Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Γονείς...

Επίσκόπος Αικατερίνμπουργκ Ειρηναίος

Γονείς, φραχθείτε από το φθόνο, και φυλάξτε και τα παιδιά σας απ’ αυτόν. Πολεμήστε με όλη σας την αποφασιστικότητα κάθε εμφάνιση φθόνου στις ψυχές τους και μη προκαλείτε με την εμπαθή συμπεριφορά σας τη ζήλεια μεταξύ τους. Δείξτε τους με τα λόγια και το παράδειγμά σας πόσο ο Θεός βδελύσσεται το φθόνο.
Καλλιεργήστε, τέλος, στις απαλές και δεκτικές ψυχές τους την αντίθετη προς το φθόνο αρετή, την καλωσύνη προς όλους, για να γίνουν τα παιδιά σας πραγματικά παιδιά του Ουράνιου Πατέρα, ο Οποίος «Τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και άδικους» (Ματθ. ε’. 45).

Το φως των Χριστουγέννων


 
π.Αλέξανδρος Σμέμαν

Το φως των Χριστουγέννων συναντά το σκοτάδι της κακόβουλης εξουσίας που την έχει διαφθείρει ο φόβος και η καχυποψία. Από τη μια πλευρά: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Από την άλλη μια τρομακτική, συνεχώς κακή βούληση, ο ρόγχος ενός μισοπεθαμένου καθεστώτος που μισεί το φως, τον κόσμο, την ελευθερία, την αγάπη και επιθυμεί διακαώς να τα ξεριζώσει χωρίς έλεος. Γιατί να νοιαστεί αυτή η κακόβουλη εξουσία για τις κραυγές και το κλάμα των μητέρων που δε θα βρουν καμιά παρηγοριά; Δυο χιλιάδες χρόνια πέρασαν από τότε, αλλά οι ίδιες δύο εξουσίες εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες η μια απέναντι στην άλλη στον πολυβασανισμένο πλανήτη μας: η εξουσία της γυμνής δύναμης, η τυφλωμένη από το φόβο και τρομακτικά απάνθρωπη και η ακτινοβόλα εξουσία του παιδιού της Βηθλεέμ. Φαίνεται όμως πως όλη η εξουσία, όλη η δύναμη βρίσκεται στα χέρια αυτής της γήινης αρχής, στα χέρια της αστυνομίας της, των ανακριτών της, στα χέρια αυτού του αθάνατου συστήματος των νυκτερινών επιχειρήσεων. Μόνο όμως φαινομενικά: επειδή ποτέ δεν παύουν να λάμπουν το αστέρι και η εικόνα της Μητέρας με το Βρέφος, ο ύμνος «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ» δεν έχει σιγήσει, και η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη ζουν. Τα Χριστούγεννα ήρθαν και έφυγαν, αλλά η λάμψη τους μένει.


Το αστέρι


Γ.Δροσίνης
Τὴν ἅγια νύχτα τὴ Χριστουγεννιάτικη
—ποι
ὸς δὲν τὸ ξέρει; —
τ
ῶν Μάγων κάθε χρόνο τὰ μεσάνυχτα
λάμπει τ'
ἀστέρι.

Κι’
ὅποιος τὸ βρεῖ μέσ’ στ' ἄλλα ἀστέρια ἀνάμεσα
κα
ὶ δὲν τὸ χάσει
σ
ὲ μιὰ ἄλλη Βηθλεὲμ ἀκολουθῶντας το
μπορε
ῖ νὰ φτάσει.

Θ.Φ.

