Πέμπτη 14 Ιουνίου 2018

Αντέχει η πίστη στους νέους! π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός



Το 77,3 % των νέων ανθρώπων (ηλικία 17-24 ετών) στην Ελλάδα πιστεύουν στον Θεό, ενώ περίπου 1 στους 2 εκκλησιάζεται τουλάχιστον μία φορά τον μήνα αναφέρει πρόσφατη μεγάλη έρευνα της κοινής γνώμης (εταιρεία διαΝΕΟσις), η οποία δημοσιεύθηκε σε  κυριακάτικη εφημερίδα!
Παρά την εκτεταμένη αθεϊστική και αντιεκκλησιαστική προπαγάνδα σε πολλαπλά επίπεδα, παρά την διαρκή αποχριστιανοποίηση της Ευρώπης, πέρα από το γεγονός ότι η Εκκλησία στην πατρίδα μας δεν προσπαθεί με όλες της τις δυνάμεις να δώσει επαρκή μαρτυρία περί της πίστεως (κι αυτό φαίνεται από την ουσιαστική απουσία προβολής εκκλησιαστικών θέσεων στα τρέχοντα ζητήματα, αλλά και στις ευρύτερες δοκιμασίες της κοινωνίας), μία πολύ μεγάλη μερίδα νέων δεν διστάζει να  δηλώσει ότι πιστεύει στον Θεό και δεν αντιμετωπίζει ως γραφικότητα τον εκκλησιασμό. Οι νέοι κρατούνε την παράδοση στην καρδιά τους, ενώ δεν φαίνεται να είναι τόσο «χαλασμένοι» όσο νομίζουμε. Η πίστη τους δίνει νόημα. Αρκετοί από αυτούς νηστεύουν, προσεύχονται, και όχι μόνο στα δύσκολα, κρατάνε ζωντανή την ελπίδα στον Θεό και παρότι έχουν αναζητήσεις και αμφιβολίες, όντας κάποτε και ακαθοδήγητοι και χωρίς συμπαράσταση και όχι μόνο εξαιτίας δικής τους επιλογής, συνεχίζουν πιστεύοντας.
Δεν είναι μόνο ένας προϊών συντηρητισμός της κοινωνίας που τους επηρεάζει. Είναι και το γεγονός ότι ενώ οι νέοι χρησιμοποιούν όλα τα τεχνολογικά επιτεύγματα του πολιτισμού μας, αποδέχονται κάποιες από τις αξίες που αυτός διαμορφώνει (για παράδειγμα δεν ενοχλούνται σε ποσοστό 51% με πιθανούς γάμους ομοφύλων ζευγαριών), εντούτοις μέσα τους δεν αισθάνονται ότι έχουν απορρίψει τον υπαρξιακό προσανατολισμό της ζωής. Σε αντίθεση με την Ευρώπη, όπου οι άνθρωποι ζούνε ευχαριστημένοι με την ασφάλεια που το χρήμα και η τεχνολογία τους παρέχει, αλλά και με έναν ρυθμό ζωής στον οποίο δεν χωρά ο Θεός, στην πατρίδα μας ένα από τα κλειδιά της ζωής είναι οι γιορτές, διά των οποίων οι άνθρωποι ερχόμαστε κοντά στην Εκκλησία και την πίστη.
Το παγκοσμιοποιημένο σύστημα επιχειρεί να μας πείσει ότι «εδώ είναι ο παράδεισος και η κόλαση», ότι δεν υπάρχει αιωνιότητα και, επομένως, δεν υπάρχει ο Θεός ή δεν Τον χρειαζόμαστε. Μέσα μας όμως κρατάμε την ελπίδα και την βεβαιότητα ότι έχουμε αθάνατη ψυχή. Έχουμε ιστορία, παράδοση και πολιτισμό που έχουν αξία. Ότι ακόμη κι αν η Εκκλησία δεν μπορεί να ακολουθήσει τον σύγχρονο τρόπο και να μιλήσει με σύγχρονο λόγο, παραμένει η καταφυγή μας. Ότι όσο εγωκεντρικοί κι αν τείνουμε να γίνουμε, το ίχνος της αγάπης παραμένει εντός μας. Ότι τελικά έχουμε σκοπό ύπαρξης που δεν σταματά στο «νυν», αλλά θέλει το «αεί».
Η έρευνα αυτή, όπως και άλλες αντίστοιχες, δεν γνωρίζουμε πόσο θα αξιοποιηθούν από την θεσμική Εκκλησία. Είναι ένα εργαλείο ελπίδας, αλλά θα έπρεπε να λειτουργήσει και ως μία αφορμή αφύπνισης. Η Εκκλησία μπορεί να ξαναδώσει το αίσθημα του ανήκειν διά του κοινοτικού τρόπου ζωής. Εκεί όπου το «Δι’  ευχών» της λειτουργίας δεν είναι το τέλος, αλλά η ευκαιρία για συνέχεια συνάντησης. Εκεί όπου ο νέος μπορεί να βρει ευκαιρίες διαφορετικής ενεργοποίησης, αγάπης, δημιουργικότητας, εξόδου από την συνήθεια της καθημερινότητας. Μία παρέα και ανθρώπους που θα τον ακούνε και θα προσπαθούνε να τον καταλάβουν. Σίγουρα να τον αγαπήσουν. Αυτός ο τρόπος δεν έρχεται πάντως μέσα από την παθητικότητα και την αυτάρκεια. Είναι καιρός!

