοί. Με την άρνηση της Παλαιάς Διαθήκης και την αίσθηση ότι το Ευαγγέλιο καταργεί τα προηγούμενα, τα αλλάζει όλα. Με τις προσθήκες «ιώτα και οξείας» στα λόγια του Χριστού, που κάνουν διάφοροι ανά τους αιώνες. Ο λόγος του Κυρίου αναφέρεται στο αίσθημα της αυτάρκειας, το οποίο διακατέχει τους «θρησκευτικούς» ανθρώπους, αλλά και όποιον επιζητεί κάθε είδους αυτάρκεια στη ζωή του.

                Ο θρησκευτικός άνθρωπος αγκιστρώνεται στον τρόπο ερμηνείας της παράδοσής του, εμμένοντας στο γράμμα. Ο Χριστός δεν το απορρίπτει. Όποιος όμως θέλει να έχει σχέση μαζί Του, καλείται να προσθέσει στην ακεραιότητα του γράμματος την λάμψη των καλών έργων, τη λάμψη του φωτός που εμφανίζεται όταν δοξάζει με τον τρόπο του τον Πατέρα τον εν ουρανοίς. Οι «θρησκευτικοί» άνθρωποι διατηρούμε την αυτάρκεια των λόγων, αλλά δε ζούμε το φως του Ευαγγελίου. Κι αυτό διότι βλέπουμε τους λόγους όπως τα υλικά αγαθά. Κανείς δεν πρέπει να μας τα στερήσει, διότι αλλιώς κινδυνεύουμε να μην μπορούμε να υλοποιήσουμε τα όνειρά μας. Η στέρηση της ακεραιότητας των λόγων γίνεται κίνδυνος για τη σωτηρία μας. Έτσι παλεύουμε να έχουμε πληθώρα θρησκευτικών γνώσεων, οχυρωνόμαστε πίσω απ’ αυτές και συχνά αρνούμαστε να δούμε ότι δεν είμαστε φως και δεν φωτίζουμε. Κρίνουμε και κατακρίνουμε, χωρίς όμως να μπορούμε να αγαπούμε και να μοιραζόμαστε με ταπείνωση αυτό που έχουμε, μας δόθηκε ή αποκτήσαμε, χωρίς δηλαδή την δοξολογία του Θεού, προς τον Οποίο απευθύνεται κάθε σκέψη και κάθε κίνησή μας, ακόμη κι αν περνά από τον πλησίον.  Δεν είναι αρκετές οι διατυπώσεις, γιατί μας παγιδεύουν στην αυτάρκεια του «έχειν». Χρειάζεται να περνούμε στην πράξη της αγάπης, που είναι το αγκάλιασμα του άλλου συνολικά, με ό,τι έχουμε και, κυρίως, με ό,τι είμαστε.Ο λόγος του Χριστού μεταφράζεται και στους αυτάρκεις της ζωής και των υλικών πραγμάτων. Τι ωφελεί να τα έχουμε ή να στηριζόμαστε σ’  αυτά όταν δεν φωτιζόμαστε, δεν φωτίζουμε και δε δοξάζουμε τον Θεό διά των έργων μας; Όταν κατέχουμε και δεν μοιραζόμαστε. Όταν μαζεύουμε, όταν αυτοθαυμαζόμαστε, όταν ελπίζουμε στο «έχειν» μας, στην δόξα, στην εξουσία μας, στις νίκες μας, στην καλοπέρασή μας, στον τρόπο του εγώ μας; Όταν δεν βλέπουμε τον άλλον όχι ως ευκαιρία ηδονής, αλλά ως χαρά; Όταν η συνάντησή μας μαζί του δεν γίνεται ευκαιρία να δώσουμε και να πάρουμε αγάπη και ελπίδα; Όταν δεν έχουμε νόημα και δεν δίνουμε νόημα;Στη ζωή νικητής θα είναι ο θάνατος. Αληθινά αυτάρκης δεν μπορεί να υπάρξει όποιος στηρίζεται στο «έχειν» του. Όποιος φοβάται την κατάλυσή του και εγκλωβίζεται στο «εγώ» του. Αυτάρκης είναι όποιος αφήνει τον Χριστό, το Φως και τη Ζωή, να συμπληρώνει, να ολοκληρώνει, να τελειοποιεί ό,τι έχει και να του δίνει υπόσταση αιωνιότητας. Γιατί η πίστη και η σχέση με τον Θεό, όπως αυτή μεταφράζεται στη χαρά της αγάπης, στην ετοιμότητα συνάντησης με τον άλλο, στον τρόπο της Εκκλησίας, συμπληρώνει και δεν καταργεί. Η πίστη δεν απορρίπτει τον αγώνα του ανθρώπου να κερδίσει, να έχει, να αισθάνεται όσο μπορεί καλύτερα. Του δείχνει όμως τι του λείπει. Κι αυτό είναι ο Χριστός ως Φως, ως εμπιστοσύνη, ως χαρά, ως αγάπη και το μοίρασμα στην πράξη όλων αυτών των βιωμάτων και διά του λόγου και διά των έργων και διά της ελεημοσύνης και διά της φιλαδελφίας.

     Ο «θρησκευτικός» άνθρωπος συχνά δεν βλέπει αυτή την μεγάλη αλήθεια. Δεν μπορεί όμως και να κατανοήσει ότι όσες γνώσεις και όσες καλές πράξεις και όσο ευαγγελικό ήθος και να επιδεικνύει, δεν αρκεί. Διότι το Φως θέλει καθαρότητα καρδιάς, θέλει Χριστό, θέλει κοινότητα αγάπης για να συμπληρώσει ό,τι έχουμε. Όλα αυτά βιώνονται στη ζωή της Εκκλησίας, στην κοινότητα της πίστης που υπερβαίνει την αυτάρκεια, δείχνοντας τα πραγματικά της όρια!