Χρόνια Πολλά σε όλους τους φίλους του ιστολογίου σας

Η ομορφιά


 Κώστας Τσιρόπουλος

Tο μάτι του σώματος είχε διδαχθεί να διακρίνει την ομορφιά του κόσμου, είχε διδαχθεί να δημιουργεί την ομορφιά της Τέχνης και είχε μάθει να χαίρεται όσα διαιώνια γεγονότα ευγέ­νειας και κάλλους όρθωνε εμπρός του το παρελθόν. Είχε διδαχθεί να προσθέτει ομορφιά και αρμονία στην ομορφιά και αρμονία της Δημιουργίας και είχε συνει­δητοποιήσει, αναριγώντας, τον κόσμο ως έναν ένθεο ναό όπου το κάλλος του το ορατό μιλούσε για το κάλλος το αόρατο —γιατί ο πνευματικός πολιτισμός είχε δημιουργήσει μιαν οργανική ενότη­τα ανάμεσα στο μάτι του σώματος και στο μάτι του πνεύματος. Έτσι ορθώθη­καν μέσα στον δόλιο, φθοροποιό χρόνο, τα μνημεία, έτσι διδάχτηκε ο άνθρωπος να επιδιώκει και αυτός να είναι όμορφος, και ο περίγυρος του.
Αυτές τις διαιώνιες διδαχές έρχεται σε διαδοχικά κύματα μια βαρβαρότητα μέσα στις τελευταίες δεκαετίες ... και τις εξανεμίζει. Ο άνθρωπος έπαψε να θέλει την ομορφιά, έπαψε να την επιδιώκει. Αφού καταστρέφει και ασχημίζει συστηματικά την φύση, ασχημίζει και το σπίτι του, και τον ίδιο του τον εαυτό. Βλέποντας παν­τού την βία και τον θάνατο, έχασε και την αθωότητα, και την ευαισθησία του ματιού του, και την εσωτερική του ισορ­ροπία όπου κυοφορούνται μέσα σε μυ­στηριώδη διαύγεια τα μεγάλα πολιτιστι­κά έργα, και την αίσθηση της ομορφιάς.

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Ἡ κένωσις


 Σταῦρος Ζουμπουλάκης

Ἡ κένωσις, ἡ ἑκούσια πτωχεία τοῦ Πλουσίου καὶ ἡ ἠθελημένη ἀδυναμία τοῦ Δυνατοῦ, ἀνήκει μόνο στὸν Θεό, εἶναι τὸ ἀκατανόητο μυστήριο τῆς θείας ἀγάπης. «Οὐ γὰρ ἔστιν ἀνθρώπων οὐδεὶς ὃς τοῦτον οἰκειώσεται τὸν λόγον. Οὐδεὶς τῶν πώποτε γενομένων ἁγίων, μονογενὴς ἣν Θεός, γενόμενος ἄνθρωπος. Τοῦτο γὰρ ἔστιν ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχοντα, μορφὴν δούλου λαβεῖν» γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, σχολιάζοντας τοὺς παραπάνω στίχους τῆς Πρὸς Φιλιππησίους (PG 45, 683 BC).
Ὡστόσο ἡ κενωτικὴ κίνηση ὁρίζει, γιὰ ὅλους μας, τὸν τρόπο τῆς ἀγάπης. H ἀγάπη εἶναι κενωτικὴ καὶ ὁ παντοτινὸς τύπος καὶ ὑπογραμμός της εἶναι ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ. Μὲ ἄλλα λόγια, ἀγάπη δὲν σημαίνει νὰ κρατήσεις σὰν λάφυρο (ἁρπαγμόν) αὐτὸ ποὺ ἔχεις οὔτε, πολὺ περισσότερο, νὰ ἀποκτήσεις ἄλλα λάφυρα, ἀλλὰ νὰ δώσεις, δηλαδὴ νὰ χάσεις, νὰ χάσεις ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σου. H ἀγάπη εἶναι θυσία. Ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλάει γιὰ τὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ ὄχι θεωρητικά, στὸ πλαίσιο μιᾶς χριστολογικῆς συζήτησης, ἀλλὰ μέσα σὲ ἡθικὰ συμφραζόμενα, καλώντας ἀκριβῶς τοὺς χριστιανοὺς τῶν Φιλίππων νὰ ἀποκτήσουν τὸ κενωτικὸ φρόνημα τοῦ Χριστοῦ:
μηδὲν κατὰ ἐρίθειαν ἢ κενοδοξίαν, ἀλλὰ τῇ ταπεινοφροσύνῃ
ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν. (2, 3).
Μὴν κάνετε τίποτε ἀπὸ ἀνταγωνισμὸ ἢ ἀπὸ ματαιοδοξία, ἀλλά μὲ
ταπεινοφροσύνη
ἂς θεωρεῖ ὁ καθένας ἀνώτερό του τὸν ἄλλο.
H λέξη κένωσις τοῦ ἀποστόλου Παύλου κυκλοφορεῖ ἀμετάφραστη στὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες. Ἀκόμη περισσότερο ἀμετάφραστο μένει τὸ νόημά της στὴ ζωή μας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἑορτάζουν τίποτε, ἁπλῶς ψωνίζουν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ( Μτθ. 2, 13-23)