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2018

Μια τρίτη εθνική επέτειος


Ε​χουμε «εθνικές επετείους». Δύο. Τι ακριβώς «γιορτάζουμε» σε μια εθνική επέτειο; Ενα γεγονός, συγκεκριμένα χρονολογημένο, που δήλωσε - φανέρωσε αυτό που θέλουμε να είμαστε, τη συλλογική μας ταυτότητα. Τουλάχιστον ως επιθυμία και στόχο.
Κάθε χρόνο, στις 25 Μαρτίου, ξαναθυμόμαστε και θυμίζουμε σε όσους τυχόν ασχολούνται με μας, τη θέλησή μας να μην είμαστε σκλάβοι, υπόδουλοι στους ασύγκριτα πολυπληθέστερους (και συχνά στην Ιστορία επιθετικούς) γείτονές μας, τους Τούρκους. Στην επετειακή αυτή υπενθύμιση περιλαμβάναμε κάποτε και τη διαβεβαίωση: ελευθερία ή θάνατος – προτιμάμε να πεθάνουμε παρά να σκλαβωθούμε. Ομως στην Κύπρο το 1974 (ίσως και στην Ιμβρο και στην Τένεδο) αποδείξαμε τον εκσυγχρονισμό μας: Οταν οι Τούρκοι μας απείλησαν, μπήκαμε στα Ι.Χ. μας και προσφύγαμε σε εδάφη που (ακόμα) δεν απειλούνταν. Σήμερα η ζωή του ανθρώπου δεν είναι συνάρτηση πατρώας γης, αλλά διεθνοποιημένων επενδύσεων σε ασφάλεια. Προσαρμοστήκαμε. Την προσαρμογή δεν τη γιορτάζουμε.
Στις 28 Οκτωβρίου, κάθε χρόνο, ξαναθυμόμαστε και θυμίζουμε τη θέλησή μας να μη γίνουμε σκλάβοι, υπόδουλοι, ούτε στους προηγμένους λαούς της Ευρώπης που τόσο θαυμάζουμε για τα επιτεύγματά τους, αλλά και τους φοβόμαστε για τις επίβουλες συχνά ορέξεις τους. Η μικρή σε όλα τα μεγέθη και αδύναμη Ελλάδα είπε «όχι» στην αναιδή αξίωση των πολεμικά και αριθμητικά πολύ υπέρτερων Ιταλών. Το αποτέλεσμα ήταν απίστευτο: νίκησαν οι Ελληνες θριαμβικά.
Στις δυο «εθνικές επετείους» μας γιορτάζουμε, τιμούμε και προβάλλουμε δυο πραγματοποιήσεις αυτού που θέλουμε να είμαστε, πραγματοποιήσεις με βραχύτατη διάρκεια: Τόσο το 1821 όσο και το 1940 η επιθυμητή συλλογική μας ταυτότητα πραγματώθηκε και φανερώθηκε για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα – σαν αναλαμπή. Ακολούθησε, και τις δυο φορές, η φρίκη εμφύλιου σπαραγμού, όπως ακολούθησε έκρηξη πρωτογονισμού, με τον «Πελοποννησιακό Πόλεμο», αμέσως μετά το θαύμα της κλασικής Ελλάδας.
Χειρότερη κι από τον εμφύλιο είναι η σχιζοφρένεια που συνοδεύει τον κρατικοποιημένο πια Ελληνισμό, διακόσια χρόνια τώρα, ανασταλτική της ιστορικής του συνέχειας: Θέλουμε να απολαμβάνουμε τον σεβασμό και την τιμή της υφηλίου σαν απευθείας απόγονοι και συνεχιστές της κλασικής Ελλάδας. Αλλά ο τρόπος του βίου μας (η κρατική μας οργάνωση, η οικονομία, η Δικαιοσύνη, η Παιδεία, τα πάντα) να είναι μεταπρατικός: Και μάλιστα να μιμείται, ώς την πιο παραμικρή λεπτομέρεια, τον κατεξοχήν μέσα στην Ιστορία αντίπαλο του Ελληνισμού τρόπο (πολιτισμό) – αυτόν της μετα-ρωμαϊκής Δύσης.
Σίγουρα ο Ελληνισμός ήταν πάντοτε ένα σταυροδρόμι συνάντησης πολιτισμών, χωνευτήρι ιδεών, παραδόσεων, νοοτροπιών – ποτέ ένα «γκέτο». Δεν δίσταζε να προσλαμβάνει οτιδήποτε από οπουδήποτε. Προσλάμβανε και αφομοίωνε. Η τραγωδία της σχιζοφρένειας άρχισε, όταν η πρόσληψη έγινε μίμηση, όταν κίνητρο της πρόσληψης δεν ήταν η ανάγκη αλλά η ξιπασιά.
Αρχισε ο Ελληνισμός να αντιγράφει θεσμούς, μεθόδους, πρότυπα, συμπεριφορές πιθηκίζοντας ειδωλοποιημένα παράγωγα άλλων αναγκών, άλλων συνθηκών και συγκυριών, με την παιδαριώδη αφέλεια των μετα-αποικιακών κοινωνιών, που πείσθηκαν να θεωρούν πρωτογονισμό τη σοφία των προγόνων τους και πολιτισμό την απάνθρωπη βαναυσότητα των προτεραιοτήτων της «αγοράς».
Πάντως, αν στις «εθνικές επετείους» γιορτάζουμε, τιμούμε και προβάλλουμε βραχυχρόνιες πραγματώσεις του τι θέλουμε να είμαστε, τότε η 5η Ιουλίου θα μπορούσε να αποτελέσει την τρίτη εθνική μας επέτειο. Σε αυτή την ημερομηνία το 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε με δημοψήφισμα την έγκριση του λαού για τη ρήξη με την Ευρώπη. Και (γεγονός απίστευτο – κορυφαία στιγμή της νεοελληνικής ιστορίας) ο λαός του έδωσε την εντολή για τη ρήξη, με ποσοστό 62%! Εντολή για τη ρήξη, δηλαδή για την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού, για τη διάσωση της ελληνικής ιδιαιτερότητας μέσα στην Ιστορία.
Σε ποιον έδωσε τη δημοψηφισματική εντολή ο λαός; Σε έναν από τους πιο θλιβερούς θιάσους του κομματικού κουκλοθέατρου, σε κόμμα της «ριζοσπαστικής Αριστεράς», που μέσα σε μια μόλις νύχτα ξεπούλησε και τον ριζοσπαστισμό και την Αριστερά. Για να πετύχει τι; Να μας λανσάρει σήμερα σαν «σωτηρία», ύστερα από τόση καταστροφή, απελπισία και εξευτελισμό, τη δυνατότητα να δανειστούμε και πάλι από τη διεθνή τοκογλυφία!
Το πώς «πούλησε» ο ΣΥΡΙΖΑ τη λαϊκή βούληση και με πόσο φτηνά ανταλλάγματα, θα το διαβάσει η σημερινή του ηγεσία στα μάτια των παιδιών και των εγγόνων της, στην περιφρόνηση και στην οργή τους. Εκείνο το 62% των Ελλήνων πολιτών έμεινε χωρίς πολιτική εκπροσώπηση – η Ν.Δ. και το κωμικά αφασικό «Κέντρο» ταυτίζονται, πολλά χρόνια τώρα, στην ίδια επαρχιώτικη ξιπασιά της καταναλωτικής και μόνο ευρωλιγούρας. Οι εθνικές επέτειοι είναι το ψυχολογικό αναλγητικό στο πένθος της απόγνωσης για το ιστορικό τέλος του Ελληνισμού.
Οταν σε καμιά πτυχή του δημόσιου βίου δεν λειτουργεί αξιοκρατία, σε απολύτως καμιά, πώς να λειτουργήσει στην πολιτική;

 http://www.kathimerini.gr

Τρίτη 12 Ιουνίου 2018

ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ "ΜΕ ΜΕΤΡΟ"


