Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

Η ανυπόφορη δουλεία των παθών


      Εφ’ όσον καταγινόμαστε μ’ εκείνα τα πράγματα, που είναι ξένα προς τον Θεό, δεν μπορούμε να δεχθούμε μέσα μας τη γνώση του Θεού. Γιατί ποιος από εκείνους, που μεριμνούν πολύ για τα πράγματα του κόσμου και είναι βυθισμένοι στους περισπασμούς της σάρκας, μπορεί  να προσέξει τους περί του Θεού λόγους και να καταστεί ικανός να μελετήσει με ακρίβεια τα ζητήματα αυτά, που είναι τόσο υψηλά; 
      Δεν βλέπεις την παραβολή του σπορέως, ότι ο σπόρος που έπεσε μέσα στα αγκάθια καταπνίγεται από αυτά; Αγκάθια δε είναι οι ηδονές της σάρκας και ο πλούτος και η δόξα και οι βιοτικές μέριμνες. Από όλα λοιπόν αυτά είναι ανάγκη να αποξενωθεί εκείνος, που επιθυμεί διακαώς να αποκτήσεων τη γνώση του Θεοί. Διότι πώς  μπορεί να εισέλθει η έννοια του Θεού σε μια ψυχή, που είναι κυριευμένη και ανάστατη από τέως διαλογισμούς της πλάνης;