ΤΟ ΒΕΒΑΙΟΤΕΡΟ ΓΕΓΟΝΟΣ

        Ανάμεσα στις εκπληκτικές επιδόσεις του σύγχρονου  ανθρώπου ήταν και η αύξηση του μέσου όρου της ζωής του. Και οι προσπάθειες συνεχίζονται για την παράταση της ανθρώπινης ζωής. Ο,τιδήποτε όμως κι αν γίνει, όσο κι αν παραταθεί η ανθρώπινη ζωή, ένα είναι βέβαιο: κάποτε θα έλθει ο θάνατος και για μας, έστω κι αν ζήσουμε χίλια χρόνια. Γι’ αυτό χωρίς αμφιβολία θα μπορούσαμε να πούμε, ότι για τον άνθρωπο το μόνο βέβαιο γεγονός είναι ο θάνατος.
        Από τη στιγμή της συλλήψεως ενός εμβρύου είναι σίγουρο με μαθηματική ακρίβεια, ότι η ανθρώπινη ζωή κάποτε αργά ή γρήγορα θα πεθάνει.
        Σε τι ωφελεί λοιπόν να αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα αυτή με υστερία και νευρικότητα; Το καλύτερο είναι να επωφεληθούμε από τις υπομνήσεις που μας προσφέρονται με ποικίλους τρόπους. Μια απ’ αυτές είναι εκείνη από τη σημερινή  ευαγγελική διήγηση με τον θάνατο του θηριώδους Ηρώδη: «και ην εκεί έως της τελευτής του Ηρώδου» ( Ματθ. 2,19).
        Τι συμβαίνει συνήθως; Οι περισσότεροι από μας θυμόμαστε τον θάνατο, όταν πεθαίνει κάποιος συγγενής ή φίλος, για να τον λησμονήσουμε και πάλι σε λίγο. Τον θυμόμαστε κάπως περισσότερο, όταν ο αποθανών είναι πιο στενός συγγενής μας. Αλλά και πάλι αυτή η μεγαλύτερη απασχόληση μας γύρω από τον θάνατο συνήθως μας βλάπτει. Μεγαλώνει τη στεναχώρια μας για τον αποχωρισμό του αγαπημένου μας προσώπου και μας οδηγεί στην απογοήτευση για τα ανθρώπινα πράγματα και κάποτε σε μερικούς η φοβία μένει μόνιμα στην ψυχή τους.
        Πάντως σε όλες τις περιπτώσεις η προσπάθεια του περιβάλλοντος μας συνίσταται στο να μας κάνουν να «ξεχάσουμε» όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Και σωστά, γιατί αν πρόκειται ν’ απασχολούμαστε με τον θάνατο με αυτό τον καταθλιπτικό τρόπο, είναι καλύτερα να τον λησμονούμε, αφού ούτε ωφελούμαστε ούτε και ωφελούμε.
        Υπάρχει και μια άλλη μικρή, ίσως, μερίδα ανθρώπων, οι οποίοι ασχολούνται με τον θάνατο με ένα διαφορετικό τρόπο. Είναι αυτοί που προσπαθούν συνεχώς να έχουν «μνήμη θανάτου». Αυτοί είναι συνήθως κατηφείς, η θλίψη είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπο τους, δεν απολαμβάνουν καμιά χαρά της ζωής και συνεχώς στις συζητήσεις τους αναφέρουν τόσο πολύ το θέμα του θανάτου, σε σημείο που να γίνονται αποκρουστικοί. Δεν έχουν καμιά όρεξη για την εργασία τους και δεν ενδιαφέρονται για τίποτε εγκόσμιο. Αυτοί μάλλον σύρονται από τη ζωή δεν την ζουν και πολύ λιγότερο δεν την οδηγούν. Βλέποντας κανείς τέτοιους ανθρώπους θα σκέπτεται, ότι οι άνθρωποι αυτοί χάνουν μεν την παρούσα ζωή τους, αλλά κερδίζουν την αιώνια. Το ερώτημα όμως είναι: η άγονη ζωή τους, την οποία σπαταλούν, και ο μη χριστιανικός τρόπος που αντιμετωπίζουν τον θάνατο, τους εξασφαλίζει την αιώνια ζωή; Είναι αμφίβολο.
