Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Άλλαξε μυαλό!


 Άγ.Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Εκείνοι που δεν θέλουν να ζουν με τον Θεό είναι ελάχιστοι. Αλλά και γι' αυτούς ο Θεός υπάρχει! Τους περιμένει. Μέχρι την τελευταία πνοή σ' αυτή τη γη!
Και μόνο αν δεν φροντίσουν να μετανοήσουν, έστω στην τελευταία τους στιγμή, μόνο τότε ο Θεός στην άλλη ζωή θα πάψει να υπάρχει γι' αυτούς.
Και θα τους διαγράψει από το βιβλίο της ζωής.
Για το καλό της ψυχής σου. Για τα επουράνια αγαθά. Για τα δάκρυα που έχυσε ο Χριστός και τις πληγές που δέχθηκε για όλους μας. Άλλαξε μυαλό! Μετανόησε!
Διορθώσου! Και γύρισε στην Εκκλησία μας!

Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ΛΟΥΚΑ (Λκ. 8, 41- 56)


 
( της αιμορροούσης γυναικός)


Η ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΕΠΑΦΗ

        Η γυναίκα του σημερινού Ευαγγελίου, η «αιμορροούσα» με την συμπεριφορά της αποκαλύπτει την ακατανίκητη πίστη της. Η γυναίκα αυτή που δαπάνησε ό,τι είχε χωρίς να βρει θεραπεία. Τώρα μετέωρη, δεν της  μένει παρά ο συμβιβασμός με την αρρώστια ή να φθάσει στο τέρμα, στην απελπισία. Αποφασίζει όμως να κάνει κάτι διαφορετικό. Μπροστά στο συμβιβασμό ή την απόγνωση επιχειρεί την υπέρβαση. Τολμά να ζητήσει «δωρεάν» την θεραπεία της, πέρα από τα όρια των φυσικών δυνατοτήτων του ανθρώπου. Η ψυχοσωματική αντοχή της φαινομενικά δεν της επιτρέπει άλματα γιατί η αρρώστια την έχει καταβάλει.
        Υπάρχουν όμως και άγνωστες δυνάμεις. Αρετές που λανθάνουν στο βάθος μερικών ανθρώπων που γνώρισαν τον πόνο. Για την αιμορροούσα γυναίκα τα δώδεκα χρόνια ήταν αρκετά. Αντί να την εξουθενώσουν, την σφυρηλάτησαν και αντί να  σκληρύνουν την καρδιά της, την έκαμαν πιο ευαίσθητη στην αναζήτηση της αλήθειας.
        Πληροφορήθηκε ότι ο θεραπευτής των ψυχών και των σωμάτων είναι κοντά της και κάποια στιγμή βρέθηκε ανάμεσα στο πλήθος. Προχώρησε και με κίνδυνο να συνθλιβεί από τον όχλο πλησίασε τα νώτα του Χριστού. Δεν τόλμησε να Τον αντικρύσει κατά πρόσωπο. Μέσα της συγκρούονταν τώρα ο τρόμος και η φυγή, με την έλξη που ασκούσε η παρουσία Του. Βέβαιη πως έχει μπροστά της τον Παντοδύναμο Θεό προχώρησε στη σκιά, άγγιξε την άκρη του χιτώνα Του και «παραχρήμα» το θαύμα συντελέστηκε. Για πρώτη φορά ένοιωσε το ταλαίπωρο σώμα της να σφύζει από δύναμη και υγεία.
        Την ίδια όμως στιγμή ακούει έντρομη τη φωνή του Κυρίου: « τις ο αψάμενος μου;» Στη σκέψη ότι «υπέκλεψε» την θεραπεία της συγκλονίζεται από το αίσθημα ενοχής κάτι που επιβεβαιώνεται από την επόμενη φράση: «εγώ γαρ έγνων δύναμιν εξελθούσα απ’εμού». Και τότε πέφτει στα πόδια Του και ομολογεί μπροστά σε όλους το «έγκλημα της». « Θάρσει θύγατερ, η πίστις σου σεσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην» ήταν η απάντηση που διέλυσε όχι μόνο τον φόβο και δικαίωσε την πράξη της, αλλά ανέδειξε την αιμορροούσα αιώνιο σύμβολο πίστης, θάρρους και ηρωισμού.
        Αυτό το αμίμητο σύμβολο προβάλλει η Εκκλησία μας, όχι για να μείνουμε στο θαύμα, αλλά μέσω της πίστεως να έρθουμε σε επαφή και γνωριμία με τον Θεό. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς θα πεί: πιστεύω για να γνωρίσω, βέβαιος ότι μόνο η γνώση της πίστεως θεραπεύει και σώζει. Αντίθετα η κόσμική γνώση φυσιοί» ( Α΄Κορνθ.8,1), ικανοποιώντας την περιέργεια του ανθρώπου, όχι όμως και τις βαθύτερες αναζητήσεις του.
Ο Ιησούς Χριστός δεν ήλθε βέβαια για να θεραπεύσει τα πάθη του σώματος που οδηγούν στον πρόσκαιρο θάνατο, ούτε  φυσικά για να ικανοποιήσει την περιέργεια μας. Ήλθε προπαντός για να θεραπεύσει τα ψυχικά πάθη, την απιστία ,τον εγωισμό την υπερηφάνεια, την σκληροκαρδία, την αδικία που οδηγούν σε μόνιμο θάνατο. Είμαστε υπεύθυνοι να βρούμε τρόπο να Τον πλησιάσουμε, όπως Εκείνος μας πλησίασε και βρίσκεται ενσωματωμένος στην Εκκλησία.
        Η αιμορροούσα τον « άγγιξε» με τον δικό της τρόπο, εμείς Τον « αγγίζουμε» ερχόμενοι σε επαφή με τα ανθρώπινα μέλη του Σώματος Του, που δεν είναι άλλα από τους συνανθρώπους μας καθώς λέγει ο ίδιος ο Χριστός: «εφόσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων εποιήσατε» (Μτθ. 25,40).
        Προσφέροντας το Εγώ στην διακονία του Συ και βάζοντας την αγάπη σε ενέργεια, είμαστε ήδη σε επαφή μαζί Του. Το  «άγγιγμα» για τη δική μας θεραπεία πραγματοποιείται μυστικά, στη Θεία Ευχαριστία, που είναι «φάρμακον αθανασίας, αντίδοτον του μη αποθανείν».