Πηγή: Συνοδοιπορία

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος: Να αντισταθούμε στην παρακμή

Αντίσταση στην παρακμή και στη διαφθορά που έχει εισβάλει σε όλους τους τομείς της ζωής μας ζητεί ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος σε συνέντευξή του στην «Κ». Ο διαπρεπής ιεράρχης καλεί τους πολίτες να μάθουν να βλέπουν την πραγματικότητα με τα μάτια της αλήθειας, σημειώνοντας ότι «η οικονομική κρίση δεν ήρθε σαν αλεξίπτωτο από τον ουρανό. Είναι μία συνέπεια μιας συμπεριφοράς, ενός τρόπου ζωής του λαού μας».Προσθέτει, μάλιστα, με έμφαση ότι για την κατάσταση που δημιουργήθηκε στη χώρα έχουμε όλοι μας ευθύνη. Γιατί, όπως εξηγεί, με τον έναν τρόπο ή τον άλλο κάναμε όλοι ζαβολιές και πήραμε με το δαχτυλάκι μας κάτι από το μέλι. Είναι καιρός για σοβαρή αυτοκριτική και μετάνοια από τον ελληνικό λαό γιατί η αιτία της κρίσης είμαστε εμείς και όχι οι ξένοι.
Ακόμη, ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος αντιτίθεται στις φωνές περί μοντερνισμού της Εκκλησίας, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι δεν πρόκειται να γίνει MKO. «Το νερό δεν χρειάζεται μοντερνισμό. Το νερό που έπιναν ο Ομηρος και οι άλλοι, το πίνουμε κι εμείς σήμερα. Δεν είμαστε πιο μοντέρνοι επειδή θα πιούμε κόκα κόλα», σημειώνει. Τέλος, μιλώντας για τον πόλεμο του Ισλάμ στην Ευρώπη, ζητεί από τη Δύση να μελετήσει τις αδικίες που έχει κάνει και να πάψει να υπονομεύει τον χριστιανισμό – γιατί αυτό δημιουργεί κενό πίστης στο οποίο ευκολότερα εισδύει το Ισλάμ.
– Ανταποκρινόμαστε αυτή την ώρα ως λαός στις υποχρεώσεις που έχουμε απέναντι στην Ιστορία; Ως Ελλάδα;
– Ακούστε, έχω την αίσθηση ότι είμαστε σε μια φάση κάμψεως. Δεν τίθεται θέμα. Δεν θα έλεγα παρακμής, αλλά κάμψεως. Ξέρω ότι πολλές φορές και σε άρθρα της «Καθημερινής» ίσως παρουσιάζεται πολύ πιο έντονη αυτή η φάση της παρακμής. Αλλά, νομίζω ότι εκείνο το οποίο πρέπει να μας απασχολήσει δεν είναι ότι είμαστε άρρωστοι, αλλά ποια είναι η θεραπεία. Ολοι περνάμε κάποια αρρώστια. Το θέμα είναι σωστά να την προσδιορίσουμε, να γίνει η σωστή διάγνωση και όταν έχουμε καρκίνο, να μην παίρνουμε φάρμακα για τη γρίπη. Οταν είναι κάτι πολύ σοβαρό, θα πάρουμε τα ανάλογα φάρμακα. Και νομίζω αυτό το οποίο, το βλέπω ότι έχει λείψει εδώ, είναι η σοβαρή αυτοκριτική. Η ίδια η λέξη χρησιμοποιείται πολλές φορές ως επίθεση εναντίον των άλλων.
«Κάποιοι άλλοι πρέπει να κάνουν αυτοκριτική, ας πούμε οι πολιτικοί, οι οικονομικοί παράγοντες». Προφανώς πρέπει να κάνουν αυτοί. Αλλά, όλος ο λαός πρέπει να κάνει αυτοκριτική. Και αυτός είναι ο ρόλος της Εκκλησίας, να τον βοηθήσει να κάνει αυτή την αυτοκριτική. Δηλαδή, φταίει πάντα κάποιος ξένος, τον ονομάζουμε έτσι ή αλλιώς, μπορεί να είναι Γερμανός, μπορεί να είναι Αμερικανός, μπορεί να είναι Τούρκος. Μα, επιτέλους φταίμε εμείς. Αυτή την αυτοκριτική έχω την εντύπωση ότι δεν την έχουμε κάνει. Και δεν είναι εύκολo να την κάνουμε. Δηλαδή λέμε «διαφθορά». Η διαφθορά πώς ονομάζεται; Είναι μια πλανωμένη, πώς να την πω; Σαν ένα φάντασμα, σαν ένα σύννεφο. Εχει ονόματα η διαφθορά. Σημαίνει ψέμα, σημαίνει πλεονεξία, σημαίνει εγωκεντρισμός. Αυτά τα πράγματα είναι μόνο στους πολιτικούς και στους οικονομικούς παράγοντες; Και στα μέσα ενημερώσεως; Δεν είναι στα περισσότερα σπίτια; Δηλαδή το «σπορ» που λέγεται «φοροδιαφυγή» είναι για ορισμένους μόνο; Ολη αυτή η ευκολία με την οποία δηλώνουμε ότι ο πατέρας μας πρέπει να πάρει σύνταξη και ο πατέρας μας έχει πεθάνει, δεν είναι παρακμή; Θέλω να πω ότι πρέπει να μάθουμε να βλέπουμε την πραγματικότητα όπως είναι. Και υπάρχει μία άλλη λέξη που είναι επίσης εντελώς εκκλησιαστική και δεν ηχεί πολύ καλά, αλλά είναι η κεντρική λέξη του χριστιανισμού: «Μετάνοια». Αν δεν αποφασίσουμε πραγματικά να διορθώσουμε αυτό το οποίο γίνεται, πώς θα υπάρξει η αλλαγή; Πώς θα πάρουμε τη θέση που έχουμε μέσα στην Ευρώπη και στον παγκόσμιο χώρο;Και από αυτής της πλευράς, επαναλαμβάνω και πάλι, μη φανταστείτε ότι εγώ μιλώ για την αυτοκριτική των άλλων, μιλώ για την αυτοκριτική τη δική μας, των θρησκευτικών λεγομένων, των εκκλησιαστικών ανθρώπων. Επιμένω τον τελευταίο καιρό και έχω καταντήσει λίγο σαν εκείνους που αποστηθίζουν τους στίχους, να επαναλαμβάνω αυτόν τον στίχο που είναι στην Παλαιά Διαθήκη, στις παροιμίες. «Αληθεύειν και ποιείν δίκαια», παρότι είναι μια μετάφραση 22 αιώνες πριν, όλες αυτές οι λέξεις είναι πολύ σαφείς και στη σημερινή πραγματικότητα «αληθεύει και ποιείν δίκαια αρεστά τω Θεώ μάλλον ή θυσιών αίμα»: «Το να είναι κανείς αληθινός και δίκαιος, αυτό αρέσει στον Θεό πολύ περισσότερο από τα αίματα των θυσιών».