        Τι πρέπει λοιπόν να γίνει με την αντιμετώπιση του θανάτου; Ό,τι ακριβώς γίνεται με όλα τα αναπόφευκτα γεγονότα. Τα  αντιμετωπίζει κανείς όσο το δυνατό καλύτερα. Και το καλύτερο στην προκειμένη περίπτωση είναι το αναπόφευκτο γεγονός του θανάτου να γίνει ερέθισμα και κίνητρο δημιουργικό.
        Τι προσπαθούμε να κάνουμε όταν έχουμε να τελειώσουμε πολλά πράγματα και ο χρόνος που έχουμε είναι λόγος; Βιαζόμαστε και δεν σπαταλάμε άδικα κανένα λεπτό και η προσοχή μας είναι στραμμένη στην εργασία μας. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και ως προς το γεγονός του θανάτου. Επειδή δεν γνωρίζουμε την ώρα και ο «καιρός συνεσταλμένος εστί», πρέπει να είμαστε εδώ εντάξει με την αποστολή μας και να τελειώνουμε περισσότερο έργο σε λιγότερο χρόνο. Πρέπει να δουλεύουμε με ρυθμό τέτοιο σαν να πρόκειται να πεθάνουμε την επομένη, η δε ποιότητα της εργασίας μας να είναι τέτοια σαν να πρόκειται να διαρκέσει αιώνια.
        Και αυτά μπορούν να γίνουν δεκτά ακόμα και από ένα μη πιστό άνθρωπο. Ο πιστός όμως έχει επί πλέον πλεονεκτήματα. Γνωρίζει ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ζωής, αλλά η θύρα δια της οποίας μεταβαίνει «εκ του θανάτου εις την ζωήν». Πιστεύει ότι συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων οι οποίοι «ου μη γεύσονται θανάτου εις τον αιώνα». Ακόμα πιστεύει, ότι αυτό το θνητό και φθαρτό σώμα θα περιβληθεί με αφθαρσία και ο θάνατος με την Ανάσταση του Χριστού «κατεπόθη εις νίκος». Ο πιστός δια του θανάτου μεταφέρεται σ’ εκείνη την ζωή που έχει εξαλειφθεί «παν δάκρυον…. Και ο θάνατος ουκ έστι έτι, ούτε πένθος, ούτε κραυγή, ούτε πόνος» ( Αποκ. 21,4). Όλα εκεί έχουν γίνει νέα. Δεν υπάρχει νύχτα, γιατί το Φως το αληθινό και η δόξα του Θεού την φωτίζει διαρκώς. Θα έχουν «την χαράν πεπληρωμένην εν αυτοίς» ( Ιωάν. 17,13), διότι η Βασιλεία του Θεού είναι «δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν πνεύματι Αγίω» ( Ρωμ. 14,17).
         Και τότε εκείνος που πιστεύει, ότι μετά θάνατο ακολουθούν  αυτά τα αγαθά θα φοβάται τον θάνατο ή θα τον ποθεί; Δεν θα προετοιμάζεται με χαρά εδώ για να λάβει μέρος στο Δείπνο της Βασιλείας, στο οποίο θα ακούγεται συνεχώς «ήχος καθαρός εορταζόντων;» Δεν θα καίγεται από την επιθυμία και δεν θα θεωρεί «πολλώ μάλλον κρείσσον» «το  αναλύσαι και συν Χριστώ είναι;» Φιλιπ. 1,23). Αλλά και οι συγγενείς του θανόντος που πιστεύουν, ότι οι δικοί τους μεταβαίνουν από τον θάνατο στην ζωή, παρ’ όλο τον αποχωρισμό, δεν θ’ αφήσουν να έρθει η θλίψη στην ψυχή .
        Μια τέτοια αντιμετώπιση του θανάτου εκ μέρους των πιστών θ’ ασκήσει μεγάλη επίδραση στο περιβάλλον τους. Θα οικοδομήσει μια τέτοια προπαρασκευή του πιστού για την αιωνιότητα, που δεν θα είχε καμιά σχέση με την απαισιόδοξη και καταθλιπτική αντιμετώπιση που αναφέραμε παραπάνω.
        Το ατύχημα όμως και για μας τους χριστιανούς είναι ότι, κατά κανόνα, είτε δεν αντιμετωπίζουμε καθόλου το πρόβλημα του θανάτου, είτε το αντιμετωπίζουμε με κακό τρόπο.
        Είναι πλέον καιρός να μην εθελοτυφλούμε για το δικό μας κυρίως πνευματικό συμφέρον.
 