          Μέγας Βασίλειος

Όσιος Δαβίδ από τη Θεσσαλονίκη

Βιογραφία

     Ο Όσιος Δαβίδ καταγόταν από τη βόρεια Μεσοποταμία, που ήταν μεγάλο μοναστικό κέντρο, και γεννήθηκε περί το 450 μ.Χ. Για λόγους που δεν αναφέρονται ήλθε στη Θεσσαλονίκη μαζί με το μοναχό Αδολά. Κατά το βιογράφο τους ο Όσιος εισήλθε αρχικά στη μονή των Αγίων Μαρτύρων Θεοδώρου και Μερκουρίου, επιλεγομένη Κουκουλλιατών, της οποίας η τοποθεσία προσδιορίζεται «ἐν τῷ ἀρκτικῷ μέρει τῆς πόλεως πλησίον τοῦ τείχους ἐν ᾧ ἐστι τὸ παραπόρτιον τῶν Ἀπροΐτων». Το προσωνύμιο «Κουκουλλιατῶν» ή «Κουκουλλατῶν» δηλώνει τους μοναχούς που έφεραν κουκούλιο, ίσως κατά ιδιάζοντα τρόπο, αν κρίνει κανείς από τις σωζόμενες απεικονίσεις του Οσίου, δηλαδή ριγμένο στους ώμους. Η θέση της μονής πρέπει να αναζητηθεί βορειοανατολικά της Ακροπόλεως, εκεί όπου αναγνωρίζεται το τοπωνύμιο «Κῆπος τοῦ Προβατᾶ». Τα παραδείγματα των αγίων ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης, ιδιαιτέρως του Προφήτου και βασιλέως Δαβίδ, ο οποίος «τριετῆ χρόνον ᾐτήσατο, ἵνα δοθῇ αὐτῷ χρηστότης καὶ παιδεία καὶ σύνεσις», ώθησαν τον Όσιο Δαβίδ να αποφασίσει να καθίσει σε δένδρο αμυγδαλέας μέχρι ο Κύριος να του αποκαλύψει το θέλημά Του και να του χαρίσει σύνεση και ταπείνωση.
        Στο τέλος της τριετίας εμφανίσθηκε στον Όσιο Άγγελος Κυρίου, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι εισακούσθηκε η παράκλησή του και η δοκιμασία του ως δενδρίτου ασκητού έληξε. Ο Άγγελος του είπε να κατέλθει από το δένδρο και να συνεχίσει τον ασκητικό του βίο σε κελί αινών και ευλογών τον Θεό. Ο Όσιος κοινοποίησε την οπτασία αυτή στους μαθητές του, ζητώντας τη βοήθειά τους για την κατασκευή του κελιού. Η είδηση γρήγορα έφθασε στον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Δωρόθεο και σε όλη την πόλη. Όταν ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός με τη Νεαρά 11, του 535 μ.Χ., απέσπασε από την εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τις βόρειες περιοχές του Ιλλυρικού και ανύψωσε την ιδιαίτερή του πατρίδα σε Αρχιεπισκοπή, υπό τον τίτλο της Νέας Ιουστινιανής, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ήταν ο Αριστείδης, ο οποίος αν και αποδέχθηκε τη μεταβολή, προσπάθησε όμως να περισώσει την πολιτική σημασία της πόλεως, με την επαναφορά της έδρας του υπάρχου του Ιλλυρικού από την Πρώτη Ιουστινιανή στη Θεσσαλονίκη. Ενώ η διάσπαση της εκκλησιαστικής διοικήσεως δεν μείωνε την αξία της Θεσσαλονίκης, η μετάθεση της έδρας της υπαρχίας συνιστούσε σοβαρό υποβιβασμό της πόλεως. Το αίτημα λοιπόν των Θεσσαλονικέων, καθώς και η επιθυμία του υπάρχου Δομνίκου, ήταν η επαναφορά της έδρας στη Θεσσαλονίκη, ιδέα που ενστερνίσθηκε με ενθουσιασμό ο Αρχιεπίσκοπος Αριστείδης. Στο σημείο αυτό ζητήθηκε η βοήθεια του Οσίου Δαβίδ για τη μεταφορά του αιτήματος στον Ιουστινιανό, διότι ο Αρχιεπίσκοπος, όπως ο Βίος εξηγεί, δεν μπορούσε «καταλιπεῖν τὴν πόλιν ἀδιοίκητον» και να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Εκτός των άλλων όμως, η προτίμηση του Οσίου Δαβίδ δείχνει τη βαρύτητα, αλλά και τις δυσχέρειες που προβλεπόταν ότι θα συναντούσε ένα παρόμοιο αίτημα στον Ιουστινιανό, ο οποίος προσφάτως είχε τιμήσει την ιδιαίτερή του πατρίδα, Πρώτη Ιουστινιανή, με τις έδρες της νέας Αρχιεπισκοπής και της υπαρχίας.
      Μετά από τόσα χρόνια εγκλεισμού ο Όσιος εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στο φως του ήλιου. Η μορφή του είχε αλλάξει. Τα μαλλιά του είχαν μακρύνει μέχρι την οσφύ αυτού και τα γένια του μέχρι τους πόδες του, το δε άγιο πρόσωπό του έλαμπε σαν τις ακτίνες του ήλιου. Συνοδευόμενος από δύο μαθητές του, τον Θεόδωρο και τον Δημήτριο, απέπλευσε προς τη Βασιλεύουσα. Η φήμη όμως του Οσίου είχε προτρέξει. Έτσι, όταν έφθασε εκεί, όλη η Πόλη τον υποδέχθηκε. Η υποδοχή του από τη Θεοδώρα, σύζυγο του Ιουστινιανού, καθώς και οι τιμές και ο σεβασμός της προς το πρόσωπο του Οσίου, προκάλεσαν τον θαυμασμό όλων των παρισταμένων. Η Θεοδώρα κινήθηκε δραστήρια• έτσι, όταν επέστρεψε ο Ιουστινιανός, ο οποίος απουσίαζε σε επίσημες υποχρεώσεις, φρόντισε να προκαταλάβει τη γνώμη του θετικά υπέρ του Οσίου Δαβίδ, με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας να προσκαλέσει τον Όσιο ενώπιον της συγκλήτου. Ο Όσιος παρουσιάσθηκε στη σύγκλητο κατά τρόπο θεαματικό κρατώντας στα χέρια του φωτιά με θυμίαμα που δεν κατέκαιγε τη σάρκα του.
         Το παράστημα του Οσίου καθώς και το προφανές θαύμα επέβαλε σε όλους κλίμα δέους και κατανύξεως, ώστε ο βασιλέας πρόθυμα ικανοποίησε το αίτημά του με σπουδή.   Κομίζοντας τα αγαθά νέα ο Όσιος απέπλευσε για τη Θεσσαλονίκη, την οποία όμως έμελλε μόνο από μακριά να ξαναδεί, διότι μόλις το πλοίο παρέκαμψε το ακρωτήριο εκείνος παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό. Το γεγονός συνέβη μεταξύ των ετών 535 – 541 μ.Χ. Η είδηση της αφίξεως του ιερού λειψάνου του Οσίου κάτω από τις συνθήκες αυτές συγκλόνισε ολόκληρη την πόλη της Θεσσαλονίκης. Το σκήνωμα του Οσίου Δαβίδ αρχικά κατατέθηκε στον τόπο, όπου είχαν αποτεθεί παλαιότερα τα ιερά λείψανα των Μαρτύρων Θεοδούλου και Αγαθόποδος, στα δυτικά του λιμανιού. Ο Αρχιεπίσκοπος Αριστείδης με πολλή θλίψη όρισε πάνδημη κηδεία. Το λείψανο του Οσίου ενταφιάσθηκε στη μονή του, των Απροΐτων, σύμφωνα με την επιθυμία του. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά την κοίμηση του Οσίου, περί το 685 – 690 μ.Χ., έγινε μία προσπάθεια για τη διάνοιξη του τάφου, όταν ο ηγούμενος της μονής των Απροΐτων Δημήτριος «ἠθέλησεν ἀπὸ πολλὴν πίστιν λαβεῖν τι μέρος ἐκ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ λειψάνου». Μόλις όμως ξεκίνησε η εργασία αυτή, η πλάκα που κάλυπτε τον τάφο έσπασε και αυτό θεωρήθηκε ως φανέρωση του θελήματος του Οσίου να μη θιγεί. Το ιερό λείψανο παρέμεινε στην αρχική του θέση μέχρι την εποχή των σταυροφοριών. Κατά την περίοδο της λατινικής κυριαρχίας του μομφερρατικού οίκου στη Θεσσαλονίκη (1204 – 1222 μ.Χ.), το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στην Ιταλία και το 1236 μ.Χ. απαντάται στην Παβία, απ’ όπου μεταφέρθηκε στο Μιλάνο, το 1967 μ.Χ. Τελικά, το σεπτό λείψανο του Οσίου Δαβίδ μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και κατατέθηκε στη βασιλική του Αγίου Δημητρίου στις 16 Σεπτεμβρίου 1978 μ.Χ.


Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τῇ ἀγάπῃ τοῦ Λόγου Πάτερ πτερούμενος, ἐπὶ τοῦ δένδρου διῆλθες ἀγγελικὴν βιοτήν, καὶ ἐξήνεγκας ἡμῖν καρποὺς τῆς χάριτος· ἐξ ὧν τρυφῶντες νοητῶς, ἐκβοῶμέν σοι πιστῶς, Δαβὶδ Ὁσίων ἀκρότης· μὴ διαλίπῃς πρεσβεύων, ἐλεηθῆναι τὰς ψηχὰς ἡμῶν.

saint.g

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

Το χρέος της ελεημοσύνης


   Αν έλθει ο θάνατος-κι αργά ή γρήγορα θα έλθει, γιατί είναι το μόνο βέβαιο πράγμα- γιατί δεν εμβάζεις τα χρήματά σου με την ελεημοσύνη στο ουράνιο ταμείο για να συνηγορήσουν για σένα κατά την ημέρα της κρίσεως οι πένητες. Τότε δεν θάχεις άλλους συνηγόρους ενώπιον του Χριστού παρά μονάχα αυτούς. Αυτοί δείχνοντας τι τους έδωσες, θα κάνουν ώστε ν’ απαλλαγείς από την αιώνιο πηγή.
  Δεν λυώνει τόσο εύκολα ο ήλιος το χιόνι, όσο η ελεημοσύνη τις αμαρτίας μας σαν πέσει επάνω τους.


Αγ. Ιωάν. Χρυσόστομος

Αγία Φεβρωνία

Βιογραφία

Η Αγία Φεβρωνία, ήταν περιζήτητη νύμφη για την σωματική της ομορφιά. Το ίδιο όμως έλαμπε και η αγνή ψυχή της. Για το λόγο αυτό σε ηλικία 17 ετών, επέλεξε το δρόμο της άσκησης και της εγκράτειας στο μοναστήρι όπου ηγουμένη ήταν η θεία της, Βρυένη και βρισκόταν στην Μεσοποταμία (στην πόλη της Νισίβεως, που λέγεται Αντιόχεια της Μυγδονίας και βρισκόταν στα σύνορα του Βυζαντινού και Περσικού κράτους). Γρήγορα, παρά το νεαρό της ηλικίας της, προσαρμόσθηκε στους δύσκολους κανόνες της μοναχικής ζωής βρίσκοντας παράλληλα και χρόνο για να μελετά και να εμβαθύνει στις Θείες Γραφές. Έγινε δε υπόδειγμα ανάμεσα στις άλλες μοναχές για τη σύνεσή της το ζήλο της, την προθυμία της και το ταπεινό της φρόνημα.