Θα έλεγα μεταφράζοντας στη σημερινή πραγματικότητα από τις πολλές μετάνοιες, από τα πολλά κεριά, από τις πολλές άλλες εξωτερικές εκφράσεις θρησκευτικότητας. Αν δεν καλλιεργήσουμε αυτό το πνεύμα της αλήθειας που δεν εύκολο, και της Δικαιοσύνης που δεν είναι εύκολο, δεν έχουμε τη δυνατότητα να βοηθήσουμε τον λαό σε μια αληθινή ορθόδοξη πνευματικότητα. Και αυτό νομίζω πρέπει να το κάνουμε. Εγώ τουλάχιστον στην Αλβανία αυτό τονίζω στους ορθόδοξους. Το να είσαι ορθόδοξος, δεν σημαίνει απλώς ότι κάνεις τον σταυρό σου έτσι, ενώ οι άλλοι τον κάνουν αλλιώς ή άλλοι δεν τον κάνουν καθόλου, αλλά είναι ότι με τη ζωή σου προσπαθείς να είσαι άνθρωπος της αλήθειας, άνθρωπος της Δικαιοσύνης. Αυτό φέρνει την αλλαγή. Και δόξα τω Θεώ υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι εδώ που ζουν αυτό το πράγμα. Κι εσείς έχετε γνωρίσει κ. Παπαχελά. Δεν είναι οι επώνυμοι, αυτοί που παρουσιάζονται, είναι οι απλοί άνθρωποι πολλοί, οι οποίοι ακτινοβολούν αυτή την πραγματικότητα με αθόρυβο τρόπο αλλά πολύ ουσιαστικό. Λοιπόν, εγώ δεν ανησυχώ, δεν ξέρω, έχω μια αισιοδοξία για το μέλλον, αλλά θέτω υπό τις προϋποθέσεις αυτές, ότι θα γίνουμε πραγματικά ορθόδοξοι δηλαδή.
– Μακαριώτατε, έχετε μιλήσει για την οικονομική κρίση, η οποία μαστίζει την Ελλάδα, αλλά όχι μόνο την Ελλάδα, και έχετε πει ότι είναι μια μορφή πολέμου, εν πάση περιπτώσει. Προφανώς, με θύματα και με θύτες. Μιλήστε μας γι’ αυτό, το πώς βλέπετε εσείς αυτή την κρίση και ποιος ο ρόλος της Εκκλησίας –αν θέλετε– για τα θύματά της;
– Αναφέρθηκα προηγουμένως στην αρρώστια, έτσι; Η οικονομική κρίση δεν ήρθε σαν αλεξίπτωτο από τον ουρανό, είναι μία συνέπεια μιας συμπεριφοράς, ενός τρόπου ζωής του λαού μας. Εχω την εντύπωση ότι για μια περίοδο είχαμε πάρει μεγάλη φόρα, ότι πρέπει να ζούμε πολύ έτσι, ευτυχισμένοι, με δανεικά. Αυτό τουλάχιστον για μένα αποτελούσε πάντοτε ένα ερώτημα. Θυμάμαι τον μακαρίτη τον πατέρα μου, που μας έλεγε πάντοτε «μη δανείζεστε». Εδώ οι μεγάλοι οικονομολόγοι είχαν τη βεβαιότητα ότι θα δανειστούμε και στο τέλος θα μας τα χαρίσουν οι άλλοι. Εχω την εντύπωση ότι υπήρξε μια απλοποίηση για πολλά πράγματα, και κυρίως δεν υπήρξε η ενημέρωση του κόσμου. Ο κόσμος ήταν ευτυχής, οι τράπεζες του έλεγαν «δανείσου για να κάνεις διακοπές».Αρα, σε όλη αυτή την περιπέτεια, βεβαίως μπορεί να μην είναι ακριβές εκείνο το οποίο έχει λεχθεί κατά καιρούς ότι «όλοι τα φάγαμε», αλλά έχει ένα στοιχείο αλήθειας ότι όλοι έχουμε, λίγο, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, με το δαχτυλάκι μας, πάρει κάτι από το μέλι αυτό. Δηλαδή, σε μια εποχή που μας έδιναν οι Ευρωπαίοι τόσα χρήματα για να υπάρξει ουσιαστική ανάπτυξη των υποδομών, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ο τάδε που είχε δέκα πρόβατα, έπρεπε να τα δηλώσει εκατό, για να έχει μεγαλύτερες αποδοχές. Αυτός δεν είναι ο επίσημος, δεν είναι ο πολιτικός, είναι ο απλός λαός. Αλλά και ο απλός λαός έκανε τέτοιες ζαβολιές, έτσι; Ή εκείνοι οι οποίοι έπαιρναν επιδόματα, δήλωναν τυφλοί, ενώ δεν ήταν τυφλοί, ή κωφοί και δεν ήταν κωφοί. Εχουμε μέρος ευθύνης, λίγο ή πολύ, πάρα πολλοί άνθρωποι, υπάρχουν και άλλοι που δεν έχουν ευθύνη, δεν τίθεται ζήτημα. Αλλά γενικά μιλώντας, πρέπει να καταλάβουμε ότι έχουμε ευθύνη.