π.Γ.Στ.   

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2010, ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΦΑΤΝΗΣ



 
        Τη νύχτα των Χριστουγέννων μας αγκαλιάζει ο ωκεανός των μυστηρίων του Θεού. Τίποτε από τα ανθρώπινα δεν είναι αληθινό μυστήριο, γιατί το μυστήριο είναι η αποκλειστικότητα του Θεού. Ο Κύριος είναι ανερμήνευτος και άγνωστες οι βουλές Του. Ο άνθρωπος αποκαλύπτει το εντός του μυστήριο και γίνεται μυστηριώδης, μόνο όταν συνάψει διάλογο με τον Θεό και αποδεχθεί την πατρότητα και υποταγή.
        Η νύχτα αυτή  που απλώνεται πάνω μας, είναι μια νύχτα μέγιστη. Νύχτα υποταγής. Υποταγής όχι βέβαια σε νόμους ή θελήματα ξένα , αλλά υποταγής στο νόμο της Αγάπης.
        Ο χρόνιος δεσμός της καταδίκης του Αδάμ βάραινε στον τράχηλο των ανθρώπων από γενιά σε γενιά. Ήταν αποτέλεσμα άρνησης υποταγής σε νόμο εσωτερικό, της καρδιάς. Και η κατάσταση αυτή διαιωνίζονταν κρατώντας δέσμιες τις ανθρώπινες καρδιές στο βυθό της απελπισίας.
        Να όμως, που απόψε οι θεσμοί της φύσης  ανακαινίζονται. Η σάρκα της Θεοτόκου γίνεται «θεού έμψυχον παλάτιον» και με τη συνεργασία αυτή η ανθρώπινη ελευθερία ακεραιώνεται και δοξάζεται. Ο άνθρωπος δεν εκβιάζεται, «γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου», λέγει η Θεοτόκος την ώρα του Ευαγγελισμού. Υποτάσσεται όχι μόνο στο μυστήριο, αλλά και στην αγάπη που γέννησε μέσα της η χάρη της παρθενίας και της υπακοής.
        Όλα μέσα στη νύχτα των Χριστουγέννων μας μιλάνε με άπειρες γλώσσες για το μυστήριο της υποταγής, της ταπεινοφροσύνης που μεγαλώνει τον άνθρωπο γιατί τον βοηθά να υπερβεί τον εαυτό του και να ενωθεί με τον Θεό. Ο Λόγος παίρνει σάρκα υποταγμένος επί εννιά μήνες στην παρθενική γαστέρα ενός ανθρώπου. Το  μυστήριο είναι ασύλληπτο γιατί ποτέ μέχρι τώρα ο κόσμος δεν είχε ζήσει τον Θεό ως γεγονός εσωτερικό. Ποτέ δεν ήταν ο Θεός μέσα του κατά τρόπο μυστηριώδη και αλάλητο. Μέχρι τότε ο Θεός βρίσκονταν σε διάλογο με τον άνθρωπο. Απόψε όμως στο σταύλο της Βηθλεέμ γεννιέται ο ίδιος ο Θεός, ο απερινόητος, μέσα σε   φρικτή ταπεινοσύνη σ’ όλους τους θεσμούς της δημιουργίας. Θα’ λεγε κανείς πως απόψε ο Θεός ακολουθώντας την οδό της ταπεινοσύνης, κατεβαίνει στη ρίζα του κόσμου για ν’ ανακαινίσει τη δημιουργία και να φτάσει στον ουρανό της Ανάληψης.
        Αλλά η ακεραίωση της ταπεινοσύνης είναι η φάτνη. Εκεί που ποτέ ο άνθρωπος δεν σκέφθηκε να κατακλιθεί, έρχεται ο Θεός και Λόγος και σπαργανώνεται.
        Σιγή και ερημιά. Αδιαφορία των θνητών ανθρώπων όπου αρχίζει να τεχνουργείται η αθανασία τους. Όμως τα ουράνια ταράσσονται από ένα κρυφό και μέγιστο σεισμό. Βλέπουν ξαφνικά το κέντρο της λατρείας τους να νηπιάζει μέσα σε μια φάτνη αλόγων. Οι Άγγελοι μαγνητισμένοι από τον Κύριο και Θεό καταβαίνουν πιστοποιώντας πως έτσι άνοιξε ξανά ο δρόμος που ενώνει τα επίγεια με τα επουράνια.