Κάποια ημέρα όμως, ένα στρατιωτικό σώμα το οποίο κατεδίωκε χριστιανούς, με επικεφαλής το Σεληνο (288 μ.Χ.) έφθασε και στο μοναστήρι της Φεβρωνίας. Οι άλλες μοναχές κατόρθωσαν να διαφύγουν, η Αγία όμως η οποία ήταν άρρωστη δεν κατόρθωσε να μετακινηθεί. Κοντά της παρέμειναν η ηγουμένη Βρυένη και η αδελφή Θωμαΐς.Οι στρατιώτες, μόλις αντίκρυσαν τη Φεβρωνία, έμειναν έκπληκτοι από την ομορφιά της. Άφησαν, λοιπόν, τρεις άνδρες να τη φρουρούν και οι υπόλοιποι γύρισαν και το ανέφεραν στον αρχηγό τους Σελήνο. Αυτός αμέσως διέταξε και την έφεραν μπροστά του, και με κάθε τρόπο την πίεσε να άλλαξοπιστήσει. Πρότεινε στη Φεβρωνία να τη δώσει σύζυγο στον ανεψιό του Λυσίμαχο, που κοντά του θα γνώριζε μεγάλη δόξα. Η Φεβρωνία, όμως, προτίμησε να γίνει «της μελλούσης αποκαλύπτεσθαι δόξης κοινωνός» (Α' Έπιστολή Πέτρου, ε' 1). Προτίμησε, δηλαδή, να είναι συμμέτοχος της δόξας που θα αποκαλυφθεί κατά τη δευτέρα παρουσία, και με περίσσιο θάρρος περιφρόνησε τις προτάσεις του Σελήνου, ο όποιος, αφού τη βασάνισε, τελικά τη σκότωσε με ξίφος.



Ἀπολυτίκιον 

Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Ὡς τῆς ἀσκήσεως ῥόδον ἡδύπνευστον, ὀσμὴν ἀθλήσεως τῷ κόσμῳ ἔπνευσας, εἰς ὀσμὴν μύρων τοῦ Χριστοῦ δραμοῦσα ἀσχέτῳ πόθῳ· ὅθεν ὡς παρθένον σὲ καὶ ὁσίαν καὶ μάρτυρα, θαυμαστῶς ἐδόξασε Φεβρωνία ὁ Κύριος, ᾧ πρέσβευε ὑπὲρ τῶν βοώντων· χαῖρε σεμνὴ ὁσιομάρτυς.