π.Γ.Στ.   


«Η ΕΛΠΙΣ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΠΕΡΑΤΩΝ ΤΗΣ ΓΗΣ»




        « Ο Κύριος στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο λέγει στους μαθητές : « πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν. Και ιδού εγώ είμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» ( Μτθ. 28,ι9-20).
        Απ’ αυτή την προτροπή του Κυρίου υπογραμμίζουμε τρία σημεία:
Α) « διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν»
Β) « μεθ’υμών είμι πάσας τας ημέρας της ζωής υμών έως της συντελείας του αιώνος»
Γ) « μαθητεύσατε πάντα τα έθνη».
        Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας είναι μια μεγάλη αγκαλιά που δεν αρκείται στο λίγο, στη μια εντολή, στη μια στιγμή, στον ένα άνθρωπο, αλλά επεκτείνεται στο πλήρωμα της αλήθειας, στα έσχατα του χρόνου, στο σύνολο των ανθρώπων, στα πέρατα της γης.
        Η αγάπη του Θεού και ο νόμος Του κρέμονται σε όλες τις εντολές, όχι μόνο στην εντολή της αγάπης, διότι μέσα στην αγάπη κρύβονται όλες οι εντολές. Η ορθοδοξία λοιπόν, ενώ μιλάει για την αξία του « ενός ιώτα ή της μιας κεραίας», αγκαλιάζει το πλήρωμα των εντολών. Δεύτερον, αγκαλιάζει όλο τον χρόνο, αφού οι επαγγελίες της φθάνουν « μέχρι της συντέλειας του αιώνος» και αγκαλιάζει όλον τον κόσμο, όλους τους λαούς, όλους τους ανθρώπους, αφού οι προτροπές του Κυρίου είναι για « πάντα τα έθνη».
        Ενώ μιλάει για την βαρύτητα της παρούσης στιγμής, τον « ευπρόσδεκτον καιρόν του νυν» και την αξία του κάθε προσώπου, ταυτόχρονα υπογραμμίζει τη σημασία των εσχάτων και « πάντων των εν θαλάσση μακράν».
        Αυτή είναι  η μεγάλη μεταμορφωτική δύναμη της ορθόδοξης Εκκλησίας μας που τελικά αγκαλιάζει τις εντολές για να τις μεταμορφώσει σε χάρη, αγκαλιάζει τον χρόνο, τη συντέλεια των αιώνων, για να τον μεταμορφώσει για μας αιωνιότητα. Αγκαλιάζει  πάντα τα έθνη, όλον τον κόσμο, για να τον μεταμορφώσει από τώρα σε βασιλεία του Θεού.
        Η ορθοδοξία είναι , θα μπορούσαμε να πούμε, η γλώσσα του Θεού. Γι’αυτό και είναι η « ελπίς πάντων των περάτων της γής»
        