Σας είπα και προηγουμένως, η αντίσταση σε αυτό, δεν είναι οι γενικές θεωρίες, να είσαστε καλοί άνθρωποι, να λέτε την αλήθεια και τέτοια πράγματα, είναι η καλλιέργεια μιας πνευματικότητας, ένας τρόπος ζωής. Τι είναι αυτό που σημαίνει πραγματικά μια ευλογημένη και ευτυχισμένη ζωή; Να έχεις περισσότερα χρήματα και να κάνεις περισσότερα ταξίδια; Ή να είσαι πράγματι ένας άνθρωπος δίκαιος και αληθινός, ένας άνθρωπος της αγάπης; Εδώ είναι ο μεγάλος ρόλος της Εκκλησίας. Και καταλαβαίνουμε πάρα πολύ. Και σας είπα, ποιος είναι ο καλός ορθόδοξος; Αυτός ο οποίος έχει κάνει ένα σωρό ζαβολιές και ο οποίος κάνει και μία αφιέρωση μιας εικόνας στην εκκλησία και έχει τη συνείδησή του ήσυχη; Ε, όχι δεν είναι έτσι.Εμείς πρέπει να μιλήσουμε με προφητικό τρόπο και να πούμε «ακούστε, δεν είναι έτσι τα πράγματα». Αν διαβάσουμε όλα τα κείμενα τα οποία διαβάζονται στην Εκκλησία μας. Να μιλήσω για τη μεγάλη τη Σαρακοστή, τις προφητείες του Ησαΐα, μιλoύν αδιάκοπα για δικαιοσύνη και αλήθεια. Είναι ένα πρόβλημα, το οποίο με έχει πραγματικά απασχολήσει, ότι είναι ακατανόητα αυτά τα κείμενα σήμερα όπως διαβάζονται, γιατί είναι στη γλώσσα την πιο παλιά που την έχουμε αφήσει. Αλλά τα μηνύματα είναι αυτά. Αν θες πραγματικά να είσαι ορθόδοξος, δεν μπορείς να είσαι άνθρωπος ο οποίος κάνεις αδικίες, ο οποίος εκμεταλλεύεσαι τον άλλο, ο οποίος λες ψέματα, ο οποίος ζεις μια ζωή ανήθικη. Κατόπιν λες και ένα «Κύριε Ελέησον» και τέλειωσε, δεν είναι έτσι τα πράγματα.
Εχουμε αθωώσει το ψέμα, το θεωρούμε αυτονόητο
– Νιώθετε ίσως το γεγονός ότι έχει «στεγνώσει» από πνευματικότητα η Ορθοδοξία για τον Ελληνα; Οτι έχει γίνει απλώς μια συνήθεια, το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, και κάπου εκεί τελειώνει το πράγμα;
– Θα σας έλεγα, αποφεύγω τις γενικότητες, ότι για τον Ελληνα έχει γίνει έτσι. Υπάρχουν πολλοί Ελληνες για τους οποίους έχει γίνει έτσι. Αλλά υπάρχουν και πάρα πολλοί Ελληνες για τους οποίους δεν έχει γίνει έτσι. Υπάρχουν υπέροχοι άνθρωποι, οι οποίοι ζουν αληθινά, δεν κάνουν θόρυβο, ίσως δεν είναι γνωστοί πολύ, αλλά ζουν αληθινά την Ορθοδοξία με αυτόν τον τρόπο. Υπάρχουν όμως και άλλοι, που λέτε ότι προτιμούν να ανάψουν τη λαμπάδα και να φύγουν, και να μη μείνουν στη λειτουργία του Πάσχα, οι περισσότεροι. Αλλά αυτό είναι ένα θέμα το οποίο πρέπει να μας απασχολήσει. Ξέρω ότι πολλοί τώρα συζητούν για τις αιρέσεις, για το ένα, για το άλλο, εντάξει.Για εμένα εκείνο το οποίο βλέπω να πλανιέται είναι μια αδιαφορία και αν θέλετε δεν θα το έλεγα αθεΐα, οι λέξεις είναι πολύ βαριές. Μία αδιαφορία, η οποία θέλει άλλους τρόπους για να ξεπεραστεί. Πρέπει να μιλήσουμε περισσότερο για τα βασικά θέματα της δικής μας της πίστεως. Θέλει δουλειά, και εδώ είναι μεγάλη η ευθύνη της Εκκλησίας. Δηλαδή καλές είναι οι τελετές, αλλά δεν φτάνουν. «Ποιείν δίκαια και αληθεύειν αρεστά παρά Θεώ μάλλον ή θυσιών αίμα». Θυμάμαι τώρα μιαν άλλη κριτική την οποία έκανε ο Ντοστογιέφσκι σχετικά με το ψέμα, γιατί νομίζω ότι το μεγάλο πρόβλημα και εδώ, είναι ότι το ψέμα έχει αθωωθεί. Δεν θεωρείται λάθος ή αμαρτία ή έγκλημα. Ελεγε λοιπόν ο Ντοστογιέφσκι, νομίζω στους «Αδερφούς Καραμαζώφ», «μη λέτε ψέματα στους άλλους, μη λέτε ψέματα στον εαυτό σας. Γιατί όταν λέτε ψέματα στον εαυτό σας και στους άλλους, σιγά σιγά θα χάσετε την εκτίμηση στον εαυτό σας και στους άλλους. Και όταν χάσετε την εκτίμηση στον εαυτό σας και στους άλλους, όλα τα πάθη ευκολότερα θα αναπτυχθούν, και κυρίως δεν θα μπορείτε να αγαπάτε. Και κατόπιν θα έχετε και το παράπονο ότι είστε αδικημένοι. Είναι ωραίο να παίζει κανείς τον ρόλο του αδικημένου, έτσι»;Το παραφράζω, δεν θυμάμαι τις λέξεις ακριβώς του Ντοστογιέφσκι. Αυτό δεν συμβαίνει; Εχουμε αθωώσει το ψέμα, είναι καθημερινή πραγματικότητα, και πολλές φορές μπορεί να γίνει και σπορ· το θεωρούμε αυτονόητο. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί, όμως. Δηλαδή, δεν μπορεί να είναι αυτό ορθόδοξο.