saint.gr

Το ''ύστατο χαίρε'' στον Μητροπολίτη Κεφαλληνίας Γεράσιμο


            Στην Ιερά Μονή Αγίου Γερασίμου Ομαλών Κεφαλληνίας εψάλλη η εξόδιος ακολουθία του μακαριστού Μητροπολίτη Καφαλληνίας κυρού Γερασίμου προεξάρχοντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου. Παρέστησαν αρκετοί Μητροπολίτες, εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Τοπικών Αρχών, των Σωμάτων Ασφαλείας, των Ενόπλων Δυνάμεων, Τοπικών Φορέων και Οργανισμών, κληρικοί και λαϊκοί από όλη την Μητρόπολη.
         Ο Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος Επίσκοπος Μεθώνης κ. Κλήμης ως εκπρόσωπος της Συνόδου στον επικήδειο λόγο μεταξύ άλλων ανέφερε: «Ως κεραυνός εν αιθρία επήλθεν η είδησις της προς Κύριον εκδημίας του νεοεκλεγέντος Μητροπολίτου Κεφαλληνίας και συνεκλόνισε βαθέως την Ιεραρχίαν της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και σύσσωμον την Εκκλησίαν του Χριστού. Έμελλε η επί γης Αρχιερατική πορεία του να είναι πρόσκαιρος και βραχεία, ολιγόχρονος και ευμάραντος, και τα ίχνη αυτής ταπεινά και διακριτικά, ανάλογα προς το ταπεινό φρόνημα με το οποίο έζησε και έδρασε ως λειτουργός του Υψίστου. Ο Θεός ηθέλησε να μετασταθεί πολύ νωρίς στις ουράνιες μονές, καθιστώντας την επί γης Εκκλησία Του πτωχότερη και την της Κεφαλληνίας πάλιν ορφανή εντός ελαχίστου χρόνου».
      Ο Αρχιγραμματέας αναφέρθηκε στη ζωή του μακαριστού Μητροπολίτη και στη συνέχεια τόνισε: «Έμελλε να καταστούν σχεδόν προορατικοί οι στοχασμοί του εκλιπόντος Ιεράρχου κατά τον χειροτονητήριο λόγο του, την Κυριακή της Πεντηκοστής, 22 ημέρες προ της κοιμήσεώς του. Μνημονεύων τον λόγον του μακαριστού Μητροπολίτου Κερκύρας Πολυκάρπου, είπε: «τα δένδρα τα καλλίκαρπα και πολύκαρπα πεθαίνουν όρθια και οι άγιοι αρχιερείς με τον Σταυρόν εις το χέρι». Και ότι «δεν έχουν τελειωμό τα πάθη και οι καημοί του κόσμου», κατά τον λόγον του σκιαθίτη δημιουργού. Μολονότι η επί γης Εκκλησία εστερήθη της διακονίας, της διδασκαλίας και του έργου του, ο ίδιος ο εκλιπών είχε βαθύτατη συναίσθηση του ύψους και της ευθύνης του Αρχιερατικού λειτουργήματος, το οποίον επωμίσθη μετά πάσης ταπεινοφροσύνης, όπως εμφαίνεται και στους απλούς λόγους της Χειροτονίας του, διότι «ο αγαθός άνθρωπος εκ του αγαθού θησαυρού της καρδίας αυτού προφέρει το αγαθόν, εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας λαλεί το στόμα αυτού». Από την απλότητα και καλοσύνη της καρδιάς, από την πνοή του Χριστού που συνείχε τον μακαριστό Γεράσιμος εξεπήγασε και η ενάρετος διδαχή του να συνεχίσει ο καθένας την προσωπική πνευματική ζωή του, να μη λυγίσει, να μη βουλιάξει, να μην αγανακτεί κατά τις φοβερές δοκιμασίες. Ευτυχής όποιος είχε την ευκαιρία να αντλήσει από την πείρα του και να περιβληθεί την αγάπη του. Διότι, πέραν του έργου του, ο δίκαιος οικοδομεί πρωτίστως δια του βίου του, όσο βραχύτερον κι αν τον καταστήσει ο θάνατος. Ο Θεός του χάρισε, κατά τους λόγους του ιδίου μακαριστού Γερασίμου «πολλές μητέρες, πολλούς πατέρες, πολλά αδέλφια και πολλά παιδιά». Ασκητικός και φιλομόναχος, άνθρωπος με βαθειά και ανυπόκριτη ευσέβεια, ο εκλιπών Ιεράρχης υπήρξεν η ψυχή της Εκκλησίας της Κεφαλλονιάς, γέννημα - θρέμμα της αγιοτόκου αυτής νήσου με την βαρειά ιστορία, αλλά και πνευματικό κεφάλαιο και ολόφωτο κόσμημα συνολικώς για την Εκκλησία της Ελλάδος.