(Μητροπολίτου Μεσογαίας ΝΙΚΟΛΑΟΥ « Λαϊκό Παν. της Εκκλησίας της Ελλάδος, 18-5-2005» )

π.Γ.Στ.

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ !



Αγ.Νικολάου Βελιμίροβιτς

Κάνεις λάθος, φίλε μου! Ορθότερο θα ήταν, αν έλεγες: "Εγώ δεν έχω Θεό". Διότι το βλέπεις, ότι υπάρχουν τόσοι άνθρωποι γύρω σου, που έχουν Θεό και γι' αυτό διακηρύττουν ότι υπάρχει Θεός. Λοιπόν, μη λες: "Δεν υπάρχει Θεός"! Περιορίσου να λες: "Εγώ δεν έχω Θεό"!

Κάνεις λάθος! Μιλάς σαν τον άρρωστο, που λέει ότι δεν υπάρχει πουθενά υγεία!

Κάνεις λάθος! Μοιάζεις με τον τυφλό που λέει: "Δεν υπάρχει φως στον κόσμο". Όμως φως υπάρχει. Και είναι διάχυτο παντού. Αυτός ο δυστυχής δεν έχει το φως του. Και θα μιλούσε σωστά αν έλεγε: "Εγώ δεν έχω μάτια και δεν βλέπω φως".

Κάνεις λάθος! Μιλάς σαν το ζητιάνο, που λέει: "Δεν υπάρχει χρυσάφι στη γη". Μα χρυσάφι υπάρχει! Και επάνω στη γη! Και μέσα στη γη! Αυτός δεν έχει χρυσάφι! Το σωστό θα ήταν να έλεγε: "Εγώ δεν έχω χρυσό"!

Κάνεις λάθος! Μοιάζεις με τον παλιάνθρωπο που λέει: "Δεν υπάρχει καλοσύνη στον κόσμο". Ενώ θα έπρεπε να πει: "Εγώ δεν έχω ίχνος καλοσύνης μέσα μου".

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

Σωτηρία και υπομονή

Ο Θεός την σωτηρία των ανθρώπων την κρέμασε στην υπομονή. «Ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται», λέει το Ευαγγέλιο. Γι' αυτό δίνει δυσκολίες, διάφορες δοκιμασίες, για να ασκηθούν στην υπομονή οι άνθρωποι.
Η υπομονή ξεκινά από την αγάπη. Για να υπομείνεις τον άλλον, πρέπει να τον πόνεσεις. Και βλέπω πώς με την υπομονή σώζεται ή οικογένεια. Είδα θηρία να γίνονται αρνιά. Με την εμπιστοσύνη στον Θεό τα πράγματα εξελίσσονται ομαλά και πνευματικά.

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

Έρχονται οι νέοι στην Εκκλησία ;



 Αρχ.Γεώργιος Καψάνης

Πού θα μπορούσαμε να βασισθούμε, ποιά σημεία επαφής να βρούμε για να βοηθήσουμε τους νέους να προσεγγίσουν το μυστήριο της Μετανοίας; Νομίζω στην επίκληση των οδυνηρών υπαρξιακών προβλημάτων των νέων. Οι νέοι σήμερα από μικρή ηλικία δεν ζουν παραδοσιακή ζωή, εκτός εξαιρέσεων· ζουν την εκκοσμίκευση και έχουν προχωρημένες εμπειρίες στο κακό. Οι περισσότερες είναι εμπειρίες απογοητεύσεως. Μετά από πολλές αναζητήσεις, δοκιμές και απογοητεύσεις έχουν μία πίκρα μέσα τους. Εκείνη την ώρα λοιπόν που αρχίζουν να βιώνουν αυτή την πίκρα, μπορεί να τους συναντήσει ο θεολόγος ή ο ιερέας ή ο πιστός χριστιανός και να τους πει: «Κοίταξε, αδελφέ, όλα αυτά που δοκίμασες είναι μία απελπισία, μία αποτυχία, όμως υπάρχει κάτι που δεν το δοκίμασες και αυτό μπορεί να σου δώσει την όντως, την αληθινή, χαρά».