Πολλοί γονείς παραπονούνται για τη συμπεριφορά των παιδιών τους, γιατί δεν ανέχονται τις παρατηρήσεις τους. Δείχνουν σαν να έχουν σπάσει τα νεύρα τους και με το παραμικρό γίνονται έξω φρενών και απειλούν με φυγή από το σπίτι.
          Πράγματι υπάρχει ένα τέτοιο πρόβλημα και συχνά πολλές οικογένειες, ιδιαίτερα αυτές που διέπονται από κάποια αυστηρότητα στη αγωγή των παιδιών. Στις οικογένειες αυτές υπάρχει ένας και μόνο λόγος: του πατέρα ή της μητέρας. Όλοι οι άλλοι οφείλουν να υποτάσσονται, να πειθαρχούν. Τέτοιες οικογένειες  ήταν συχνές τα περασμένα χρόνια. Ήταν η κλασσική μορφή της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας.
          Σήμερα βέβαια σπάνια συναντά κανείς τέτοιου είδους οικογένειες. Έχουν αλλάξει οι καιροί και τα ήθη. Στις μέρες μας πνέει άνεμος φιλελευθερισμού και οι νέοι δεν είναι καθόλου πρόθυμοι να υποταχθούν σε σχήματα που τους αφαιρούν την ελευθερία, όπως λένε. Αλλά και όσοι έχουν μεγαλώσει σε τέτοια σπίτια, καθώς μεγαλώνουν και βλέπουν γύρω  τους τι γίνεται, απαιτούν τα δικαιώματά τους.
          Αποτέλεσμα: να δημιουργούνται σκηνές μέσα στο σπίτι, να πικραίνονται οι καρδιές, να εκτοξεύονται απειλές και οι γονείς να αγωνίζονται να βρουν την αιτία, που την αναζητούν πάντα στην πλευρά των παιδιών, που τώρα έχουν χαλάσει, ενώ πριν ήταν πειθαρχημένα και υπήκοα.
          Σ’ αυτή την πάλη γονέων και παιδιών δεν θέλουμε να παίρνουμε πέρα για πέρα το μέρος των παιδιών, γιατί αδικούμε τους γονείς. Όμως δεν μπορούμε ν’ αγνοήσουμε μέχρις κάποιου σημείου, να έχει και κάποιο δίκιο η πλευρά των παιδιών, που μεγαλώνουν μέσα σ’ ένα αυταρχικό περιβάλλον, το οποίο στραγγαλίζει την ατομική ελευθερία αυτών των παιδιών. Υπάρχουν γονείς που δεν αφήνουν καμία πρωτοβουλία στα παιδιά τους, τους έχουν επιβάλλει στρατιωτική πειθαρχία αγνοώντας τις βασικές τους ανάγκες.
          Τα μικρά παιδιά θέλοντας και μη υποτάσσονται. Καθώς όμως μεγαλώνουν φθάνουν στο σημείο να μισήσουν τους γονείς των και να τους βλέπουν σαν εχθρούς. Έτσι υψώνουν το ανάστημά τους, τη φωνή, αρνούνται να συμμορφωθούν, ακόμη και σε λογικές αξιώσεις των γονέων.
          Η άκρατη αυστηρότητα στην αγωγή  βλάπτει τα παιδιά, όπως και η μεγάλη ελαστικότητα. Είναι δύο αντίθετα άκρα, και πάντα τα άκρα είναι επιζήμια. Ούτε απόλυτη συμπεριφορά, ούτε αχαλίνωτη ελευθερία.
          Κατά συνέπεια μπροστά στο φαινόμενο κάποιας ανταρσίας πρέπει να διερωτηθούμε μήπως  έχουμε παρατραβήξει το σχοινί, πάνω απ’ ό, τι πρέπει, οπότε  χρειάζεται κάποια χαλάρωση. Όταν δοθεί η σωστή απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, τότε θα μπορούμε να σκεφθούμε κάποια άλλη άποψη που θα μπορούσε να είναι η αιτία της συμπεριφοράς του παιδιού μας. Και αν διαπιστώσουμε  ότι φταίμε εμείς, θα πρέπει να  διορθώσουμε τον εαυτό μας και να δώσουμε στο παιδί μας να καταλάβει, πως το θεωρούμε ώριμο άνθρωπο με αξία και προσωπικότητα. 
          Τότε εκείνο θ’ ανοίξει διάλογο μαζί μας και θα βοηθήσει να το βοηθήσουμε. Διαφορετικά θ’ αντιμετωπίσουμε όλες τις συνέπειες  της απόλυτης  στάσης μας σε θέματα που δέχονται ελαστικότητα και επιείκεια.
          Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού  ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018

Αυτό είναι κόλαση...