         Σε άλλο σημείο του επικήδειου λόγου ο Επίσκοπος Μεθώνης επεσήμανε: «Η Κεφαλληνία ευλογήθηκε με εκλεκτό και άξιο Ποιμενάρχη, δυστύχησε όμως να τον χάσει σύντομα, προτού ολοκληρώσει την επίγεια ιερή του αποστολή και διαδρομή. Ο εκδημήσας Αρχιερεύς ήταν προορισμένος για σπουδαιότερο έργο. Ακόμη όμως και στη διάρκεια της σύντομης διακονίας του καταλείπει πολύτιμη παρακαταθήκη, την οποία πάντα θα τιμούμε. Φεύγει πράος και άδολος, ακλόνητος και ανέγγιχτος από τους πόνους του επισκοπικού βίου και τις ευπερίστατες και πολυτάραχες πτυχές του. Απέρχεται ήρεμος και ειρηνικός για την Βασιλεία του Θεού, ευλαβικός ικέτης στον ουράνιο Πατέρα για όλους μας. «Τον μεν γαρ πόνον ενταύθα συνεκλήρωσεν, ένθα βραχύς ο βίος• τους δε στεφάνους εις το μέλλον εταμιεύσατο, ένθα αγήρως και ατελεύτητος ο αιών».
     Αμέσως μετά μίλησε ο Τοποτηρητής της Μητρόπολης Κεφαλληνίας, Μητροπολίτης Ηλείας κ. Γερμανός, ο οποίος μεταξύ άλλων επεσήμανε πως «ο μακαριστός Μητροπολίτης δεν πέθανε, αλλά κοιμάται και πάει στον Παράδεισο, ίνα μην η κακία του κόσμου αλλάξει σύνεση αυτού. Δεν πρόφτασε να ενθρονιστεί στον Μητροπολιτικό Θρόνο της Κεφαλληνίας, όμως έχει ήδη ενθρονιστεί στον Ουράνιο Θρόνο του Θεού, αλλά και στις καρδιές των συμπολιτών του». Η Βουλευτής Κεφαλληνίας κ. Αφροδίτη Θεοπεφτάτου τόνισε ότι «ο μακαριστός Γεράσιμος έζησε για να ενώσει την κοινωνία και να την εμπνεύσει. Μεγάλη απώλεια για τον τόπο, μέγιστη για την Εκκλησία».
     Ο Αντιπεριφερειάρχης Κεφαλληνίας κ. Παναγής Δρακουλόγκωνας ανέφερε πως «ο μακαριστός δεν ζήτησε ποτέ τον έπαινο, ήταν ταπεινός και μας έδειχνε το δρόμο της καλοσύνης». Στη συνέχεια μίλησε ο Δήμαρχος Κεφαλληνίας κ. Αλέξανδρος Παρίσης κι αμέσως μετά ο αδελφός του εκλιπόντος Ιεράρχη κ. Αθανάσιος Φωκάς, ο οποίος ευχαρίστησε τον Αρχιεπίσκοπο και τους Αρχιερείς που βρέθηκαν εκεί, καθώς και όλους τους παρευρισκόμενους που του δίνουν κουράγιο αυτήν τη στιγμή. «Η εγκαθίδρυση του Γερασίμου ως Μητροπολίτη Κεφαλληνίας ήταν απαραίτητη για να καταστεί σαφές στους Ορθόδοξους Χριστιανούς ότι η καταξίωση δεν υπάρχει μόνο στους ουρανούς, αλλά και επί της γης» είπε ο κ. Φωκάς και προσέθεσε πως «μία μόνο λέξη εκφράζει την πεμπτουσία της Ορθοδοξίας και αυτή η λέξη είναι αγάπη. Όλη η ζωή του Γεράσιμου ήταν μία μετουσίωση αυτής της έννοιας», ενώ μιλώντας για τη ζωή του μακαριστού επεσήμανε: «Για μένα ο Γεράσιμος ήταν Άγιος» και ολοκλήρωσε την ομιλία του λέγοντας «αδελφέ μου υπάρχει η άποψη ότι ουδείς αναντικατάστατος, όμως δεν ισχύει αυτό για σένα, γι’ αυτό το λόγο συμπάσχω με τους Κεφαλλήνες, τους αδελφούς σου, όπως ο ίδιος έλεγες. Αισθάνομαι τόσο τυχερός που σε έχω αδελφό. Συγχώρησε με αν δεν στο έδειξα όσο έπρεπε, αν και είμαι σίγουρος ότι ένιωσες την υπερηφάνεια που ένιωθα και νιώθω για σένα».
    Ο μακαριστός Μητροπολίτης γεννήθηκε στο Αργοστόλι το 1951. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εξ ης απεφοίτησε το 1988. Το ίδιον έτος εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου του Άθω. Διάκονος χειροτονήθηκε το 1989 και Πρεσβύτερος το 1998 από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Κεφαλληνίας κυρό Σπυρίδωνα, λαβών και το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου. Υπηρέτησε επί μακρόν ως Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας από του 1998 έως και της ημέρας της εκλογής του, την 26ην παρελθόντος Μαΐου και της χειροτονίας του, την 31ην του ιδίου μηνός
