Τα τρία ερωτήματα - Λέοντος Τολστόι, Μέρος Β'

Όταν έσκαψε ο βασιλιάς δύο αυλάκια, σταμάτησε και επανέλαβε τα ερωτήματά του. Ο ερημίτης και πάλι δεν απάντησε, αλλά σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι του να πάρει την αξίνα και είπε: «Ξεκουράσου τώρα λίγο και άσε μένα να δουλέψω λιγάκι».

Ο βασιλιάς όμως δεν του έδωσε την αξίνα και συνέχισε να σκάβει. Πέρασε μια ώρα και άλλη μια. Ο ήλιος άρχισε να δύει πίσω απ’ τα δέντρα και ο βασιλιάς στο τέλος σφήνωσε την αξίνα στο χώμα και είπε: «Ήρθα σε σένα σοφέ άνθρωπε για μια απάντηση στα
ερωτήματά μου. Αν δεν μπορείς να μου δώσεις καμιά, πες το μου να γυρίσω στο σπίτι μου».

«Να, κάποιος έρχεται τρέχοντας», είπε ο ερημίτης. «Ας δούμε ποιος είναι».

Ο βασιλιάς γύρισε και είδε ένα γενειοφόρο άνδρα να έρχεται τρέχοντας από το δάσος, σφίγγοντας με τα χέρια του το στομάχι του, απ’ το οποίο έτρεχε ποτάμι το αίμα. Όταν πλησίασε το βασιλιά, έπεσε λιπόθυμος στο χώμα βγάζοντας έναν ελαφρύ αναστεναγμό. Ο βασιλιάς και ο ερημίτης ξεκούμπωσαν τα ρούχα του. Υπήρχε ένα μεγάλο τραύμα στο στομάχι του. Ο βασιλιάς το έπλυνε όσο καλλίτερα μπορούσε και το έδεσε με το μαντήλι του και με μια πετσέτα που του’ δωσε ο ερημίτης. Αλλά το αίμα δε σταματούσε να τρέχει και ο βασιλιάς ξανά και ξανά άλλαζε τον επίδεσμο, μουσκεμένο από καυτό αίμα, τον έπλενε και ξανάδενε το τραύμα. Όταν σταμάτησε να τρέχει το αίμα, ο πληγωμένος συνήλθε και ζήτησε κάτι να πιει. Ο βασιλιάς έφερε φρέσκο νερό και του το
έδωσε. Στο μεταξύ ο ήλιος έδυσε και άρχισε να κρυώνουν. Έτσι ο βασιλιάς με τη βοήθεια του ερημίτη μετέφερε τον πληγωμένο στην καλύβα και τον ξάπλωσε στο κρεβάτι. Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι ο πληγωμένος, έκλεισε τα μάτια του και ησύχασε, αλλά ο βασιλιάς ήταν τόσο κουρασμένος απ’ το περπάτημα και τη δουλεία που είχε κάνε, που κάθησε στο κατώφλι και τον πήρε και αυτόν ο ύπνος τόσο βαθιά, ώστε κοιμήθηκε συνέχεια όλη την καλοκαιριάτικη νύχτα. Όταν ξύπνησε το πρωί, πέρασε πολλή ώρα πριν μπορέσει να θυμηθεί που ήταν, ή ποιος ήταν ο άγνωστος γενειαφόρος άνδρας που ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι και τον κοίταζε έντονα και με φλογισμένα μάτια.

«Συγχώρεσέ με», είπε ο γενειαφόρος άνδρας με μια ασθενική φωνή, όταν είδε ότι ο βασιλιάς είχε ξυπνήσει και τον κοίταζε.