Πως μπορείς να δίνεις λιγότερο φάρμακο σε έναν καρκινοπαθή, και το υπόλοιπο να το εμπορεύεσαι προς ατομικό πλουτισμό; Κτίζεται η δική σου «ευτυχία» πάνω στην δυστυχία του άλλου; Όταν εκμεταλεύεσαι το πόνο του συνανθρώπου σου τίποτε δεν ανθίζει στην ζωή σου, γιατί τον σαπίζουν τα δάκρυα και οι στεναγμοί του.
Όταν ο άνθρωπος, ο διπλανός σου, παύει στα μάτια σου να είναι ιερός και εικόνα Θεού, όταν πλέον δεν τον σέβεσαι γιατί είναι γέρος, σακάτης ή τελειωμένος, όπως κυνικά αναφέρεις άρα αδύναμος, τότε το κτήνος έχει πάρει την μορφή σου. Η πόρτα της βαρβαρότητας έχει ανοίξει και ο θάνατος φωλιάζει στα σωθικά σου. Γιατί ο καρκινοπαθής που άφησες χωρίς θεραπεία ή ο γέρος που πέταξες και ο ανάπηρος που εγκατάλειψες, μπορεί να πεθάνουν κάποια στιγμή, αλλά εσύ δεν έζησες ποτέ, ήσουν πάντα νεκρός. Κορμί δίχως ψυχή, ψυχή δίχως Θεό. Αυτό είναι η κόλαση, ψυχές που ατίμασαν και περιφρόνησαν το δώρο της ζωής.