Το πολιτικό στοιχείο είναι δεμένο στο Ισλάμ
– Eχετε ασχοληθεί πάρα πολύ με το Ισλάμ και είναι κάτι που όχι μόνο ακαδημαϊκά, το έχετε ζήσει κιόλας. Ισλάμ και χριστιανισμός μπορούν να ζήσουν μαζί; Μπορούν να συμβιώσουν;
– Για το Ισλάμ, πράγματι όπως είπατε τόλμησα κι έγραψα και δημοσίευσα το πρώτο βιβλίο το 1976, όταν έγινα καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τον πρώτο καιρό μιλούσα για τις δικές μου έρευνες που έκανα στην αφρικανική θρησκευτικότητα. Κατόπιν, κατάλαβα ότι το πιο σημαντικό πράγμα ήταν το Ισλάμ εδώ κι έψαξα τη βιβλιογραφία και είδα ότι δεν υπήρχε προηγουμένως κείμενο συστηματικό. Δηλαδή, πρέπει να έχουμε το θάρρος να βλέπουμε τον άλλο στο σύνολό του. Να βλέπουμε το Ισλάμ όχι σε μερικές εκφράσεις του μόνο, αλλά στο σύνολο. Αυτό δεν υπήρχε. Και έτσι αποφασίσαμε και στο πανεπιστήμιο οι φοιτητές μου ότι έπρεπε να δίνουν και εξετάσεις στο Ισλάμ. Πολλοί από αυτούς έχουν γίνει σήμερα μητροπολίτες και μερικοί είναι και Πατριάρχες.Το Ισλάμ δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Το Ισλάμ οπωσδήποτε έχει μια συνέχεια, καμιά φορά λέω, έχει πάρει τόσα στοιχεία από τον χριστιανισμό, από τον ιουδαϊσμό, από την πολυαραβική θρησκεία με τον δικό του τρόπο. Αλλά το πολιτικό στοιχείο στο Ισλάμ είναι δεμένο, και δεν το έχουμε καταλάβει. Και επίσης δεν έχουμε καταλάβει ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο Ισλάμ. Μόλις τώρα καταλαβαίνουμε και εμείς τη σύγκρουση που υπάρχει μεταξύ σουνιτικού και σιιτικού Ισλάμ. Αλλά πέρα από αυτό είναι πώς το ζουν το Ισλάμ ορισμένοι, κάτω από τα κηρύγματα των πιο ακραίων φανατικών και τα παρακολουθούμε τώρα πώς γίνονται. Και ξέρετε οι ακραίες ερμηνείες είναι πολύ πιο ευπρόσδεκτες από τον απλό λαό από ό,τι οι λεγόμενες συνθετικές και πιο ήπιες. Είναι σε μια εξέλιξη το πράγμα και φοβούμαι ότι στη Δύση δεν είχαν ποτέ συστηματικά ασχοληθεί με τη μελέτη αυτού του φαινομένου.
Είναι πολύ πιο σύνθετο φαινόμενο από ό,τι φαίνεται. Οταν... βλέπετε όλη αυτή τη βία. Πολλές φορές λέμε «α, δεν είναι βία. Το Ισλάμ δεν είναι βίαιο, είναι μια μορφή βιαιότητος». Ναι, αλλά ο άλλος που παίρνει το μαχαίρι πρόσφατα και σκοτώνει τους αθώους και φωνάζοντας αντί να λέει «Δόξα τω Θεώ» λέει «Αλλάχ ακμπάρ», «ο Θεός είναι δυνατός», κάτι σημαίνει εν πάση περιπτώσει. Οταν ό,τι έγινε για τους Πύργους στη Νέα Υόρκη είχε μια προετοιμασία –μελέτες του Κορανίου– έχει μια σημασία αυτό το πράγμα. Δηλαδή, δεν νομίζω ότι τα πράγματα είναι τόσο πολύ απλά και ρομαντικά. Να σας πω, όμως, κάτι το οποίο ίσως να φανεί λίγο παράδοξο.

Πριν από πολλά χρόνια είχα διατυπώσει την εξής άποψη σε περιβάλλοντα λίγο διεθνή. Οτι ο 20ός αιώνας είχε το φαινόμενο αυτό το οποίο γνωρίζουμε με τα κομμουνιστικά καθεστώτα, μια αντίσταση στην παλαιά αριστοκρατία και στους πλουσίους κάτω από συνθήματα του διαλλακτικού υλισμού, που ήταν γερμανικό κατασκεύασμα και προχώρησε με αυτά τα συνθήματα. Βεβαίως στο τέλος οδηγήθηκε στην περιπέτεια που ξέρουμε. Και έλεγα το ότι φοβούμαι ότι στον 21ο αιώνα αδικημένες κοινωνίες που έχουν την αίσθηση ότι είναι παραγκωνισμένες και υποτιμημένες από τις πλούσιες χώρες που δήθεν είναι χριστιανικές θα κάνουν έναν άλλο τύπο επαναστάσεως, τον οποίο δεν μπορούμε να προβλέψουμε χρησιμοποιώντας συνθήματα θρησκευτικά. Και αυτό το βλέπω. Δηλαδή πάρα πολλές από αυτές τις αδικημένες κοινωνίες, που κάποτε ήταν κάτω από την αποικιοκρατία των δυτικών δυνάμεων που έβαζαν και το όνομα χριστιανισμός, έχουν εξεγερθεί με συνθήματα τέτοια. Και αυτά τα συνθήματα τα θρησκευτικά δεν αντιμετωπίζονται με τανκς και αεροπλάνα. Να ξέρετε το θρησκευτικό βήμα είναι πάρα πολύ ευαίσθητο και μπερδεμένο, είναι λίγο σαν την πυρηνική ενέργεια. Οταν αρχίζει να διαχέεται δεν μαζεύεται.