«Δε σε ξέρω και δεν έχω τίποτε να σου συγχωρήσω», είπε ο βασιλιάς. «Εσύ δε με ξέρεις, αλλά εγώ σε ξέρω. Είμαι αυτός ο εχθρός σου που ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση από σένα, γιατί εκτέλεσες τον αδελφό του και κατάσχεσες την περιουσία του. Ήξερα πως είχες πάει μόνος σου να δεις τον ερημίτη και αποφάσισα να σε σκοτώσω στην επιστροφή. Αλλά πέρασε η ημέρα και δεν γύρισες. Έτσι βγήκα απ’ την ενέδρα μου και έπεσα στους φρουρούς σου και αυτοί με αναγνώρισαν και με τραυμάτισαν. Τους ξέφυγα, αλλά θα είχα πεθάνει απ’ την αιμορραγία, αν εσύ δεν είχες φροντίσει το τραύμα μου. Εγώ ήθελα να σε σκοτώσω κι εσύ μου έσωσες την ζωή. Τώρα, αν ζήσω, κι αν το θέλεις κι εσύ, θα σε υπηρετήσω σαν ο πιο πιστός σου σκλάβος και θα ζητήσω απ’ τους γιους μου να κάνουν το ίδιο. Συγχώρεσέ με».

Ο βασιλιάς ήταν πολύ ευχαριστημένος που είχε συμφιλιωθεί τόσο εύκολα με τον εχθρό του και που είχε κάνει ένα φίλο και όχι μόνο τον συγχώρεσε, αλλά είπε ότι θα έστελνε τους υπηρέτες του και το προσωπικό του γιατρό να τον φροντίσουν και υποσχέθηκε να του ξαναδώσει την περιουσία του.

Αφού έφυγε απ’ τον πληγωμένο ο βασιλιάς, πήγε έξω στον εξώστη και κοίταξε τριγύρω να βρει τον ερημίτη.
Ήθελε πριν φύγει, να τον παρακαλέσει ακόμη μια φορά να απαντήσει στα ερωτήματα που του είχε κάνει. Ο ερημίτης ήταν έξω γονατισμένος και φύτευε σπόρους στ’ αυλάκια που ‘χαν σκαφτεί την προηγούμενη μέρα.

Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε: «Για τελευταία φορά σε παρακαλώ απάντησε στα ερωτήματά μου, σοφέ άνθρωπε». «Μα έχουν ήδη απαντηθεί», είπε ο ερημίτης, σκύβοντας ακόμα στ’ αδύνατα πόδια του και κοιτάζοντας προς το βασιλιά που στεκόταν
μπροστά του.

«Πώς απαντήθηκαν; Τι εννοείς;», είπε ο βασιλιάς.

«Δε βλέπεις;», απάντησε ο ερημίτης. «Αν δεν είχες λυπηθεί χθες την αδυναμία μου και δεν είχες σκάψει για μένα τ’ αυλάκια, αλλά είχες φύγει, αυτός ο άνθρωπος θα σου είχε επιτεθεί και θα είχες μετανιώσει που δεν έμεινες μαζί μου. Έτσι η πιο σπουδαία στιγμή ήταν όταν έσκαβες τ’ αυλάκια, κι εγώ ήμουν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και το να μου κάνεις καλό ήταν η πιο σπουδαία δουλειά. Ύστερα, όταν αυτός ο άνθρωπος ήρθε σε μας, η πιο σπουδαία στιγμή ήταν όταν τον φρόντιζες, γιατί αν δεν είχες δέσει το τραύμα του, θα πέθαινε χωρίς να συμφιλιωθεί μαζί σου. Έτσι αυτό ήταν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και αυτό που έκανες γι’ αυτόν ήταν η πιο σπουδαία δουλειά. Να θυμάσαι λοιπόν: Υπάρχει μόνο μία στιγμή που είναι η πιο σπουδαία, το παρόν. Είναι η πιο σπουδαία στιγμή, γιατί είναι η μόνη πάνω στην οποία έχεις κάποια δύναμη. Ο πιο αναγκαίος άνθρωπος είναι αυτός μαζί με τον οποίο βρίσκεσαι, γιατί κανένας άνθρωπος δεν ξέρει αν θα έχει ποτέ πάρε-δώσε με κάποιον άλλο. Και το πιο σπουδαίο πράγμα είναι να του κάνεις καλό, γιατί μόνο γι’ αυτό το σκοπό έχεις έλθει σ’ αυτόν τον κόσμο!».
 
Τώρα λοιπόν βλέπεις ότι πρέπει να τρέχεις συνεχώς για να παραμένεις στην ίδια θέση. Αν θέλεις να πας κάπου αλλού θα πρέπει να τρέχεις τουλάχιστον δύο φορές περισσότερο.

ΤΕΛΟΣ

Η.Ρ.