Κυριακή 10 Ιουνίου 2018

Εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού του πρεσβ. Δ. Τάτση


Μπροστά από μισό περίπου αιώνα ζούσε ένας αγροφύλακας, πού τον έλεγαν Αντώνη και ήταν γνωστός σε πολλά χωριά της Κόνιτσας, ιδίως για τη μεγάλη του οικογένεια. Είχε εννιά παιδιά, από δύο έως δέκα εφτά χρονών. Έξι ήταν κορίτσια και τρία αγόρια Ήταν άνθρωπος διαφορετικός, με ξεχωριστό ήθος και ασυνήθιστη συμπεριφορά. Όσοι τον γνώριζαν, τον περιέγραφαν με υπερβολικά λόγια. Οι περισσότεροι τον επαινούσαν και τον συμπαθούσαν. Υπήρχαν, βέβαια, κι εκείνοι, πού τον αντιπαθούσαν, χωρίς αιτία και μιλούσαν περιφρονητικά. Ό ίδιος, αδιαφορώντας για το τι λένε οι άλλοι, ήταν ορμητικός στη ζωή του. Απ’ τους ανθρώπους δεν ζητούσε βοήθεια. Προσπαθούσε με τις δικές τους δυνάμεις να καλύπτει τις βασικές ανάγκες της οικογένειας του. Είχε το μικρό μισθό του, τα χωράφια, το κυνήγι και μερικά ευκαιριακά μεροκάματα. Ή γυναίκα του, ή Δέσπω, ήταν απλή και προσπαθούσε να μεγαλώσει τα παιδιά της με αξιοπρέπεια, χωρίς γογγυσμούς και θορύβους. Ήταν και απερίεργη. Δεν ήθελε να μαθαίνει τι συνέβαινε στους άλλους, στα ξένα σπίτια Απέφευγε το κουτσομπολιό και τις φιλονικίες. Ωστόσο, οί άλλοι ασχολούνταν καθημερινά με το σπίτι της. Τη σχολίαζαν με τρόπο σκληρό και τη χαρακτήριζαν καθυστερημένη, γιατί δεν έκανε εκτρώσεις. Ή Δέσπω δεν έβγαινε απ’ το σπίτι. Είχε πάντα δουλειές και ήταν μόνιμα κουρασμένη.
Ή φτώχεια της ήταν εμφανής και δικαιολογημένη. Άλλα και ή αδιαφορία των ευπόρων μεγάλη. Δεν θυμόταν ή Δέσπω ποτέ να της έχει συμπαρασταθεί κάποιος. Ούτε μια δραχμή ούτε μια καραμέλα για τα παιδιά της. Ό Αντώνης, κάθε φορά, πού γυρνούσε απ’ τα χωριά στα οποία υπηρετούσε, κάτι είχε στον τορβά του. Οί άνθρωποι πάντα του έδιναν, γιατί τον θαύμαζαν και τον αγαπούσαν. Τα παιδιά του άνοιγαν τον τορβά, για να δουν τι είχε μέσα Τα λουκούμια, οι καραμέλες και τα φρούτα εξαφανίζονταν αμέσως. Μερικές φορές, όταν έβρισκε ευκαιρία, τα καταβρόχθιζε μόνος του ό ζωηρός και σωματώδης Νικόλας, το τρίτο παιδί της οικογένειας. Στο σχολείο τα παιδιά του Αντώνη και της Δέσπως ήταν καλοί μαθητές. Δεν αντιμετώπιζαν δυσκολίες και δεν δημιουργούσαν προβλήματα στα αλλά παιδιά ήταν κοινωνικοποιημένα και δεν είχαν απαιτήσεις. Όχι πως υποχωρούσαν συνέχεια και δέχονταν να τους κοροϊδεύουν οί άλλοι, αλλά δεν είχαν εγωισμό και πονηριά.
Ό Αντώνης ήταν αγνός άνθρωπος. Ό χαρακτήρας του τραχύς, ντόμπρος και αποφασιστικός. Αγωνιζόταν αδιάκοπα για την οικογένεια του, γι` αυτό και βρισκόταν σε διαρκή κίνηση. Όλες τις εποχές. Και το χειμώνα, πού δεν υπήρχε κανένας λόγος να τρέχει από χωριό σε χωριό για τυχόν αγροτοζημιές. Ήθελε να γεμίζει καθημερινά τον τορβά του, γιατί καθημερινά έπρεπε να θρέφει δέκα στόματα Μια φορά το μήνα πήγαινε και στη χαράδρα του Αώου, οπού υπήρχαν πολλά γιδοπρόβατα. Έφτανε μέχρι την τοποθεσία Μύγα περνούσε πάντα απ’ το μοναστήρι του Στομίου, οπού έκανε στάση, Ιδίως όταν γύριζε. Τότε βρισκόταν εκεί ο μοναχός Παΐσιος, νέος μοναχός, πού είχε έρθει απ’ το Άγιο Όρος. Ό Αντώνης γνώριζε το μοναχό και συχνά του εκμυστηρευόταν ότι τον απασχολούσε. Εκείνος ήταν πρόθυμος πάντα και προσπαθούσε με πολλούς τρόπους να βοηθάει τον πολύτεκνο αγροφύλακα.