Romfea.gr
Kefaloniapress.gr
inkefalonia.gr


Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015

Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου "Ελληνες και Ευρωπαίοι να κάνουμε πράξη την ενότητα"


Στον ποταμό της ιστορίας, σε μία γωνιά ακουμπισμένες, βρίσκονται δύο μεγάλες πέτρες. Όμορφα λαξευμένες από το νερό που κυλά ανά τους αιώνες, σμιλεύτηκαν τόσο πολύ, που, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, θεωρήσαμε πως έγιναν ένα. Ευρώπη και Ελλάδα, δύο αναπόσπαστες όψεις της ίδιας πέτρας, που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε ακατόρθωτο να σπάσει στα δύο. Με πρωτογενή υλικά την ελληνική παιδεία, το ρωμαϊκό δίκαιο και τον χριστιανισμό, η Ευρώπη διαμόρφωσε την ταυτότητά της και απέκτησε τη σημερινή της δομική υπόσταση. Έχοντας ως βασική της μαγιά τον χριστιανισμό και προέλευση τις ελληνικές ρίζες.  Κι όταν γεννήθηκε το όραμα για τη διαμόρφωση στους κόλπους της Ευρώπης μιας οικογένειας λαών και πολιτισμών, η Ελλάδα ήταν παρούσα. Δεν θα μπορούσα να λησμονήσω τη δήλωση του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, Φεβρουάριο του 1979, λίγο πριν η χώρα υπογράψει τη συνθήκη ένταξης στην ευρωπαϊκή οικογένεια, ο οποίος είχε εκφράσει την προσδοκία «να κάνει η Ευρώπη πράξη τη χριστιανική ενότητα, να φέρει και την ουσιαστική ενότητα των λαών».  Πέρασαν τριάντα έξι ολόκληρα χρόνια από τότε που παρακολουθούσα τα γεγονότα από τη θέση του Αρχιγραμματέα. Σήμερα, γράφω με την ιδιότητα του επικεφαλής της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος. Εκφράζω όμως προβληματισμούς όχι ενός Αρχιεπισκόπου, αλλά ενός απλού ιερέα και Ελληνα. Ενός ανθρώπου, που ως παλιός δάσκαλος, είχε την εντύπωση πως η κοινή βάση που ενώνει την ευρωπαϊκή οικογένεια είναι στέρεη και δεν αποσαθρώνεται.  Μπροστά στα μάτια μας εξελίσσεται, χρόνια τώρα, ένα αφήγημα που βρίθει από διαφωνίες, διαπραγματεύσεις, εντάσεις και ρήξεις. Σκληρότερες, ακόμη, εκφράσεις και πράξεις που δεν ταιριάζουν στο λεξιλόγιο μελών της ίδιας οικογένειας. Ανακαλώ στο μυαλό μου εκείνη τη δήλωση περί ενότητος. Πώς είναι δυνατόν να απειλούνται οι συνεκτικοί δεσμοί ανάμεσα σε ανθρώπους που αφομοίωναν για δεκαετίες το ίδιο όραμα; Τι τάραξε συθέμελα τον βυθό του ποταμού και η πέτρα δεν κύλησε μόνο, αλλά κοντεύει να διαλυθεί; Ποια πολιτικά και οικονομικά σταθμά και αποφάσεις που φαίνονται να οδηγούνται από το θυμικό των ανθρώπων, είναι τόσο δυνατά για να ταράξουν την ταυτόσημη πορεία λαών και πολιτισμών; «Ανεξαρτήτως εάν κάποιος πιστεύει ή όχι», έγραφε ο Γάλλος ιστορικός Φερνάν Μπροντέλ, «η ευρωπαϊκή αντίληψη έχει βαθιές τις ρίζες της στη χριστιανική παράδοση». Κι όμως αυτή η κοινή ευρωπαϊκή καταγωγή, το όραμα και οι στόχοι για το μέλλον των παιδιών μας, καταρρέουν μεμιάς, όταν δεν υπακούν σε όσα οι αριθμοί επιτάσσουν.  Η κόπωση είναι μεγάλη. Όσων διαπραγματεύτηκαν και εξακολουθούν να το κάνουν. Στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σήμερα και εχθές. Θέλει αγώνα με το μέσα μας για να ξεπεράσουμε εγωισμούς και ανθρώπινες αδυναμίες και να βρούμε την κοινή συνιστώσα που θα μας φέρει ένα βήμα πιο πέρα. Μπροστά όμως στην κόπωση και όσα έχει υποστεί ο ελληνικός λαός τόσα χρόνια, όλες αυτές οι δυσκολίες είναι μηδαμινές. Κι αυτό θα πρέπει να έχουν στο μυαλό τους όλοι όσοι έχουν τη δύναμη να αποφασίζουν για το μέλλον του. Ο ελληνικός λαός έχει την ικανότητα να σταθεί στα πόδια του. Έχει το κουράγιο να σηκώσει τα μανίκια και να εργαστεί, διπλά και τριπλά αν χρειαστεί, για να αποκτήσει η χώρα «νοικοκυριό». Αρκεί να πειστεί μέσα του πως δεν υποθηκεύει το μέλλον των παιδιών του, δεν δίνει έναν σκληρό αγώνα χωρίς νόημα, χωρίς να επιστρέφει αενάως στο μηδέν. Δεν είναι δουλειά ενός παπά να μπλέκει στα χωράφια των πολιτικών. Δεν φεύγει όμως από το μυαλό μου η προσπάθεια των Ελλήνων όλες αυτές τις δεκαετίες. Οι κόποι τους και οι αγώνες που έκαναν για να μπει η χώρα σε έναν δρόμο. Και αυτή την προσπάθεια δεν μπορώ να μην την υπογραμμίσω. Λάθη έγιναν πολλά. Από όλους. Από εκείνους που έκαναν δεκαετίες τώρα όσα μετέωρα βήματα άλλαξαν τη Ρότα της Ελλάδας και την έφεραν ενώπιον αδιεξόδων. Από τους υπόλοιπους που δείξαμε, μάλλον, περισσότερη ανοχή απ’ όση έπρεπε μπροστά στα ψεγάδια των πράξεων των ανθρώπων. Από τους Ευρωπαίους που θα έπρεπε να δείξουν μεγαλύτερη κατανόηση μπροστά στα δεινά που περνούν τα αδέλφια τους. Είναι όμως ικανή μία κακή «στροφή» του ποταμού, μία τόσο μικρή διαδρομή μέσα στους αιώνες, να αλλάξει τη ροή και τη σύσταση της πέτρας; Ασφαλώς και όχι. Όλα μπορούν να διορθωθούν. Γιατί στον ορίζοντα του ποταμού υπάρχει κάτι που μας ενώνει: η κοινή ευρωπαϊκή προοπτική. Αυτή η ενότητα που ίσως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να κάνουμε πράξη. Ελληνες και Ευρωπαίοι.  Ήρθε ο καιρός να φτιάξουμε την Ελλάδα που θέλουν τα παιδιά μας για να ριζώσουν στον τόπο τους. Ακόμη και αν χρειαστεί να βάλουμε για θεμέλια σε όσα χτίζουν, τους κόπους και τα δικά μας όνειρα. Ήρθε ο καιρός να κάνουμε το ακατόρθωτο εφικτό. Το έχουμε ξανακάνει, άλλωστε, στο παρελθόν. Ας φανούμε αντάξιοι στις προσδοκίες των γονέων μας. Ας δώσουμε στις επόμενες γενιές έναν ακόμη λόγο να μας αναφέρουν όχι ως τους Ελληνες που έζησαν μία μεγάλη κρίση, αλλά τους Ελληνες που αναγέννησαν τον τόπο τους από τις στάχτες. Ας δείξουμε πως το κράμα μας όσες φορές και αν λιώσει, παραμένει πάντοτε ένα άριστο υλικό.