– Και η απάντηση της Δύσης, ποια πρέπει να είναι;
– Η απάντηση της Δύσης είναι περισσότερη σοβαρότητα, περισσότερο να μελετήσει σοβαρά πρώτα από όλα τις αδικίες που έχει κάνει και δεύτερον να φροντίσει να διορθώσει ένα φοβερό λάθος που έκανε. Η Ευρώπη ιδιαίτερα, περισσότερο από την Αμερική σνόμπαρε τον χριστιανισμό. Πραγματικά προσπάθησε να τον υπονομεύσει και δημιούργησε ένα κενό πίστεως στο οποίο κενό πίστεως, το Ισλάμ ευκολότερα εισδύει. Προσφέρει μια πίστη. Απλή, που πολύ γρήγορα, μέσα σε πέντε λεπτά την προσδιορίζει, αλλά προσφέρει μια πίστη. Και μια Ευρώπη χωρίς πίστη δεν ξέρω εάν θα αντέξει. Αρα, η αντίσταση είναι μια ζωντανή πίστη στον Θεό της αγάπης για να μπορέσει όλη αυτή η βία, που με συνθήματα άλλα εξελίσσεται, να περιοριστεί.
Κοιτάξτε, έχω την αίσθηση ότι είμαστε καθυστερημένοι, είπατε προηγουμένως για μοντερνισμό. Ποιος είχε υπολογίσει τον τρόπο; Σε ποιες στρατιωτικές σχολές είχε υπολογιστεί ο πόλεμος όπως γίνεται σήμερα; Μιλούσαν για τον παλιό πόλεμο επί Ναπολέοντος… Αλλος τύπος πολέμου σήμερα. Διαφορετικός, ασύμμετρος. Ποιος τον είχε υπολογίσει; Αυτά είναι τα τεράστια κενά της Δύσεως. Ποιος είχε υπολογίσει τη δύναμη του θρησκευτικού βιώματος στον πόλεμο; Oλα είχαν –πώς το λένε– με περιφρόνηση μιλήσει για τη θρησκεία ότι είναι ένα πράγμα ξεπερασμένο. Δεν είναι ξεπερασμένο ό,τι ανήκει στην ουσία της ανθρωπίνης υπάρξεως και της λαχτάρας. Γι’ αυτό λοιπόν, η ευθύνη των Εκκλησιών είναι τεραστία. Οι χριστιανοί πρέπει να είμαστε όλοι μαζί και κυρίως μιλάω για την Ορθοδοξία. Η Ορθοδοξία δε μπορεί να είναι απλώς ένα μουσείο του παρελθόντος. Μιλούμε για μια Ορθοδοξία ζωντανή, ενωμένη που έχει ένα ρόλο και μια αποστολή στη σύγχρονη κοινωνία. Αλλά αυτό δεν θα το δώσουμε με γενικότητες και αοριστίες, θα μιλήσουμε για τα ουσιαστικά της δικής μας της πίστεως. Ξαναγυρίζω πάλι σε αυτό που σας είπα ότι αυτός ο Θεός στον οποίο απευθυνόμαστε είναι Θεός Αλήθειας, Δικαιοσύνης και Αγάπης και Θυσίας. Και αυτό το στοιχείο ποιος άλλος θα το προσφέρει; Παρά μόνο μια ζωντανή Εκκλησία. Θυμάμαι τώρα έναν στίχο του Eλιοτ, μερικά ξέρετε, αυτά που διαβάζαμε στα νεανικά μας χρόνια έχουν κολλήσει και ξαναγυρίζουν και στα μεγάλα χρόνια που ζούμε τώρα. «Πού είσαι σοφία, που σε χάσαμε στη γνώση. Και πού είσαι γνώση, που σε χάσαμε στην πληροφόρηση». Δεν θέλω να μιλήσω εναντίον των μέσων ενημερώσεως που ασχολούνται με την πληροφόρηση. Και τελικά κάτι άλλο το οποίο έλεγε, αυτό το είχε γράψει νομίζω πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε αυτό το «Πείραμα του Βράχου» και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε προσθέσει το εξής: «Η μόνη σοφία που μπορούμε να αποκτήσουμε στη ζωή είναι η ταπεινοφροσύνη. Η ταπεινοφροσύνη δεν έχει τέλος».
– Θέλω να μείνω για ένα λεπτό στο θέμα της Ευρώπης. Η Ευρώπη γερνάει, η Ευρώπη αντιμετωπίζει το πρόβλημα της τρομοκρατίας και μια φοβερή πίεση από μια ήπειρο που την ξέρετε καλά – όλο αυτό το κύμα της μετανάστευσης. Θα αντέξει πιστεύετε η Ευρώπη σε αυτές τις πιέσεις;
– Κοιτάξτε. Προφητικό χάρισμα δεν έχω, αλλά νομίζω ότι η Ευρώπη έχει πολλά αντισώματα, τα οποία σε κρίσιμες στιγμές ενεργοποιούνται. Είχαμε αυτοδιαλυθεί με τους πολέμους στην Ευρώπη, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αρχίσαμε και σκεπτόμαστε ότι καιρός πια να είμαστε όλοι μαζί ενωμένοι παρά τις διαφορές μας. Εχω την αίσθηση ότι η Ευρώπη έχει τέτοιες δυνατότητες και τέτοια αντισώματα.
Η Ευρώπη μέσα στην οποία ο Χριστιανισμός είναι μια ζωντανή πραγματικότητα, έχει τεράστιες δυνατότητες. Γιατί παραμένει πάντοτε με όλον αυτόν τον πλούτο της παραδόσεως και της δυναμικότητας των ανθρώπων. Και μέσα στην Ευρώπη δεν βλέπω μόνο την Ε.Ε. Βλέπω και τη Ρωσία, βλέπω και άλλες περιοχές έτσι; Αλλά το θέμα δεν είναι προφητείες αυτή τη στιγμή. Το θέμα είναι επιστράτευση και εγρήγορση για να μπορέσουμε όλα τα δυναμικά στοιχεία που έχουμε μέσα μας περισσότερο να τα αναπτύξουμε.