Στο μοναστήρι ο Αντώνης ήθελε να ανάβει μόνος του τα καντήλια και να προσεύχεται μπροστά στην εικόνα της Παναγίας για την οικογένεια του. Ό μοναχός Παΐσιος άφηνε τον Αντώνη ελεύθερο, γιατί γνώριζε την καλή του προαίρεση και τη βαθιά του πίστη. Δεν μπορούσε, όμως, να εξηγήσει τον πυροβολισμό, πού άκουγε κάθε φορά, πού απομακρυνόταν απ’ το μοναστήρι ο Αντώνης. Ήξερε ότι είχε πάντα το δίκαννο κοντά του, άλλα δεν γνώριζε τι σημάδευε. Δεν τον είχε ρωτήσει, γιατί δεν ήθελε να φανεί περίεργος. Συνεχιζόταν αυτή ή τακτική για αρκετούς μήνες. Κάποτε, όμως, ομοναχός, ετοιμάζοντας καφέ στον Αντώνη, βρήκε την κατάλληλη στιγμή και τον ρώτησε:
-Βρε Αντώνη, κάθε φορά, πού φεύγεις απ’ το μοναστήρι, ακούω και μια ντουφέκια. Τι βρίσκεις και σημαδεύεις;
Ό Αντώνης, λίγο ανήσυχος, αποκάλυψε:
—Ξέρεις, παππούλη, εγώ έχω μεγάλη οικογένεια και τα οικονομικά μου είναι λιγοστά Δεν φτάνουν ν’ αγοράσω κρέας νια τα παιδιά μου. Έτσι παίρνω κοντά και το δίκαννο κι όταν βρω κάτι στο βουνό, το σκοτώνω.
-Μα εσύ ντουφεκάς κάθε φορά, πού έρχεσαι εδώ.
-Πρέπει να στο φανερώσω, παππούλη, τι κάνω. Όταν ανάβω τα καντήλια, κάνω την προσευχή μου και ζητάω απ’ την Παναγία να με βοηθήσει να πάω στα παιδιά μου λίγο κρέας. Κι εκείνη πάντα βοηθάει. Εγώ παίρνω λάδι απ’ το καντήλι της και αλείφω κάθε φορά το στόχαστρο, πού είναι πάνω στην κάνη και όλο κάτι βρίσκω.
-Πιστεύεις ότι σε βοηθάει ή Παναγία σ’ αυτό;
-Βέβαια, παππούλη. Σε μια συγκεκριμένη μεριά, εκεί κοντά στον Ασπρόλακκο, τις περισσότερες φορές με περιμένει κάποιο αγριοκάτσικο, σταλμένο απ’ την Παναγία. Το σκοτώνω και το παίρνω.
Ό μοναχός Παΐσιος είχε μείνει κατάπληκτος απ’ αυτό, πού άκουσε. Ζήλευε τον Αντώνη για την πίστη του, αλλά και τον καθαρό του νου. Τον θαύμαζε, πού με την προσευχή εξασφάλιζε το κρέας των παιδιών του. Ό Αντώνης, όταν σκότωνε το απαγορευμένο απ’ το νόμο ζώο, το σήκωνε στην πλάτη του και κατηφόριζε από ένα δικό του μονοπάτι κοντά στη όχθη του ποταμού Αώου, σ’ ένα κρυφό σημείο, οπού κανένας δεν μπορούσε να τον δει . Ήταν δύο μεγάλες πέτρες, πού είχαν σχηματίσει μια πυραμίδα κι ένα μικρό σπήλαιο, ενώ γύρω γύρω υπήρχαν ιτιές και διάφοροι θάμνοι. εκεί ό Αντώνης έγδερνε το αγριοκάτσικο, το κομμάτιαζε και το έβαζε μέσα στους τορβάδες του. Κι όταν εκείνος έφευγε απ’ το σπήλαιο, εμφανίζονταν οι αλεπούδες και τα τσακάλια, πού έτρωγαν ότι άφηνε ό λαθροκυνηγός. Συγχρόνως κατέβαιναν και τα κοράκια, πού ζητούσαν το δικό τους μερίδιο. Ό Αντώνης, φορώντας την υπηρεσιακή του στολή, φορτώνονταν το κρέας, πού κάποτε έφτανε και τα είκοσι κιλά και οδοιπορούσε πολλές ώρες, για να φτάσει στο σπίτι του. Ή ικανοποίηση του ήταν βαθιά και ή ευχαριστία προς την Παναγία αδιάκοπη.
Όταν ό μοναχός Παΐσιος έφυγε απ’ το μοναστήρι του Στομίου, ό Αντώνης συνέχισε για λίγα χρόνια την ίδια διαδρομή, όσο άντεχαν οι σωματικές του δυνάμεις. Πολύ αργότερα, συνταξιούχος πια, έμαθε ότι ό γνωστός του μοναχός Παΐσιος βρισκόταν στο Άγιο Όρος και θέλησε να τον επισκεφθεί. Ή συνάντηση υπήρξε συγκινητική. Ό φημισμένος πια μεγάλος Γέροντας θυμήθηκε τα παλιά και συμβούλεψε το γερασμένο Αντώνη:
Να διατηρήσεις την εμπιστοσύνη σου στην πρόνοια του Θεού και να ‘σαι σίγουρος ότι όλα θα πηγαίνουν καλά.

Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ- Η κλήση των τεσσάρων πρώτων μαθητών



Τι είδους συνεργάτες προσκαλεί ο Ιησούς 

          Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μας δίνει τα περιστατικά της κλήσεως στο αποστολικό λειτούργημα των δύο πρώτων ζευγών των μαθητών του Χριστού που ως προς το επάγγελμα ήταν αλιείς. Αυτό δεν είναι συμπτωματικό, διότι και η άμεση αποδοχή της πρόσκλησης προϋποθέτει προηγούμενη γνωριμία, ωσάν οι μαθητές να περίμεναν αυτή την πρόσκληση.

          Πρότυπο της κλήσης των μαθητών του Χριστού είναι η κλήση των προφητών στην Π. Δ. στο προφητικό λειτούργημα. Πρόκειται για πρόσκληση σ’ ένα πολύ δύσκολο και επίπονο λειτούργημα λόγω αντίστασης του λαού στους προφήτες που πολλές φορές κατέληγε στην εξορία του προφήτη ή και στο βίαιο θάνατο.

          Αλλά τι είδους ανθρώπους καλεί ο Χριστός για την υπόθεση της βασιλείας Του;

          Οι πρώτοι στους οποίους απευθύνεται είναι άνθρωποι της δουλειάς, θετικοί και δραστήριοι. “Ήσαν γαρ αλιείς”. Τους συναντά πάνω στην εργασία τους. Εκεί τους προσκαλεί. Πρόκειται να τους αναθέσει δουλειά με απαιτήσεις και πρέπει να είναι εργατικοί, ταχείς στις κινήσεις και τις ενέργειες. Και οι τέσσερες πρώτοι μαθητές ανταποκρίνονται γρήγορα. “Οι δε ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ”. Είναι άνθρωποι ενθουσιώδης και τολμηροί που μπορούν να αναγνωρίζουν τον ηγέτη, να τον εμπιστεύονται και να τον ακολουθούν.