Καθημερινή 21.06.15

Το Γενέθλιο του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού

Βιογραφία


Την ημέρα αυτή η Αγία μας εκκλησία εορτάζει το γενέσιο του ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννη. Ο πατέρας του Ζαχαρίας, ήταν ιερέας. Κάποια ημέρα την ώρα του θυμιάματος, είδε μέσα στο θυσιαστήριο άγγελο Κυρίου, ο οποίος του ανήγγειλε ότι θα αποκτούσε γιο τον οποίο θα ονόμαζε Ιωάννη. Ο Ζαχαρίας σκίρτησε από χαρά , αλλά δυσπιστούσε. Η γυναίκα του ήταν ηλικιωμένη και στείρα και άρα ήταν αδύνατο να κυοφορήσει και αυτές τις αμφιβολίες τις εξέφρασε στον άγγελο ο οποίος του απάντησε ότι το παιδί θα γεννηθεί και εκείνος θα τιμωρηθεί για την απιστία του, παραμένοντας κωφάλαλος μέχρι να πραγματοποιηθεί η βουλή του Θεού. Πράγματι η γυναίκα του η Ελισάβετ συνέλαβε και μετά από εννέα μήνες γέννησε γιο. Οκτώ ημέρες μετά τη γέννηση κατά την περιτομή του παιδιού οι συγγενείς, θέλησαν να του δώσουν το όνομα του πατέρα του δηλ. Ζαχαρία. Όμως ο Ζαχαρίας έγραψε επάνω στο πινακίδιο το όνομα Ιωάννης. Αμέσως λύθηκε η γλώσσα του και όλοι οι παριστάμενοι πλημμύρισαν χαρά κι ελπίδα, διότι κατάλαβαν ότι γεννήθηκε ο Πρόδρομος της παρουσίας του αναμενόμενου Μεσσία. Ο Ιωάννης δε διέθετε μόνο το χάρισμα της προφητείας, αλλά αξιώθηκε και τη μεγαλύτερη χαρά και τιμή. Βάπτισε το Μεσσία Χριστό, τον οποίο και ομολογούσε σ’ όλη του τη ζωή.



Ἀπολυτίκιον 

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Προφῆτα καὶ Πρόδρομε, τῆς παρουσίας Χριστοῦ, ἀξίως εὐφημῆσαι σέ, οὐκ εὐποροῦμεν ἠμεῖς, οἱ πόθω τιμῶντες σέ, στείρωσις γὰρ τεκούσης, καὶ πατρὸς ἀφωνία, λέλυται τὴ ἐνδόξω, καὶ σεπτή σου γεννήσει, καὶ σάρκωσις Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, κόσμω κηρύττεται.

Κοντάκιον

Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Ἡ πρὶν στείρα σήμερον, Χριστοῦ τὸν Πρόδρομον τίκτει, καὶ αὐτὸς τὸ πλήρωμα, πάσης τῆς προφητείας, ὅνπερ γάρ, προανεκήρυξαν οἱ Προφῆται, τοῦτον δή, ἐν Ἰορδάνῃ χειροθετήσας, ἀνεδείχθη Θεοῦ Λόγου, Προφήτης Κῆρυξ ὁμοὺ καὶ Πρόδρομος.