Η Εκκλησία δεν πρόκειται να γίνει ΜΚΟ
– Eχω διαβάσει μερικά από τα γραπτά σας, που λέτε ότι η Εκκλησία πρέπει να γίνει πιο μοντέρνα, να ανοιχτεί στα νέα ρεύματα της κοινωνίας. Από την άλλη, όμως, αυτό που βλέπουμε είναι ότι ο κόσμος που ανήκει στην Εκκλησία, ο σκληρός πυρήνας, θέλει μια επιστροφή στην παράδοση –αν θέλετε– σε πιο παραδοσιακές αξίες. Πώς συμβιβάζονται αυτά τα δύο;
– Σε πάρα πολλά κείμενα, και στο «Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία» και στο τελευταίο «Εγρήγορση» κ.λπ., εκείνο το οποίο τονίζω είναι ότι η Εκκλησία θα μείνει πιστή σε αυτό που είναι, να είναι Εκκλησία. Δεν πρόκειται να γίνει μια ΜΚΟ, ένας κοινωνικός θεσμός απλώς. Αν χάσει τον μυστηριακό, σωτηριολογικό της χαρακτήρα, αν πάψει να μιλάει για τα ουσιαστικά προβλήματα της ζωής, του θανάτου και της ελπίδος, δεν είναι πια Εκκλησία. Αρα, επ’ ουδενί λόγω θα πρέπει να σκεφτούμε ότι θα αλλάξει τον χαρακτήρα της, ίσα ίσα πρέπει να βρει τον χαρακτήρα της. Να μιλάει αδιάκοπα γι’ αυτά τα ουσιαστικά θέματα, ζωής, θανάτου, ελπίδος, δικαιοσύνης, αλήθειας. Αλίμονο αν δεν μιλάει γι’ αυτά. Αλίμονο αν πάψει να είναι το μυστικό σώμα του Χριστού στην κοινωνία, αλλά και σε οποιαδήποτε κοινωνία.
Κοιτάξτε, το νερό δεν χρειάζεται μοντερνισμό. Το νερό που έπιναν ο Ομηρος και οι άλλοι το πίνουμε κι εμείς σήμερα. Δεν είμαστε πιο μοντέρνοι επειδή θα πιούμε κόκα κόλα. Η Εκκλησία αδιάκοπα μεταφέρει αυτό το μήνυμα του ζώντος Θεού, του Θεού της αγάπης, μεταφέρει αυτό το παράδοξο ότι ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ. Αυτό βεβαίως θα εκφραστεί –η αγάπη– με άλλους τρόπους, με άλλη γλώσσα, με άλλες πρωτοβουλίες, με άλλα έργα, τα οποία γίνονται, αλλά αυτό παραμένει η μόνιμη ταυτότητα της Εκκλησίας, από τότε που ιδρύθηκε μέχρι σήμερα. Υπάρχουν βεβαίως άνθρωποι που λένε «αυτά είναι τώρα αστειότητες». Εξαρτάται. Η αγάπη θα εκφραστεί με λόγο, θα εκφραστεί με σιωπή, με χαμόγελο, θα εκφραστεί και με συμπαράσταση αλλά και με έργα, και το ένα και το άλλο. Οταν ο Απόστολος Παύλος μιλάει αδιάκοπα για έργα, όταν ο ίδιος ο Κύριος, ο οποίος είναι ο Λόγος του Θεού, λέει ότι όλα αυτά πρέπει να έχουν μέσα το στοιχείο της αγάπης. Ολα μεταμορφώνονται χάρη σε αυτό.Είμαι απολύτως βέβαιος ότι αυτό το πράγμα δεν μπορεί να το κάνει κανένας άλλος θεσμός κοινωνικός. Ξέρετε ότι ο δικός μου χώρος στο πανεπιστήμιο για 20 χρόνια ήταν τα μη χριστιανικά θρησκεύματα. Και είχα την ευκαιρία, εκτός από τις σπουδές, ας πούμε τις θεολογικές, εδώ και στη Γερμανία, να ταξιδεύω σε όλον τον κόσμο. Είμαι απόλυτα βεβαιωμένος ότι από τα πιο συνταρακτικά κείμενα τα οποία έχουν γραφεί σχετικά με το υπερβατικό, με τη λαχτάρα του απολύτου, είναι αυτή η διατύπωση του Αποστόλου Ιωάννου «ο Θεός αγάπη εστί». Και το γεγονός ότι αυτό το παράδοξο, βεβαίως, το απίστευτο για πολλούς ανθρώπους, αλλά το συνταρακτικό για όλους μας ότι αυτός ο Θεός της αγάπης ήρθε όχι σαν αυτοκράτορας, όχι σαν ένας μεγάλος στρατηγός, αλλά ανάμεσά μας και έζησε όπως έζησε. Αν αυτά η Εκκλησία παύει να τα ακτινοβολεί και να τα ζει, τι Εκκλησία είναι τότε;
Είμαι αισιόδοξος γιατί έχουμε τεράστιες δυνατότητες
– Και θέλω έτσι κλείνοντας αυτή τη συζήτηση, επειδή έχετε έναν τρόπο να κοιτάτε τον κόσμο και να μιλάτε στην ψυχή του, τι θα λέγατε στον μέσο Eλληνα ο οποίος νιώθει πολλές φορές ότι δεν υπάρχει φως στο βάθος αυτής της κρίσης;
– Α, θα του έλεγα το πολύ απλό: «Μη συμφιλιωθείς με την παρακμή. Θα κάνουμε αντίσταση στην παρακμή». Εγώ έζησα τα νεανικά μου χρόνια, άρχισα να πρωτονιώθω τον εαυτό μου στα γερμανικά χρόνια. Ξέρετε, είμαι μεγάλος πια, είμαι 88. Λοιπόν, δεν συμφιλιωθήκαμε με εκείνη την περίπτωση. Αντισταθήκαμε. Σήμερα, η παρακμή είναι διαφορετική. Θα αντισταθούμε σε αυτήν την παρακμή. Και πρέπει να σας πω ότι στους ανθρώπους που με επισκέπτονται –μπορεί να είναι από διάφορες κατηγορίες και από διάφορες ειδικότητες–, όταν τους εύχομαι, τους εύχομαι πάντα το εξής: «Κάνε αντίσταση ποιότητος στον τομέα που βρίσκεσαι». Είσαι γιατρός. Θα αντισταθείς, δεν θα πάρεις τα φακελάκια. Είσαι, πώς το λένε; Θρησκευτικός. Θα αντισταθείς. Δεν θα συμφιλιωθείς με την εξωτερική μόνο μορφή της θρησκευτικότητος. Θα ζήσεις το μυστήριο της πίστεως βαθιά. Αντιστάσου.