          Απ’ όσα γνωρίζουμε για τη στενή ομάδα των μαθητών δεν ήταν δώδεκα πανομοιότυπα. Ο καθένας είχε  ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία. Ο Χριστός δεν αναζήτησε έναν ορισμένο ανθρώπινο τύπο, ούτε ενοχλήθηκε από τις ιδιοτυπίες των μαθητών του. Τους κάλεσε όπως ήταν, τους αξιοποίησε και τους οδήγησε στην ιεραποστολή και την αγιότητα.

          Αυτοί, λοιπόν, που απετέλεσαν τον πρώτο πυρήνα της Εκκλησίας του Χριστού, ήταν μια ζύμη από συνηθισμένο ανθρώπινο υλικό. Το πιο σπουδαίο ήταν ότι συγκεντρώθηκαν σταθερά γύρω Του, “ίνα ώσι μετ’ αυτού”. Αυτό τους έκανε ουσιαστικά κάτι άλλο. Μετά από την Ανάσταση και την Πεντηκοστή ολοκληρώθηκε η αλλαγή με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.

          Όλα αυτά αποτελούν μια μεγάλη παρηγοριά για μας τους απλούς ανθρώπους. Όλοι μπορούμε να διακονήσουμε μέσα στο σωτήριο σχέδιο του Θεού, όσο απλοί και συνηθισμένοι κι αν είμαστε. Διότι τα απλά πράγματα μεταμορφώνονται εν Χριστώ με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

          Ο Χριστός καλώντας τους πρώτου μαθητές Του να τον ακολουθήσουν καθορίζει την αποστολή τους χρησιμοποιώντας εικόνες από τον κόσμο τους. “Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων”. Από απλοί ψαράδες θα γίνουν “αλιείς των ανθρώπων”. Μελλοντικά θ’ ασχολούνται πια με τους ανθρώπους  όχι  με το θάνατο των ψαριών, αλλά με τη ζωή των ανθρώπων. Ο Κύριος χρησιμοποιεί συχνά κτυπητές αντιθέσεις για να γίνεται πιο παραστατικός. Ο λόγος του έχει αμεσότητα με τη ζωή. Ο Χριστός χρησιμοποιεί στη νέα τους κλήση τη λέξη “αλιείς”, γιατί από την προηγούμενη απασχόλησή τους θα πρέπει να αξιοποιηθεί η πείρα και το ήθος των αλιέων. Ο καλός ψαράς έχει ιδιότητες και γνώση που πρέπει να διατηρήσει ο  “άλιεύς” των ανθρώπων. Διαθέτει υπομονή και επιμονή. Ξέρει να περιμένει , δεν έχει ανυπομονησία για γρήγορα αποτελέσματα από την αποτυχία της μιας ή της άλλης προσπάθειας.

          Χρειάζεται καρτερία και αντοχή. Τα πλοία, τα δίκτυα, οι τρικυμίες θέλουν γερά σώματα, γερά νεύρα, ψυχραιμία και καρτερικότητα.

          Ακόμη έχουν αίσθηση του χρόνου. Δεν είναι όλες οι ώρες κατάλληλες για αλιεία. Είναι σημαντικό για όποιον ευαγγελίζεται τον λόγο του Θεού, όποιος προσεγγίζει ανθρώπους να διακρίνει σωστά πότε πρέπει να μιλά, πότε να ενεργεί και πότε να σιωπά.

“Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων”. Όσοι ακολουθούν το Χριστό στο έργο της ιεραποστολής του κόσμου-κληρικοί, θεολόγοι και όχι μόνο- όλοι οι πιστοί ανεξάρτητα από την εργασία που ασκούν, είναι επιβεβλημένο να βλέπουν  στο βασικό θέμα και ενδιαφέρον τους τον άνθρωπο. Η έμφαση δεν βρίσκεται στο “αλιείς”, αλλά στον “άνθρωπο”.

          Από την επαγγελματική μας γνώση και πείρα ας κρατήσουμε ό, τι πιο θετικό υπάρχει, με τελικό στόχο να οδηγήσουμε τον άνθρωπο, τον εαυτό μας και τους άλλους στον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό.

          π. γ. στ.