        Το μέγεθος της θείας οικονομίας πιστοποιείται με την υποταγή, με την ταπείνωση, με την υπηρέτηση του σκοπού της σωτηρίας του κόσμου. Σαρκώθηκε ο Θεός και τον ανακάλεσε από την παρακοή. Ο Αδάμ παράκουσε, ο Θεός «υπακούει» για να σώσει το πλάσμα Του. Έτσι η Φάτνη ανυψώνεται σε μέγιστο σύμβολο της άθλιας σάρκας μας που ζωογονείται καθώς την προσλαμβάνει ο νηπιάσας Θεός και την εξαγιάζει.
«Δεύτε πιστοί, επαρθώμεν ενθέως και κατίδωμεν συγκατάβασιν θεϊκήν …». Η συγκατάβαση είναι η Φάτνη της σάρκωσης, ο νόμος της υποταγής και της ταπεινοσύνης απ’ όπου αναπηδά ακόμη πιο μεγάλο το θαύμα και μας συγκλονίζει με το θάμβος που μας μεταγγίζει.
        Δεν μπορεί κανείς να αγγίξει τον Θεό αν δεν φτάσει ως την Φάτνη, αν δεν νοιώσει να τον κυκλώνει η παγερή μοναξιά και η αδιαφορία του κόσμου. Δεν μπορεί να νοιώσει μέσα του την παρουσία του Λόγου του Θεού και να σαρκώνεται στη ζωή του, αν δεν ταπεινωθεί, αν δεν υποταχθεί στην αγάπη και δεν υπηρετήσει θυσιάζοντας τα πάντα.
        Το μήνυμα της Γέννησης του Κυρίου Ιησού Χριστού σήμερα αντηχεί σ’ ένα κόσμο ανυπόταχτο, που αρνείται με πάθος κάθε αυθεντία, που συντρίβει μέσα του με μηδενιστική υστερία κάθε αρχή και εξουσία, κόσμο περήφανο και υπερόπτη για τα τεχνικά του επιτεύγματα και τα διαστημικά του αθλήματα.
        Απόψε όμως αν μπορεί ν απαλλαγεί για μια στιγμή από τον κλοιό του εγωισμού που τον κατασπαράζει, που τον αναιρεί ως άνθρωπο, αν μπορούσε μέσα στην παγωμένη  αυτή νύχτα να δει τους αγγέλους, ίσως κατορθώσει να καταλάβει πως το Α και το Ω του πολιτισμού είναι αυτή η ταπεινή Φάτνη, το μέγιστο σύμβολο της υποταγής.
        Τα  μυστήριο της σωτηρίας του κόσμου έρχεται μέσα στον αναρχούμενο κόσμο μας, υπακούοντας σεμνά και σιωπηλά σε μια απαρέγκλιτη τάξη. Ο Θεός υποτάχτηκε στο νόμο της δημιουργίας. Εμείς  την αρνούμαστε. Και για γι’ αυτό η ανθρώπινη φύση διαστρέφεται και ο πολιτισμός παραμορφώνεται και χάνει το πνευματικό του νόημα.
        Κάτω απ’ αυτή την σύγχρονη ατονία του πολιτισμού η Γέννηση του Χριστού ως ύψιστη πράξη αγάπης, ως κήρυγμα υποταγής και μάθημα ταπεινοσύνης, έρχεται και προσπαθεί διαπεράσει τις νεκρές ψυχές από το χώμα και να φυτέψει μέσα τους τα φτερά της ανθρωπιάς.
        Όποιος εξακολουθεί να πιστεύει πως είναι αμαρτωλός και αδύναμος άνθρωπος, αλλά με την θέρμη της αγάπης και την αρετή της υποταγής μέσα του, ας πλησιάσει για να μεταμορφωθεί σε φάτνη όπου ο Θεός απόψε θα σπαργανωθεί για να τον αναγεννήσει και να τον ξανακάνει παιδί. Όσοι έχουν πουλήσει την ψυχή τους  στο δαιμονικό μύθο της ανταρσίας και πιστεύουν πως μπορεί να γίνει υπεράνθρωπος, γι’αυτόν, δεν έχει γεννηθεί ο Θεός και η Φάτνη, όπως και ο Σταυρός, του φαίνεται μωρία και ακατανόητο για το μέγεθος της θεότητας.
Όσοι ταπεινοί και απλοί ακούνε μέσα τους τον τριγμό του παλαιού κόσμου, βλέπουν τον κόσμο των ειδώλων να γίνεται στάχτη, και η βαριά πέτρα της απελπισίας κυλά από την καρδιά τους. Φωτίζεται η πλάση καθώς εισέρχεται ξανά στον κανόνα της τάξης του Θεού.
« Ανατολή ανατολών»
Ο Θεός ενανθρώπησε και ο άνθρωπος αποθεώνεται. 

π.Γ.Στ.