Νομίζω ότι αυτό το σύνθημα μπορεί να περάσει σε όλους μας. Ακούστε, δεν χρειάζεται όλοι να το κάνουν αυτό. Πολλές φορές τα λίγα κύτταρα του οργανισμού δημιουργούν αντίσταση στα κύτταρα τα καρκινικά. Λοιπόν, εγώ είμαι αισιόδοξος. Αισιόδοξος για το μέλλον της Ελλάδας. Κύριε Παπαχελά, είμαστε πλούσιος λαός. Η θέση στην οποία βρισκόμαστε, η ομορφιά μέσα στην οποία ζούμε, η παράδοση την οποία έχουμε, τα παραδείγματα τα οποία έχουμε· μόνο ο καιρός. Περισσότερο να σκεπτόμαστε τον Καποδίστρια και λιγότερο μερικούς άλλους που πρόδωσαν την Ελλάδα. Περισσότερο να σκεπτόμαστε τις μορφές τις όμορφες της Ιστορίας, αν θέλετε περισσότερο να βλέπουμε τις γιαγιάδες στα νησιά μας, που έπαιρναν και έδιναν στα πιτσιρίκια που ερχόντουσαν ως πρόσφυγες το γάλα, παρά μερικούς άλλους ανθρώπους, οι οποίοι απλώς εκμεταλλεύονται το Α και το Β. Eχουμε τεράστιες δυνατότητες αντιστάσεως.
Eχουμε τεράστιες δυνατότητες ακτινοβολίας. Δεν θα το κάνουμε επειδή είμαστε πλειοψηφία. Και ποιος είπε ότι η ομορφιά σχετίζεται πάντα με τον όγκο; Και εγώ πιστεύω σε μία Ορθοδοξία και το λέω πολύ συχνά, ότι υπάρχουν τρία πράγματα στην Ορθοδοξία που πάντα είναι μαζί: η αλήθεια, η αγάπη και το κάλλος. Λοιπόν, αυτά τα έχουμε στην Ελλάδα σαν μια ολόκληρη παράδοση με χίλιους τρόπους. Αυτά πρέπει να τα ζωντανέψουμε και πάλι· σε όλους τους τομείς. Αλήθεια, αγάπη και ομορφιά. Εχετε την εντύπωση ότι τα μεγάλα κράτη επειδή είναι μεγάλα δεν ζηλεύουν αυτά τα τρία πράγματα;
Η υπηκοότητα
Η χορήγηση αλβανικής υπηκοότητας στον Αρχιεπίσκοπο Τιράνων-Δυρραχίου και Πάσης Αλβανίας Αναστάσιο, με διάταγμα που υπέγραψε ο πρόεδρος της χώρας Ιλίρ Μέτα, άργησε 25 χρόνια. Και αποτελεί δικαίωση του φωτισμένου ιεράρχη για το τιτάνιο έργο της ανόρθωσης της κατεδαφισμένης Ορθόδοξης Εκκλησίας την περίοδο του κομμουνιστικού καθεστώτος Χότζα. Οσοι βίωσαν από κο- ντά την (υπερ)προσπάθειά του να αναστηλώσει μαζί με τις γκρεμισμένες εκκλησίες και τα ισοπεδωμένα μοναστήρια το ενταφιασμένο φρόνημα των ορθόδοξων χριστιανών ομιλούν περί θαύματος.

Η απόδοση της υπηκοότητας ήταν η επίσημη αναγνώριση από το αλβανικό κράτος της τεράστιας συμβολής του στη διαμόρφωση του σύγχρονου προφίλ της Αλβανίας.

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 2018

Βρισκόμαστε ήδη στην πρώτη μέρα του νέου έτους 2018, το οποίο εκβάλλει στην τρίτη μ. Χ. Χιλιετία.
          Τέτοιες μέρες σύμφωνα με τις παραδόσεις των λαών ανταλλάσσονται εγκάρδιες ευχές σε παγκόσμια κλίμακα. Οι άνθρωποι επιζητούν, επιθυμούν και εύχονται καλύτερες συνθήκες διαβίωσης,να αξιοποιηθούν οι κόποι τους και να φέρουν μεγαλύτερη καρποφορία. Να πετύχουν οι κάθε είδους προσπάθειες τους και να δοκιμάζουν βιώματα χαράς και ευδαιμονίας.
          Η Εκκλησία μας στην ανατολή του νέου έτους το κύριο μήνυμα που προσφέρει στα παιδιά της, είναι το κήρυγμα του τιμίου Προδρόμου, το οποίο οδηγεί τον ενδιαφερόμενο άνθρωπο σε πνευματική ωφέλεια και στην επίτευξη ουσιαστικότερης σχέσεως με το Θεό και τον συνάνθρωπο. Σήμερα ακούγεται σαν εγερτήριο σάλπισμα ο λόγος του Προδρόμου: “Ετοιμάσατε την οδό Κυρίου, ευθείας ποιείτε τας τρίβους αυτού”.
          Η ετοιμασία αυτή αφορά τον ψυχικό και πνευματικό μας κόσμο και εξασφαλίζεται με την διόρθωση των παθών και αδυναμιών μας και με την αλλαγή του παλαιού εαυτού μας.
          Το μήνυμα δόθηκε από τον Πρόδρομο.
          Όμως το πόσοι θα το προσέξουν και το πόσοι θα το επιδιώξουν είναι κάτι που το δείξουν οι προσωπικοί μας αγώνες και τα ανάλογα βιώματα.
          Όσοι θα το πετύχουν θα έχουν ουσιαστικό κέρδος όχι μόνο στην πορεία του νέου χρόνου, αλλά και κατόπιν στο “χώρο”  της τρίτης χιλιετίας που διανύουμε.
          Ευχή μας: Καλή πορεία εν ειρήνη και πάση ευλογία.
                                      Με πρωτοχρονιάτικες ευχές
                                      Πρωτοπρεσβύτερος
                                      Γερασιμάγγελος Στανίτσας